Gilbert Achcar / Jacobin
23 Σεπτεμβρίου 2026
Η συνεργασία των κυβερνήσεων Νετανιάχου και Τραμπ στον συνεχιζόμενο πόλεμο με το Ιράν έχει ενισχύσει τη σύμπλευση Ισραήλ και Ηνωμένων Πολιτειών. Φωτογραφία: Chip Somodevilla/Getty
Οι Τζον Μιρσχάιμερ και Στίβεν Γουόλτ απέδωσαν στο Ισραήλ την ευθύνη για τα αμερικανικά αδιέξοδα στη Μέση Ανατολή. Όμως, από το Ιράκ μέχρι το Ιράν, η Ουάσινγκτον είχε τους δικούς της λόγους να πολεμήσει στον Κόλπο.
Πλέον συμβαίνει κάθε φορά. Οι Ηνωμένες Πολιτείες βυθίζονται με τα μούτρα σε ένα αδιέξοδο στη Μέση Ανατολή και, σχεδόν αυτόματα, ακούγονται φωνές που ρίχνουν όλο το φταίξιμο στο Ισραήλ. Τα δύο πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η εισβολή στο Ιράκ το 2003, υπό την κυβέρνηση του Τζορτζ Ου. Μπους, και η κοινή επίθεση ΗΠΑ και Ισραήλ στο Ιράν, που άρχισε στις 28 Φεβρουαρίου 2026 υπό τη δεύτερη κυβέρνηση Τραμπ.
Η γνωστότερη διαμάχη γύρω από την άποψη ότι «φταίει το Ισραήλ» παραμένει εκείνη που προκάλεσαν ο Τζον Μιρσχάιμερ και ο Στίβεν Γουόλτ. Ξεκίνησε με ένα άρθρο τους το 2006 και την επόμενη χρονιά αναπτύχθηκε σε ένα ογκώδες βιβλίο σχεδόν πεντακοσίων σελίδων. Οι δύο συγγραφείς άρχισαν αυτή την εργασία σε μια περίοδο που η αποτυχία της κυβέρνησης Μπους στο Ιράκ είχε γίνει τόσο φανερή, ώστε το Κογκρέσο των ΗΠΑ αναγκάστηκε να παρέμβει και να συγκροτήσει μια διακομματική επιτροπή —την Ομάδα Μελέτης για το Ιράκ, γνωστή και ως Επιτροπή Μπέικερ–Χάμιλτον— με αποστολή να βρει διέξοδο από ένα αδιέξοδο που προκαλούσε ολοένα μεγαλύτερη ζημιά.
Αυτό και μόνο εγείρει ένα ερώτημα: Γιατί οι δύο συγγραφείς δεν είχαν αντιδράσει με τον ίδιο τρόπο στον προηγούμενο καταστροφικό πόλεμο που διεξήγαγαν οι Ηνωμένες Πολιτείες εναντίον του Ιράκ, την πρώτη επίθεση του 1991 υπό την κυβέρνηση του Τζορτζ Χ. Ου. Μπους; Άλλωστε, το συμφέρον του Ισραήλ να καταστραφούν τότε τόσο οι ένοπλες δυνάμεις όσο και οι υποδομές του Ιράκ ήταν σίγουρα μεγαλύτερο από οποιοδήποτε συμφέρον θα μπορούσε να έχει να δει αμερικανικά στρατεύματα να καταλαμβάνουν τη χώρα το 2003. Ιδίως όταν τα στρατεύματα αυτά έφεραν μαζί τους από την εξορία Ιρακινούς συμμάχους του περιφερειακού αντιπάλου του Ισραήλ, του Ιράν, και τους ενέταξαν στη Μεταβατική Διοίκηση Συνασπισμού μετά την εισβολή.
Πριν από την επίθεση του 1991, το Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν είχε βγει από τον οκταετή πόλεμο με το Ιράν με έναν διογκωμένο στρατό και τεράστιο χρέος. Τον Αύγουστο του 1990 εισέβαλε στο πλούσιο σε πετρέλαιο Εμιράτο του Κουβέιτ, επιχειρώντας να λύσει το οικονομικό του πρόβλημα και να χρηματοδοτήσει τη διατήρηση και την ανάπτυξη των ενόπλων δυνάμεών του. Το Ισραήλ είχε προφανώς μεγάλο συμφέρον από την καταστροφή εκείνου του ιρακινού κράτους. Θα ήταν εύκολο, λοιπόν, να διατυπωθεί ένα πειστικό επιχείρημα ότι τόσο η ισραηλινή κυβέρνηση όσο και το φιλοϊσραηλινό λόμπι παρενέβησαν εντατικά και αποφασιστικά υπέρ της φιλοπόλεμης πτέρυγας του αμερικανικού κατεστημένου.
Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί οι Μιρσχάιμερ και Γουόλτ παρέλειψαν αυτή την ιστορία: και οι δύο είχαν υποστηρίξει εκείνον τον πόλεμο, τον οποίο πιθανότατα θεωρούσαν ότι εξυπηρετούσε το εθνικό συμφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών. Πρόκειται για μια έννοια που, στην παραδοσιακή «ρεαλιστική» προσέγγιση, αφορά το συμφέρον του κράτους χωρίς να λαμβάνει υπόψη τα συγκεκριμένα κοινωνικά συμφέροντα που αυτό εκπροσωπεί. Έτσι, η συντηρητική εκδοχή του ρεαλισμού που υιοθετούν οι δύο ακαδημαϊκοί βλέπει τον κόσμο ως πεδίο ανταγωνισμού δυνάμεων, των οποίων τα θεμιτά συμφέροντα απορρέουν από τη γεωπολιτική τους θέση και την επιδίωξή τους να αποκτήσουν περιφερειακή ή παγκόσμια ηγεμονία.
Ως ρεαλιστές, οι Μιρσχάιμερ και Γουόλτ βρίσκονταν σε μεγάλο βαθμό στην ίδια γραμμή με τον ρεαλισμό των ανώτερων στελεχών της κυβέρνησης Μπους. Η προσέγγιση αυτή συνέπιπτε και με την άποψη των Αράβων συμμάχων της Ουάσινγκτον: εφόσον δεν υπήρχε αξιόπιστη εναλλακτική λύση συμβατή με την αμερικανική ηγεμονία, έπρεπε να αποφευχθεί η ανατροπή του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν. Γι’ αυτό η επίθεση του 1991 σταμάτησε πριν από την προέλαση στη Βαγδάτη. Η απόφαση προκάλεσε πικρές αντιδράσεις από ορισμένους νεοσυντηρητικούς και τους Ιρακινούς συμμάχους τους, που τη θεώρησαν προδοσία της επιδίωξής τους για αλλαγή καθεστώτος. Αργότερα, όταν αυτή η επιδίωξη απέτυχε, ο Τραμπ τη χλεύασε και υιοθέτησε πλήρως τη λεγόμενη ρεαλιστική προσέγγιση.
Η αντίθεση ανάμεσα στον πόλεμο του 1991 και την εισβολή του 2003 ήταν κραυγαλέα. Δεν αφορούσε μόνο το γεγονός ότι η κυβέρνηση Μπους, στην οποία είχαν ισχυρή παρουσία οι νεοσυντηρητικοί, επιδίωξε την αλλαγή καθεστώτος, προς μεγάλη ενόχληση των αραβικών πετρελαϊκών μοναρχιών. Εκείνες φοβούνταν, και δικαίως, ότι ο πραγματικός ωφελημένος θα ήταν ο αντίπαλός τους, το Ιράν. Η διαφορά αφορούσε επίσης τη δικαιολόγηση του πολέμου από τη σκοπιά του αμερικανικού εθνικού συμφέροντος, όπως το αντιλαμβάνονταν οι Μιρσχάιμερ και Γουόλτ.
Οι δύο συγγραφείς θεωρούσαν την απόφαση ανατροπής του Σαντάμ Χουσεΐν «δύσκολο να εξηγηθεί». Αναγνώριζαν ότι ο Χουσεΐν ήταν «ένας βάναυσος τύραννος με ανησυχητικές φιλοδοξίες — μεταξύ αυτών και η επιθυμία να αποκτήσει όπλα μαζικής καταστροφής». Όμως η ίδια του η ανικανότητα είχε καταστήσει αυτούς τους επικίνδυνους στόχους ανέφικτους. Ο στρατός του είχε συντριβεί στον Πόλεμο του Κόλπου το 1991 και είχε αποδυναμωθεί ακόμη περισσότερο από μία δεκαετία κυρώσεων του ΟΗΕ. Έτσι, η στρατιωτική ισχύς του Ιράκ «δεν ήταν ποτέ εντυπωσιακή παρά μόνο στα χαρτιά» και, έως το 2003, η χώρα ήταν «εύκολος στόχος», χωρίς όπλα μαζικής καταστροφής.
Κι όμως, μετά την 11η Σεπτεμβρίου, όταν θα περίμενε κανείς ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα είχαν επικεντρωθεί απόλυτα στην Αλ Κάιντα, η κυβέρνηση Μπους επέλεξε να εισβάλει σε μια χώρα που παρακμάζε, δεν είχε καμία σχέση με τις επιθέσεις στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου και στο Πεντάγωνο και είχε ήδη περιοριστεί αποτελεσματικά.
Για τους Μιρσχάιμερ και Γουόλτ, ήταν «μια απόφαση βαθιά αινιγματική».
Η χειρότερη δυνατή απάντηση σε αυτό το «αίνιγμα» είναι, πράγματι, το Ισραήλ. Ο προφανής λόγος είναι ότι οι παραπάνω παράγοντες επηρέαζαν τις προτεραιότητες του σιωνιστικού κράτους ακόμη περισσότερο απ’ ό,τι εκείνες των Ηνωμένων Πολιτειών. Για ποιον λόγο θα ήθελε η ισραηλινή κυβέρνηση να παρακινήσει τις ΗΠΑ να εισβάλουν στο Ιράκ, όταν η χώρα είχε ήδη αποδυναμωθεί από την καταστροφή της στρατιωτικής ισχύος και των πολιτικών υποδομών της το 1991, την οποία ακολούθησαν δώδεκα χρόνια ασφυκτικής αμερικανικής πίεσης; Θα πίστευε κανείς ότι το Ισραήλ ανησυχούσε λιγότερο από τις αραβικές πετρελαϊκές μοναρχίες του Κόλπου για το ενδεχόμενο να αποκτήσει το Ιράν τον έλεγχο του Ιράκ;
Κι όμως, αυτές οι προφανείς σκέψεις δεν εμπόδισαν τους Μιρσχάιμερ και Γουόλτ να αποδώσουν την ευθύνη στο φιλοϊσραηλινό λόμπι. Μάλιστα, έβαλαν αβασάνιστα στην ίδια κατηγορία οργανώσεις των ΗΠΑ που στηρίζουν ειδικά το Ισραήλ —με γνωστότερη την Αμερικανοϊσραηλινή Επιτροπή Δημοσίων Υποθέσεων (AIPAC)— και τους νεοσυντηρητικούς, ιδίως όσους προωθούσαν την εισβολή στο Ιράκ ως μέλη του Σχεδίου για έναν Νέο Αμερικανικό Αιώνα (PNAC).
Οι δύο ακαδημαϊκοί ανέδειξαν αποτελεσματικά τη βλαπτική επιρροή του φιλοϊσραηλινού λόμπι στην αμερικανική πολιτική για τη Μέση Ανατολή γενικότερα. Γι’ αυτό κατηγορήθηκαν άδικα για αντισημιτισμό — μια κατηγορία που το Ισραήλ και οι υποστηρικτές του στρέφουν εναντίον πολλών επικριτών τους. Έδωσαν όμως και επιχειρήματα στη στρατηγική του «φταίει το Ισραήλ», την οποία υιοθέτησαν πλήρως.
Για να υποστηρίξουν ότι το Ισραήλ άσκησε έντονες πιέσεις υπέρ της εισβολής στο Ιράκ το 2003, την οποία θεωρούσαν αντίθετη προς το αμερικανικό «εθνικό συμφέρον», παρέθεσαν πολυάριθμες δηλώσεις Ισραηλινών πολιτικών και δημοσιεύματα ισραηλινών μέσων. Δεν υπάρχει, βέβαια, αμφιβολία ότι πολλοί Ισραηλινοί πολιτικοί υποστήριξαν την επιδίωξη της κυβέρνησης του Τζορτζ Ου. Μπους να καταλάβει το Ιράκ. Ο πιο ένθερμος ανάμεσά τους ήταν ο Μπενιαμίν Νετανιάχου. Ωστόσο, την κρίσιμη περίοδο της συζήτησης στις ΗΠΑ —στην οποία συμμετείχε καταθέτοντας ενόρκως ως ιδιώτης ενώπιον επιτροπής της Βουλής των Αντιπροσώπων— ήταν συγχρόνως απασχολημένος με τις πολιτικές του κινήσεις εναντίον του αντιπάλου του Αριέλ Σαρόν, τότε πρωθυπουργού του Ισραήλ και ηγέτη του Λικούντ.
Τα στοιχεία ότι ο Σαρόν άσκησε πιέσεις υπέρ της εισβολής στο Ιράκ το 2003 είναι πολύ πιο αδύναμα. Φυσικά, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός δύσκολα θα μπορούσε να εκφράσει ανοιχτά τις επιφυλάξεις του —και εκείνες των ισραηλινών υπηρεσιών πληροφοριών— για ένα σχέδιο που υποστήριζε η αμερικανική κυβέρνηση μαζί με πολλούς φίλους του Ισραήλ στο κατεστημένο των ΗΠΑ. Όταν, όμως, η θέση των Μιρσχάιμερ και Γουόλτ είχε γίνει αντικείμενο έντονης αντιπαράθεσης, είχαν έρθει στο φως σημαντικές ενδείξεις γι’ αυτές τις επιφυλάξεις και για τη διατύπωσή τους μέσω διακριτικών διαύλων. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του Λόρενς Γουίλκερσον, προσωπάρχη του υπουργού Εξωτερικών Κόλιν Πάουελ, ο οποίος είπε σε συνέντευξή του το 2007 ότι το Ισραήλ είχε προειδοποιήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες να μην εισβάλουν στο Ιράκ.
Η συζήτηση καταλήγει στο εξής ερώτημα: Έγινε η εισβολή στο Ιράκ υπό την πίεση του Ισραήλ και των υποστηρικτών του, ενάντια στο αμερικανικό εθνικό συμφέρον; Ή έγινε για την προώθηση αυτού του συμφέροντος, όπως το αντιλαμβανόταν η κυβέρνηση του Τζορτζ Ου. Μπους;
Ας εξετάσουμε τη διαφορά ανάμεσα στην AIPAC και το PNAC — μια διαφορά που φαίνεται ακόμη και στα ονόματά τους. Είναι αναμφισβήτητο ότι το PNAC έπαιξε στην απόφαση της κυβέρνησης να εισβάλει στο Ιράκ ασύγκριτα μεγαλύτερο ρόλο από οποιαδήποτε επιμέρους συνιστώσα του φιλοϊσραηλινού λόμπι. Τα τρία στελέχη της κυβέρνησης με τη μεγαλύτερη επιρροή —ο Ντικ Τσέινι, ο Ντόναλντ Ράμσφελντ και ο Πολ Γούλφοβιτς, που ήταν επίσης οι τρεις πιο ενεργά αναμεμειγμένοι στην περιπέτεια του Ιράκ— συγκαταλέγονταν στους είκοσι πέντε ιδρυτές του PNAC. Ιδρυτικό μέλος ήταν και ο Ζαλμάι Χαλιλζάντ, μετέπειτα πρεσβευτής του Μπους στο Ιράκ.
Σε αντίθεση όμως με την AIPAC, ο σκοπός του PNAC δεν ήταν η υποστήριξη του Ισραήλ, αλλά η επιδίωξη ενός «νέου αμερικανικού αιώνα», όπως δήλωνε το όνομά του: με άλλα λόγια, η προώθηση και η εδραίωση της αμερικανικής ιμπεριαλιστικής ηγεμονίας στον υπόλοιπο κόσμο. Σε επιστολή που έστειλε το PNAC στον Μπιλ Κλίντον τον Ιανουάριο του 1998, καλώντας τον να εισβάλει στο Ιράκ, οι δεκαοκτώ υπογράφοντες ανέφεραν το Ισραήλ μόνο μία φορά, στο ίδιο επίπεδο με τους Άραβες συμμάχους των ΗΠΑ: «Η ασφάλεια των αμερικανικών στρατευμάτων στην περιοχή, των φίλων και συμμάχων μας όπως το Ισραήλ και τα μετριοπαθή αραβικά κράτη, καθώς και σημαντικού μέρους του παγκόσμιου εφοδιασμού σε πετρέλαιο, θα τεθούν όλα σε κίνδυνο».
Η επιστολή εκφράζει την πιο διαδεδομένη αντίληψη στους κύκλους της ελίτ για το τι συνιστούσε το αμερικανικό εθνικό συμφέρον. Αντί να επικεντρωθούν στη συζήτηση αυτής της αντίληψης, οι Μιρσχάιμερ και Γουόλτ —που ανήκουν και οι ίδιοι στο κατεστημένο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής— επέλεξαν να αποδώσουν την ευθύνη στο φιλοϊσραηλινό λόμπι. Έτσι μπορούσαν να εξηγήσουν την αποτυχία στο Ιράκ χωρίς να συζητήσουν ανοιχτά και ευθέως —κάτι δυσκολότερο— τα αμερικανικά ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, δηλαδή αυτό που αποκαλείται «εθνικό συμφέρον».
Αυτή η εκτίμηση δεν είναι σοφία εκ των υστέρων. Πολλοί επικριτές του αμερικανικού ιμπεριαλισμού έχουν εξηγήσει γιατί η πεποίθηση ότι το Ισραήλ υπαγόρευε την πολιτική των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή ήταν, στην πραγματικότητα, σαν να λέμε ότι η ουρά κουνούσε τον σκύλο. Για να γίνει κατανοητό το ζήτημα, χρειάζεται ιστορική οπτική. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, η ριζοσπαστικοποίηση του αραβικού εθνικισμού είχε αναγκάσει την Ουάσινγκτον να εγκαταλείψει το άμεσο στρατιωτικό της έρεισμα στην περιοχή. Άφησε την αεροπορική βάση Νταχράν, στην καρδιά των πετρελαιοπηγών της Σαουδικής Αραβίας, ακριβώς τη στιγμή που απειλούνταν τα συμφέροντα τα οποία η βάση προοριζόταν να προστατεύει. Καθώς δεν μπορούσαν να επέμβουν ανοιχτά χωρίς να οξύνουν περισσότερο την εχθρότητα στον αραβικό κόσμο, οι ΗΠΑ βρήκαν στο Ισραήλ ένα ανεκτίμητο στρατηγικό πλεονέκτημα. Όπως έγραψα το 2003: «Από τη μία, το Ισραήλ έπαιζε στρατιωτικό ρόλο ως φύλακας των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων στην περιοχή. Από την άλλη, η Ουάσινγκτον αποκόμιζε πολιτικά οφέλη στα μάτια των αραβικών χωρών, δείχνοντας ότι κρατούσε το λουρί του φύλακα».
Από αυτή τη σκοπιά, τα ποσά που δαπανούν οι Ηνωμένες Πολιτείες για το Ισραήλ αποτελούν μία από τις πιο αποδοτικές επενδύσεις που έκαναν ποτέ για την εδραίωση της ηγεμονίας τους. Συγκρίνετε την οικονομική και στρατιωτική βοήθεια άνω των 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων —σε τιμές προσαρμοσμένες στον πληθωρισμό— που παρείχε η Ουάσινγκτον στο Ισραήλ από το 1946 έως το 2024, με το 1,5 τρισεκατομμύριο δολάρια που ζητά η κυβέρνηση Τραμπ για το Πεντάγωνο μόνο για το επόμενο οικονομικό έτος. Είναι προφανές ότι αυτό που οι οικονομολόγοι αποκαλούν «οριακή χρησιμότητα ανά δολάριο δαπάνης» είναι πολύ μεγαλύτερο στην περίπτωση του Ισραήλ απ’ ό,τι αν το ίδιο δολάριο προστεθεί στον τεράστιο στρατιωτικό προϋπολογισμό των ΗΠΑ.
Αυτή η οπτική επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα τι διακυβευόταν στο σχέδιο εισβολής του 2003 και τι αποκαλύφθηκε, έναν χρόνο αργότερα, για τις συζητήσεις που είχε προκαλέσει — όχι μόνο μέσα στην κυβέρνηση Μπους, αλλά και μεταξύ της Ουάσινγκτον και των Αράβων συμμάχων της, καθώς και, παρασκηνιακά, με το Ισραήλ. Σχολίασα αυτές τις συζητήσεις τον Μάιο του 2004, πολύ πριν από τη διαμάχη γύρω από τους Μιρσχάιμερ και Γουόλτ, σε άρθρο με τίτλο «Η εύκολη προέλαση του Μπους στο τέλμα του Ιράκ».
Οι Μιρσχάιμερ και Γουόλτ δεν μπορούν να δεχθούν ότι η στρατηγική σημασία του Κόλπου για τα αμερικανικά ιμπεριαλιστικά συμφέροντα αποτελεί τη βασική λογική της πολιτικής των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή — κάτι ευρέως γνωστό από το 1945. Ούτε παραδέχονται ότι η ίδια στρατηγική σημασία είναι ο κύριος λόγος ύπαρξης της αμερικανοϊσραηλινής συμμαχίας. Έτσι, αρνούνται να αναγνωρίσουν αυτό που ο Άλαν Γκρίνσπαν, πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ από το 1987 έως το 2006, παραδέχθηκε στα απομνημονεύματά του το 2007: ότι «ο πόλεμος στο Ιράκ αφορά σε μεγάλο βαθμό το πετρέλαιο». Ο Γκρίνσπαν, που δεν ήταν ριζοσπάστης, χαρακτήρισε την αστάθεια στη Μέση Ανατολή έναν τεράστιο παράγοντα ικανό να ανακόψει την ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας — έναν παράγοντα τον οποίο, όπως σημείωσε, καμία σοβαρή πρόβλεψη για την ενέργεια δεν μπορεί να αγνοήσει.
Σήμερα, ο έλεγχος της ροής πετρελαίου από τον Κόλπο έχει μικρότερη σημασία για τον εφοδιασμό των ίδιων των ΗΠΑ και μεγαλύτερη ως μοχλός επιρροής σε άλλους: στην Κίνα, τη μόνη πραγματικά ισότιμη ανταγωνίστριά τους, που εξαρτάται από τις εισαγωγές, αλλά και στους επίσης εξαρτώμενους από εισαγωγές συμμάχους τους στην Ευρώπη και την Ανατολική Ασία. Και το διακύβευμα δεν είναι μόνο το πετρέλαιο, αλλά και τα χρήματα που αποφέρει — τα πετροδολάρια, τα οποία ο Γκρίνσπαν παρέλειψε. Τα κρατικά επενδυτικά ταμεία των έξι μοναρχιών του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου διαχειρίζονται συνολικά σχεδόν 6 τρισεκατομμύρια δολάρια, ποσό που υπερβαίνει το 40% του παγκόσμιου συνόλου. Οι ίδιες χώρες είναι κρίσιμοι πελάτες του αμερικανικού στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος: σύμφωνα με το Διεθνές Ινστιτούτο Ερευνών για την Ειρήνη της Στοκχόλμης, τρεις από αυτές —η Σαουδική Αραβία, το Κουβέιτ και το Κατάρ— συγκαταλέγονταν στους δέκα μεγαλύτερους εισαγωγείς όπλων παγκοσμίως την περίοδο 2020–2024. Οι ΗΠΑ προμήθευσαν το 74% των εισαγωγών της Σαουδικής Αραβίας, το 63% του Κουβέιτ και το 48% του Κατάρ.
Προσθέστε τα γνωστά επιχειρηματικά συμφέροντα που έχουν οι οικογένειες Τραμπ, Κούσνερ και Γουίτκοφ στις χώρες του Κόλπου και σε συνεργασία μαζί τους, καθώς και τα ολοένα πιο καθοριστικά συμφέροντα της ολιγαρχίας της τεχνολογίας, και γίνεται ορατό το πλήρες εύρος των αμερικανικών συμφερόντων στη Μέση Ανατολή. Αυτά βάρυναν στην απόφαση του Τραμπ περισσότερο από κάθε άλλον παράγοντα —συμπεριλαμβανομένων των παροτρύνσεων του Νετανιάχου— όταν αποφάσισε να συμμετάσχει στα ισραηλινά πλήγματα κατά του Ιράν τον Ιούνιο του 2025 και, στη συνέχεια, να διεξαγάγει από κοινού πόλεμο μαζί του στις 28 Φεβρουαρίου. Το να φανταζόμαστε ότι ο Τραμπ εξαπέλυσε μια στρατιωτική επιχείρηση τέτοιας κλίμακας κυρίως για να ευχαριστήσει τον Νετανιάχου σημαίνει ότι παρερμηνεύουμε τον πρόεδρο του «Πρώτα η Αμερική» — όσο και όσοι, πριν από τη δεύτερη ορκωμοσία του και για μήνες μετά, τον θεωρούσαν φιλειρηνικό αντίπαλο των πολέμων.
Το μοναδικό επιχείρημα υπέρ της άποψης ότι τα πλήγματα κατά του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν δεν εξυπηρετούσαν κανένα αμερικανικό εθνικό συμφέρον το είχαν διατυπώσει, σχεδόν εκ των προτέρων, οι Μιρσχάιμερ και Γουόλτ στο αρχικό άρθρο τους το 2006. Αναγνώριζαν ότι οι πυρηνικές φιλοδοξίες του Ιράν έδιναν στην Ουάσινγκτον δικούς της λόγους ανησυχίας, αλλά υποστήριζαν ότι δεν αποτελούσαν άμεση απειλή: «Αν η Ουάσινγκτον μπορούσε να συνυπάρξει με μια πυρηνική Σοβιετική Ένωση, μια πυρηνική Κίνα ή ακόμη και μια πυρηνική Βόρεια Κορέα, μπορεί να συνυπάρξει και με ένα πυρηνικό Ιράν».
Πρόκειται για άλλη μία κατάφωρη υποτίμηση της στρατηγικής σημασίας της περιοχής του Κόλπου για τα αμερικανικά ιμπεριαλιστικά συμφέροντα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούσαν παρά να προσαρμόσουν την πυρηνική στρατηγική τους στην ανάπτυξη των οπλοστασίων της Κίνας και της Σοβιετικής Ένωσης. Ο πυρηνικός εξοπλισμός της Βόρειας Κορέας, μιας χώρας που συνορεύει με την Κίνα και βρίσκεται υπό την προστασία της, είχε περιορισμένη στρατηγική σημασία για την Ουάσινγκτον: δεν άλλαξε ουσιαστικά την ισορροπία δυνάμεων στην Ανατολική Ασία. Το ίδιο ισχύει για τον πυρηνικό εξοπλισμό της Ινδίας και του Πακιστάν και την αμοιβαία αποτροπή μεταξύ τους.
Ένα πυρηνικά εξοπλισμένο Ιράν, όμως, θα ήταν εντελώς διαφορετική υπόθεση. Θα έθετε σε κίνδυνο την αμερικανική ηγεμονία στην περιοχή του Κόλπου, αποδεικνύοντας μια μεγάλη αποτυχία της δέσμευσης των ΗΠΑ να προστατεύουν τα κράτη που εξαρτώνται από αυτές. Θα πυροδοτούσε επίσης μια κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών στην περιοχή, υπονομεύοντας σοβαρά την ασφάλεια αυτού του εξαιρετικά στρατηγικού τμήματος του κόσμου — πέρα από τον ήδη σημαντικό ρόλο που, κατά τον συγγραφέα, παίζει το Ιράν στην αποσταθεροποίησή του μέσω των περιφερειακών συμμάχων και των δυνάμεων που στηρίζει.
Είναι, επομένως, πολύ πιθανό ότι, πίσω από την επίσημη στάση κατευνασμού του Ιράν, το Ριάντ συντάχθηκε στην πραγματικότητα με το Ισραήλ ενθαρρύνοντας τον Τραμπ να προχωρήσει σε πόλεμο, όπως αναφέρθηκε ήδη από την πρώτη ημέρα. Σε κάθε περίπτωση, ο Τραμπ δεν θα είχε ξεκινήσει πόλεμο χωρίς να συμβουλευτεί τους φίλους του στην περιοχή, με πρώτους τους Σαουδάραβες και τους Εμιρατινούς. Είναι εξαιρετικά απίθανο να είχε προχωρήσει αν οι δύο αυτοί βασικοί περιφερειακοί σύμμαχοι είχαν εκφράσει ουσιαστική αντίθεση.
Η μόνη πιθανή και ουσιαστική επιφύλαξη απέναντι στον πόλεμο μάλλον προήλθε από το Κατάρ. Το εμιράτο προσπαθούσε ανέκαθεν να περιορίζει τους κινδύνους διατηρώντας φιλικές σχέσεις με όλους: φιλοξενεί την κύρια αμερικανική στρατιωτική βάση και το περιφερειακό κέντρο διοίκησης, ενώ παράλληλα καλλιεργεί στενές σχέσεις με την Τεχεράνη και τους συμμάχους της. Είχε, επίσης, πολλά να χάσει από τον πόλεμο, όπως πράγματι συνέβη. Η επιρροή του Κατάρ στον Τραμπ, όμως, είναι πολύ μικρότερη από εκείνη της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, παρά την προσπάθειά του να την ενισχύσει προσφέροντάς του ένα πολυτελές αεροσκάφος Boeing από τον στόλο της ηγεμονικής του οικογένειας.
Τίποτε από τα παραπάνω δεν αλλάζει το γεγονός ότι ο Τραμπ και η κυβέρνησή του ξεκίνησαν αυτό που έχω αποκαλέσει «τον πιο κακοσχεδιασμένο από όλους τους αμερικανικούς ιμπεριαλιστικούς πολέμους». Δεν άργησαν όλοι να αντιληφθούν ότι, σε σύγκριση με την ιμπεριαλιστική επιχείρηση εναντίον της Βενεζουέλας, η Ουάσινγκτον έχει εδώ να αντιμετωπίσει έναν πολύ δυσκολότερο αντίπαλο. Διατρέχει έτσι τον κίνδυνο να χρειαστεί τελικά να επιλέξει ανάμεσα στην κλιμάκωση ενός πολέμου χωρίς στρατηγική εξόδου και στην αποχώρηση χωρίς να έχει πετύχει τους διακηρυγμένους στόχους της.
Ακριβώς τότε άρχισαν να πληθαίνουν οι φωνές από κάθε πλευρά: από την άκρα δεξιά, όπως ο Τάκερ Κάρλσον, έως πρόσωπα του κύριου ρεύματος του κινήματος MAGA, ακόμη και ορισμένους στην Αριστερά που πιστεύουν ότι ο αντισιωνισμός απαιτεί την υιοθέτηση της θεωρίας περί καθοριστικής επιρροής του φιλοϊσραηλινού λόμπι.
Πέρα από όσους φαντάζονται ένα παντοδύναμο Ισραήλ και έτσι υποβαθμίζουν τα τεράστια ιμπεριαλιστικά συμφέροντα των ίδιων των Ηνωμένων Πολιτειών, οι περισσότεροι από όσους κατέφυγαν στο «φταίει το Ισραήλ» —συνειδητά ή αντανακλαστικά— απομάκρυναν την προσοχή από αυτά ακριβώς τα συμφέροντα. Πρόκειται για συμφέροντα τα οποία υποστηρίζουν ένθερμα, επειδή θεωρούν ότι ταυτίζονται με το λεγόμενο αμερικανικό εθνικό συμφέρον.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Νετανιάχου, η ακροδεξιά κυβέρνησή του και ολόκληρη η ισραηλινή ελίτ εξουσίας τάχθηκαν ολόψυχα υπέρ του πολέμου με το Ιράν. Δεν ευσταθεί όμως να τους αποδοθεί η ευθύνη για την άστοχη εμπλοκή του Τραμπ και της ομάδας του σε αυτόν τον πόλεμο ή για τον τρόπο διεξαγωγής του. Θα μπορούσε, μάλιστα, να υποστηρίξει κανείς το αντίθετο: ότι ο Νετανιάχου είναι το «κανίς του Τραμπ», όπως είχε ειπωθεί για τον Τόνι Μπλερ την εποχή της εισβολής στο Ιράκ, αν κρίνουμε από τον τρόπο που ο Αμερικανός πρόεδρος αντιμετωπίζει τον Ισραηλινό πρωθυπουργό. Ο Νετανιάχου κατηγορείται πλέον από την ισραηλινή αντιπολίτευση ότι είναι «μαριονέτα» και ότι μετατρέπει το Ισραήλ σε «κράτος-υποτελή».
Η αλήθεια από την οποία δεν μπορεί κανείς να ξεφύγει είναι ότι, όποιες συμβουλές κι αν έδωσε ο Νετανιάχου στον Τραμπ, η κύρια ευθύνη για τον συνεχιζόμενο πόλεμο ανήκει στον Αμερικανό πρόεδρο, μαζί με τα μέλη της κυβέρνησής του που συμμερίζονται τις μεγαλομανείς αυταπάτες του.


