Ιρανοί αξιωματούχοι αναμένονται στη Ντόχα για συνομιλίες με Καταριανούς μεσολαβητές, μία ημέρα μετά την άφιξη Αμερικανών διαπραγματευτών εκεί.
Από το προσωπικό του Al Jazeera Δημοσιεύθηκε την 1η Ιουλίου 2026
Ο πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών του Κατάρ, σεΐχης Μοχάμεντ μπιν Αμπντουλραχμάν μπιν Τζασίμ Αλ Θάνι, συναντήθηκε στη Ντόχα με τον απεσταλμένο των Ηνωμένων Πολιτειών, Στιβ Γουίτκοφ, και τον γαμπρό του προέδρου των ΗΠΑ Donald Trump, Τζάρεντ Κούσνερ, καθώς καταβάλλονται προσπάθειες για την επανεκκίνηση άμεσων συνομιλιών μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσιγκτον.
Οι ΗΠΑ και το Ιράν υπέγραψαν μνημόνιο κατανόησης στις 17 Ιουνίου, με το οποίο επέκτειναν την κατάπαυση του πυρός για 60 ημέρες. Στο διάστημα αυτό συμφώνησαν να συνεχίσουν πιο λεπτομερείς διαπραγματεύσεις για τις διαφορές τους, με ζητήματα όπως το μέλλον των Στενών του Ορμούζ, τα παγωμένα ιρανικά κεφάλαια, η μακροπρόθεσμη άρση κυρώσεων και το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης να βρίσκονται στο τραπέζι.
Ωστόσο, οι δύο εβδομάδες που ακολούθησαν είδαν νέες εντάσεις να αναδύονται μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν, σχετικά με τη διέλευση πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ, τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς στο Ιράν, τις ιρανικές επιθέσεις σε αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στο Κουβέιτ και στο Μπαχρέιν, καθώς και τις συνεχιζόμενες ισραηλινές επιθέσεις στον Λίβανο.
Και ενώ η Ουάσιγκτον έχει δηλώσει ότι θα πραγματοποιήσει άμεσες διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη στη Ντόχα, η τελευταία το έχει αρνηθεί.
Ακολουθούν οι τελευταίες εξελίξεις στις διαπραγματεύσεις:
Τι λένε οι Αμερικανοί αξιωματούχοι;
Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ JD Vance δήλωσε στο Fox News ότι η κυβέρνηση Trump βρίσκεται σε «εξαιρετική θέση», ανεξάρτητα από την έκβαση των συνομιλιών.
Οι ΗΠΑ «προφανώς» θέλουν να πετύχουν οι συνομιλίες, είπε ο Vance, αλλά πρόσθεσε ότι η χώρα του βρίσκεται «ακόμη σε πολύ ισχυρότερη θέση» από το Ιράν ακόμη και αν αυτές αποτύχουν. Επέμεινε ότι το πυρηνικό πρόγραμμα και ο στρατός της Τεχεράνης έχουν «καταστραφεί» και προειδοποίησε ότι ο Trump έχει καταστήσει σαφές πως οποιεσδήποτε ιρανικές επιθέσεις στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ θα προκαλούσαν αμερικανική στρατιωτική απάντηση.
Ο Vance επανέλαβε ότι το Ιράν θα «μεταμορφωνόταν μόνιμα» εάν οι διαπραγματεύσεις με στόχο μια διαρκή διευθέτηση στεφθούν με επιτυχία.
Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ δήλωσε επίσης ότι συνεχίζονται τεχνικές συνομιλίες με το Ιράν πάνω σε συγκεκριμένα σημεία που περιλαμβάνονται στο μνημόνιο κατανόησης.
Στο μεταξύ, η Wall Street Journal ανέφερε ότι ο Trump, όταν του παρουσιάστηκε πρόσφατα ένα πλήρες φάσμα επιλογών για την επανέναρξη του πολέμου κατά του Ιράν, είπε στους συμβούλους του ότι προτιμούσε να δώσει μια ευκαιρία στη διπλωματία και ότι ήταν πρόθυμος να παρατείνει την 60ήμερη εκεχειρία, εάν αυτό χρειαζόταν για τις συζητήσεις σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
Τι είπε το Ιράν;
Η Τεχεράνη αρνήθηκε ότι διεξάγει άμεσες συνομιλίες με τις ΗΠΑ στη Ντόχα, ενώ πολλοί Ιρανοί ηγέτες δεν είναι παρόντες.
Αντίθετα, το Ιράν δήλωσε ότι θα πραγματοποιήσει έμμεσες συνομιλίες για τη συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν με το Κατάρ ως μεσολαβητή, προκειμένου να συζητηθεί η εφαρμογή του μνημονίου κατανόησης με τις ΗΠΑ και η αποδέσμευση παγωμένων ιρανικών περιουσιακών στοιχείων. Αυτή την εβδομάδα, ο πρόεδρος του Ιράν Μασούντ Πεζεσκιάν δήλωσε ότι το Ιράν αναμένει την αποδέσμευση 6 δισεκατομμυρίων δολαρίων από τα παγωμένα ιρανικά κεφάλαια από τις ΗΠΑ ως πρώτο βήμα.
Την Τετάρτη, Ιρανοί διαπραγματευτές αναμένεται να βρίσκονται στη Ντόχα για συνομιλίες με Καταριανούς αξιωματούχους σχετικά με αυτά τα κεφάλαια και άλλα στοιχεία του μνημονίου κατανόησης, δήλωσε την Τρίτη ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών, Εσμαΐλ Μπαγαΐ.
Στο μεταξύ, ο Vance χαρακτήρισε την άρνηση του Ιράν να αναγνωρίσει τις άμεσες τεχνικές συνομιλίες ως «περσική διαπραγματευτική τακτική».
«Υπήρχαν προγραμματισμένες συνομιλίες, πραγματικά τεχνικές συνομιλίες, που βασίζονται στη διαπραγμάτευση που έχουμε ήδη κάνει. Αυτές σίγουρα πραγματοποιούνται αύριο», είπε ο Vance σε συνέντευξή του στο podcast The Michael Knowles Show, η οποία δημοσιεύθηκε την Τρίτη.
Είπε ότι βρίσκει τις δημόσιες δηλώσεις της Τεχεράνης «συναρπαστικές και εκνευριστικές», σημειώνοντας ότι οι Ιρανοί αξιωματούχοι αρνούνται ότι γίνονται ειρηνευτικές συνομιλίες, ενώ ταυτόχρονα αναγνωρίζουν ότι υπάρχουν τεχνικές συζητήσεις.
«Λένε: “Όχι, όχι, δεν υπάρχουν ειρηνευτικές συνομιλίες σε εξέλιξη, αλλά υπάρχουν τεχνικές συνομιλίες μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν σχετικά με την ειρηνευτική συμφωνία”», είπε ο Vance. «Είναι μια περσική διαπραγματευτική τακτική και ένα περσικό ρητορικό τέχνασμα που δεν καταλαβαίνω».
Γιατί το Ιράν διστάζει να επιστρέψει σε άμεσες συνομιλίες με τις ΗΠΑ;
Ο Άλεξ Βατάνκα, ανώτερος ερευνητής στο Middle East Institute, δήλωσε ότι ο αυξανόμενος σκεπτικισμός μέσα στην ιρανική ηγεσία σχετικά με το μνημόνιο κατανόησης μπορεί να εξηγεί την επιφυλακτικότητα της Τεχεράνης να εμπλακεί αυτή τη στιγμή σε άμεσες συνομιλίες υψηλού επιπέδου με την Ουάσιγκτον.
«Τις τελευταίες δύο εβδομάδες περίπου, έχουμε δει μεγαλύτερες αντιδράσεις μέσα στο ιρανικό καθεστώς. Άνθρωποι έλεγαν: “Αυτό το μνημόνιο κατανόησης ακούγεται εντυπωσιακό στα χαρτιά, αλλά πού είναι η πράξη;”», δήλωσε στο Al Jazeera.
«Πού είναι τα παγωμένα περιουσιακά στοιχεία που υποτίθεται ότι θα αποδεσμεύονταν; Πού είναι ο έλεγχος του Ιράν στα Στενά του Ορμούζ; Γιατί το Ισραήλ εξακολουθεί να βρίσκεται στον Λίβανο;»
Ο Βατάνκα είπε ότι ο χρόνος τελειώνει για την εφαρμογή του οδικού χάρτη που περιγράφεται στο έγγραφο που υπογράφηκε στις 17 Ιουνίου.
«Επομένως, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι ανώτεροι αξιωματούχοι όπως ο Αραγτσί ή ο Γαλιμπάφ διστάζουν να εμφανιστούν στη Ντόχα και να σταθούν μπροστά στις κάμερες, επειδή πίσω στην πατρίδα αυτό θα μπορούσε να εξελιχθεί σε πολιτικό βάρος για τους ίδιους», είπε, αναφερόμενος στον Ιρανό υπουργό Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί και στον πρόεδρο της Συμβουλευτικής Συνέλευσης, Μοχάμαντ Μπαγκέρ Γαλιμπάφ.
Ποια είναι η σημασία αυτών των διαπραγματεύσεων;
Ο Σκοτ Ούλινγκερ, Αμερικανός ειδικός σε θέματα εθνικής ασφάλειας, δήλωσε ότι η Ουάσιγκτον χρησιμοποιεί τις έμμεσες τεχνικές συνομιλίες με το Ιράν στη Ντόχα για να διαχειριστεί τις εντάσεις γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παρά την απουσία άμεσων διαπραγματεύσεων.
«Νομίζω ότι ο βασικός στόχος των Αμερικανών διαπραγματευτών είναι να προσπαθήσουν να χρησιμοποιήσουν τις τεχνικές συνομιλίες, οι οποίες έχουν ήδη προγραμματιστεί, ως έναν τρόπο να προλάβουν ορισμένες δυσκολίες που είναι ξεκάθαρο ότι βρίσκονται μπροστά», δήλωσε ο Ούλινγκερ στο Al Jazeera.
Ο πρώην αξιωματικός της CIA είπε ότι αυτές οι δυσκολίες επικεντρώνονται στο «διπλωματικό παίγνιο» του Ιράν για τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ.
«Οι ΗΠΑ προσπαθούν να αποσαφηνίσουν ποιος είναι ο πραγματικός ρόλος του Ιράν στα Στενά, σύμφωνα με το μνημόνιο κατανόησης, καθώς και περαιτέρω λεπτομέρειες που ίσως θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν σε μια μελλοντική συμφωνία», πρόσθεσε ο Ούλινγκερ.
Νέα μείωση κατέγραψαν οι γεννήσεις στην Ελλάδα το 2025, σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία που δημοσίευσε πρόσφατα η ΕΛΣΤΑΤ. Συγκεκριμένα, ο αριθμός των γεννήσεων υποχώρησε από τις 68.467 το 2024 στις μόλις 65.594 το 2025, σημειώνοντας πτώση 4,2%.
Αυτό είναι το νέο άλμα στον δημογραφικό κατήφορο της χώρας. Και όμως, η εξέλιξη αυτή δεν θα έπρεπε να προκαλεί έκπληξη. Το δημογραφικό πρόβλημα έχει εδώ και χρόνια εγκαταλειφθεί στην τύχη του, χωρίς σοβαρό εθνικό σχέδιο, χωρίς πολιτική προτεραιότητα και χωρίς την αίσθηση επείγοντος που απαιτεί η κρισιμότητά του.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση προβάλλει ως βασικό της επίτευγμα ότι αποπληρώνει πρόωρα τους δανειστές. Μόνο που μια χώρα δεν κρίνεται μόνο από το αν εξυπηρετεί το χρέος της. Κρίνεται κυρίως από το αν μπορεί να διασφαλίσει τη συνέχειά της. Και οι αριθμοί των γεννήσεων δείχνουν ότι η Ελλάδα χάνει σταθερά αυτή τη μάχη.
Το τίμημα της φτωχοποίησης
Και είναι πράγματι «επίτευγμα» αυτό σε μια φτωχοποιημένη χώρα, η οποία έχει φτάσει να είναι, σε όρους αγοραστικής δύναμης, η δεύτερη πιο φτωχή χώρα στην Ευρώπη. Όμως η κυβέρνηση επιτυγχάνει πλεονάσματα, επειδή είναι ο βασικός κερδοσκόπος του πληθωρισμού. Μέσω των εμμέσων φόρων, και κυρίως του ΦΠΑ, το κράτος είναι συνεταίρος των πάντων· κάθε άνοδος τιμών συνεπάγεται και αύξηση εσόδων. Ήτοι, δημοσιονομικό πλεόνασμα, όπως δεσμεύτηκε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο εγγυάται την πρόωρη πληρωμή των δανειστών από την παρούσα κυβέρνηση ΝΔ, διότι «το κράτος έχει συνέχεια».
Κατά τα λοιπά, η χώρα μετά τα μνημόνια απλώς χωνεύει τη φτώχεια της, με την οποία έμαθε να ζει. Το πολιτικό προσωπικό που την έφερε σε αυτή την κατάσταση λίγο ή πολύ παραμένει στην εξουσία και, φυσικά, δεν έχει καμία πρόταση για την παραγωγική της ανασυγκρότηση, παρ’ εκτός κάποιων παρεμβάσεων εμπορικού real estate.
Πώς λοιπόν να φέρει κανείς στον κόσμο παιδί, όταν λόγω ακρίβειας δεν βγαίνει ο μήνας; Πώς να ανοίξει σπίτι και να σχηματίσει οικογένεια, όταν τα ενοίκια βρίσκονται στα ύψη; Και ποια αντιπολίτευση να ασκήσει πίεση στην κυβέρνηση, όταν τα μικροκομματίδια στα οποία έχει κατακερματιστεί απλώς διαγκωνίζονται για το ποιο θα έχει την πρωτοκαθεδρία;
Η Ελλάδα που πεθαίνει
Το πολιτικό σύστημα της χώρας ποτέ δεν έθεσε στο κέντρο της δημόσιας συζήτησης το γεγονός ότι η χώρα πεθαίνει. Το δημογραφικό το θυμάται μόνον όταν είναι να δικαιολογήσει την πολιτική ανοικτών συνόρων στο μεταναστευτικό. Διότι, όπως κατά καιρούς διατείνονται κορυφαίοι πολιτικοί μας ταγοί, το δημογραφικό πρόβλημα θα το λύσουν οι μετανάστες που καταφθάνουν παράνομα στη χώρα μας από την Ασία και την Αφρική. Παραλείπουν όμως να πουν ότι αυτούς τους ανθρώπους μάς τους στέλνει εδώ η Τουρκία. Έχουν βεβαίως βρει και σε αυτό τη βολική δικαιολογία: ότι όσοι κι αν είναι και από όπου κι αν έλθουν, στο τέλος θα ενσωματωθούν.
Τα δύο παράδοξα
Έτσι έχουμε δύο παράδοξα. Το πρώτο είναι ότι, τελικά, τη λύση του δημογραφικού την έχουμε αναθέσει στην Τουρκία. Το δεύτερο είναι ότι, στο τέλος, όλοι οι παράνομοι μετανάστες θα γίνουν Έλληνες, αφού θα «μετάσχουν της ημετέρας —φθίνουσας— παιδείας».
Όποιος βέβαια έχει αντίρρηση στην αθρόα εγκατάσταση παράνομων μεταναστών θεωρείται ξενοφοβικός, ακραίος ή αντιδραστικός. Όμως καθόλου δεν θεωρείται προσβολή ή υποτίμηση του δικού τους πολιτισμού όταν οι Έλληνες πολιτικοί διατείνονται ότι οι «μετανάστες» θα ενσωματωθούν, θα «εξελληνιστούν» και τελικά θα καλύψουν όλα τα κενά της χώρας, ακόμη και εκείνα των ενόπλων δυνάμεων.
Τέτοια είναι τα επιτεύγματα της κυβέρνησης και των λοιπών κομμάτων εξουσίας, που στερούνται εθνικού οράματος και αίσθησης ιστορικής ευθύνης. Διότι ποια αίσθηση ιστορικής ευθύνης έχει ένα πολιτικό σύστημα που βλέπει τον πληθυσμό της χώρας να μειώνεται για 17η συνεχόμενη χρονιά και αυτοεπαινείται ότι πληρώνει τους δανειστές πριν από την ώρα τους; Ή, ως (βουβή) αντιπολίτευση, βγάζει πού και πού κανέναν υποκριτικό αναστεναγμό ανησυχίας για το δημογραφικό;
Προσχηματικά μέτρα
«Μα η κυβέρνηση πήρε μέτρα για το δημογραφικό», θα αντιτείνει κανείς. Ναι, πράγματι, έδωσε επίδομα γέννησης παιδιού, μείωσε τον ΦΠΑ στα βρεφικά είδη και έλαβε μέτρα για τη στέγαση των νέων ζευγαριών. Εξ αρχής όμως είχα επισημάνει ότι τα μέτρα αυτά δεν είναι απλώς ανεπαρκή, αλλά υποτιμούν σφοδρά το πρόβλημα και, τελικά, και τη νοημοσύνη των πολιτών. Και αυτό δεν χρειάζεται να το αναλύσει κανείς. Αρκεί να δει τα «πειραματικά δεδομένα»: από το 2020 μέχρι σήμερα ο αριθμός των ετήσιων γεννήσεων μειώθηκε κατά 22,6%.
Πώς να μην προειδοποιεί μετά —κατόπιν εορτής— ο Διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος ότι σε λίγα χρόνια οι κρατικές συντάξεις δεν θα επαρκούν για ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης; Και βέβαια φταίει ο λαός «που δεν έχει κουλτούρα ιδιωτικής ασφάλισης», όπως ειπώθηκε. Αλλά κάπου φταίει και το πολιτικό σύστημα της χώρας, το οποίο αφού τη χρεοκόπησε και την υποθήκευσε, την άφησε πάλι στον αυτόματο πιλότο, μετά τον τιτάνιο αγώνα που έδωσε κατά των «κακών δανειστών».
Το πολιτικό σύστημα έχει πράξει βέβαια ήδη τα μέγιστα, όπως το να βάζει τα αποθεματικά των ταμείων άτοκα —τον καιρό που τα επιτόκια δραχμής ήταν 25%—, να κουρεύει ομόλογα κ.λπ. Όμως και σήμερα, η «εκσυγχρονιστική» κυβέρνηση φροντίζει πάνω από όλα για θέματα υψηλής πολιτικής, όπως η «πράσινη ανάπτυξη». Έτσι δεν δίστασε να σταματήσει την εξόρυξη λιγνίτη, δηλαδή την κύρια οικονομική δραστηριότητα στη Δυτική Μακεδονία, η οποία είδε στην απογραφή τον πληθυσμό της να έχει μειωθεί κατά 10%.
Η χώρα που έσβηνε
Αυτά συνέβαιναν στη χώρα που έσβηνε στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα. Η κυβέρνησή της όμως μπορούσε συνεχώς να αυτοσυγχαίρεται για επιτυχίες που ήξερε μόνο αυτή. Κανείς βέβαια δεν είχε μια άμεση απάντηση ούτε στο γιατί η εκλογική της επιρροή είχε υποχωρήσει δραματικά, μετά από τόσες «επιτυχίες», ούτε στο γιατί η αντιπολίτευση παρέμενε τόσο κατακερματισμένη, χωρίς ουσιαστική πρόταση για την πορεία της χώρας.
Ήξεραν όμως οι δανειστές, που ήταν ευχαριστημένοι επειδή είχαν απέναντί τους ένα σοβαρό πολιτικό σύστημα, το οποίο ήταν και με το παραπάνω εντάξει στις πληρωμές του. Διότι σοβαρότητα πάνω από όλα σημαίνει να είσαι συνεπής προς αυτούς που κυρίως θεωρείς ότι λογοδοτείς. Και αυτό ενίοτε μπορεί να αμειφθεί και με υψηλόβαθμες θέσεις στις γραφειοκρατικές δομές των δανειστών…
Λαυρέντζος, Αναστάσιος
Ο Αναστάσιος Λαυρέντζος γεννήθηκε στον Πειραιά. Έχει αποφοιτήσει από την Ιωνίδειο Πρότυπο Σχολή και έχει σπουδάσει Φυσική στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Διαθέτει μεταπτυχιακά διπλώματα ειδίκευσης (MSc) στη Φυσική (Πανεπιστήμιο Κρήτης) και στα Μαθηματικά της Αγοράς και της Παραγωγής (Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών). Έχει εργαστεί ως διευθυντικό στέλεχος στον τομέα Διαχείρισης Κινδύνων σε μεγάλους ελληνικούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς. Στο παρελθόν έχει συνεργαστεί με τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης ως επιστημονικός επιμελητής. Άρθρα του γύρω από την πολιτική, την οικονομία και τα εθνικά ζητήματα δημοσιεύονται τακτικά στις ιστοσελίδες real.gr, enikos.gr, και opinion24.gr. Η αρθρογραφία του είναι συγκεντρωμένη στο προσωπικό του ιστολόγιο enausis.blogspot.gr.
Γνωρίζω τον κύριο Βαγγέλη πολλά χρόνια. Φτιάχνει το καλύτερο ψωμί σ’ όλο τον νομό και μοιράζει τις μεγάλες παραγγελίες στις ταβέρνες με τρίκυκλο ποδήλατο. Τον ήξερα κλασικό νεοδημοκράτη. Έτσι παρουσιαζόταν τουλάχιστον. Φαινόταν ευδιάθετος, ήπια συντηρητικός, με διάθεση να δικαιολογεί τα περισσότερα κατορθώματα του κόμματός του και να σκαρώνει απαξιωτικές, ξεκαρδιστικές ατάκες για τους αντιπάλους. Χτες, με έκπληξη έμαθα ότι δεν θα ψηφίσει Νέα Δημοκρατία. Η έκπληξη έγινε μεγαλύτερη, όταν έμαθα ότι σε δύο εκλογές ψήφισε Τσίπρα, αλλά τώρα δεν θα τον ψηφίσει. Τι συνέβη και ο συμπαθής, εργατικός, ευχαριστημένος από τη νεοδημοκρατική ζωή του κ. Βαγγέλης αποστάτησε μία φορά κι ετοιμάζεται να αποστατήσει και δεύτερη; H απάντηση είναι απλή. Ένας αχαρακτήριστος νεοδημοκράτης απομάκρυνε τον γιό του από δημόσια θέση, όπου, αν και χωρίς κανένα ιδιαίτερο προσόν, απολάμβανε ικανοποιητικότατο μισθό με επιπλέον προνόμια. Τα χρόνια που ψήφιζε Νέα Δημοκρατία και το διαλαλούσε, ο γιός του βρίσκονταν στην προνομιούχα θέση και το σπίτι του είχε τέτοια ευμάρεια που ο δικός του γιός δεν γινόταν να πάει στο Δημοτικό της γειτονιάς του, αλλά κρίθηκε καταλληλότερο το Ανατόλια. Ο κ. Βαγγέλης δεν διευκρίνησε αν η μετακίνηση από τη χρυσοφόρα θέση ολοκληρώθηκε πριν από τον Τσίπρα, ή αν επί Τσίπρα, υπήρχε ακόμα περιθώριο επαναπρόσληψης. Αυτός όμως δεν έκανε τίποτα και ο Μητσοτάκης τώρα δεν κινητοποιήθηκε για το δράμα του, που ο εγγονός του χρειάστηκε εν τέλει να συμβιβαστεί με τη δημόσια εκπαίδευση.
Δεν θα ξαναψηφίσει Τσίπρα. Μητσοτάκη σε καμία περίπτωση, αλλά στο βάθος της καρδιάς του παραμένει δεξιός. Πιστεύω κι εγώ ότι πράγματι έτσι είναι. Χαμογελαστός, ομιλητικός, με το πείραγμα έτοιμο στο στόμα, χωρίς την γκρίνια όσων, οι οικογένειές τους τουλάχιστον, είχαν ταλαιπωρηθεί από την εξουσία. Φορτώνει το χάρτινο σακκί με τα καρβέλια και διασχίζει τον κεντρικό δρόμο πέρα δώθε με το τρίκυκλο ποδήλατο για να μοιράσει. Το ποδήλατο έχει και σημαία -ελληνικό σημαιάκι- και λαστιχένιο κλάξον, που το βαράει για να χαιρετίσει τους νταλικιέρηδες, που κόβουν ταχύτητα.
Δεν θα ψηφίσει τα παρτάλια. Η ζωή ήταν ωραία για τον κ. Βαγγέλη. Τώρα στράβωσε, που τα χαμένα κορμιά δεν κοιτάζουν τα παιδιά του. Μα θα τους δείξει. Δεν ξέρει τί θα ψηφίσει. Μα θα ψηφίσει κάτι που θα τους έρθει κατακέφαλα.
Χρόνια γυρνάω στα χωριά. Ξεχωρίζω σε κάθε χωριό τον πιο καλοπροαίρετο, κι από κει ψωνίζω τα στοιχειώδη και λέω και καμιά κουβέντα για τον καιρό, ή όπως τώρα, για το τί θα ψηφίσουμε. Ο κ. Βαγγέλης με το τρελλό ποδήλατο και το ατελείωτο κέφι, επιβεβαίωσε την κύρια πολιτική αρχή των νεοελλήνων. Σε ψηφίζω για να μου δώσεις. Μου δίνεις και σε ψηφίζω. Δεν μου δίνεις όσα θέλω και σε καταγγέλλω. Από τζιμάνι παιδί, σε λέω παρτάλι. Μου ξαναδίνεις και μπορεί, πάλι, να το σκεφτώ. Άμα δεν έχεις να μου δώσεις, τί τη θέλεις τη φασαρία; ΄H αν, τέλος πάντων, δεν τα καταφέρνεις με τα ψέμματα, για να πιστεύουν οι άλλοι ότι μπορεί και να δώσεις. Ισχύει στα κατσάβραχα, όσο και στα Πανεπιστήμια με τα μπλέηζερ με τα χρυσά κουμπιά.
Το ξέρει ότι κάποια μέρα θα καεί το χωριό, γιατί όλοι κάτι περιμένουν να πάρουν και δεν σηκώνουν το χεράκι τους για το κοινό καλό, γιατί από το καινούριο γιοφύρι περνάει και το παιδί του κομμουνιστή και το δικό τους, ενώ το διευθυντηλίκι δυνητικά θα το απολαύσει μόνο το δικό τους. Η Καρυστιανού δεν δίνει ούτε υπόσχεση, άρα είναι παρτάλι, η Κωνσταντοπούλου θα δώσει, αλλά όχι σε εκείνον, που ήταν φανερά και κρυφά δεξιός. Ο Ανδρουλάκης δίνει στην Κρήτη, για τη Μακεδονία δεν περισσεύουν. Τη Θράκη δεν την αναφέρουν καν, ας μαζέψει τα ψίχουλα, όταν θα τινάζουν το τραπεζομάντηλο.
Σε τούτα τα χωριά, ποιος θα δώσει; Σε τούτα τα χωριά, πόσοι πολιτευτές πρέπει να γκρεμοτσακιστούν, μπας και ξαναγίνουνε χωριά; Δεν θα ξαναγίνουν τα χωριά. Βαδίζουμε σε κάτι άλλο.
Η σχέση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Τουρκίας εισέρχεται εκ νέου σε μια περίοδο έντονης κινητικότητας. Η απόφαση της κυβέρνησης του Προέδρου Donald Trump να κινήσει τις διαδικασίες ενημέρωσης του Κογκρέσου για την πιθανή εξαγωγή κινητήρων General Electric F110 προς την Τουρκία αναζωπύρωσε τη συζήτηση γύρω από το μέλλον των αμερικανοτουρκικών αμυντικών σχέσεων. Σχεδόν ταυτόχρονα, πληροφορίες από αμερικανικές κυβερνητικές πηγές ανέφεραν ότι εξετάζονται νομικές επιλογές για το κατά πόσο θα μπορούσε, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να ανοίξει εκ νέου ο φάκελος της συμμετοχής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών πέμπτης γενιάς F-35.
Οι εξελίξεις αυτές δημιούργησαν εύλογα ερωτήματα. Πρόκειται για μια ουσιαστική στρατηγική αναθεώρηση της αμερικανικής πολιτικής ή για μια περιορισμένη προσπάθεια αποκατάστασης της συνεργασίας με έναν δύσκολο αλλά σημαντικό σύμμαχο; Επιχειρεί η Ουάσιγκτον να επαναφέρει την Άγκυρα στον δυτικό αμυντικό πυρήνα ή απλώς να αποτρέψει την περαιτέρω απομάκρυνσή της προς εναλλακτικά κέντρα ισχύος, όπως η Ρωσία και η Κίνα;
Για να μπορέσουμε να απαντήσουμε τα ερωτήματα αυτά, επιβάλλεται επιστροφή στο σημείο όπου ουσιαστικά διακόπηκε η στρατηγική εμπιστοσύνη μεταξύ των δύο χωρών.
Η αρχή της κρίσης
Η σημερινή κρίση δεν γεννήθηκε με την επανεκλογή του Donald Trump ούτε αποτελεί αποτέλεσμα μιας μεμονωμένης διαφωνίας. Οι ρίζες της βρίσκονται στη σταδιακή μεταβολή της τουρκικής στρατηγικής αντίληψης κατά την τελευταία δεκαετία.
Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, η τουρκική ηγεσία επιδίωξε μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία έναντι των δυτικών συμμάχων. Η επιλογή αγοράς του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400 αποτέλεσε το σημαντικότερο σημείο καμπής.
Η Ουάσιγκτον προειδοποίησε επανειλημμένα ότι η ταυτόχρονη λειτουργία των S-400 και των F-35 δημιουργούσε απαράδεκτους κινδύνους ασφαλείας. Σύμφωνα με τις αμερικανικές υπηρεσίες ασφαλείας, η συμβίωση των δύο συστημάτων θα μπορούσε να επιτρέψει στη Ρωσία να αποκτήσει πολύτιμα δεδομένα σχετικά με το ηλεκτρονικό ίχνος (stealth signature), τα ραντάρ και τις επιχειρησιακές δυνατότητες των F-35.
Το ζήτημα δεν ήταν απλώς τεχνικό. Ήταν βαθύτατα πολιτικό και στρατηγικό.
Για πρώτη φορά στην ιστορία του ΝΑΤΟ, κράτος-μέλος αποφάσιζε να εντάξει στο οπλοστάσιό του ένα κορυφαίο ρωσικό στρατηγικό σύστημα, παρά τις έντονες αντιρρήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και των υπολοίπων συμμάχων. Η αμερικανική αντίδραση υπήρξε ιδιαίτερα αυστηρή.
Το 2019 η Τουρκία αποβλήθηκε από το πρόγραμμα F-35, στο οποίο συμμετείχε όχι μόνο ως πελάτης αλλά και ως βιομηχανικός εταίρος. Τουρκικές εταιρείες παρήγαγαν εκατοντάδες εξαρτήματα του αεροσκάφους, ενώ η Άγκυρα είχε ήδη επενδύσει σημαντικά κεφάλαια και σχεδίαζε την προμήθεια εκατό μαχητικών.
Παράλληλα, επιβλήθηκαν κυρώσεις μέσω του νόμου CAATSA κατά της τουρκικής Διεύθυνσης Αμυντικής Βιομηχανίας, σηματοδοτώντας μια πρωτοφανή επιδείνωση στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις.
Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι οι S-400
Στη δημόσια συζήτηση συχνά παρουσιάζεται η κρίση ως αποτέλεσμα αποκλειστικά της αγοράς των S-400. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι περισσότερο περίπλοκη.
Οι S-400 λειτούργησαν ως καταλύτης μιας ήδη διαμορφούμενης δυσπιστίας.
Στην Ουάσιγκτον είχε προηγηθεί έντονος προβληματισμός για την αυξανόμενη διαφοροποίηση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής από τις στρατηγικές προτεραιότητες του ΝΑΤΟ. Οι επιχειρήσεις στη Συρία, οι διαφωνίες σχετικά με τους Κούρδους, η προσέγγιση με τη Μόσχα, οι εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο και οι συγκρούσεις με ευρωπαϊκές κυβερνήσεις είχαν ήδη διαβρώσει το κλίμα εμπιστοσύνης.
Η αγορά των S-400 αποτέλεσε το σημείο πέρα από το οποίο η αμερικανική πολιτική δεν μπορούσε πλέον να συνεχίσει όπως πριν.
Αυτό εξηγεί γιατί ακόμη και σήμερα, παρά τη διάθεση της κυβέρνησης Trump να εξετάσει νέες δυνατότητες συνεργασίας, το βασικό νομικό εμπόδιο παραμένει ενεργό. Δεν αρκεί μια πολιτική απόφαση του Λευκού Οίκου. Το Κογκρέσο έχει ενσωματώσει περιορισμούς στη νομοθεσία που συνδέουν άμεσα οποιαδήποτε επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35 με την πλήρη επίλυση του ζητήματος των S-400.
Με άλλα λόγια, η διαφωνία έχει πλέον μετατραπεί από πολιτική σε θεσμική.
Γιατί επανέρχονται τώρα οι κινητήρες F110
Η πρόσφατη αμερικανική πρωτοβουλία αφορά τους κινητήρες General Electric F110, οι οποίοι προορίζονται για το τουρκικό μαχητικό πέμπτης γενιάς KAAN.
Εδώ βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες παρανοήσεις που κυκλοφορούν στον δημόσιο διάλογο.
Η έγκριση εξαγωγής κινητήρων δεν ισοδυναμεί με επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35.
Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά ζητήματα.
Οι κινητήρες αποτελούν εξαγώγιμο αμυντικό υλικό, το οποίο μπορεί να εγκριθεί μέσω της προβλεπόμενης διαδικασίας εξαγωγών,εφόσον δεν παραβιάζονται οι σχετικοί περιορισμοί της αμερικανικής νομοθεσίας.
Αντιθέτως, η επιστροφή στο πρόγραμμα F-35 απαιτεί ουσιαστικά πολιτική και νομοθετική αναθεώρηση, καθώς η αποβολή της Τουρκίας δεν ήταν απλώς διοικητική πράξη αλλά αποτέλεσμα συγκεκριμένων αποφάσεων του Κογκρέσου.
Η διάκριση αυτή έχει κρίσιμη σημασία.
Η κυβέρνηση Trump φαίνεται να θεωρεί ότι η υποστήριξη του προγράμματος KAAN μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση της Τουρκίας εντός του δυτικού τεχνολογικού οικοσυστήματος, χωρίς να συνεπάγεται αυτόματα αποκατάσταση της συμμετοχής της στο πλέον ευαίσθητο πρόγραμμα της αμερικανικής αεροπορικής βιομηχανίας.
Με άλλα λόγια, η Ουάσιγκτον επιχειρεί να διαχωρίσει την πολιτική διαχείριση της συμμαχίας από το ειδικό ζήτημα των F-35.
Μια νέα σχολή σκέψης στην Ουάσιγκτον
Πίσω από αυτές τις κινήσεις διαμορφώνεται μια ευρύτερη στρατηγική αντίληψη.
Η κυβέρνηση Trump δείχνει να προσεγγίζει την εξωτερική πολιτική μέσα από το πρίσμα του γεωπολιτικού πραγματισμού. Σε έναν κόσμο όπου η αντιπαράθεση με την Κίνα αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία και η Ρωσία εξακολουθεί να αποτελεί παράγοντα αποσταθεροποίησης, η Τουρκία αντιμετωπίζεται λιγότερο ως «προβληματικός σύμμαχος» και περισσότερο ως κράτος που δεν πρέπει να χαθεί από τη δυτική στρατηγική αρχιτεκτονική.
Αυτή η προσέγγιση δεν σημαίνει ότι έχουν εξαφανιστεί οι διαφωνίες. Σημαίνει όμως ότι η Ουάσιγκτον επιχειρεί να αξιολογήσει εκ νέου το κόστος μιας παρατεταμένης ρήξης με μια χώρα που ελέγχει τα Στενά, διαθέτει τη δεύτερη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη του ΝΑΤΟ και βρίσκεται στο γεωγραφικό σταυροδρόμι Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Μαύρης Θάλασσας.
Το ερώτημα, ωστόσο, είναι αν αυτή η νέα λογική γίνεται αποδεκτή από όλους τους θεσμούς της αμερικανικής εξουσίας ή αν προσκρούει στις αντιστάσεις του Κογκρέσου και του ευρύτερου αμερικανικού συστήματος εθνικής ασφάλειας.
Trump, Κογκρέσο και η μάχη για τη νέα αμερικανική στρατηγική απέναντι στην Τουρκία
Εάν στο πρώτο μέρος προσπάθησα να προσεγγίσω γιατί οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις οδηγήθηκαν στη βαθύτερη κρίση των τελευταίων δεκαετιών, σε αυτό το μέρος θα προσπαθήσω να κατανοηθεί το πιο κρίσιμο ερώτημα: τι πραγματικά επιδιώκει σήμερα η κυβέρνηση του Προέδρου Trump και γιατί η πολιτική της συναντά ισχυρές αντιδράσεις στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η εύκολη ερμηνεία είναι ότι ο Trump επιθυμεί απλώς να αποκαταστήσει τις σχέσεις με τον Πρόεδρο Erdoğan. Η εξήγηση αυτή, όμως, είναι ανεπαρκής. Οι προσωπικές σχέσεις μεταξύ ηγετών μπορεί να διευκολύνουν τον διάλογο, αλλά δεν αρκούν για να εξηγήσουν μεταβολές σε ζητήματα που αγγίζουν τον πυρήνα της αμερικανικής εθνικής ασφάλειας.
Στην πραγματικότητα, η σημερινή αμερικανική συζήτηση αφορά κάτι βαθύτερο:
ποιος είναι ο ρόλος της Τουρκίας στη νέα παγκόσμια ισορροπία ισχύος και ποιο είναι το κόστος είτε της επαναπροσέγγισης είτε της μόνιμης αποξένωσής της.
Η ιδεολογία μετατρέπεται σε γεωπολιτικό πραγματισμό
Η δεύτερη θητεία του Donald Trump χαρακτηρίζεται από μια περισσότερο πραγματιστική προσέγγιση στις διεθνείς σχέσεις. Η βασική αρχή δεν είναι η ιδεολογική σύγκλιση με τους συμμάχους, αλλά η αξιολόγηση της στρατηγικής τους χρησιμότητας.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η Τουρκία αντιμετωπίζεται ως χώρα με τέσσερα χαρακτηριστικά που δύσκολα μπορούν να αγνοηθούν:
ελέγχει τα Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων, κρίσιμα για την πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα,
διαθέτει τη δεύτερη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη του ΝΑΤΟ,
συνορεύει με περιοχές όπου συγκλίνουν τα συμφέροντα των ΗΠΑ (Συρία, Ιράκ, Ιράν, Καύκασος, Ανατολική Μεσόγειος),
και αποτελεί σημαντικό κόμβο για τη μεταφορά ενέργειας και τη διασύνδεση Ευρώπης–Ασίας.
Για την κυβέρνηση Trump, η διατήρηση μιας σχέσης λειτουργικής συνεργασίας με την Άγκυρα θεωρείται προτιμότερη από μια παρατεταμένη περίοδο αποξένωσης, η οποία θα μπορούσε να ενισχύσει τη ρωσική ή κινεζική επιρροή στην Τουρκία.
Αυτό δεν σημαίνει αποδοχή όλων των τουρκικών επιλογών. Σημαίνει, όμως, ότι η Ουάσιγκτον εξετάζει και αναζητά τρόπους σταδιακής αποκατάστασης της συνεργασίας, χωρίς να εμφανιστεί ότι εγκαταλείπει τις αρχές που η ίδια είχε θέσει μετά την αγορά των S-400.
Γιατί κινητήρες και όχι τα F-35
Η επιλογή να ξεκινήσει η επαναπροσέγγιση από την πιθανή εξαγωγή κινητήρων General Electric F110 δεν είναι τυχαία.
Από στρατηγική άποψη, πρόκειται για μια δοκιμαστική κίνηση χαμηλότερου πολιτικού κόστους.
Οι κινητήρες αποτελούν ένα σημαντικό, αλλά όχι το πιο ευαίσθητο στοιχείο της αμερικανικής αμυντικής τεχνολογίας. Αντίθετα, το πρόγραμμα F-35 θεωρείται το πλέον προστατευόμενο αεροπορικό πρόγραμμα των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η κυβέρνηση Trump φαίνεται να επιδιώκει να στείλει δύο διαφορετικά μηνύματα ταυτόχρονα:
Προς την Τουρκία, ότι η Ουάσιγκτον δεν επιθυμεί την πλήρη αποκοπή της από τη δυτική αμυντική βιομηχανία.
Προς το Κογκρέσο, ότι δεν επιχειρεί να παρακάμψει τη νομοθεσία για τα F-35, αλλά να αξιοποιήσει τα περιθώρια που εξακολουθεί να παρέχει το αμερικανικό σύστημα εξαγωγών αμυντικού υλικού.
Η διάκριση αυτή είναι σημαντική και εξηγεί γιατί αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι η υπόθεση των κινητήρων δεν αποτελεί “προπομπό” της άμεσης επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35,αλλά περισσότερο έναν μηχανισμό αποκατάστασης ενός ελάχιστου επιπέδου στρατηγικής εμπιστοσύνης.
Το Κογκρέσο ως ανεξάρτητος παράγοντας ισχύος
Συχνά στην Ευρώπη υπάρχει η εντύπωση ότι μια απόφαση του Αμερικανού Προέδρου αρκεί για να αλλάξει την εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η πραγματικότητα είναι διαφορετική.
Στα ζητήματα εξαγωγών οπλικών συστημάτων, το Κογκρέσο διαθέτει ουσιαστικό ρόλο, τόσο μέσω της νομοθεσίας όσο και μέσω της δυνατότητας πολιτικής πίεσης.
Ειδικά στην περίπτωση της Τουρκίας, οι αντιρρήσεις δεν προέρχονται αποκλειστικά από τους Δημοκρατικούς. Ένα τμήμα των Ρεπουμπλικανών γερουσιαστών και βουλευτών θεωρεί ότι οποιαδήποτε ουσιαστική χαλάρωση της αμερικανικής στάσης θα υπονόμευε την αξιοπιστία της αμερικανικής πολιτικής κυρώσεων.
Το επιχείρημά τους είναι απλό:
Εάν μια χώρα αγοράζει προηγμένα ρωσικά οπλικά συστήματα και, παρά ταύτα, αποκτά εκ νέου πρόσβαση σε αμερικανική στρατιωτική τεχνολογία χωρίς ουσιαστικές παραχωρήσεις, τότε δημιουργείται προηγούμενο που μπορεί να αποδυναμώσει την αποτρεπτική ισχύ της αμερικανικής νομοθεσίας.
Συμπερασματικά, το ζήτημα δεν αφορά μόνο την Τουρκία. Αφορά την αξιοπιστία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής συνολικά.
Η σύγκρουση των δύο σχολών σκέψης
Στην Ουάσιγκτον σήμερα συνυπάρχουν δύο διαφορετικές σχολές στρατηγικής σκέψης.
Η πρώτη υποστηρίζει ότι η Τουρκία παραμένει αναντικατάστατη για τη δυτική ασφάλεια.
Οι υποστηρικτές αυτής της προσέγγισης επισημαίνουν ότι η γεωγραφία δεν αλλάζει. Η Τουρκία εξακολουθεί να ελέγχει τη δίοδο προς τη Μαύρη Θάλασσα, να φιλοξενεί κρίσιμες νατοϊκές εγκαταστάσεις και να λειτουργεί ως γέφυρα προς τη Μέση Ανατολή και τον Καύκασο. Κατά την άποψή τους, η πλήρης απομάκρυνσή της από τη Δύση θα είχε πολύ μεγαλύτερο στρατηγικό κόστος από τους κινδύνους μιας προσεκτικά ελεγχόμενης επαναπροσέγγισης.
Η δεύτερη σχολή σκέψης αντιμετωπίζει την Τουρκία ως αναθεωρητική περιφερειακή δύναμη, η οποία επιδιώκει να αξιοποιεί τα οφέλη της συμμετοχής της στο ΝΑΤΟ χωρίς να ευθυγραμμίζεται πλήρως με τις επιλογές της Συμμαχίας.
Κατά την άποψη αυτή, η επαναφορά προνομίων χωρίς ουσιαστική αλλαγή της τουρκικής συμπεριφοράς θα έστελνε μήνυμα αδυναμίας προς συμμάχους και αντιπάλους.
Η κυβέρνηση Trump φαίνεται να κινείται ανάμεσα στις δύο αυτές προσεγγίσεις, επιχειρώντας να αποφύγει τόσο τη ρήξη όσο και την άνευ όρων αποκατάσταση των σχέσεων.
Η Τουρκία διαπραγματεύεται από θέση σχετικής ισχύος
Ένα από τα στοιχεία που διαφοροποιούν τη σημερινή συγκυρία από εκείνη του 2019 είναι ότι η Τουρκία εμφανίζεται περισσότερο αυτάρκης στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας.
Η ανάπτυξη εγχώριων μη επανδρωμένων αεροσκαφών, η πρόοδος στο πρόγραμμα του μαχητικού KAAN, οι επενδύσεις σε πυραυλικά συστήματα και η ενίσχυση των ναυπηγικών δυνατοτήτων επιτρέπουν στην Άγκυρα να διαπραγματεύεται με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν χρειάζεται αμερικανική τεχνολογία. Σημαίνει όμως ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν συνομιλούν πλέον με μια χώρα που εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από τη δυτική αμυντική βιομηχανία.
Η Τουρκία προσπαθεί να αξιοποιήσει αυτή τη μεταβολή ως διαπραγματευτικό πλεονέκτημα, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι, εάν η Ουάσιγκτον δεν συνεργαστεί, η Άγκυρα θα αναζητήσει εναλλακτικές λύσεις.
None
Η πραγματική πρόθεση του Trump
Η ανάλυση των μέχρι σήμερα κινήσεων της αμερικανικής κυβέρνησης οδηγεί σε ένα συμπέρασμα που επιβάλλεται να εξετασθεί με προσοχή.
Δεν υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ο Trump έχει αποφασίσει την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35. Υπάρχουν, όμως, ισχυρές ενδείξεις ότι επιδιώκει να αποτρέψει τη στρατηγική αποξένωση της Τουρκίας από τη Δύση.
Η διαφορά ανάμεσα στις δύο αυτές επιδιώξεις είναι θεμελιώδης.
Η πρώτη θα απαιτούσε σύγκρουση με το Κογκρέσο και πιθανή αναθεώρηση της ισχύουσας νομοθεσίας.
Η δεύτερη μπορεί να επιδιωχθεί μέσω επιλεκτικών συμφωνιών, όπως οι κινητήρες F110, η συνεργασία σε επιμέρους αμυντικά προγράμματα και η σταδιακή αποκατάσταση της πολιτικής εμπιστοσύνης.
Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση Trump φαίνεται να επενδύει όχι σε μια θεαματική επανεκκίνηση των σχέσεων, αλλά σε μια στρατηγική σταδιακής επανασύνδεσης, διατηρώντας παράλληλα τα βασικά θεσμικά όρια που έχει θέσει το αμερικανικό πολιτικό σύστημα.
Η προσπάθεια της Άγκυρας να ισορροπήσει μεταξύ στρατηγικής αυτονομίας και δυτικής τεχνολογίας
Η ανάλυση της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στην Τουρκία παραμένει ελλιπής, εάν δεν εξεταστεί ταυτόχρονα η στρατηγική που ακολουθεί η ίδια η Άγκυρα. Η τουρκική εξωτερική και αμυντική πολιτική των τελευταίων δεκαπέντε ετών δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως μια σειρά αποσπασματικών αποφάσεων. Αντιθέτως, παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη συνέχεια, ανεξαρτήτως των εκάστοτε διεθνών κρίσεων.
Στον πυρήνα της βρίσκεται μια κεντρική επιδίωξη: η μετατροπή της Τουρκίας από περιφερειακό σύμμαχο της Δύσης σε αυτόνομο στρατηγικό πόλο ισχύος, ικανό να συνεργάζεται με διαφορετικούς πόλους ισχύος χωρίς να εξαρτάται πλήρως από κανέναν.
Αυτή η φιλοδοξία εξηγεί γιατί η Άγκυρα επιδιώκει ταυτόχρονα να παραμείνει στο ΝΑΤΟ, να διατηρεί σχέσεις με τη Ρωσία, να διευρύνει την οικονομική συνεργασία με την Κίνα και να αναπτύσσει μια ολοένα πιο αυτάρκη αμυντική βιομηχανία.
Το δόγμα της στρατηγικής αυτονομίας
Η έννοια της «στρατηγικής αυτονομίας» χρησιμοποιείται συχνά και στην Ευρώπη. Ωστόσο, στην τουρκική περίπτωση αποκτά διαφορετικό νόημα.
Για την Άγκυρα, στρατηγική αυτονομία σημαίνει ότι η χώρα δεν πρέπει να εξαρτάται από μία μόνο δύναμη για την άμυνά της, την τεχνολογία της ή την εξωτερική της πολιτική. Αυτό εξηγεί γιατί η Τουρκία επενδύει σε εγχώρια προγράμματα υψηλής τεχνολογίας, όπως τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, οι πύραυλοι, οι φρεγάτες, τα υποβρύχια και, πλέον, το μαχητικό αεροσκάφος KAAN.
Η λογική είναι σαφής: όσο μεγαλύτερη είναι η εγχώρια παραγωγική βάση, τόσο μικρότερη είναι η δυνατότητα τρίτων χωρών να ασκούν πολιτική πίεση μέσω εμπάργκο ή περιορισμών στις εξαγωγές.
Η αποβολή από το πρόγραμμα F-35 λειτούργησε στην Άγκυρα ως επιβεβαίωση αυτής της αντίληψης. Αντί να οδηγήσει σε αναδίπλωση, ενίσχυσε την πολιτική βούληση για ανάπτυξη ενός εθνικού μαχητικού αεροσκάφους.
Το πρόγραμμα KAAN: περισσότερο από ένα αεροσκάφος
Το πρόγραμμα KAAN δεν αποτελεί απλώς ένα νέο μαχητικό. Για την Τουρκία είναι σύμβολο τεχνολογικής ανεξαρτησίας και εθνικού κύρους.
Η ανάπτυξή του υπηρετεί τρεις παράλληλους στόχους.
Πρώτον, να καλύψει το επιχειρησιακό κενό που δημιουργήθηκε μετά την αποβολή από το πρόγραμμα F-35.
Δεύτερον, να διατηρήσει και να εξελίξει την τουρκική αεροδιαστημική βιομηχανία, η οποία είχε αποκτήσει σημαντική εμπειρία μέσω της συμμετοχής στην παραγωγική αλυσίδα των F-35.
Τρίτον, να δημιουργήσει στο μέλλον ένα εξαγώγιμο προϊόν, ενισχύοντας την οικονομική και γεωπολιτική επιρροή της Τουρκίας.
Ωστόσο, εδώ αναδεικνύεται και η μεγαλύτερη πρόκληση: η ανάπτυξη ενός μαχητικού πέμπτης γενιάς δεν εξαρτάται μόνο από την αεροδυναμική σχεδίαση ή τα ηλεκτρονικά συστήματα. Η καρδιά κάθε σύγχρονου μαχητικού είναι ο κινητήρας.
Παρά την πρόοδο της τουρκικής βιομηχανίας, η χώρα δεν διαθέτει ακόμη ώριμη τεχνολογία για την παραγωγή κινητήρων που να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις ενός αεροσκάφους πέμπτης γενιάς. Για τον λόγο αυτό, οι κινητήρες General Electric F110 θεωρούνται κρίσιμο μεταβατικό στάδιο για το πρόγραμμα KAAN.
Γιατί η Άγκυρα εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για τα F-35
Ένα εύλογο ερώτημα είναι το εξής: εάν η Τουρκία επενδύει τόσο έντονα στο KAAN, γιατί εξακολουθεί να επιδιώκει την επαναπροσέγγιση με το πρόγραμμα F-35;
Η απάντηση βρίσκεται στη διαφορετική χρονική διάσταση των δύο προγραμμάτων.
Ακόμη και με αισιόδοξες προβλέψεις, το KAAN θα χρειαστεί χρόνια δοκιμών, πιστοποιήσεων και επιχειρησιακής ωρίμανσης πριν μπορέσει να ενταχθεί σε μεγάλη κλίμακα στην τουρκική Πολεμική Αεροπορία.
Αντίθετα, τα F-35 αποτελούν ήδη ένα πλήρως επιχειρησιακό σύστημα με αποδεδειγμένες δυνατότητες, συνεχή αναβάθμιση λογισμικού και ενσωμάτωση σε ένα παγκόσμιο δίκτυο υποστήριξης.
Σύμφωνα με την τουρκική άποψη, τα δύο προγράμματα δεν αντιμετωπίζονται ως ανταγωνιστικά αλλά ως συμπληρωματικά. Τα F-35 θα μπορούσαν να καλύψουν τις άμεσες επιχειρησιακές ανάγκες, ενώ το KAAN θα αποτελούσε τη μακροπρόθεσμη λύση για στρατηγική αυτονομία.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η λογική προσκρούει στις πολιτικές και νομικές αντιρρήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών.
Οι S-400: από επιχειρησιακό όπλο σε πολιτικό σύμβολο
Ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της τουρκικής στρατηγικής είναι ότι οι S-400 έχουν αποκτήσει πλέον μεγαλύτερη πολιτική παρά επιχειρησιακή σημασία.
Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι το σύστημα έχει ενταχθεί πλήρως στην τουρκική αεράμυνα ή ότι χρησιμοποιείται με τρόπο που να μεταβάλλει ουσιαστικά την επιχειρησιακή ισορροπία στην περιοχή.
Ωστόσο, για την τουρκική ηγεσία, η διατήρησή του λειτουργεί ως σύμβολο ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής. Μια ενδεχόμενη απομάκρυνσή του, χωρίς κάποιο σημαντικό αντάλλαγμα, θα μπορούσε να εκληφθεί στο εσωτερικό της χώρας ως πολιτική υποχώρηση απέναντι στις αμερικανικές πιέσεις.
Αυτό εξηγεί γιατί η Άγκυρα επιδιώκει μια λύση που θα της επιτρέψει να βελτιώσει τις σχέσεις με την Ουάσιγκτον χωρίς να εμφανιστεί ότι εγκαταλείπει τις προηγούμενες επιλογές της.
Η πολιτική των πολλαπλών ισορροπιών
Η τουρκική διπλωματία τα τελευταία χρόνια χαρακτηρίζεται από μια διαρκή προσπάθεια εξισορρόπησης αντικρουόμενων σχέσεων.
Η Άγκυρα συνεργάζεται στρατιωτικά με το ΝΑΤΟ, αλλά διατηρεί ανοικτούς διαύλους με τη Μόσχα. Υποστηρίζει την Ουκρανία με εξοπλισμό, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί οικονομικές σχέσεις με τη Ρωσία. Συμμετέχει στη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας, αλλά αναπτύσσει στενότερους δεσμούς με κράτη του Κόλπου, της Κεντρικής Ασίας και της Αφρικής.
Η πολιτική αυτή δεν είναι ευκαιριακή. Αντανακλά την αντίληψη ότι η διεθνής τάξη γίνεται ολοένα πιο πολυπολική και ότι τα μεσαία κράτη μπορούν να αυξήσουν την επιρροή τους εάν αποφύγουν την πλήρη ευθυγράμμιση με έναν μόνο πόλο ισχύος.
Το ερώτημα είναι κατά πόσο αυτή η στρατηγική μπορεί να συνεχιστεί χωρίς να προκαλεί ολοένα και μεγαλύτερη δυσπιστία τόσο στην Ουάσιγκτον όσο και στη Μόσχα.
Σούδα
Η νέα πραγματικότητα για την Ελλάδα
Οι εξελίξεις αυτές έχουν άμεση σημασία και για την Ελλάδα.
Κατά την τελευταία πενταετία, η Αθήνα αξιοποίησε την κρίση στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις για να εμβαθύνει τη στρατηγική συνεργασία της με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η αναβάθμιση της Αμοιβαίας Συμφωνίας Αμυντικής Συνεργασίας (MDCA), η ενίσχυση της αμερικανικής παρουσίας στη Σούδα, στην Αλεξανδρούπολη και σε άλλες εγκαταστάσεις, καθώς και η απόφαση για την προμήθεια των F-35, ενίσχυσαν σημαντικά τη θέση της Ελλάδας.
Ωστόσο, η ενίσχυση της Ελλάδας δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν τη μόνιμη αποδυνάμωση της Τουρκίας.
Η αμερικανική στρατηγική επιδιώκει, διαχρονικά, να διατηρεί λειτουργικές σχέσεις και με τις δύο χώρες. Από την οπτική της Ουάσιγκτον, η Ελλάδα και η Τουρκία αποτελούν δύο πυλώνες της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ και όχι δύο εναλλακτικές επιλογές.
Αυτό σημαίνει ότι η Αθήνα οφείλει να αξιολογεί με νηφαλιότητα τις εξελίξεις. Η βελτίωση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων δεν συνιστά κατ’ ανάγκην αρνητική εξέλιξη για την Ελλάδα, εφόσον δεν συνοδεύεται από ανατροπή της υφιστάμενης ισορροπίας ή από υποβάθμιση της ελληνοαμερικανικής συνεργασίας.
Τα πιθανά σενάρια έως το 2028 και η νέα ισορροπία στην Ανατολική Μεσόγειο
Η εξέλιξη των αμερικανοτουρκικών σχέσεων δεν αφορά αποκλειστικά τις δύο χώρες. Επηρεάζει άμεσα την ισορροπία δυνάμεων στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, τη συνοχή της Συμμαχίας απέναντι στη Ρωσία και τη δυνατότητα της Δύσης να διατηρήσει επιρροή σε μια περιοχή που εκτείνεται από τη Μαύρη Θάλασσα έως την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.
Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει από τις μέχρι σήμερα εξελίξεις είναι ότι ούτε η Ουάσιγκτον ούτε η Άγκυρα επιθυμούν την πλήρη ρήξη. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι δύο πλευρές βρίσκονται κοντά σε μια πλήρη αποκατάσταση των σχέσεών τους. Αντίθετα, η πιθανότερη εξέλιξη είναι η διαμόρφωση μιας νέας, περισσότερο πραγματιστικής σχέσης, στην οποία η συνεργασία θα συνυπάρχει με τη δυσπιστία.
Σενάριο 1: Σταδιακή επαναπροσέγγιση (50–60%)
Το πιθανότερο σενάριο είναι αυτό μιας ελεγχόμενης βελτίωσης των σχέσεων. Η αμερικανική κυβέρνηση εγκρίνει επιλεκτικές εξαγωγές αμυντικού υλικού, όπως οι κινητήρες GE F110, ενισχύεται ο πολιτικός διάλογος και διευρύνεται η συνεργασία σε τομείς κοινού ενδιαφέροντος, χωρίς όμως να αίρονται οι περιορισμοί που σχετίζονται με το πρόγραμμα F-35.
Η Τουρκία, από την πλευρά της, αποφεύγει κινήσεις που θα οδηγούσαν σε νέα μείζονα κρίση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά δεν εγκαταλείπει τους S-400, διατηρώντας τους ως διαπραγματευτικό χαρτί.
Πρόκειται για μια σχέση συνεργασίας με σαφή όρια και αμοιβαία επιφυλακτικότητα.
Σενάριο 2: Περιορισμένη επιστροφή της Τουρκίας στη δυτική αμυντική αρχιτεκτονική (20–25%)
Ένα δεύτερο, λιγότερο πιθανό σενάριο προβλέπει ότι η Άγκυρα προχωρά σε έναν συμβιβασμό για τους S-400 –όχι κατ’ ανάγκη με την οριστική απομάκρυνσή τους, αλλά με κάποιο σχήμα που θα καθησυχάζει τις αμερικανικές ανησυχίες– και ανοίγει ο δρόμος για ευρύτερη αμυντική συνεργασία.
Ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, η άμεση επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35 δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Θα απαιτούσε αλλαγές στη νομοθεσία, ευρύτερη πολιτική συναίνεση και, κυρίως, αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, κάτι που δύσκολα επιτυγχάνεται σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Σενάριο 3: Νέα κρίση στις σχέσεις ΗΠΑ–Τουρκίας (15–20%)
Δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο μιας νέας επιδείνωσης. Μια σοβαρή διαφωνία στη Συρία, στην Ανατολική Μεσόγειο ή σε άλλο περιφερειακό ζήτημα θα προκαλούε πάγωμα των διαύλων συνεργασίας.
Σύμφωνα με την μέχρι τώρα εμπειρία , οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις χαρακτηρίζονται από διακυμάνσεις. Η στρατηγική τους σημασία δεν εξαλείφει τις συγκρούσεις συμφερόντων.
Σενάριο 4: Στρατηγική αναδιάταξη του ΝΑΤΟ (κάτω από 10%)
Το λιγότερο πιθανό αλλά όχι αδύνατο σενάριο αφορά μια ευρύτερη αναδιάταξη της αρχιτεκτονικής ασφαλείας του ΝΑΤΟ, στο πλαίσιο μιας παρατεταμένης αντιπαράθεσης με τη Ρωσία και της ενίσχυσης της κινεζικής παρουσίας στην Ευρασία.
Σε μια τέτοια περίπτωση, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να επιδιώξουν μια συνολική επαναδιαπραγμάτευση των σχέσεών τους με την Τουρκία, θεωρώντας ότι οι γεωπολιτικές συνθήκες επιβάλλουν μεγαλύτερη ευελιξία. Πρόκειται, ωστόσο, για σενάριο που προϋποθέτει σημαντικές αλλαγές στο διεθνές περιβάλλον.
Συμπεράσματα
Η υπόθεση των κινητήρων GE F110 και η δημόσια συζήτηση γύρω από τα F-35 δεν αποτελούν ένδειξη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκαταλείπουν τις επιφυλάξεις τους απέναντι στην Τουρκία. Αντιθέτως, αποτυπώνουν την προσπάθεια της κυβέρνησης Trump να προσαρμόσει την αμερικανική πολιτική στις νέες γεωπολιτικές συνθήκες.
Η Τουρκία παραμένει πολύ σημαντική για να αγνοηθεί και πολύ δύσκολη για να αντιμετωπιστεί ως ένας συνηθισμένος σύμμαχος. Αυτή η αντίφαση συνοδεύει τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις εδώ και δεκαετίες και πιθανότατα θα συνεχίσει να τις χαρακτηρίζει και τα επόμενα χρόνια.
Από την άλλη πλευρά, η Άγκυρα επιδιώκει να μετατραπεί σε αυτόνομο περιφερειακό πόλο ισχύος. Η επιδίωξη αυτή της προσφέρει μεγαλύτερη ευελιξία, αλλά συνεπάγεται και υψηλότερο κόστος, καθώς απαιτεί συνεχή εξισορρόπηση μεταξύ αντικρουόμενων στρατηγικών σχέσεων.
Για την Ελλάδα, το βασικό δίδαγμα είναι ότι η εθνική ασφάλεια δεν μπορεί να στηρίζεται στις δυσκολίες των άλλων. Η διαρκής ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων, η εμβάθυνση των στρατηγικών συμμαχιών και η ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας αποτελούν τη μόνη σταθερή βάση αποτροπής, ανεξάρτητα από τις διακυμάνσεις των αμερικανοτουρκικών σχέσεων.
Καταληκτικά, η νέα γεωπολιτική πραγματικότητα δεν οδηγεί σε μια επιστροφή στο παρελθόν. Διαμορφώνει ένα νέο μοντέλο σχέσεων, στο οποίο η συνεργασία, ο ανταγωνισμός και η αμοιβαία καχυποψία συνυπάρχουν. Η υπόθεση των κινητήρων F110 και των F-35 δεν είναι παρά η πιο πρόσφατη έκφραση αυτής της σύνθετης στρατηγικής εξίσωσης.
Βιβλιογραφία
Reuters (συγκεκριμένα δημοσιεύματα)
“US informs Congress of potential GE F110 engine sale to Turkey for KAAN fighter” (2024)
Reuters reporting on U.S. export notification procedures to Congress.
“U.S. sanctions Turkey over purchase of Russian S-400 missile system” (December 2020)
https://www.reuters.com/article/us-usa-turkey-sanctions-idUSKBN28P2S1
“Turkey excluded from F-35 program after S-400 acquisition” (2019–2020 coverage series)
Associated Press (AP)
“US removes Turkey from F-35 fighter jet program over Russian missile system” (July 2019)
https://apnews.com/article/f35-turkey-s400-usa
“Biden/Trump era tensions over NATO ally Turkey and defense cooperation” (2023–2024 analysis reporting)
Financial Times
“Turkey’s defence industry expansion reshapes NATO procurement dynamics” (2023)
“KAAN fighter jet and Western engine dependence challenge Ankara’s autonomy ambitions” (2024)
“Congress pushes back on easing sanctions against Turkey despite White House signals” (2024)
“Turkey’s removal from F-35 program continues to strain NATO defense supply chains” (2023)
https://www.wsj.com/articles/turkey-f35-congress
U.S. Congressional Research Service (CRS) – (ΚΡΙΣΙΜΟΙΦΑΚΕΛΟΙ)
CRS Report RL34642 (2024 update) Turkey (Türkiye): Background and U.S. Relations
https://crsreports.congress.gov/product/pdf/RL/RL34642
CRS Report RL30563 The F-35 Joint Strike Fighter (JSF) Program: Background and Issues for Congress
https://crsreports.congress.gov/product/pdf/RL/RL30563
CRS Insight IF11580 (updates 2020–2023) Turkey: S-400 Purchase and U.S. Sanctions under CAATSA
U.S. Department of Defense (DoD)
F-35 Joint Program Office – International Partner Exclusion Statement (2019)
https://www.defense.gov/News/Releases/Release/Article/1908783
National Defense Authorization Act (NDAA) FY2020–FY2024
Sections restricting F-35 transfer to Turkey absent resolution of S-400 issue
https://www.congress.gov/ndaa
Think Tanks (για στρατηγικό βάθος)
CSIS
Turkey’s Defense Industry and Strategic Autonomy (2023)
https://www.csis.org/analysis/turkey-defense-industry
The Future of U.S.–Turkey Strategic Relations (2024 series)
Turkey’s Defence Industrial Base and NATO Interoperability Challenges
RAND Corporation
Turkey’s Strategic Autonomy and Implications for NATO Cohesion (2022)
https://www.rand.org/pubs/research_reports/RRA1130-1.html
Ο Υποστράτηγος ΕΑ Θεόδωρος Ατματζίδης, έχει υπηρετήσει σε ανώτατες θέσεις στρατηγικής ασφάλειας, πληροφοριών, διοίκησης και διεθνών σχέσεων, με πολυετή υπηρεσία στο ΝΑΤΟ, στο ΓΕΣ και στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας. Υπηρέτησε ως Director – Assistant Chief of Staff (ACOS) (2019–2021), καθώς και ως Executive Officer στο Public Affairs Office (2006–2009) στο NATO SHAPE Mons- Βέλγιο , με ευθύνη στη στρατηγική επικοινωνία και διεθνή εκπροσώπηση. Διετέλεσε επίσης ως Τμηματάρχης στην Διεύθυνση Εξοπλισμών του ΓΕΣ , ως Διευθυντής Πληροφοριών και Ασφάλειας και Διευθυντής Αντικατασκοπείας στο ΓΕΕΘΑ, ενώ έχει διατελέσει και καθηγητής στη Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Διαθέτει μεταπτυχιακούς τίτλους στις Στρατηγικές Σπουδές και στη Διοίκηση .
Μπαινοβγαίνουν από τα σύνορα ανενόχλητοι και εκτελούν και συμβόλαια θανάτου
Του Ηλία Γραφάκου*
Σύμφωνα με επίσημη παραδοχή των Ελληνικών Αρχών υπάρχουν σήμερα στην Ελλάδα και δρουν ανενόχλητοι περίπου 400 Τούρκοι μαφιόζοι, οι οποίοι δεν έρχονται βεβαίως για τουρισμό ούτε για να απολαύσουν τις ομορφιές της Ελλάδος.
Οι ίδιες Αρχές δεν κρύβουν ότι τα… “αστέρια” του Τουρκικού υποκόσμου δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα σε όλους τους τομείς που γνωρίζουν καλά, όπως το εμπόριο ναρκωτικών , το εμπόριο όπλων, η διακίνηση λαθρομεταναστών και άλλες εγκληματικές πράξεις.
Μάλιστα , οι αρμόδιοι του Ελληνικού Κράτους αναφέρουν πως οι περισσότεροι Τούρκοι μαφιόζοι μπαινο-βγαίνουν στη χώρα και όπως είναι γνωστό από το αστυνομικό δελτίο προχωρούν σε αιματηρές εκκαθαρίσεις μελών των αντιπάλων συμμοριών.
Το ερώτημα που προκύπτει -και πρέπει να απασχολήσει κάθε Έλληνα- είναι αν και κατά πόσον οι πολιτικοί προϊστάμενοι των αρμοδίων Ελληνικών Αρχών, δηλαδή η σημερινή Κυβέρνηση, λαμβάνουν σοβαρά υπ’ όψη την απαράδεκτη αυτή κατάσταση και προχωρούν στις κατάλληλες κινήσεις για να την αλλάξουν και να λύσουν το πρόβλημα.
Η απάντηση είναι ότι η Κυβέρνηση σφυρίζει αδιάφορα!
Και η αδιαφορία της γίνεται ακόμη περισσότερο προκλητική , αν σκεφτεί κανείς ότι ένα μεγάλο μέρος από τους συγκεκριμένους Τούρκους μαφιόζους συνδέεται με τις Τουρκικές Μυστικές Υπηρεσίες (ΜΙΤ).
Όποιος ξέρει άλλωστε καλά την Τουρκία γνωρίζει ότι ο Τουρκικός υπόκοσμος, στα πιο υψηλά του κλιμάκια, λειτουργεί σαν το μακρύ χέρι του παρακράτους του Ερντογάν.
Και παρά ταύτα η Ελληνική Κυβέρνηση αποδέχεται αυτή την πραγματικότητα και ουσιαστικά δεν κάνει τίποτα για να τους διώξει από την Ελλάδα ή να τους κλείσει για πολλά χρόνια στις Ελληνικές φυλακές!
Όταν συνελήφθη ο δράστης προέκυψε ότι μπαινό-βγαινε 4 φορές στην Ελλάδα και ότι υπήρχε εδώ και ομάδα υποστήριξης, η οποία του νοίκιαζε και διαμερίσματα σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα!
Ανακύπτει, λοιπόν, το ερώτημα: Από όλα αυτά δεν είχαν πάρει τίποτα είδηση οι Ελληνικές Αρχές;
Και σε κάθε περίπτωση, γιατί διαφημίζουν τόσο την “αποτελεσματικότητα της φύλαξης των συνόρων” , από τη στιγμή που τα Ελληνο-Τουρκικά σύνορα είναι απολύτως διαπερατά για τον οποιονδήποτε;
«Αν το Ισραήλ ξεφύγει, η ευθύνη θα χρεωθεί και στον “αφέντη” του»
Σε ιδιαίτερα υψηλούς τόνους απάντησε η Τεχεράνη στις πρόσφατες δηλώσεις του Ισραήλ σχετικά με το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, με τον Ιρανό υπουργό Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί να εκτοξεύει «σκληρές» προειδοποιήσεις τόσο προς το Τελ Αβίβ όσο και προς την Ουάσιγκτον.
Ο Ιρανός ΥΠΕΞ κατηγόρησε το Ισραήλ ότι κλιμακώνει τη ρητορική του και προειδοποίησε πως οποιαδήποτε ενέργεια σε βάρος της Τεχεράνης θα έχει «άμεση και ισχυρή απάντηση». Παράλληλα, έστειλε μήνυμα και προς τις ΗΠΑ, υποστηρίζοντας ότι φέρουν ευθύνη για τις ισραηλινές κινήσεις στην περιοχή.
«Αν το Ισραήλ ξεφύγει, η ευθύνη θα χρεωθεί και στον «αφέντη» του», είπε χαρακτηριστικά ο Α.Αραγτσί
Η ένταση πυροδοτήθηκε μετά από δηλώσεις του Ισραηλινού υπουργού Άμυνας Ισραέλ Κατζ, ο οποίος αναφέρθηκε στο Ιράν και στο ενδεχόμενο στρατιωτικής κλιμάκωσης, επαναλαμβάνοντας ότι το Ισραήλ δεν θα επιτρέψει στην Τεχεράνη να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Οι δηλώσεις αυτές προκάλεσαν την άμεση αντίδραση της ιρανικής πλευράς.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Αραγτσί υιοθέτησε ιδιαίτερα επιθετική ρητορική, μιλώντς για «τελεσίγραφα και απειλές» από την πλευρά του Ισραήλ και προειδοποιώντας ότι η συνέχιση αυτής της πολιτικής θα οδηγήσει σε επικίνδυνη κλιμάκωση στην περιοχή. Στη συνέχεια, έστρεψε τα βέλη του ευθέως προς την Ουάσιγκτον, υποστηρίζοντας ότι ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ \ έχει δεσμευτεί πως οι ΗΠΑ θα «φιμώσουν τα κατοικίδιά τους στο Τελ Αβίβ».
Η ανταλλαγή δηλώσεων εντάσσεται στο ήδη τεταμένο κλίμα γύρω από το ιρανικό πυρηνικό ζήτημα, με τη διπλωματία να δοκιμάζεται εκ νέου, ενώ οι φόβοι για περαιτέρω αποσταθεροποίηση στη Μέση Ανατολή παραμένουν έντονοι.
Ξεκάθαρο μήνυμα έστειλε ο Μπενιαμίν Νετανιάχου προς τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, καλώντας τον να «ηρεμήσει» αναφορικά με τη σκληρή ρητορική του κατά του Ισραήλ, την οποία η Άγκυρα ολοένα και κλιμακώνει.
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός απέδωσε την τουρκική στάση στην αποδυνάμωση του Ιράν, ενώ αναφέρθηκε και στις σχέσεις με την Αίγυπτο και τις ανησυχίες για τη χερσόνησο του Σινά.
Σε συνέντευξή του στο ισραηλινό τηλεοπτικό δίκτυο Channel 14, ερωτηθείς αν οι πρόσφατες δηλώσεις της τουρκικής ηγεσίας τον ανησυχούν, απάντησε λακωνικά: «Φυσικά και με ανησυχούν».
Το τελευταίο διάστημα, ο Ερντογάν και ανώτατοι Τούρκοι αξιωματούχοι έχουν κλιμακώσει τις επιθέσεις τους κατά του Ισραήλ. Νωρίτερα μέσα στον μήνα, ο υπουργός Εσωτερικών της Τουρκίας είχε δηλώσει ότι η χώρα πρέπει να «απελευθερώσει» την Ιερουσαλήμ.
Παράλληλα, σύμφωνα με δημοσιεύματα ισραηλινών και δυτικών μέσων ενημέρωσης, ο Τούρκος πρόεδρος, κατά τη διάρκεια προσευχής για το τέλος του Ραμαζανιού τον Μάρτιο του 2025, είχε προσευχηθεί, λέγοντας: «Είθε ο Αλλάχ, για χάρη του ονόματός του, να καταστρέψει και να αφανίσει το σιωνιστικό Ισραήλ».
Σύμφωνα με τους Times of Israel, ο Νετανιάχου υποστήριξε ότι η αυξανόμενη επιθετικότητα της Τουρκίας συνδέεται με τη μεταβολή των ισορροπιών στην περιοχή. «Αυτό που συμβαίνει στην Τουρκία είναι αποτέλεσμα της αποδυνάμωσης του Ιράν, που αποτελεί τον ακραίο σιιτικό άξονα, ενώ η Τουρκία εκπροσωπεί τον άξονα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, ένα εξίσου ακραίο κίνημα» δήλωσε.
Αναφερόμενος προσωπικά στον Τούρκο πρόεδρο, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός σημείωσε ότι οι δηλώσεις του περί καταστροφής του Ισραήλ και επανάκτησης της Ιερουσαλήμ αγνοούν τη σημερινή πραγματικότητα.
«Ο Ερντογάν λέει ότι θέλει να καταστρέψει το Ισραήλ και να κυβερνήσει ξανά την Ιερουσαλήμ. Νομίζω πως έχει ξεχάσει ότι τα 400 χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας έχουν τελειώσει. Σήμερα υπάρχει εδώ ένα ισχυρό κράτος που λέγεται Ισραήλ. Υπάρχουν οι Ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις, υπάρχει ο λαός του Ισραήλ και υπάρχει η κυβέρνηση του Ισραήλ. Θα ήταν σοφό να ηρεμήσει» ανέφερε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, διαμήνυσε ότι το Ισραήλ δεν πρόκειται να ανεχθεί απειλές κατά της ύπαρξής του ή της ασφάλειάς του. «Δεν θα επιτρέψουμε σε κανέναν να απειλήσει την ύπαρξή μας. Δεν θα επιτρέψουμε σε κανέναν να απειλήσει την ασφάλειά μας. Και νομίζω ότι έχουμε αποδείξει τι είμαστε ικανοί να κάνουμε» είπε.
Κατά τη διάρκεια της ίδιας συνέντευξης, ο Νετανιάχου κλήθηκε να σχολιάσει και τις ανησυχίες που εκφράζονται στο Ισραήλ σχετικά με την Αίγυπτο.
Η ερώτηση παρέπεμπε σε δημοσιεύματα ισραηλινών μέσων του τελευταίου έτους, σύμφωνα με τα οποία στην Ιερουσαλήμ υπάρχει προβληματισμός για την ενίσχυση της αιγυπτιακής στρατιωτικής παρουσίας στη χερσόνησο του Σινά, η οποία, σύμφωνα με το Ισραήλ, ενδέχεται να παραβιάζει τις ρήτρες αποστρατιωτικοποίησης της ειρηνευτικής συμφωνίας του 1979 μεταξύ των δύο χωρών.
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός αποκάλυψε ότι έχει ήδη θέσει το ζήτημα στην αιγυπτιακή πλευρά: «Έχω πραγματοποιήσει συζητήσεις με τους Αιγυπτίους και τους είπα τι περιμένω να γίνει. Ένα μέρος αυτών ήδη υλοποιείται. Πρόκειται απλώς για ζητήματα που αφορούν την τήρηση των συμφωνιών μεταξύ μας».
Κλείνοντας, ο Νετανιάχου τόνισε ότι το Ισραήλ οφείλει να διασφαλίσει τα σύνορά του, υποστηρίζοντας ότι οι γεωπολιτικές ισορροπίες στην περιοχή μεταβάλλονται συνεχώς.
«Πρέπει να προστατεύσουμε τα σύνορά μας. Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει να κατανοήσουμε ότι όταν μία δύναμη υποχωρεί, μια άλλη αναδύεται. Έτσι λειτουργεί πάντοτε η ιστορία. Και η δύναμη που πρέπει να συνεχίσει να ενισχύεται -και μάλιστα με ταχύτερο ρυθμό- είναι το κράτος του Ισραήλ» κατέληξε.
Σε μια προσπάθεια να αποδομήσει τη ρητορική περί νέου πατριωτισμού που προβάλλει η ΕΛ.Α.Σ. και ο επικεφαλής της Αλέξης Τσίπρας, το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ έθεσε στο στόχαστρό του θέσεις που αναπτύσσει το στέλεχος της ΕΛ.Α.Σ. Νίκος Μπίστης σχετικά τα εθνικά θέματα, το Αιγαίο, τις σχέσεις με την Τουρκία και το καλώδιο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Κύπρου-Ελλάδας, ενημερώνει η Παναγιώτα Μπίτσικα στο Documento.
Ο Νίκος Μπίστης είχε κάνει απαράδεκτη ανάρτηση με την οποία επεσήμαινε ότι «η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ επιμένει να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση στα θέματα εξωτερικής πολιτικής – ιδιαίτερα στα ελληνοτουρκικά- από τα «δεξιά»».
Έγραφε ότι τώρα «ζητά ο Νίκος Ανδρουλάκης να λάβει τέλος η εκκρεμότητα της πόντισης του καλωδίου για την ηλεκτρική διασύνδεση Κύπρου Ελλάδας», τονίζοντας ότι «πρόκειται για ανέξοδο παλληκαρισμό που αποσκοπεί στο χάιδεμα των παγιωμένων αντιτουρκικών ρεφλέξ».
Παράλληλα, ανέπτυξε τις μη παραδεκτές απόψεις του για αναζήτηση λύσεων προωθητικών και ταυτοχρόνως συμβιβαστικών, «λύσεων βασισμένων στην win win λογική που θα συνεκτιμά και θα συμπεριλαμβάνει τα συμφέροντα και της άλλης πλευράς (…)».
Το ΠΑΣΟΚ εξαπέλυσε πυρά κατά του κόμματος του Αλέξη Τσίπρα για τις απαράδεκτες θέσεις του Νίκου Μπίστη και σε ανακοίνωσή της η Χαριλάου Τρικούπη αναρωτήθηκε αν είναι επίσημη θέση του κόμματος ΕΛ.Α.Σ. «ότι δεν πρέπει να προχωρήσει η πόντιση του καλωδίου Κύπρου-Ελλάδας ή ότι το έργο αυτό τελεί υπό την έγκριση ή την άδεια τρίτης χώρας και δη της Τουρκίας; Ποιες είναι οι win win λύσεις στις οποίες αναφέρεται;».
Η επίθεση του ΠΑΣΟΚ σε ένα θέμα εξωτερικής πολιτικής που εμπλέκει την ΕΛ.Α.Σ. σε θέσεις που δεν είναι πλειοψηφικές με βάση τις εκφρασμένες τοποθετήσεις του νέου κόμματος και με δεδομένο ότι ήδη από ημέρες ο Αλέξης Τσίπρας είχε επισημάνει ότι χρειάζεται προσοχή στις δημόσιες παρεμβάσεις, ο Νίκος Μπίστης προχώρησε σε διευκρινιστική δήλωση στην οποία διαχωρίζει τη θέση από τις θέσεις της ΕΛ.Α.Σ. που όπως σημείωσε εκφράζεται από τους Τομεάρχες και τα όργανα του κόμματος.
Παρόλο που έκανε δήλωση ο Νίκος Μπίστης, η Χαριλάου Τρικούπη επέμεινε κατηγορώντας για αφωνία της ΕΛ.Α.Σ. σχετικά με την ανάρτηση του Νίκου Μπίστη.
Σε νέο σχόλιό του το ΠΑΣΟΚ σημείωσε ότι «ο κ. Τσίπρας όπως απαξιώνει τους πρώην πολιτικούς του συνοδοιπόρους ως βαρίδια που θα πρέπει να κάνουν αίτηση στο myelas γιατί κραδαίνει ως “λάφυρα” στη βιτρίνα πρόσωπα που τον εξύβριζαν, έτσι ζητά και δηλώσεις αυτοταπείνωσης από όσους δέχτηκε στο κόμμα του αλλά του χαλάνε την εικόνα».
Και συμπλήρωσε: «Ο κ. Μπίστης όταν έχει δημόσιο βήμα, εμφανίζεται ως στέλεχος του ΕΛΑΣ. Όπως συνέβη προ λίγων ημερών στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΪ, όπου έδωσε μισάωρη συνέντευξη με την ιδιότητα του στελέχους του ΕΛΑΣ. Συνεπώς, η ερώτηση μας απευθύνεται στο κόμμα ΕΛΑΣ και στον νέο πατριωτισμό του κ. Τσίπρα. Ποια είναι η επίσημη θέση τους για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου; Ποια είναι η win win λύση στο Αιγαίο για την οποία μιλούν τα στελέχη του; Συμφωνεί με τη θέση του κ. Μπίστη πως κανείς, -ούτε η Ελλάδα- δεν έχει απόλυτο δίκιο στο Αιγαίο;».
Πάντως είναι αξιοσημείωτο, ότι έκανε ανάρτηση στηρίζοντας τις θέσεις Μπίστη, το στέλεχος της ΕΛΑΣ, Γιώργος Σιακαντάρης, ο συντονιστής της ομάδας εργασίας του Ινστιτούτου του Αλέξη Τσίπρα, που έγραψε το μανιφέστο για την αριστερά του 21ου αιώνα. Στην ανάρτησή του, ανέφερε ο Σιακαντάρης τα εξής προκλητικά:
«Επιτέλους βρέθηκε ένας σαν τον Νίκο Μπίστη να επαναλάβει ορισμένες αλήθειες για οσα συμβαινουν στην εξωτερική πολιτική μας και κρατούν τη χώρα μας δέσμια ανωφελων λεονταρισμων χωρίς ουσία. Και ας σταματήσει και αυτή η ανοησια, σε οποιαδήποτε γνώμη φίλου η στελέχους της ΕΛΑΣ να τον ρωτουν, αν συμφωνεί ο Τσίπρας. Λες και ζούμε σε ολοκληρωτικά συστήματα που δεν επιτρέπεται η αυτονομία της σκέψης του καθενός και της καθεμιας εξ ημών».
Η αρχική ακραία απαράδεκτη τοποθέτηση του Νίκου Μπίστη στον προσωπικό του λογαριασμό στο Facebook είναι η εξής:
«Η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ επιμένει να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση στα θέματα εξωτερικής πολιτικής – ιδιαίτερα στα ελληνοτουρκικά- από τα « δεξιά». Τώρα ζητά ο Νίκος Ανδρουλάκης να λάβει τέλος η εκκρεμότητα της πόντισης του καλωδίου για την ηλεκτρική διασύνδεση Κύπρου Ελλάδας. Πρόκειται για ανέξοδο παλληκαρισμό που αποσκοπεί στο χάιδεμα των παγιωμένων αντιτουρκικών ρεφλέξ . Αν όμως αυτή η στάση του ΠΑΣΟΚ συναντήσει ευήκοα ώτα στο εσωτερικό της ΝΔ ( Δένδιας) η στην περιφέρεια της ( Σαμαράς, Βελόπουλος, Καρυστινού ) τότε αυτό που μέχρι σήμερα ακουγόταν ως ανεπιθύμητη επιθυμία – όπως είναι χρόνια τώρα η επέκταση των χωρικών μας υδάτων στα 12 νμ στο Αιγαίο – μπορεί να γίνει πρόβλημα του παρόντος. Όλοι εξάλλου θυμόμαστε την ευκολία με την οποία ο Κυριακος Μητσοτάκης ξέχασε ακόμα και την πολιτική του πατέρα του στο Μακεδονικό και έγινε ακραιφνής μακεδονομάχος κατά της Συμφωνίας των Πρεσπών.
Μέσα σε αυτό το κλίμα δεν είναι περίεργο ότι έχει υποχωρήσει στον δημόσιο λόγο η μόνη νηφάλια και εποικοδομητική προσέγγιση που επιβάλλει να ξεκινήσει η αντιμετώπιση του σκληρού πυρήνα των εκκρεμών διαφορών με την γείτονα . Αυτό αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε αναζήτηση λύσεων προωθητικών και ταυτοχρόνως συμβιβαστικών. . Λύσεων βασισμένων στην win win λογική που θα συνεκτιμά και θα συμπεριλαμβάνει τα συμφέροντα και της άλλης πλευράς με δεδομένο ότι αμφότερες έχουν ερείσματα στο Διεθνές Δίκαιο και καμμία το απόλυτο δίκαιο με το μέρος της.
Μονομερείς ενέργειες που υποκρύπτουν αποκλεισμό η παράκαμψη του άλλου από διευθετήσεις στο ενεργειακό πεδίο δεν θα προχωρήσουν. Και η εξέλιξη του πολέμου στον Κόλπο θα έπρεπε να έπεισε διάφορους πολεμοχαρείς αναλυτές ότι η ανεπιφύλακτη προσχώρηση της Ελλάδας και της Κύπρου στον αξονα ΗΠΑ Ισραήλ ( Τραμπ Νετανιάχου δηλαδή ) δεν ήταν τόσο καλή ιδέα όσο διαφημίστηκε αρχικά. Αντιθέτως η αρχικά εμφανιζόμενη – στον ελληνικό τύπο και στους αναλυτές και διεθνολόγους της ΝΔ και όχι μόνο- απομονωμένη Τουρκία διαδραμάτισε ουσιαστικό μεσολαβητικό ρόλο , εδραιώνοντας την θέση της ως περιφερειακή δύναμη. Και τώρα θα τρέχουμε να μικρύνουμε την αξία του δώρου που θα κάνει ο Τραμπ στον Ερντογάν. Η να παρακαλέσουμε και για το δικό μας αντίδωρο. Και ο φαύλος κύκλος καλά θα κρατεί».
Η πληρωμένη απάντηση του ΠΑΣΟΚ
Επί αυτής της τοποθέτησης εξέδωσε ανακοίνωση το απόγευμα της Τρίτης(30/6) το ΠΑΣΟΚ στην οποία ανέφερε ότι «ο κ. Νίκος Μπίστης, που εμφανίζεται επίσημα πια στα τηλεοπτικά κανάλια ως στέλεχος του κόμματος ΕΛΑΣ, με ανάρτηση του επικρίνει το ΠΑΣΟΚ και τον Νίκο Ανδρουλάκη γιατί ασκούν κριτική στην κυβέρνηση στα εθνικά θέματα και ζητούν χρονοδιάγραμμα για την ολοκλήρωση της πόντισης του καλωδίου της ηλεκτρικής διασύνδεσης Κύπρου-Ελλάδας.
Μάλιστα φτάνει στο σημείο να χαρακτηρίζει «μονομερή ενέργεια» την υλοποίηση ενός έργου κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, που βασίζεται στο διεθνές δίκαιο της θάλασσας και το ευρωπαϊκό κεκτημένο». Και το ΠΑΣΟΚ παρέθεσε τα εξής ερωτήματα προς την ΕΛ.Α.Σ. και τον επικεφαλής της Αλέξη Τσίπρα: «Είναι επίσημη θέση του κόμματος ΕΛΑΣ ότι δεν πρέπει να προχωρήσει η πόντιση του καλωδίου Κύπρου-Ελλάδας ή ότι το έργο αυτό τελεί υπό την έγκριση ή την άδεια τρίτης χώρας και δη της Τουρκίας;
Ποιες είναι οι win win λύσεις στις οποίες αναφέρεται το στέλεχος του κόμματος ΕΛΑΣ; Αυτός είναι ο νέος πατριωτισμός για τον οποίο μιλά ο κ. Τσίπρας;».
Λίγο αργότερα ο απαράδεκτος Νίκος Μπίστης έκανε την εξής δήλωση:
«Το ΠΑΣΟΚ με επίσημη ανακοίνωση του κόμματος εγκαλεί την ΕΛΑΣ για την κριτική που άσκησα σε ανάρτηση μου στο Facebook στον Νίκο Ανδρουλάκη με αφορμή την δήλωση του για το καλώδιο διασύνδεσης Ελλάδας Κύπρου, Η απάντηση μου :
1 Οι θέσεις μου για την εξωτερική πολιτική και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι σταθερές και αναλλοίωτες χρόνια τώρα. Από την εποχή της Ανανεωτικής Αριστεράς, του εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ. Με βάση αυτές τις θέσεις στήριξα την Συμφωνία των Πρεσπών την οποία το ΠΑΣΟΚ καταπολέμησε και ακόμα να επανορθώσει. Με βάση αυτές κρίνω πολιτικά την θέση του Νίκου Ανδρουλάκη.
2 Οι επίσημες θέσεις της ΕΛΑΣ εκφράζονται από τα όργανα και τους τομεάρχες του κόμματος. Δεν ανήκω σε αυτά.
3 Είναι γνωστό εδώ και καιρό ότι υποστηρίζω τον Αλέξη Τσίπρα και θα στηρίξω την ΕΛΑΣ στην προσπάθεια να αλλάξει ρότα η χώρα. Και ταυτοχρόνως θα υποστηρίζω τις απόψεις μου με τις οποίες πορεύτηκα χρόνια τώρα».
photo: Ο γυρολόγος του ελληνικού πολιτικού συστήματος Νίκος Μπίστης. Φωτογραφία από βίντεο μέσω OneTV
Για άλλη μια φορά οι Έλληνες πολίτες και οι Έλληνες Δικαστές και Εισαγγελείς είδαν την απόλυτη γελοιοποίηση των λεγόμενων «δημοκρατικών διαδικασιών»
Όσο και να ήθελε ο Υπουργός Δικαιοσύνης να παρουσιάσει ότι «όλα έγιναν καλά και με ομοφωνία» στην επιλογή του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, το τραύμα το είδε όλος ο λαός και το τραύμα στη Δικαιοσύνη έμεινε. Για άλλη μια φορά οι Έλληνες πολίτες και οι Έλληνες Δικαστές και Εισαγγελείς είδαν την απόλυτη γελοιοποίηση των λεγόμενων «δημοκρατικών διαδικασιών» που μόνο δημοκρατικές δεν ήταν.
Η γελοιοποίηση ξεκίνησε πέρυσι όταν ψηφίστηκε για πρώτη φορά η έκφραση γνώμης των ίδιων των δικαστών και εισαγγελέων του Αρείου Πάγου μέσω ψηφοφορίας μεταξύ τους. Στο μεταξύ ήδη το Υπουργείο Δικαιοσύνης διέρρευσε δημόσια ποιους θεωρούσε εκλεκτούς του. Τελικά αυτοί και επιλέχθηκαν με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, παρότι η Πρόεδρος ήρθε τέταρτη στην ψηφοφορία του Αρείου Πάγου και με τις μισές ψήφους της πρώτης κας Αλεξάνδρα Αποστολάκη, ενώ ο Εισαγγελέας δεύτερος στην ψηφοφορία στην Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, μετά τον πρωτεύσαντα και μάλιστα με τις ψήφους των τριών μεγάλων κομμάτων κ. Βασίλη Φλωρίδη.
Φέτος, και πριν ξεκινήσουν οι διαδικασίες λόγω συνταξιοδότησης των δύο περισυνών επιλεγέντων, το Υπουργείο Δικαιοσύνης και πάλι ανακοίνωσε δημόσια ποιους έχει ήδη επιλέξει για Πρόεδρο και Εισαγγελέα. Δύο συνδικαλιστές, τον κ. Παναγιώτη Λυμπερόπουλο και τον κ. Ευάγγελο Μπακέλα. Αυτή τη φορά όμως το κόλπο έπιασε αφού πολλοί δικαστές σκέφθηκαν να ψηφίσουν τους δύο ήδη προτεινόμενους, δεδομένου ότι ήταν νωπή η μνήμη τους για το τι είχε συμβεί πέρυσι. Πολλοί όμως αντιστάθηκαν και δεν τους ψήφισαν, αλλά αντίθετα ψήφισαν τους καλύτερους, σεβόμενοι πάντα και την αρχαιότητα. Έτσι ναι μεν οι απαραδέκτως και πέραν κάθε ηθικής προτεινόμενοι προ πάσης διαδικασίας ήρθαν πρώτοι, αλλά μια ανάσα από αυτούς εξελέγησαν και οι πιο άξιοι, καταρτισμένοι και ηθικοί δικαστές όπως η κ. Χρυσούλα Πλατιά, ο Σωκράτης Πλαστήρας, η Κατερίνα Χονδρορίζου, ο Γιώργος Σχοινοχωρίτης και ο εισαγγελέας κ. Βασίλης Φλωρίδης.,
Όμως αυτή τη φορά, στη διαδικασία ενώπιον ενώπιον της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής, το Υπουργείο Δικαιοσύνης ήταν πιο καλά προετοιμασμένο. Θέλοντας να καταστείλουν το ελεύθερο φρόνημα των βουλευτών, ασκήθηκε σκληρό πρεσάρισμα σ αυτούς ώστε « να μη γίνουν τα περυσινά». Έτσι, ώ του θαύματος, πρώτευσαν και εκεί οι προτεινόμενοι από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Πέρασε ατόφια «η κομματική γραμμή». Το παρήγορο στην όλη υπόθεση ήταν ότι το μεγαλύτερο μέρος των υποψηφίων δεν πήγε καν στη Βουλή για να παρουσιαστεί, με την εμφανή αιτιολογία ότι δεν ήθελαν Ανώτατοι Δικαστές να διασυρθούν σε μία δημοκρατική, τάχα μου, διαδικασία, τη στιγμή που το παιχνίδι ήταν στημένο εκ των προτέρων. Υπάρχουν δικαστές δηλαδή που δεν δέχονται να υποταχθούν στις απαιτήσεις των πολιτικών. Είτε αυτές έχουν αναλογικό χαρακτήρα είτε ψηφιακό. Να γίνουν υποχείρια τους. Και μάλιστα διασυρόμενοι πίσω από δήθεν δημοκρατικές διαδικασίες.
Άρα δεν πρέπει να ανησυχούμε αγαπητοί μου.
Γιατί αποδείχθηκε ότι σ αυτή τη χώρα υπάρχουν πράγματι «Δικαστές εις τας Αθήνας».
Στις 18 Απριλίου και στις 2 Μαΐου οι προεδρικές κάλπες στη Γαλλία. Οριστικά τέλος ο Μακρόν από την εξουσία.
Κύβος ερρίφθη… Οι Γάλλοι θα προσέλθουν στις κάλπες για να εκλέξουν νέο πρόεδρο στη χώρα στις 18 Απριλίου (πρώτος γύρος) και στις 2 Μαΐου (δεύτερος γύρος) του επόμενου έτους, σύμφωνα με δύο κυβερνητικούς αξιωματούχους.
Οι λεπτομέρειες για τις εκλογές, τις οποίες μετέδωσε πρώτη η τοπική εφημερίδα Ouest-France, αναμένεται να ανακοινωθούν επισήμως μετά τη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου το πρωί της Τετάρτης.
Με βάση τους νομικούς και συνταγματικούς περιορισμούς που διέπουν τις ημερομηνίες των γαλλικών προεδρικών εκλογών, οι μόνες άλλες ημερομηνίες που θα μπορούσαν να επιλεγούν ήταν η 11η και η 25η Απριλίου. Ωστόσο, οι ημερομηνίες που προκρίθηκαν φέρνουν την εκλογική διαδικασία πιο κοντά στις 13 Μαΐου, όταν και ολοκληρώνεται η δεύτερη θητεία του προέδρου Εμανουέλ Μακρόν.
Οριστικά τέλος ο Μακρόν
Σημειώνεται ο Μακρόν, ο οποίος στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις έχει υποστεί διαδοχικές ήττες και η δημοφιλία του βρίσκεται εξαιρετικά χαμηλά, δεν έχει συνταγματικά το δικαίωμα να διεκδικήσει μια τρίτη συνεχόμενη θητεία και άρα αποχωρεί οριστικά από την ηγεσία της χώρας.
Πολλοί οι υποψήφιοι, ένα το φαβορί
Στην κούρσα για την προεδρία της Γαλλίας έχει συγκεντρωθεί ένας μεγάλος αριθμός υποψηφίων, μεταξύ των οποίων είναι δύο πρώην πρωθυπουργοί του Μακρόν, ο Εντουάρ Φιλίπ και ο Γκαμπριέλ Ατάλ, καθώς και ο ηγέτης της ριζοσπαστικής Αριστεράς, Ζαν-Λικ Μελανσόν.
Ωστόσο το φαβορί, σύμφωνα με όλες τις δημοσκοπήσεις, είναι ο υποψήφιος του Εθνικού Συναγερμού, όποιος κι αν είναι αυτός. Συγκεκριμένα το ακροδεξιό κόμμα δεν μπορεί ακόμα να αποφασίσει ποιος θα διεκδικήσει το προεδρικό χρίσμα, εάν δηλαδή θα είναι η Μαρίν Λεπέν ή ο «υπαρχηγός» της Ζορντάν Μπαρντέλ εξαιτίας της εκκρεμούς δικαστικής υπόθεσης της επικεφαλής του Εθνικού Συναγερμού.
Συγκεκριμένα για να ανακοινωθεί ο υποψήφιος θα πρέπει να αποφανθεί το δικαστήριο επί της έφεσης της Λεπέν κατά της καταδίκης της για την υπόθεση υπεξαίρεσης ευρωπαϊκών κονδυλίων, η οποία προβλέπει την πενταετή απαγόρευση συμμετοχής σε οποιοδήποτε δημόσιο αξίωμα.
Την είδηση του θανάτου του Βασίλη Λεβέντη έκανε γνωστή ο γιος του Μάριος Γεωργιάδης.Ο πρόεδρος της Ένωσης Κεντρώων, Βασίλης Λεβέντης, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 75 ετών. Την είδηση έκανε γνωστή μέσω ανάρτησής του στο facebook ο γιος του, Μάριος Γεωργιάδης.
Λίγα λόγια για τον Βασίλη Λεβέντη
Ο Βασίλης Λεβέντης γεννήθηκε το 1951 στη Μεσσήνη Μεσσηνίας, τέταρτο παιδί του Απόστολου και της Γρηγορίας Λεβέντη. Η οικογένεια Λεβέντη μετοίκησε στον Πειραιά, όπου ο Βασίλης Λεβέντης τελείωσε Δημοτικό και Γυμνάσιο.
Το newsletter του iEidiseis καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ.
Το 1969 εισήλθε τέταρτος στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο, σχολή Πολιτικών Μηχανικών. Κατά τη διάρκεια του αντιδικτατορικού αγώνα (1970-74), φοιτητής του Πολυτεχνείου, λειτούργησε πολύγραφο και με επιτελείο συμφοιτητών του διένειμε προκηρύξεις, καλώντας τους Αθηναίους σε εξέγερση ενάντια στο δικτατορικό καθεστώς.
Με την ενεργό πολιτική ασχολήθηκε για πρώτη φορά το 1974 ως ιδρυτικό μέλος και έπειτα ως υποψήφιος βουλευτής του ΠΑΣΟΚ. Μετά το 1981 όμως διαφώνησε με την ασκούμενη πολιτική και αποχώρησε. Το 1982 έθεσε υποψηφιότητα για Δήμαρχος του Πειραιά. Το 1984 ίδρυσε το πρώτο Οικολογικό κόμμα στην Ελλάδα, και το 1992 συνέδριο αποφάσισε την ίδρυση της Ένωσης Κεντρώων. Το 1990 ο Βασίλης Λεβέντης λειτούργησε τον τηλεοπτικό σταθμό Κανάλι 40, που μετεξελίχθηκε σε Extra Channel.
Παρουσίαζε τηλεοπτική εκπομπή πολιτικού περιεχομένου στο κανάλι, με τίτλο Πολιτικός Μαραθώνιος, που προβαλλόταν σε εβδομαδιαία βάση. Ακολούθως οι εκπομπές του μεταφέρθηκαν στο επίσημο κανάλι της Ένωσης Κεντρώων στο YouTube με το όνομα Αντιδιαπλοκή TV. Για χρόνια αρθρογραφούσε τακτικά στην εφημερίδα Αυριανή.
Η Ένωση Κεντρώων έλαβε μέρος σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις μετά το 1992, με πληρότητα συνδυασμών σε όλη τη χώρα. Το κόμμα εισήλθε στη Βουλή το 2015 και ο Βασίλης Λεβέντης κατέλαβε την έδρα της Β’ Αθηνών (20/09/2015 – 11/06/2019). Αξίζει να σημειωθεί ότι η πρώτη επαφή του Βασίλη Λεβέντη με την πολιτική έγινε όταν, σε ηλικία 23 χρόνων, συνέβαλε στη συγγραφή των άρθρων 21 και 24 του Συντάγματος του 1975, ως ουσιώδης συνεργάτης του πρύτανη του ΕΜΠ Κυπριανού Μπίρη.
Το «αντίο» του Μάριου Γεωργιάδη – «Καλό ταξίδι, πατέρα»
«Δεν περίμενα ποτέ ότι αυτή η στιγμή θα ερχόταν τόσο νωρίς. Μόλις στα 75 σου. Με μεγάλο πόνο σήμερα αποχαιρετώ τον πατέρα μου. Τον άνθρωπο που με μεγάλωσε, με στήριξε σε κάθε βήμα της ζωής μου και μου έμαθε, με το παράδειγμά του, τι σημαίνει αξιοπρέπεια, επιμονή, υπομονή, συνέπεια και θάρρος.
Για πολλούς ήσουν ο Πρόεδρος. Για μένα ήσουν απλώς ο πατέρας μου. Δεν ήμουν το βιολογικό σου παιδί. Όμως ποτέ δεν με έκανες να αισθανθώ ότι ήμουν κάτι λιγότερο από γιος σου. Και σήμερα, κοιτάζοντας πίσω σε μια ολόκληρη ζωή, συνειδητοποιώ ότι το αίμα μπορεί να δημιουργεί συγγένεια. Όμως η αγάπη, η φροντίδα και η παρουσία είναι αυτές που δημιουργούν έναν πατέρα. Και εσύ ήσουν ο πατέρας μου.
Σε ευχαριστώ που με μεγάλωσες σαν δικό σου παιδί. Σε ευχαριστώ για όλα όσα μου δίδαξες, όχι μόνο με τα λόγια σου, αλλά με τον τρόπο που έζησες. Η μεγαλύτερη παρακαταθήκη σου δεν είναι όσα κατάφερες. Είναι ο τρόπος που έζησες. Ο τρόπος που αγωνίστηκες. Ο τρόπος που έμεινες πιστός στις αρχές σου. Καλό ταξίδι, πατέρα. Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ».
Το συλλυπητήριο μήνυμα Μητσοτάκη
«Με θλίψη πληροφορήθηκα την απώλεια του Βασίλη Λεβέντη. Υπήρξε μια ξεχωριστή προσωπικότητα στη δημόσια ζωή, με τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Μια παρουσία που υπηρέτησε τις απόψεις του με πάθος επί δεκαετίες. Στην οικογένεια και τους φίλους του εκφράζω τα ειλικρινή μου συλλυπητήρια», έγραψε ο πρωθυπουργός σε ανάρτησή του.
Οι διαρροές Νέας Δημοκρατίας, ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ σύμφωνα με το β’ μέρος του γκάλοπ.
Τους βασικούς «αιμοδότες» των κομμάτων του Αλέξη Τσίπρα και της Μαρίας Καρυστιανού αποκαλύπτει το β’ μέρος της δημοσκόπησηςτης MARC για λογαριασμό του κεντρικού δελτίου ειδήσεων του ΑΝΤ1.
Η ΕΛ.Α.Σ αντλεί κατά βάση ψηφοφόρους από ΣΥΡΙΖΑ , ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ και Ελληνική Λύση ενώ η Ελπίδα για τη Δημοκρατία από Νίκη, Πλεύση Ελευθερίας και Ελληνική Λύση.
Ενδιαφέροντα είναι και τα ευρήματα που προκύπτουν για τις προτιμήσεις των πολιτών για την επόμενη κυβέρνηση.
Όπως προκύπτει από την έρευνα το 28,7% θέλει συνεργασία ΕΛΑΣ-ΠΑΣΟΚ και άλλων μικρότερων κομμάτων, το 24,8% αυτοδύναμη ΝΔ, το 11,2% συνεργασία ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, το 10,1% συνεργασία ΝΔ και μικρότερο δεξιών κομμάτων, 12,3% Άλλη ενώ δεν απαντά το 12,8%.
MARC
Οι διαρροές ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ
Ειδικότερα, όσον αφορά στις διαρροές της ΝΔ προς άλλα κόμματα καταγράφονται τα εξής:
ΠΑΣΟΚ 2,7%
ΕΛ.Α.Σ. 3,8%
Ελπίδα για τη Δημοκρατία 3,5%
Ελληνική Λύση 1,9%
Φωνή Λογικής 1,5%
Άλλο κόμμα 3,2%
Αδιευκρίνιστη 12,9%
MARC
Όσον αφορά τις διαρροές του ΠΑΣΟΚ προς άλλα κόμματα καταγράφονται τα εξής:
ΝΔ 4,1%
ΕΛ.Α.Σ. 8,3%
Ελπίδα για τη Δημοκρατία 5,7%
Ελληνική Λύση 2%
Πλεύση Ελευθερίας 2,2%
Φωνή Λογικής 3,6%
Αδιευκρίνιστη 15,4%
MARC
Όσον αφορά τις διαρροές του ΣΥΡΙΖΑ προς άλλα κόμματα καταγράφονται τα εξής:
ΝΔ 2,8%
ΠΑΣΟΚ 4,5%
ΕΛ.Α.Σ. 57,5%
Ελπίδα για τη Δημοκρατία 7,5%
Δημοκράτες Προοδευτικό Κέντρο 2,9%
Νέα Αριστερά 1,7%
Άλλο κόμμα 3,5%
Αδιευκρίνιστη 10,2%
MARC
Από που προέρχονται οι ψήφοι της ΕΛ.Α.Σ
Η ίδια δημοσκόπηση καταγράφει και το ποιοι ψηφίζουν την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη του Αλέξη Τσίπρα.
Ειδικότερα, καταγράφονται τα εξής:
ΝΔ 3,8%
ΣΥΡΙΖΑ 57,5%
ΠΑΣΟΚ 8,3%
ΚΚΕ 8,1%
Ελληνική Λύση 5,4%
Πλεύση Ελευθερίας 9,1%
ΜέΡΑ 25 10,5%
Άλλο κόμμα 2%
Δεν ψήφισαν/θα ψηφίσουν 15,8%
MARCMARC
Από που προέρχονται οι ψήφοι της Ελπίδα για τη Δημοκρατία
Η ίδια δημοσκόπηση καταγράφει και το ποιοι ψηφίζουν την Ελπίδα για τη Δημοκρατία της Μαρίας Καρυστιανού.
Ειδικότερα, καταγράφονται τα εξής:
Νίκη 45,6%
ΝΔ 3,5%
ΣΥΡΙΖΑ 7,5%
ΠΑΣΟΚ 5,7%
ΚΚΕ 6,2%
Ελληνική Λύση 16,3%
Πλεύση Ελευθερίας 9,1%
Άλλο κόμμα 20,4%
Δεν ψήφισαν/θα ψηφίσουν 17,9%
Το 29% λέει ότι πρέπει να κάνει κόμμα ο Αντώνης Σαμαράς
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ερώτημα αν «θα πρέπει να κάνει κόμμα ο Αντώνης Σαμαράς». Σε αυτό οι ερωτηθέντες απαντούν
ΟΧΙ 60,2%
ΝΑΙ 29%
ΔΑ 10,7%
Πότε να γίνουν εκλογές
Στο ερώτημα «πότε να γίνουν οι εκλογές» το 49,6% απαντά «προς το τέλος της τετραετίας, την Άνοιξη του 2027» και το 44,7% ζητά «πρόωρες εκλογές το ερχόμενο φθινόπωρο».
Συνεργασία ή νέες εκλογές;
Στο ερώτημα «κυβέρνηση συνεργασίας ή εκλογές σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας» το 56,7% ζητά να γίνουν ξανά εκλογές έναντι του 39% που ζητά να σχηματιστεί κυβέρνηση συνεργασίας.