του Θεόδωρου Ατματζίδη, Υποστρατήγου ε.α.
Η σχέση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Τουρκίας εισέρχεται εκ νέου σε μια περίοδο έντονης κινητικότητας. Η απόφαση της κυβέρνησης του Προέδρου Donald Trump να κινήσει τις διαδικασίες ενημέρωσης του Κογκρέσου για την πιθανή εξαγωγή κινητήρων General Electric F110 προς την Τουρκία αναζωπύρωσε τη συζήτηση γύρω από το μέλλον των αμερικανοτουρκικών αμυντικών σχέσεων. Σχεδόν ταυτόχρονα, πληροφορίες από αμερικανικές κυβερνητικές πηγές ανέφεραν ότι εξετάζονται νομικές επιλογές για το κατά πόσο θα μπορούσε, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να ανοίξει εκ νέου ο φάκελος της συμμετοχής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών πέμπτης γενιάς F-35.
Οι εξελίξεις αυτές δημιούργησαν εύλογα ερωτήματα. Πρόκειται για μια ουσιαστική στρατηγική αναθεώρηση της αμερικανικής πολιτικής ή για μια περιορισμένη προσπάθεια αποκατάστασης της συνεργασίας με έναν δύσκολο αλλά σημαντικό σύμμαχο; Επιχειρεί η Ουάσιγκτον να επαναφέρει την Άγκυρα στον δυτικό αμυντικό πυρήνα ή απλώς να αποτρέψει την περαιτέρω απομάκρυνσή της προς εναλλακτικά κέντρα ισχύος, όπως η Ρωσία και η Κίνα;
Για να μπορέσουμε να απαντήσουμε τα ερωτήματα αυτά, επιβάλλεται επιστροφή στο σημείο όπου ουσιαστικά διακόπηκε η στρατηγική εμπιστοσύνη μεταξύ των δύο χωρών.

Η αρχή της κρίσης
Η σημερινή κρίση δεν γεννήθηκε με την επανεκλογή του Donald Trump ούτε αποτελεί αποτέλεσμα μιας μεμονωμένης διαφωνίας. Οι ρίζες της βρίσκονται στη σταδιακή μεταβολή της τουρκικής στρατηγικής αντίληψης κατά την τελευταία δεκαετία.
Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, η τουρκική ηγεσία επιδίωξε μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία έναντι των δυτικών συμμάχων. Η επιλογή αγοράς του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400 αποτέλεσε το σημαντικότερο σημείο καμπής.
Η Ουάσιγκτον προειδοποίησε επανειλημμένα ότι η ταυτόχρονη λειτουργία των S-400 και των F-35 δημιουργούσε απαράδεκτους κινδύνους ασφαλείας. Σύμφωνα με τις αμερικανικές υπηρεσίες ασφαλείας, η συμβίωση των δύο συστημάτων θα μπορούσε να επιτρέψει στη Ρωσία να αποκτήσει πολύτιμα δεδομένα σχετικά με το ηλεκτρονικό ίχνος (stealth signature), τα ραντάρ και τις επιχειρησιακές δυνατότητες των F-35.
Το ζήτημα δεν ήταν απλώς τεχνικό. Ήταν βαθύτατα πολιτικό και στρατηγικό.
Για πρώτη φορά στην ιστορία του ΝΑΤΟ, κράτος-μέλος αποφάσιζε να εντάξει στο οπλοστάσιό του ένα κορυφαίο ρωσικό στρατηγικό σύστημα, παρά τις έντονες αντιρρήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και των υπολοίπων συμμάχων. Η αμερικανική αντίδραση υπήρξε ιδιαίτερα αυστηρή.
Το 2019 η Τουρκία αποβλήθηκε από το πρόγραμμα F-35, στο οποίο συμμετείχε όχι μόνο ως πελάτης αλλά και ως βιομηχανικός εταίρος. Τουρκικές εταιρείες παρήγαγαν εκατοντάδες εξαρτήματα του αεροσκάφους, ενώ η Άγκυρα είχε ήδη επενδύσει σημαντικά κεφάλαια και σχεδίαζε την προμήθεια εκατό μαχητικών.
Παράλληλα, επιβλήθηκαν κυρώσεις μέσω του νόμου CAATSA κατά της τουρκικής Διεύθυνσης Αμυντικής Βιομηχανίας, σηματοδοτώντας μια πρωτοφανή επιδείνωση στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις.

Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι οι S-400
Στη δημόσια συζήτηση συχνά παρουσιάζεται η κρίση ως αποτέλεσμα αποκλειστικά της αγοράς των S-400. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι περισσότερο περίπλοκη.
Οι S-400 λειτούργησαν ως καταλύτης μιας ήδη διαμορφούμενης δυσπιστίας.
Στην Ουάσιγκτον είχε προηγηθεί έντονος προβληματισμός για την αυξανόμενη διαφοροποίηση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής από τις στρατηγικές προτεραιότητες του ΝΑΤΟ. Οι επιχειρήσεις στη Συρία, οι διαφωνίες σχετικά με τους Κούρδους, η προσέγγιση με τη Μόσχα, οι εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο και οι συγκρούσεις με ευρωπαϊκές κυβερνήσεις είχαν ήδη διαβρώσει το κλίμα εμπιστοσύνης.
Η αγορά των S-400 αποτέλεσε το σημείο πέρα από το οποίο η αμερικανική πολιτική δεν μπορούσε πλέον να συνεχίσει όπως πριν.
Αυτό εξηγεί γιατί ακόμη και σήμερα, παρά τη διάθεση της κυβέρνησης Trump να εξετάσει νέες δυνατότητες συνεργασίας, το βασικό νομικό εμπόδιο παραμένει ενεργό. Δεν αρκεί μια πολιτική απόφαση του Λευκού Οίκου. Το Κογκρέσο έχει ενσωματώσει περιορισμούς στη νομοθεσία που συνδέουν άμεσα οποιαδήποτε επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35 με την πλήρη επίλυση του ζητήματος των S-400.
Με άλλα λόγια, η διαφωνία έχει πλέον μετατραπεί από πολιτική σε θεσμική.
Γιατί επανέρχονται τώρα οι κινητήρες F110
Η πρόσφατη αμερικανική πρωτοβουλία αφορά τους κινητήρες General Electric F110, οι οποίοι προορίζονται για το τουρκικό μαχητικό πέμπτης γενιάς KAAN.
Εδώ βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες παρανοήσεις που κυκλοφορούν στον δημόσιο διάλογο.
Η έγκριση εξαγωγής κινητήρων δεν ισοδυναμεί με επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35.
Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά ζητήματα.

Οι κινητήρες αποτελούν εξαγώγιμο αμυντικό υλικό, το οποίο μπορεί να εγκριθεί μέσω της προβλεπόμενης διαδικασίας εξαγωγών, εφόσον δεν παραβιάζονται οι σχετικοί περιορισμοί της αμερικανικής νομοθεσίας.
Αντιθέτως, η επιστροφή στο πρόγραμμα F-35 απαιτεί ουσιαστικά πολιτική και νομοθετική αναθεώρηση, καθώς η αποβολή της Τουρκίας δεν ήταν απλώς διοικητική πράξη αλλά αποτέλεσμα συγκεκριμένων αποφάσεων του Κογκρέσου.
Η διάκριση αυτή έχει κρίσιμη σημασία.
Η κυβέρνηση Trump φαίνεται να θεωρεί ότι η υποστήριξη του προγράμματος KAAN μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση της Τουρκίας εντός του δυτικού τεχνολογικού οικοσυστήματος, χωρίς να συνεπάγεται αυτόματα αποκατάσταση της συμμετοχής της στο πλέον ευαίσθητο πρόγραμμα της αμερικανικής αεροπορικής βιομηχανίας.
Με άλλα λόγια, η Ουάσιγκτον επιχειρεί να διαχωρίσει την πολιτική διαχείριση της συμμαχίας από το ειδικό ζήτημα των F-35.
Μια νέα σχολή σκέψης στην Ουάσιγκτον
Πίσω από αυτές τις κινήσεις διαμορφώνεται μια ευρύτερη στρατηγική αντίληψη.
Η κυβέρνηση Trump δείχνει να προσεγγίζει την εξωτερική πολιτική μέσα από το πρίσμα του γεωπολιτικού πραγματισμού. Σε έναν κόσμο όπου η αντιπαράθεση με την Κίνα αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία και η Ρωσία εξακολουθεί να αποτελεί παράγοντα αποσταθεροποίησης, η Τουρκία αντιμετωπίζεται λιγότερο ως «προβληματικός σύμμαχος» και περισσότερο ως κράτος που δεν πρέπει να χαθεί από τη δυτική στρατηγική αρχιτεκτονική.
Αυτή η προσέγγιση δεν σημαίνει ότι έχουν εξαφανιστεί οι διαφωνίες. Σημαίνει όμως ότι η Ουάσιγκτον επιχειρεί να αξιολογήσει εκ νέου το κόστος μιας παρατεταμένης ρήξης με μια χώρα που ελέγχει τα Στενά, διαθέτει τη δεύτερη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη του ΝΑΤΟ και βρίσκεται στο γεωγραφικό σταυροδρόμι Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Μαύρης Θάλασσας.
Το ερώτημα, ωστόσο, είναι αν αυτή η νέα λογική γίνεται αποδεκτή από όλους τους θεσμούς της αμερικανικής εξουσίας ή αν προσκρούει στις αντιστάσεις του Κογκρέσου και του ευρύτερου αμερικανικού συστήματος εθνικής ασφάλειας.
Trump, Κογκρέσο και η μάχη για τη νέα αμερικανική στρατηγική απέναντι στην Τουρκία
Εάν στο πρώτο μέρος προσπάθησα να προσεγγίσω γιατί οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις οδηγήθηκαν στη βαθύτερη κρίση των τελευταίων δεκαετιών, σε αυτό το μέρος θα προσπαθήσω να κατανοηθεί το πιο κρίσιμο ερώτημα: τι πραγματικά επιδιώκει σήμερα η κυβέρνηση του Προέδρου Trump και γιατί η πολιτική της συναντά ισχυρές αντιδράσεις στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η εύκολη ερμηνεία είναι ότι ο Trump επιθυμεί απλώς να αποκαταστήσει τις σχέσεις με τον Πρόεδρο Erdoğan. Η εξήγηση αυτή, όμως, είναι ανεπαρκής. Οι προσωπικές σχέσεις μεταξύ ηγετών μπορεί να διευκολύνουν τον διάλογο, αλλά δεν αρκούν για να εξηγήσουν μεταβολές σε ζητήματα που αγγίζουν τον πυρήνα της αμερικανικής εθνικής ασφάλειας.

Στην πραγματικότητα, η σημερινή αμερικανική συζήτηση αφορά κάτι βαθύτερο:
ποιος είναι ο ρόλος της Τουρκίας στη νέα παγκόσμια ισορροπία ισχύος και ποιο είναι το κόστος είτε της επαναπροσέγγισης είτε της μόνιμης αποξένωσής της.
Η ιδεολογία μετατρέπεται σε γεωπολιτικό πραγματισμό
Η δεύτερη θητεία του Donald Trump χαρακτηρίζεται από μια περισσότερο πραγματιστική προσέγγιση στις διεθνείς σχέσεις. Η βασική αρχή δεν είναι η ιδεολογική σύγκλιση με τους συμμάχους, αλλά η αξιολόγηση της στρατηγικής τους χρησιμότητας.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η Τουρκία αντιμετωπίζεται ως χώρα με τέσσερα χαρακτηριστικά που δύσκολα μπορούν να αγνοηθούν:
-
ελέγχει τα Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων, κρίσιμα για την πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα,
-
διαθέτει τη δεύτερη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη του ΝΑΤΟ,
-
συνορεύει με περιοχές όπου συγκλίνουν τα συμφέροντα των ΗΠΑ (Συρία, Ιράκ, Ιράν, Καύκασος, Ανατολική Μεσόγειος),
-
και αποτελεί σημαντικό κόμβο για τη μεταφορά ενέργειας και τη διασύνδεση Ευρώπης–Ασίας.
Για την κυβέρνηση Trump, η διατήρηση μιας σχέσης λειτουργικής συνεργασίας με την Άγκυρα θεωρείται προτιμότερη από μια παρατεταμένη περίοδο αποξένωσης, η οποία θα μπορούσε να ενισχύσει τη ρωσική ή κινεζική επιρροή στην Τουρκία.
Αυτό δεν σημαίνει αποδοχή όλων των τουρκικών επιλογών. Σημαίνει, όμως, ότι η Ουάσιγκτον εξετάζει και αναζητά τρόπους σταδιακής αποκατάστασης της συνεργασίας, χωρίς να εμφανιστεί ότι εγκαταλείπει τις αρχές που η ίδια είχε θέσει μετά την αγορά των S-400.

Γιατί κινητήρες και όχι τα F-35
Η επιλογή να ξεκινήσει η επαναπροσέγγιση από την πιθανή εξαγωγή κινητήρων General Electric F110 δεν είναι τυχαία.
Από στρατηγική άποψη, πρόκειται για μια δοκιμαστική κίνηση χαμηλότερου πολιτικού κόστους.
Οι κινητήρες αποτελούν ένα σημαντικό, αλλά όχι το πιο ευαίσθητο στοιχείο της αμερικανικής αμυντικής τεχνολογίας. Αντίθετα, το πρόγραμμα F-35 θεωρείται το πλέον προστατευόμενο αεροπορικό πρόγραμμα των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η κυβέρνηση Trump φαίνεται να επιδιώκει να στείλει δύο διαφορετικά μηνύματα ταυτόχρονα:
Προς την Τουρκία, ότι η Ουάσιγκτον δεν επιθυμεί την πλήρη αποκοπή της από τη δυτική αμυντική βιομηχανία.
Προς το Κογκρέσο, ότι δεν επιχειρεί να παρακάμψει τη νομοθεσία για τα F-35, αλλά να αξιοποιήσει τα περιθώρια που εξακολουθεί να παρέχει το αμερικανικό σύστημα εξαγωγών αμυντικού υλικού.
Η διάκριση αυτή είναι σημαντική και εξηγεί γιατί αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι η υπόθεση των κινητήρων δεν αποτελεί “προπομπό” της άμεσης επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35, αλλά περισσότερο έναν μηχανισμό αποκατάστασης ενός ελάχιστου επιπέδου στρατηγικής εμπιστοσύνης.
Το Κογκρέσο ως ανεξάρτητος παράγοντας ισχύος
Συχνά στην Ευρώπη υπάρχει η εντύπωση ότι μια απόφαση του Αμερικανού Προέδρου αρκεί για να αλλάξει την εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η πραγματικότητα είναι διαφορετική.
Στα ζητήματα εξαγωγών οπλικών συστημάτων, το Κογκρέσο διαθέτει ουσιαστικό ρόλο, τόσο μέσω της νομοθεσίας όσο και μέσω της δυνατότητας πολιτικής πίεσης.
Ειδικά στην περίπτωση της Τουρκίας, οι αντιρρήσεις δεν προέρχονται αποκλειστικά από τους Δημοκρατικούς. Ένα τμήμα των Ρεπουμπλικανών γερουσιαστών και βουλευτών θεωρεί ότι οποιαδήποτε ουσιαστική χαλάρωση της αμερικανικής στάσης θα υπονόμευε την αξιοπιστία της αμερικανικής πολιτικής κυρώσεων.
Το επιχείρημά τους είναι απλό:
Εάν μια χώρα αγοράζει προηγμένα ρωσικά οπλικά συστήματα και, παρά ταύτα, αποκτά εκ νέου πρόσβαση σε αμερικανική στρατιωτική τεχνολογία χωρίς ουσιαστικές παραχωρήσεις, τότε δημιουργείται προηγούμενο που μπορεί να αποδυναμώσει την αποτρεπτική ισχύ της αμερικανικής νομοθεσίας.
Συμπερασματικά, το ζήτημα δεν αφορά μόνο την Τουρκία. Αφορά την αξιοπιστία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής συνολικά.

Η σύγκρουση των δύο σχολών σκέψης
Στην Ουάσιγκτον σήμερα συνυπάρχουν δύο διαφορετικές σχολές στρατηγικής σκέψης.
Η πρώτη υποστηρίζει ότι η Τουρκία παραμένει αναντικατάστατη για τη δυτική ασφάλεια.
Οι υποστηρικτές αυτής της προσέγγισης επισημαίνουν ότι η γεωγραφία δεν αλλάζει. Η Τουρκία εξακολουθεί να ελέγχει τη δίοδο προς τη Μαύρη Θάλασσα, να φιλοξενεί κρίσιμες νατοϊκές εγκαταστάσεις και να λειτουργεί ως γέφυρα προς τη Μέση Ανατολή και τον Καύκασο. Κατά την άποψή τους, η πλήρης απομάκρυνσή της από τη Δύση θα είχε πολύ μεγαλύτερο στρατηγικό κόστος από τους κινδύνους μιας προσεκτικά ελεγχόμενης επαναπροσέγγισης.
Η δεύτερη σχολή σκέψης αντιμετωπίζει την Τουρκία ως αναθεωρητική περιφερειακή δύναμη, η οποία επιδιώκει να αξιοποιεί τα οφέλη της συμμετοχής της στο ΝΑΤΟ χωρίς να ευθυγραμμίζεται πλήρως με τις επιλογές της Συμμαχίας.
Κατά την άποψη αυτή, η επαναφορά προνομίων χωρίς ουσιαστική αλλαγή της τουρκικής συμπεριφοράς θα έστελνε μήνυμα αδυναμίας προς συμμάχους και αντιπάλους.
Η κυβέρνηση Trump φαίνεται να κινείται ανάμεσα στις δύο αυτές προσεγγίσεις, επιχειρώντας να αποφύγει τόσο τη ρήξη όσο και την άνευ όρων αποκατάσταση των σχέσεων.
Η Τουρκία διαπραγματεύεται από θέση σχετικής ισχύος
Ένα από τα στοιχεία που διαφοροποιούν τη σημερινή συγκυρία από εκείνη του 2019 είναι ότι η Τουρκία εμφανίζεται περισσότερο αυτάρκης στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας.
Η ανάπτυξη εγχώριων μη επανδρωμένων αεροσκαφών, η πρόοδος στο πρόγραμμα του μαχητικού KAAN, οι επενδύσεις σε πυραυλικά συστήματα και η ενίσχυση των ναυπηγικών δυνατοτήτων επιτρέπουν στην Άγκυρα να διαπραγματεύεται με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν χρειάζεται αμερικανική τεχνολογία. Σημαίνει όμως ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν συνομιλούν πλέον με μια χώρα που εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από τη δυτική αμυντική βιομηχανία.
Η Τουρκία προσπαθεί να αξιοποιήσει αυτή τη μεταβολή ως διαπραγματευτικό πλεονέκτημα, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι, εάν η Ουάσιγκτον δεν συνεργαστεί, η Άγκυρα θα αναζητήσει εναλλακτικές λύσεις.

Η πραγματική πρόθεση του Trump
Η ανάλυση των μέχρι σήμερα κινήσεων της αμερικανικής κυβέρνησης οδηγεί σε ένα συμπέρασμα που επιβάλλεται να εξετασθεί με προσοχή.
Δεν υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ο Trump έχει αποφασίσει την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35. Υπάρχουν, όμως, ισχυρές ενδείξεις ότι επιδιώκει να αποτρέψει τη στρατηγική αποξένωση της Τουρκίας από τη Δύση.
Η διαφορά ανάμεσα στις δύο αυτές επιδιώξεις είναι θεμελιώδης.
Η πρώτη θα απαιτούσε σύγκρουση με το Κογκρέσο και πιθανή αναθεώρηση της ισχύουσας νομοθεσίας.
Η δεύτερη μπορεί να επιδιωχθεί μέσω επιλεκτικών συμφωνιών, όπως οι κινητήρες F110, η συνεργασία σε επιμέρους αμυντικά προγράμματα και η σταδιακή αποκατάσταση της πολιτικής εμπιστοσύνης.
Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση Trump φαίνεται να επενδύει όχι σε μια θεαματική επανεκκίνηση των σχέσεων, αλλά σε μια στρατηγική σταδιακής επανασύνδεσης, διατηρώντας παράλληλα τα βασικά θεσμικά όρια που έχει θέσει το αμερικανικό πολιτικό σύστημα.
Η προσπάθεια της Άγκυρας να ισορροπήσει μεταξύ στρατηγικής αυτονομίας και δυτικής τεχνολογίας
Η ανάλυση της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στην Τουρκία παραμένει ελλιπής, εάν δεν εξεταστεί ταυτόχρονα η στρατηγική που ακολουθεί η ίδια η Άγκυρα. Η τουρκική εξωτερική και αμυντική πολιτική των τελευταίων δεκαπέντε ετών δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως μια σειρά αποσπασματικών αποφάσεων. Αντιθέτως, παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη συνέχεια, ανεξαρτήτως των εκάστοτε διεθνών κρίσεων.
Στον πυρήνα της βρίσκεται μια κεντρική επιδίωξη: η μετατροπή της Τουρκίας από περιφερειακό σύμμαχο της Δύσης σε αυτόνομο στρατηγικό πόλο ισχύος, ικανό να συνεργάζεται με διαφορετικούς πόλους ισχύος χωρίς να εξαρτάται πλήρως από κανέναν.
Αυτή η φιλοδοξία εξηγεί γιατί η Άγκυρα επιδιώκει ταυτόχρονα να παραμείνει στο ΝΑΤΟ, να διατηρεί σχέσεις με τη Ρωσία, να διευρύνει την οικονομική συνεργασία με την Κίνα και να αναπτύσσει μια ολοένα πιο αυτάρκη αμυντική βιομηχανία.

Το δόγμα της στρατηγικής αυτονομίας
Η έννοια της «στρατηγικής αυτονομίας» χρησιμοποιείται συχνά και στην Ευρώπη. Ωστόσο, στην τουρκική περίπτωση αποκτά διαφορετικό νόημα.
Για την Άγκυρα, στρατηγική αυτονομία σημαίνει ότι η χώρα δεν πρέπει να εξαρτάται από μία μόνο δύναμη για την άμυνά της, την τεχνολογία της ή την εξωτερική της πολιτική. Αυτό εξηγεί γιατί η Τουρκία επενδύει σε εγχώρια προγράμματα υψηλής τεχνολογίας, όπως τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, οι πύραυλοι, οι φρεγάτες, τα υποβρύχια και, πλέον, το μαχητικό αεροσκάφος KAAN.
Η λογική είναι σαφής: όσο μεγαλύτερη είναι η εγχώρια παραγωγική βάση, τόσο μικρότερη είναι η δυνατότητα τρίτων χωρών να ασκούν πολιτική πίεση μέσω εμπάργκο ή περιορισμών στις εξαγωγές.
Η αποβολή από το πρόγραμμα F-35 λειτούργησε στην Άγκυρα ως επιβεβαίωση αυτής της αντίληψης. Αντί να οδηγήσει σε αναδίπλωση, ενίσχυσε την πολιτική βούληση για ανάπτυξη ενός εθνικού μαχητικού αεροσκάφους.
Το πρόγραμμα KAAN: περισσότερο από ένα αεροσκάφος
Το πρόγραμμα KAAN δεν αποτελεί απλώς ένα νέο μαχητικό. Για την Τουρκία είναι σύμβολο τεχνολογικής ανεξαρτησίας και εθνικού κύρους.
Η ανάπτυξή του υπηρετεί τρεις παράλληλους στόχους.
Πρώτον, να καλύψει το επιχειρησιακό κενό που δημιουργήθηκε μετά την αποβολή από το πρόγραμμα F-35.
Δεύτερον, να διατηρήσει και να εξελίξει την τουρκική αεροδιαστημική βιομηχανία, η οποία είχε αποκτήσει σημαντική εμπειρία μέσω της συμμετοχής στην παραγωγική αλυσίδα των F-35.
Τρίτον, να δημιουργήσει στο μέλλον ένα εξαγώγιμο προϊόν, ενισχύοντας την οικονομική και γεωπολιτική επιρροή της Τουρκίας.
Ωστόσο, εδώ αναδεικνύεται και η μεγαλύτερη πρόκληση: η ανάπτυξη ενός μαχητικού πέμπτης γενιάς δεν εξαρτάται μόνο από την αεροδυναμική σχεδίαση ή τα ηλεκτρονικά συστήματα. Η καρδιά κάθε σύγχρονου μαχητικού είναι ο κινητήρας.
Παρά την πρόοδο της τουρκικής βιομηχανίας, η χώρα δεν διαθέτει ακόμη ώριμη τεχνολογία για την παραγωγή κινητήρων που να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις ενός αεροσκάφους πέμπτης γενιάς. Για τον λόγο αυτό, οι κινητήρες General Electric F110 θεωρούνται κρίσιμο μεταβατικό στάδιο για το πρόγραμμα KAAN.

Γιατί η Άγκυρα εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για τα F-35
Ένα εύλογο ερώτημα είναι το εξής: εάν η Τουρκία επενδύει τόσο έντονα στο KAAN, γιατί εξακολουθεί να επιδιώκει την επαναπροσέγγιση με το πρόγραμμα F-35;
Η απάντηση βρίσκεται στη διαφορετική χρονική διάσταση των δύο προγραμμάτων.
Ακόμη και με αισιόδοξες προβλέψεις, το KAAN θα χρειαστεί χρόνια δοκιμών, πιστοποιήσεων και επιχειρησιακής ωρίμανσης πριν μπορέσει να ενταχθεί σε μεγάλη κλίμακα στην τουρκική Πολεμική Αεροπορία.
Αντίθετα, τα F-35 αποτελούν ήδη ένα πλήρως επιχειρησιακό σύστημα με αποδεδειγμένες δυνατότητες, συνεχή αναβάθμιση λογισμικού και ενσωμάτωση σε ένα παγκόσμιο δίκτυο υποστήριξης.
Σύμφωνα με την τουρκική άποψη, τα δύο προγράμματα δεν αντιμετωπίζονται ως ανταγωνιστικά αλλά ως συμπληρωματικά. Τα F-35 θα μπορούσαν να καλύψουν τις άμεσες επιχειρησιακές ανάγκες, ενώ το KAAN θα αποτελούσε τη μακροπρόθεσμη λύση για στρατηγική αυτονομία.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η λογική προσκρούει στις πολιτικές και νομικές αντιρρήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών.
Οι S-400: από επιχειρησιακό όπλο σε πολιτικό σύμβολο
Ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της τουρκικής στρατηγικής είναι ότι οι S-400 έχουν αποκτήσει πλέον μεγαλύτερη πολιτική παρά επιχειρησιακή σημασία.
Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι το σύστημα έχει ενταχθεί πλήρως στην τουρκική αεράμυνα ή ότι χρησιμοποιείται με τρόπο που να μεταβάλλει ουσιαστικά την επιχειρησιακή ισορροπία στην περιοχή.
Ωστόσο, για την τουρκική ηγεσία, η διατήρησή του λειτουργεί ως σύμβολο ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής. Μια ενδεχόμενη απομάκρυνσή του, χωρίς κάποιο σημαντικό αντάλλαγμα, θα μπορούσε να εκληφθεί στο εσωτερικό της χώρας ως πολιτική υποχώρηση απέναντι στις αμερικανικές πιέσεις.
Αυτό εξηγεί γιατί η Άγκυρα επιδιώκει μια λύση που θα της επιτρέψει να βελτιώσει τις σχέσεις με την Ουάσιγκτον χωρίς να εμφανιστεί ότι εγκαταλείπει τις προηγούμενες επιλογές της.
Η πολιτική των πολλαπλών ισορροπιών
Η τουρκική διπλωματία τα τελευταία χρόνια χαρακτηρίζεται από μια διαρκή προσπάθεια εξισορρόπησης αντικρουόμενων σχέσεων.
Η Άγκυρα συνεργάζεται στρατιωτικά με το ΝΑΤΟ, αλλά διατηρεί ανοικτούς διαύλους με τη Μόσχα. Υποστηρίζει την Ουκρανία με εξοπλισμό, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί οικονομικές σχέσεις με τη Ρωσία. Συμμετέχει στη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας, αλλά αναπτύσσει στενότερους δεσμούς με κράτη του Κόλπου, της Κεντρικής Ασίας και της Αφρικής.
Η πολιτική αυτή δεν είναι ευκαιριακή. Αντανακλά την αντίληψη ότι η διεθνής τάξη γίνεται ολοένα πιο πολυπολική και ότι τα μεσαία κράτη μπορούν να αυξήσουν την επιρροή τους εάν αποφύγουν την πλήρη ευθυγράμμιση με έναν μόνο πόλο ισχύος.
Το ερώτημα είναι κατά πόσο αυτή η στρατηγική μπορεί να συνεχιστεί χωρίς να προκαλεί ολοένα και μεγαλύτερη δυσπιστία τόσο στην Ουάσιγκτον όσο και στη Μόσχα.

Η νέα πραγματικότητα για την Ελλάδα
Οι εξελίξεις αυτές έχουν άμεση σημασία και για την Ελλάδα.
Κατά την τελευταία πενταετία, η Αθήνα αξιοποίησε την κρίση στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις για να εμβαθύνει τη στρατηγική συνεργασία της με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η αναβάθμιση της Αμοιβαίας Συμφωνίας Αμυντικής Συνεργασίας (MDCA), η ενίσχυση της αμερικανικής παρουσίας στη Σούδα, στην Αλεξανδρούπολη και σε άλλες εγκαταστάσεις, καθώς και η απόφαση για την προμήθεια των F-35, ενίσχυσαν σημαντικά τη θέση της Ελλάδας.
Ωστόσο, η ενίσχυση της Ελλάδας δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν τη μόνιμη αποδυνάμωση της Τουρκίας.
Η αμερικανική στρατηγική επιδιώκει, διαχρονικά, να διατηρεί λειτουργικές σχέσεις και με τις δύο χώρες. Από την οπτική της Ουάσιγκτον, η Ελλάδα και η Τουρκία αποτελούν δύο πυλώνες της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ και όχι δύο εναλλακτικές επιλογές.
Αυτό σημαίνει ότι η Αθήνα οφείλει να αξιολογεί με νηφαλιότητα τις εξελίξεις. Η βελτίωση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων δεν συνιστά κατ’ ανάγκην αρνητική εξέλιξη για την Ελλάδα, εφόσον δεν συνοδεύεται από ανατροπή της υφιστάμενης ισορροπίας ή από υποβάθμιση της ελληνοαμερικανικής συνεργασίας.
Τα πιθανά σενάρια έως το 2028 και η νέα ισορροπία στην Ανατολική Μεσόγειο
Η εξέλιξη των αμερικανοτουρκικών σχέσεων δεν αφορά αποκλειστικά τις δύο χώρες. Επηρεάζει άμεσα την ισορροπία δυνάμεων στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, τη συνοχή της Συμμαχίας απέναντι στη Ρωσία και τη δυνατότητα της Δύσης να διατηρήσει επιρροή σε μια περιοχή που εκτείνεται από τη Μαύρη Θάλασσα έως την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.
Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει από τις μέχρι σήμερα εξελίξεις είναι ότι ούτε η Ουάσιγκτον ούτε η Άγκυρα επιθυμούν την πλήρη ρήξη. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι δύο πλευρές βρίσκονται κοντά σε μια πλήρη αποκατάσταση των σχέσεών τους. Αντίθετα, η πιθανότερη εξέλιξη είναι η διαμόρφωση μιας νέας, περισσότερο πραγματιστικής σχέσης, στην οποία η συνεργασία θα συνυπάρχει με τη δυσπιστία.
Σενάριο 1: Σταδιακή επαναπροσέγγιση (50–60%)
Το πιθανότερο σενάριο είναι αυτό μιας ελεγχόμενης βελτίωσης των σχέσεων. Η αμερικανική κυβέρνηση εγκρίνει επιλεκτικές εξαγωγές αμυντικού υλικού, όπως οι κινητήρες GE F110, ενισχύεται ο πολιτικός διάλογος και διευρύνεται η συνεργασία σε τομείς κοινού ενδιαφέροντος, χωρίς όμως να αίρονται οι περιορισμοί που σχετίζονται με το πρόγραμμα F-35.
Η Τουρκία, από την πλευρά της, αποφεύγει κινήσεις που θα οδηγούσαν σε νέα μείζονα κρίση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά δεν εγκαταλείπει τους S-400, διατηρώντας τους ως διαπραγματευτικό χαρτί.
Πρόκειται για μια σχέση συνεργασίας με σαφή όρια και αμοιβαία επιφυλακτικότητα.

Σενάριο 2: Περιορισμένη επιστροφή της Τουρκίας στη δυτική αμυντική αρχιτεκτονική (20–25%)
Ένα δεύτερο, λιγότερο πιθανό σενάριο προβλέπει ότι η Άγκυρα προχωρά σε έναν συμβιβασμό για τους S-400 –όχι κατ’ ανάγκη με την οριστική απομάκρυνσή τους, αλλά με κάποιο σχήμα που θα καθησυχάζει τις αμερικανικές ανησυχίες– και ανοίγει ο δρόμος για ευρύτερη αμυντική συνεργασία.
Ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, η άμεση επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35 δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Θα απαιτούσε αλλαγές στη νομοθεσία, ευρύτερη πολιτική συναίνεση και, κυρίως, αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, κάτι που δύσκολα επιτυγχάνεται σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Σενάριο 3: Νέα κρίση στις σχέσεις ΗΠΑ–Τουρκίας (15–20%)
Δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο μιας νέας επιδείνωσης. Μια σοβαρή διαφωνία στη Συρία, στην Ανατολική Μεσόγειο ή σε άλλο περιφερειακό ζήτημα θα προκαλούε πάγωμα των διαύλων συνεργασίας.
Σύμφωνα με την μέχρι τώρα εμπειρία , οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις χαρακτηρίζονται από διακυμάνσεις. Η στρατηγική τους σημασία δεν εξαλείφει τις συγκρούσεις συμφερόντων.
Σενάριο 4: Στρατηγική αναδιάταξη του ΝΑΤΟ (κάτω από 10%)
Το λιγότερο πιθανό αλλά όχι αδύνατο σενάριο αφορά μια ευρύτερη αναδιάταξη της αρχιτεκτονικής ασφαλείας του ΝΑΤΟ, στο πλαίσιο μιας παρατεταμένης αντιπαράθεσης με τη Ρωσία και της ενίσχυσης της κινεζικής παρουσίας στην Ευρασία.
Σε μια τέτοια περίπτωση, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να επιδιώξουν μια συνολική επαναδιαπραγμάτευση των σχέσεών τους με την Τουρκία, θεωρώντας ότι οι γεωπολιτικές συνθήκες επιβάλλουν μεγαλύτερη ευελιξία. Πρόκειται, ωστόσο, για σενάριο που προϋποθέτει σημαντικές αλλαγές στο διεθνές περιβάλλον.
Συμπεράσματα
Η υπόθεση των κινητήρων GE F110 και η δημόσια συζήτηση γύρω από τα F-35 δεν αποτελούν ένδειξη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκαταλείπουν τις επιφυλάξεις τους απέναντι στην Τουρκία. Αντιθέτως, αποτυπώνουν την προσπάθεια της κυβέρνησης Trump να προσαρμόσει την αμερικανική πολιτική στις νέες γεωπολιτικές συνθήκες.
Η Τουρκία παραμένει πολύ σημαντική για να αγνοηθεί και πολύ δύσκολη για να αντιμετωπιστεί ως ένας συνηθισμένος σύμμαχος. Αυτή η αντίφαση συνοδεύει τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις εδώ και δεκαετίες και πιθανότατα θα συνεχίσει να τις χαρακτηρίζει και τα επόμενα χρόνια.
Από την άλλη πλευρά, η Άγκυρα επιδιώκει να μετατραπεί σε αυτόνομο περιφερειακό πόλο ισχύος. Η επιδίωξη αυτή της προσφέρει μεγαλύτερη ευελιξία, αλλά συνεπάγεται και υψηλότερο κόστος, καθώς απαιτεί συνεχή εξισορρόπηση μεταξύ αντικρουόμενων στρατηγικών σχέσεων.
Για την Ελλάδα, το βασικό δίδαγμα είναι ότι η εθνική ασφάλεια δεν μπορεί να στηρίζεται στις δυσκολίες των άλλων. Η διαρκής ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων, η εμβάθυνση των στρατηγικών συμμαχιών και η ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας αποτελούν τη μόνη σταθερή βάση αποτροπής, ανεξάρτητα από τις διακυμάνσεις των αμερικανοτουρκικών σχέσεων.
Καταληκτικά, η νέα γεωπολιτική πραγματικότητα δεν οδηγεί σε μια επιστροφή στο παρελθόν. Διαμορφώνει ένα νέο μοντέλο σχέσεων, στο οποίο η συνεργασία, ο ανταγωνισμός και η αμοιβαία καχυποψία συνυπάρχουν. Η υπόθεση των κινητήρων F110 και των F-35 δεν είναι παρά η πιο πρόσφατη έκφραση αυτής της σύνθετης στρατηγικής εξίσωσης.
Βιβλιογραφία
- Reuters (συγκεκριμένα δημοσιεύματα)
- “US informs Congress of potential GE F110 engine sale to Turkey for KAAN fighter” (2024)
Reuters reporting on U.S. export notification procedures to Congress. - “U.S. sanctions Turkey over purchase of Russian S-400 missile system” (December 2020)
https://www.reuters.com/article/us-usa-turkey-sanctions-idUSKBN28P2S1 - “Turkey excluded from F-35 program after S-400 acquisition” (2019–2020 coverage series)
- Associated Press (AP)
- “US removes Turkey from F-35 fighter jet program over Russian missile system” (July 2019)
https://apnews.com/article/f35-turkey-s400-usa - “Biden/Trump era tensions over NATO ally Turkey and defense cooperation” (2023–2024 analysis reporting)
- Financial Times
- “Turkey’s defence industry expansion reshapes NATO procurement dynamics” (2023)
- “KAAN fighter jet and Western engine dependence challenge Ankara’s autonomy ambitions” (2024)
https://www.ft.com/content/turkey-defence-industry-nato
- Wall Street Journal (WSJ)
- “Congress pushes back on easing sanctions against Turkey despite White House signals” (2024)
- “Turkey’s removal from F-35 program continues to strain NATO defense supply chains” (2023)
https://www.wsj.com/articles/turkey-f35-congress
- U.S. Congressional Research Service (CRS) – (ΚΡΙΣΙΜΟΙ ΦΑΚΕΛΟΙ)
- CRS Report RL34642 (2024 update)
Turkey (Türkiye): Background and U.S. Relations
https://crsreports.congress.gov/product/pdf/RL/RL34642 - CRS Report RL30563
The F-35 Joint Strike Fighter (JSF) Program: Background and Issues for Congress
https://crsreports.congress.gov/product/pdf/RL/RL30563 - CRS Insight IF11580 (updates 2020–2023)
Turkey: S-400 Purchase and U.S. Sanctions under CAATSA
- U.S. Department of Defense (DoD)
- F-35 Joint Program Office – International Partner Exclusion Statement (2019)
https://www.defense.gov/News/Releases/Release/Article/1908783 - Pentagon briefing on Turkey removal from F-35 program (July 2019 transcript)
https://www.defense.gov/News/Transcripts
- U.S. Department of State
- CAATSA Section 231 Sanctions on Turkey Announcement (Dec 2020)
https://www.state.gov/u-s-sanctions-turkey-over-s-400-purchase - Foreign Military Sales (FMS) notifications to Congress – Turkey related cases
https://www.state.gov/foreign-military-sales
- Νομοθεσία ΗΠΑ (θεσμικό πλαίσιο)
- Countering America’s Adversaries Through Sanctions Act (CAATSA), Public Law 115-44 (2017)
https://www.congress.gov/bill/115th-congress/senate-bill/722 - National Defense Authorization Act (NDAA) FY2020–FY2024
Sections restricting F-35 transfer to Turkey absent resolution of S-400 issue
https://www.congress.gov/ndaa
- Think Tanks (για στρατηγικό βάθος)
CSIS
- Turkey’s Defense Industry and Strategic Autonomy (2023)
https://www.csis.org/analysis/turkey-defense-industry - The Future of U.S.–Turkey Strategic Relations (2024 series)
IISS
- The Military Balance 2024 – Turkey Chapter
https://www.iiss.org/publications/the-military-balance - Turkey’s Defence Industrial Base and NATO Interoperability Challenges
RAND Corporation
- Turkey’s Strategic Autonomy and Implications for NATO Cohesion (2022)
https://www.rand.org/pubs/research_reports/RRA1130-1.html
Ο Υποστράτηγος ΕΑ Θεόδωρος Ατματζίδης, έχει υπηρετήσει σε ανώτατες θέσεις στρατηγικής ασφάλειας, πληροφοριών, διοίκησης και διεθνών σχέσεων, με πολυετή υπηρεσία στο ΝΑΤΟ, στο ΓΕΣ και στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας. Υπηρέτησε ως Director – Assistant Chief of Staff (ACOS) (2019–2021), καθώς και ως Executive Officer στο Public Affairs Office (2006–2009) στο NATO SHAPE Mons- Βέλγιο , με ευθύνη στη στρατηγική επικοινωνία και διεθνή εκπροσώπηση. Διετέλεσε επίσης ως Τμηματάρχης στην Διεύθυνση Εξοπλισμών του ΓΕΣ , ως Διευθυντής Πληροφοριών και Ασφάλειας και Διευθυντής Αντικατασκοπείας στο ΓΕΕΘΑ, ενώ έχει διατελέσει και καθηγητής στη Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Διαθέτει μεταπτυχιακούς τίτλους στις Στρατηγικές Σπουδές και στη Διοίκηση .



Ευχαριστούμε τον στρατηγό για την ενημέρωση -που να διαβάσουμε την τόση βιβλιογραφία που παραθέτει-, αλλά εκπλησσόμαστε με τον τίτλο ενός κεφαλαίου στο άρθρο του ”Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΤΡΑΜΠ”, που δεν την γνωρίζει ούτε η κυρία Μελάνια.
Μεταξύ μας το πραγματική δεν είναι υπερβολή ;;;.
Χαίρομαι που σταθήκατε στον τίτλο· θα προτιμούσα, βέβαια, να σταθείτε και στο περιεχόμενο. Στη στρατηγική ανάλυση δεν επιχειρούμε να διαβάσουμε τη σκέψη κανενός Προέδρου – ούτε του κ. Trump ούτε οποιουδήποτε άλλου. Αναλύουμε προθέσεις όπως αυτές προκύπτουν από αποφάσεις, δηλώσεις, θεσμικές κινήσεις και αξιόπιστες πηγές. Αν διαβάσετε το κεφάλαιο, θα δείτε ότι χρησιμοποιείται ακριβώς με αυτή την έννοια. Αν ο τίτλος σάς φάνηκε υπερβολικός, το δέχομαι ως παρατήρηση. Αν όμως μείνατε μόνο στον τίτλο και όχι στα επιχειρήματα και στις πηγές, τότε μάλλον επιβεβαιώνετε το παλιό γνωστό ρητό ότι πολλοί κρίνουν ένα βιβλίο από το εξώφυλλό του.
Ευχαριστώ για την άμεση απάντησή σας και για την παραδοχή σας ότι ο τίτλος -δεν μου φάνηκε- είναι υπερβολικός , γιατί σε καμιά περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ούτε τεκμαίρεται από τα υπόλοιπα του κεφαλαίου, που διάβασα ΚΑΙ
Στρατηγέ απέφευγαν πάντα τις υπερβολές οι στρατιωτικοί των Παραγωγικών Σχολών ,αν και τελευταία αρκετοί αφυπηρετήσαντες ”παρακολουθούν” τους πολιτικούς, όταν ”καλύπτουν” τις ώρες των τηλεοπτικών σταθμών και του διαδικτύου .
Όμως οι Έλληνες θέλουν δωρικούς τους στρατιωτικούς στα λόγια και τα γραπτά τους με δεδομένα και προ των εκτιμήσεών τους το επίρρημα ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΩΣ.
Έρρωσθε.
Σταύρος Αθαν. Ναλμπάντης
Σας ευχαριστώ για την ανάγνωση του άρθρου και για την άποψή σας. Επιτρέψτε μου, όμως, μια παρατήρηση. Στη στρατηγική ανάλυση, οι εκτιμήσεις διατυπώνονται με βάση στοιχεία, δημόσιες δηλώσεις, θεσμικές αποφάσεις και αξιολόγηση πηγών· δεν αποτελούν μαντικές προβλέψεις ούτε προσωπικές βεβαιότητες. Αυτό ακριβώς επιχειρεί και το συγκεκριμένο άρθρο.
Ως προς τον «δωρικό» λόγο που επικαλείστε, θα συμφωνήσω ότι αποτελεί αρετή. Άλλο, όμως, η λιτότητα και άλλο η απλούστευση σύνθετων γεωπολιτικών ζητημάτων. Ένα κείμενο που φιλοδοξεί να αναλύσει μια πολυεπίπεδη στρατηγική σχέση δεν μπορεί να περιοριστεί σε τηλεγραφικές διατυπώσεις.
Επιπλέον, όταν τα σχόλια σας…προσεγγίζουν σε μέγεθος το άρθρο….τότε δεν μπορείτε να μιλάτε για δωρικοτητα….
Τέλος, το επίρρημα «ενδεχομένως» υπάρχει εκεί όπου τα δεδομένα το επιβάλλουν. Δεν είναι, όμως, υποχρεωτικό να προηγείται κάθε αναλυτικής εκτίμησης για να θεωρείται επιστημονικά έγκυρη. Η ποιότητα μιας ανάλυσης κρίνεται από την τεκμηρίωσή της και όχι από τη συχνότητα χρήσης επιφυλακτικών επιρρημάτων.
Ας μείνουμε στην υπερβολή της βεβαιότητος σας για την ” πραγματική πρόθεση του Τραμπ” , που με ”με παραξένεψε”, για έναν κ. Τραμπ απρόβλεπτο ανά ώρα.
Δεν ”στέλνουμε άρθρα τηλεγραφήματα” ούτε αναλύουμε με βεβαιότητα , ελλείψει Α1 πηγής πληροφοριών , όταν μάλιστα και τα Προεδρικά και τα πρωθυπουργικά γραφεία και τα ”Πεντάγωνα ” είναι απροσπέλαστα -και άριστα είναι απροσπέλαστα -.
Περιλαμβάνω στην ”επίκριση” και άλλους συναδέλφους σας, που και απόλεμοι είναι και παραεκτίθενται στην δημοσιότητα ,με βεβαιότητες για εξωτερικά και στρατιωτικά θέματα ,χωρίς να διαθέτουν το μυαλό , τις γνώσεις και εμπειρίες του πρωθυπουργού του ΟΧΙ του 1940 Ιωάννη Μεταξά ,για τον οποίον ”δεν υπήρχε άλυτο στρατιωτικό πρόβλημα”.
Για μένα ”έκλεισε η αυλαία” ,σας ευχαριστώ ”που τα είπαμε”, καληνύχτα.
Σταυρος Αθαν.Ναλμπάντης
Κύριε Ναλμπάντη, όταν μια ολόκληρη ανάλυση 3.000 λέξεων, βασισμένη σε επίσημες πηγές και διεθνή βιβλιογραφία, συμπυκνώνεται στην κριτική ενός τίτλου, το πρόβλημα δεν είναι η διατύπωση αλλά η ανάγνωση. Η στρατηγική ανάλυση αντικρούεται με στοιχεία, όχι με αφορισμούς, προσωπικούς υπαινιγμούς και επιδείξεις αυθεντίας. Καλή συνέχεια…