Ελλάδα – Λιβύη: Η επαναφορά των θαλάσσιων διεκδικήσεων και οι νέες προκλήσεις για την Αθήνα

Οι λιβυκές προειδοποιήσεις για τις έρευνες νότια της Κρήτης, η συγκυρία της δημοσιοποίησής τους και η ευαίσθητη ισορροπία ενόψει των σχεδιαζόμενων υποθαλάσσιων ενεργειακών διασυνδέσεων.

Φωτογραφία: Σεισμογραφικό ερευνητικό σκάφος

?

Του Γιώργου Κουτσούμη

Η επαναφορά στο προσκήνιο των λιβυκών αντιδράσεων για τις ελληνικές έρευνες υδρογονανθράκων νότια της Κρήτης, σε μια περίοδο κατά την οποία η Αθήνα επιχειρεί να προωθήσει σημαντικά ενεργειακά έργα στην Ανατολική Μεσόγειο, δημιουργεί νέα δεδομένα στις σχέσεις Ελλάδας και Λιβύης. Παρά τις προσπάθειες επαναπροσέγγισης των δύο χωρών και την επανέναρξη των διπλωματικών επαφών, οι εκκρεμότητες γύρω από την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών εξακολουθούν να αποτελούν σοβαρό εμπόδιο στην εξομάλυνση των σχέσεών τους.

Η πρόσφατη δημοσιοποίηση λιβυκής διακοίνωσης, με την οποία η Τρίπολη φέρεται να προειδοποιεί την Αθήνα ακόμη και με αναστολή των διμερών διαπραγματεύσεων, επαναφέρει ένα ζήτημα που υπερβαίνει πλέον τη διαφωνία για την εκμετάλλευση πιθανών κοιτασμάτων φυσικού αερίου. Αγγίζει ευρύτερα τον ελληνικό ενεργειακό σχεδιασμό, την ασφάλεια των υποθαλάσσιων διασυνδέσεων και την προσπάθεια της Τουρκίας να διατηρήσει ενεργό το γεωπολιτικό αποτύπωμα του τουρκολιβυκού μνημονίου του 2019.

Ωστόσο, η χρονική συγκυρία της δημοσιοποίησης των λιβυκών αντιδράσεων παρουσιάζει μια ιδιαιτερότητα. Ενώ τα πρόσφατα δημοσιεύματα δημιουργούν την εντύπωση νέας επιδείνωσης των διμερών σχέσεων, η διακοίνωση στην οποία αναφέρονται φέρει ημερομηνία 24 Αυγούστου, ενώ στο διάστημα που μεσολάβησε πραγματοποιήθηκαν διπλωματικές επαφές τόσο στην Τρίπολη όσο και στη Βεγγάζη. Η αντίφαση αυτή καθιστά αναγκαία μια προσεκτικότερη ανάγνωση των λιβυκών κινήσεων, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον πρόκειται για πραγματική μεταβολή της στάσης της Τρίπολης ή για προσπάθεια ενίσχυσης της διαπραγματευτικής της θέσης.

Η λιβυκή προειδοποίηση και η χρονική συγκυρία

Η αραβόφωνη λιβυκή εφημερίδα Al-Shahid (الشاهد), σε δημοσίευμά της στις 14 Οκτωβρίου, αναφέρει ότι η Τρίπολη απέστειλε στις 24 Αυγούστου διπλωματική διακοίνωση προς την Αθήνα, διαμαρτυρόμενη για τις δραστηριότητες έρευνας πετρελαίου και φυσικού αερίου νότια της Κρήτης. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η λιβυκή πλευρά θεωρεί ότι οι ελληνικές πρωτοβουλίες επηρεάζουν θαλάσσιες περιοχές στις οποίες προβάλλει δικές της διεκδικήσεις και προειδοποιεί ότι η συνέχισή τους θα μπορούσε να οδηγήσει σε αναστολή των συνομιλιών για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών.

Η εφημερίδα επικαλείται πληροφορίες της ελληνικής εφημερίδας Πρώτο Θέμα, σημειώνοντας ότι η Αθήνα έχει ήδη απαντήσει μέσω της διπλωματικής οδού, απορρίπτοντας τις λιβυκές αιτιάσεις ως αβάσιμες. Επομένως, το δημοσίευμα δεν συνιστά νέα επίσημη λιβυκή τοποθέτηση, αλλά αναπαραγωγή παλαιότερης διπλωματικής διαμαρτυρίας, η οποία αποκτά νέα δημοσιότητα σε μια ευαίσθητη περίοδο για τις ελληνολιβυκές σχέσεις.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται η εφημερίδα Al-Wasat (الوسط), η οποία παρουσιάζει τις ελληνικές ενεργειακές δραστηριότητες ως παράγοντα που περιπλέκει τις διαπραγματεύσεις. Η λιβυκή επιχειρηματολογία στηρίζεται στην αντίληψη ότι, όσο δεν έχει επιτευχθεί συμφωνία οριοθέτησης, οι δύο πλευρές οφείλουν να αποφεύγουν ενέργειες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την τελική διευθέτηση. Η θέση αυτή, ωστόσο, δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι η Ελλάδα στερείται δικαιώματος διεξαγωγής ερευνών σε θαλάσσιες περιοχές τις οποίες θεωρεί ότι εμπίπτουν στη δική της υφαλοκρηπίδα.

Η επιλογή της συγκεκριμένης χρονικής στιγμής για την επαναφορά της διακοίνωσης επιδέχεται περισσότερες από μία ερμηνείες. Θα μπορούσε να αντανακλά την προσπάθεια λιβυκών κύκλων να διατηρήσουν το ζήτημα στην επικαιρότητα, ενόψει της προώθησης των ελληνικών ενεργειακών σχεδίων, ή να συνδέεται με την επιθυμία της Τρίπολης να ενισχύσει τη διαπραγματευτική της θέση. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η δημοσιοποίηση έγινε κατόπιν συντονισμένης κυβερνητικής πρωτοβουλίας ή εξωτερικής παρέμβασης.

Οι διαφορετικές προσεγγίσεις στο εσωτερικό της Λιβύης

Η λιβυκή στάση απέναντι στην Ελλάδα δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τη συνεχιζόμενη πολιτική και θεσμική διαίρεση της χώρας. Παρά τον ανταγωνισμό μεταξύ Τρίπολης και Βεγγάζης, οι θαλάσσιες διεκδικήσεις αντιμετωπίζονται και από τις δύο πλευρές ως ζήτημα εθνικών συμφερόντων, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια δημόσιας διαφοροποίησης ως προς την ανάγκη υπεράσπισής τους.

Η εφημερίδα Al-Wasat, σε εκτενές ρεπορτάζ της τον Ιούνιο, είχε παρουσιάσει την επίσκεψη της Ελληνίδας υφυπουργού Εξωτερικών Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου στην Τρίπολη ως προσπάθεια επανεκκίνησης των διαπραγματεύσεων για τις θαλάσσιες ζώνες, αλλά και διεύρυνσης της οικονομικής συνεργασίας. Στο δημοσίευμα επισημαινόταν ότι η ελληνική προκήρυξη ερευνών νότια της Κρήτης είχε ήδη προκαλέσει αντιδράσεις στη Λιβύη, επιβαρύνοντας ένα περιβάλλον στο οποίο οι δύο χώρες επιχειρούσαν να αποκαταστήσουν την αμοιβαία εμπιστοσύνη.

Από την πλευρά της, η Al-Shahid, καλύπτοντας τις συνομιλίες της Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου με τον ασκούντα καθήκοντα υπουργού Εξωτερικών της Λιβύης, Ταχέρ αλ-Μπαούρ, είχε αναδείξει την πρόθεση των δύο πλευρών να συνεχίσουν τις εργασίες της κοινής τεχνικής επιτροπής οριοθέτησης, παράλληλα με την ανάπτυξη συνεργασίας στους τομείς της ενέργειας, των επενδύσεων και της οικονομίας. Η τότε ανακοίνωση υπογράμμιζε την ανάγκη συνέχισης του διαλόγου με βάση το διεθνές δίκαιο.

Η διαφοροποίηση ανάμεσα στον τόνο εκείνων των ανακοινώσεων και στη σημερινή αναπαραγωγή των λιβυκών προειδοποιήσεων είναι χαρακτηριστική της διπλής προσέγγισης που φαίνεται να ακολουθεί η Τρίπολη. Από τη μία πλευρά, επιδιώκει να κατοχυρώσει τις διεκδικήσεις της και να αποτρέψει κινήσεις που θεωρεί ότι δημιουργούν τετελεσμένα. Από την άλλη, διατηρεί ανοιχτή την προοπτική συνεργασίας με την Ελλάδα, αναγνωρίζοντας τη σημασία της για την οικονομική ανάπτυξη, την ενεργειακή αξιοποίηση και τις σχέσεις της Λιβύης με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Χάρτης Κρήτης – Λιβύης και θαλάσσιων διεκδικήσεων

Οι διπλωματικές επαφές που δεν επιβεβαιώνουν ρήξη

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ότι οι πρόσφατες λιβυκές προειδοποιήσεις δημοσιοποιούνται παράλληλα με σειρά επαφών που παραπέμπουν περισσότερο σε προσπάθεια διατήρησης του διαλόγου παρά σε πρόθεση διακοπής του.

Στις 28 Σεπτεμβρίου, ο Έλληνας πρέσβης στην Τρίπολη, Ιωάννης Παπαμελετίου, συναντήθηκε με τον διευθυντή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων του λιβυκού Υπουργείου Εξωτερικών, Αμπού Μπακρ αλ-Ταουίλ. Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση του λιβυκού πρακτορείου ειδήσεων LANA, οι συνομιλίες επικεντρώθηκαν στην ενίσχυση της συνεργασίας, στην προώθηση της ασφάλειας στη Μεσόγειο και στην προετοιμασία μνημονίου συνεργασίας μεταξύ των διπλωματικών ακαδημιών των δύο χωρών. Στην ανακοίνωση δεν γίνεται αναφορά στη διαφορά για τις θαλάσσιες ζώνες, χωρίς αυτό να αποκλείει ότι το ζήτημα συζητήθηκε.

Λίγες ημέρες αργότερα, στις 4 Οκτωβρίου, ο Έλληνας πρέσβης, συνοδευόμενος από τον γενικό πρόξενο στη Βεγγάζη, Αθανάσιο Αναστόπουλο, συναντήθηκε με τον στρατάρχη Χαλίφα Χάφταρ. Η Al-Wasat αναφέρει ότι εξετάστηκαν οι διμερείς σχέσεις και οι δυνατότητες περαιτέρω συνεργασίας, ενώ το δημοσίευμα συνδέει τις επαφές αυτές με τις προσπάθειες επανέναρξης των διαπραγματεύσεων για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η συνάντηση του μονίμου αντιπροσώπου της Λιβύης στα Ηνωμένα Έθνη, Ταχέρ αλ-Σούνι, με την Ελληνίδα ομόλογό του Αγλαΐα Μπαλτά, η οποία γνωστοποιήθηκε στις 14 Οκτωβρίου. Σύμφωνα με το LANA, η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων ενόψει της ενημέρωσης του Συμβουλίου Ασφαλείας για τη Λιβύη και της ελληνικής προεδρίας του οργάνου κατά τον Οκτώβριο. Οι δύο διπλωμάτες συζήτησαν την πολιτική διαδικασία και την ανάγκη εξεύρεσης συνολικής λύσης στη λιβυκή κρίση.

Η συνέχιση αυτών των επαφών δεν αναιρεί τις διαφωνίες, περιορίζει όμως την εκτίμηση ότι οι δύο χώρες βρίσκονται ήδη σε τροχιά διπλωματικής ρήξης. Αντίθετα, αναδεικνύει την προσπάθεια διαχείρισης των αντιθέσεων μέσα από παράλληλους διαύλους επικοινωνίας.

Η θέση των Λίβυων πολιτικών και η σημασία της Κρήτης

Οι τοποθετήσεις της λιβυκής πολιτικής ηγεσίας αναδεικνύουν ότι η οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών δεν αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως διμερής διαφορά με την Ελλάδα, αλλά ως ευρύτερο ζήτημα προστασίας των λιβυκών συμφερόντων στη Μεσόγειο.

Χαρακτηριστική είναι η παρέμβαση του πρωθυπουργού της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, Αμπντούλ Χαμίντ Ντμπεϊμπά, ο οποίος, κατά τη συνάντησή του στις 30 Μαρτίου με τον ασκούντα καθήκοντα υπουργού Εξωτερικών Ταχέρ αλ-Μπαούρ και τον επικεφαλής της επιτροπής οριοθέτησης Μοχάμεντ αλ-Χαράρι, ζήτησε την επιτάχυνση των διαδικασιών οριοθέτησης με την Ελλάδα και τη Μάλτα. Ο Λίβυος πρωθυπουργός υπογράμμισε την ανάγκη διαφύλαξης των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας, χωρίς, ωστόσο, να αποκλείσει τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων.

Ανάλογη προσέγγιση προκύπτει από τις δημόσιες τοποθετήσεις του επικεφαλής του Προεδρικού Συμβουλίου, Μοχάμεντ αλ-Μένφι, ο οποίος, κατά τη συνάντησή του με τον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών Γιώργο Γεραπετρίτη στις 27 Απριλίου, τάχθηκε υπέρ της ενεργοποίησης των κοινών θεσμικών μηχανισμών και της συνέχισης των εργασιών της τεχνικής επιτροπής οριοθέτησης.

Στη λιβυκή δημόσια συζήτηση, το ουσιαστικότερο σημείο διαφωνίας παραμένει η επήρεια της Κρήτης στην οριοθέτηση. Η ελληνική πλευρά θεωρεί ότι το νησί διαθέτει δικαιώματα υφαλοκρηπίδας και αποκλειστικής οικονομικής ζώνης, ενώ η λιβυκή επιχειρηματολογία επιδιώκει τον περιορισμό της επήρειάς του, επικαλούμενη τη γεωγραφική διαμόρφωση των απέναντι ακτών.

Η διάσταση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η διαφορά δεν περιορίζεται στην περιοχή της Κρήτης, αλλά συνδέεται με τις ευρύτερες λιβυκές διεκδικήσεις στη Μεσόγειο. Σε δημοσίευμά της στις 2 Οκτωβρίου, η λιβυκή εφημερίδα Al-Marsad (المرصد), αναπαράγοντας ανάλυση του ιταλικού Τύπου, αναφέρεται στις αντιρρήσεις της Ελλάδας, της Ιταλίας και της Τυνησίας απέναντι στις λιβυκές θαλάσσιες διεκδικήσεις και στις σχετικές καταθέσεις εγγράφων στον ΟΗΕ.

Η αναφορά αυτή υποδηλώνει ότι το ζήτημα αποκτά ευρύτερη περιφερειακή διάσταση. Η Τρίπολη καλείται να διαχειριστεί ταυτόχρονα διαφορετικές θαλάσσιες εκκρεμότητες, γεγονός που μπορεί να ενισχύει την επιφυλακτικότητά της απέναντι σε μονομερείς ενεργειακές πρωτοβουλίες γειτονικών χωρών.

Στο επίπεδο των λιβυκών αναλυτικών προσεγγίσεων, τα εξεταζόμενα δημοσιεύματα αναδεικνύουν κυρίως την ανάγκη διατήρησης των διπλωματικών διαύλων, χωρίς εγκατάλειψη των εθνικών διεκδικήσεων. Δεν εντοπίστηκαν, ωστόσο, επαρκώς τεκμηριωμένες πρόσφατες προσωπικές δηλώσεις κατονομαζόμενων Λίβυων αναλυτών ειδικά για τη διακοίνωση της 24ης Αυγούστου. Κατά συνέπεια, οι σχετικές εκτιμήσεις δεν θα ήταν ορθό να τους αποδοθούν ως προσωπικές θέσεις.

Πλοίο πόντισης υποθαλάσσιου καλωδίου

Το τουρκολιβυκό μνημόνιο και η υπόθεση του υποθαλάσσιου καλωδίου

Η αναζωπύρωση της ελληνολιβυκής αντιπαράθεσης αποκτά πρόσθετη βαρύτητα ενόψει των σχεδιαζόμενων εργασιών για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας και Κύπρου, ένα έργο που η Άγκυρα αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη επιφυλακτικότητα, καθώς θεωρεί ότι τμήματα της σχεδιαζόμενης όδευσης εμπίπτουν σε θαλάσσιες περιοχές επί των οποίων προβάλλει δικαιώματα υφαλοκρηπίδας.

Στις 3 Οκτωβρίου, η λιβυκή εφημερίδα Al-Marsad, επικαλούμενη ελληνικό δημοσίευμα, ανέφερε ότι η Τουρκία προειδοποιεί πως δεν θα επιτρέψει δραστηριότητες πόντισης καλωδίων ή επιστημονικών ερευνών σε περιοχές που θεωρεί ότι ανήκουν στην υφαλοκρηπίδα της χωρίς προηγούμενο συντονισμό μαζί της. Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, η Άγκυρα επικαλείται, μεταξύ άλλων, τις θαλάσσιες συμφωνίες της με τη Λιβύη, επιχειρώντας να εντάξει το έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης στο ευρύτερο πλαίσιο των δικών της διεκδικήσεων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η εξέλιξη αυτή παρουσιάζει ενδιαφέρον, καθώς καταδεικνύει ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο εξακολουθεί να χρησιμοποιείται από την Άγκυρα ως διπλωματικό επιχείρημα και πέραν της στενής γεωγραφικής περιοχής που αφορά η ελληνολιβυκή διαφορά.

Ωστόσο, απαιτείται σαφής διάκριση ανάμεσα στις δύο υποθέσεις. Οι λιβυκές αντιρρήσεις αφορούν κυρίως τις έρευνες υδρογονανθράκων νότια της Κρήτης, ενώ οι τουρκικές προειδοποιήσεις για το ηλεκτρικό καλώδιο συνδέονται με διαφορετικές θαλάσσιες περιοχές και συγκεκριμένες εργασίες έρευνας και πόντισης.

Δεν προκύπτει από τις εξεταζόμενες λιβυκές πηγές ότι η Τρίπολη έχει διατυπώσει επίσημη αντίρρηση για την πόντιση του καλωδίου Ελλάδας–Κύπρου ή ότι έχει συμφωνήσει με την Άγκυρα σε κοινή ενέργεια παρεμπόδισης του έργου.

Η σύνδεση, επομένως, είναι προς το παρόν περισσότερο γεωπολιτική παρά επιχειρησιακή. Το ενδεχόμενο, πάντως, παράλληλης προβολής τουρκικών και λιβυκών διεκδικήσεων θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα δυσμενέστερο διπλωματικό περιβάλλον για την Ελλάδα, ιδίως εάν η Άγκυρα επιχειρήσει να αξιοποιήσει τις λιβυκές αντιρρήσεις ως πρόσθετο επιχείρημα αμφισβήτησης των ελληνικών θαλάσσιων δικαιωμάτων.

Από νομικής πλευράς, η πόντιση υποθαλάσσιων καλωδίων και η έρευνα ή εκμετάλλευση υδρογονανθράκων δεν υπάγονται σε ταυτόσημο καθεστώς. Το διεθνές δίκαιο της θάλασσας αναγνωρίζει ιδιαίτερα δικαιώματα ως προς την τοποθέτηση υποθαλάσσιων καλωδίων στην υφαλοκρηπίδα, με συγκεκριμένες υποχρεώσεις σεβασμού των δικαιωμάτων του παράκτιου κράτους. Συνεπώς, οι λιβυκές ενστάσεις για ενεργειακές παραχωρήσεις δεν μπορούν να μεταφερθούν αυτομάτως στο ζήτημα της ηλεκτρικής διασύνδεσης.

Τριπολη Λιβύης

Οι πιθανές επιπτώσεις για την Ελλάδα

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί για την Αθήνα μια σύνθετη διπλωματική εξίσωση, στην οποία η προστασία των θαλάσσιων δικαιωμάτων συνδέεται με την ανάγκη διατήρησης λειτουργικών σχέσεων με μια χώρα που εξακολουθεί να βρίσκεται σε παρατεταμένη πολιτική κρίση.

Σε πρώτο επίπεδο, η ενδεχόμενη αναστολή των διαπραγματεύσεων θα περιόριζε τις δυνατότητες διμερούς διευθέτησης της εκκρεμότητας, αφήνοντας περισσότερο χώρο στην αναπαραγωγή αντικρουόμενων χαρτογραφικών και νομικών διεκδικήσεων. Παράλληλα, θα μπορούσε να αυξήσει την αβεβαιότητα γύρω από τις μελλοντικές ενεργειακές δραστηριότητες σε περιοχές όπου οι δύο πλευρές προβάλλουν επικαλυπτόμενες αξιώσεις.

Σε δεύτερο επίπεδο, η διατήρηση της λιβυκής αντίθεσης ενδέχεται να αξιοποιηθεί από την Τουρκία για την ενίσχυση της δικής της επιχειρηματολογίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι δύο χώρες έχουν ταυτόσημους στόχους ή ότι η Τρίπολη ενεργεί κατ’ ανάγκην υπό τουρκική καθοδήγηση. Η Λιβύη διαθέτει δικές της επιδιώξεις και, παρά τις στενές σχέσεις της δυτικής κυβέρνησης με την Άγκυρα, δεν φαίνεται διατεθειμένη να εγκαταλείψει την προοπτική συνεργασίας με την Ελλάδα.

Σε τρίτο επίπεδο, η ελληνική πλευρά έχει λόγους να αποφύγει τη μετατροπή της θαλάσσιας διαφοράς σε συνολική κρίση των διμερών σχέσεων. Η συνεργασία με τη Λιβύη δεν περιορίζεται στην ενέργεια, αλλά περιλαμβάνει τη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών, την ασφάλεια της κεντρικής Μεσογείου και την οικονομική παρουσία ελληνικών επιχειρήσεων στη χώρα. Ενδεικτικά, η λιβυκή Al-Marsad είχε αναδείξει, ήδη από τον Ιούλιο, τη σημασία των επαφών της Αθήνας με τους δύο λιβυκούς πόλους, συνδέοντας τις θαλάσσιες διαπραγματεύσεις με την ανάγκη αντιμετώπισης των μεταναστευτικών ροών προς την Κρήτη και τη Γαύδο.

Όσον αφορά ειδικότερα την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, ο σημαντικότερος κίνδυνος δεν προκύπτει από μια αποδεδειγμένη λιβυκή πρόθεση παρεμπόδισης του έργου, αλλά από το ενδεχόμενο περαιτέρω επιβάρυνσης του περιφερειακού περιβάλλοντος. Εάν οι θαλάσσιες διαφορές συνδεθούν πολιτικά μεταξύ τους, θα μπορούσαν να αυξηθούν οι διπλωματικές πιέσεις, οι επιχειρησιακές δυσχέρειες και η αβεβαιότητα ως προς το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης του έργου. Δεν υπάρχουν, πάντως, επαρκή στοιχεία για να αποδοθεί συγκεκριμένη καθυστέρηση της πόντισης του καλωδίου στη σημερινή λιβυκή στάση.

Μια ελεγχόμενη αντιπαράθεση με ανοιχτές προοπτικές

Η πρόσφατη αναζωπύρωση της ελληνολιβυκής διαφοράς δεν φαίνεται, τουλάχιστον με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, να σηματοδοτεί ουσιαστική μεταβολή της πολιτικής της Τρίπολης. Περισσότερο παραπέμπει σε μια προσπάθεια διατήρησης των λιβυκών διεκδικήσεων στο προσκήνιο, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα προωθεί ενεργειακές πρωτοβουλίες και επιχειρεί να ενισχύσει την παρουσία της στη Μεσόγειο.

Η χρονική συγκυρία της δημοσιοποίησης της διακοίνωσης, σε συνδυασμό με τις παράλληλες ελληνικές διπλωματικές επαφές, αφήνει περιθώριο για την εκτίμηση ότι ορισμένοι λιβυκοί κύκλοι επιδιώκουν να υπενθυμίσουν στην Αθήνα πως η περαιτέρω συνεργασία δεν συνεπάγεται εγκατάλειψη των λιβυκών θέσεων. Η ερμηνεία αυτή, ωστόσο, παραμένει αναλυτική υπόθεση και όχι τεκμηριωμένη πρόθεση συγκεκριμένου πολιτικού κέντρου.

Για την Ελλάδα, η πρόκληση είναι να διατηρήσει τη δυναμική των ενεργειακών της σχεδιασμών, αποτρέποντας παράλληλα την εμπλοκή της Λιβύης σε μια ευρύτερη αντιπαράθεση γύρω από την υλοποίηση των υποθαλάσσιων διασυνδέσεων. Η συνέχιση των συνομιλιών με την Τρίπολη, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη σχέσεων εμπιστοσύνης με τη Βεγγάζη, προσφέρει δυνατότητες περιορισμού των εντάσεων, χωρίς να απαιτείται εγκατάλειψη των ελληνικών νομικών θέσεων.

Το ουσιαστικό ζητούμενο δεν είναι μόνο εάν η λιβυκή πλευρά θα επιμείνει στις προειδοποιήσεις της, αλλά κατά πόσον οι διμερείς διαφορές θα παραμείνουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης ή θα ενταχθούν σε έναν ευρύτερο ανταγωνισμό για τον έλεγχο των ενεργειακών και γεωπολιτικών εξελίξεων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η μέχρι σήμερα στάση της Τρίπολης αφήνει ανοιχτά και τα δύο ενδεχόμενα. Το γεγονός, πάντως, ότι οι διπλωματικοί δίαυλοι εξακολουθούν να λειτουργούν υποδηλώνει ότι, παρά τη σκληρή ρητορική, καμία από τις δύο πλευρές δεν έχει ακόμη επιλέξει την οδό της οριστικής ρήξης.

spot_img

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
51,000ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα