«Guil-Foiled» — Η πτώση της Γκίλφοϊλ

Η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ παραβίασε τον σημαντικότερο κανόνα του Τραμπ

Του Τομ Νίκολς (Tom Nichols) | The Atlantic | 14 Οκτωβρίου 2026

Η αποχώρηση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ δεν οφειλόταν στην πραγματικότητα στις καταγγελίες περί διαφθοράς εναντίον της, αλλά στο γεγονός ότι αποκαλύφθηκαν οι ενέργειές της και, στην πορεία, εξέθεσε την κυβέρνηση.

Αφού στην πρώτη του κυβέρνηση συμπεριέλαβε, μάλλον απρόθυμα, ορισμένους πραγματικούς επαγγελματίες, ο Ντόναλντ Τραμπ περιβάλλεται πλέον σχεδόν αποκλειστικά από κόλακες και μέλη της οικογένειάς του. Ο πρόεδρος έχει καταστήσει σαφές ότι ενδιαφέρεται περισσότερο για την αφοσίωση παρά για τα προσόντα. Ωστόσο, η εκπληκτική ανικανότητα και η διαφθορά πολλών από τους διορισμένους συνεργάτες του εγείρουν ένα προφανές ερώτημα: Τι πρέπει να κάνει κάποιος για να απολυθεί από τον Λευκό Οίκο του Τραμπ;

Η χθεσινή παραίτηση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ από τη θέση της πρέσβειρας στην Ελλάδα προσφέρει ορισμένες απαντήσεις.

Η Γκίλφοϊλ έχει κατηγορηθεί για απροκάλυπτη διαφθορά τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της θητείας της ως διπλωματικής εκπροσώπου. Η ίδια αρνείται τις κατηγορίες, αλλά η παραίτησή της —την οποία ζήτησε ο Λευκός Οίκος— δεν αφορά στην πραγματικότητα τη διαφθορά.

Η ιδέα ότι η Γκίλφοϊλ, και μόνο αυτή, ξεπέρασε κάποια μέχρι πρότινος αόρατη κόκκινη γραμμή σε ζητήματα διαφθοράς είναι γελοία. Εάν ζητήματα ηθικής και νομιμότητας, συμπεριλαμβανομένης της σχεδόν ξεχασμένης πλέον αρχής περί «εντύπωσης ανάρμοστης συμπεριφοράς», αποτελούσαν λόγους απομάκρυνσης σε αυτή την κυβέρνηση, ο Τραμπ θα είχε ήδη απαλλαγεί από αρκετά ακόμη μέλη της ομάδας του.

Αντίθετα, η Γκίλφοϊλ απομακρύνθηκε επειδή προκαλούσε αμηχανία και εξέθετε την κυβέρνηση. Ξεπέρασε τα όριά της, προσπάθησε να εκμεταλλευτεί εμπορικά το όνομα του προέδρου και, όταν αποκαλύφθηκαν οι ενέργειές της, έφερε την κυβέρνηση σε δύσκολη θέση.

Επιπλέον, είναι γυναίκα — και σε αυτή την κυβέρνηση η εκμετάλλευση της δημόσιας θέσης για προσωπικό όφελος είναι κυρίως ανδρικό παιχνίδι.

Πράγματι, σε σύγκριση με τις κατηγορίες που έχουν διατυπωθεί εναντίον άλλων —συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του προέδρου, ο οποίος φαίνεται εντελώς αδιάφορος για έννοιες όπως οι απαγορευμένες οικονομικές παροχές προς δημόσιους αξιωματούχους— η Γκίλφοϊλ είναι αναμφίβολα μικρό ψάρι.

Την περασμένη άνοιξη, για παράδειγμα, οι Financial Times ανέφεραν ότι ένας χρηματιστής του Πιτ Χέγκσεθ επιχείρησε να πραγματοποιήσει μεγάλη επένδυση σε αμυντικές βιομηχανίες λίγο πριν από τον πόλεμο με το Ιράν, προκαλώντας υποψίες για συναλλαγές με βάση προνομιακή πληροφόρηση.

Ο διευθυντής του FBI, Κας Πατέλ, έχει κατηγορηθεί ότι χρησιμοποιούσε δημόσιο χρήμα σαν προσωπικό ταμείο για να καταβάλλει αδικαιολόγητα μπόνους σε ευνοούμενούς του μέσα στην υπηρεσία.

Ο Τομ Χόμαν, ο αποκαλούμενος «τσάρος των συνόρων», καταγράφηκε σε ηχητικό υλικό το 2024 να δέχεται 50.000 δολάρια σε μετρητά —τυλιγμένα σε σακούλα φαγητού της αλυσίδας Cava, όπως συμβαίνει άλλωστε σε κάθε απολύτως έντιμη συναλλαγή— από μυστικούς πράκτορες του FBI που παρίσταναν επιχειρηματίες. Κι όμως, εξακολουθεί να βρίσκεται στη θέση του.

Ο Χέγκσεθ και ο Χόμαν αρνούνται οποιαδήποτε παράνομη ενέργεια, ενώ ο Πατέλ και το FBI δεν έχουν δώσει σχόλια ή εξηγήσεις.

Ο δημοσιογράφος Ντέξτερ Φίλκινς περιέγραψε πρόσφατα τον γαμπρό του Τραμπ, Τζάρεντ Κούσνερ, ο οποίος λειτουργεί ως περιφερόμενος υπουργός χωρίς χαρτοφυλάκιο, ως χαρακτηριστικό εκπρόσωπο ενός νέου τύπου παράγοντα της Ουάσιγκτον, για τον οποίο το δημόσιο αξίωμα αποτελεί μέσο απόκτησης τεράστιου πλούτου.

Η Γκίλφοϊλ μπορεί να ήταν σχετικά ασήμαντη μπροστά στους γίγαντες αυτού του παιχνιδιού ιδιοτελούς πλουτισμού, αλλά το πραγματικό της αμάρτημα ήταν ο αξιοθρήνητος και ταπεινωτικός χαρακτήρας της συμπεριφοράς της.

Ακόμη και ο Χόμαν κατάφερε να μη φανεί τόσο ευτελής όταν, σύμφωνα με τις πληροφορίες, αποδεχόταν μια σακούλα γεμάτη χαρτονομίσματα.

Τα μηνύματα της Γκίλφοϊλ προς έναν χρηματοδότη του Τραμπ, με τα οποία ζητούσε χρήματα για να εξοφλήσει τεράστιους λογαριασμούς πιστωτικών καρτών, προκαλούν αμηχανία.

«Αγάπη μου, σε παρακαλώ, πρέπει να το κανονίσεις αυτό για μένα σήμερα», έγραψε στον υποστηρικτή του Τραμπ, Έρικ Ντίτερς, ζητώντας του να μεταφέρει 100.000 δολάρια απευθείας στον λογαριασμό της American Express, τον Ιούλιο του 2025, λίγο πριν από τις ακροάσεις για την επικύρωση του διορισμού της.

Ακόμη χειρότερα, επανειλημμένα έλεγε στον Ντίτερς να σταματήσει να γράφει τέτοια πράγματα και να επικοινωνεί μαζί της μόνο μέσω Signal.

«Τι εφιάλτης! Κυριολεκτικά θα μου κοστίσεις τη θέση της πρέσβειρας. Σταμάτα να γράφεις», του είπε.

Αυτή ήταν προφανώς η εκδοχή της Γκίλφοϊλ για τον περίφημο «κανόνα του Στρίνγκερ Μπελ», που πήρε το όνομά του από έναν χαρακτήρα της τηλεοπτικής σειράς The Wire. Εκείνος είχε επιπλήξει έναν συνεργό του στη διακίνηση ναρκωτικών επειδή ήταν αρκετά ανόητος ώστε να κρατά γραπτές σημειώσεις για μια εγκληματική συνωμοσία.

Το πρόβλημα είναι ότι και η ίδια η Γκίλφοϊλ παραβίασε αυτόν τον κανόνα: ζητούσε από τον Ντίτερς να μη γράφει πράγματα, κάνοντάς το γραπτώς.

Ο Ντίτερς, όπως ήταν αναμενόμενο, κράτησε όλα τα μηνύματα.

Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, η Γκίλφοϊλ τού είχε προσφέρει πρόσβαση στην κυβέρνηση Τραμπ.

«Θα είμαι ο άνθρωπός σου στο στρατόπεδο του Τραμπ, πιστή μέχρι τέλους, για πάντα», ισχυρίζεται ότι του είχε πει.

Όταν εκείνη δεν εκπλήρωσε όσα είχε υποσχεθεί, ο Ντίτερς προειδοποίησε στις αρχές του μήνα τόσο την ίδια όσο και αξιωματούχους του Λευκού Οίκου ότι θα δημοσιοποιούσε την αλληλογραφία τους. Και τελικά πραγματοποίησε την απειλή του.

Στο μεταξύ, η νεοδιορισμένη πρέσβειρα περιφερόταν στη νοτιοανατολική Ευρώπη συντροφιά με Έλληνες μεγιστάνες.

Αντί όμως να απολαμβάνει διακριτικά την πολυτέλεια και τα προνόμια της θέσης της, καυχιόταν για τις σχέσεις της με αυτούς τους πλούσιους άνδρες και προσπαθούσε να παρουσιάσει τον εαυτό της ως μια ισχυρή προσωπικότητα του στενού κύκλου του Τραμπ, που διέθετε την επιρροή για να πετυχαίνει όσα ήθελε.

Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, τον Ιανουάριο του 2026 βρέθηκε στο Νταβός, όπου αποκλείστηκε από ένα δείπνο που διοργανωνόταν προς τιμήν του Έρικ Τραμπ.

Αποφάσισε τότε να πιέσει έναν Αμερικανό επιχειρηματία να τη βοηθήσει να εξασφαλίσει πρόσκληση.

«Ξέρεις, μπορώ να σου προσφέρω ολόκληρο τον κόσμο. Και το αξίζεις», του είπε.

Αυτή τη φορά δεν καταγράφηκε σε γραπτό μήνυμα, αλλά σε ηχητικό ντοκουμέντο.

«Θα φροντίσω να βγάλεις πάρα πολλά γαμημένα λεφτά», είπε στον Αμερικανό.

Εξοργίστηκε επίσης με το θράσος της Ελληνίδας οικοδέσποινας του δείπνου.

«Δεν γίνεται να μην προσκαλείς, διάολε, την πρέσβειρα των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα. Θα έπρεπε να μου φιλάει τον γαμημένο κώλο».

Και πάλι, ο Τραμπ ο πρεσβύτερος δεν έχει κανένα πρόβλημα με τις βωμολοχίες. Τις χρησιμοποιεί τακτικά.

Δεν έχει επίσης πρόβλημα με την επιδίωξη οικονομικού οφέλους από δημόσια αξιώματα. Ο ίδιος έχει πλουτίσει κατά τη διάρκεια της προεδρίας του και έχει, ρητά ή σιωπηρά, επιδοκιμάσει ανάλογες προσπάθειες υφισταμένων του να αποκομίσουν κέρδη από τις θέσεις τους.

Φαίνεται, όμως, ότι θέτει ένα όριο όταν η πρώην μνηστή του γιου του δεν δείχνει την πρέπουσα εκτίμηση για την ευγενική χειρονομία να την τοποθετήσει στην Αθήνα —στην Αθήνα!— και στη συνέχεια καταλήγει στις εφημερίδες να μοιάζει με μια ηλικιωμένη σερβιτόρα που εκλιπαρεί για φιλοδωρήματα από εύπιστους πελάτες καζίνο.

«Αγάπη μου, απλώς άφησέ τα στον δίσκο. Μην το πεις στον προϊστάμενό μου και θα σε οδηγήσω στο καλό τραπέζι του πόκερ».

Η Γκίλφοϊλ υπήρξε κάποτε τόσο στενά συνδεδεμένη με την οικογένεια Τραμπ, ώστε της δόθηκε μια προνομιακή θέση στο τηλεοπτικό πρόγραμμα του συνεδρίου των Ρεπουμπλικανών το 2020, για να εκθειάσει τον πρόεδρο.

Η εμφάνισή της ήταν καταστροφική και υπερβολικά θεατρική, αλλά ο Τραμπ τη λάτρεψε. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, την αποκαλούσε «η Κίμπερλί μου» και τη συνέκρινε με την πρώην πρώτη κυρία της Αργεντινής, Εύα Περόν.

Νωρίτερα φέτος, ο Τραμπ είχε πει για την εκπρόσωπό του στην Ελλάδα:

«Η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ είναι φίλη μου εδώ και πολύ καιρό. Μου αρέσει να την αποκαλώ Κίμπερ-λέι. Αυτό είναι το μικρό χαϊδευτικό μου για εκείνη, σωστά; Αλλά είσαι η καλύτερη και άκουσα ότι σε αγαπούν εκεί πέρα».

Όμως, τις τελευταίες ημέρες, ο πρόεδρος βρέθηκε αντιμέτωπος με αρνητικά δημοσιεύματα για αυτή την απαιτητική, μεσήλικη γυναίκα, την οποία ο γιος του είχε εγκαταλείψει για μια νεότερη σύζυγο —όπως άλλωστε είχε κάνει και ο ίδιος ο Τραμπ με προηγούμενες συζύγους του.

Μια γυναίκα που προσπαθούσε να επωφεληθεί οικονομικά από την προεδρία του, γελοιοποιώντας ταυτόχρονα τον εαυτό της και προκαλώντας ακόμη περισσότερα αρνητικά δημοσιεύματα για τη διαφθορά, λίγο πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές.

Η Γκίλφοϊλ έπρεπε να φύγει και ο Τραμπ την απομάκρυνε γρήγορα και ψυχρά.

«Δεν ήταν μέλος της οικογένειάς μου», δήλωσε χθες ο πρόεδρος. «Είχε, εε, νομίζω, κάποτε σχέση με τον γιο μου, πριν από πολύ καιρό».

«Είχε σχέση»; «Νομίζω»;

Για χρόνια προοριζόταν να γίνει νύφη του προέδρου, παντρεμένη με τον πρωτότοκο γιο του.

Τώρα δεν είναι παρά κάποια γυναίκα που γνώριζε κάποτε ένα από τα παιδιά του.

Η Γκίλφοϊλ δεν το κατάλαβε.

Το μόνο που χρειαζόταν να κάνει ήταν να μείνει μακριά από μπελάδες.

Αλλά ακόμη κι αυτό αποδείχθηκε υπερβολικά δύσκολο για εκείνη.

Και τώρα έμαθε ότι το να βγάζεις χρήματα από αυτή την προεδρία σημαίνει πως πρέπει να ακολουθείς ορισμένους κανόνες.

Μην είσαι υπερβολικά απροκάλυπτος. Μην εκθέτεις το αφεντικό. Μην αφήνεις να σε πιάσουν, αν μπορείς να το αποφύγεις.

Και, πάνω απ’ όλα, μην είσαι γυναίκα μεγαλύτερης ηλικίας. 

spot_img

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
51,000ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα