ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΩΝ
Δημοσιεύουμε ένα ενδιαφέρον άρθρο του BESA center για τον IMEC απο το οποίο η Ελλάδα απουσιάζει. Το άρθρο αποδίδει στην Ιταλία και ευρωπαϊκό τερματικό εμπορευμάτων, μέσω Τεργέστης, και κόμβο ψηφιακών υπηρεσιών, τεχνολογίας και σύνδεσης με την Αφρική. Πρόκειται για πρόταση των συγγραφέων, όχι για δεσμευτική συμφωνία των συμμετεχουσών χωρών.
Το BESA Center είναι το Κέντρο Στρατηγικών Μελετών Μπέγκιν–Σαντάτ (Begin–Sadat Center for Strategic Studies), ισραηλινή δεξαμενή σκέψης συνδεδεμένη με το Πανεπιστήμιο Μπαρ-Ιλάν. Ιδρύθηκε το 1993 και πήρε το όνομά του από τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μεναχέμ Μπέγκιν και τον Αιγύπτιο πρόεδρο Ανουάρ Σαντάτ.
Πρόκειται για πρόταση δύο ερευνητριών, με συμπληρωματική εξειδίκευση στην Ινδία και τη Μεσόγειο, δημοσιευμένη σε ισραηλινό κέντρο στρατηγικών μελετών.
Η Ιταλία υπέγραψε το αρχικό μνημόνιο του IMEC το 2023, ενώ η Ελλάδα όχι. Το ελληνικό ΥΠΕΞ αναφέρει ότι η χώρα επιδιώκει να ενταχθεί στο ευρύτερο πλαίσιο συνεργασίας του. Επομένως, ο ελληνικός ρόλος παραμένει διεκδίκηση που χρειάζεται συγκεκριμένες συμφωνίες.
IMEC: Η Ιταλία διεκδικεί τον κεντρικό ρόλο — ποια θέση διαμορφώνει η Ελλάδα;
Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας δεν αρκεί για να εξασφαλίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στον Οικονομικό Διάδρομο Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης. Το άρθρο των Λόρεν Νταγκάν Άμος και Μέγκι Πενγκίλι, που δημοσιεύθηκε στο Κέντρο BESA και παρουσιάζουμε παρακάτω, θέτει ένα ουσιαστικό ζήτημα για την ελληνική στρατηγική: προτείνει ένα τεχνολογικό τρίγωνο Ινδίας–Ισραήλ–Ιταλίας, από το οποίο η Ελλάδα απουσιάζει.
Η απουσία αυτή δεν ισοδυναμεί με επίσημο αποκλεισμό από τον IMEC. Αποκαλύπτει, όμως, ότι διατυπώνονται ολοκληρωμένες προτάσεις για το μέλλον του διαδρόμου χωρίς να θεωρείται αυτονόητη η ελληνική συμμετοχή. Στο συγκεκριμένο σχήμα, η Ιταλία προβάλλεται τόσο ως ευρωπαϊκή πύλη των εμπορευματικών ροών, με επίκεντρο την Τεργέστη, όσο και ως κόμβος δεδομένων, ψηφιακών υποδομών, τεχνητής νοημοσύνης και τεχνολογικής συνεργασίας. Η ιταλική διεκδίκηση καλύπτει, επομένως, και τις μεταφορές και τις υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Το ιδιαίτερο πλεονέκτημα της Ρώμης βρίσκεται στη σύνδεση αυτού του σχεδιασμού με την Αφρική. Μέσω του Σχεδίου Ματέι και συνεργασιών όπως ο Κόμβος Τεχνητής Νοημοσύνης για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη με το UNDP, η Ιταλία επιδιώκει να μετατρέψει τις αφρικανικές της σχέσεις σε επενδύσεις, τεχνολογικά δίκτυα και θεσμική επιρροή. Έτσι διεκδικεί θέση συνάντησης δύο αξόνων: εκείνου που συνδέει την Ινδία με την Ευρώπη και εκείνου που συνδέει την Ευρώπη με την Αφρική.
Για την Ελλάδα, το ερώτημα είναι κατά πόσο οι υφιστάμενες σχέσεις της με αφρικανικές χώρες, οι ενεργειακές πρωτοβουλίες της και οι τεχνολογικές της δυνατότητες συγκροτούν μια εξίσου συνεκτική πρόταση. Η συνεργασία με την Αίγυπτο και η σχεδιαζόμενη διασύνδεση GREGY αποτελούν σημαντικά ερείσματα. Χρειάζεται, όμως, να συνδεθούν με ευρύτερες επιχειρηματικές, επιστημονικές και ψηφιακές συνεργασίες, ώστε η ελληνική παρουσία να αποκτήσει μεγαλύτερο βάθος.
Ο κίνδυνος που αναδεικνύεται από αυτή την ανάγνωση είναι η Ελλάδα να συμμετέχει στις μεταφορές, αλλά να έχει περιορισμένο λόγο στον σχεδιασμό των υπηρεσιών, των προτύπων και των τεχνολογικών συνεργασιών που θα καθορίζουν τη λειτουργία του διαδρόμου. Το άρθρο δεν της αναθέτει έναν τέτοιο δευτερεύοντα ρόλο· η ελληνική πολιτική οφείλει να αποτρέψει αυτό το ενδεχόμενο.
Η Αθήνα χρειάζεται, συνεπώς, να απαντήσει με συγκεκριμένες προτάσεις: με ποιους εταίρους, σε ποιες υποδομές, με ποια χρηματοδότηση και με ποια συμμετοχή ελληνικών επιχειρήσεων και ερευνητικών φορέων θα διεκδικήσει θέση στον IMEC; Η ιδιότητα της «πύλης προς την Ευρώπη» αποκτά πραγματικό περιεχόμενο όταν συνοδεύεται από συμφωνίες και δυνατότητα συνδιαμόρφωσης του σχεδιασμού.
Οι αναφορές του προλόγου στην ιταλική πρόταση βασίζονται στο άρθρο. Συνεργασία Ιταλίας–UNDP επιβεβαιώνεται από τις επίσημες ανακοινώσεις του οργανισμού, ενώ το GREGY από το ελληνικό ΥΠΕΞ. Η εκτίμηση περί κινδύνου υποβάθμισης του ελληνικού ρόλου είναι δικό μας αναλυτικό συμπέρασμα.
Τα κύρια στοιχεία του άρθρου, που μπορούν να συνοδεύσουν την ανάρτηση, είναι:
| Κύριο στοιχείο | Τι προτείνουν οι συγγραφείς |
|---|---|
| Τριμερής τεχνολογική συνεργασία | Ινδία για ψηφιακές εφαρμογές μεγάλης κλίμακας, Ισραήλ για κυβερνοασφάλεια και τεχνολογική καινοτομία, Ιταλία για ευρωπαϊκή πρόσβαση και βιομηχανική διασύνδεση. |
| Κεντρικός ρόλος της Τεργέστης | Ευρωπαϊκό τερματικό με πρόσβαση στη βιομηχανική Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και δυνατότητα σύνδεσης με την Πρωτοβουλία των Τριών Θαλασσών. |
| Σύνδεση με την Αφρική | Συνδυασμός IMEC και Σχεδίου Ματέι, με την Ιταλία ως ενδιάμεσο κόμβο. |
| Ψηφιακή λειτουργία του διαδρόμου | Ασφαλή δεδομένα, ψηφιακά τελωνεία, παρακολούθηση φορτίων, εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης και προστασία υποδομών. |
| Σταδιακή υλοποίηση | Οι ψηφιακές συνεργασίες μπορούν να προχωρήσουν πριν ολοκληρωθούν οι σιδηροδρομικές υποδομές. |
| Πολιτικά και κατασκευαστικά εμπόδια | Παραμένουν κενά δικτύων, χρηματοδότησης και διακυβέρνησης, καθώς και δυσκολίες στις περιφερειακές σχέσεις. |
| Στάση απέναντι στην Κίνα | Διαφοροποίηση προμηθευτών και περιορισμός εξαρτήσεων, όχι πλήρης τεχνολογική αποσύνδεση. |
| Η Ελλάδα | Δεν περιλαμβάνεται στην προτεινόμενη τριάδα ούτε της αποδίδεται συγκεκριμένος συμπληρωματικός ρόλος. |
Η Θεσσαλονίκη μπορεί να αποτελέσει το ισχυρότερο ελληνικό επιχείρημα για τη βόρεια ευρωπαϊκή επέκταση του IMEC. Η θέση της κοντά στη βαλκανική ενδοχώρα και η ένταξή της στους ευρωπαϊκούς διαδρόμους μεταφορών επιτρέπουν έναν σχεδιασμό με διακλαδώσεις προς τα Δυτικά Βαλκάνια, την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και, μέσω αυτών, προς τη Δυτική Ευρώπη. Μια τέτοια πρόταση θα μπορούσε να συγκροτήσει κοινά συμφέροντα μεταξύ της Ελλάδας και των βόρειων γειτόνων της, ενισχύοντας το διαπραγματευτικό βάρος της Αθήνας.
Το πλεονέκτημα, όμως, πρέπει να αποκτήσει λειτουργικό περιεχόμενο: αξιόπιστο σιδηρόδρομο, σύγχρονο λιμάνι, γρήγορες συνοριακές διαδικασίες και ανταγωνιστικές υπηρεσίες. Η Ελλάδα οφείλει να διεκδικήσει για τη Θεσσαλονίκη ρόλο οργάνωσης των μεταφορών και των ψηφιακών λειτουργιών του διαδρόμου, αξιοποιώντας παράλληλα τις δυνατότητες του Πειραιά. Η τελική επιλογή των διαδρομών πρέπει να στηριχθεί σε μετρήσιμο κόστος και χρόνο παράδοσης, μαζί με τα ευρύτερα αναπτυξιακά και γεωπολιτικά οφέλη.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ BESA
Των δρ Λόρεν Νταγκάν Άμος και δρ Μέγκι Πενγκίλι
13 Οκτωβρίου 2026 BESA — 13 Οκτωβρίου 2026
ΣΥΝΟΨΗ: Το Σχέδιο Ματέι και ο Οικονομικός Διάδρομος Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης (IMEC) δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως διακριτοί διάδρομοι που απλώς επικαλύπτονται. Αντιθέτως, αποτελούν συμπληρωματικά επίπεδα μιας αναδυόμενης αρχιτεκτονικής διασύνδεσης του Ινδικού με τη Μεσόγειο. Ο IMEC παρέχει τον βασικό άξονα Ανατολής–Δύσης που συνδέει την Ινδία, τον Κόλπο και την Ευρώπη, ενώ το Σχέδιο Ματέι επεκτείνει την ευρωπαϊκή διασύνδεση προς νότο, στην Αφρική. Η Ιταλία βρίσκεται στο σημείο τομής των δύο, αξιοποιώντας τη στρατηγική της «Mare Nostrum» για να συνδέσει τις οικονομικές ζώνες του Ινδοειρηνικού με εκείνες του ευρωατλαντικού χώρου, εντάσσοντας στον IMEC ένα σκέλος εντός της ΕΕ.
Στο πλαίσιο αυτού του τριγώνου, η Ινδία προσφέρει τεχνολογική ισχύ μεγάλης κλίμακας και αποτελεί το ανατολικό σημείο στήριξης, το Ισραήλ λειτουργεί ως κρίσιμος συνδετικός κρίκος στους τομείς της ασφάλειας και της τεχνολογίας στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ η Ιταλία εξασφαλίζει μια ευρωπαϊκή θεσμική πύλη και σύνδεση με την Αφρική μέσω του Σχεδίου Ματέι.
Καθώς οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις αναδιαμορφώνουν το παγκόσμιο εμπόριο, τη διασυνδεσιμότητα και τις ροές δεδομένων, ο IMEC αναδεικνύεται σε κάτι περισσότερο από ένα δίκτυο λιμανιών, σιδηροδρόμων και υποδομών εφοδιαστικής. Η μακροπρόθεσμη στρατηγική σημασία του διαδρόμου θα εξαρτηθεί επίσης από την ψηφιακή αρχιτεκτονική που τον στηρίζει: ασφαλή δίκτυα δεδομένων, κυβερνοασφάλεια, τεχνητή νοημοσύνη, προστασία κρίσιμων υποδομών και ανθεκτικές τεχνολογικές αλυσίδες εφοδιασμού. Η ενδεχόμενη ανάδυση ενός τεχνολογικού τριγώνου Ινδίας–Ισραήλ–Ιταλίας αποτελεί κρίσιμη συνιστώσα της μελλοντικής ανάπτυξης του IMEC.
Ο ψηφιακός διάδρομος του IMEC
Οι προοπτικές και η αντοχή του IMEC στον χρόνο καθορίζονται από το ουσιαστικό συμφέρον των χωρών που τον απαρτίζουν να συνδεθούν στενότερα μεταξύ τους και να προωθήσουν τις προτεραιότητές τους μέσω συμπληρωματικών σχέσεων. Το Σχέδιο Ματέι, λειτουργώντας συμπληρωματικά προς τον IMEC, καλείται να υπερβεί ένα αυστηρά ευρωπαϊκό πλαίσιο και να ενταχθεί σε ευρύτερες, μη ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες. Η Μεσόγειος και ο Ινδοειρηνικός θα πρέπει να θεωρούνται αναπόσπαστα μέρη μιας νέας αρχιτεκτονικής διασύνδεσης Ανατολής–Δύσης, με όλη τη στρατηγική σημασία που αυτό συνεπάγεται. Η ενσωμάτωση προηγμένων τεχνολογικών στοιχείων, όπως υποθαλάσσια καλώδια για συνδέσεις υψηλής χωρητικότητας, περιφερειακά κέντρα δεδομένων και έξυπνα δίκτυα εφοδιαστικής, καθιερώνει τον IMEC ως θεμελιώδη αρχιτεκτονική για την οικονομία των δεδομένων μεταξύ Ασίας, Μέσης Ανατολής και Ευρώπης.
Η Ινδία, το Ισραήλ και η Ιταλία συνεισφέρουν συμπληρωματικά στρατηγικά πλεονεκτήματα σε αυτόν τον εξελισσόμενο ψηφιακό διάδρομο. Η Ινδία προσφέρει τεχνολογικές δυνατότητες μεγάλης κλίμακας, ικανότητες ανάπτυξης λογισμικού, ψηφιακές δημόσιες υποδομές και ένα ταχέως αναπτυσσόμενο οικοσύστημα τεχνητής νοημοσύνης. Το Ισραήλ διαθέτει προηγμένες δυνατότητες στην κυβερνοασφάλεια, στην προστασία κρίσιμων υποδομών, στην τεχνητή νοημοσύνη και στην τεχνολογική καινοτομία. Η Ιταλία προσφέρει μια στρατηγική πύλη προς την Ευρώπη και τη Μεσόγειο, ισχυρές βιομηχανικές δυνατότητες και μια ανθρωποκεντρική προσέγγιση στη διακυβέρνηση της τεχνητής νοημοσύνης, παράλληλα με τις ευρύτερες ευκαιρίες διασύνδεσης και το ανθρώπινο κεφάλαιο που δημιουργεί το Σχέδιο Ματέι.
Η συνεισφορά των χωρών αυτών έχει ως κίνητρο τα οφέλη που θα αποκομίσουν. Για την Ινδία, ο IMEC δίνει ώθηση στη δημιουργία νέων παγκόσμιων ψηφιακών δικτύων, διευρύνει το εξαγωγικό εμπόριο και βελτιώνει την πρόσβαση στις ευρωπαϊκές αγορές. Για την Ιταλία και την Ευρώπη, βασική προτεραιότητα είναι η διατήρηση της σταθερότητας εν μέσω παγκόσμιων αλλαγών και η ενίσχυση των οικονομικών δεσμών με την Ινδία. Για το Ισραήλ, ένας λειτουργικός διάδρομος θα τόνωνε την οικονομική ανάπτυξη, θα ενίσχυε τις συνεργασίες με την Ινδία και τον Κόλπο και θα δημιουργούσε πρόσθετες εμπορικές συναλλαγές αξίας άνω των 330 δισ. δολαρίων. Επιπλέον, το Ισραήλ θα υπερέβαινε τον ρόλο του γεωγραφικού σημείου διέλευσης εντός του IMEC και θα αναδεικνυόταν σε κόμβο τεχνολογίας και ασφάλειας του διαδρόμου.
Ευρύτερα, μια συνεργασία Ινδίας–Ισραήλ–Ιταλίας ενισχύει την ψηφιακή κυριαρχία, μειώνει τις στρατηγικές ευπάθειες των κρίσιμων υποδομών και προσφέρει μια αξιόπιστη τεχνολογική αρχιτεκτονική σε ένα ολοένα πιο ανταγωνιστικό γεωοικονομικό περιβάλλον. Η συνεργασία μεταξύ Νέου Δελχί, Ιερουσαλήμ και Ρώμης θα μπορούσε να μετατρέψει τον IMEC από μια πρωτοβουλία που αφορά κυρίως τη διασύνδεση μέσω φυσικών υποδομών σε έναν ασφαλή και ανθεκτικό ψηφιακό διάδρομο, ο οποίος θα συνδέει τον Ινδοειρηνικό, τη Μέση Ανατολή, τη Μεσόγειο, την Ευρώπη και, ενδεχομένως, την Αφρική. Μια τέτοια συνεργασία περιλαμβάνει ασφαλείς ροές δεδομένων, κοινή έρευνα και ανάπτυξη, κυβερνοπροστασία λιμανιών και δικτύων μεταφορών, συστήματα εφοδιαστικής που αξιοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στις κρίσιμες τεχνολογικές αλυσίδες εφοδιασμού.
Το πρακτικό ερώτημα είναι πώς αυτές οι συμπληρωματικές δυνατότητες μπορούν να στηρίξουν την υλοποίηση του ψηφιακού και τεχνολογικού σκέλους του IMEC, ενώ η αρχιτεκτονική των φυσικών υποδομών και το πολιτικό του πλαίσιο εξακολουθούν να διαμορφώνονται. Πρόκειται για ένα σύνθετο εγχείρημα, το οποίο θα αντιμετωπίσει εμπόδια λόγω ελλείψεων στις υποδομές, χρηματοδοτικών περιορισμών και λεπτών διπλωματικών διαπραγματεύσεων, όπως εκείνες για την εξομάλυνση των σχέσεων Σαουδικής Αραβίας–Ισραήλ. Ωστόσο, το ψηφιακό και τεχνολογικό σκέλος του IMEC μπορεί να αρχίσει να υλοποιείται άμεσα, αξιοποιώντας τις συμπληρωματικές δυνατότητες της Ινδίας, του Ισραήλ και της Ιταλίας. Οι τρεις χώρες διαθέτουν ιδιαίτερα εξειδικευμένα πλεονεκτήματα, χωρίς αλληλεπικαλύψεις, τα οποία μπορούν να στηρίξουν τις άυλες υποδομές και τις ψηφιακές υπηρεσίες του IMEC, όσο κατασκευάζονται και εκσυγχρονίζονται οι σιδηροδρομικές γραμμές και τα λιμάνια.
Ινδία: Μέγεθος, ψηφιακές δυνατότητες και στρατηγική ευελιξία
Η Ινδία δεν είναι απλώς το ανατολικό άκρο του IMEC. Αποτελεί μία από τις βασικές πολιτικές και οικονομικές κινητήριες δυνάμεις του διαδρόμου. Για το Νέο Δελχί, ο IMEC εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική ενίσχυσης των οικονομικών δεσμών με τον Κόλπο και την Ευρώπη, με παράλληλη διεύρυνση των διαθέσιμων εμπορικών οδών και διαδρομών διασύνδεσης.
Ο διάδρομος έχει ιδιαίτερη σημασία για τις οικονομικές φιλοδοξίες της Ινδίας, καθώς οι ευρωπαϊκές αγορές κατέχουν κεντρική θέση στο ινδικό εμπόριο και στις προσπάθειες της χώρας να ενταχθεί βαθύτερα στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας. Οι διαταραχές των τελευταίων ετών έχουν ενισχύσει τη στρατηγική σημασία της δημιουργίας πρόσθετων επιλογών διασύνδεσης. Ο IMEC δεν μπορεί να εξαλείψει την έκθεση της Ινδίας στους κινδύνους των θαλάσσιων στενωπών, αλλά μπορεί να προσφέρει περισσότερες εναλλακτικές διαδρομές μέσα σε ένα ευρύτερο δίκτυο εμπορικών οδών.
Η σημασία της Ινδίας για τον IMEC εκτείνεται, ωστόσο, πέρα από τη διακίνηση αγαθών. Την τελευταία δεκαετία, το Νέο Δελχί έχει αναπτύξει ψηφιακές πλατφόρμες μεγάλης κλίμακας στους τομείς των πληρωμών, των δημόσιων υπηρεσιών και της εφοδιαστικής. Οι ψηφιακές δημόσιες υποδομές, η ψηφιοποίηση των λιμανιών, η παρακολούθηση φορτίων και τα ολοένα πιο ενοποιημένα συστήματα εφοδιαστικής προσφέρουν εμπειρία που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί στο λειτουργικό σκέλος ενός διαπεριφερειακού διαδρόμου.
Αυτό έχει σημασία επειδή η σύγχρονη διασυνδεσιμότητα εξαρτάται εξίσου από τη διακίνηση πληροφοριών και από τη μεταφορά εμπορευματοκιβωτίων. Το διασυνοριακό εμπόριο απαιτεί συμβατές τελωνειακές διαδικασίες, ψηφιακά έγγραφα, παρακολούθηση φορτίων, χρηματοοικονομικές συναλλαγές και ασφαλή ανταλλαγή δεδομένων. Ινδικές αναλύσεις πολιτικής και ερευνητικές μελέτες έχουν ήδη αναγνωρίσει την ψηφιακή διασύνδεση, τις τηλεπικοινωνιακές υποδομές και τα ενοποιημένα ψηφιακά συστήματα ως σημαντικά στοιχεία του IMEC.
Εξίσου σημαντική είναι η πολιτική προσέγγιση της Ινδίας. Το Νέο Δελχί είναι απίθανο να αντιμετωπίσει τον IMEC ως μέρος ενός αποκλειστικού γεωπολιτικού συνασπισμού. Κάτι τέτοιο θα ήταν ασύμβατο με την ευρύτερη πρακτική της στρατηγικής αυτονομίας και της παράλληλης συνεργασίας με πολλαπλούς εταίρους. Η Ινδία μπορεί να εμβαθύνει ταυτόχρονα τη συνεργασία της με το Ισραήλ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τη Σαουδική Αραβία, την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες, διατηρώντας παράλληλα άλλες περιφερειακές συνεργασίες και έργα διασύνδεσης.
Αυτή η ευελιξία αποτελεί βασικό στοιχείο της ελκυστικότητας του IMEC από την ινδική σκοπιά. Ο διάδρομος διευρύνει τις στρατηγικές επιλογές της Ινδίας χωρίς να απαιτεί από το Νέο Δελχί να αντικαταστήσει μία εξάρτηση με κάποια άλλη. Η Ινδία, επομένως, προσφέρει τρία ιδιαίτερα σημαντικά πλεονεκτήματα στην αναδυόμενη αρχιτεκτονική: οικονομικό μέγεθος, ψηφιακές δυνατότητες και στρατηγική ευελιξία.
Ιταλία: Η γεωοικονομική γέφυρα μεταξύ Ινδικού και Μεσογείου
Στο πλαίσιο του IMEC, η Ρώμη βρίσκεται σε ιδιαίτερα πλεονεκτική θέση ώστε να αξιοποιήσει τη γεωγραφία της, μετατρέποντας την εκτεταμένη ακτογραμμή και τα περισσότερα από 100 λιμάνια της σε γεωοικονομική πύλη. Η Τεργέστη αναδεικνύεται σε φυσικό ευρωπαϊκό τερματικό σταθμό του διαδρόμου, συνδέοντας απευθείας τις μεσογειακές θαλάσσιες οδούς με τις βιομηχανικές περιοχές της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.
Μέσω του προγράμματος «Italia Digitale 2026» και του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (PNRR), η Ρώμη έχει διαθέσει 6,7 δισ. ευρώ για την επέκταση των ευρυζωνικών δικτύων, την ανάπτυξη ασφαλών υπηρεσιών υπολογιστικού νέφους και την πρωτοποριακή εφαρμογή συστημάτων ψηφιακού πορτοφολιού. Αυτές οι δημόσιες επενδύσεις συμπληρώνονται από ροές ιδιωτικών κεφαλαίων, με τις επενδύσεις σε κέντρα δεδομένων στην ιταλική χερσόνησο να προβλέπεται ότι θα φτάσουν τα 30 δισ. ευρώ έως το 2026.
Αυτή η τεχνολογική κινητοποίηση επιτρέπει στην Ιταλία να λειτουργήσει ως κρίσιμο σημείο υποδοχής των ψηφιακών διασυνδέσεων και να συμπληρώσει τις δυνατότητες του Νέου Δελχί και της Ιερουσαλήμ. Επιπλέον, διμερή πλαίσια όπως το Κοινό Στρατηγικό Σχέδιο Δράσης Ιταλίας–Ινδίας (JSAP) 2025–2029 θεσπίζουν κοινά τεχνολογικά πρότυπα στους τομείς του διαστήματος, της τεχνητής νοημοσύνης και της υπερυπολογιστικής. Με αυτόν τον τρόπο, ο IMEC υπερβαίνει τον χαρακτήρα μιας παραδοσιακής διαδρομής μεταφορών και η Ιταλία αναδεικνύεται στον κύριο κόμβο δεδομένων ενός ασφαλούς, τριμερούς οικοσυστήματος υψηλής τεχνολογίας.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι αυτό το δίκτυο διασύνδεσης συγκλίνει με το «Σχέδιο Ματέι» της Ιταλίας για την Αφρική. Στο πλαίσιο του σχεδίου, η Ιταλία διευρύνει την ψηφιακή πρόσβαση, υποστηρίζει την υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης από νεοφυείς επιχειρήσεις της περιοχής και εντάσσει κόμβους της Βόρειας και Ανατολικής Αφρικής στην ευρύτερη αρχιτεκτονική υποδομών του IMEC. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Κόμβος Τεχνητής Νοημοσύνης για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη, ο οποίος εγκαινιάστηκε στην έδρα του Αναπτυξιακού Προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών (UNDP) στη Ρώμη, κατά την ιταλική προεδρία της G7, με στόχο την ένταξη αφρικανικών νεοφυών επιχειρήσεων στην παγκόσμια τεχνολογική οικονομία.
Για τη διασφάλιση της ψηφιακής ανθεκτικότητας θα είναι απαραίτητοι ισχυροί μηχανισμοί προστασίας. Σύμφωνα με ειδικούς, η θωράκιση των πληροφοριών και της ηλεκτρικής ενέργειας απέναντι σε συνδυασμένες απειλές απαιτεί μια πολυεθνική στρατηγική συνεργασίας για την προστασία του κυβερνοχώρου και του θαλάσσιου πεδίου. Για την Ιταλία, αυτό συνεπάγεται τον συντονισμό ναυτικών δυνάμεων, υπηρεσιών πληροφοριών και επιχειρηματικών εταίρων για την υπεράσπιση του υποθαλάσσιου δικτύου Raman Blue, των υποθαλάσσιων υποδομών ηλεκτρικής ενέργειας και των συστημάτων ελέγχου των λιμανιών. Η εφαρμογή κοινών διαδικασιών ειδοποίησης για κινδύνους, η συγκρότηση μονάδων ταχείας συντήρησης και η διεξαγωγή κοινών ασκήσεων ασφαλείας για τα λιμενικά συστήματα ενισχύουν την ασφάλεια των θαλάσσιων πυλών εισόδου της Ιταλίας.
Η Ιταλία διαθέτει τεχνογνωσία παγκόσμιου επιπέδου στη θαλάσσια μηχανική, στην εγκατάσταση υποθαλάσσιων καλωδίων και στην υποθαλάσσια ασφάλεια. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι ιταλικοί φορείς με κρατική στήριξη, καθώς και ιδιωτικές επιχειρήσεις, μπορούν να αξιοποιήσουν δομές ασφάλειας, όπως τον Εθνικό Πόλο για τον Υποθαλάσσιο Χώρο (PNS) και το Κέντρο Θαλάσσιας Έρευνας και Πειραματισμού του ΝΑΤΟ, για τη διεξαγωγή έρευνας με αντικείμενο την προστασία υποθαλάσσιων καλωδίων, αγωγών και λιμανιών.
Αυτή η τεχνική θωράκιση συνδυάζεται με πρωτοβουλίες για άυλες υποδομές, οι οποίες παρακάμπτουν τις καθυστερήσεις στην κατασκευή των φυσικών έργων. Ο βασικός μηχανισμός προς αυτή την κατεύθυνση είναι η «Ψηφιακή Χειραψία» — μια διασύνδεση σε επίπεδο διεπαφών προγραμματισμού εφαρμογών (API), η οποία συνδέει την Ενιαία Πλατφόρμα Διεπαφής Εφοδιαστικής της Ινδίας (ULIP) με την Εθνική Πλατφόρμα Εφοδιαστικής της Ιταλίας (PLN). Επιτρέποντας αυτοματοποιημένο, χωρίς έντυπα και περιβαλλοντικά φιλικό εκτελωνισμό, αυτή η ψηφιακή γέφυρα καθιερώνει κοινά εμπορικά πρότυπα και αποτρέπει τη δημιουργία μη δασμολογικών φραγμών, σε ευθυγράμμιση με τα πρότυπα της τελωνειακής ένωσης και της ψηφιακής ταυτοποίησης της ΕΕ.
Επιπλέον, η Ιταλική Διαστημική Υπηρεσία (ASI) και ο Ινδικός Οργανισμός Διαστημικής Έρευνας (ISRO) μπορούν να επεκτείνουν τη διμερή συνεργασία τους πέρα από τη βασική έρευνα, αναπτύσσοντας «υπηρεσίες παρακολούθησης και δεδομένων με δορυφορική υποστήριξη» και αξιοποιώντας δορυφόρους του ιδιωτικού τομέα για την παρακολούθηση και την προστασία των υποδομών και των μέσων του διαδρόμου σε πραγματικό χρόνο.
Παράλληλα, η Ιταλία μπορεί να διασυνδέσει στρατηγικά τις εγχώριες υποδομές της με ευρωπαϊκά περιφερειακά δίκτυα, ώστε να διευρύνει τη γεωπολιτική εμβέλεια του IMEC. Το λιμάνι της Τεργέστης, ως φυσικός βόρειος τερματικός σταθμός του διαδρόμου, μπορεί να συνδέσει απευθείας τις ροές μεταξύ Ινδικού και Μεσογείου με την Πρωτοβουλία των Τριών Θαλασσών (3SI), δημιουργώντας έναν γεωοικονομικό διάδρομο από τον Ινδικό Ωκεανό έως τη Βαλτική Θάλασσα.
Αξιοποιώντας αυτά τα συμπληρωματικά διαστημικά, θαλάσσια και περιφερειακά δίκτυα εφοδιαστικής, η Ιταλία και οι εταίροι της μπορούν να δημιουργήσουν ένα ιδιαίτερα ανθεκτικό και λειτουργικό επίπεδο άυλων υποδομών, το οποίο θα λειτουργεί ανεξάρτητα από τις φυσικές σιδηροδρομικές γραμμές, θέτοντας ισχυρά τεχνολογικά θεμέλια για τη μελλοντική ολοκλήρωση των φυσικών υποδομών του IMEC.
Συνδυάζοντας το Σχέδιο Ματέι με τον IMEC, η Ιταλία επιδιώκει να αναδειχθεί στην κύρια γεωοικονομική και τεχνολογική πύλη της Ευρώπης, αξιοποιώντας το μοντέλο της που βασίζεται στις συνεργασίες, ώστε να προσφέρει μια ισχυρή, μη εκμεταλλευτική εναλλακτική στην κινεζική Πρωτοβουλία «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος».

Ισραήλ: Από σημείο διέλευσης σε λειτουργικό κόμβο
Η αρχική σημασία του Ισραήλ για τον IMEC είναι γεωγραφική. Σύμφωνα με τη διαδρομή που συζητείται συχνότερα, τα εμπορεύματα θα μεταφέρονται από τα λιμάνια του Κόλπου μέσω της Σαουδικής Αραβίας και της Ιορδανίας, προτού φτάσουν στο Ισραήλ και συνεχίσουν διά θαλάσσης προς τις ευρωπαϊκές αγορές. Το Ισραήλ και η Ιορδανία δεν συγκαταλέγονται στους υπογράφοντες το αρχικό Μνημόνιο Κατανόησης του 2023 για τον IMEC, αλλά και οι δύο χώρες κατέχουν κεντρική θέση στον προτεινόμενο γεωγραφικό σχεδιασμό του διαδρόμου.
Ως εκ τούτου, η Χάιφα έχει αναδειχθεί στις συζητήσεις πολιτικής ως ένας δυνητικά σημαντικός μεσογειακός κόμβος. Ωστόσο, η μακροπρόθεσμη αξία του Ισραήλ για τον IMEC δεν θα πρέπει να εξαρτάται αποκλειστικά από το αν φορτία διέρχονται από το έδαφός του. Ένας πιο διαρκής ρόλος θα συνδύαζε τη γεωγραφική θέση με τεχνολογικές δυνατότητες συναφείς με τη λειτουργία και την προστασία του διαδρόμου.
Η εμπορική παρουσία του ινδικού ομίλου Adani Ports στη Χάιφα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας ήδη υφιστάμενης σύνδεσης. Η κατοχή πλειοψηφικού μεριδίου στο λιμάνι από την Adani δεν ισοδυναμεί με έλεγχο από την ινδική κυβέρνηση, ούτε θα πρέπει να παρουσιάζεται ως τέτοιος. Δημιουργεί, ωστόσο, έναν άμεσο εμπορικό δεσμό μεταξύ μιας μεγάλης ινδικής εταιρείας εφοδιαστικής και ενός δυνητικά σημαντικού κόμβου της Ανατολικής Μεσογείου.
Οι σημαντικότερες δυνατότητες βρίσκονται στην τεχνολογική συμπληρωματικότητα. Η Ινδία διαθέτει το μέγεθος και την εμπειρία λειτουργίας μεγάλων ψηφιακών συστημάτων. Το Ισραήλ έχει αναπτύξει εξειδικευμένες δυνατότητες στην κυβερνοασφάλεια, στην προστασία κρίσιμων υποδομών, στις εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης και στην τεχνολογική καινοτομία. Συνδυαστικά, αυτά τα πλεονεκτήματα θα μπορούσαν να υποστηρίξουν τομείς όπως οι ασφαλείς πλατφόρμες διαχείρισης φορτίων, η κυβερνοασφάλεια λιμανιών και σιδηροδρόμων, η προστασία τελωνειακών δεδομένων, τα έξυπνα συστήματα διαχείρισης συνόρων και η εφοδιαστική με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης.
Μια τέτοια συνεργασία παραμένει δυνατότητα και δεν αποτελεί ακόμη καθιερωμένη συνιστώσα του IMEC. Επί του παρόντος, δεν υπάρχει επίσημο πλαίσιο που να ορίζει το Ισραήλ ως πάροχο κυβερνοασφάλειας του διαδρόμου, ούτε θα πρέπει ο IMEC να παρουσιάζεται ως μια αρχιτεκτονική ασφάλειας Ινδίας–Ισραήλ. Ο πιο ρεαλιστικός ρόλος για το Ισραήλ θα ήταν να αποτελέσει έναν από τους συντελεστές ενός ευρύτερου, κοινού πλαισίου ανθεκτικότητας.
Αυτή η διάκριση είναι σημαντική, επειδή οι ευπάθειες του IMEC δεν αφορούν πλέον μόνο τις φυσικές υποδομές. Τα λιμάνια, τα σιδηροδρομικά συστήματα, οι υποδομές ηλεκτρικής ενέργειας και τα δίκτυα επικοινωνιών εξαρτώνται ολοένα περισσότερο από ψηφιακά συστήματα. Η διατάραξη των επιχειρησιακών δεδομένων, των επικοινωνιών ή των συστημάτων διαχείρισης λιμανιών θα μπορούσε να παρεμποδίσει τη λειτουργία του διαδρόμου χωρίς να απαιτείται η φυσική καταστροφή υποδομών.
Για το Ισραήλ, επομένως, η βασική ευκαιρία είναι η μετάβαση από τον ρόλο του σημείου διέλευσης σε έναν λειτουργικό ρόλο: από την παροχή κυρίως ενός γεωγραφικού περάσματος μεταξύ του Κόλπου και της Μεσογείου, στη συνεισφορά τεχνολογικών δυνατοτήτων και μέσων ενίσχυσης της ανθεκτικότητας σε ένα ευρύτερο σύστημα διασύνδεσης.
Από τη διασύνδεση φυσικών υποδομών στην ψηφιακή ανθεκτικότητα
Η δυνητική αξία ενός τεχνολογικού τριγώνου Ινδίας–Ισραήλ–Ιταλίας γίνεται σαφέστερη όταν ο IMEC αντιμετωπίζεται ως ολοκληρωμένο σύστημα και όχι ως μία μόνο διαδρομή μεταφορών.
Ένας λειτουργικός διάδρομος απαιτεί λιμάνια, σιδηροδρόμους και θαλάσσιες συνδέσεις, αλλά αυτά τα φυσικά στοιχεία πρέπει να λειτουργούν σε διαφορετικές δικαιοδοσίες. Οι τελωνειακές αρχές χρειάζεται να ανταλλάσσουν πληροφορίες· οι φορείς μεταφορών πρέπει να παρακολουθούν τα φορτία κατά τη μετακίνησή τους με διαφορετικά μεταφορικά μέσα· οι διαχειριστές υποδομών χρειάζονται αξιόπιστα δεδομένα· και τα κρίσιμα συστήματα πρέπει να παραμένουν λειτουργικά ακόμη και όταν υφίστανται διαταραχές στον φυσικό χώρο ή στον κυβερνοχώρο.
Με βάση την ψηφιακή διάσταση που προβλέπεται ήδη επισήμως για τον IMEC, αρκετοί τομείς θα μπορούσαν επομένως να αποτελέσουν πρακτικά πεδία συνεργασίας:
- ασφαλής διασύνδεση δεδομένων και ψηφιακή διαχείριση φορτίων·
- διαλειτουργικότητα τελωνειακών συστημάτων και κανονιστικών πλαισίων·
- εφοδιαστική και διαχείριση υποδομών με την υποστήριξη τεχνητής νοημοσύνης·
- κυβερνοασφάλεια λιμανιών, σιδηροδρόμων, ενεργειακών συστημάτων και υποδομών επικοινωνιών·
- διαφοροποίηση των προμηθευτών σε επιλεγμένες κρίσιμες τεχνολογίες.
Η τεχνολογική διάσταση θέτει επίσης ένα ευρύτερο γεωπολιτικό ερώτημα. Ο IMEC περιγράφεται συχνά ως εναλλακτική στην κινεζική Πρωτοβουλία «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος». Αυτή η ερμηνεία αποτυπώνει μέρος του στρατηγικού πλαισίου, αλλά υπεραπλουστεύει τα συμφέροντα των συμμετεχόντων στον διάδρομο. Κινεζικές εταιρείες και τεχνολογίες είναι ήδη ενσωματωμένες σε λιμάνια, υποδομές και εμπορικά δίκτυα σε ολόκληρο τον Κόλπο και τη Μεσόγειο, ενώ αρκετοί εταίροι του IMEC διατηρούν εκτεταμένες οικονομικές σχέσεις με το Πεκίνο.
Ένας πιο ρεαλιστικός στρατηγικός στόχος είναι, επομένως, η διαφοροποίηση και ο περιορισμός των κινδύνων, αντί της πλήρους τεχνολογικής αποσύνδεσης από την Κίνα. Η ανθεκτικότητα θα απαιτούσε την αποφυγή υπερβολικής εξάρτησης από έναν μόνο προμηθευτή ή ένα μόνο τεχνολογικό οικοσύστημα σε ιδιαίτερα ευαίσθητους τομείς, όπως οι τηλεπικοινωνίες, τα συστήματα διαχείρισης λιμανιών, οι κρίσιμες υποδομές δεδομένων και η κυβερνοασφάλεια.
Συμπεράσματα
Ένα πλαίσιο συνεργασίας Ινδίας–Ισραήλ–Ιταλίας θα μπορούσε να συμβάλει σε αυτή τη διαφοροποίηση χωρίς να μετατρέψει τον IMEC σε αποκλειστικό γεωπολιτικό συνασπισμό. Στόχος θα ήταν η ανάπτυξη αξιόπιστων τεχνολογικών επιλογών, η βελτίωση της διαλειτουργικότητας και η δημιουργία πρόσθετων επιπέδων ανθεκτικότητας σε έναν διάδρομο που αναπόφευκτα θα συνδέει χώρες με διαφορετικές στρατηγικές σχέσεις.
Ταυτόχρονα, η τεχνολογία δεν μπορεί να αντισταθμίσει τις ελλείψεις υποδομών ή τους ανεπίλυτους πολιτικούς περιορισμούς. Σημαντικά κενά στο σιδηροδρομικό δίκτυο παραμένουν κατά μήκος της προτεινόμενης διαδρομής, ιδίως στις συνδέσεις μεταξύ του Κόλπου, της Ιορδανίας και του Ισραήλ. Οι τελωνειακές διαδικασίες και τα τεχνικά πρότυπα εξακολουθούν να απαιτούν συντονισμό, ενώ ο IMEC δεν διαθέτει επαρκώς ανεπτυγμένη αρχιτεκτονική διακυβέρνησης για το σύνολο του διαδρόμου, ικανή να ενοποιήσει τη χρηματοδότηση, τα πρότυπα, τη διαχείριση δεδομένων και την υλοποίηση σε διαφορετικές δικαιοδοσίες.
Εξίσου καθοριστικές παραμένουν οι περιφερειακές πολιτικές συνθήκες. Ο διάδρομος απαιτεί συνεργασία μεταξύ κρατών που δεν διατηρούν όλα επίσημες διπλωματικές σχέσεις μεταξύ τους και των οποίων οι πολιτικές σχέσεις παραμένουν ευάλωτες σε ευρύτερες συγκρούσεις. Το ψηφιακό σκέλος του IMEC μπορεί, επομένως, να προχωρήσει επιλεκτικά, αλλά δεν μπορεί τελικά να υποκαταστήσει την πρόοδο στις φυσικές υποδομές και στον πολιτικό συντονισμό.
Ακριβώς γι’ αυτό, η επόμενη φάση του IMEC δεν θα πρέπει να παρουσιάζεται ως επιλογή μεταξύ ενός φυσικού και ενός ψηφιακού διαδρόμου. Οι δύο διαστάσεις αλληλοενισχύονται, αλλά ενδέχεται να προχωρούν με διαφορετικές ταχύτητες. Ο φυσικός διάδρομος εξακολουθεί να περιορίζεται από τα κενά στις υποδομές και τις περιφερειακές πολιτικές συνθήκες. Το ψηφιακό και τεχνολογικό σκέλος, αντίθετα, προσφέρει ευκαιρίες συνεργασίας σε επιμέρους ενότητες, οι οποίες μπορούν να αναπτύσσονται σταδιακά.
Η στρατηγική σημασία ενός τεχνολογικού τριγώνου Ινδίας–Ισραήλ–Ιταλίας βρίσκεται σε αυτή τη σταδιακή ακολουθία. Η Ινδία προσφέρει μέγεθος και ψηφιακές δυνατότητες· το Ισραήλ μπορεί να συνεισφέρει εξειδικευμένες τεχνολογικές δυνατότητες και μέσα ενίσχυσης της ανθεκτικότητας· και η Ιταλία μπορεί να συνδέσει αυτές τις προσπάθειες με τη Μεσόγειο και με το ευρωπαϊκό βιομηχανικό και κανονιστικό περιβάλλον. Μαζί, θα μπορούσαν να συμβάλουν στη μετατροπή του IMEC από πολιτικό όραμα σε μια αρχιτεκτονική διασύνδεσης που θα ενοποιείται σταδιακά.
Το βασικό ζήτημα, επομένως, δεν είναι ότι ο IMEC πρέπει να εξελιχθεί πέρα από τις μεταφορές. Εξαρχής σχεδιάστηκε ως κάτι ευρύτερο. Η πρόκληση τώρα είναι να μετατραπεί αυτό το πολυδιάστατο όραμα σε επιμέρους στοιχεία που μπορούν να υλοποιηθούν. Η ανάπτυξη του ψηφιακού και τεχνολογικού σκέλους, καθώς και των μηχανισμών ανθεκτικότητας, όσο ο ευρύτερος φυσικός διάδρομος συνεχίζει να διαμορφώνεται, ενδέχεται να αποτελεί έναν από τους πιο ρεαλιστικούς τρόπους για την επίτευξη αυτού του στόχου.
Η δρ Λόρεν Νταγκάν Άμος είναι μέλος του Φόρουμ Deborah, διδάσκουσα και ερευνήτρια στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών και στο Πρόγραμμα Σπουδών Ασφάλειας του Πανεπιστημίου Μπαρ-Ιλάν. Ειδικεύεται στην εξωτερική πολιτική της Ινδίας.
Η δρ Μέγκι Πενγκίλι είναι συνεργαζόμενο μέλος του διδακτικού προσωπικού στο CeFLI της Ρώμης και επισκέπτρια ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο του Λιντς, στο Ηνωμένο Βασίλειο. Έχει διατελέσει δύο φορές υπότροφος του Κέντρου George C. Marshall και επισκέπτρια διδακτορική υπότροφος στο Blavatnik ICRC του Πανεπιστημίου του Τελ Αβίβ. Η έρευνά της επικεντρώνεται στην καινοτομία στη διακυβέρνηση της άμυνας και στις μεσογειακές σπουδές.
Οι εκδόσεις και η έρευνα του Κέντρου BESA καθίστανται δυνατές χάρη στη γενναιοδωρία του Σαούλ Κοσίτσκι και της οικογένειάς του.


