του Αχιλλέα Ταουξή, Υποστρατήγου ε.α.
Οι ενεργειακές συμφωνίες δεν είναι απλές εμπορικές πράξεις. Δημιουργούν εξαρτήσεις, επηρεάζουν συμμαχίες και ανακατανέμουν ισχύ. Γι’ αυτό οι εξελίξεις γύρω από την AKTOR, τη Chevron και τις αμερικανικές παρεμβάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο θέλουν προσοχή, πέρα από τους πανηγυρισμούς που συνοδεύουν κάθε νέα συμφωνία.
Η υπόθεση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, η Αμερικανίδα πρέσβης προωθούσε την AKTOR σε ενεργειακές επαφές στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, ενώ ο λομπίστας της εταιρείας Χρήστος Μαραφάτσος βρισκόταν συχνά δίπλα της σε επίσημες συναντήσεις. Οι καταγγελίες που ακολούθησαν, τις οποίες η ίδια αρνήθηκε, δεν αποδεικνύουν ότι οι συμφωνίες ήταν προβληματικές. Τίθενται, ωστόσο, εύλογα ερωτήματα για τα όρια ανάμεσα στη διπλωματία και τα επιχειρηματικά συμφέροντα.
Στην ίδια εικόνα προστίθεται ο Τόμας Μπάρακ, πρέσβης των ΗΠΑ στην Τουρκία και ειδικός απεσταλμένος για το Ιράκ και τη Συρία. Το Reuters αποκάλυψε ότι υποστήριξε τη συμμετοχή της TI Capital στο σχέδιο αναβίωσης του αγωγού Κιρκούκ–Μπανίγιας, στο οποίο μετέχουν επίσης η Chevron και η καταριανή UCC Holding. Ο Μπάρακ διατηρούσε οικονομικούς δεσμούς με εταιρεία συνδεδεμένη με την TI Capital. Δεν έχει τεκμηριωθεί προσωπικό του όφελος από τον αγωγό, αλλά η σχέση αυτή εγείρει ζητήματα δεοντολογίας.
Εδώ χρειάζεται σύνεση. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για βεβαιότητες όπου υπάρχουν μόνο ενδείξεις. Είναι, ωστόσο, λογικό να αναρωτηθούμε αν εξελίσσεται ένας ανταγωνισμός για τον έλεγχο των ενεργειακών ροών και για το ποιος θα αποκομίσει το μεγαλύτερο πολιτικό και εμπορικό όφελος.
Η AKTOR, μέσω της Atlantic-SEE LNG Trade, προσπαθεί να καρπωθεί θέση στη μεταφορά αμερικανικού LNG μέσω του Κάθετου Διαδρόμου. Η Chevron μετέχει σε κοινοπρακτικό σχήμα για τη μελέτη αναβίωσης του αγωγού Κιρκούκ–Μπανίγιας, μαζί με την TI Capital και την UCC Holding. Δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι οι δύο εταιρείες συγκρούονται άμεσα. Υπάρχουν όμως παράλληλες κινήσεις που μπορεί να αντανακλούν διαφορετικές προτεραιότητες και διαφορετικές αντιλήψεις για τον ενεργειακό χάρτη της περιοχής.
Δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι αυτή η πιθανή εταιρική αντιπαράθεση μεταφέρθηκε σε προσωπική ή θεσμική αντιπαράθεση ανάμεσα στις δύο πρέσβεις. Το ερώτημα, ωστόσο, αιωρείται. Η Γκιλφόιλ κινείται κυρίως στον χώρο της ελληνικής διπλωματίας και των βαλκανικών αγορών LNG. Ο Μπάρακ, αντίθετα, έχει ευρύτερη εντολή που αγγίζει την Τουρκία, το Ιράκ και τη Συρία — δηλαδή χώρους όπου κρίνονται οι μεγάλες ενεργειακές διαδρομές της περιοχής. Αν οι δύο προσεγγίσεις συγκρούονταν, είναι σαφές ποια θα υπερτερούσε.
Το κρίσιμο ερώτημα για την Ελλάδα είναι πού θα καταλήξει αυτή η αναδιάταξη. Η Τουρκία επιδιώκει να μετατρέψει τη γεωγραφική της θέση σε ενεργειακή και πολιτική ισχύ. Η Ελλάδα διαθέτει τερματικούς σταθμούς LNG, τον Κάθετο Διάδρομο, θαλάσσια ισχύ και προοπτικές υδρογονανθράκων. Αν όμως περιοριστεί στο ρόλο του μεταφορέα ενέργειας που άλλοι εμπορεύονται και διαχειρίζονται, η αναβάθμισή της θα μείνει μισή.
Η Chevron, η AKTOR και οι ενεργειακές συμφωνίες μπορούν να υπηρετήσουν μια εθνική στρατηγική. Δεν την υποκαθιστούν. Πρέπει να ξέρουμε ποιος ελέγχει τις διαδρομές, ποιος ορίζει τους όρους και ποιος αποκτά πραγματική διαπραγματευτική ισχύ.
Ο κίνδυνος δεν είναι να χάσουμε μια εταιρική αντιπαράθεση στην οποία ίσως ούτε συμμετέχουμε. Είναι να βρεθούμε στο τέλος να εξυπηρετούμε ενεργειακές στρατηγικές που καθορίζονται αλλού, ενώ η Τουρκία μετατρέπει τη δική της γεωγραφία σε ισχύ.
Σε αυτό το παιχνίδι, η θέση της Ελλάδας δεν κρίνεται μόνο από τις υποδομές της. Κρίνεται και από το αν οι Αμερικανοί εταίροι της βλέπουν στη χώρα μας έναν πραγματικό ενεργειακό εταίρο ή απλώς ένα χρήσιμο πέρασμα.
Υποστράτηγος ε.α. Αχιλλεύς Ταούξης
Απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων και με 43 χρόνια υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, υπηρέτησε σε επιχειρησιακές και επιτελικές θέσεις στην Ελλάδα, στο ΝΑΤΟ και σε διεθνείς αποστολές. Διετέλεσε Εκπαιδευτής και Διευθυντής Σπουδών στη ΣΕΘΑ, Διευθυντής Κέντρου Επιχειρήσεων στο ΝΑΤΟϊκό Στρατηγείο Σκοπίων και στέλεχος του ΓΕΣ, του ΓΕΕΘΑ και του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με αντικείμενο την άμυνα, την αμυντική πολιτική, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις διεθνείς σχέσεις.
Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Εφαρμοσμένη Στρατηγική και Διεθνείς Σχέσεις από το University of Plymouth και έχει συμμετάσχει ως ομιλητής σε ημερίδες και εκδηλώσεις. Αρθρογραφεί για θέματα εθνικής ασφάλειας, άμυνας, στρατηγικής και γεωπολιτικής.


