Αχ. Ταουξής: Το παράδοξο του Τραμπ. Όταν το ΝΑΤΟ επαινεί αυτό που οφείλει να ελέγχει

του Αχιλλέα Ταουξή, Υποστρατήγου ε.α.

Θα ήθελα από την αρχή να ξεκαθαρίσω κάτι. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν είναι ο Χίτλερ. Η Τουρκία δεν είναι η ναζιστική Γερμανία και η SADAT δεν είναι η Βέρμαχτ. Δεν επιχειρώ να εξισώσω πρόσωπα και καθεστώτα, παρά το γεγονός ότι το 2016 ο Ερντογάν παρέθεσε τη Γερμανία του Χίτλερ, ως παράδειγμα προεδρικού συστήματος σε ενιαίο κράτος, στο πλαίσιο της υπεράσπισης του εκτελεστικού προεδρικού συστήματος. Αργότερα βέβαια η τουρκική προεδρία ισχυρίστηκε ότι εννοούσε αρνητικό παράδειγμα κατάχρησης εξουσίας.

Το ιστορικό δίδαγμα του Μονάχου το 1938, όμως, παραμένει επίκαιρο. Η πολιτική ηγεσία που πιστεύει ότι μπορεί να ελέγξει έναν ισχυρό και δύσκολο εταίρο μέσα από προσωπικές σχέσεις και παραχωρήσεις κινδυνεύει να συγχέει τη δυνατότητα συνεννόησης με την πραγματική αξιολόγηση των επιδιώξεων του. Αυτή ακριβώς είναι η διάσταση που θέλω να εξετάσω.

Η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ από το 1952. Διαθέτει τη δεύτερη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη της Συμμαχίας και κατέχει θέση ιδιαίτερης γεωστρατηγικής σημασίας, ανάμεσα στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή, τον Καύκασο και τη Μαύρη Θάλασσα. Δεν αμφισβητώ τη σημασία της για τη δυτική ασφάλεια. Αμφισβητώ, όμως, την αντίληψη ότι η στρατηγική της χρησιμότητα μπορεί να την απαλλάσσει από τον έλεγχο και τη λογοδοσία.
Το ΝΑΤΟ δεν συγκροτήθηκε μόνο για την κοινή στρατιωτική προστασία των μελών του. Το Άρθρο 2 της ιδρυτικής Συνθήκης προβλέπει την ενίσχυση των ελεύθερων θεσμών και την προώθηση της σταθερότητας. Η Στρατηγική Έννοια του 2022 (2022 Strategic Concept) αποτελεί το κεντρικό έγγραφο πολιτικής και στρατιωτικής στρατηγικής της Συμμαχίας. Καθορίζει τις προτεραιότητες, τις βασικές αποστολές και την κατεύθυνσή της για την επόμενη δεκαετία. Δεν είναι μια γενική διακήρυξη καλών προθέσεων. Αποτελεί το πλαίσιο βάσει του οποίου το ΝΑΤΟ οφείλει να σχεδιάζει και να ενεργεί.
Το έγγραφο επαναβεβαιώνει τη δέσμευση της Συμμαχίας στη δημοκρατία, την ατομική ελευθερία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου. Χαρακτηρίζει, παράλληλα, την τρομοκρατία μία από τις σημαντικότερες απειλές για την ασφάλεια των πολιτών των κρατών-μελών. Αυτή ακριβώς η αντίφαση θεωρώ ότι δεν μπορεί να παραμένει χωρίς απάντηση.
Οι αμερικανικές εκθέσεις για την τρομοκρατική χρηματοδότηση καταγράφουν τη λειτουργία δικτύων του ISIS στην Τουρκία. Τον Ιανουάριο του 2023, ΗΠΑ και Τουρκία προχώρησαν σε κοινές ενέργειες κατά χρηματοδοτικού δικτύου που διευκόλυνε τη στρατολόγηση και τη μεταφορά χρημάτων προς και από την τρομοκρατική οργάνωση.
Δεν μπορώ να ισχυριστώ, ότι αυτό αποδεικνύει κρατική χρηματοδότηση της τρομοκρατίας από την Άγκυρα. Τα στοιχεία, όμως, δείχνουν ότι τουρκικό έδαφος και χρηματοοικονομικά δίκτυα που λειτουργούν σε αυτό χρησιμοποιήθηκαν για την εξυπηρέτηση των αναγκών του ISIS. Η διαφορά ανάμεσα στην κρατική ευθύνη και στη δραστηριότητα δικτύων εντός μιας χώρας πρέπει να είναι σαφής. Το ίδιο σαφής πρέπει να είναι και η απαίτηση για αποτελεσματικό έλεγχο.
Ένα δεύτερο ζήτημα αφορά τη SADAT, την τουρκική εταιρεία στρατιωτικών συμβούλων που ιδρύθηκε το 2012 από τον απόστρατο ταξίαρχο Adnan Tanrıverdi και πρώην αξιωματικούς. Η εταιρεία δηλώνει ότι παρέχει στρατιωτική εκπαίδευση, συμβουλευτικές υπηρεσίες και υποστήριξη σε θέματα άμυνας.
Η παρουσία της στη Λιβύη, ωστόσο, έχει καταγραφεί σε έκθεση της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων του ΟΗΕ το 2021. Η έκθεση αναφέρεται σε αξιόπιστες πληροφορίες για την εκπαίδευση Σύρων μαχητών από τη SADAT, καθώς και για την εποπτεία και την πληρωμή περίπου 5.000 μαχητών που υποστήριζαν την κυβέρνηση της Τρίπολης. Η Επιτροπή συνέδεσε τη συγκεκριμένη στρατιωτική δραστηριότητα με παραβίαση του εμπάργκο όπλων στη Λιβύη.
Δεν συγχέω αυτά τα ευρήματα με τις βαρύτερες καταγγελίες περί συνεργασίας της SADAT με το ISIS ή την al-Nusra. Αυτές δεν έχουν αποδειχθεί με αντίστοιχη δημόσια δικαστική κρίση, καθώς δεν υπήρχε ποτέ τέτοια  μέχρι τώρα. Η εμπλοκή της, όμως, στη Λιβύη αρκεί για να εγείρει σοβαρά ερωτήματα σχετικά με τον ρόλο της, τις σχέσεις της με την τουρκική εξουσία και τον έλεγχο της δράσης της.
Επίσης με απασχολεί ιδιαίτερα η αυξανόμενη χρήση ιδιωτικών στρατιωτικών εταιρειών από κράτη που επιδιώκουν να επεκτείνουν την επιρροή τους χωρίς να αναλαμβάνουν πάντοτε άμεσα την πολιτική ευθύνη των ενεργειών τους. Η στρατιωτική δραστηριότητα μεταφέρεται σε ενδιάμεσους φορείς και η λογοδοσία γίνεται δυσκολότερη. Αυτό το ζήτημα, για μια Συμμαχία που επικαλείται το κράτος δικαίου, δεν μπορεί να θεωρείται δευτερεύον ζήτημα.
Η στάση του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στον Ερντογάν αποκτά, μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Στην σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, τον Ιούλιο του 2026, ο Αμερικανός πρόεδρος χαρακτήρισε τον Τούρκο ομόλογό του «σπουδαίο άνθρωπο» και «σπουδαίο ηγέτη», αναφέρθηκε στη μακροχρόνια προσωπική τους φιλία και εξήρε τη συμβολή του στην Τουρκία και στη Συμμαχία.
Δεν παραγνωρίζω ότι οι προσωπικές σχέσεις μεταξύ ηγετών μπορούν να διευκολύνουν δύσκολες διαπραγματεύσεις. Η διπλωματία, όμως, δεν μπορεί να εξαντλείται στις προσωπικές συμπάθειες. Όταν οι δημόσιοι έπαινοι δεν συνοδεύονται από απαιτήσεις για απαντήσεις σε ζητήματα ασφάλειας, δημιουργείται μια εικόνα ανοχής που έχει πολιτικό κόστος.
Δεν διαθέτω στοιχεία που να συνδέουν τον Τραμπ με τη δράση της SADAT ούτε υποστηρίζω ότι εγκρίνει τις πρακτικές της. Εκείνο που επισημαίνω είναι ότι η προσωπική του σχέση με τον Ερντογάν φαίνεται να αποκτά μεγαλύτερο βάρος από τη θεσμική αξιολόγηση της τουρκικής συμπεριφοράς. Αυτό ακριβώς είναι που με προβληματίζει.
Η αναφορά στο Μόναχο του 1938 δεν αποσκοπεί σε ιστορικούς παραλληλισμούς εντυπωσιασμού. Ο Τσάμπερλεν πίστευε ότι μπορούσε να περιορίσει τις επιδιώξεις του Χίτλερ μέσα από προσωπικές επαφές και παραχωρήσεις. Η πολιτική αυτή απέτυχε, επειδή η εκτίμηση των πραγματικών επιδιώξεων του συνομιλητή υποχώρησε μπροστά στην επιθυμία διατήρησης μιας συμφωνίας.
Σήμερα οι συνθήκες είναι διαφορετικές. Η πολιτική παγίδα, όμως, παραμένει η ίδια. Να συγχέεται η δυνατότητα συνεννόησης με την αξιοπιστία ενός εταίρου και η στρατηγική χρησιμότητα με την αποδοχή της συμπεριφοράς του.
Για την Ελλάδα η συζήτηση αυτή έχει άμεση σημασία καθώς η Τουρκία αμφισβητεί ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα, διατηρεί το casus belli και επιδιώκει να επιβάλει τις δικές της θέσεις στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Δεν μπορώ να παραβλέψω, ούτε να αποδεχθώ, ότι η ίδια χώρα που αντιμετωπίζεται από την Ουάσιγκτον ως πολύτιμος στρατηγικός εταίρος, εξακολουθεί να διατηρεί απέναντι σε σύμμαχο του ΝΑΤΟ απειλές και αναθεωρητικές διεκδικήσεις.
Η ελληνική διπλωματία οφείλει να αναδεικνύει αυτή την αντίφαση με στοιχεία και επιμονή. Δεν αρκεί να επικαλούμαστε τη γεωγραφία και τη σημασία της Ελλάδας για τη Συμμαχία, αλλά να απαιτούμε την εφαρμογή των ίδιων κανόνων για όλα τα μέλη! Η συμμαχική αλληλεγγύη δεν μπορεί να αποτελεί μονόδρομο, ούτε να συγκαλύπτει τις διαφορές ανάμεσα στη συμπεριφορά των συμμάχων. Η πολιτική των ίσων αποστάσεων μόνο ως ουδετερότητα μπορεί να εκλειφθεί, τη στιγμή που η μία πλευρά κινείται αναθεωρητικά και επεκτατικά προς την άλλη, η οποία απλά αμύνεται για τα εθνικά κυριαρχικά της δικαιώματα.
Δεν ζητώ την απομάκρυνση της Τουρκίας από το ΝΑΤΟ, αν και θα έπρεπε το θέμα να απασχολήσει τους Συμμάχους. Ζητώ κάτι πολύ πιο απλό και συγκεκριμένο. Να μην αντιμετωπίζεται η στρατηγική της αξία ως λόγος εξαίρεσης από τον έλεγχο. Να εξετάζονται οι σχέσεις της με δίκτυα τρομοκρατικής χρηματοδότησης, η δράση των ιδιωτικών στρατιωτικών διαμεσολαβητών της και οι ενέργειες της που επηρεάζουν την ασφάλεια άλλων συμμάχων.
Η προσωπική διπλωματία του Τραμπ μπορεί να εξυπηρετεί πρόσκαιρες πολιτικές επιδιώξεις. Δεν μπορεί όμως να αποτελεί υποκατάστατο της θεσμικής ευθύνης.
Μια Συμμαχία που ελέγχει αυστηρά τους αντιπάλους της, αλλά αποφεύγει να εξετάσει τη συμπεριφορά των ισχυρών μελών της, κινδυνεύει να χάσει το σημαντικότερο πλεονέκτημά της, την αξιοπιστία της. Στην περίπτωση αυτή το πρόβλημα δεν θα αφορά μόνο την Τουρκία ή την Ελλάδα. Θα αφορά την ασφάλεια, τη συνοχή και τελικά την ίδια την ύπαρξη του ΝΑΤΟ.

Υποστράτηγος ε.α. Αχιλλεύς Ταούξης

Απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων και με 43 χρόνια υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, υπηρέτησε σε επιχειρησιακές και επιτελικές θέσεις στην Ελλάδα, στο ΝΑΤΟ και σε διεθνείς αποστολές. Διετέλεσε Εκπαιδευτής και Διευθυντής Σπουδών στη ΣΕΘΑ, Διευθυντής Κέντρου Επιχειρήσεων στο ΝΑΤΟϊκό Στρατηγείο Σκοπίων και στέλεχος του ΓΕΣ, του ΓΕΕΘΑ και του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με αντικείμενο την άμυνα, την αμυντική πολιτική, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις διεθνείς σχέσεις.

Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Εφαρμοσμένη Στρατηγική και Διεθνείς Σχέσεις από το University of Plymouth και έχει συμμετάσχει ως ομιλητής σε ημερίδες και εκδηλώσεις. Αρθρογραφεί για θέματα εθνικής ασφάλειας, άμυνας, στρατηγικής και γεωπολιτικής.

spot_img

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
51,100ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα