
Η Ελλάδα των δεικτών και η Ελλάδα των πολιτών
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η ομιλία του Κυριάκου Μητσοτάκη στην 90ή ΔΕΘ δεν έδωσε πειστική απάντηση στα δομικά προβλήματα της χώρας: στους χαμηλούς πραγματικούς μισθούς, στην ακρίβεια και στη στεγαστική κρίση, στην παραγωγική και εισαγωγική εξάρτηση, στις περιφερειακές ανισότητες και στην αδύναμη λειτουργία των θεσμών. Οι εξαγγελίες ανακουφίζουν επιμέρους κοινωνικές ομάδες, αλλά δεν συγκροτούν συνεκτική κοινωνική και παραγωγική πολιτική. Παράλληλα, η παρουσίαση της Νέας Δημοκρατίας ως μοναδικού εγγυητή της σταθερότητας συγχέει τη θεσμική συνέχεια με την παραμονή της ίδιας παράταξης στην εξουσία. Οι οικονομικοί δείκτες έχουν πράγματι βελτιωθεί· η ευημερία, η ευρωπαϊκή σύγκλιση και η εμπιστοσύνη στους θεσμούς, όμως, εξακολουθούν να υπολείπονται.
Η ομιλία του Κυριάκου Μητσοτάκη στην 90ή Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης ήταν η πρώτη ολοκληρωμένη διατύπωση του αφηγήματος με το οποίο η Νέα Δημοκρατία θα επιχειρήσει να διεκδικήσει μια τρίτη συνεχόμενη κυβερνητική θητεία.
Το επιχείρημα είναι: η χώρα σταθεροποιήθηκε, η οικονομία αναπτύχθηκε, η ανεργία μειώθηκε, το δημόσιο χρέος υποχωρεί, η Ελλάδα ενισχύθηκε γεωπολιτικά και τώρα έφθασε η ώρα η «πρόοδος των αριθμών» να περάσει στην καθημερινότητα.
Αυτή η τελευταία διατύπωση είναι, ίσως, η σημαντικότερη ομολογία ολόκληρης της ομιλίας. Διότι, εάν τώρα πρέπει η πρόοδος των αριθμών να φθάσει στην κοινωνία, σημαίνει ότι μέχρι σήμερα δεν έφθασε στον βαθμό που ισχυρίζεται το κυβερνητικό αφήγημα.
Και αυτό ακριβώς είναι το βασικό πολιτικό και οικονομικό πρόβλημα της χώρας: άλλο η βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών και άλλο η πραγματική σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Οι επιτυχίες που δεν πρέπει να παραγνωρίζονται
Μια σοβαρή κριτική οφείλει να αναγνωρίσει ότι η κυβέρνηση έχει ορισμένα πραγματικά επιτεύγματα.
Η ανεργία μειώθηκε θεαματικά σε σύγκριση με το 2019. Το δημόσιο χρέος υποχωρεί ως ποσοστό του ΑΕΠ. Η χώρα ανέκτησε την επενδυτική βαθμίδα, οι τράπεζες είναι περισσότερο σταθερές και το κράτος δανείζεται με ευνοϊκότερους όρους από ό,τι πριν από λίγα χρόνια. Η Τράπεζα της Ελλάδος επιβεβαιώνει τη σημαντική δημοσιονομική βελτίωση, το υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα και την ανθεκτικότερη θέση της ελληνικής οικονομίας.
Δεν είναι αμελητέα ούτε η πρόοδος στην ψηφιοποίηση του κράτους. Το gov.gr περιόρισε ένα μέρος της ταλαιπωρίας των πολιτών, απλοποίησε διαδικασίες και απέδειξε ότι η δημόσια διοίκηση μπορεί να λειτουργήσει διαφορετικά όταν υπάρχει πολιτική βούληση, τεχνική επάρκεια και καθαρός στόχος.
Ορισμένες από τις εξαγγελίες της ΔΕΘ έχουν επίσης θετικό πρόσημο: η τιμαριθμική αναπροσαρμογή των αναπηρικών επιδομάτων, η ελάφρυνση των κατά κύριο επάγγελμα αγροτών, η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, η διόρθωση υπερβολών στο τεκμαρτό εισόδημα των αυτοαπασχολουμένων, η επιβάρυνση των υψηλών αμοιβών διοικητικών στελεχών και η προσπάθεια μείωσης του ενεργειακού κόστους.
Η κριτική, επομένως, δεν μπορεί να στηρίζεται στην άρνηση των πραγματικών αλλαγών. Πρέπει να εξετάζει αν οι αλλαγές αυτές μεταβάλλουν το παραγωγικό και κοινωνικό υπόδειγμα της χώρας ή απλώς διαχειρίζονται τις συνέπειές του.
Η οικονομία αναπτύσσεται, αλλά η σύγκλιση παραμένει μακρινή
Ο πρωθυπουργός παρουσίασε μια οικονομία που βρίσκεται σε σταθερή τροχιά ανόδου. Η εικόνα αυτή είναι ελλιπής.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ανάπτυξη 1,8% το 2026 και 1,6% το 2027, καθώς ολοκληρώνεται η ισχυρή επενδυτική ώθηση του Ταμείου Ανάκαμψης. Παράλληλα, προβλέπει πληθωρισμό 3,7% για το 2026 και ανεργία 8,3%, ενώ υπογραμμίζει ότι η μακροχρόνια ανεργία παραμένει από τις υψηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Δεν βρισκόμαστε, συνεπώς, μπροστά σε μια αυτοτροφοδοτούμενη αναπτυξιακή έκρηξη. Βρισκόμαστε σε μια φάση σχετικά ικανοποιητικής ανάπτυξης, η οποία εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από ευρωπαϊκούς πόρους, δημόσιες επενδύσεις, τουρισμό, κατανάλωση και εισαγωγές.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο επισημαίνει ότι, χωρίς ισχυρότερη παραγωγικότητα, αύξηση της συμμετοχής στην εργασία και βαθύτερες διαρθρωτικές αλλαγές, η μεσοπρόθεσμη ανάπτυξη μπορεί να υποχωρήσει κοντά στο 1,5%. Εφιστά επίσης την προσοχή στο επίμονα υψηλό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, δηλαδή στο γεγονός ότι η χώρα εξακολουθεί να καταναλώνει και να εισάγει περισσότερα από όσα παράγει και εξάγει.
Μια οικονομία δεν αλλάζει επειδή αυξάνεται για μερικά χρόνια το ΑΕΠ της. Αλλάζει όταν αυξάνεται σταθερά η παραγωγικότητα, όταν διευρύνεται η βιομηχανική της βάση, όταν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποκτούν πρόσβαση σε τεχνολογία και χρηματοδότηση, όταν οι εξαγωγές αποκτούν μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία και όταν δημιουργούνται θέσεις εργασίας που συγκρατούν τους νέους επιστήμονες στη χώρα.
Η κυβερνητική εξαγγελία για αύξηση της μεταποίησης στο 12% του ΑΕΠ και για την είσοδο 300.000 μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης είναι φιλόδοξη. Δεν συνοδεύτηκε, όμως, από ένα επαρκώς συγκεκριμένο σχέδιο: ποιοι κλάδοι θα αναπτυχθούν, με ποιο ενεργειακό κόστος, με ποια υποδομή, με ποια χρηματοδότηση, με ποιο ανθρώπινο δυναμικό και με ποια σύνδεση πανεπιστημίων, έρευνας και παραγωγής;
Η μεταφορά 1,5 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης στην Αναπτυξιακή Τράπεζα μπορεί να συμβάλει στη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Δεν αρκεί όμως να ανακοινώνεται μια αναμενόμενη μόχλευση πέντε δισεκατομμυρίων. Πρέπει να γνωρίζουμε σε ποιες επιχειρήσεις θα κατευθυνθούν τα κεφάλαια, με ποια κριτήρια και ποιος θα ελέγχει αν χρηματοδοτείται παραγωγική ανασυγκρότηση ή οι συνήθεις πολιτικά και τραπεζικά ευνοημένοι όμιλοι.
Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει επισημάνει ότι η μόνιμη επίδραση του Ταμείου Ανάκαμψης θα εξαρτηθεί από το αν οι επενδύσεις του κινητοποιήσουν ιδιωτικά κεφάλαια και αυξήσουν την παραγωγικότητα και την παραγωγική ικανότητα. (bankofgreece.gr)
Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από την απλή απορρόφηση πόρων.

Το κοινωνικό μέρισμα και τα όριά του
Η ομιλία οικοδομήθηκε γύρω από την έννοια της «κοινωνικής ανταπόδοσης». Πρόκειται για μια πολιτικά ευφυή διατύπωση: η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η δημοσιονομική πρόοδος επιστρέφει πλέον στους πολίτες.
Το ερώτημα είναι αν επιστρέφει με τρόπο που μειώνει τις ανισότητες ή αν διανέμεται σε επιμέρους εκλογικά ακροατήρια.
Η κατάργηση φόρων, η ενίσχυση των συνταξιούχων, η παροχή των 500 ευρώ στους δημοσίους υπαλλήλους, οι διευκολύνσεις στους αγρότες και στους ελεύθερους επαγγελματίες και τα μέτρα για τις τρίτεκνες οικογένειες έχουν πραγματική οικονομική αξία. Η συνολική εικόνα, όμως, παραμένει κατακερματισμένη.
Κάθε κοινωνική κατηγορία λαμβάνει κάτι, χωρίς να προκύπτει μια συνεκτική μεταρρύθμιση του κοινωνικού κράτους. Πρόκειται περισσότερο για κατάλογο φορολογικών ελαφρύνσεων και επιδομάτων παρά για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει ποσοστό κινδύνου φτώχειας 19,6% μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, ουσιαστικά αμετάβλητο. Οι μονογονεϊκές οικογένειες με εξαρτώμενα παιδιά εμφανίζουν ιδιαίτερα υψηλό κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού.
Οι φορολογικές απαλλαγές βοηθούν κυρίως όσους έχουν επαρκές φορολογητέο εισόδημα. Οι φτωχότερες οικογένειες, οι χαμηλόμισθοι, οι επισφαλώς εργαζόμενοι και όσοι βρίσκονται εκτός αγοράς εργασίας έχουν πολύ μικρότερο όφελος. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι οι άμεσες οικογενειακές παροχές είναι συνήθως περισσότερο προοδευτικές από τις φορολογικές εκπτώσεις, επειδή φθάνουν αποτελεσματικότερα στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα.
Η πραγματική κοινωνική πολιτική δεν μετριέται μόνο από το πόσα χρήματα διανέμονται. Μετριέται από το ποιος τα λαμβάνει, ποιος μένει απέξω και αν μετά τη διανομή μειώνεται πράγματι η ανισότητα.
Από αυτή την άποψη, η κυβέρνηση μετακινείται ρητορικά από την πολιτική των αριθμών προς την κοινωνία, χωρίς ακόμη να εγκαταλείπει τη λογική της στοχευμένης παροχής. Από το κοινωνικό κράτος περνάμε στο κοινωνικό βοήθημα και από το καθολικό δικαίωμα στην επιλεκτική ενίσχυση.
Μισθοί: οι ονομαστικοί στόχοι δεν αρκούν
Η εξαγγελία για κατώτατο μισθό άνω των 950 ευρώ το 2027 και 1.000 ευρώ από τον Ιανουάριο του 2028 έχει ισχυρό συμβολισμό. Το ίδιο και ο στόχος για μέσο μισθό άνω των 1.800 ευρώ έως το 2030.
Το κρίσιμο μέγεθος, όμως, δεν είναι ο ονομαστικός μισθός. Είναι ο πραγματικός διαθέσιμος μισθός μετά τον πληθωρισμό, τη φορολογία, τις ασφαλιστικές εισφορές, το ενοίκιο, την ενέργεια και τα βασικά αγαθά.
Εάν ο μισθός αυξάνεται κατά 4% και το κόστος στέγασης, ενέργειας και τροφίμων αυξάνεται ταχύτερα, ο εργαζόμενος δεν γίνεται πλουσιότερος. Απλώς διαχειρίζεται με μεγαλύτερα ποσά την ίδια ή και χειρότερη καθημερινότητα.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στο 68% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης.
Αυτός είναι ο πραγματικός δείκτης της απόστασης που πρέπει να καλυφθεί. Όχι η σύγκριση με το 2019, όταν η χώρα μόλις είχε εξέλθει από μια δεκαετή καταστροφή, αλλά η σύγκριση με τις ευρωπαϊκές χώρες με τις οποίες υποτίθεται ότι θέλουμε να συγκλίνουμε.
Η στεγαστική κρίση δεν αντιμετωπίζεται μόνο με δάνεια
Η κυβέρνηση αφιέρωσε σημαντικό μέρος της ομιλίας στη στεγαστική πολιτική: επιστροφή ενοικίου, κίνητρα για την αξιοποίηση κλειστών ακινήτων, περιορισμούς στη βραχυχρόνια μίσθωση και ένα νέο πρόγραμμα «Σπίτι μου».
Το πρόβλημα είναι ότι η στεγαστική κρίση δεν είναι απλώς πρόβλημα πρόσβασης σε τραπεζικό δανεισμό. Είναι πρωτίστως πρόβλημα ανεπαρκούς προσφοράς κατοικιών, υψηλών ενοικίων, χαμηλών εισοδημάτων, συγκέντρωσης ακινήτων, τουριστικοποίησης περιοχών και απουσίας σοβαρού αποθέματος κοινωνικής κατοικίας.
Τα στοιχεία της Eurostat είναι αποκαλυπτικά. Τα ελληνικά νοικοκυριά δαπανούν κατά μέσο όρο το 36% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση, το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στις πόλεις, περίπου το 29% του πληθυσμού επιβαρύνεται υπερβολικά από το κόστος κατοικίας.
Τα προγράμματα επιδοτούμενων στεγαστικών δανείων μπορούν, όταν η προσφορά κατοικιών παραμένει περιορισμένη, να αυξήσουν τη ζήτηση και να μεταφερθούν τελικά στις τιμές. Ωφελούν εκείνους που διαθέτουν σταθερό εισόδημα και τραπεζική επιλεξιμότητα, όχι κατ’ ανάγκη τους πιο αδύναμους.
Χρειάζεται δημόσια στεγαστική πολιτική: κοινωνικές κατοικίες, αξιοποίηση δημόσιων κτιρίων, μακροχρόνια μίσθωση κλειστών ακινήτων με κοινωνικά κριτήρια, φοιτητικές εστίες και αποτελεσματικός έλεγχος της βραχυχρόνιας μίσθωσης.
Η κατοικία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως επενδυτικό προϊόν ή ως τραπεζικό χαρτοφυλάκιο. Είναι βασική υποδομή της κοινωνίας.
Το παιδί ως αποταμιευτικό πρόγραμμα
Η δημιουργία ενός «κουμπαρά» για κάθε παιδί, στον οποίο το κράτος θα συμπληρώνει τις καταθέσεις των γονέων, ακούγεται ελκυστική. Παρουσιάστηκε μάλιστα η προοπτική ένα ποσό 100 ευρώ τον μήνα να μετατραπεί σε περισσότερα από 60.000 ευρώ στην ενηλικίωση.
Η αριθμητική αυτή χρειάζεται αποσαφήνιση. Οι καταβολές των γονέων σε δεκαοκτώ χρόνια αντιστοιχούν σε 21.600 ευρώ. Για να φθάσει ο λογαριασμός τις 60.000 ευρώ απαιτούνται σημαντικές δημόσιες συμπληρωματικές καταβολές ή υψηλές και σταθερές επενδυτικές αποδόσεις. Πρέπει, επομένως, να γίνουν γνωστά το ύψος της κρατικής συμμετοχής, ο τρόπος επένδυσης, οι προμήθειες και οι εγγυήσεις του κεφαλαίου.
Υπάρχει και ένα βαθύτερο κοινωνικό ζήτημα. Η οικογένεια που μπορεί να αποταμιεύει 100 ευρώ κάθε μήνα θα ωφεληθεί πολύ περισσότερο από εκείνη που δεν μπορεί να βάλει ούτε δέκα. Χωρίς ισχυρότερη κρατική συνεισφορά στις οικογένειες χαμηλού εισοδήματος, το μέτρο κινδυνεύει να αναπαράγει από την παιδική ηλικία τις υφιστάμενες ανισότητες.
Ενέργεια: στόχος χωρίς ακόμη καθαρό μηχανισμό
Ο στόχος μείωσης της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος κατά 30% σε τρία χρόνια είναι σημαντικός. Η μείωση των χρεώσεων Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας μπορεί να προσφέρει άμεση ανακούφιση, όπως και τα προγράμματα για αντλίες θερμότητας και φωτοβολταϊκά.
Ωστόσο, η ενεργειακή πολιτική δεν μπορεί να εξαντλείται στη διαχείριση των λογαριασμών. Χρειάζεται να απαντηθούν κρίσιμα ερωτήματα: Ποιος διαμορφώνει τις τιμές; Πώς μεταφέρεται στον καταναλωτή το χαμηλό κόστος των ανανεώσιμων πηγών; Πώς ελέγχεται η αγορά; Πώς ενισχύονται τα δίκτυα και η αποθήκευση; Πώς αποφεύγεται η υπερσυγκέντρωση σε λίγους ενεργειακούς ομίλους;
Η εξαγγελία ενός ποσοστιαίου στόχου χωρίς σαφή μηχανισμό επίτευξης κινδυνεύει να μετατραπεί σε ευχή ή σε νέα κρατική επιδότηση των τιμών. Η χώρα χρειάζεται ενεργειακή στρατηγική, όχι μόνο ελάφρυνση λογαριασμών.

Η Θεσσαλονίκη ως σκηνικό εξαγγελιών
Η μεγαλύτερη αντίφαση της ομιλίας ήταν ότι εκφωνήθηκε στη Θεσσαλονίκη, αλλά δεν περιείχε μια ολοκληρωμένη στρατηγική για τη θέση της Θεσσαλονίκης στη χώρα και στα Βαλκάνια.
Το μετρό, η επέκτασή του, το Flyover, η ανάπλαση της ΔΕΘ, τα νοσοκομεία και τα πολιτιστικά έργα είναι απαραίτητα. Δεν αποτελούν, όμως, κυβερνητικές χάρες. Είναι υποχρεώσεις ενός κράτους απέναντι στη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη του.
Όπως έχουν επισημάνει οι «Ανιχνεύσεις», ένα βασικό έργο μητροπολιτικής υποδομής παρουσιάστηκε επί χρόνια σαν διαρκής κυβερνητική δωρεά. Την ίδια στιγμή, η Αττική παρήγαγε το 2023 το 48,8% της συνολικής ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας της χώρας, έναντι 13,9% ολόκληρης της Κεντρικής Μακεδονίας. Η περιφέρεια έχασε μεταξύ 2011 και 2021 το 4,6% του πληθυσμού της και πολύ υψηλότερα ποσοστά στις παραγωγικές ηλικίες.
Η ομιλία δεν απάντησε στο πραγματικό ερώτημα: θα αποκτήσει η Θεσσαλονίκη θεσμική, οικονομική και γεωπολιτική λειτουργία δεύτερου εθνικού πόλου;
Δεν παρουσιάστηκε σχέδιο για μητροπολιτική διοίκηση με πραγματικές αρμοδιότητες. Δεν αναπτύχθηκε ολοκληρωμένη πρόταση για σιδηροδρομική σύνδεση με τα Βαλκάνια. Δεν εξηγήθηκε πώς το λιμάνι θα συνδεθεί με σύγχρονα εμπορευματικά δίκτυα. Δεν ανακοινώθηκε ουσιαστική αποκέντρωση κεντρικών υπηρεσιών και οργανισμών. Δεν διατυπώθηκε μια βιομηχανική και ερευνητική στρατηγική για το τόξο Θεσσαλονίκης–Κεντρικής Μακεδονίας.
Η Θεσσαλονίκη δεν ζητά να αντικαταστήσει την Αθήνα. Ζητά να πάψει να λειτουργεί ως περιφέρεια ενός υπερσυγκεντρωτικού αθηναϊκού κράτους και ως ετήσιο σκηνικό πρωθυπουργικών εξαγγελιών.
Από τη σταθερότητα στη μονοκρατορία
Το πολιτικό μέρος της ομιλίας ήταν περισσότερο προβληματικό από το οικονομικό.
Ο πρωθυπουργός παρουσίασε τη Νέα Δημοκρατία ως τον μοναδικό υπεύθυνο εθνικό και κοινωνικό πυλώνα. Προειδοποίησε ότι η ψήφος διαμαρτυρίας μπορεί να οδηγήσει σε αστάθεια και ότι η πολυδιάσπαση της αντιπολίτευσης δεν προσφέρει αξιόπιστη εναλλακτική.
Η αδυναμία της αντιπολίτευσης είναι πραγματική. Δεν μπορεί, όμως, να μετατρέπεται σε τεκμήριο ότι η κυβερνητική παράταξη ταυτίζεται με τη σταθερότητα, τη σοβαρότητα και τελικά με το ίδιο το κράτος.
Η δημοκρατική σταθερότητα δεν σημαίνει απουσία εναλλακτικής εξουσίας. Δεν σημαίνει ότι ένας πολιτικός χώρος αποκτά δικαίωμα διαρκούς διακυβέρνησης επειδή οι αντίπαλοί του είναι ανεπαρκείς. Και δεν σημαίνει ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια είναι επικίνδυνη επειδή δεν έχει βρει ακόμη τον πολιτικό φορέα που θα την εκφράσει.
Η λογική «ή εμείς ή η περιπέτεια» είναι ίσως αποτελεσματική εκλογικά, αλλά φτωχαίνει τη δημοκρατία. Μετατρέπει τη σταθερότητα από θεσμικό αγαθό σε κομματικό μονοπώλιο.
Το «βαθύ κράτος» δεν είναι μια ξένη δύναμη
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναφέρθηκε στην αναμέτρηση με το «βαθύ κράτος» και στις χρόνιες παθογένειες της διοίκησης. Υπάρχει πράγματι βαθύ κράτος στην Ελλάδα: γραφειοκρατία, πελατειακά δίκτυα, καθυστερήσεις, αδιαφάνεια, αλληλοεπικαλύψεις και οργανωμένα συμφέροντα.
Μετά από επτά και πλέον χρόνια κυβερνητικής εξουσίας, όμως, το βαθύ κράτος δεν μπορεί να παρουσιάζεται αποκλειστικά ως ένας εξωτερικός αντίπαλος. Η κυβέρνηση έχει πλέον σημαντική ευθύνη για ό,τι διατηρήθηκε, για ό,τι αναπαράχθηκε και για ό,τι ενσωματώθηκε στο δικό της σύστημα εξουσίας.
Η Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το κράτος δικαίου το 2026 αναγνωρίζει ορισμένη πρόοδο στην ψηφιοποίηση της δικαιοσύνης και στους διορισμούς δικαστικών λειτουργών.
Καταγράφει, όμως, ότι οι τελεσίδικες αποφάσεις για υποθέσεις διαφθοράς υψηλού επιπέδου παραμένουν περιορισμένες, ότι υπάρχουν ακόμη προβλήματα στη διαφάνεια της χρηματοδότησης των κομμάτων και των δημόσιων συμβάσεων, καθώς και ανησυχίες για την πολιτική ανεξαρτησία των μέσων ενημέρωσης. Παραμένουν επίσης ανοικτά τα ζητήματα του κατασκοπευτικού λογισμικού, της προστασίας των δημοσιογράφων και της αυτονομίας των ανεξάρτητων αρχών.
Μόνο το 43% των πολιτών και το 33% των επιχειρήσεων θεωρούν αρκετά ή πολύ καλή την ανεξαρτησία των δικαστηρίων.
Η εξαγγελία για αναθεώρηση του άρθρου 86 και αλλαγές στη Δικαιοσύνη είναι θετική. Θα κριθεί, όμως, από το αν περιορίζει πραγματικά την εξάρτηση της δικαστικής ηγεσίας από την εκτελεστική εξουσία και την προστασία των υπουργών ή αν απλώς εκσυγχρονίζει τη διατύπωση των ίδιων εξουσιαστικών συσχετισμών.
Η πολιτική ως κατάλογος παροχών
Η ΔΕΘ εξακολουθεί να λειτουργεί ως ετήσιο τελετουργικό του συγκεντρωτικού κράτους. Ο πρωθυπουργός ανεβαίνει στη Θεσσαλονίκη και ανακοινώνει ποιοι θα λάβουν χρήματα, ποιοι θα πληρώσουν μικρότερο φόρο, ποια έργα θα κατασκευαστούν και ποια κοινωνική ομάδα θα τύχει ιδιαίτερης μεταχείρισης.
Οι πολίτες εκπαιδεύονται έτσι να περιμένουν από την κυβέρνηση όχι θεσμούς και δικαιώματα, αλλά παροχές. Και οι κυβερνήσεις παρουσιάζουν τις υποχρεώσεις τους ως χάρες.
Αυτό είναι ένα από τα βαθύτερα προβλήματα της ελληνικής πολιτικής ζωής. Ακόμη και όταν οι παροχές είναι χρήσιμες, διατηρούν μια πελατειακή αντίληψη: το κράτος δεν λειτουργεί απρόσωπα και σταθερά, αλλά εμφανίζεται κάθε Σεπτέμβριο για να μοιράσει ένα μέρος του δημοσιονομικού πλεονάσματος.
Η κοινωνία, από την πλευρά της, καλείται να αισθανθεί ευγνωμοσύνη για όσα θα έπρεπε να αποτελούν αυτονόητες λειτουργίες μιας ευρωπαϊκής πολιτείας.
Η απουσία μιας νέας κοινωνικής πλειοψηφίας
Η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται ότι η πολιτική συζήτηση μετακινείται από τα θέματα ταυτότητας στα θέματα κοινωνικής τάξης: μισθοί, κατοικία, ενέργεια, εργασία, υγεία, παιδεία, ανισότητα.
Η μετατόπιση αυτή είναι θετική. Δεν αρκεί, όμως, να αλλάξει το λεξιλόγιο. Πρέπει να αλλάξει και το περιεχόμενο της πολιτικής.
Η απάντηση στην κοινωνική ανισότητα δεν μπορεί να είναι μόνο μια σειρά φορολογικών εξαιρέσεων. Χρειάζονται ισχυρές δημόσιες υπηρεσίες, πρόσβαση στη στέγη, παραγωγικές θέσεις εργασίας, συλλογικές διαπραγματεύσεις, φορολόγηση των προσόδων και των ολιγοπωλιακών κερδών, πραγματικός ανταγωνισμός και δυνατότητα κοινωνικής ανόδου για όσους δεν κληρονόμησαν περιουσία.
Το μεγάλο πολιτικό κενό της ομιλίας είναι ότι δεν περιγράφει μια κοινωνία διαφορετική από τη σημερινή. Περιγράφει τη σημερινή κοινωνία με περισσότερη ψηφιοποίηση, περισσότερες επενδύσεις, μεγαλύτερους ονομαστικούς μισθούς και ορισμένες πρόσθετες ενισχύσεις.
Δεν εξηγεί πώς θα περιοριστεί η συγκέντρωση οικονομικής ισχύος, πώς θα αντιμετωπιστεί η δημογραφική συρρίκνωση, πώς θα επιστρέψουν οι νέοι στην περιφέρεια και πώς θα αποκτήσει ξανά η εργασία ισχύ απέναντι στο κεφάλαιο και στις ολιγοπωλιακές αγορές.

Ισχυρή Ελλάδα με ποια στρατηγική;
Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε εκτενώς στην αμυντική ενίσχυση της χώρας: Rafale, φρεγάτες Belharra, F-35, «Ασπίδα του Αχιλλέα» και νέα πυροσβεστικά αεροσκάφη.
Οι εξοπλισμοί είναι αναγκαίοι σε ένα ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον. Δεν συνιστούν, όμως, από μόνοι τους εθνική στρατηγική.
Χρειάζεται να γνωρίζουμε ποιο είναι το δόγμα αποτροπής, πώς συνδέονται οι προμήθειες με την εγχώρια αμυντική βιομηχανία, ποιο είναι το δημοσιονομικό κόστος σε βάθος χρόνου, πώς αντιμετωπίζεται η έλλειψη προσωπικού και ποια είναι η στρατηγική της χώρας απέναντι στην τουρκική αναθεωρητική πολιτική, στην Κύπρο, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η αγορά ισχυρών οπλικών συστημάτων ενισχύει την αποτροπή. Η εθνική ισχύς, όμως, απαιτεί παραγωγική βάση, δημογραφική αντοχή, κοινωνική συνοχή, τεχνολογική αυτονομία και θεσμούς που εμπνέουν εμπιστοσύνη. Μια χώρα δεν είναι πραγματικά ισχυρή όταν διαθέτει σύγχρονα αεροσκάφη αλλά αδυνατεί να συγκρατήσει τους νέους επιστήμονες ή να εξασφαλίσει αξιοπρεπή κατοικία στους εργαζομένους της.
Το πραγματικό δίλημμα
Η ομιλία Μητσοτάκη δεν ήταν μια κενή ομιλία. Περιείχε συγκεκριμένα μέτρα, ορισμένες αναγκαίες διορθώσεις και ένα συνεκτικό εκλογικό αφήγημα.
Η κυβέρνηση διαθέτει ένα ισχυρό επιχείρημα: παρέλαβε μια χώρα με βαριά κληρονομιά, μείωσε την ανεργία, αποκατέστησε τη δημοσιονομική αξιοπιστία και βελτίωσε λειτουργίες του κράτους.
Αυτό, όμως, δεν αρκεί για μια τρίτη κυβερνητική θητεία. Η σύγκριση δεν μπορεί να γίνεται αιωνίως με τη χρεοκοπημένη Ελλάδα της προηγούμενης δεκαετίας. Πρέπει να γίνεται με τις ανάγκες της σημερινής κοινωνίας και με τη θέση που θα έπρεπε να έχει η χώρα στην Ευρώπη.
Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι «Μητσοτάκης ή χάος». Δεν είναι «σταθερότητα ή περιπέτεια». Είναι αν η Ελλάδα θα παραμείνει μια οικονομία χαμηλών σχετικά εισοδημάτων, ακριβής κατοικίας, δημογραφικής υποχώρησης, εισαγωγικής εξάρτησης, ολιγοπωλιακών αγορών και αθηναϊκής υπερσυγκέντρωσης ή αν θα μετατραπεί σε μια παραγωγική, αποκεντρωμένη και κοινωνικά συνεκτική χώρα.
Οι εξαγγελίες της ΔΕΘ ανακουφίζουν επιμέρους ομάδες. Δεν συγκροτούν ακόμη αυτή τη μετάβαση.
Οι αριθμοί πράγματι προχώρησαν. Η χώρα, όμως, δεν έχει ακόμη συγκλίνει. Και το αίτημα της επόμενης περιόδου δεν μπορεί να είναι απλώς να περάσει ένα μέρος της προόδου των αριθμών στο οικογενειακό πορτοφόλι.
Πρέπει να είναι η αλλαγή του ίδιου του υποδείγματος που παράγει ανάπτυξη χωρίς επαρκή σύγκλιση, απασχόληση χωρίς πάντοτε αξιοπρεπή εργασία, επενδύσεις χωρίς παραγωγική αυτονομία, παροχές χωρίς ολοκληρωμένο κοινωνικό κράτος και κυβερνητική σταθερότητα χωρίς αντίστοιχη θεσμική εμπιστοσύνη.
Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από άλλον έναν κατάλογο υποσχέσεων. Έχει ανάγκη από κράτος που δεν παρουσιάζει τις υποχρεώσεις του ως χάρες, από οικονομία που δεν συγχέει τη μεγέθυνση με την ευημερία και από πολιτικό σύστημα που δεν ταυτίζει τη δημοκρατική σταθερότητα με τη μονιμότητα της ίδιας εξουσίας.
Ολόκληρη η Ομιλία Μητσοτάκη στην 90ή Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης