Η τριμερής σύνοδος Ελλάδας, Αιγύπτου και Κύπρου στο Ελ Αλαμέιν, στις 8 Σεπτεμβρίου, επιχείρησε να δώσει περισσότερο πρακτικό περιεχόμενο σε έναν μηχανισμό συνεργασίας που λειτουργεί πλέον για περισσότερο από μία δεκαετία. Οι Κυριάκος Μητσοτάκης, Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι και Νίκος Χριστοδουλίδης δεν περιορίστηκαν στην ανταλλαγή απόψεων για τις περιφερειακές κρίσεις, αλλά έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση στην επιτάχυνση κοινών έργων στους τομείς της ενέργειας, των επενδύσεων και των υποδομών, καθώς και στη διεύρυνση της συνεργασίας σε ασφάλεια, μετανάστευση και νέες τεχνολογίες.
Το μήνυμα που επιχείρησε να εκπέμψει η Σύνοδος ήταν ότι ο άξονας Αθήνας-Λευκωσίας-Καΐρου περνά σταδιακά από τη φάση της πολιτικής συνεννόησης σε εκείνη της λειτουργικής διασύνδεσης. Ο Σίσι χαρακτήρισε μάλιστα την τριμερή «πρότυπο» περιφερειακής στρατηγικής συνεργασίας, στηριγμένο στον αμοιβαίο σεβασμό, το κοινό όφελος και το διεθνές δίκαιο.
Το GREGY στην κορυφή της ατζέντας
Κεντρική θέση στις συνομιλίες κατέλαβε η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Αιγύπτου, GREGY. Το σχέδιο αντιμετωπίζεται πλέον από Αθήνα και Κάιρο όχι απλώς ως διμερές ενεργειακό έργο, αλλά ως κρίκος μιας ευρύτερης ενεργειακής αρχιτεκτονικής που μπορεί να συνδέσει τη Βόρεια Αφρική και την Ανατολική Μεσόγειο με την ευρωπαϊκή αγορά.
Ο Αιγύπτιος Πρόεδρος χαρακτήρισε το GREGY «σημείο καμπής» για την περιφερειακή ολοκλήρωση στον τομέα της καθαρής ενέργειας, καθώς η αιγυπτιακή ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές θα μπορεί να διοχετεύεται μέσω Ελλάδας προς την Ευρώπη. Στη διμερή συνάντηση Σίσι-Μητσοτάκη εξετάστηκε ειδικά η πρόοδος του έργου, με τις δύο πλευρές να το συνδέουν ευθέως με την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας.
Η σημασία του σχεδίου υπερβαίνει την εμπορική διάσταση. Εφόσον υλοποιηθεί, η Ελλάδα ενισχύεται ως νότια ενεργειακή πύλη της ΕΕ, ενώ η Αίγυπτος αποκτά πρόσθετη πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά για την πράσινη ηλεκτρική ενέργεια που φιλοδοξεί να παράγει σε μεγάλη κλίμακα.
Κυπριακό φυσικό αέριο μέσω Αιγύπτου
Ο δεύτερος ενεργειακός πυλώνας αφορά την Κύπρο. Η Σύνοδος επιβεβαίωσε την κατεύθυνση μεταφοράς κυπριακού φυσικού αερίου προς τις υφιστάμενες αιγυπτιακές υποδομές, με προοπτική επεξεργασίας και επανεξαγωγής του προς τις ευρωπαϊκές και διεθνείς αγορές.
Ο ίδιος ο Σίσι συνέδεσε ευθέως τη συνεργασία αυτή με την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια, αλλά και με συγκεκριμένο οικονομικό όφελος για τις τρεις χώρες. Η Λευκωσία προωθεί ήδη την αξιοποίηση των κοιτασμάτων της μέσω Αιγύπτου, με το κοίτασμα Cronos να προορίζεται να συνδεθεί με τις εγκαταστάσεις της Damietta, ενώ οι διακρατικές συμφωνίες έχουν ανοίξει δρόμο και για το κοίτασμα Aphrodite.
Διαμορφώνεται έτσι ένα συμπληρωματικό σχήμα: αιγυπτιακή πράσινη ηλεκτρική ενέργεια προς την Ευρώπη μέσω Ελλάδας και κυπριακό φυσικό αέριο προς τις αγορές μέσω Αιγύπτου. Πρόκειται ίσως για το σημαντικότερο πρακτικό στοιχείο της τριμερούς, επειδή μετατρέπει τη γεωγραφική εγγύτητα των τριών χωρών σε κοινή ενεργειακή υποδομή.
Από την ενέργεια στις επενδύσεις
Οι τρεις ηγέτες επιχείρησαν παράλληλα να διευρύνουν το οικονομικό σκέλος της συνεργασίας. Συζητήθηκαν επενδύσεις σε τεχνολογία πληροφοριών, τουρισμό, βιομηχανία, υγεία, εκπαίδευση και κατασκευές, με ιδιαίτερη αναφορά στην κινητοποίηση του ιδιωτικού τομέα και των εμπορικών και βιομηχανικών επιμελητηρίων.
Στη συνάντηση Μητσοτάκη-Σίσι προστέθηκαν οι μεταφορές, οι τηλεπικοινωνίες, οι εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης και η επιχειρηματικότητα. Συζητήθηκε επίσης η κινητικότητα αιγυπτιακού εργατικού δυναμικού προς Ελλάδα και Κύπρο, στοιχείο που δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρεί να αποκτήσει και σαφέστερη οικονομική και κοινωνική διάσταση.
Ασφάλεια και άμυνα ως τρίτος πυλώνας
Ιδιαίτερη σημασία είχε η σαφής αναφορά του Σίσι ότι η τριμερής συνεργασία δεν περιορίζεται στην πολιτική, την οικονομία και τον πολιτισμό, αλλά περιλαμβάνει πλέον συντονισμό σε θέματα ασφάλειας και άμυνας. Στο κοινό πεδίο εντάσσονται η τρομοκρατία, το οργανωμένο έγκλημα και η παράτυπη μετανάστευση.
Η αναφορά αυτή αποκτά πρόσθετο βάρος λόγω της ταυτόχρονης διεξαγωγής στο Ελ Αλαμέιν της διεθνούς έκθεσης αεροπορίας και διαστήματος.
Δεν σηματοδοτεί τη δημιουργία στρατιωτικής συμμαχίας, αλλά δείχνει ότι οι τρεις χώρες επιδιώκουν να εντάξουν την αμυντική συνεργασία στη συνολική στρατηγική τους σχέση.
Περιφερειακή συνεργασία πέρα από την τριμερή
Το σημαντικότερο ίσως πολιτικό στοιχείο είναι ότι η τριμερής παρουσιάστηκε όχι ως κλειστό μέτωπο, αλλά ως πλατφόρμα περιφερειακής σταθερότητας. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία μεταβάλλονται οι ισορροπίες στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο.
Στη Σύνοδο εξετάστηκαν η Γάζα και το Παλαιστινιακό, η Λιβύη, η Συρία, το Σουδάν, το Κέρας της Αφρικής και η κατάσταση στην Ερυθρά Θάλασσα. Για τη Λιβύη υποστηρίχθηκε μια λιβυκή πολιτική διαδικασία που θα οδηγήσει σε προεδρικές και κοινοβουλευτικές εκλογές και στην αποχώρηση ξένων δυνάμεων και μισθοφόρων. Για τη Συρία καταγράφηκε κοινή θέση υπέρ της εδαφικής ακεραιότητας και κατά οποιασδήποτε απόπειρας διαμελισμού της χώρας.
Παράλληλα, Αθήνα και Λευκωσία επανέλαβαν την υποστήριξή τους προς την Αίγυπτο στο ζήτημα των υδάτων του Νείλου, με τους τρεις ηγέτες να επικαλούνται τις αρχές του διεθνούς δικαίου, την αποφυγή πρόκλησης βλάβης, την προηγούμενη ενημέρωση και την απόρριψη μονομερών ενεργειών.
Μια γέφυρα Αιγύπτου-Ευρωπαϊκής Ένωσης
Σημαντική είναι και η ευρωπαϊκή διάσταση της συνόδου. Οι τρεις ηγέτες αναφέρθηκαν θετικά στην εξέλιξη της στρατηγικής και συνολικής εταιρικής σχέσης Αιγύπτου-ΕΕ. Ελλάδα και Κύπρος, ως κράτη-μέλη της Ένωσης, μπορούν συνεπώς να λειτουργήσουν ως πολιτικοί και οικονομικοί σύνδεσμοι του Καΐρου με την Ευρώπη, ενώ η Αίγυπτος αποτελεί για τις δύο χώρες βασικό εταίρο προς τον αραβικό κόσμο και την Αφρική.
Αυτό προσδίδει στην τριμερή έναν χαρακτήρα ευρύτερο από εκείνον μιας συνεργασίας τριών κρατών. Το σχήμα μπορεί να λειτουργήσει ως διάδρομος Ευρώπης-Ανατολικής Μεσογείου-Βόρειας Αφρικής, με πυλώνες την ενέργεια, τις μεταφορές, την ασφάλεια και τις επενδύσεις.
Η τριμερής σύνοδος Αιγύπτου-Ελλάδας-Κύπρου στο Ελ Αλαμέιν πραγματοποιείται σε μια συγκυρία κατά την οποία η γεωπολιτική της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής αλλάζει με ταχύτητα. Η διεύρυνση του τουρκικού αποτυπώματος στον αραβικό χώρο, η Συμφωνία της Μέκκας μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν, οι νέες ισορροπίες στη Συρία και στον Λίβανο και η ενεργειακή αναδιάταξη της περιοχής διαμορφώνουν ένα περιβάλλον στο οποίο η Αθήνα καλείται όχι απλώς να διατηρήσει τις συμμαχίες της προηγούμενης δεκαετίας, αλλά να προσαρμόσει την περιφερειακή πολιτική της στα νέα δεδομένα.
Στην επίσημη ατζέντα του Ελ Αλαμέιν βρίσκονται η ενέργεια, οι διμερείς σχέσεις και οι περιφερειακές κρίσεις, ενώ στη συνάντηση Μητσοτάκη–Σίσι ιδιαίτερη θέση αναμένεται να έχει η εκκρεμότητα της Μονής της Αγίας Αικατερίνης του Σινά. Πίσω όμως από τα επιμέρους θέματα βρίσκεται ένα ευρύτερο ερώτημα: ποια θέση μπορούν να καταλάβουν Ελλάδα και Κύπρος σε μια Μέση Ανατολή όπου οι σταθεροί άξονες υποχωρούν και τη θέση τους παίρνουν περισσότερο ευέλικτες, συχνά επικαλυπτόμενες συνεργασίες.
Η ενέργεια παραμένει το πιο χειροπιαστό πεδίο σύγκλισης. Η Αίγυπτος επιδιώκει να ενισχύσει τον ρόλο της ως ενεργειακού κόμβου μεταξύ Ανατολικής Μεσογείου και Ευρώπης, αξιοποιώντας τις εγκαταστάσεις υγροποίησης φυσικού αερίου και προωθώντας ηλεκτρικές διασυνδέσεις. Η Κύπρος διαθέτει υπεράκτια κοιτάσματα και η Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει βασική πύλη προς την ευρωπαϊκή αγορά. Η αξία της τριμερούς βρίσκεται επομένως όλο και περισσότερο στην παραγωγή συγκεκριμένου οικονομικού και γεωστρατηγικού αποτελέσματος και λιγότερο στη λογική ενός σχήματος εξισορρόπησης της Τουρκίας.
Η νέα παράμετρος της Μέκκας
Η εξέλιξη που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί στο Ελ Αλαμέιν είναι η Συμφωνία της Μέκκας. Η αμυντική συνεργασία Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν, με ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής, συνδυάζει τη σαουδαραβική οικονομική ισχύ, τις τουρκικές στρατιωτικές δυνατότητες και αμυντική βιομηχανία και το στρατηγικό βάθος του Πακιστάν. Η πρώτη συνεδρίαση του νέου μηχανισμού στην Κωνσταντινούπολη έδειξε ότι οι τρεις χώρες επιδιώκουν να προσδώσουν στη συμφωνία πρακτικό περιεχόμενο.
Για την Αθήνα, το κρίσιμο στοιχείο είναι η διεύρυνση του θεσμικού και στρατηγικού βάθους που αποκτά η Τουρκία στον αραβικό κόσμο. Η Άγκυρα επιχειρεί πλέον να μετατρέψει τη στρατιωτική της ισχύ, την αμυντική της βιομηχανία και την παρουσία της στη Συρία σε ευρύτερο περιφερειακό κεφάλαιο, αναπτύσσοντας παράλληλα σχέσεις από τον Κόλπο έως τον Λίβανο και τη Βόρεια Αφρική.
Η στάση της Αιγύπτου αποκτά υπό αυτό το πρίσμα ιδιαίτερη σημασία. Το Κάιρο παρέμεινε εκτός της Συμφωνίας της Μέκκας, χωρίς να επιλέξει την αντιπαράθεση. Συνεχίζει την εξομάλυνση με την Άγκυρα και διατηρεί στενές σχέσεις με το Ριάντ, ενώ ταυτόχρονα επενδύει στην τριμερή με Αθήνα και Λευκωσία. Η αιγυπτιακή στρατηγική παραμένει εκείνη της εξισορρόπησης: αποφυγή άκαμπτων στρατοπέδων και διατήρηση της μεγαλύτερης δυνατής αυτονομίας κινήσεων.
Αυτό είναι ένα δεδομένο που η ελληνική πολιτική χρειάζεται να λάβει σοβαρά υπόψη. Η Αθήνα δεν έχει συμφέρον να ζητήσει από το Κάιρο να επιλέξει μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Η Αίγυπτος δεν πρόκειται να το κάνει. Το ζητούμενο είναι διαφορετικό: να αποκτήσουν οι σχέσεις με την Ελλάδα τέτοιο οικονομικό, ενεργειακό, αμυντικό και ευρωπαϊκό βάθος ώστε η αιγυπτοτουρκική προσέγγιση να μην μπορεί να πραγματοποιείται εις βάρος των ελληνικών συμφερόντων.
Συρία και Λίβανος: η περιφερειακή πολιτική δεν σταματά στην Ανατολική Μεσόγειο
Η Συρία είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της νέας πραγματικότητας. Η αυξανόμενη τουρκική στρατιωτική και πολιτική επιρροή, σε συνδυασμό με τον ανταγωνισμό Άγκυρας-Ισραήλ, μετατρέπει τη χώρα σε κομβικό χώρο των νέων περιφερειακών ισορροπιών. Η Αίγυπτος επιμένει στην εδαφική ακεραιότητα της Συρίας, στη λειτουργία ισχυρού κεντρικού κράτους και στην αποτροπή της μονιμοποίησης ξένων ζωνών επιρροής.
Για την Ελλάδα, το ζήτημα δεν είναι μακρινό. Μια μακροχρόνια τουρκική στρατιωτική εδραίωση στη Συρία θα διεύρυνε το στρατηγικό αποτύπωμα της Άγκυρας βαθύτερα στην Ανατολική Μεσόγειο και θα της προσέφερε πρόσθετα εργαλεία επιρροής στον αραβικό κόσμο. Η Αθήνα έχει επομένως συμφέρον να παρακολουθεί και να συμμετέχει πολιτικά στις εξελίξεις στη Συρία και όχι να τις αντιμετωπίζει ως υπόθεση που αφορά αποκλειστικά την Τουρκία, το Ισραήλ και τα αραβικά κράτη.
Ανάλογη είναι η εικόνα στον Λίβανο. Η Αίγυπτος υποστηρίζει την ενίσχυση του κράτους και του λιβανικού στρατού, την εδαφική ακεραιότητα της χώρας και την υπαγωγή των όπλων στον έλεγχο των κρατικών θεσμών. Για Αθήνα και Λευκωσία, η σταθερότητα του Λιβάνου συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου και το μεταναστευτικό, ενώ η αυξανόμενη τουρκική δραστηριότητα στη χώρα καθιστά ακόμη σημαντικότερη την ελληνική διπλωματική παρουσία.
Η Μονή του Σινά και η σχέση με το Κάιρο
Στη διμερή ελληνοαιγυπτιακή ατζέντα, ιδιαίτερη θέση καταλαμβάνει η Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Σινά. Η Αθήνα επιδιώκει μια ασφαλή νομική διευθέτηση που θα κατοχυρώνει τη μοναστική παρουσία, τον θρησκευτικό χαρακτήρα και τα δικαιώματα της Μονής. Και για το Κάιρο, όμως, η επίλυση του ζητήματος έχει πολιτική σημασία, καθώς μια χρόνια εκκρεμότητα δεν εξυπηρετεί μια στρατηγική σχέση που εκτείνεται από την ενέργεια και την άμυνα έως τη Λιβύη και την περιφερειακή ασφάλεια.
Η πολιτική βούληση που έχει εκφράσει ο Πρόεδρος Σίσι δημιουργεί περιθώριο για λύση, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή θα μεταφραστεί σε σαφή και ανθεκτική νομική κατοχύρωση. Για την Αθήνα, η διαχείριση του θέματος χρειάζεται να συνδυάζει την επιμονή στην ουσία με την προστασία της ευρύτερης στρατηγικής σχέσης με την Αίγυπτο.
Στην υπόθεση της Μονής της Αγίας Αικατερίνης, ιδιαίτερη σημασία έχει και η σταδιακή μετατόπιση από τις ιστορικές εγγυήσεις προς ένα σύγχρονο, σαφώς καθορισμένο νομικό καθεστώς. Το περίφημο Αχτιναμέ, το οποίο η παράδοση αποδίδει στον Προφήτη Μωάμεθ και το οποίο επί αιώνες λειτουργούσε ως ισχυρό ιστορικό και συμβολικό τεκμήριο προστασίας της Μονής και των μοναχών της, δεν μπορεί πλέον να έχει στην πράξη τη βαρύτητα που του αποδιδόταν σε προηγούμενες εποχές απέναντι στη σύγχρονη αιγυπτιακή έννομη τάξη και στις δικαστικές αποφάσεις για το ιδιοκτησιακό καθεστώς
Οι δύο σχολές του Τελ Αβίβ
Το πόσο γρήγορα μεταβάλλεται η περιφερειακή εξίσωση φαίνεται και από τη συζήτηση που διεξάγεται στο Ισραήλ για την Τουρκία. Στο Τελ Αβίβ διακρίνονται δύο βασικές τάσεις.
Η σκληρότερη, που συνδέεται κυρίως με τους Benjamin Netanyahu και Israel Katz, θεωρεί ότι η τουρκική στρατιωτική εδραίωση, ιδίως στη Συρία, πρέπει να ανακόπτεται πριν δημιουργήσει μη αναστρέψιμα τετελεσμένα.
Η περισσότερο επιφυλακτική σχολή, την οποία εκφράζουν αναλυτές όπως ο πρώην επικεφαλής της AMAN Tamir Hayman, συμμερίζεται την ανάγκη ανάσχεσης της τουρκικής ισχύος, αλλά προειδοποιεί ότι η Τουρκία δεν πρέπει να μετατραπεί σε έναν νέο μόνιμο εχθρό όπως το Ιράν.
Οι δύο τάσεις διαφωνούν περισσότερο ως προς τα μέσα παρά ως προς τη βασική διαπίστωση: η Τουρκία αποτελεί πλέον μία από τις κεντρικές μεταβλητές της περιφερειακής ασφάλειας. Η ισραηλινή συζήτηση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Αθήνα, επειδή δείχνει ότι ακόμη και ένα κράτος με πολύ μεγαλύτερη στρατιωτική εμπλοκή στην περιοχή επανεξετάζει τα εργαλεία και τις συμμαχίες του απέναντι στη νέα πραγματικότητα.
Η Ελλάδα χρειάζεται ενεργότερη περιφερειακή πολιτική
Το ουσιαστικό διακύβευμα για την ελληνική εξωτερική πολιτική είναι ότι Ανατολική Μεσόγειος και Μέση Ανατολή αποτελούν πλέον έναν ενιαίο γεωπολιτικό χώρο. Οι εξελίξεις στη Συρία επηρεάζουν την ισορροπία με την Τουρκία, η σταθερότητα του Λιβάνου συνδέεται με το μεταναστευτικό και την ασφάλεια της Κύπρου, οι επιλογές του Ριάντ αναδιατάσσουν τις περιφερειακές συνεργασίες, ενώ η ενεργειακή στρατηγική της Αιγύπτου αφορά άμεσα τον ρόλο Ελλάδας και Κύπρου ως διαδρόμου προς την Ευρώπη.
Η Αθήνα χρειάζεται, συνεπώς, να περάσει από τη διατήρηση των κεκτημένων σε μια πιο ενεργή περιφερειακή πολιτική. Οι τριμερείς συνεργασίες παραμένουν πολύτιμες, αλλά δεν αρκούν. Απαιτούνται ισχυρότεροι δίαυλοι με Κάιρο, Ριάντ και κράτη του Κόλπου, ουσιαστικότερη παρουσία σε Συρία και Λίβανο και στενότερος συντονισμός με την Κύπρο. Παράλληλα, οι πολιτικές σχέσεις πρέπει να αποκτούν υλικό βάθος μέσα από ενεργειακές διασυνδέσεις, επενδύσεις, αμυντική συνεργασία, υποδομές και σταθερούς μηχανισμούς πολιτικού συντονισμού.
Η Συμφωνία της Μέκκας αποτελεί από αυτή την άποψη περισσότερο προειδοποίηση παρά απειλή. Όπως και η αιγυπτοτουρκική εξομάλυνση, δείχνει πόσο γρήγορα αναδιατάσσονται οι περιφερειακές σχέσεις όταν μεταβάλλονται τα συμφέροντα. Η Ελλάδα δεν μπορεί να παρακολουθεί τη διεύρυνση της τουρκικής επιρροής και να αντιδρά εκ των υστέρων σε τετελεσμένα. Χρειάζεται να είναι παρούσα στα κέντρα όπου διαμορφώνονται οι νέες ισορροπίες, με συγκεκριμένες πολιτικές, οικονομικές, ενεργειακές και αμυντικές πρωτοβουλίες.
Αυτό είναι και το ευρύτερο στοίχημα του Ελ Αλαμέιν: η μετάβαση της Ελλάδας από τη διαχείριση των συμμαχιών της προηγούμενης δεκαετίας σε μια περιφερειακή στρατηγική που θα της επιτρέπει να συνδιαμορφώνει, αντί απλώς να ακολουθεί, τις εξελίξεις.
Ο υπουργός Εξωτερικών της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, Ελμεντίν Κονάκοβιτς, ανακοίνωσε ότι η χώρα αποφάσισε να μειώσει τις διπλωματικές σχέσεις με τη Σερβία στο χαμηλότερο επίπεδο μετά την στρατιωτική κηδεία του Σερβοβόσνιου στρατηγού Ράτκο Μλάντιτς στη Σερβία.
Μετά την κηδεία, όπου ενταφιάστηκε με στρατιωτικές τιμές, ο Κονάκοβιτς ανακοίνωσε ότι είχαν αποφασίσει να υποβαθμίσουν τις διπλωματικές σχέσεις με τη Σερβία στο χαμηλότερο επίπεδο. Ο Κονάκοβιτς είπε: «Αν μπορούσα, θα διέκοπτα αμέσως τις διπλωματικές σχέσεις με τη Σερβία».
Η Βοσνία-Ερζεγοβίνη ανέλαβε δράση μετά την στρατιωτική κηδεία στη Σερβία του Ράτκο Μλάντιτς, του στρατιωτικού ηγέτη των Σέρβων της Βοσνίας που καταδικάστηκε για τη Γενοκτονία της Σρεμπρένιτσα και είναι γνωστού ως ο «Χασάπης της Βοσνίας» για τον ρόλο του στη γενοκτονία.
Μετά την ταφή του Μλάντιτς στο Βελιγράδι, την πρωτεύουσα της Σερβίας, όπου του έγινε η αποχαιρετιστήρια τελετή εθνικού ήρωα, ο υπουργός Εξωτερικών της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης Ελμεντίν Κονάκοβιτς, μιλώντας στις κάμερες, ανακοίνωσε ότι το Υπουργείο Εξωτερικών αποφάσισε να αποσύρει όλο το προσωπικό εκτός από τον πρέσβη και τον πρόξενο από την Πρεσβεία της Βοσνίας στο Βελιγράδι.
Ο Κονάκοβιτς, εξηγώντας ότι δεν μπορούσαν να ανακαλέσουν τον πρέσβη και πρόξενο της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης στο Βελιγράδι, Αλεξάνταρ Βράνιες, επειδή αυτό εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Προεδρίας της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, δήλωσε: «Θα ανακαλέσουμε όποιον μπορούμε από την Πρεσβεία του Βελιγραδίου. Θα μεταφέρουμε τις προξενικές υποθέσεις στο Ζάγκρεμπ, την Ποντγκόριτσα, το Νόβι Παζάρ και άλλα μέρη. Επειδή δεν θα επαναλάβουμε τα ίδια λάθη ενώπιον ενός τέτοιου καθεστώτος».
«Αλλάζουμε εντελώς τις σχέσεις μας με τη Σερβία».
Ο Κονάκοβιτς δήλωσε: «Αν είχα την εξουσία, θα διέκοπτα αμέσως τις διπλωματικές σχέσεις με τη Σερβία. Θα το έκανα χωρίς δισταγμό. Αλλά δεν έχω την εξουσία να το κάνω αυτό. Αυτό που μπορώ να κάνω, και αυτό που υπόσχομαι να κάνω, είναι να εργαστώ εντατικά τις επόμενες εβδομάδες για να μειώσω τις σχέσεις μεταξύ Σερβίας και Βοσνίας-Ερζεγοβίνης στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο. Μέχρι να αλλάξει αυτή η προσέγγιση και να αλλάξουν οι σχέσεις, δεν θα διεξάγουμε διμερείς συνομιλίες με τη Σερβία. Θα συμμετέχω σε πολυμερείς συναντήσεις όπου είναι προς το συμφέρον της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Αλλά όποτε είναι εκεί, θα μιλάω για το τι κάνουν. Όσο είμαι στο αξίωμα, δεν θα υπάρξει οικονομική συνεργασία ή άλλες συζητήσεις με τη Σερβία. Αλλάζουμε εντελώς τις σχέσεις μας με τη Σερβία».
«Η Σερβία προστατεύει περισσότερους από τρεις χιλιάδες ανθρώπους που είναι ύποπτοι για διάπραξη εγκλημάτων πολέμου».
Ο Κονάκοβιτς δήλωσε ότι η Σερβία επιρρίπτει συλλογική ευθύνη στον σερβικό λαό υποστηρίζοντας σθεναρά ένα άτομο υπεύθυνο για γενοκτονία στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και εγκλήματα πολέμου στην Κροατία, λέγοντας: «Ακόμα και σήμερα, η Σερβία προστατεύει περισσότερους από τρεις χιλιάδες ανθρώπους που είναι ύποπτοι για διάπραξη εγκλημάτων πολέμου στην Κροατία, τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και το Κοσσυφοπέδιο. Αυτός ο αριθμός είναι από το 2016. Σήμερα είναι πιθανώς ακόμη υψηλότερος. Πάνω από τρεις χιλιάδες. Οι κροατικές αρχές ανέφεραν 1.400 άτομα. Οι ύποπτοι για εγκλήματα πολέμου βρίσκονται αυτή τη στιγμή στη Σερβία. Δεν κρύβονται. Μένουν εκεί, ζουν εκεί και απολαμβάνουν ορισμένα προνόμια. Αυτοί οι άνθρωποι είναι υπεύθυνοι για τις δολοφονίες, τις θηριωδίες, τους βιασμούς, τους εμπρησμούς και την απέλαση εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Ένα από τα πιο γνωστά παραδείγματα είναι ο Νόβακ Τζούκιτς, υπεύθυνος για τη σφαγή της Κάπια στην Τούζλα. Ένα άλλο παράδειγμα είναι ο Ντούσκο Κορνιάτσα, ο οποίος έχει δικαστεί στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και εργάζεται επί του παρόντος ως γαστρεντερολόγος στο Νόβι Σαντ».
Ο Κονάκοβιτς ανακοίνωσε επίσης ότι οι διπλωματικές επαφές για το θέμα θα εντατικοποιηθούν με τα κράτη μέλη της ΕΕ, τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και τα κράτη μέλη του Οργανισμού Ισλαμικής Συνεργασίας.
Ανακοινώνοντας ότι θα στείλουν επιστολές σε πολλές χώρες αύριο, ο Κονάκοβιτς δήλωσε: «Εάν η ΕΕ δεν επιβάλει κυρώσεις σε όσους παρευρέθηκαν στη σημερινή κηδεία και στους διοργανωτές, συμπεριλαμβανομένου του Αλεξάνταρ Βούτσιτς, θα έχει δείξει ότι δεν πιστεύει πραγματικά στις αρχές που ισχυρίζεται ότι τηρεί».
«Πληρώσαμε βαρύ τίμημα για να υπερασπιστούμε αυτή την πατρίδα».
Ο Κονάκοβιτς δήλωσε ότι πολλοί αξιωματούχοι της σερβικής κυβέρνησης παρευρέθηκαν στην κηδεία του Μλάντιτς και, παρόλο που ο ίδιος δεν παρευρέθηκε, γνώριζαν ότι ο Σέρβος πρόεδρος Αλεξάνταρ Βούτσιτς ήταν ο κύριος υπεύθυνος για την οργάνωση και την εκτέλεση της κηδείας.
Πρόσθεσε: «Αυτή είναι η Σερβία της δεκαετίας του ’90. Αλλά δεν είμαστε η Βοσνία-Ερζεγοβίνη της δεκαετίας του ’90. Εμείς οι Βόσνιοι δεν είμαστε ο ίδιος λαός όπως της δεκαετίας του ’90. Είναι το 2026. Πληρώσαμε ένα βαρύ τίμημα για να υπερασπιστούμε αυτή την πατρίδα. Μάθαμε από ό,τι συνέβη. Δεν θα επιτρέψουμε σε κανέναν να επαναλάβει αυτό που έκαναν οι δήμιοι της δεκαετίας του ’90 στο έδαφος της πρώην Γιουγκοσλαβίας».
Ο Μλάντιτς πέθανε στη φυλακή στις 27 Αυγούστου.
Ο πρώην Σερβοβόσνιος στρατηγός Ράτκο Μλάντιτς, ο οποίος κρίθηκε ένοχος για τη Γενοκτονία της Σρεμπρένιτσα τον Ιούλιο του 1995, κατά την οποία δολοφονήθηκαν συστηματικά περισσότεροι από 8.000 Μουσουλμάνοι, πέθανε στις 27 Αυγούστου στη φυλακή της Χάγης της Ολλανδίας, σε ηλικία 84 ετών. Ο Μλάντιτς καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη από το Ποινικό Δικαστήριο των Ηνωμένων Εθνών για την πρώην Γιουγκοσλαβία στις 22 Νοεμβρίου 2017 για γενοκτονία, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και εγκλήματα πολέμου. Το Τμήμα Εφέσεων του Διεθνούς Μηχανισμού Υπολειμματικών Ποινικών Δικαστηρίων επικύρωσε την καταδίκη και την ισόβια κάθειρξη το 2021.
Σερβία: Ο Πατριάρχης Πορφύριος στην κηδεία του Στρατηγού Μλάντιτς: ” Έδωσε τη ζωή του για την ελευθερία και την επιβίωση του λαού του”
Ο Πατριάρχης της Σερβίας Πορφύριος τέλεσε την κηδεία του στρατηγού Μλάντιτς στην εκκλησία του Αγίου Λουκά στο Βιντίκοβατς (Φωτογραφία: Tanjug/Miloš Milivojević)
Ο Πατριάρχης Πορφύριος τόνισε σήμερα στην εκκλησία του Αγίου Λουκά στο Βιντίκοβατς ότι το όνομα του Στρατηγού Ράτκο Μλάντιτς θα παραμείνει βαθιά χαραγμένο στη μνήμη και τις προσευχές της πλειοψηφίας του Σερβικού Ορθόδοξου λαού, ο οποίος αισθάνεται και τρέφει βαθιά ευγνωμοσύνη απέναντί του, επειδή τον βλέπει ως στρατιώτη και διοικητή που, σε μια δύσκολη και τραγική στιγμή, στάθηκε επικεφαλής του στρατού των Σέρβων, έφερε μεγάλη ευθύνη και βάρος, έκανε θυσία και έδωσε τη ζωή του για την ελευθερία, την άμυνα και την επιβίωση του λαού του.
Ο στρατηγός Ράτκο Μλάντιτς πέθανε στις 27 Αυγούστου υπό κράτηση στον Διεθνή Μηχανισμό Υπολειμματικών Ποινικών Δικαστηρίων στη Χάγη, όπου εξέτιε ποινή ισόβιας κάθειρξης.
Η οικογένειά του και οι δικηγόροι του, καθώς και η Ρεπούμπλικα Σέρπσκα, είχαν υποβάλει προηγουμένως αιτήματα για την προσωρινή απελευθέρωσή του για θεραπεία στη Σερβία, αλλά τα αιτήματα αυτά απορρίφθηκαν.
Ο ηλικιωμένος άνδρας είχε υποστεί πολλαπλά εγκεφαλικά επεισόδια πριν από τον θάνατό του και νοσηλευόταν για πολλά προβλήματα υγείας.
Δημοσιεύματα και άρθρα στα ισπανικά μέσα ενημέρωσης (όπως η El Confidencial) προειδοποιούν πρόσφατα ότι το Μαρόκο εξοπλίζεται με σύγχρονα ισραηλινά οπλικά συστήματα ικανά να χτυπήσουν την καρδιά της ισπανικής επικράτειας.
Τα παράπονα των ισπανικών μέσων ενημέρωσης δεν έπεσαν στο κενό και η ισπανική κυβέρνηση έσπευσε να μετακινήσει προηγμένα συστήματα αεράμυνας στα νότια της χώρας για να αποτρέψει οποιαδήποτε ζημιά που θα μπορούσε να προέλθει από τη μαροκινή κατεύθυνση.
Αυτές οι αναφορές καταδεικνύουν μια στενότερη στρατιωτική και τεχνολογική συμμαχία μεταξύ Ισραήλ και Μαρόκου, παράλληλα με την ιδιαίτερα οξεία διπλωματική κρίση μεταξύ Ιερουσαλήμ και Μαδρίτης.
Η στρατιωτική συμμαχία μεταξύ Ισραήλ και Μαρόκου
Από την υπογραφή των Συμφωνιών του Αβραάμ και την εγκαθίδρυση επίσημων σχέσεων, το Μαρόκο έχει γίνει ένας από τους μεγαλύτερους και σημαντικότερους πελάτες όπλων του Ισραήλ.
Το Ισραήλ παρέχει στο Μαρόκο εξαιρετικά προηγμένα αμυντικά και επιθετικά συστήματα, μερικά από τα οποία αλλάζουν την περιφερειακή ισορροπία δυνάμεων στη Βόρεια Αφρική και το Στενό του Γιβραλτάρ.
Στο πλαίσιο των γιγαντιαίων συμφωνιών, το Μαρόκο αγόρασε προηγμένα τακτικά και στρατηγικά όπλα από ισραηλινές εταιρείες (όπως η Elbit Systems):
Συστήματα πυραύλων PULS: Το Μαρόκο έχει αποκτήσει προηγμένους εκτοξευτές πυραύλων ικανούς να χτυπούν στόχους με μεγάλη ακρίβεια σε αποστάσεις δεκάδων και εκατοντάδων χιλιομέτρων.
Πυροβόλα ATMOS: αυτοκινούμενα συστήματα πυροβολικού 155 mm.
Μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones) και αεροσκάφη αυτοκτονίας: μη επανδρωμένα εναέρια οχήματα για επιθέσεις και συλλογή πληροφοριών.
Γιατί αυτό θέτει την Ισπανία σε εμβέλεια;
Η στενή γεωγραφική απόσταση μεταξύ του Μαρόκου και της νότιας Ισπανίας (μόνο περίπου 14 χιλιόμετρα κατά μήκος του Πορθμού του Γιβραλτάρ), μαζί με την ύπαρξη των ισπανικών θυλάκων στη Βόρεια Αφρική (Θέουτα και Μελίγια) επί των οποίων το Μαρόκο έχει ιστορικές εδαφικές διεκδικήσεις, καθιστά οποιαδήποτε προηγμένα όπλα μεγάλου βεληνεκούς που αποκτά το Μαρόκο ικανά να καλύψουν εύκολα τη νότια Ισπανία και την «καρδιά» της.
Η διπλωματική ρήξη και το ισπανικό εμπάργκο
Η ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι η Ισπανία, υπό την ηγεσία του πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ, ακολουθεί μια έντονα αντιισραηλινή πολιτική.
Η Ισπανία έχει αναγνωρίσει ένα παλαιστινιακό κράτος, έχει κατηγορήσει το Ισραήλ για «γενοκτονία» στη Γάζα και έχει επιβάλει πλήρες εμπάργκο όπλων στο Ισραήλ (συμπεριλαμβανομένης της ακύρωσης τεράστιων συμφωνιών για την αγορά πυραύλων Spike και εκτοξευτών πυραύλων από ισραηλινές εταιρείες).
Ως αποτέλεσμα, έχει προκύψει μια κατάσταση στην οποία η Ισπανία αποφάσισε να μποϊκοτάρει την ισραηλινή τεχνολογία και να μην την αγοράσει για τον στρατό της, ενώ ο γείτονάς της και αποσταθεροποιητής στα νότια, το Μαρόκο, εξοπλίζεται με τα ίδια ακριβώς ισραηλινά
Η απάντηση της Ισπανίας
Η ισπανική απάντηση συνίσταται σε στρατιωτική πίεση, παράλληλα με εξαιρετικές πολιτικές κατηγορίες:
Βαθιά ανησυχία στο αμυντικό κατεστημένο
Δημοσιεύματα και άρθρα στα ισπανικά μέσα ενημέρωσης (όπως η El Confidencial ) έχουν συχνά εκφράσει «ανησυχία» ότι το Μαρόκο επιτυγχάνει τεχνολογική και υλική υπεροχή στην περιοχή του Γιβραλτάρ.
Το ισπανικό Υπουργείο Άμυνας έχει μάλιστα αναγκαστεί να αναπτύξει αμυντικά συστήματα κατά των UAV στα χωρικά του ύδατα για να αντιμετωπίσει τις νέες μαροκινές δυνατότητες.
Πρωτοφανείς κατηγορίες εναντίον του Ισραήλ
Η κορύφωση ήρθε μετά από μια σοβαρή μεταναστευτική κρίση στον θύλακα της Θέουτα, κατά την οποία δεκάδες χιλιάδες Μαροκινοί μετανάστες διέσχισαν τα σύνορα και εισήλθαν στην Ισπανία.
Ο Ισπανός πρωθυπουργός Σάντσες προσπάθησε να απαλλάξει το Μαρόκο από τις ευθύνες και κατηγόρησε δημόσια τα ισραηλινά και ρωσικά δίκτυα πληροφοριών ότι τροφοδότησαν σκόπιμα την κρίση προκειμένου να βλάψουν την Ισπανία για τις πολιτικές της θέσεις.
Η κατάρρευση του αφηγήματος του Σάντσεθ
Οι ισχυρισμοί του Σάντσες κατά του Ισραήλ υπέστησαν μοιραίο πλήγμα μετά τη διαρροή επίσημης έκθεσης των ισπανικών αστυνομικών υπηρεσιών στο δικαστήριο, η οποία ανέφερε κατηγορηματικά ότι οι ίδιες οι μαροκινές αρχές ήταν αυτές που διαχειρίστηκαν, διηύθυναν και σχεδίασαν τη μαζική διέλευση των συνόρων ως μέρος πολιτικής και εδαφικής πίεσης στην Ισπανία – και όχι ως ισραηλινή προπαγανδιστική εκστρατεία.
Το Ισραήλ αντέδρασε οργισμένα στις αρχικές κατηγορίες του Σάντσες, αποκαλώντας τες «κατάφωρο ψέμα».
Στην επιστολή παραίτησής του, ο Κραβτσένκο ανέφερε ότι δεν επιθυμεί η θέση του να χρησιμοποιηθεί ως «εργαλείο πολιτικής αντιπαράθεσης», παραπέμποντας σε προηγούμενη ανάρτησή του, στην οποία είχε απορρίψει τις καταγγελίες ως «αβάσιμες».
Η παραίτησή του έρχεται μετά την έρευνα που πραγματοποίησαν το Σαββατοκύριακο στα γραφεία του Ουκρανοί αξιωματούχοι της εθνικής υπηρεσίας κατά της διαφθοράς, οι οποίοι ανέφεραν ότι εντόπισαν ένα κύκλωμα ξεπλύματος χρήματος με επικεφαλής αξιωματούχο του γραφείου του Κραβτσένκο, μεταδίδει το BBC.
Στην επιστολή παραίτησής του, ο Κραβτσένκο ανέφερε ότι δεν επιθυμεί η θέση του να χρησιμοποιηθεί ως «εργαλείο πολιτικής αντιπαράθεσης», παραπέμποντας σε προηγούμενη ανάρτησή του, στην οποία είχε απορρίψει τις καταγγελίες ως «αβάσιμες».
Σύμφωνα με το Εθνικό Γραφείο Καταπολέμησης της Διαφθοράς της Ουκρανίας (NABU) και την Ειδική Εισαγγελία κατά της Διαφθοράς (SAP), το δίκτυο στο γραφείο του Κραβτσένκο λάμβανε χρήματα προκειμένου να παρέχει προστασία σε τηλεφωνικά κέντρα που πραγματοποιούσαν τηλεφωνικές απάτες και «ξέπλεναν εκατομμύρια σε περιουσιακά στοιχεία».
Σύμφωνα με το NABU, τα χρήματα χρησιμοποιούνταν στη συνέχεια για την αγορά ακινήτων, κοσμημάτων και άλλων αντικειμένων μεγάλης αξίας.
Ο Κραβτσένκο εξέδωσε ανακοίνωση το βράδυ της Κυριακής, απορρίπτοντας τις καταγγελίες ως «εντελώς αβάσιμες» και αρνούμενος οποιαδήποτε παράνομη ενέργεια.
Μία ημέρα αργότερα υπέβαλε την παραίτησή του, ευχαριστώντας τον Ζελένσκι και το ουκρανικό κοινοβούλιο για την «εμπιστοσύνη» τους. Ο Ουκρανός πρόεδρος δεν έχει ακόμη σχολιάσει δημοσίως την παραίτηση.
Παρά τη δημιουργία των δύο ουκρανικών φορέων κατά της διαφθοράς, του NABU και της SAP, πριν από περισσότερο από μία δεκαετία, η διαφθορά εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό πρόβλημα στη χώρα.
Το 2025 ξέσπασαν πανεθνικές διαδηλώσεις, όταν ο Ζελένσκι επιχείρησε να προωθήσει μεταρρυθμίσεις που θα περιόριζαν την ανεξαρτησία του NABU και της SAP.
Οι ευρωπαϊκοί εταίροι του Κιέβου εξέφρασαν την ανησυχία τους για την απόφαση, με τους πρεσβευτές των χωρών της Ομάδας των G7 να προειδοποιούν ότι θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την ενσωμάτωση της Ουκρανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η Ουκρανία είναι υποψήφια προς ένταξη στην ΕΕ, καθεστώς που της χορηγήθηκε υπό την προϋπόθεση ότι θα καταπολεμούσε με αξιόπιστο τρόπο τη διαφθορά.
Ο Ζελένσκι επανέφερε την ανεξαρτησία των δύο φορέων κατά της διαφθοράς μετά τις έντονες αντιδράσεις, ωστόσο εξακολουθούν να υπάρχουν ερωτήματα σχετικά με τη δέσμευσή του στις μεταρρυθμίσεις κατά της διαφθοράς.
Τον περασμένο μήνα, το NABU ανακοίνωσε ότι αποκάλυψε σχέδιο υπεξαίρεσης περισσότερων από 3 εκατ. δολαρίων σε ουκρανικό νόμισμα, προκειμένου να καταβληθεί εγγύηση για την αποφυλάκιση πρώην υπουργού Ενέργειας, ο οποίος κατηγορείται για ξέπλυμα χρήματος.
Ένας υψηλόβαθμος αξιωματούχος του γραφείου του Ζελένσκι, ο οποίος φέρεται να εμπλεκόταν στην υπόθεση, απολύθηκε.
Οι καταγγελίες για διαφθορά στην ουκρανική κυβέρνηση
Σε συνέντευξή του στο BBC τον περασμένο μήνα, ο πρώην υπουργός Άμυνας της Ουκρανίας, Μιχάιλο Φεντόροφ, δήλωσε ότι θα πρέπει να ζητηθεί από τον πρόεδρο να τοποθετηθεί σχετικά με το κατά πόσο γνώριζε για πιθανή διαφθορά μεταξύ των στενότερων συνεργατών του.
«Ας απαντήσει ο ίδιος σε αυτή την ερώτηση… Πιστεύω ότι είναι έτοιμος να δεχθεί τέτοιες ερωτήσεις. Είναι δική του ευθύνη να μας πει όλους εάν γνώριζε ή όχι όλα αυτά… Δεν θέλω να κάνω υποθέσεις», δήλωσε.
Κατά τη διάρκεια της θητείας του, ο 35χρονος είχε πιστωθεί την ηγεσία μιας προσπάθειας για την καταπολέμηση της διαφθοράς.
Μετά την αποπομπή του στα μέσα Ιουλίου, έπειτα από πληροφορίες ότι ήρθε σε ρήξη με τον επικεφαλής των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων, έχει εκφραστεί ανοιχτά κατά αυτού που αποκαλεί «συστημική κρίση διακυβέρνησης» στην Ουκρανία.
Ωστόσο, έχει υπογραμμίσει ότι δεν διαθέτει στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ο Ζελένσκι εμπλέκεται προσωπικά σε υποθέσεις διαφθοράς.
«Σε όλο το διάστημα που συνεργάστηκα μαζί του, ούτε μία φορά δεν έλαβα από εκείνον κάποια εντολή ή οδηγία που να παραβιάζει τον νόμο ή την αίσθησή μου περί ακεραιότητας», δήλωσε ο Φεντόροφ στο BBC.
Ένας Τούρκος, ο οποίος κρατείται στις Ηνωμένες Πολιτείες, κατέθεσε στο Ομοσπονδιακό Γραφείο Ερευνών (FBI) ότι είδε τον γιο ενός Τούρκου επαρχιακού κυβερνήτη να πυροβολεί την αγνοούμενη φοιτήτρια Gülistan Doku. Ισχυρίστηκε επίσης ότι τον βοήθησε να τοποθετήσει τη σορό της στο πορτμπαγκάζ ενός αυτοκινήτου και ότι στη συνέχεια τον είδε να τηλεφωνεί στον υπεύθυνο ασφαλείας του κυβερνήτη, προτού δηλώσει ότι ο πατέρας του θα «εξαφάνιζε την υπόθεση».
Οι ισχυρισμοί περιλαμβάνονται σε περίληψη κατάθεσης 34 σελίδων που διαβιβάστηκε στην Τουρκία.
Ο Umut Altaş ανακρίθηκε στις 19 και 20 Αυγούστου από το FBI και την Υπηρεσία Ερευνών Εσωτερικής Ασφάλειας των ΗΠΑ (HSI), στο Κέντρο Κράτησης Moshannon Valley της Πενσιλβάνια, κατόπιν τουρκικού αιτήματος δικαστικής συνδρομής.
Σύμφωνα με τουρκικά μέσα ενημέρωσης, το FBI διαβίβασε την έκθεσή του, με ημερομηνία 26 Αυγούστου, στους Τούρκους εισαγγελείς μέσω των προβλεπόμενων διαύλων αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής.
Το έγγραφο αναφέρει ότι οι Τούρκοι εισαγγελείς είχαν υποβάλει 109 ερωτήσεις σχετικά με καταγγελίες για ανθρωποκτονία, σεξουαλική επίθεση και καταστροφή ή απόκρυψη αποδεικτικών στοιχείων.
Ο Altaş είπε στους ερευνητές ότι ο ίδιος και ο Mustafa Türkay Sonel συνάντησαν την Doku κοντά σε μια γέφυρα στο Tunceli, στις 5 Ιανουαρίου 2020, και ότι εκείνη επιβιβάστηκε στην BMW τους.
Κατέθεσε ότι ο Sonel οδηγούσε, ο ίδιος καθόταν στη θέση του συνοδηγού και η Doku στο πίσω κάθισμα. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, η νεαρή γυναίκα τούς ρώτησε γιατί την ακολουθούσαν και τους ζήτησε να την αφήσουν ήσυχη.
Ο Altaş ισχυρίστηκε ότι τότε ο Sonel έβγαλε ένα μαύρο πιστόλι από το ντουλαπάκι του αυτοκινήτου και πυροβόλησε την Doku.
Είπε ότι αρχικά αρνήθηκε να υπακούσει στην εντολή του Sonel να τον βοηθήσει, αλλά στη συνέχεια συνέδραμε στη μεταφορά της σορού της Doku στο πορτμπαγκάζ.
Ο Altaş υποστήριξε ότι κατόπιν ο Sonel τηλεφώνησε στον Şükrü Eroğlu, ο οποίος υπηρετούσε ως σωματοφύλακας του τότε κυβερνήτη Tuncay Sonel, και συνομίλησε μαζί του για 15 έως 20 λεπτά.
Ισχυρίστηκε ακόμη ότι ο Sonel τού είπε να παραμείνει σιωπηλός και ότι ο πατέρας του θα «φρόντιζε το ζήτημα». Σύμφωνα με την κατάθεση, ο Sonel τηλεφώνησε ξανά το επόμενο πρωί και του είπε ότι η υπόθεση είχε διευθετηθεί.
Ο Altaş ανέφερε ότι αργότερα ο Sonel τού υπέδειξε μια τοποθεσία σε απόσταση περίπου 30 λεπτών, στον δρόμο προς τη γειτονική περιοχή Pertek. Παραδέχθηκε, ωστόσο, ότι δεν είδε πού μεταφέρθηκε τελικά η σορός.
Οι ερευνητές παρουσίασαν στον Altaş δεδομένα από κεραίες κινητής τηλεφωνίας, σύμφωνα με τα οποία ο ίδιος, ο Sonel και ο Eroğlu βρίσκονταν κοντά στην οδογέφυρα Sarısaltuk περίπου στις 10:09 το βράδυ που εξαφανίστηκε η Doku.
Σύμφωνα με την περίληψη της κατάθεσης, τα αρχεία αναγνώρισης πινακίδων κυκλοφορίας έδειξαν την BMW του Sonel να κατευθύνεται προς το Elazığ στις 10:17 μ.μ., με μοναδικό επιβαίνοντα τον οδηγό. Στις 10:30 μ.μ. το αυτοκίνητο καταγράφηκε να επιστρέφει προς το Tunceli, με τον Altaş στη θέση του συνοδηγού.
Αφού τα αρχεία διέψευσαν μέρος της αρχικής του κατάθεσης, ο Altaş είπε ότι ο ίδιος και ο Sonel είχαν επιστρέψει στη γέφυρα για να αναζητήσουν κάμερες και ότι ο Sonel τού είχε πει πως αυτές δεν θα κατέγραφαν.
Ο Altaş ισχυρίστηκε επίσης ότι ο Sonel απείλησε να σκοτώσει τον ίδιο και την οικογένειά του, ενώ του πρόσφερε χρήματα για να παραμείνει σιωπηλός.
Το FBI διευκρίνισε ότι η έκθεση FD-302 αποτελεί περίληψη των πρακτόρων και όχι κατά λέξη απομαγνητοφώνηση της κατάθεσης. Τουρκικά δημοσιεύματα επισήμαναν επίσης ότι ο Altaş έδωσε αντιφατικές απαντήσεις κατά τη διάρκεια της διήμερης ανάκρισης.
Σε συνέντευξη που είχε δημοσιευτεί πριν από τη σύλληψή του τον Μάιο, ο Altaş είχε υποστηρίξει ότι ο Sonel τού ομολόγησε τη δολοφονία. Στη νεότερη εκδοχή, όμως, ο Altaş τοποθετεί τον εαυτό του μέσα στο αυτοκίνητο ως αυτόπτη μάρτυρα.
Αμερικανοί ομοσπονδιακοί αστυνομικοί και ερευνητές της Υπηρεσίας Μετανάστευσης συνέλαβαν τον Altaş σε καφετέρια του Μανχάταν στις 22 Μαΐου, αφού η Τουρκία εξασφάλισε Ερυθρά Αγγελία της INTERPOL και ζήτησε την έκδοσή του για κατηγορίες που αφορούν ανθρωποκτονία, διακεκριμένη σεξουαλική επίθεση και οργανωμένο έγκλημα, σύμφωνα με ανακοίνωση της Υπηρεσίας Ομοσπονδιακών Αστυνόμων των ΗΠΑ.
Η Doku, 21χρονη Κούρδισσα φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο Munzur, εξαφανίστηκε αφού έφυγε από τη φοιτητική της εστία στην ανατολική επαρχία Tunceli, στις 5 Ιανουαρίου 2020. Η σορός της δεν έχει βρεθεί ποτέ.
Η έρευνα επικεντρώθηκε αρχικά στο ενδεχόμενο αυτοκτονίας, αφού οπτικό υλικό την έδειχνε κοντά σε έναν ταμιευτήρα νερού. Η οικογένειά της απέρριψε αυτή τη θεωρία και οι εισαγγελείς ανέφεραν αργότερα ότι δεν υπήρχε ένδειξη πως κάποιος είχε πέσει στο νερό.
Η έρευνα άνοιξε εκ νέου φέτος ως υπόθεση ανθρωποκτονίας. Μέχρι την 1η Σεπτεμβρίου είχε οδηγήσει στην προφυλάκιση 30 ανθρώπων, μεταξύ των οποίων ο Mustafa Türkay Sonel, ο πατέρας του, ο Eroğlu και ο πρώην σύντροφος της Doku. Ο Sonel και ο πατέρας του αρνούνται οποιαδήποτε εμπλοκή ή παράνομη πράξη.
Η κυβέρνηση χρησιμοποιεί τον «εξοπλιστικό πατριωτισμό» ως πολιτικό-εκλογικό εργαλείο εδώ και χρόνια. Ένοπλες Δυνάμεις και Εθνική Άμυνα για την παρούσα κυβέρνηση σημαίνουν μόνο αγορές πανάκριβων εξοπλισμών, όλες με απ’ ευθείας αναθέσεις και χωρίς καμία ουσιαστική ενημέρωση. Όποιος θέτει ερωτήματα για τις αγορές που κάνει …παραδίδεται στα τρολς των διάφορων ομάδων που υπάρχουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προκειμένου να απαξιωθεί, να λοιδωρηθεί ακόμη και να απειληθεί…
Μόνο που υπάρχει κι αυτή η πραγματικότητα που έρχεται να διαψεύσει και το παραμύθι του «εξοπλιστικού πατριωτισμού» της κυβέρνησης.
Όσοι γράφαμε για τα «κλειδιά» της «Ασπίδας του Αχιλλέα» δεν αιφινιδιαστήκαμε από τα όσα είπε στην φιλοκυβερνητική ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ο Μοσέ Πατέλ, επικεφαλής του Οργανισμού Αντιπυραυλικής Αμυνας του ισραηλινού υπουργείου Αμυνας . Όπως ήταν αναμενόμενο μας ανακοίνωσε ότι ο πηγαίος κώδικας της «Ασοίδας» δεν θα είναι προσβάσιμος από την Ελλάδα που θα πληρώσει σχεδόν 4 δις.
Να θυμηθούμε τι έλεγε ο ΥΕΘΑ Νίκος Δένδιας που φυσικά και γνώριζε τα πάντα και γι’ αυτό το θέμα :
Με λίγα λόγια η κυβέρνηση έλεγε παραμύθια και ο Δένδιας για να φυλάξει τα νώτα του είχε μιλήσει και για τις…εξαιρέσεις. Μία απ’ αυτές είναι και η «Ασπίδα του Αχιλλέα»! Πολύ κρίσιμη εξαίρεση για την Άμυνα της χώρας.
Όμως έπρεπε να περιμένουμε την επιβεβαίωση όσων γράφαμε για την «Ασπίδα του Αχιλλέα», για να καταλάβουμε ότι η κυβέρνηση παραπλανά και στον κρίσιμο τομέα του εξοπλισμού της χώρας;
Ξεχάσαμε τα Rafale με τον…πυρσό της ΝΔ;
Έχουμε ξεχάσει ότι η φρεγάτα Belharra, ήρθε με απαίτηση της κυβέρνησης μήνες πριν ολολοκληρωθούν οι εργασίες και τώρα πληρώνουμε συνεργεία Γάλλων που έχουν εγκατασταθεί στο Ναύσταθμο για να ολοκληρώσουν τις εργασίες; Όταν θα έρθει η ώρα να αποκαλυφθούν οι λεπτομέρειες για το πως ήρθε το καράβι, κάποιοι δεν θα ξέρουν που να κρυφτούν.
Μήπως ξεχάσαμε ότι οι φρεγάτες αγοράστηκαν χωρίς να έχουν το κρίσιμο οπλικό σύστημα για το οποίο τις επιλέξαμε;
Δυστυχώς το «αφήγημα» της κυβέρνησης για τους εξοπλισμούς για μεγάλο χρονικό διάστημα είχε «περάσει» σε ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης που ψάχνει να πιαστεί από «θετικές ειδήσεις». Δεν είναι η πρώτη φορά που οι πολίτες εξαπατούνται για τον «εξοπλισμό της χώρας». Υπάρχει μεγάλο παρελθόν στη χώρα και γι΄ αυτό όλοι μας θα πρέπει να ΄μαστε επιφυλακτικοί και να απαιτούμε πλήρη ενημέρωση και για το τελευταίο ευρώ που δαπανούν για τις αγορές εξοπλισμών.
Από την άλλη η κυβέρνηση δεν έχει πει μια λέξη για το προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων! Ο πρωθυπουργός στην ομιλία του στη ΔΕΘ δεν είχε τίποτα στο «καλάθι» του για τους στρατιωτικούς προκαλώντας οργή και αγανάκτηση.
Τρεις διαφορετικές θεωρίες για μία από τις πιο πολυχρησιμοποιημένες —και κακοποιημένες— έννοιες της εποχής μας
Η λέξη «λαϊκισμός» βρίσκεται σήμερα παντού. Χρησιμοποιείται για κόμματα της Δεξιάς και της Αριστεράς, για δημαγωγούς, χαρισματικούς ηγέτες, αντισυστημικά κινήματα, ακόμη και για κάθε πολιτική υπόσχεση που θεωρείται υπερβολική ή ανεφάρμοστη.Όσο περισσότερο, όμως, χρησιμοποιείται η λέξη τόσο λιγότερο σαφές γίνεται τι ακριβώς σημαίνει.
Λαϊκιστής αποκαλείται συχνά ο πολιτικός που δεν συμπαθούμε. Εκείνος που κολακεύει το πλήθος, απλουστεύει σύνθετα προβλήματα ή υπόσχεται περισσότερα από όσα μπορεί να προσφέρει. Εάν όμως περιορίσουμε τον λαϊκισμό στη δημαγωγία, τότε σχεδόν όλοι οι πολιτικοί μπορούν κάποια στιγμή να χαρακτηριστούν λαϊκιστές. Ο όρος χάνει έτσι την αναλυτική του αξία και μετατρέπεται σε πολιτική βρισιά.
Για να καταλάβουμε τι είναι πραγματικά ο λαϊκισμός, αξίζει να εξετάσουμε τρεις από τις σημαντικότερες σύγχρονες προσεγγίσεις: τη θεωρία των Cas Mudde και Cristóbal Rovira Kaltwasser, την κριτική του Jan-Werner Müller και την εντελώς διαφορετική οπτική του Ernesto Laclau.
Οι τρεις προσεγγίσεις συμφωνούν ότι στο κέντρο του λαϊκισμού βρίσκεται η επίκληση του «λαού». Διαφωνούν, όμως, για το τι ακριβώς είναι αυτός ο λαός, πώς συγκροτείται και εάν ο λαϊκισμός αποτελεί απειλή για τη δημοκρατία ή αναγκαίο στοιχείο της πολιτικής.
Ο λαός εναντίον της ελίτ
Mudde και Kaltwasser
Οι Mudde και Kaltwasser προσφέρουν τον πιο διαδεδομένο σήμερα ορισμό. Αντιλαμβάνονται τον λαϊκισμό ως μια «ιδεολογία λεπτού πυρήνα», η οποία χωρίζει την κοινωνία σε δύο ομοιογενή και ανταγωνιστικά στρατόπεδα: από τη μία βρίσκεται ο «αγνός λαός» και από την άλλη η «διεφθαρμένη ελίτ». Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η πολιτική οφείλει να αποτελεί άμεση έκφραση της γενικής βούλησης του λαού.
Ο λαϊκισμός είναι «λεπτός» επειδή δεν διαθέτει μόνος του ολοκληρωμένες απαντήσεις για την οικονομία, την εξωτερική πολιτική, το κοινωνικό κράτος ή την οργάνωση της παραγωγής. Χρειάζεται να συνδεθεί με μια πληρέστερη ιδεολογία.
Όταν συνδέεται με τον εθνικισμό, εμφανίζεται ως δεξιός λαϊκισμός. Ο λαός ταυτίζεται τότε με το έθνος, ενώ απέναντί του βρίσκονται τόσο οι κοσμοπολίτικες ελίτ όσο και οι μετανάστες, οι μειονότητες ή οι υπερεθνικοί θεσμοί.
Όταν συνδέεται με τον σοσιαλισμό ή τον ριζοσπαστικό εξισωτισμό, εμφανίζεται ως αριστερός λαϊκισμός. Ο λαός ταυτίζεται κυρίως με τους εργαζομένους, τους οικονομικά ασθενέστερους και τους «πολλούς», ενώ απέναντί του τοποθετούνται η οικονομική ολιγαρχία, οι τράπεζες ή το κατεστημένο.
Αυτό εξηγεί γιατί ο λαϊκισμός δεν έχει από μόνος του συγκεκριμένο πολιτικό χρώμα. Μπορεί να δανείζεται περιεχόμενο από τη Δεξιά ή την Αριστερά, να είναι εθνικιστικός ή κοινωνικός, συμπεριληπτικός ή αποκλειστικός. Λειτουργεί σαν πολιτικός χαμαιλέοντας.
Η προσέγγιση των Mudde και Kaltwasser μάς επιτρέπει επίσης να διακρίνουμε τον λαϊκισμό από τη δικαιολογημένη κριτική των ελίτ. Το να καταγγέλλει κάποιος τη διαφθορά, την ανισότητα ή την απομάκρυνση των κυβερνώντων από την κοινωνία δεν τον καθιστά αυτομάτως λαϊκιστή. Το λαϊκιστικό στοιχείο εμφανίζεται όταν η σύγκρουση αποκτά ηθικό και απόλυτο χαρακτήρα: ο λαός παρουσιάζεται συνολικά αγνός και η ελίτ συνολικά διεφθαρμένη.
Η πολιτική παύει τότε να αποτελεί σύγκρουση διαφορετικών, αλλά θεμιτών συμφερόντων. Μετατρέπεται σε μάχη του καλού εναντίον του κακού.
Ποιος δικαιούται να μιλά εξ ονόματος του λαού;
Jan-Werner Müller
Ο Jan-Werner Müller προχωρά ένα βήμα παραπέρα. Κατά τη γνώμη του, η κριτική των ελίτ δεν αρκεί για να ορίσει τον λαϊκισμό. Πολλά δημοκρατικά κινήματα υπήρξαν άλλωστε αντι-ελιτίστικα χωρίς να είναι αυταρχικά.
Το καθοριστικό γνώρισμα του λαϊκιστή είναι ο αντιπλουραλισμός: η πεποίθηση ότι αυτός και μόνο αυτός εκπροσωπεί τον πραγματικό λαό.
Ο λαϊκιστής δεν λέει απλώς: «Εκπροσωπώ ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας». Λέει, έμμεσα ή άμεσα: «Μόνο εμείς εκπροσωπούμε τον λαό». Όσοι διαφωνούν μαζί του δεν θεωρούνται απλώς πολιτικοί αντίπαλοι. Παρουσιάζονται ως όργανα του συστήματος, προδότες, ξένα σώματα ή πολίτες των οποίων η φωνή έχει μικρότερη ηθική νομιμοποίηση.
Εδώ βρίσκεται, σύμφωνα με τον Müller, ο κίνδυνος για τη δημοκρατία. Η δημοκρατία δεν είναι μόνο η κυριαρχία της πλειοψηφίας. Είναι επίσης η αναγνώριση ότι η κοινωνία αποτελείται από διαφορετικές ομάδες, αξίες και συμφέροντα. Καμία εκλογική νίκη δεν δίνει σε μία παράταξη το δικαίωμα να μονοπωλεί την έννοια του λαού.
Όταν ένας λαϊκιστής βρίσκεται στην αντιπολίτευση, υποστηρίζει συχνά ότι οι θεσμοί είναι ελεγχόμενοι από το κατεστημένο. Όταν κερδίζει τις εκλογές, παρουσιάζει τη νίκη του ως απόδειξη ότι ενσαρκώνει τη γενική βούληση. Εάν αργότερα χάσει, μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν ηττήθηκε πραγματικά αλλά υπονομεύθηκε από τα μέσα ενημέρωσης, τους δικαστές, τη γραφειοκρατία ή κάποια σκοτεινή συνωμοσία.
Με αυτή τη λογική, οι θεσμοί αναγνωρίζονται ως νόμιμοι μόνο όταν επικυρώνουν τη βούληση του λαϊκιστή ηγέτη.
Η συνεισφορά του Müller είναι πολύτιμη επειδή διαχωρίζει τη δημοκρατική λαϊκή κυριαρχία από την αυταρχική οικειοποίηση του λαού. Ο λαός είναι πάντοτε πολλαπλός. Όποιος ισχυρίζεται ότι τον εκφράζει αποκλειστικά αρνείται, στην πραγματικότητα, ένα θεμελιώδες γνώρισμα της δημοκρατίας.
Ο λαός δεν υπάρχει εκ των προτέρων
Ernesto Laclau
Ο Ernesto Laclau βλέπει το ζήτημα από εντελώς διαφορετική σκοπιά. Δεν θεωρεί τον λαϊκισμό μια παθολογική παραμόρφωση της πολιτικής ούτε μια συγκεκριμένη ιδεολογία. Τον αντιμετωπίζει ως τρόπο συγκρότησης της ίδιας της πολιτικής.
Για τον Laclau, ο «λαός» δεν αποτελεί ένα έτοιμο, ομοιογενές σώμα που περιμένει κάποιον να το εκφράσει. Κατασκευάζεται πολιτικά.
Σε μια κοινωνία υπάρχουν πολλά διαφορετικά και αρχικά ασύνδετα αιτήματα: καλύτεροι μισθοί, προστασία της κατοικίας, περισσότερη δημοκρατία, εθνική ανεξαρτησία, δικαιότερη φορολογία, δημόσια υγεία. Όταν το πολιτικό σύστημα αδυνατεί να τα ικανοποιήσει, τα αιτήματα αυτά μπορούν να συνδεθούν μεταξύ τους. Οι διαφορετικές ομάδες αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι έχουν έναν κοινό αντίπαλο και μια κοινή εμπειρία αποκλεισμού.
Μέσα από αυτή τη διαδικασία δημιουργείται ο «λαός» ως πολιτικό υποκείμενο.
Σύμφωνα με τον Laclau, επομένως, ο λαϊκισμός δεν εξαπατά απλώς έναν ήδη υπάρχοντα λαό. Κατασκευάζει μια συλλογική ταυτότητα, ενώνοντας διαφορετικές δυσαρέσκειες κάτω από κοινά σύμβολα και συνθήματα.
Έννοιες όπως «ο λαός», «η αλλαγή», «η πατρίδα», «η δικαιοσύνη» ή «οι πολλοί» λειτουργούν επειδή είναι αρκετά ανοιχτές ώστε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες να αναγνωρίζουν σε αυτές τις δικές τους προσδοκίες. Ο ηγέτης μπορεί να εξελιχθεί σε σύμβολο αυτής της ενότητας, όχι αναγκαστικά επειδή διαθέτει κάποιο υπερφυσικό χάρισμα, αλλά επειδή το πρόσωπό του γίνεται σημείο συνάντησης διαφορετικών αιτημάτων.
Η οπτική αυτή αντιμετωπίζει τον λαϊκισμό λιγότερο εχθρικά. Σε περιόδους κατά τις οποίες οι θεσμοί παύουν να εκπροσωπούν σημαντικά τμήματα της κοινωνίας, η λαϊκιστική κινητοποίηση μπορεί να επαναφέρει αποκλεισμένες ομάδες στην πολιτική.Μπορεί να διευρύνει τη συμμετοχή και να αμφισβητήσει εξουσίες που παρουσιάζονται ως ουδέτερες ή τεχνοκρατικές.
Ο κίνδυνος, βέβαια, παραμένει: ο τρόπος με τον οποίο κατασκευάζεται ο λαός μπορεί να είναι δημοκρατικός και συμπεριληπτικός ή αυταρχικός και αποκλειστικός. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιοι χωρούν μέσα στον λαό και ποιοι χαρακτηρίζονται εχθροί του.
Είναι ο λαϊκισμός καλός ή κακός;
Οι τρεις θεωρίες δεν οδηγούν στην ίδια απάντηση.
Για τους Mudde και Kaltwasser, ο λαϊκισμός βρίσκεται σε αμφίσημη σχέση με τη δημοκρατία. Μπορεί να λειτουργήσει ως διόρθωση, αναδεικνύοντας προβλήματα που οι ελίτ αγνοούν και επαναφέροντας την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Μπορεί όμως να γίνει απειλή για τη φιλελεύθερη δημοκρατία, υπονομεύοντας τα δικαιώματα των μειονοτήτων και τη θεσμική ισορροπία.
Για τον Müller, η αντιπλουραλιστική αξίωση αποκλειστικής εκπροσώπησης καθιστά τον λαϊκισμό εγγενώς επικίνδυνο. Ο λαϊκιστής αναγνωρίζει τον λαό μόνο στο πρόσωπο των υποστηρικτών του.
Για τον Laclau, αντίθετα, η κατασκευή του λαού δεν αποτελεί απόκλιση από την πολιτική. Είναι η ίδια η πολιτική σε στιγμές κρίσης και ανασύνθεσης. Χωρίς τη δημιουργία συλλογικών ταυτοτήτων, η δημοκρατία κινδυνεύει να περιοριστεί σε μια άχρωμη τεχνοκρατική διαχείριση.
Ίσως, τελικά, ο λαϊκισμός να μην είναι ούτε δημοκρατικός ούτε αντιδημοκρατικός από τη φύση του. Η αξιολόγησή του εξαρτάται από το περιεχόμενο που αποκτά και από τα όρια που αναγνωρίζει.
Ένας λαϊκισμός που κινητοποιεί αποκλεισμένους πολίτες, δέχεται τον πλουραλισμό και σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα μπορεί να λειτουργήσει ως δημοκρατική αφύπνιση. Ένας λαϊκισμός που ταυτίζει τον λαό με μία εθνότητα, μία θρησκεία, μία κοινωνική κατηγορία ή έναν ηγέτη μπορεί να εξελιχθεί σε όχημα αυταρχισμού.
Πέντε ερωτήσεις για να αναγνωρίζουμε τον λαϊκισμό
Αντί να χαρακτηρίζουμε λαϊκιστή οποιονδήποτε πολιτικό χρησιμοποιεί έντονη γλώσσα ή δίνει γενναιόδωρες υποσχέσεις, μπορούμε να θέτουμε πέντε συγκεκριμένα ερωτήματα:
Παρουσιάζει την κοινωνία ως απόλυτη σύγκρουση ανάμεσα στον αγνό λαό και στη διεφθαρμένη ελίτ;
Ισχυρίζεται ότι μόνο ο ίδιος ή το κόμμα του εκπροσωπεί τον πραγματικό λαό;
Θεωρεί τους αντιπάλους του νόμιμους ανταγωνιστές ή εχθρούς και προδότες;
Σέβεται τα δικαιώματα όσων δεν ανήκουν στην πλειοψηφία;
Αποδέχεται τους θεσμούς ακόμη και όταν οι αποφάσεις τους είναι αντίθετες προς τη θέλησή του;
Οι απαντήσεις μάς επιτρέπουν να διακρίνουμε την απλή δημοφιλία, τη δημαγωγία, τη ριζοσπαστική πολιτική και τον λαϊκισμό.
Το βαθύτερο πρόβλημα
Η άνοδος του λαϊκισμού δεν εξηγείται μόνο από την ικανότητα ορισμένων ηγετών να χειραγωγούν το κοινό. Αναπτύσσεται όταν μεγάλα τμήματα της κοινωνίας αισθάνονται ότι δεν ακούγονται, όταν οι πολιτικές αποφάσεις παρουσιάζονται ως τεχνικά αναπόφευκτες και όταν τα παραδοσιακά κόμματα μοιάζουν να διαφωνούν στις λέξεις αλλά να συμφωνούν στις βασικές επιλογές.
Ο λαϊκισμός τρέφεται από πραγματικά δημοκρατικά ελλείμματα. Αυτό δεν σημαίνει ότι προσφέρει πάντοτε δημοκρατικές λύσεις.
Το λάθος των ελίτ είναι να θεωρούν κάθε λαϊκή δυσαρέσκεια προϊόν άγνοιας ή χειραγώγησης. Το λάθος των λαϊκιστών είναι να θεωρούν ότι η δυσαρέσκεια τους δίνει το δικαίωμα να μιλούν εξ ονόματος ολόκληρης της κοινωνίας.
Ανάμεσα σε αυτά τα δύο λάθη βρίσκεται το δύσκολο έργο της δημοκρατίας: να ακούει τον λαό χωρίς να τον εξιδανικεύει, να ελέγχει τις ελίτ χωρίς να δαιμονοποιεί κάθε θεσμό και να παράγει συλλογική βούληση χωρίς να συνθλίβει την πολυφωνία.
Ο λαϊκισμός είναι, επομένως, κάτι περισσότερο από πολιτική τεχνική ή εύκολο σύνθημα. Είναι ένας καθρέφτης των αδυναμιών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Μας υπενθυμίζει ότι η πολιτική δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς λαό. Μας προειδοποιεί, όμως, και για κάτι εξίσου σημαντικό: κανένας ηγέτης και κανένα κόμμα δεν έχει το δικαίωμα να ισχυρίζεται ότι ο λαός τού ανήκει.
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ
Ο λαϊκισμός ως καθρέφτης της ελληνικής δημοκρατίας
Η σημερινή ελληνική πραγματικότητα παρουσιάζει ένα παράδοξο. Από τη μία πλευρά, η χώρα έχει εξέλθει από τα μνημόνια, η οικονομία αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και η πολιτική σταθερότητα προβάλλεται ως σημαντικό επίτευγμα. Από την άλλη, μεγάλα τμήματα της κοινωνίας αισθάνονται ότι η βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών δεν αντανακλάται στη ζωή τους και ότι η δυνατότητά τους να επηρεάζουν τις πολιτικές αποφάσεις έχει περιοριστεί.
Αυτό ακριβώς είναι το έδαφος επάνω στο οποίο αναπτύσσεται ο λαϊκισμός: όχι απλώς η φτώχεια ή η οργή, αλλά το χάσμα ανάμεσα στην επίσημη εικόνα της χώρας και στη βιωμένη εμπειρία των πολιτών.
Ο Μητσοτάκης και η τεχνοκρατική αντίληψη της πολιτικής
Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι «θεωρεί» προσωπικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης για κάθε μορφή κοινωνικής διαμαρτυρίας. Μπορούμε όμως να εξετάσουμε το πολιτικό μοντέλο που εκπροσωπεί.
Ο Μητσοτάκης ανήλθε στην εξουσία ως αντίπαλος του λαϊκισμού της περιόδου των μνημονίων. Παρουσίασε τη διακυβέρνησή του ως επιστροφή στον ορθολογισμό, στην αποτελεσματικότητα, στις επενδύσεις, στον ψηφιακό μετασχηματισμό και στην ευρωπαϊκή κανονικότητα. Στο μοντέλο αυτό, η πολιτική απόφαση εμφανίζεται συχνά όχι ως επιλογή μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών συμφερόντων, αλλά ως η τεχνικά ορθή λύση ενός προβλήματος.
Η κυβέρνηση λέει ουσιαστικά: υπάρχουν περιορισμοί, υπάρχουν ευρωπαϊκοί κανόνες, υπάρχουν δημοσιονομικές αντοχές και μέσα σε αυτά τα όρια εφαρμόζεται η καλύτερη διαθέσιμη πολιτική.
Αυτή η αντίληψη γίνεται πολιτικά επικίνδυνη όταν παρουσιάζει τις κυβερνητικές επιλογές ως μονόδρομο.
Γιατί σχεδόν καμία οικονομική πολιτική δεν είναι αποκλειστικά τεχνική. Η επιλογή για το ποιος θα φορολογηθεί, ποιος θα επιδοτηθεί, πόσο θα δαπανηθεί για την υγεία, την άμυνα ή την παιδεία και ποιος θα αναλάβει το κόστος μιας μεταρρύθμισης είναι κατεξοχήν πολιτική.
Η τεχνοκρατία μπορεί να υπολογίσει το κόστος. Δεν μπορεί να αποφασίσει ποιος είναι δίκαιο να το πληρώσει.
Η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν είναι προϊόν άγνοιας
Η ελληνική κοινωνική δυσφορία δεν μπορεί να απορριφθεί ως αποτέλεσμα παραπληροφόρησης ή κομματικής χειραγώγησης. Υπάρχουν μετρήσιμες υλικές και θεσμικές αιτίες.
Η ελληνική οικονομία πράγματι αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, η ανεργία έχει μειωθεί και το δημόσιο χρέος αποκλιμακώνεται. Ο ΟΟΣΑ αναγνωρίζει αυτή την πρόοδο, επισημαίνει όμως ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές προκλήσεις.
Η μακροοικονομική πρόοδος δεν ακυρώνει το γεγονός ότι:
οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο,
η στέγη απορροφά μεγάλο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος,
η ακρίβεια στα τρόφιμα και στην ενέργεια έχει σωρευτικό χαρακτήρα,
οι δημόσιες υπηρεσίες εμφανίζουν σοβαρές ελλείψεις,
η νέα γενιά δυσκολεύεται να μετατρέψει την εργασία σε οικονομική αυτονομία.
Οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν ταχύτερα από το διαθέσιμο εισόδημα κατά τα προηγούμενα χρόνια, επιβαρύνοντας ιδιαίτερα τους ενοικιαστές και τους νέους.
Όταν ένας πολίτης ακούει ότι η οικονομία πηγαίνει καλά, αλλά ο μισθός του τελειώνει πριν από το τέλος του μήνα, δεν σημαίνει ότι δεν καταλαβαίνει τους οικονομικούς δείκτες. Σημαίνει ότι οι δείκτες μετρούν κάτι διαφορετικό από αυτό που βιώνει.
Εδώ ακριβώς μπορεί να γίνει το λάθος των ελίτ: να ερμηνεύουν τη δυσπιστία ως αδυναμία κατανόησης, αντί να διερωτώνται εάν τα οφέλη της ανάπτυξης κατανέμονται δίκαια.
Η κρίση εμπιστοσύνης
Το πρόβλημα στην Ελλάδα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθιά θεσμικό.
Η έρευνα του ΟΟΣΑ δείχνει ότι η υψηλή ή μέτρια εμπιστοσύνη στην εθνική κυβέρνηση μειώθηκε από 32% το 2023 σε 24% το 2025, ενώ ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ βρίσκεται στο 40%.
Παράλληλα, μόνο το 24% δήλωνε το 2025 ότι εμπιστεύεται την ελληνική Δικαιοσύνη. Η πολύ διαδεδομένη αντίληψη περί διαφθοράς επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τη σχέση των πολιτών με το κράτος: σε σχετική ευρωπαϊκή έρευνα, το 97% των ερωτηθέντων στην Ελλάδα θεωρούσε τη διαφθορά διαδεδομένη.
Ενα μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν πιστεύει πλέον ότι οι κανόνες εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο για όλους.
Και όταν οι πολίτες δεν εμπιστεύονται ούτε την κυβέρνηση ούτε τη Δικαιοσύνη, η επίκληση των θεσμών δεν αρκεί για να τους καθησυχάσει. Η απάντηση «εμπιστευθείτε τη θεσμική διαδικασία» δεν λειτουργεί όταν η ίδια η θεσμική διαδικασία αποτελεί αντικείμενο δυσπιστίας.
Τα Τέμπη ως σημείο συμπύκνωσης
Η κοινωνική κινητοποίηση για τα Τέμπη δεν αφορά μόνο ένα σιδηροδρομικό δυστύχημα. Έγινε το σημείο στο οποίο συναντήθηκαν διαφορετικές εμπειρίες:
η αίσθηση εγκατάλειψης των δημόσιων υποδομών,
η πεποίθηση ότι η πολιτική ευθύνη διαχέεται μέχρι να εξαφανιστεί,
η δυσπιστία απέναντι στην έρευνα και στη Δικαιοσύνη,
η μνήμη προηγούμενων καταστροφών και σκανδάλων,
η εντύπωση ότι το πολιτικό σύστημα προστατεύει τον εαυτό του.
Η οργή για τα Τέμπη τροφοδοτήθηκε από μια ευρύτερη αίσθηση ατιμωρησίας, καθώς και από προηγούμενες κρίσεις όπως το Μάτι, οι υποκλοπές και άλλα περιστατικά κρατικής αποτυχίας.
Θα ήταν λάθος να θεωρηθούν όλοι όσοι διαδήλωσαν οπαδοί μιας κοινής πολιτικής γραμμής. Στις κινητοποιήσεις συμμετείχαν πολίτες διαφορετικών ιδεολογιών, επειδή αναγνώρισαν σε αυτές ένα κοινό αίτημα: λογοδοσία.
Εδώ η θεωρία του Laclau βοηθά ιδιαίτερα. Ένα συγκεκριμένο αίτημα —η απόδοση δικαιοσύνης για τα Τέμπη— μπορεί να συνδέσει διαφορετικές κοινωνικές δυσαρέσκειες και να αποκτήσει ευρύτερο συμβολικό περιεχόμενο. Δεν αφορά πλέον μόνο το τι συνέβη σε έναν σιδηρόδρομο. Γίνεται ερώτημα για το πώς λειτουργεί συνολικά η εξουσία.
Ακούει η κυβέρνηση;
Ο Μητσοτάκης μετά τις ευρωεκλογές του 2024 αναγνώρισε ότι οι πολίτες έστειλαν μήνυμα μέσω της ψήφου αλλά και της αποχής και συνέδεσε την εκλογική δυσαρέσκεια με την ακρίβεια. Προχώρησε κατόπιν σε κυβερνητικό ανασχηματισμό.
Το 2026 πρότεινε επίσης συνταγματικές αλλαγές σχετικά με την ευθύνη των υπουργών, την αποτελεσματικότητα της Δικαιοσύνης και τη λειτουργία του κράτους, δηλώνοντας ότι στόχος είναι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης.
Παράλληλα, ανακοίνωσε πακέτο φορολογικών ελαφρύνσεων και εισοδηματικών μέτρων ύψους περίπου 3,5 δισ. ευρώ, σε μια περίοδο κατά την οποία η υποστήριξη προς τη Νέα Δημοκρατία είχε υποχωρήσει κάτω από το 30% σε δημοσκοπήσεις.
Η κυβέρνηση μεταφράζει το κοινωνικό μήνυμα στη δική της διοικητική γλώσσα: διορθωτικές κινήσεις, επιδόματα, ανασχηματισμοί, ψηφιακές εφαρμογές και θεσμικές παρεμβάσεις από τα πάνω.
Οι πολίτες, όμως, μπορεί να μη ζητούν μόνο αποτελεσματικότερη διαχείριση. Μπορεί να ζητούν μεγαλύτερη συμμετοχή, ουσιαστική λογοδοσία και αναγνώριση της εμπειρίας τους.
Άλλο είναι να λες «κατάλαβα το μήνυμα» και άλλο να επιτρέπεις στο μήνυμα να αλλάξει τις πολιτικές προτεραιότητες.
Η αποχή ως πολιτική αποχώρηση
Στις ευρωεκλογές του 2024 η αποχή στην Ελλάδα έφθασε περίπου στο 58,6%, ποσοστό αισθητά υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η αποχή είχε φθάσει σε πολύ υψηλά επίπεδα και στις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου 2023.
Η αποχή δεν έχει μία μόνο εξήγηση. Περιλαμβάνει αδιαφορία, πρακτικές δυσκολίες, απογοήτευση, απομάκρυνση από τα κόμματα και πεποίθηση ότι η ψήφος δεν αλλάζει ουσιαστικά την πολιτική.
Δεν είναι πάντοτε συνειδητή πολιτική διαμαρτυρία. Όταν όμως αποκτά τέτοια έκταση, γίνεται ένδειξη αποσύνδεσης ανάμεσα στο πολιτικό σύστημα και την κοινωνία.
Η κυβέρνηση μπορεί να κερδίζει καθαρά τις εκλογές και να διαθέτει πλήρη συνταγματική νομιμοποίηση. Ταυτόχρονα, όμως, η κοινωνική βάση της ενεργού συναίνεσης μπορεί να συρρικνώνεται. Η εκλογική κυριαρχία δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με βαθιά κοινωνική εμπιστοσύνη.
Συμφωνούν τα παραδοσιακά κόμματα στις βασικές επιλογές;
Υπάρχει πράγματι η αίσθηση ότι τα μεγάλα κόμματα διαφωνούν στη ρητορική αλλά συγκλίνουν σε θεμελιώδεις επιλογές:
παραμονή στον στενό ευρωπαϊκό πυρήνα,
δημοσιονομική πειθαρχία,
προσέλκυση επενδύσεων,
συμμετοχή στο ΝΑΤΟ,
βασικός προσανατολισμός της εξωτερικής πολιτικής,
περιορισμένη δυνατότητα ανατροπής των ευρωπαϊκών οικονομικών κανόνων.
Η μνημονιακή εμπειρία ενίσχυσε δραματικά αυτή την εντύπωση. Κόμματα που υποσχέθηκαν ρήξη κατέληξαν να εφαρμόζουν πολιτικές τις οποίες προηγουμένως κατήγγελλαν. Έτσι, ένα μέρος της κοινωνίας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι κυβερνήσεις αλλάζουν, αλλά το βασικό πλαίσιο παραμένει ίδιο.
Ωστόσο, δεν είναι ακριβές ότι όλα τα κόμματα είναι όμοια. Υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές στη φορολογία, στα εργασιακά, στο κοινωνικό κράτος, στη μετανάστευση, στα ατομικά δικαιώματα και στη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών.
Το βαθύτερο πρόβλημα είναι ότι αυτές οι διαφορές δεν συγκροτούν σήμερα, στα μάτια πολλών πολιτών, μια πειστική εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Η αντιπολίτευση είναι κατακερματισμένη και δυσκολεύεται να μετατρέψει τη δυσαρέσκεια σε θετικό, συνεκτικό σχέδιο.
Είναι ο μητσοτακισμός λαϊκισμός;
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν εντάσσεται εύκολα στον κλασικό λαϊκισμό των Mudde και Müller. Δεν οικοδομεί συνολικά την πολιτική της πάνω στην αντίθεση ενός «αγνού λαού» προς μια «διεφθαρμένη ελίτ». Αντίθετα, αντλεί μεγάλο μέρος της ταυτότητάς της από τον αντιλαϊκισμό, τον εκσυγχρονισμό και την τεχνοκρατική επάρκεια.
Διαθέτει, όμως, ορισμένα στοιχεία που μπορούν να συγγενεύουν με λαϊκιστικές πρακτικές:
έντονη προσωποκεντρική οργάνωση της εξουσίας,
άμεση επικοινωνία του πρωθυπουργού με τους πολίτες,
παρουσίαση της κυβέρνησης ως μοναδικής δύναμης σταθερότητας,
περιγραφή σημαντικού μέρους της αντιπολίτευσης ως ανεύθυνου ή τοξικού,
επίκληση της εκλογικής εντολής ως ισχυρής απάντησης στην κριτική.
Αυτά δεν αρκούν για να χαρακτηριστεί συνολικά η κυβέρνηση λαϊκιστική. Δείχνουν, όμως, ότι ο λαϊκιστικός τρόπος πολιτικής επικοινωνίας δεν αποτελεί αποκλειστικότητα των κομμάτων που αποκαλούνται επισήμως «λαϊκιστικά».
Ο αντιλαϊκισμός μπορεί και ο ίδιος να γίνει ένας ανεστραμμένος λαϊκισμός: από τη μία οι λογικοί, μεταρρυθμιστές και φιλοευρωπαίοι· από την άλλη οι ανορθολογικοί, οπισθοδρομικοί και δημαγωγοί. Και αυτή η διαίρεση μπορεί να ακυρώσει την πολυπλοκότητα της κοινωνικής δυσαρέσκειας.
Πού μπορεί να οδηγήσει η σημερινή κατάσταση;
Η ελληνική κοινωνία δεν φαίνεται να κινείται ενιαία προς μία συγκεκριμένη πολιτική κατεύθυνση. Παρατηρούμε ταυτόχρονα:
ενίσχυση κομμάτων στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας,
απογοήτευση από την παραδοσιακή Αριστερά,
αναζήτηση νέων πολιτικών σχημάτων,
αύξηση της αποχής,
προσωποκεντρικές και αντισυστημικές επιλογές,
κινητοποιήσεις έξω από τους παραδοσιακούς κομματικούς μηχανισμούς.
Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει μεγάλη λαϊκιστική διαθεσιμότητα, αλλά δεν υπάρχει ακόμη ένας ενιαίος φορέας ικανός να τη συγκεντρώσει.
Στη γλώσσα του Laclau, υπάρχουν πολλά ανικανοποίητα αιτήματα, αλλά δεν έχουν ακόμη ενωθεί σε μια σταθερή «αλυσίδα» που να δημιουργεί έναν νέο πολιτικό λαό. Στη γλώσσα του Müller,ο κίνδυνος θα εμφανιστεί όταν κάποιος διεκδικήσει την αποκλειστική εκπροσώπηση αυτής της δυσαρέσκειας. Στη θεωρία των Mudde και Kaltwasser,το πολιτικό χρώμα αυτού του μελλοντικού λαϊκισμού θα εξαρτηθεί από την ιδεολογία με την οποία θα συνδεθεί.
Το πραγματικό δημοκρατικό ερώτημα
Η απάντηση στον λαϊκισμό δεν μπορεί να είναι μόνο η καταγγελία του. Αν οι αιτίες της δυσαρέσκειας παραμένουν, η αποτυχία ενός λαϊκιστή θα προετοιμάσει την άνοδο του επόμενου.
Η ελληνική δημοκρατία χρειάζεται:
πραγματική και ορατή λογοδοσία,
ταχύτερη και περισσότερο αξιόπιστη Δικαιοσύνη,
διαφάνεια στις κρατικές αποφάσεις,
ανεξάρτητη και πλουραλιστική ενημέρωση,
πολιτικές που συνδέουν την ανάπτυξη με το διαθέσιμο εισόδημα,
κόμματα που επιτρέπουν ουσιαστική συμμετοχή και δεν λειτουργούν αποκλειστικά γύρω από τον αρχηγό,
εναλλακτικές προτάσεις που δεν περιορίζονται στην άρνηση της κυβέρνησης.
Το κρίσιμο λάθος θα ήταν να αντιμετωπιστεί η κοινωνική δυσφορία ως επικοινωνιακό πρόβλημα. Εάν η κυβέρνηση πιστέψει ότι αρκεί να εξηγήσει καλύτερα την πολιτική της, ενώ οι πολίτες ζητούν να αλλάξει η ίδια η πολιτική, το χάσμα θα μεγαλώσει.
Ο λαϊκισμός στην Ελλάδα δεν είναι η αιτία της κρίσης αντιπροσώπευσης.Είναι κυρίως το σύμπτωμά της. Γίνεται επικίνδυνος όταν προσφέρει μια πλαστή λύση: έναν ενιαίο και αγνό λαό, έναν πανίσχυρο ηγέτη και έναν εσωτερικό εχθρό στον οποίο μπορούν να αποδοθούν όλα τα προβλήματα.
Αλλά η απόρριψη αυτής της πλαστής λύσης δεν απαλλάσσει τις ελίτ από τη δική τους ευθύνη. Όσο οι πολίτες αισθάνονται ότι ψηφίζουν χωρίς να αποφασίζουν, ότι διαμαρτύρονται χωρίς να ακούγονται και ότι οι επιτυχίες της χώρας δεν φτάνουν ποτέ στη δική τους ζωή, ο λαϊκισμός θα παραμένει διαθέσιμος.
Η ελληνική περίπτωση μάς δείχνει ότι ο λαϊκισμός δεν γεννιέται μόνο όταν κάποιος εξαπατά τον λαό. Γεννιέται και όταν το πολιτικό σύστημα παύει να τον ακούει — ή όταν τον ακούει μόνο για να του εξηγήσει γιατί δεν υπάρχει άλλη επιλογή.
Αποκαλύψεις NYT για τους «θαμμένους» εσωτερικούς ελέγχους και το διεφθαρμένο σύστημα προμηθειών.Ελαττωματικά πυρομαχικά, ανεκτέλεστες συμβάσεις, αδικαιολόγητες υπερτιμολογήσεις και συμφωνίες εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων συνθέτουν την εικόνα του συστήματος αμυντικών προμηθειών στην Ουκρανία. Ένα σύστημα διάτρητο από κακοδιαχείριση και διαφθορά, με απάτες δισεκατομμυρίων.
Απόρρητοι έλεγχοι αποκαλύπτουν ότι, μόνο το 2024, η Ουκρανία έχασε περίπου 1,2 δισ. δολάρια, ενώ εταιρείες συνέχισαν να εξασφαλίζουν νέες δουλειές παρά τις ποινικές έρευνες, τις συλλήψεις στελεχών και την αποτυχία τους να εκτελέσουν προηγούμενες συμβάσεις.
Όλα αυτά συνέβαιναν την ώρα που ο ουκρανικός στρατός είχε άμεση ανάγκη από όπλα και πυρομαχικά και ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι απηύθυνε συνεχείς εκκλήσεις στους συμμάχους για περισσότερη στρατιωτική και οικονομική βοήθεια. Μάλιστα ο Πρόεδρος της Ουκρανίας «ξήλωσε» τον πρώην υπουργό Άμυνας, Μιχάιλο Φεντόροφ, ο οποίος επιχείρησε να ελέγξει τη διαφθοράς στις προμήθειες όπλων και να αναμορφώσει στο σύστημα.
Η επίσημη αιτιολογία για την απομάκρυνσή του – η οποία προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις και διαδηλώσεις στην Ουκρανία – ήταν πως ο Φεντόροφ βρισκόταν σε σύγκρουση με τη στρατιωτική ηγεσία και αυτό καθιστούσε μη λειτουργική την παρουσία στην ηγεσία του υπ. Άμυνας.
Ένα βαθύ σύστημα διαφθοράς
Καθώς Ρώσοι στρατιώτες επιτίθεντο στις πρώτες γραμμές χαρακωμάτων στην ανατολική Ουκρανία το 2024, το ουκρανικό πυροβολικό άνοιξε πυρ. Ωστόσο, αντί τα βλήματα να εκραγούν κοντά στις προελαύνουσες ρωσικές δυνάμεις, είτε έπεφταν από τους σωλήνες εκτόξευσης είτε προσγειώνονταν με έναν υπόκωφο γδούπο, σηκώνοντας μικρά σύννεφα σκόνης.
Όπως αποδείχθηκε, ένα ουκρανικό εργοστάσιο όπλων είχε προμηθεύσει τον στρατό με χιλιάδες ελαττωματικά βλήματα όλμων. Ο επικεφαλής του εργοστασίου, Λεονίντ Σίμαν, συνελήφθη τελικά και του απαγγέλθηκαν κατηγορίες σε μία από τις πιο προβεβλημένες υποθέσεις απάτης στην αμυντική βιομηχανία κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Ωστόσο, ακόμη και όταν οι αρμόδιοι διαπίστωσαν ότι τα όπλα παραδίδονταν ελαττωματικά, η Υπηρεσία Αμυντικών Προμηθειών της Ουκρανίας εξακολούθησε να αναθέτει νέες συμβάσεις στο εργοστάσιο του Σίμαν,
Η υπόθεση αναδεικνύει τη διαφθορά κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Ουκρανία. Σύμφωνα με τη «New York Times», επτά από τους δέκα μεγαλύτερους στρατιωτικούς προμηθευτές της χώρας εξασφάλισαν νέες δουλειές, παρά το γεγονός ότι βρίσκονταν σε εξέλιξη ποινικές έρευνες για απάτη, ότι είχαν αποτύχει να εκπληρώσουν προηγούμενες συμφωνίες ή ότι είχαν συλληφθεί διευθύνοντες σύμβουλοί τους για διαφθορά. Αυτό προκύπτει από τους ελέγχους, δικαστικά έγγραφα και δημοσιεύματα ουκρανικών μέσων ενημέρωσης.
Ο Σίμαν, για παράδειγμα, αποτελούσε ήδη αντικείμενο πολλών ερευνών από υπηρεσίες καταπολέμησης της διαφθοράς, μεταξύ άλλων για υπεξαίρεση και απάτη, όταν κέρδισε την πρώτη σύμβαση για τα βλήματα όλμων. Η κυβέρνηση του ανέθεσε τη συμφωνία των 280 εκατ. δολαρίων ενώ εκείνος είχε αφεθεί ελεύθερος με εγγύηση, αντιμετωπίζοντας κατηγορίες για διαφθορά.
Πάνω από 1 δισ. απάτες μόνο σε έναν χρόνο, ενώ ο Ζελένσκι ζητούσε νέα όπλα
Εμπιστευτικοί εσωτερικοί έλεγχοι από το υπουργείο Άμυνας αποκαλύπτουν ένα σύστημα στρατιωτικών προμηθειών διάτρητο από κακοδιαχείριση, υπερτιμολογήσεις και διαφθορά.
Εταιρείες εξασφάλισαν συμβάσεις χωρίς να έχουν αποδείξει ότι μπορούσαν να προμηθεύσουν τα όπλα ή χωρίς να διαθέτουν τις απαιτούμενες άδειες για την παράδοσή τους. Οι ελεγκτές εντόπισαν 18 εταιρείες που υπέγραψαν συμφωνίες, παρότι είχαν αθετήσει προηγούμενες συμβάσεις. Έξι από αυτές δεν κατάφεραν να εκτελέσουν ούτε μία σύμβαση.
Στρατιωτικοί προμηθευτές από ολόκληρο τον κόσμο, καθώς και ουκρανικές και αμερικανικές εταιρείες, πλούτισαν μέσα από αυτό το σύστημα. Οι εσωτερικοί κυβερνητικοί έλεγχοι έδειξαν ότι μόνο το 2024 η Ουκρανία έχασε περίπου 1,2 δισ. δολάρια εξαιτίας απάτης, σπατάλης και κακοδιαχείρισης.
Οι απώλειες αυτές, οι οποίες δεν έχουν δημοσιοποιηθεί ποτέ, συσσωρεύονταν την ώρα που ο πρόεδρος της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ζητούσε από τους συμμάχους περισσότερα όπλα και οικονομική βοήθεια.
«Ο στρατός δεν λαμβάνει όσα χρειάζεται και ο προϋπολογισμός συρρικνώνεται εξαιτίας των μη παραδόσεων και των υπερτιμολογήσεων», δήλωσε σε συνέντευξή του ο Ταμερλάν Βαχάμποφ, πρώην σύμβουλος της Υπηρεσίας Αμυντικών Προμηθειών της Ουκρανίας. «Ως αποτέλεσμα, δεν έχουμε χρήματα για να παραγγείλουμε περισσότερα όπλα. Και δεν διαθέτουμε την ποσότητα πυρομαχικών που χρειαζόμαστε. Πρόκειται για ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται».
Παραιτήθηκε άρον – άρον ο επικεφαλής Αμυντικών Προμηθειών
Οι έλεγχοι σχετικά με τις απάτες στις προμήθειες όπλων, τους οποίους αποκαλύπτει η New York Times, καλύπτουν μόνο την περίοδο 2024 – 2025. Είναι άγνωστο πόσοι έλεγχοι πραγματοποιήθηκαν πριν και μετά από τη συγκεκριμένη περίοδο, αλλά και τι έκανε – αν έκανε οτιδήποτε – η Υπηρεσία Αμυντικών Προμηθειών ως απάντηση στα ευρήματα. Επειδή οι εκθέσεις είναι διαβαθμισμένες, δεν έχουν ποτέ υποβληθεί σε δημόσιο έλεγχο.
Πάντως μετά τις αποκαλύψεις, ο διευθυντής της υπηρεσίας προμηθειών, Άρσεν Ζουμαντίλοφ, που αρνήθηκε να σχολιάσει το δημοσίευμα των New York Times, παραιτήθηκε από τη θέση του και αποχώρησε, καθώς ο κλοιός έσφιγγε γύρω του.
Ο ρόλος του Ζελένσκι και το ξήλωμα του Φεντόροφ
«Υπάρχει πολλή διαφθορά», δήλωσε ο πρώην υπουργός Άμυνας, Μιχάιλο Φεντόροφ, ο οποίος απομακρύνθηκε πριν από λίγο καιρό από τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Ο Φεντόροφ επιχείρησε να αναμορφώσει το σύστημα και υποστήριξε ότι οι αμυντικοί προμηθευτές τον οδήγησαν εκτός υπουργείου εξαιτίας αυτής της προσπάθειας.
Η απομάκρυνσή του πυροδότησε μαζικές διαδηλώσεις στους δρόμους, με τον Ζελένσκι να ισχυρίζεται ότι απέλυσε τον Φεντόροφ λόγω των συγκρούσεών του με τη στρατιωτική ηγεσία.
Στην πραγματικότητα, σημειώνει η New York Times, ο Ζελένσκι δεν κατάφερε να εξυγιάνει το σύστημα προμηθειών, ενώ οι έρευνες από ανεξάρτητες αρχές για υποθέσεις διαφθοράς έφτασαν μέχρι τον στενό κύκλο του.
Πέρυσι, οι ερευνητές κατέγραψαν κρυφά έναν πρώην συνεργάτη του επιχειρηματία να πιέζει αξιωματούχους να αγοράσουν αλεξίσφαιρα γιλέκα που είχαν αποτύχει στις δοκιμές ασφαλείας. Σύμφωνα με τους ερευνητές, ο άνδρας διέφυγε από την Ουκρανία εν μέσω της έρευνας.
«Οτιδήποτε δεν είναι “καρφωμένο” στην Ουκρανία θα κλαπεί», σχολίασε σκωπτικά ο Τζέιμς Βάσερστρομ, Αμερικανός ειδικός στην καταπολέμηση της διαφθοράς, ο οποίος προσπαθεί καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου να στρέψει την προσοχή στην απάτη στην αμυντική βιομηχανία. «Πρόκειται για μακροχρόνια παράδοση».
Ενδεικτικές υποθέσεις διαφθοράς που αποκαλύπτει η New York Times
Η υπόθεση Σίμαν και Παβλόχραντ
Η αστοχία των βλημάτων όλμων αποτέλεσε μια ιδιαίτερα προβεβλημένη και ταπεινωτική αποτυχία στο πεδίο της μάχης.
Την υπόθεση αποκάλυψε το ουκρανικό μέσο ενημέρωσης Censor.net. Το Κοινοβούλιο ξεκίνησε έρευνα και τον Απρίλιο του 2025 η αστυνομία συνέλαβε τον διευθυντή του εργοστασίου, Λεονίντ Σίμαν. Σε βάρος του απαγγέλθηκαν κατηγορίες για απάτη ύψους περίπου 68 εκατ. δολαρίων – ποσό που αντιστοιχούσε στο κόστος ελέγχου και αντικατάστασης δεκάδων χιλιάδων ελαττωματικών βλημάτων όλμων.
Δικαστήριο αποφάνθηκε αργότερα ότι η εταιρεία του Σίμαν, το Χημικό Εργοστάσιο του Παβλόχραντ, είχε πουλήσει στον στρατό 233.000 ακατάλληλα προς χρήση βλήματα όλμων. Πολλά από αυτά διέθεταν ελαττωματικούς πυροκροτητές ή προβληματική προωθητική πυρίτιδα, σύμφωνα με δικαστικά αρχεία που παραχώρησε η ουκρανική εταιρεία δεδομένων YouControl.
Όταν οι ελεγκτές εξέτασαν τη σύμβαση της εταιρείας για τα βλήματα όλμων, εντόπισαν κάτι περίεργο. Το Παβλόχραντ είχε αρχικά δηλώσει ότι δεν διέθετε την παραγωγική ικανότητα για να εκτελέσει την παραγγελία. Στη συνέχεια, χωρίς καμία εξήγηση, αναθεώρησε τα στοιχεία για τις δυνατότητες παραγωγής και η κυβέρνηση του ανέθεσε τη σύμβαση.
Οι ελεγκτές δεν βρήκαν κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι κάποιος από την κυβέρνηση είχε προσπαθήσει να εξακριβώσει κατά πόσο το εργοστάσιο μπορούσε πράγματι να ανταποκριθεί στην παραγγελία.
Όταν άρχισαν να παραδίδονται τα ελαττωματικά βλήματα, η υπηρεσία προμηθειών «δεν εξήγαγε τα κατάλληλα συμπεράσματα», σύμφωνα με τους ελεγκτές. Αντιθέτως, ανέθεσε στο Παβλόχραντ ακόμη περισσότερες δουλειές, μεταξύ των οποίων και τη σύμβαση για την προμήθεια σχεδόν του συνόλου των βλημάτων πυροβολικού των 122 χιλιοστών που χρειαζόταν ο στρατός το 2025.
Οι εκθέσεις ελέγχου δεν αναφέρουν ποιος αποφάσισε να δοθούν οι συμβάσεις στο Παβλόχραντ ή για ποιον λόγο. Τον Αύγουστο, ο διευθυντής της Υπηρεσίας Αμυντικών Προμηθειών, Άρσεν Ζουμαντίλοφ, παραιτήθηκε.
Τον περασμένο μήνα, ο Σίμαν καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια φυλάκισης σε ξεχωριστή υπόθεση, επειδή οργάνωσε κύκλωμα διαφθοράς για την πώληση εκρηκτικών σε διογκωμένες τιμές. Ο Σίμαν σκοπεύει να ασκήσει έφεση κατά της καταδίκης και δηλώνει αθώος στην υπόθεση των βλημάτων όλμων, σύμφωνα με τον δικηγόρο του, Ολεξάντρ Πρότας. Στην εμπορία όπλων, ανέφερε ο Πρότας, «τίποτα δεν είναι άσπρο ή μαύρο και όλα κινούνται σε αποχρώσεις του γκρι».
Η απάτη με την προμήθεια ρουκετών και ο πλουσιότερος κατασκευαστής όπλων
Το 2024, η Υπηρεσία Αμυντικών Προμηθειών ζήτησε προσφορές για την αγορά ρουκετών πυροβολικού αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων. Τρεις εταιρείες ανταποκρίθηκαν. Η πρώτη δήλωσε ότι μπορούσε να προμηθεύσει τις ρουκέτες στην τιμή των περίπου 4.200 δολαρίων ανά τεμάχιο. Η δεύτερη ζήτησε 4.600 δολάρια και η τρίτη 5.100 δολάρια.
Οι ρουκέτες ήταν ακριβώς ίδιες – κατασκευάζονταν στο ίδιο εργοστάσιο, από την ίδια εταιρεία στην Τουρκία. Η μοναδική διαφορά ήταν η τιμή.
Η τουρκική κατασκευάστρια Arca Defense υπέβαλε τη χαμηλότερη προσφορά, προτείνοντας ουσιαστικά απευθείας πώληση από το εργοστάσιο. Ωστόσο, οι ελεγκτές διαπίστωσαν ότι η σύμβαση ανατέθηκε στον ακριβότερο πλειοδότη, μια θυγατρική της Czechoslovak Group, ενός μεγάλου τσεχικού ομίλου συμμετοχών.
Αντί να αγοράσει απευθείας από το εργοστάσιο, η κυβέρνηση αποφάσισε να πληρώσει την τσεχική εταιρεία για να λειτουργήσει ως μεσάζοντας. Οι ελεγκτές δεν εντόπισαν «καμία αιτιολόγηση για την απόφαση». Προηγούμενοι έλεγχοι είχαν προειδοποιήσει κατά των αγορών μέσω μεσαζόντων, αλλά η κυβέρνηση δεν ακολούθησε τις συστάσεις.
Η απόφαση αύξησε τον λογαριασμό της Ουκρανίας για τις ρουκέτες κατά περίπου 130 εκατ. δολάρια, σύμφωνα με ανάλυση των «Times» πάνω στις ανταγωνιστικές προσφορές που περιγράφονταν στις εκθέσεις ελέγχου.
Η συγκεκριμένη σύμβαση ήταν μία από τις πολλές ουκρανικές συμφωνίες που συνέβαλαν στη μετατροπή της Czechoslovak Group σε παγκόσμια δύναμη της αμυντικής βιομηχανίας. Η εταιρεία εισήχθη φέτος στο χρηματιστήριο, καθιστώντας τον 33χρονο μεγαλομέτοχό της, Μίχαλ Στρναντ, τον πλουσιότερο κατασκευαστή όπλων στη λίστα δισεκατομμυριούχων του «Forbes».
Επρόκειτο για τη μεγαλύτερη αρχική δημόσια προσφορά που έχει πραγματοποιηθεί ποτέ στην αμυντική βιομηχανία. Η εταιρεία ενημέρωσε τους επενδυτές ότι επωφελείτο από έναν «υπερκύκλο» στρατιωτικών δαπανών, λόγω των πολέμων στην Ευρώπη και σε άλλες περιοχές. Το 2024, περισσότερο από το 40% των εσόδων της προήλθε από πωλήσεις που σχετίζονταν με την Ουκρανία.
Ο εκπρόσωπος της Czechoslovak Group, Αντρέι Τσίρτεκ, δήλωσε ότι τα ερωτήματα σχετικά με τη διαδικασία υποβολής προσφορών θα έπρεπε να απαντηθούν από την κυβέρνηση. Στην έκθεση ελέγχου δεν υπάρχει καμία κατηγορία ότι η εταιρεία διέπραξε κάποια παρατυπία.
«Δεν αποτελούμε μέρος των προτάσεων των άλλων υποψηφίων και δεν έχουμε πρόσβαση στους εμπορικούς όρους, στους συμβατικούς όρους ή στην αξιολόγηση της αναθέτουσας αρχής», ανέφερε σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
Παρά τις ανησυχίες των ελεγκτών, η Ουκρανία εξέτασε το ενδεχόμενο να συνεργαστεί ξανά με την Czechoslovak Group, αυτή τη φορά για να αντικαταστήσει το οπλοστάσιο τυφεκίων Καλάσνικοφ με ένα τσεχικής σχεδίασης μοντέλο, συμβατό με τα πυρομαχικά του ΝΑΤΟ. Μέχρι στιγμής δεν έχει ανακοινωθεί κάποια συμφωνία. Ο εκπρόσωπος της εταιρείας δήλωσε ότι ο όμιλος διαφοροποιεί τις πωλήσεις του προς ευρωπαϊκές χώρες και τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά η Ουκρανία εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό πελάτη.
O Αμερικανός προμηθευτής και η σύμβαση που κατέρρευσε
Σε μία ακόμη περίπτωση, όπως δείχνουν τα αρχεία, η Ουκρανία προχώρησε σε μια περίπλοκη αγορά όπλων, παρά τις προειδοποιητικές ενδείξεις, για να δει τελικά τη συμφωνία να καταρρέει.
Το 2024, η Υπηρεσία Αμυντικών Προμηθειών ήθελε να αγοράσει ρουκέτες σοβιετικού τύπου από έναν Σέρβο κατασκευαστή. Εξαιτίας της φιλορωσικής πολιτικής της Σερβίας, η Ουκρανία βασίστηκε σε μια αλυσίδα μεσαζόντων για να αποκτήσει τις ρουκέτες. Η κυβέρνηση σύναψε σύμβαση με την ουκρανική κρατική εταιρεία εμπορίας όπλων Spetstechnoexport. Σύμφωνα με τους ελεγκτές, η εταιρεία είχε ιστορικό ανεκτέλεστων συμβάσεων.
Οι Αρχές καταπολέμησης της διαφθοράς – ανεξάρτητες αρχές τις οποίες ο Ζελένσκι επιχείρησε να ελέγξει με σχετικό νόμο τον οποίο τελικά αναγκάστηκε να τον αποσύρει μετά τις αντιδράσεις από τους διεθνείς συμμάχους – είχαν επίσης ανακοινώσει δημοσίως ότι ερευνούσαν πρώην στελέχη της εταιρείας για πιθανή υπεξαίρεση και ξέπλυμα χρήματος.
Η Spetstechnoexport δεν διέθετε επίσης σερβική άδεια εξαγωγής για τις ρουκέτες, έγραψαν οι ελεγκτές. Αντί για άδεια, η εταιρεία υπέβαλε μια «εγγυητική επιστολή» από την υπηρεσία στρατιωτικών πληροφοριών της Ουκρανίας. Σύμφωνα με τους ελεγκτές, η προνομιακή αυτή μεταχείριση δεν είχε καμία νομική βάση και παραχωρήθηκε παρά το ιστορικό αθετήσεων της εταιρείας.
Η Spetstechnoexport ανέθεσε υπεργολαβία στην αμερικανική εταιρεία όπλων Regulus Global. Η εταιρεία, την οποία διευθύνει ο πρώην χρηματιστής της Merrill Lynch Γουίλιαμ Σόμερινταϊκ Τζούνιορ, είχε ιστορικό προμήθειας του ουκρανικού στρατού, αλλά και ανταρτών στη Συρία που υποστηρίζονταν από τις ΗΠΑ. Η συγκεκριμένη συμφωνία, ωστόσο, θα ήταν ιδιαίτερα περίπλοκη.
Η σύμβαση ήταν μία από τις πολλές μεταξύ της Regulus και της Spetstechnoexport, συνολικής αξίας 1,7 δισ. δολαρίων, οι οποίες αποσκοπούσαν στη διοχέτευση όπλων στην εμπόλεμη ζώνη. Σε συνέντευξή του, ο Σόμερινταϊκ δήλωσε ότι η συνεργασία είχε εξασφαλίσει κρίσιμο οπλισμό, ενισχύοντας τόσο την άμυνα της Ουκρανίας όσο και την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ.
Η συμφωνία για τις ρουκέτες, όμως, άρχισε να καταρρέει. Ο τότε υπουργός Άμυνας, Ρουστέμ Ουμέροφ, ήθελε να αποκλείσει τους μεσάζοντες από το εμπόριο όπλων της Ουκρανίας κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ζήτησε από τη Regulus να συνεργαστεί απευθείας με την κυβερνητική υπηρεσία προμηθειών, παρακάμπτοντας ουσιαστικά τη Spetstechnoexport, όπως θυμάται ο Σόμερινταϊκ.
Η συμφωνία κατέρρευσε και, στις αρχές του 2025, η Spetstechnoexport είχε εξελιχθεί στον μεγαλύτερο οφειλέτη της υπηρεσίας αγοράς όπλων, έχοντας περισσότερες ανεκτέλεστες συμβάσεις από οποιονδήποτε άλλο προμηθευτή, σύμφωνα με τους ελεγκτές.
Μετά την κατάρρευση της συμφωνίας, η ουκρανική κυβέρνηση προσέφυγε κατά της Spetstechnoexport, διεκδικώντας ρήτρες καθυστέρησης και τόκους. Η Spetstechnoexport, από την πλευρά της, απαίτησε χρήματα από τη Regulus. Ο Σόμερινταϊκ δήλωσε ότι η εταιρεία του δεν έκανε τίποτα παράνομο και απλώς «βρέθηκε στη μέση» της αναδιοργάνωσης του ουκρανικού συστήματος προμηθειών.
«Δεν έχετε ούτε ενέργεια, ούτε πρώτες ύλες, είστε καταχρεωμένοι και έχετε γεμίσει αλλοδαπούς»
Ο Β.Πούτιν κατά την διάρκεια ομιλίας του σε κύκλους του Κρεμλίνου ξεκαθάρισε (για μία ακόμα φορά) πως η Ρωσία δεν έχει σκοπό να επιτεθεί ποτέ στην Γερμανία γιατί απλούστατα η χώρα είναι άχρηστη για την Μόσχα.
Δεν διαθέτει πρώτες ύλες, δεν διαθέτει ενέργεια, είναι καταχρεωμένη και είναι γεμάτη αλλοδαπούς. Συνεπώς όπως αναφέρει, «Δεν θα σας καταλαμβάναμε ακόμα κι αν παραδινόσασταν με λευκή σημαία».
Τις αναφορές αυτές τις έκανε αξιολογώντας το αποτέλεσμα των εκλογών στην Σαξονία-Άνχαλτ και τις δηλώσεις Μερτς, ο οποίος δείχνει αμετανόητος και να μην έχει καταλάβει το μήνυμα που του έστειλαν οι Γερμανοί ψηφοφόροι.
Συγκεκριμένα ο Β.Πούτιν φέρεται να είπε:
«Δεν θέλουμε να σας επιτεθούμε! Γιατί να το κάνουμε; Αυτή η εποχή έχει περάσει προ πολλού!
Όποιος έχει ακόμα μυαλό και ξέρει πώς να σκέφτεται, το καταλαβαίνει αυτό.
1) Έχετε ήδη ένα εθνικό χρέος 2.500 δισεκατομμυρίων ευρώ και κανένας σοβαρός οικονομολόγος δεν ξέρει πώς σκοπεύετε να το αποπληρώσετε. (Η Άλις Βάιντελ κηρύσσει τη χώρα της σε πτώχευση.)
Και τώρα, θέλετε να δανειστείτε άλλα 1.000 δισεκατομμύρια για να οπλιστείτε εναντίον μας.
2) Η χώρα σας σφύζει από εκατομμύρια μετανάστες που σας κοστίζουν 50 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως.
3) Ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού σας είναι τόσο διαταραγμένο που πιστεύει ότι μπορεί να επηρεάσει το κλίμα κάνοντας ποδήλατο και τρώγοντας έντομα.
4) Το εκπαιδευτικό σας σύστημα ήταν κάποτε υποδειγματικό. Σήμερα, σε πολλές τάξεις, δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου διδασκαλία επειδή σχεδόν κανείς δεν μιλάει γερμανικά.
5) Οι υποδομές σας καταρρέουν και δεν μπορείτε να συμβαδίσετε με τις επισκευές.
6) Οι σιδηρόδρομοί σας ήταν κάποτε το καμάρι ολόκληρου του κόσμου. Σήμερα, τα τρένα σας λειτουργούν όπως στην Ινδία.
7) Δεν χρειαζόμαστε τους διάσημους μηχανικούς σας. Κατά τη διάρκεια των κυρώσεων, μάθαμε ότι μπορούσαμε να τα βγάλουμε πέρα και χωρίς αυτούς. Αλλά αν τελικά τους χρειαζόμασταν, θα στρεφόμασταν στην Κίνα. Εκεί, δεν είναι μόνο φθηνότεροι, αλλά και καλύτεροι.
8) Δεν έχετε ούτε πρώτες ύλες ούτε πηγές ενέργειας. Γιατί λοιπόν να κατακτήσουμε τη χώρα σας; Για να λύσουμε προβλήματα που δεν θα είχαμε καν διαφορετικά; Ας είμαστε ρεαλιστές: ακόμα κι αν μας καλούσατε, αν παραδιδόσασταν και υψώνατε τη λευκή σημαία, πάλι δεν θα ερχόμασταν!»
Ερευνητής υποστηρίζει ότι μπορεί να πρόκειται για αρχαίο ανθρώπινο οικισμό
Μία «βυθισμένη πόλη» μήκους περίπου 7 μιλίων έχει προκαλέσει ερωτήματα, μετά τον εντοπισμό παράξενων γεωμετρικών σχημάτων στον πυθμένα της θάλασσας σε περιοχή κοντά στο Τρίγωνο των Βερμούδων.
Τα συγκεκριμένα μοτίβα εντοπίστηκαν στα νερά ανάμεσα στην Κούβα και την Αϊτή, με έναν ερευνητή UFO να υποστηρίζει ότι μπορεί να αποτελούν απομεινάρια ενός αρχαίου οικισμού που βυθίστηκε πριν από χιλιάδες χρόνια.
Η υπόθεση, ωστόσο, δεν έχει επιβεβαιωθεί από αρχαιολόγους ή θαλάσσιους επιστήμονες και μέχρι στιγμής βασίζεται αποκλειστικά στην ερμηνεία των διαθέσιμων δεδομένων.
Τα παράξενα σχήματα στον πυθμένα
Ο αυτοαποκαλούμενος ερευνητής UFO Scott C. Waring εντόπισε τα σχήματα χρησιμοποιώντας διαδικτυακό χάρτη της Seabed 2030, μιας διεθνούς πρωτοβουλίας που έχει στόχο να χαρτογραφήσει ολόκληρο τον πυθμένα των ωκεανών.
Στα δεδομένα εμφανίζονται αχνές γραμμές, αρκετές από τις οποίες είναι περίπου παράλληλες, ενώ άλλες διασταυρώνονται και δημιουργούν γεωμετρικούς σχηματισμούς.
Ο Waring εκτίμησε ότι η περιοχή εκτείνεται περίπου 7 ή 8 μίλια προς τη μία κατεύθυνση και περίπου 3 μίλια προς την άλλη.
Παρουσιάζοντας την περιοχή σε βίντεό του, υποστήριξε ότι η κανονικότητα των σχημάτων είναι δύσκολο να εξηγηθεί ως αποτέλεσμα φυσικών διεργασιών.
«Αυτός ο νέος χάρτης είναι εκπληκτικός», δήλωσε, υποστηρίζοντας ότι στην περιοχή μπορεί να βρίσκεται μία αρχαία βυθισμένη πόλη.
Κατά την άποψή του, τα γεωμετρικά μοτίβα δείχνουν ότι κάτι στην περιοχή μπορεί να είχε κατασκευαστεί από νοήμονα όντα.
«Αρχαίοι άνθρωποι ή εξωγήινοι;»
Ο ερευνητής δεν απέκλεισε αρχικά ακόμη και το ενδεχόμενο τα συγκεκριμένα σχήματα να συνδέονται με εξωγήινη δραστηριότητα.
«Τώρα, πρόκειται για αρχαίους εξωγήινους ή για αρχαίους ανθρώπους; Αυτό είναι το μεγάλο ερώτημα», ανέφερε.
Ωστόσο, ο ίδιος δήλωσε ότι τείνει περισσότερο προς την εκδοχή ενός χαμένου ανθρώπινου πολιτισμού.
Όπως υποστήριξε, ο σχεδιασμός των σχημάτων του φαίνεται περισσότερο πρωτόγονος παρά προηγμένος και για τον λόγο αυτό θεωρεί πιθανότερο να πρόκειται για κατασκευές αρχαίων ανθρώπων.
Η υπόθεση που διατύπωσε παραπέμπει μάλιστα στον θρύλο της Ατλαντίδας.
Η θεωρία για την «Ατλαντίδα»
Ο Waring εκτίμησε ότι τα σχήματα θα μπορούσαν να είναι τα απομεινάρια ενός αρχαίου οικισμού που είχε κατασκευαστεί πάνω σε κοραλλιογενή ύφαλο.
Σύμφωνα με τη δική του θεωρία, ένας ισχυρός σεισμός θα μπορούσε να είχε προκαλέσει την κατάρρευση του υφάλου και να είχε οδηγήσει στην καταβύθιση ολόκληρου του νησιού.
«Ένας σεισμός θα μπορούσε απλώς να το είχε ταρακουνήσει τόσο πολύ, ώστε τα κοράλλια να κατέρρευσαν και ολόκληρο το νησί να βυθίστηκε»,ανέφερε.
Ο ίδιος, πάντως, παραδέχθηκε ότι δεν διαθέτει στοιχεία που να αποδεικνύουν πως υπήρχε κάποτε νησί στη συγκεκριμένη περιοχή.
«Αυτή είναι απλώς η υπόθεσή μου, η εικασία μου», είπε χαρακτηριστικά.
Η σύνδεση με το Τρίγωνο των Βερμούδων
Η υποτιθέμενη τοποθεσία βρίσκεται στα νερά κοντά στην Κούβα και την Αϊτή, σχετικά κοντά στις Μπαχάμες και τα νησιά Turks and Caicos.
Η περιοχή βρίσκεται επίσης κοντά στην ευρύτερη ζώνη που έχει συνδεθεί εδώ και δεκαετίες με το Τρίγωνο των Βερμούδων.
Το συγκεκριμένο τμήμα του Ατλαντικού έχει αποκτήσει μυστηριώδη φήμη εξαιτίας ιστοριών για εξαφανίσεις πλοίων και αεροσκαφών, αλλά και υποτιθέμενες ανεξήγητες αλλαγές στην πλοήγηση.
Ο Waring υποστήριξε ότι πιθανές μαγνητικές ανωμαλίες στην περιοχή μπορεί να προκαλούν προβλήματα προσανατολισμού στα πλοία ή ακόμη και δυσλειτουργίες στους κινητήρες τους.
Τι απαντούν οι επιστήμονες
Η NOAA, η Εθνική Υπηρεσία Ωκεανών και Ατμόσφαιρας των ΗΠΑ, έχει διαφορετική άποψη για το υποτιθέμενο μυστήριο.
Σύμφωνα με την υπηρεσία, δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι μυστηριώδεις εξαφανίσεις συμβαίνουν συχνότερα στο Τρίγωνο των Βερμούδων σε σχέση με άλλες περιοχές του ωκεανού όπου υπάρχει έντονη ναυσιπλοΐα.
Ισχυρές καταιγίδες, απότομες αλλαγές του καιρού που προκαλεί το Ρεύμα του Κόλπου, ρηχά νερά και ανθρώπινα λάθη μπορούν να εξηγήσουν αρκετά από τα περιστατικά που έχουν αποδοθεί στο «Τρίγωνο».
Γιατί δεν φαίνονται τα σχήματα στο Google Earth;
Ένα ακόμη σημείο που σχολίασε ο Waring αφορά το Google Earth.
Ο ίδιος αναρωτήθηκε γιατί οι συγκεκριμένοι σχηματισμοί δεν φαίνονται στην πλατφόρμα και υποστήριξε ότι η περιοχή καλύπτεται από μία εξομαλυμένη μπλε απεικόνιση.
«Το Google Earth δεν δείχνει απολύτως τίποτα εκεί», είπε, υποστηρίζοντας ότι χρησιμοποιείται πρόγραμμα εξομάλυνσης που δεν επιτρέπει την εμφάνιση των σχημάτων.
Δεν υπάρχει, όμως, κάποια ένδειξη ότι η Google έχει αποκρύψει σκόπιμα δεδομένα από τη συγκεκριμένη περιοχή.
Οι χάρτες του θαλάσσιου πυθμένα δημιουργούνται από δεδομένα διαφορετικής ποιότητας και ανάλυσης. Σε αυτά περιλαμβάνονται μετρήσεις από σόναρ, δορυφορικές παρατηρήσεις αλλά και υπολογιστικές εκτιμήσεις.
Ο συνδυασμός διαφορετικών δεδομένων μπορεί να δημιουργήσει ευθείες γραμμές, πλέγματα και άλλα γεωμετρικά μοτίβα χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι στον πυθμένα υπάρχουν ανθρώπινες κατασκευές.
Θα μπορούσε πράγματι να υπάρχει αρχαία πόλη;
Για να αποδειχθεί ότι τα συγκεκριμένα σχήματα αποτελούν τμήμα ενός πραγματικού αρχαίου οικισμού, θα απαιτούνταν πολύ πιο λεπτομερής έρευνα.
Εξειδικευμένα συστήματα σόναρ υψηλής ανάλυσης, υποβρύχιες φωτογραφίες και κυρίως φυσικά αρχαιολογικά ευρήματα, όπως επεξεργασμένες πέτρες, κεραμικά, εργαλεία ή άλλα αντικείμενα, θα μπορούσαν να δώσουν απαντήσεις.
Μέχρι τότε, η «βυθισμένη πόλη» των περίπου 7 μιλίων παραμένει μία εντυπωσιακή αλλά ανεπιβεβαίωτη υπόθεση, βασισμένη στην ερμηνεία σχημάτων που εμφανίζονται σε δεδομένα χαρτογράφησης του πυθμένα.
Το αν πρόκειται πράγματι για ίχνη ενός χαμένου πολιτισμού, για φυσικούς σχηματισμούς ή για ένα οπτικό αποτέλεσμα που δημιουργείται από τον τρόπο με τον οποίο συλλέγονται και επεξεργάζονται τα δεδομένα, μπορεί να απαντηθεί μόνο μέσα από επιτόπια επιστημονική έρευνα.