Τι είναι τελικά ο λαϊκισμός; Η ελληνική περίπτωση

Τρεις διαφορετικές θεωρίες για μία από τις πιο πολυχρησιμοποιημένες —και κακοποιημένες— έννοιες της εποχής μας

Η λέξη «λαϊκισμός» βρίσκεται σήμερα παντού. Χρησιμοποιείται για κόμματα της Δεξιάς και της Αριστεράς, για δημαγωγούς, χαρισματικούς ηγέτες, αντισυστημικά κινήματα, ακόμη και για κάθε πολιτική υπόσχεση που θεωρείται υπερβολική ή ανεφάρμοστη. Όσο περισσότερο, όμως, χρησιμοποιείται η λέξη τόσο λιγότερο σαφές γίνεται τι ακριβώς σημαίνει.

Λαϊκιστής αποκαλείται συχνά ο πολιτικός που δεν συμπαθούμε. Εκείνος που κολακεύει το πλήθος, απλουστεύει σύνθετα προβλήματα ή υπόσχεται περισσότερα από όσα μπορεί να προσφέρει. Εάν όμως περιορίσουμε τον λαϊκισμό στη δημαγωγία, τότε σχεδόν όλοι οι πολιτικοί μπορούν κάποια στιγμή να χαρακτηριστούν λαϊκιστές. Ο όρος χάνει έτσι την αναλυτική του αξία και μετατρέπεται σε πολιτική βρισιά.

Για να καταλάβουμε τι είναι πραγματικά ο λαϊκισμός, αξίζει να εξετάσουμε τρεις από τις σημαντικότερες σύγχρονες προσεγγίσεις: τη θεωρία των Cas Mudde και Cristóbal Rovira Kaltwasser, την κριτική του Jan-Werner Müller και την εντελώς διαφορετική οπτική του Ernesto Laclau.

Οι τρεις προσεγγίσεις συμφωνούν ότι στο κέντρο του λαϊκισμού βρίσκεται η επίκληση του «λαού». Διαφωνούν, όμως, για το τι ακριβώς είναι αυτός ο λαός, πώς συγκροτείται και εάν ο λαϊκισμός αποτελεί απειλή για τη δημοκρατία ή αναγκαίο στοιχείο της πολιτικής.

Ο λαός εναντίον της ελίτ

Mudde και Kaltwasser

  Οι Mudde και Kaltwasser προσφέρουν τον πιο διαδεδομένο σήμερα ορισμό. Αντιλαμβάνονται τον λαϊκισμό ως μια «ιδεολογία λεπτού πυρήνα», η οποία χωρίζει την κοινωνία σε δύο ομοιογενή και ανταγωνιστικά στρατόπεδα: από τη μία βρίσκεται ο «αγνός λαός» και από την άλλη η «διεφθαρμένη ελίτ». Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η πολιτική οφείλει να αποτελεί άμεση έκφραση της γενικής βούλησης του λαού.

Ο λαϊκισμός είναι «λεπτός» επειδή δεν διαθέτει μόνος του ολοκληρωμένες απαντήσεις για την οικονομία, την εξωτερική πολιτική, το κοινωνικό κράτος ή την οργάνωση της παραγωγής. Χρειάζεται να συνδεθεί με μια πληρέστερη ιδεολογία.

Όταν συνδέεται με τον εθνικισμό, εμφανίζεται ως δεξιός λαϊκισμός. Ο λαός ταυτίζεται τότε με το έθνος, ενώ απέναντί του βρίσκονται τόσο οι κοσμοπολίτικες ελίτ όσο και οι μετανάστες, οι μειονότητες ή οι υπερεθνικοί θεσμοί.

Όταν συνδέεται με τον σοσιαλισμό ή τον ριζοσπαστικό εξισωτισμό, εμφανίζεται ως αριστερός λαϊκισμός. Ο λαός ταυτίζεται κυρίως με τους εργαζομένους, τους οικονομικά ασθενέστερους και τους «πολλούς», ενώ απέναντί του τοποθετούνται η οικονομική ολιγαρχία, οι τράπεζες ή το κατεστημένο.

Αυτό εξηγεί γιατί ο λαϊκισμός δεν έχει από μόνος του συγκεκριμένο πολιτικό χρώμα. Μπορεί να δανείζεται περιεχόμενο από τη Δεξιά ή την Αριστερά, να είναι εθνικιστικός ή κοινωνικός, συμπεριληπτικός ή αποκλειστικός. Λειτουργεί σαν πολιτικός χαμαιλέοντας.

Η προσέγγιση των Mudde και Kaltwasser μάς επιτρέπει επίσης να διακρίνουμε τον λαϊκισμό από τη δικαιολογημένη κριτική των ελίτ. Το να καταγγέλλει κάποιος τη διαφθορά, την ανισότητα ή την απομάκρυνση των κυβερνώντων από την κοινωνία δεν τον καθιστά αυτομάτως λαϊκιστή. Το λαϊκιστικό στοιχείο εμφανίζεται όταν η σύγκρουση αποκτά ηθικό και απόλυτο χαρακτήρα: ο λαός παρουσιάζεται συνολικά αγνός και η ελίτ συνολικά διεφθαρμένη.

Η πολιτική παύει τότε να αποτελεί σύγκρουση διαφορετικών, αλλά θεμιτών συμφερόντων. Μετατρέπεται σε μάχη του καλού εναντίον του κακού.

Ποιος δικαιούται να μιλά εξ ονόματος του λαού;

Jan-Werner Müller

Ο Jan-Werner Müller προχωρά ένα βήμα παραπέρα. Κατά τη γνώμη του, η κριτική των ελίτ δεν αρκεί για να ορίσει τον λαϊκισμό. Πολλά δημοκρατικά κινήματα υπήρξαν άλλωστε αντι-ελιτίστικα χωρίς να είναι αυταρχικά.

Το καθοριστικό γνώρισμα του λαϊκιστή είναι ο αντιπλουραλισμός: η πεποίθηση ότι αυτός και μόνο αυτός εκπροσωπεί τον πραγματικό λαό.

Ο λαϊκιστής δεν λέει απλώς: «Εκπροσωπώ ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας». Λέει, έμμεσα ή άμεσα: «Μόνο εμείς εκπροσωπούμε τον λαό». Όσοι διαφωνούν μαζί του δεν θεωρούνται απλώς πολιτικοί αντίπαλοι. Παρουσιάζονται ως όργανα του συστήματος, προδότες, ξένα σώματα ή πολίτες των οποίων η φωνή έχει μικρότερη ηθική νομιμοποίηση.

Εδώ βρίσκεται, σύμφωνα με τον Müller, ο κίνδυνος για τη δημοκρατία. Η δημοκρατία δεν είναι μόνο η κυριαρχία της πλειοψηφίας. Είναι επίσης η αναγνώριση ότι η κοινωνία αποτελείται από διαφορετικές ομάδες, αξίες και συμφέροντα. Καμία εκλογική νίκη δεν δίνει σε μία παράταξη το δικαίωμα να μονοπωλεί την έννοια του λαού.

Όταν ένας λαϊκιστής βρίσκεται στην αντιπολίτευση, υποστηρίζει συχνά ότι οι θεσμοί είναι ελεγχόμενοι από το κατεστημένο. Όταν κερδίζει τις εκλογές, παρουσιάζει τη νίκη του ως απόδειξη ότι ενσαρκώνει τη γενική βούληση. Εάν αργότερα χάσει, μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν ηττήθηκε πραγματικά αλλά υπονομεύθηκε από τα μέσα ενημέρωσης, τους δικαστές, τη γραφειοκρατία ή κάποια σκοτεινή συνωμοσία.

Με αυτή τη λογική, οι θεσμοί αναγνωρίζονται ως νόμιμοι μόνο όταν επικυρώνουν τη βούληση του λαϊκιστή ηγέτη.

Η συνεισφορά του Müller είναι πολύτιμη επειδή διαχωρίζει τη δημοκρατική λαϊκή κυριαρχία από την αυταρχική οικειοποίηση του λαού. Ο λαός είναι πάντοτε πολλαπλός. Όποιος ισχυρίζεται ότι τον εκφράζει αποκλειστικά αρνείται, στην πραγματικότητα, ένα θεμελιώδες γνώρισμα της δημοκρατίας.

Ο λαός δεν υπάρχει εκ των προτέρων

Ernesto Laclau

Ο Ernesto Laclau βλέπει το ζήτημα από εντελώς διαφορετική σκοπιά. Δεν θεωρεί τον λαϊκισμό μια παθολογική παραμόρφωση της πολιτικής ούτε μια συγκεκριμένη ιδεολογία. Τον αντιμετωπίζει ως τρόπο συγκρότησης της ίδιας της πολιτικής.

Για τον Laclau, ο «λαός» δεν αποτελεί ένα έτοιμο, ομοιογενές σώμα που περιμένει κάποιον να το εκφράσει. Κατασκευάζεται πολιτικά.

Σε μια κοινωνία υπάρχουν πολλά διαφορετικά και αρχικά ασύνδετα αιτήματα: καλύτεροι μισθοί, προστασία της κατοικίας, περισσότερη δημοκρατία, εθνική ανεξαρτησία, δικαιότερη φορολογία, δημόσια υγεία. Όταν το πολιτικό σύστημα αδυνατεί να τα ικανοποιήσει, τα αιτήματα αυτά μπορούν να συνδεθούν μεταξύ τους. Οι διαφορετικές ομάδες αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι έχουν έναν κοινό αντίπαλο και μια κοινή εμπειρία αποκλεισμού.

Μέσα από αυτή τη διαδικασία δημιουργείται ο «λαός» ως πολιτικό υποκείμενο.

Σύμφωνα με τον Laclau, επομένως, ο λαϊκισμός δεν εξαπατά απλώς έναν ήδη υπάρχοντα λαό. Κατασκευάζει μια συλλογική ταυτότητα, ενώνοντας διαφορετικές δυσαρέσκειες κάτω από κοινά σύμβολα και συνθήματα.

Έννοιες όπως «ο λαός», «η αλλαγή», «η πατρίδα», «η δικαιοσύνη» ή «οι πολλοί» λειτουργούν επειδή είναι αρκετά ανοιχτές ώστε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες να αναγνωρίζουν σε αυτές τις δικές τους προσδοκίες. Ο ηγέτης μπορεί να εξελιχθεί σε σύμβολο αυτής της ενότητας, όχι αναγκαστικά επειδή διαθέτει κάποιο υπερφυσικό χάρισμα, αλλά επειδή το πρόσωπό του γίνεται σημείο συνάντησης διαφορετικών αιτημάτων.

Η οπτική αυτή αντιμετωπίζει τον λαϊκισμό λιγότερο εχθρικά. Σε περιόδους κατά τις οποίες οι θεσμοί παύουν να εκπροσωπούν σημαντικά τμήματα της κοινωνίας, η λαϊκιστική κινητοποίηση μπορεί να επαναφέρει αποκλεισμένες ομάδες στην πολιτική. Μπορεί να διευρύνει τη συμμετοχή και να αμφισβητήσει εξουσίες που παρουσιάζονται ως ουδέτερες ή τεχνοκρατικές.

Ο κίνδυνος, βέβαια, παραμένει: ο τρόπος με τον οποίο κατασκευάζεται ο λαός μπορεί να είναι δημοκρατικός και συμπεριληπτικός ή αυταρχικός και αποκλειστικός. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιοι χωρούν μέσα στον λαό και ποιοι χαρακτηρίζονται εχθροί του.

Είναι ο λαϊκισμός καλός ή κακός;

Οι τρεις θεωρίες δεν οδηγούν στην ίδια απάντηση.

Για τους Mudde και Kaltwasser, ο λαϊκισμός βρίσκεται σε αμφίσημη σχέση με τη δημοκρατία. Μπορεί να λειτουργήσει ως διόρθωση, αναδεικνύοντας προβλήματα που οι ελίτ αγνοούν και επαναφέροντας την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Μπορεί όμως να γίνει απειλή για τη φιλελεύθερη δημοκρατία, υπονομεύοντας τα δικαιώματα των μειονοτήτων και τη θεσμική ισορροπία.

Για τον Müller, η αντιπλουραλιστική αξίωση αποκλειστικής εκπροσώπησης καθιστά τον λαϊκισμό εγγενώς επικίνδυνο. Ο λαϊκιστής αναγνωρίζει τον λαό μόνο στο πρόσωπο των υποστηρικτών του.

Για τον Laclau, αντίθετα, η κατασκευή του λαού δεν αποτελεί απόκλιση από την πολιτική. Είναι η ίδια η πολιτική σε στιγμές κρίσης και ανασύνθεσης. Χωρίς τη δημιουργία συλλογικών ταυτοτήτων, η δημοκρατία κινδυνεύει να περιοριστεί σε μια άχρωμη τεχνοκρατική διαχείριση.

Ίσως, τελικά, ο λαϊκισμός να μην είναι ούτε δημοκρατικός ούτε αντιδημοκρατικός από τη φύση του. Η αξιολόγησή του εξαρτάται από το περιεχόμενο που αποκτά και από τα όρια που αναγνωρίζει.

Ένας λαϊκισμός που κινητοποιεί αποκλεισμένους πολίτες, δέχεται τον πλουραλισμό και σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα μπορεί να λειτουργήσει ως δημοκρατική αφύπνιση. Ένας λαϊκισμός που ταυτίζει τον λαό με μία εθνότητα, μία θρησκεία, μία κοινωνική κατηγορία ή έναν ηγέτη μπορεί να εξελιχθεί σε όχημα αυταρχισμού.

Πέντε ερωτήσεις για να αναγνωρίζουμε τον λαϊκισμό

Αντί να χαρακτηρίζουμε λαϊκιστή οποιονδήποτε πολιτικό χρησιμοποιεί έντονη γλώσσα ή δίνει γενναιόδωρες υποσχέσεις, μπορούμε να θέτουμε πέντε συγκεκριμένα ερωτήματα:

  1. Παρουσιάζει την κοινωνία ως απόλυτη σύγκρουση ανάμεσα στον αγνό λαό και στη διεφθαρμένη ελίτ;

  2. Ισχυρίζεται ότι μόνο ο ίδιος ή το κόμμα του εκπροσωπεί τον πραγματικό λαό;

  3. Θεωρεί τους αντιπάλους του νόμιμους ανταγωνιστές ή εχθρούς και προδότες;

  4. Σέβεται τα δικαιώματα όσων δεν ανήκουν στην πλειοψηφία;

  5. Αποδέχεται τους θεσμούς ακόμη και όταν οι αποφάσεις τους είναι αντίθετες προς τη θέλησή του;

Οι απαντήσεις μάς επιτρέπουν να διακρίνουμε την απλή δημοφιλία, τη δημαγωγία, τη ριζοσπαστική πολιτική και τον λαϊκισμό.

Το βαθύτερο πρόβλημα

Η άνοδος του λαϊκισμού δεν εξηγείται μόνο από την ικανότητα ορισμένων ηγετών να χειραγωγούν το κοινό. Αναπτύσσεται όταν μεγάλα τμήματα της κοινωνίας αισθάνονται ότι δεν ακούγονται, όταν οι πολιτικές αποφάσεις παρουσιάζονται ως τεχνικά αναπόφευκτες και όταν τα παραδοσιακά κόμματα μοιάζουν να διαφωνούν στις λέξεις αλλά να συμφωνούν στις βασικές επιλογές.

Ο λαϊκισμός τρέφεται από πραγματικά δημοκρατικά ελλείμματα. Αυτό δεν σημαίνει ότι προσφέρει πάντοτε δημοκρατικές λύσεις.

Το λάθος των ελίτ είναι να θεωρούν κάθε λαϊκή δυσαρέσκεια προϊόν άγνοιας ή χειραγώγησης. Το λάθος των λαϊκιστών είναι να θεωρούν ότι η δυσαρέσκεια τους δίνει το δικαίωμα να μιλούν εξ ονόματος ολόκληρης της κοινωνίας.

Ανάμεσα σε αυτά τα δύο λάθη βρίσκεται το δύσκολο έργο της δημοκρατίας: να ακούει τον λαό χωρίς να τον εξιδανικεύει, να ελέγχει τις ελίτ χωρίς να δαιμονοποιεί κάθε θεσμό και να παράγει συλλογική βούληση χωρίς να συνθλίβει την πολυφωνία.

Ο λαϊκισμός είναι, επομένως, κάτι περισσότερο από πολιτική τεχνική ή εύκολο σύνθημα. Είναι ένας καθρέφτης των αδυναμιών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Μας υπενθυμίζει ότι η πολιτική δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς λαό. Μας προειδοποιεί, όμως, και για κάτι εξίσου σημαντικό: κανένας ηγέτης και κανένα κόμμα δεν έχει το δικαίωμα να ισχυρίζεται ότι ο λαός τού ανήκει.

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ

Ο λαϊκισμός ως καθρέφτης της ελληνικής δημοκρατίας

Η σημερινή ελληνική πραγματικότητα παρουσιάζει ένα παράδοξο. Από τη μία πλευρά, η χώρα έχει εξέλθει από τα μνημόνια, η οικονομία αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και η πολιτική σταθερότητα προβάλλεται ως σημαντικό επίτευγμα. Από την άλλη, μεγάλα τμήματα της κοινωνίας αισθάνονται ότι η βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών δεν αντανακλάται στη ζωή τους και ότι η δυνατότητά τους να επηρεάζουν τις πολιτικές αποφάσεις έχει περιοριστεί.

Αυτό ακριβώς είναι το έδαφος επάνω στο οποίο αναπτύσσεται ο λαϊκισμός: όχι απλώς η φτώχεια ή η οργή, αλλά το χάσμα ανάμεσα στην επίσημη εικόνα της χώρας και στη βιωμένη εμπειρία των πολιτών.

Ο Μητσοτάκης και η τεχνοκρατική αντίληψη της πολιτικής

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι «θεωρεί» προσωπικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης για κάθε μορφή κοινωνικής διαμαρτυρίας. Μπορούμε όμως να εξετάσουμε το πολιτικό μοντέλο που εκπροσωπεί.

Ο Μητσοτάκης ανήλθε στην εξουσία ως αντίπαλος του λαϊκισμού της περιόδου των μνημονίων. Παρουσίασε τη διακυβέρνησή του ως επιστροφή στον ορθολογισμό, στην αποτελεσματικότητα, στις επενδύσεις, στον ψηφιακό μετασχηματισμό και στην ευρωπαϊκή κανονικότητα. Στο μοντέλο αυτό, η πολιτική απόφαση εμφανίζεται συχνά όχι ως επιλογή μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών συμφερόντων, αλλά ως η τεχνικά ορθή λύση ενός προβλήματος.

Η κυβέρνηση λέει ουσιαστικά: υπάρχουν περιορισμοί, υπάρχουν ευρωπαϊκοί κανόνες, υπάρχουν δημοσιονομικές αντοχές και μέσα σε αυτά τα όρια εφαρμόζεται η καλύτερη διαθέσιμη πολιτική.

Αυτή η αντίληψη  γίνεται πολιτικά επικίνδυνη όταν παρουσιάζει τις κυβερνητικές επιλογές ως μονόδρομο.

Γιατί σχεδόν καμία οικονομική πολιτική δεν είναι αποκλειστικά τεχνική. Η επιλογή για το ποιος θα φορολογηθεί, ποιος θα επιδοτηθεί, πόσο θα δαπανηθεί για την υγεία, την άμυνα ή την παιδεία και ποιος θα αναλάβει το κόστος μιας μεταρρύθμισης είναι κατεξοχήν πολιτική.

Η τεχνοκρατία μπορεί να υπολογίσει το κόστος. Δεν μπορεί να αποφασίσει ποιος είναι δίκαιο να το πληρώσει.

Η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν είναι προϊόν άγνοιας

Η ελληνική κοινωνική δυσφορία δεν μπορεί να απορριφθεί ως αποτέλεσμα παραπληροφόρησης ή κομματικής χειραγώγησης. Υπάρχουν μετρήσιμες υλικές και θεσμικές αιτίες.

Η ελληνική οικονομία πράγματι αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, η ανεργία έχει μειωθεί και το δημόσιο χρέος αποκλιμακώνεται. Ο ΟΟΣΑ αναγνωρίζει αυτή την πρόοδο, επισημαίνει όμως ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές προκλήσεις.

Η μακροοικονομική πρόοδος δεν ακυρώνει το γεγονός ότι:

  • οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο,

  • η στέγη απορροφά μεγάλο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος,

  • η ακρίβεια στα τρόφιμα και στην ενέργεια έχει σωρευτικό χαρακτήρα,

  • οι δημόσιες υπηρεσίες εμφανίζουν σοβαρές ελλείψεις,

  • η νέα γενιά δυσκολεύεται να μετατρέψει την εργασία σε οικονομική αυτονομία.

Οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν ταχύτερα από το διαθέσιμο εισόδημα κατά τα προηγούμενα χρόνια, επιβαρύνοντας ιδιαίτερα τους ενοικιαστές και τους νέους.

Όταν ένας πολίτης ακούει ότι η οικονομία πηγαίνει καλά, αλλά ο μισθός του τελειώνει πριν από το τέλος του μήνα, δεν σημαίνει ότι δεν καταλαβαίνει τους οικονομικούς δείκτες. Σημαίνει ότι οι δείκτες μετρούν κάτι διαφορετικό από αυτό που βιώνει.

Εδώ ακριβώς μπορεί να γίνει το λάθος των ελίτ: να ερμηνεύουν τη δυσπιστία ως αδυναμία κατανόησης, αντί να διερωτώνται εάν τα οφέλη της ανάπτυξης κατανέμονται δίκαια.

Η κρίση εμπιστοσύνης

Το πρόβλημα στην Ελλάδα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθιά θεσμικό.

Η έρευνα του ΟΟΣΑ δείχνει ότι η υψηλή ή μέτρια εμπιστοσύνη στην εθνική κυβέρνηση μειώθηκε από 32% το 2023 σε 24% το 2025, ενώ ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ βρίσκεται στο 40%.

Παράλληλα, μόνο το 24% δήλωνε το 2025 ότι εμπιστεύεται την ελληνική Δικαιοσύνη. Η πολύ διαδεδομένη αντίληψη περί διαφθοράς επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τη σχέση των πολιτών με το κράτος: σε σχετική ευρωπαϊκή έρευνα, το 97% των ερωτηθέντων στην Ελλάδα θεωρούσε τη διαφθορά διαδεδομένη. 

Ενα μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν πιστεύει πλέον ότι οι κανόνες εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο για όλους.

Και όταν οι πολίτες δεν εμπιστεύονται ούτε την κυβέρνηση ούτε τη Δικαιοσύνη, η επίκληση των θεσμών δεν αρκεί για να τους καθησυχάσει. Η απάντηση «εμπιστευθείτε τη θεσμική διαδικασία» δεν λειτουργεί όταν η ίδια η θεσμική διαδικασία αποτελεί αντικείμενο δυσπιστίας.

Τα Τέμπη ως σημείο συμπύκνωσης

Η κοινωνική κινητοποίηση για τα Τέμπη δεν αφορά μόνο ένα σιδηροδρομικό δυστύχημα. Έγινε το σημείο στο οποίο συναντήθηκαν διαφορετικές εμπειρίες:

  • η αίσθηση εγκατάλειψης των δημόσιων υποδομών,

  • η πεποίθηση ότι η πολιτική ευθύνη διαχέεται μέχρι να εξαφανιστεί,

  • η δυσπιστία απέναντι στην έρευνα και στη Δικαιοσύνη,

  • η μνήμη προηγούμενων καταστροφών και σκανδάλων,

  • η εντύπωση ότι το πολιτικό σύστημα προστατεύει τον εαυτό του.

Η οργή για τα Τέμπη τροφοδοτήθηκε από μια ευρύτερη αίσθηση ατιμωρησίας, καθώς και από προηγούμενες κρίσεις όπως το Μάτι, οι υποκλοπές και άλλα περιστατικά κρατικής αποτυχίας.

Θα ήταν λάθος να θεωρηθούν όλοι όσοι διαδήλωσαν οπαδοί μιας κοινής πολιτικής γραμμής. Στις κινητοποιήσεις συμμετείχαν πολίτες διαφορετικών ιδεολογιών, επειδή αναγνώρισαν σε αυτές ένα κοινό αίτημα: λογοδοσία.

Εδώ η θεωρία του Laclau βοηθά ιδιαίτερα. Ένα συγκεκριμένο αίτημα —η απόδοση δικαιοσύνης για τα Τέμπη— μπορεί να συνδέσει διαφορετικές κοινωνικές δυσαρέσκειες και να αποκτήσει ευρύτερο συμβολικό περιεχόμενο. Δεν αφορά πλέον μόνο το τι συνέβη σε έναν σιδηρόδρομο. Γίνεται ερώτημα για το πώς λειτουργεί συνολικά η εξουσία.

Ακούει η κυβέρνηση;

Ο Μητσοτάκης μετά τις ευρωεκλογές του 2024 αναγνώρισε ότι οι πολίτες έστειλαν μήνυμα μέσω της ψήφου αλλά και της αποχής και συνέδεσε την εκλογική δυσαρέσκεια με την ακρίβεια. Προχώρησε κατόπιν σε κυβερνητικό ανασχηματισμό.

Το 2026 πρότεινε επίσης συνταγματικές αλλαγές σχετικά με την ευθύνη των υπουργών, την αποτελεσματικότητα της Δικαιοσύνης και τη λειτουργία του κράτους, δηλώνοντας ότι στόχος είναι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης.

Παράλληλα, ανακοίνωσε πακέτο φορολογικών ελαφρύνσεων και εισοδηματικών μέτρων ύψους περίπου 3,5 δισ. ευρώ, σε μια περίοδο κατά την οποία η υποστήριξη προς τη Νέα Δημοκρατία είχε υποχωρήσει κάτω από το 30% σε δημοσκοπήσεις.

Η κυβέρνηση μεταφράζει το κοινωνικό μήνυμα στη δική της διοικητική γλώσσα: διορθωτικές κινήσεις, επιδόματα, ανασχηματισμοί, ψηφιακές εφαρμογές και θεσμικές παρεμβάσεις από τα πάνω.

Οι πολίτες, όμως, μπορεί να μη ζητούν μόνο αποτελεσματικότερη διαχείριση. Μπορεί να ζητούν μεγαλύτερη συμμετοχή, ουσιαστική λογοδοσία και αναγνώριση της εμπειρίας τους.

Άλλο είναι να λες «κατάλαβα το μήνυμα» και άλλο να επιτρέπεις στο μήνυμα να αλλάξει τις πολιτικές προτεραιότητες.

Η αποχή ως πολιτική αποχώρηση

Στις ευρωεκλογές του 2024 η αποχή στην Ελλάδα έφθασε περίπου στο 58,6%, ποσοστό αισθητά υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η αποχή είχε φθάσει σε πολύ υψηλά επίπεδα και στις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου 2023.

Η αποχή δεν έχει μία μόνο εξήγηση. Περιλαμβάνει αδιαφορία, πρακτικές δυσκολίες, απογοήτευση, απομάκρυνση από τα κόμματα και πεποίθηση ότι η ψήφος δεν αλλάζει ουσιαστικά την πολιτική.

Δεν είναι πάντοτε συνειδητή πολιτική διαμαρτυρία. Όταν όμως αποκτά τέτοια έκταση, γίνεται ένδειξη αποσύνδεσης ανάμεσα στο πολιτικό σύστημα και την κοινωνία.

Η κυβέρνηση μπορεί να κερδίζει καθαρά τις εκλογές και να διαθέτει πλήρη συνταγματική νομιμοποίηση. Ταυτόχρονα, όμως, η κοινωνική βάση της ενεργού συναίνεσης μπορεί να συρρικνώνεται. Η εκλογική κυριαρχία δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με βαθιά κοινωνική εμπιστοσύνη.

Συμφωνούν τα παραδοσιακά κόμματα στις βασικές επιλογές;

Υπάρχει πράγματι η αίσθηση ότι τα μεγάλα κόμματα διαφωνούν στη ρητορική αλλά συγκλίνουν σε θεμελιώδεις επιλογές:

  • παραμονή στον στενό ευρωπαϊκό πυρήνα,

  • δημοσιονομική πειθαρχία,

  • προσέλκυση επενδύσεων,

  • συμμετοχή στο ΝΑΤΟ,

  • βασικός προσανατολισμός της εξωτερικής πολιτικής,

  • περιορισμένη δυνατότητα ανατροπής των ευρωπαϊκών οικονομικών κανόνων.

Η μνημονιακή εμπειρία ενίσχυσε δραματικά αυτή την εντύπωση. Κόμματα που υποσχέθηκαν ρήξη κατέληξαν να εφαρμόζουν πολιτικές τις οποίες προηγουμένως κατήγγελλαν. Έτσι, ένα μέρος της κοινωνίας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι κυβερνήσεις αλλάζουν, αλλά το βασικό πλαίσιο παραμένει ίδιο.

Ωστόσο, δεν είναι ακριβές ότι όλα τα κόμματα είναι όμοια. Υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές στη φορολογία, στα εργασιακά, στο κοινωνικό κράτος, στη μετανάστευση, στα ατομικά δικαιώματα και στη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών.

Το βαθύτερο πρόβλημα είναι ότι αυτές οι διαφορές δεν συγκροτούν σήμερα, στα μάτια πολλών πολιτών, μια πειστική εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Η αντιπολίτευση είναι κατακερματισμένη και δυσκολεύεται να μετατρέψει τη δυσαρέσκεια σε θετικό, συνεκτικό σχέδιο.

Είναι ο μητσοτακισμός λαϊκισμός;

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν εντάσσεται εύκολα στον κλασικό λαϊκισμό των Mudde και Müller. Δεν οικοδομεί συνολικά την πολιτική της πάνω στην αντίθεση ενός «αγνού λαού» προς μια «διεφθαρμένη ελίτ». Αντίθετα, αντλεί μεγάλο μέρος της ταυτότητάς της από τον αντιλαϊκισμό, τον εκσυγχρονισμό και την τεχνοκρατική επάρκεια.

Διαθέτει, όμως, ορισμένα στοιχεία που μπορούν να συγγενεύουν με λαϊκιστικές πρακτικές:

  • έντονη προσωποκεντρική οργάνωση της εξουσίας,

  • άμεση επικοινωνία του πρωθυπουργού με τους πολίτες,

  • παρουσίαση της κυβέρνησης ως μοναδικής δύναμης σταθερότητας,

  • περιγραφή σημαντικού μέρους της αντιπολίτευσης ως ανεύθυνου ή τοξικού,

  • επίκληση της εκλογικής εντολής ως ισχυρής απάντησης στην κριτική.

Αυτά δεν αρκούν για να χαρακτηριστεί συνολικά η κυβέρνηση λαϊκιστική. Δείχνουν, όμως, ότι ο λαϊκιστικός τρόπος πολιτικής επικοινωνίας δεν αποτελεί αποκλειστικότητα των κομμάτων που αποκαλούνται επισήμως «λαϊκιστικά».

Ο αντιλαϊκισμός μπορεί και ο ίδιος να γίνει ένας ανεστραμμένος λαϊκισμός: από τη μία οι λογικοί, μεταρρυθμιστές και φιλοευρωπαίοι· από την άλλη οι ανορθολογικοί, οπισθοδρομικοί και δημαγωγοί. Και αυτή η διαίρεση μπορεί να ακυρώσει την πολυπλοκότητα της κοινωνικής δυσαρέσκειας.

Πού μπορεί να οδηγήσει η σημερινή κατάσταση;

Η ελληνική κοινωνία δεν φαίνεται να κινείται ενιαία προς μία συγκεκριμένη πολιτική κατεύθυνση. Παρατηρούμε ταυτόχρονα:

  • ενίσχυση κομμάτων στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας,

  • απογοήτευση από την παραδοσιακή Αριστερά,

  • αναζήτηση νέων πολιτικών σχημάτων,

  • αύξηση της αποχής,

  • προσωποκεντρικές και αντισυστημικές επιλογές,

  • κινητοποιήσεις έξω από τους παραδοσιακούς κομματικούς μηχανισμούς.

Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει μεγάλη λαϊκιστική διαθεσιμότητα, αλλά δεν υπάρχει ακόμη ένας ενιαίος φορέας ικανός να τη συγκεντρώσει.

Στη γλώσσα του Laclau, υπάρχουν πολλά ανικανοποίητα αιτήματα, αλλά δεν έχουν ακόμη ενωθεί σε μια σταθερή «αλυσίδα» που να δημιουργεί έναν νέο πολιτικό λαό. Στη γλώσσα του Müller, ο κίνδυνος θα εμφανιστεί όταν κάποιος διεκδικήσει την αποκλειστική εκπροσώπηση αυτής της δυσαρέσκειας. Στη θεωρία των Mudde και Kaltwasser, το πολιτικό χρώμα αυτού του μελλοντικού λαϊκισμού θα εξαρτηθεί από την ιδεολογία με την οποία θα συνδεθεί.

Το πραγματικό δημοκρατικό ερώτημα

Η απάντηση στον λαϊκισμό δεν μπορεί να είναι μόνο η καταγγελία του. Αν οι αιτίες της δυσαρέσκειας παραμένουν, η αποτυχία ενός λαϊκιστή θα προετοιμάσει την άνοδο του επόμενου.

Η ελληνική δημοκρατία χρειάζεται:

  • πραγματική και ορατή λογοδοσία,

  • ταχύτερη και περισσότερο αξιόπιστη Δικαιοσύνη,

  • διαφάνεια στις κρατικές αποφάσεις,

  • ανεξάρτητη και πλουραλιστική ενημέρωση,

  • πολιτικές που συνδέουν την ανάπτυξη με το διαθέσιμο εισόδημα,

  • κόμματα που επιτρέπουν ουσιαστική συμμετοχή και δεν λειτουργούν αποκλειστικά γύρω από τον αρχηγό,

  • εναλλακτικές προτάσεις που δεν περιορίζονται στην άρνηση της κυβέρνησης.

Το κρίσιμο λάθος θα ήταν να αντιμετωπιστεί η κοινωνική δυσφορία ως επικοινωνιακό πρόβλημα. Εάν η κυβέρνηση πιστέψει ότι αρκεί να εξηγήσει καλύτερα την πολιτική της, ενώ οι πολίτες ζητούν να αλλάξει η ίδια η πολιτική, το χάσμα θα μεγαλώσει.

Ο λαϊκισμός στην Ελλάδα δεν είναι η αιτία της κρίσης αντιπροσώπευσης. Είναι κυρίως το σύμπτωμά της. Γίνεται επικίνδυνος όταν προσφέρει μια πλαστή λύση: έναν ενιαίο και αγνό λαό, έναν πανίσχυρο ηγέτη και έναν εσωτερικό εχθρό στον οποίο μπορούν να αποδοθούν όλα τα προβλήματα.

Αλλά η απόρριψη αυτής της πλαστής λύσης δεν απαλλάσσει τις ελίτ από τη δική τους ευθύνη. Όσο οι πολίτες αισθάνονται ότι ψηφίζουν χωρίς να αποφασίζουν, ότι διαμαρτύρονται χωρίς να ακούγονται και ότι οι επιτυχίες της χώρας δεν φτάνουν ποτέ στη δική τους ζωή, ο λαϊκισμός θα παραμένει διαθέσιμος.

Η ελληνική περίπτωση μάς δείχνει ότι ο λαϊκισμός δεν γεννιέται μόνο όταν κάποιος εξαπατά τον λαό. Γεννιέται και όταν το πολιτικό σύστημα παύει να τον ακούει — ή όταν τον ακούει μόνο για να του εξηγήσει γιατί δεν υπάρχει άλλη επιλογή.

spot_img

3 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Ας υπογραμμίσουμε το σπουδαιότερο του μακροσκελούς-άρθρου-ανάλυσης.
    ” Το δύσκολο έργο της Δημοκρατίας είναι,
    1.-Να ακούει τον λαό χωρίς να τον εξιδανικεύει .
    2.-Να ελέγχει τις ελίτ ,χωρίς να δαιμονοποιεί κάθε θεσμό (στην Ελλάδα το παρακάναμε με τον θεσμό της Δικαιοσύνης).
    3.-Να παράγει συλλογική βούληση χωρίς να συνθλίβει την πολυφωνία.”.
    Τι τελικά είναι ο λαϊκισμός για όλους τους Έλληνες ;;;.
    Τα μεγάλα λόγια -από οποιονδήποτε-κυρίως πολιτικό- που δεν μπορούν να γίνουν πράξεις και γιατί δεν υπάρχει το επαρκές και κατάλληλο κρατικό προσωπικό και γιατί δεν μπορούν να παρακαμφθούν η Βουλή , η Ευρωπαϊκή Ένωση με τα κεκτημένα και τη γνώμη του λαού που ”αλλιώς ξυπνά και αλλιώς κοιμάται καθημερινώς” και κάθε τέσσερα χρόνια ”αναποδογυρίζει το τραπέζι” ιδίως των λαϊκίστικων κυβερνήσεων .

Comments are closed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
51,100ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα