Ελ Αλαμέιν: Η τριμερής και η νέα γεωπολιτική εξίσωση – Το στοίχημα για την Ελλάδα

Γεώργιος Κουτσούμης Αναλυτής Μέσης Ανατολής

Η τριμερής σύνοδος Αιγύπτου-Ελλάδας-Κύπρου στο Ελ Αλαμέιν πραγματοποιείται σε μια συγκυρία κατά την οποία η γεωπολιτική της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής αλλάζει με ταχύτητα. Η διεύρυνση του τουρκικού αποτυπώματος στον αραβικό χώρο, η Συμφωνία της Μέκκας μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν, οι νέες ισορροπίες στη Συρία και στον Λίβανο και η ενεργειακή αναδιάταξη της περιοχής διαμορφώνουν ένα περιβάλλον στο οποίο η Αθήνα καλείται όχι απλώς να διατηρήσει τις συμμαχίες της προηγούμενης δεκαετίας, αλλά να προσαρμόσει την περιφερειακή πολιτική της στα νέα δεδομένα.

Στην επίσημη ατζέντα του Ελ Αλαμέιν βρίσκονται η ενέργεια, οι διμερείς σχέσεις και οι περιφερειακές κρίσεις, ενώ στη συνάντηση Μητσοτάκη–Σίσι ιδιαίτερη θέση αναμένεται να έχει η εκκρεμότητα της Μονής της Αγίας Αικατερίνης του Σινά. Πίσω όμως από τα επιμέρους θέματα βρίσκεται ένα ευρύτερο ερώτημα: ποια θέση μπορούν να καταλάβουν Ελλάδα και Κύπρος σε μια Μέση Ανατολή όπου οι σταθεροί άξονες υποχωρούν και τη θέση τους παίρνουν περισσότερο ευέλικτες, συχνά επικαλυπτόμενες συνεργασίες.

Η ενέργεια παραμένει το πιο χειροπιαστό πεδίο σύγκλισης. Η Αίγυπτος επιδιώκει να ενισχύσει τον ρόλο της ως ενεργειακού κόμβου μεταξύ Ανατολικής Μεσογείου και Ευρώπης, αξιοποιώντας τις εγκαταστάσεις υγροποίησης φυσικού αερίου και προωθώντας ηλεκτρικές διασυνδέσεις. Η Κύπρος διαθέτει υπεράκτια κοιτάσματα και η Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει βασική πύλη προς την ευρωπαϊκή αγορά. Η αξία της τριμερούς βρίσκεται επομένως όλο και περισσότερο στην παραγωγή συγκεκριμένου οικονομικού και γεωστρατηγικού αποτελέσματος και λιγότερο στη λογική ενός σχήματος εξισορρόπησης της Τουρκίας.

Η νέα παράμετρος της Μέκκας

Η εξέλιξη που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί στο Ελ Αλαμέιν είναι η Συμφωνία της Μέκκας. Η αμυντική συνεργασία Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν, με ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής, συνδυάζει τη σαουδαραβική οικονομική ισχύ, τις τουρκικές στρατιωτικές δυνατότητες και αμυντική βιομηχανία και το στρατηγικό βάθος του Πακιστάν. Η πρώτη συνεδρίαση του νέου μηχανισμού στην Κωνσταντινούπολη έδειξε ότι οι τρεις χώρες επιδιώκουν να προσδώσουν στη συμφωνία πρακτικό περιεχόμενο.

Για την Αθήνα, το κρίσιμο στοιχείο είναι η διεύρυνση του θεσμικού και στρατηγικού βάθους που αποκτά η Τουρκία στον αραβικό κόσμο. Η Άγκυρα επιχειρεί πλέον να μετατρέψει τη στρατιωτική της ισχύ, την αμυντική της βιομηχανία και την παρουσία της στη Συρία σε ευρύτερο περιφερειακό κεφάλαιο, αναπτύσσοντας παράλληλα σχέσεις από τον Κόλπο έως τον Λίβανο και τη Βόρεια Αφρική.

Η στάση της Αιγύπτου αποκτά υπό αυτό το πρίσμα ιδιαίτερη σημασία. Το Κάιρο παρέμεινε εκτός της Συμφωνίας της Μέκκας, χωρίς να επιλέξει την αντιπαράθεση. Συνεχίζει την εξομάλυνση με την Άγκυρα και διατηρεί στενές σχέσεις με το Ριάντ, ενώ ταυτόχρονα επενδύει στην τριμερή με Αθήνα και Λευκωσία. Η αιγυπτιακή στρατηγική παραμένει εκείνη της εξισορρόπησης: αποφυγή άκαμπτων στρατοπέδων και διατήρηση της μεγαλύτερης δυνατής αυτονομίας κινήσεων.

Αυτό είναι ένα δεδομένο που η ελληνική πολιτική χρειάζεται να λάβει σοβαρά υπόψη. Η Αθήνα δεν έχει συμφέρον να ζητήσει από το Κάιρο να επιλέξει μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Η Αίγυπτος δεν πρόκειται να το κάνει. Το ζητούμενο είναι διαφορετικό: να αποκτήσουν οι σχέσεις με την Ελλάδα τέτοιο οικονομικό, ενεργειακό, αμυντικό και ευρωπαϊκό βάθος ώστε η αιγυπτοτουρκική προσέγγιση να μην μπορεί να πραγματοποιείται εις βάρος των ελληνικών συμφερόντων.

Συρία και Λίβανος: η περιφερειακή πολιτική δεν σταματά στην Ανατολική Μεσόγειο

Η Συρία είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της νέας πραγματικότητας. Η αυξανόμενη τουρκική στρατιωτική και πολιτική επιρροή, σε συνδυασμό με τον ανταγωνισμό Άγκυρας-Ισραήλ, μετατρέπει τη χώρα σε κομβικό χώρο των νέων περιφερειακών ισορροπιών. Η Αίγυπτος επιμένει στην εδαφική ακεραιότητα της Συρίας, στη λειτουργία ισχυρού κεντρικού κράτους και στην αποτροπή της μονιμοποίησης ξένων ζωνών επιρροής.

Για την Ελλάδα, το ζήτημα δεν είναι μακρινό. Μια μακροχρόνια τουρκική στρατιωτική εδραίωση στη Συρία θα διεύρυνε το στρατηγικό αποτύπωμα της Άγκυρας βαθύτερα στην Ανατολική Μεσόγειο και θα της προσέφερε πρόσθετα εργαλεία επιρροής στον αραβικό κόσμο. Η Αθήνα έχει επομένως συμφέρον να παρακολουθεί και να συμμετέχει πολιτικά στις εξελίξεις στη Συρία και όχι να τις αντιμετωπίζει ως υπόθεση που αφορά αποκλειστικά την Τουρκία, το Ισραήλ και τα αραβικά κράτη.

Ανάλογη είναι η εικόνα στον Λίβανο. Η Αίγυπτος υποστηρίζει την ενίσχυση του κράτους και του λιβανικού στρατού, την εδαφική ακεραιότητα της χώρας και την υπαγωγή των όπλων στον έλεγχο των κρατικών θεσμών. Για Αθήνα και Λευκωσία, η σταθερότητα του Λιβάνου συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου και το μεταναστευτικό, ενώ η αυξανόμενη τουρκική δραστηριότητα στη χώρα καθιστά ακόμη σημαντικότερη την ελληνική διπλωματική παρουσία.

Η Μονή του Σινά και η σχέση με το Κάιρο

Στη διμερή ελληνοαιγυπτιακή ατζέντα, ιδιαίτερη θέση καταλαμβάνει η Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Σινά. Η Αθήνα επιδιώκει μια ασφαλή νομική διευθέτηση που θα κατοχυρώνει τη μοναστική παρουσία, τον θρησκευτικό χαρακτήρα και τα δικαιώματα της Μονής. Και για το Κάιρο, όμως, η επίλυση του ζητήματος έχει πολιτική σημασία, καθώς μια χρόνια εκκρεμότητα δεν εξυπηρετεί μια στρατηγική σχέση που εκτείνεται από την ενέργεια και την άμυνα έως τη Λιβύη και την περιφερειακή ασφάλεια.

Η πολιτική βούληση που έχει εκφράσει ο Πρόεδρος Σίσι δημιουργεί περιθώριο για λύση, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή θα μεταφραστεί σε σαφή και ανθεκτική νομική κατοχύρωση. Για την Αθήνα, η διαχείριση του θέματος χρειάζεται να συνδυάζει την επιμονή στην ουσία με την προστασία της ευρύτερης στρατηγικής σχέσης με την Αίγυπτο.

Στην υπόθεση της Μονής της Αγίας Αικατερίνης, ιδιαίτερη σημασία έχει και η σταδιακή μετατόπιση από τις ιστορικές εγγυήσεις προς ένα σύγχρονο, σαφώς καθορισμένο νομικό καθεστώς. Το περίφημο Αχτιναμέ, το οποίο η παράδοση αποδίδει στον Προφήτη Μωάμεθ και το οποίο επί αιώνες λειτουργούσε ως ισχυρό ιστορικό και συμβολικό τεκμήριο προστασίας της Μονής και των μοναχών της, δεν μπορεί πλέον να έχει στην πράξη τη βαρύτητα που του αποδιδόταν σε προηγούμενες εποχές απέναντι στη σύγχρονη αιγυπτιακή έννομη τάξη και στις δικαστικές αποφάσεις για το ιδιοκτησιακό καθεστώς

 

Οι δύο σχολές του Τελ Αβίβ

Το πόσο γρήγορα μεταβάλλεται η περιφερειακή εξίσωση φαίνεται και από τη συζήτηση που διεξάγεται στο Ισραήλ για την Τουρκία. Στο Τελ Αβίβ διακρίνονται δύο βασικές τάσεις.

Η σκληρότερη, που συνδέεται κυρίως με τους Benjamin Netanyahu και Israel Katz, θεωρεί ότι η τουρκική στρατιωτική εδραίωση, ιδίως στη Συρία, πρέπει να ανακόπτεται πριν δημιουργήσει μη αναστρέψιμα τετελεσμένα.

Η περισσότερο επιφυλακτική σχολή, την οποία εκφράζουν αναλυτές όπως ο πρώην επικεφαλής της AMAN Tamir Hayman, συμμερίζεται την ανάγκη ανάσχεσης της τουρκικής ισχύος, αλλά προειδοποιεί ότι η Τουρκία δεν πρέπει να μετατραπεί σε έναν νέο μόνιμο εχθρό όπως το Ιράν.

Οι δύο τάσεις διαφωνούν περισσότερο ως προς τα μέσα παρά ως προς τη βασική διαπίστωση: η Τουρκία αποτελεί πλέον μία από τις κεντρικές μεταβλητές της περιφερειακής ασφάλειας. Η ισραηλινή συζήτηση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Αθήνα, επειδή δείχνει ότι ακόμη και ένα κράτος με πολύ μεγαλύτερη στρατιωτική εμπλοκή στην περιοχή επανεξετάζει τα εργαλεία και τις συμμαχίες του απέναντι στη νέα πραγματικότητα.

Η Ελλάδα χρειάζεται ενεργότερη περιφερειακή πολιτική

Το ουσιαστικό διακύβευμα για την ελληνική εξωτερική πολιτική είναι ότι Ανατολική Μεσόγειος και Μέση Ανατολή αποτελούν πλέον έναν ενιαίο γεωπολιτικό χώρο. Οι εξελίξεις στη Συρία επηρεάζουν την ισορροπία με την Τουρκία, η σταθερότητα του Λιβάνου συνδέεται με το μεταναστευτικό και την ασφάλεια της Κύπρου, οι επιλογές του Ριάντ αναδιατάσσουν τις περιφερειακές συνεργασίες, ενώ η ενεργειακή στρατηγική της Αιγύπτου αφορά άμεσα τον ρόλο Ελλάδας και Κύπρου ως διαδρόμου προς την Ευρώπη.

Η Αθήνα χρειάζεται, συνεπώς, να περάσει από τη διατήρηση των κεκτημένων σε μια πιο ενεργή περιφερειακή πολιτική. Οι τριμερείς συνεργασίες παραμένουν πολύτιμες, αλλά δεν αρκούν. Απαιτούνται ισχυρότεροι δίαυλοι με Κάιρο, Ριάντ και κράτη του Κόλπου, ουσιαστικότερη παρουσία σε Συρία και Λίβανο και στενότερος συντονισμός με την Κύπρο. Παράλληλα, οι πολιτικές σχέσεις πρέπει να αποκτούν υλικό βάθος μέσα από ενεργειακές διασυνδέσεις, επενδύσεις, αμυντική συνεργασία, υποδομές και σταθερούς μηχανισμούς πολιτικού συντονισμού.

Η Συμφωνία της Μέκκας αποτελεί από αυτή την άποψη περισσότερο προειδοποίηση παρά απειλή. Όπως και η αιγυπτοτουρκική εξομάλυνση, δείχνει πόσο γρήγορα αναδιατάσσονται οι περιφερειακές σχέσεις όταν μεταβάλλονται τα συμφέροντα. Η Ελλάδα δεν μπορεί να παρακολουθεί τη διεύρυνση της τουρκικής επιρροής και να αντιδρά εκ των υστέρων σε τετελεσμένα. Χρειάζεται να είναι παρούσα στα κέντρα όπου διαμορφώνονται οι νέες ισορροπίες, με συγκεκριμένες πολιτικές, οικονομικές, ενεργειακές και αμυντικές πρωτοβουλίες.

Αυτό είναι και το ευρύτερο στοίχημα του Ελ Αλαμέιν: η μετάβαση της Ελλάδας από τη διαχείριση των συμμαχιών της προηγούμενης δεκαετίας σε μια περιφερειακή στρατηγική που θα της επιτρέπει να συνδιαμορφώνει, αντί απλώς να ακολουθεί, τις εξελίξεις.

spot_img

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
51,100ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα