Η Παναγία των Παρισίων, αντίγραφο βυζαντινής εικόνας
Με την ευκαιρία του αποστολικού ταξιδιού της Αυτού Αγιότητας του Πάπα Λέοντα ΙΔ΄ στη Γαλλία (25-28 Σεπτεμβρίου) και της επίσκεψης στην έδρα της UNESCO, η Αγία Έδρα δημοσίευσε μια στατιστική ποιμαντική επισκόπηση της Καθολικής Εκκλησίας στη Γαλλία από το 1980 έως το 2024.
Ενώ ο πληθυσμός αυξήθηκε από 53,7 εκατομμύρια σε 66,4 εκατομμύρια, ο αριθμός των βαπτισμένων Καθολικών αυξήθηκε από 45,5 εκατομμύρια σε 49,7 εκατομμύρια, πράγμα που σημαίνει ότι ο Καθολικισμός μειώθηκε από 84,7% το 1980 σε 74,9%.
Οι βαπτίσεις μειώθηκαν από 513.500 σε 186.100, καταδεικνύοντας ότι η αύξηση στις βαπτίσεις ενηλίκων, αν και εξακολουθεί να είναι θετική, παραμένει οριακή. Οι γάμοι επίσης μειώθηκαν, από 217.000 σε 40.600.
Όσον αφορά τον κλήρο, η μείωση είναι δραστική, με τον αριθμό των ενοριών να μειώνεται από 38.000 το 1980 σε 10.900 το 2024. Και ο αριθμός των ιερέων έχει μειωθεί από περίπου 31.500 σε 9.000 σήμερα. Οι προοπτικές δεν είναι ενθαρρυντικές.
Τι αποκαλύπτει ένα εντυπωσιακό πείραμα με 228 γλώσσες — και γιατί πίσω από το «μου αρέσουν τα ιταλικά, αλλά τα γερμανικά ακούγονται σκληρά» κρύβονται η εξοικείωση, τα κοινωνικά στερεότυπα, το κύρος και πλέον η τεχνητή νοημοσύνη
«Ποια είναι η ωραιότερη γλώσσα του κόσμου; Η μεγαλύτερη μέχρι σήμερα συγκριτική έρευνα αυτού του είδους υποδεικνύει ότι η απάντηση βρίσκεται λιγότερο στους ίδιους τους ήχους και περισσότερο στην εξοικείωση, στη φωνή του ομιλητή και στις πολιτισμικές συνδέσεις που κουβαλά κάθε ακροατής.»
Αρκούν μερικά δευτερόλεπτα για να σχηματίσουμε γνώμη.
Ακούμε κάποιον να μιλά ιταλικά και μπορεί να μας φαίνονται «μουσικά». Τα γαλλικά χαρακτηρίζονται συχνά «ρομαντικά». Τα ισπανικά «ζωντανά». Για τα γερμανικά ή άλλες γλώσσες ακούμε συχνά τον αντίθετο χαρακτηρισμό: «σκληρές».
Αλλά τι ακριβώς κρίνουμε όταν λέμε ότι μια γλώσσα είναι όμορφη;
Τους ήχους της;
Τον ρυθμό της;
Τη φωνή εκείνου που τη μιλά;
Ή μήπως ακούμε, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, όλα όσα έχουμε μάθει να συνδέουμε με τη χώρα, τον πολιτισμό και τους ανθρώπους που μιλούν αυτή τη γλώσσα;
Η επιστημονική απάντηση είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα από έναν κατάλογο με τις «δέκα ωραιότερες γλώσσες του κόσμου».
Φαίνεται ότι δεν υπάρχει μια γλώσσα που το ανθρώπινο αυτί να θεωρεί καθολικά ομορφότερη.
«Ποια είναι η ωραιότερη γλώσσα του κόσμου; Η μεγαλύτερη μέχρι σήμερα συγκριτική έρευνα αυτού του είδους υποδεικνύει ότι η απάντηση βρίσκεται λιγότερο στους ίδιους τους ήχους και περισσότερο στην εξοικείωση, στη φωνή του ομιλητή και στις πολιτισμικές συνδέσεις που κουβαλά κάθε ακροατής.»
Υπάρχει όμως κάτι άλλο: η ανθρώπινη τάση να ακούμε τη γλώσσα μέσα από το φίλτρο της εμπειρίας, της εξοικείωσης και της κοινωνίας.
Και αυτό μετατρέπει ένα φαινομενικά ανάλαφρο ερώτημα σε ιστορία για την ταυτότητα, το κύρος, τις προκαταλήψεις, τη μετανάστευση — και σήμερα ακόμη και την τεχνητή νοημοσύνη.
Το πείραμα των 228 γλωσσών
Το ερώτημα τέθηκε με ασυνήθιστα φιλόδοξο τρόπο από τους Andrey Anikin, Nikolay Aseyev και Niklas Erben Johansson.
Η μελέτη τους, που δημοσιεύθηκε το 2023 στο Proceedings of the National Academy of Sciences, είχε έναν απολαυστικά απλό τίτλο:
«Do some languages sound more beautiful than others?»
Οι ερευνητές συγκέντρωσαν 2.125 ηχογραφήσεις από 228 γλώσσες, οι οποίες ανήκαν σε 43 διαφορετικές γλωσσικές οικογένειες. Για κάθε γλώσσα χρησιμοποίησαν από πέντε έως έντεκα διαφορετικούς ομιλητές, ώστε να μην μπερδεύεται η ελκυστικότητα μιας συγκεκριμένης φωνής με την ελκυστικότητα της ίδιας της γλώσσας.
Στη συνέχεια 820 ακροατές, φυσικοί ομιλητές αγγλικών, κινεζικών ή σημιτικών γλωσσών, αξιολόγησαν πόσο τους άρεσε αυτό που άκουγαν.
Αν υπήρχε κάτι εγγενώς «όμορφο» στα ιταλικά, τα γαλλικά, τα ιαπωνικά ή οποιαδήποτε άλλη γλώσσα, θα περίμενε κανείς ανθρώπους από διαφορετικές γλωσσικές και πολιτισμικές κοινότητες να συγκλίνουν.
Δεν συνέβη.
Όταν οι ερευνητές έλαβαν υπόψη παράγοντες όπως η εξοικείωση με μια γλώσσα και η ποιότητα της φωνής του ομιλητή, οι μέσες βαθμολογίες των γλωσσών βρίσκονταν μέσα σε ένα πολύ στενό εύρος, περίπου ±2%.
Με απλά λόγια:
το ανθρώπινο είδος δεν φαίνεται να διαθέτει έναν κοινό αισθητικό «μετρητή» που να ανακηρύσσει κάποια γλώσσα αντικειμενικά ωραιότερη.
Μας αρέσει αυτό που γνωρίζουμε
Υπήρχε όμως ένας παράγοντας που έκανε εντυπωσιακή διαφορά.
Η εξοικείωση.
Όταν οι συμμετέχοντες πίστευαν ότι αναγνώριζαν μια γλώσσα, η μέση βαθμολογία ευχαρίστησης ανέβαινε κατά περίπου 12 μονάδες σε κλίμακα 0–100.
Το εκπληκτικότερο είναι ότι δεν είχε μεγάλη σημασία εάν την είχαν αναγνωρίσει σωστά.
Οι γλώσσες αναγνωρίζονταν λανθασμένα σε περισσότερο από τις μισές σχετικές περιπτώσεις, αλλά η θετική επίδραση της οικειότητας παρέμενε.
Αυτό αλλάζει εντελώς το ερώτημα.
Όταν κάποιος λέει:
«Μου αρέσει ο ήχος αυτής της γλώσσας»
ίσως στην πραγματικότητα λέει:
«Ο ήχος αυτός μου θυμίζει κάτι που μου είναι οικείο ή κάτι για το οποίο έχω θετικούς συνειρμούς».
Και εδώ η γλωσσολογία συναντά την κοινωνική ψυχολογία.
Γιατί τα ιταλικά μάς φαίνονται «μουσικά»;
Οι γλώσσες ασφαλώς δεν ακούγονται ίδιες.
Διαφέρουν στον ρυθμό, στα σύμφωνα και στα φωνήεντα, στον επιτονισμό, στις συλλαβικές δομές και σε δεκάδες άλλα φωνολογικά χαρακτηριστικά.
Το ερώτημα όμως είναι διαφορετικό:
υπάρχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που κάνουν μια γλώσσα καθολικά ωραία;
Στη μεγάλη μελέτη των 228 γλωσσών, οι ερευνητές εξέτασαν διάφορα φωνητικά χαρακτηριστικά. Δεν βρήκαν κάποιο που να προβλέπει ισχυρά και σταθερά την αισθητική αξιολόγηση, με μια μικρή πιθανή προτίμηση προς μη τονικές γλώσσες.
Άλλες έρευνες έχουν βρει ότι στην αισθητική κρίση μπορούν να συμβάλλουν τόσο φωνητικά χαρακτηριστικά όσο και η φωνή του συγκεκριμένου ομιλητή, η γλωσσική εμπειρία του ακροατή και τα κοινωνικά στερεότυπα.
Άρα η περίφημη «μουσικότητα» μιας γλώσσας δεν είναι απαραίτητα ιδιότητα που βρίσκεται αποκλειστικά μέσα στη γλώσσα.
Βρίσκεται και μέσα στον ακροατή.
Δεν ακούμε μόνο γλώσσες. Ακούμε κοινωνίες
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο σημείο της ιστορίας.
Όταν ακούμε μια γλώσσα ή μια προφορά, συχνά δεν αξιολογούμε μόνο ήχους.
Αξιολογούμε —συνειδητά ή ασυνείδητα— ανθρώπους.
Κοινωνιογλωσσικές έρευνες έχουν δείξει ότι διαφορετικές προφορές συνδέονται με κρίσεις για κύρος, κοινωνική ελκυστικότητα, μόρφωση, ικανότητα ή οικειότητα. Σε μεγάλη βρετανική έρευνα, για παράδειγμα, οι λεγόμενες «standard» προφορές συγκέντρωναν υψηλότερες αξιολογήσεις κύρους, ενώ αρκετές αστικές τοπικές προφορές υποβαθμίζονταν.
Ακόμη πιο πρόσφατη έρευνα βρήκε ότι τέτοιες ιεραρχίες στις βρετανικές προφορές παρουσιάζουν αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα στον χρόνο.
Αυτό σημαίνει ότι μια κρίση που παρουσιάζεται ως αισθητική —
«δεν μου αρέσει πώς ακούγεται»
— μπορεί μερικές φορές να κρύβει μια κοινωνική αξιολόγηση:
ποιος μιλά έτσι;
Η γλώσσα ως διαβατήριο κοινωνικού κύρους
Η προφορά μπορεί να λειτουργήσει σαν ένα είδος αόρατου κοινωνικού διαβατηρίου.
Πριν ακόμη μάθουμε το όνομα, την εκπαίδευση ή το επάγγελμα κάποιου, έχουμε ήδη ακούσει τη φωνή του.
Και μπορεί να έχουμε σχηματίσει εντύπωση.
Έρευνες για τις διακρίσεις λόγω προφοράς δείχνουν ότι οι μη τυπικές ή μεταναστευτικές γλωσσικές ποικιλίες μπορούν να επηρεάζουν ακόμη και την αξιολόγηση υποψηφίων για εργασία. (DOI)
Η «ομορφιά» μιας γλώσσας, επομένως, δεν είναι πάντοτε τόσο αθώα όσο φαίνεται.
Μπορεί να συνδέεται με κοινωνικό κύρος, ιστορική ισχύ, ταξικές αντιλήψεις και στερεότυπα γύρω από συγκεκριμένες εθνικές ή κοινωνικές ομάδες.
Η ίδια η μελέτη των 228 γλωσσών επισημαίνει ότι γλώσσες που συνδέονται με συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές, μετανάστες ή εθνοτικές μειονότητες μπορεί να αξιολογούνται διαφορετικά λόγω αυτών ακριβώς των συσχετισμών. (PubMed Central (PMC))
Guaraní: όταν μια γλώσσα γίνεται ταυτότητα
Το αφιέρωμα του Economist δίνει ένα εξαιρετικό παράδειγμα: τη Guaraní στην Παραγουάη.
Το περιοδικό παρατηρεί ότι μια γλώσσα που είναι στενά συνδεδεμένη με την ιστορία και την ταυτότητα της χώρας έχει αποκτήσει νέα πολιτισμική αίγλη και παρουσιάζει την Guaraní ως κάτι που έχει γίνει «trendy» στη σύγχρονη Παραγουάη.
Εδώ η γλώσσα παύει να είναι απλώς μέσο επικοινωνίας.
Γίνεται:
μνήμη, καταγωγή, κοινωνική ταυτότητα και δήλωση του ποιος είσαι.
Η περίπτωση αυτή δείχνει επίσης ότι το κύρος μιας γλώσσας δεν είναι σταθερό.
Μπορεί να αλλάξει.
Μια γλώσσα που κάποτε συνδεόταν με αγροτικούς πληθυσμούς ή χαμηλότερη κοινωνική θέση μπορεί να μετατραπεί σε σύμβολο αυθεντικότητας και πολιτισμικής υπερηφάνειας.
Και τότε μπορεί να αρχίσει να «ακούγεται» διαφορετικά στα αυτιά της ίδιας κοινωνίας — παρότι οι φθόγγοι της δεν έχουν αλλάξει.
Η μεγάλη οικογένεια που δεν γνωρίζουμε ότι μιλάμε
Η γλώσσα μεταφέρει όμως και μια πολύ βαθύτερη ιστορία.
Ο Economist περνά από τη σύγχρονη Guaraní σε έναν γλωσσικό πρόγονο που δεν μπορούμε να ακούσουμε ποτέ:
την Πρωτοϊνδοευρωπαϊκή.
Δεν διαθέτουμε ηχογραφήσεις της.
Δεν διαθέτουμε καν γραπτά κείμενα.
Οι γλωσσολόγοι την ανασυνθέτουν συγκρίνοντας τις γλώσσες που κατάγονται από αυτήν.
Αγγλικά, ελληνικά, ισπανικά, γερμανικά, ρωσικά, αρμενικά, περσικά, χίντι και πολλές άλλες γλώσσες ανήκουν στην τεράστια ινδοευρωπαϊκή οικογένεια.
Σύμφωνα με το Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης, οι ινδοευρωπαϊκές γλώσσες μιλιούνται σήμερα από σχεδόν τον μισό παγκόσμιο πληθυσμό και προέρχονται από μια κοινή πρωτογλώσσα που τοποθετείται περίπου στην 4η χιλιετία π.Χ.
Οι έρευνες αρχαίου DNA έχουν τα τελευταία χρόνια προσθέσει νέα δεδομένα στη συζήτηση για τις προϊστορικές μετακινήσεις πληθυσμών και τη διάδοση των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών.
Έτσι η γλώσσα αποδεικνύεται κάτι περισσότερο από λεξιλόγιο.
Είναι αρχείο ανθρώπινων μετακινήσεων χιλιάδων ετών.
Και η διγλωσσία; Μας κάνει εξυπνότερους;
Το επόμενο ερώτημα μοιάζει σχεδόν αναπόφευκτο.
Αν το να μιλάμε μια γλώσσα επηρεάζει τόσο βαθιά την κοινωνική μας ταυτότητα, τι συμβαίνει όταν ζούμε καθημερινά μέσα σε δύο;
Το Economist θέτει ευθέως το ερώτημα:
«Is being bilingual good for your brain?»
Και η δική του σύντομη απάντηση είναι εύστοχα προσεκτική: «Perhaps» — ίσως.
Και αυτή είναι περίπου η εικόνα της σημερινής επιστημονικής βιβλιογραφίας.
Υπάρχουν ενδείξεις ότι η διαχείριση δύο γλωσσών συνδέεται με λειτουργική και δομική νευροπλαστικότητα. Μια μεγάλη συστηματική ανασκόπηση 210 μελετών βρήκε επιδράσεις της δίγλωσσης εμπειρίας σε νευρωνικούς μηχανισμούς γενικότερων γνωστικών λειτουργιών και σε χαρακτηριστικά της εγκεφαλικής λειτουργίας και δομής.
Αλλά η δημοφιλής διατύπωση «η διγλωσσία σε κάνει εξυπνότερο» είναι πολύ απλοϊκή.
Νεότερες αναλύσεις βρίσκουν ένα περίπλοκο μίγμα θετικών, αρνητικών και μηδενικών αποτελεσμάτων, ανάλογα με το έργο που εξετάζεται και τον πληθυσμό.
Και κοινωνικοί παράγοντες —εκπαίδευση, κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον, γλωσσικό κύρος, τρόπος χρήσης των γλωσσών— μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τα αποτελέσματα.
Άρα:
ο δίγλωσσος εγκέφαλος προσαρμόζεται. Αυτό δεν ισοδυναμεί με έναν απλό, καθολικό “δείκτη ευφυΐας”.
Η νέα γλωσσική ανισότητα έχει όνομα: AI
Και τότε το ζήτημα κάνει μια απροσδόκητη στροφή.
Για χιλιάδες χρόνια η γλώσσα καθόριζε με ποιους μπορούσαμε να επικοινωνήσουμε.
Σήμερα μπορεί να αρχίσει να καθορίζει και πόσο καλή απάντηση παίρνουμε από μια μηχανή.
Το Economist επισημαίνει στο αφιέρωμα ότι κορυφαία μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης μπορούν να έχουν χαμηλότερες επιδόσεις σε γλώσσες πέρα από τα αγγλικά και υπογραμμίζει τον πιθανό κίνδυνο ειδικά όταν οι χρήστες ζητούν συμβουλές υγείας.
Η ανησυχία δεν είναι θεωρητική.
Μελέτη του 2026 που συνέκρινε συμβουλές για χολόλιθους στα αγγλικά και στα τουρκικά βρήκε διαφορές στην απόδοση ανά γλώσσα και κατέληξε ότι οι πολυγλωσσικές απαντήσεις των εξεταζόμενων συστημάτων δεν ήταν σταθερά ασφαλείς.
Σε άλλη πρόσφατη προδημοσίευση, τέσσερα chatbots απάντησαν σε 21 ερωτήματα ασθενών σε έξι γλώσσες. Οι ερευνητές ανέφεραν ότι η γλώσσα του ασθενούς εξηγούσε πολύ μεγαλύτερο μέρος της διακύμανσης στην κλινική ποιότητα από το ποιο chatbot χρησιμοποιούνταν· στο συγκεκριμένο πείραμα οι αγγλικές απαντήσεις είχαν υψηλότερη συνολική βαθμολογία από τις ταϊλανδικές. Επειδή πρόκειται για preprint, το εύρημα χρειάζεται να αντιμετωπίζεται ως προκαταρκτικό.
Και ένα μεγάλο benchmark του 2026 με περισσότερα από 9.000 πραγματικά κλινικά ερωτήματα από τη Νιγηρία βρήκε επίσης σημαντικές διαφορές ανάλογα με τη γλώσσα και το αν η ερώτηση δινόταν ως κείμενο ή ομιλία. (MedRxiv)
Εδώ πλέον δεν συζητάμε για το ποια γλώσσα είναι «ωραιότερη».
Συζητάμε για κάτι πολύ σοβαρότερο.
Μπορεί η γλώσσα που μιλάς να επηρεάζει την ποιότητα της ψηφιακής γνώσης στην οποία έχεις πρόσβαση;
Από το «όμορφο» στο «ισχυρό»
Κάπως έτσι, μια ερώτηση που αρχίζει σαν παιχνίδι —
ποια είναι η ωραιότερη γλώσσα του κόσμου;
— καταλήγει σε ένα από τα μεγάλα πολιτισμικά ερωτήματα της εποχής μας.
Η έρευνα των 228 γλωσσών μάς λέει ότι δεν φαίνεται να υπάρχει ένας παγκόσμιος αισθητικός νικητής.
Αυτό που υπάρχει είναι άνθρωποι.
Άνθρωποι με μνήμες.
Με πολιτισμικές αναφορές.
Με κοινωνικές προκαταλήψεις.
Με γλώσσες που έχουν υψηλό κύρος και γλώσσες που ιστορικά περιθωριοποιήθηκαν.
Με γλώσσες που μιλούν δισεκατομμύρια και άλλες που αγωνίζονται να επιβιώσουν.
Και τώρα με αλγορίθμους που έχουν εκπαιδευτεί πάνω σε τεράστιες —αλλά άνισες— ποσότητες ανθρώπινου λόγου.
Η πραγματική ερώτηση λοιπόν ίσως δεν είναι:
«Ποια γλώσσα ακούγεται ομορφότερη;»
Αλλά:
«Γιατί μάθαμε να ακούμε ορισμένες γλώσσες ως όμορφες, άλλες ως ισχυρές και άλλες ως λιγότερο σημαντικές;»
Γιατί η γλώσσα δεν μεταφέρει μόνο πληροφορίες.
Μεταφέρει ιστορία, εξουσία, ταυτότητα και μνήμη.
Και στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης αποκτά ακόμη μία διάσταση:
μπορεί να καθορίζει όχι μόνο πώς μας ακούει ο άλλος, αλλά και πόσο καλά μας καταλαβαίνει η μηχανή.
Το αποτέλεσμα των εκλογών στο γερμανικό κρατίδιο Σαξονία – Άνχαλτ, όπου η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) απέσπασε ποσοστό 43,80% των ψήφων υπερδιπλασιάζοντας το ποσοστό που είχε λάβει το 2021 (20,80), έθεσε ερωτήματα με αυτονόητες απαντήσεις για δημοκρατικά καθεστώτα: Όταν ένα κόμμα λαμβάνει εκλογικά το 43,8% των ψήφων με το δεύτερο (Χριστιανοδημοκράτες – CDU) μόλις το 17,20% και όλα τα υπόλοιπα μονοψήφιο ποσοστό ψήφων, τίθεται θέμα σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία ποιο κόμμα θα κυβερνήσει το κρατίδιο; Τότε γιατί διεξάγονται οι εκλογές, αν την επομένη των εκλογών πασχίζουμε να βρούμε τρόπους παραχάραξης της βούλησης του εκλογικού σώματος;
Γιατί όμως ψηφίζουν την AfD ή τη Λεπέν στη Γαλλία αλλά και αλλού στην Ευρώπη; Ο Εντουάρ Λουί από τις πιο μαχητικές φωνές της σύγχρονης αριστερής γαλλικής διανόησης σε συνέντευξή του (Καθημερινή 16/6/2024) είχε πει «Κατά τη γνώμη μου, οι αιτίες που επέτρεψαν στην άκρα Δεξιά να αποκτήσει τόση εξουσία στην Ευρώπη είναι πολιτικές, οι οποίες είναι νεοφιλελεύθερες και τεχνοκρατικές, οδηγούν στην ανασφάλεια, στην κατάργηση των κοινωνικών παροχών, στην κατάργηση των δημοσίων υπηρεσιών, σε όλο και μεγαλύτερο περιορισμό της δημόσιας περίθαλψης, σε λιγότερα χρήματα στη δημόσια εκπαίδευση, σε περιορισμό της πρόσβασης των μεσαίων και των χαμηλών κοινωνικών τάξεων στα βασικά αγαθά της καθημερινής ζωής», σημειώνοντας ότι παρόμοιες πολιτικές έχουν εφαρμόσει ευρωπαϊκές κυβερνήσεις με αριστερό και σοσιαλιστικό πρόσημο.
Συμπλήρωσε μάλιστα λέγοντας: «Οι παππούδες και οι γιαγιάδες μου ψήφιζαν αριστερά ή κομμουνιστικά κόμματα. Στην πορεία ολόκληρη η επόμενη γενιά άρχισε να ψηφίζει Ακροδεξιά.
Η πολιτική φιλόσοφος Σαντάλ Μουφ, συνέχισε, έχει μία άποψη, που νομίζω ότι είναι πολύ αληθινή. Υποστηρίζει ότι οι περισσότεροι άνθρωποι που πρόκειται να ψηφίσουν την άκρα Δεξιά, στην πραγματικότητα ψηφίζουν για αριστερούς λόγους. Ψηφίζουν την Ακροδεξιά επειδή θέλουν μια καλύτερη ζωή, επειδή δεν μπορούν να φάνε κάθε μέρα, επειδή δεν μπορούν να πληρώσουν τη βενζίνη, επειδή νιώθουν τη βία της ανισότητας». Αλλά και ο Φιλίπ Μάνοου, καθηγητής Συγκριτικής Πολιτικής Οικονομίας στη Βρέμη σε πρόσφατη συνέντευξή του δήλωσε ότι «Η “αριστερή” ατζέντα δεν ανήκει πια στην Αριστερά»
Πού οφείλεται αυτή η μετάλλαξη; Ιστορικά, ο φασισμός έβρισκε τον λόγο ύπαρξής του στον αντικομουνισμό, κάτι που περιόριζε την εμβέλεια του κοινωνικού του λόγου. Σήμερα η ακροδεξιά μπορεί να ξετυλίγει την κριτική της προς τη νεοφιλελεύθερη Ευρώπη προβάλλοντας κοινωνικό πρόσωπο χωρίς να απαρνείται τον ρατσισμό. Διότι το τέλος του κομμουνισμού έσπασε ένα ταμπού και σήμερα πια μεταφασιστικά κόμματα διεκδικούν τη θέση του υπερασπιστή των συμφερόντων των λαϊκών τάξεων συμπεριλαμβανομένης της εργατικής τάξης. Πριν, υπήρξε το αντίπαλο δέος του κομμουνισμού που ανάγκασε τον καπιταλισμό να αυτομεταρρυθμιστεί μετά τον Β’ ΠΠ με κοινωνικές παραχωρήσεις. Σήμερα;
Σήμερα αποδείχθηκε ότι το κοινωνικό κράτος που χάνεται ήταν «νόθο τέκνο του κομμουνισμού, γεννημένο από το φόβο απέναντί του» (Ούλριχ Μπεκ). Όμως, η διάλυση της ΕΣΣΔ με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου συμπαρέσυρε και τη σοσιαλδημοκρατία. Η σοσιαλδημοκρατία, ο ρεφορμισμός, η πολιτική που υπόσχονταν ότι με τις μεταρρυθμίσεις θα φθάσει στον σοσιαλισμό, αναπτύχθηκε και λειτούργησε ως ανάχωμα προς τον υπαρκτό κομμουνισμό. Με τη διάλυση της ΕΣΣΔ εξέλιπε ο λόγος της ύπαρξής της συμπαρασύροντας τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα τα οποία μέσα από το Μάαστριχτ ασπάστηκαν βαθμιαία τον νεοφιλελευθερισμό διατηρώντας μόνον τις ονομασίες τους. Το σύνθημα του Μακρόν «ούτε Δεξιά ούτε Αριστερά, εμπρός!» είναι χαρακτηριστικό. Η Σαντάλ Μουφ στο βιβλίο της «Επί του πολιτικού» προειδοποιούσε από το 2008 πως «Όταν η κοινωνική διαίρεση δεν μπορεί να εκφραστεί μέσω της αντίθεσης αριστερά/δεξιά, τα πάθη δεν μπορούν να στραφούν σε δημοκρατικούς σκοπούς και οι ανταγωνισμοί παίρνουν μορφές που ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο τους δημοκρατικούς θεσμούς…. Το νόημα της αριστεράς και της δεξιάς θα μεταβάλλεται, αλλά η διαχωριστική γραμμή θα πρέπει να διατηρηθεί γιατί η εξαφάνισή της θα σήμαινε ότι απωθείται η κοινωνική διαίρεση και ότι ένα πλήθος φωνών έχουν καταδικαστεί στη σιωπή…». Στη Γερμανία, Χριστιανοδημοκράτες και Σοσιαλδημοκράτες κυβερνούν σφιχταγκαλιασμένοι τη χώρα. Έχει κάποια διαφορά η ψήφος ανάμεσα σε CDU και SPD; Έτσι, βρίσκουν τη φωνή τους στην Ακροδεξιά αφού ο σοσιαλισμός ακόμη και η σοσιαλδημοκρατία μετά το 1989 ουσιαστικά έχουν αποκλειστεί, παραμένουν μόνον ως ρητορική.
Δεν πρέπει να μας δημιουργούν ψευδαισθήσεις κάποιοι θεσμοί που αντέχουν ακόμη στην Ευρώπη απομειούμενοι όμως συνεχώς, οι οποίοι ήσαν αποτέλεσμα της αποικιοκρατίας επί αιώνες με αποκορύφωμα την ευημερία της Belle Époque αλλά και τωνχρυσών δεκαετιών μεταπολεμικά (1945 -1975) αποτέλεσμα της δημιουργικής καταστροφής του Β’ ΠΠ και της αντιμετώπισης του αντίπαλου δέους, της ΕΣΣΔ.. Σήμερα όλα αυτά χάνονται. Όμως το πολιτικό σύστημα και το κεφάλαιο αισθάνεται ασφαλέστερα με την Ακροδεξιά. Διότι σε αντίθεση με τις κομμουνιστικές επαναστάσεις που τροποποίησαν τις μορφές ιδιοκτησίας και τις παραγωγικές σχέσεις, οι φασισμοί ανέκαθεν ενσωμάτωναν στο σύστημα εξουσίας τους τις παλιές διοικητικές, οικονομικές και στρατιωτικές ελίτ, ήταν το τελευταίο όπλο της αστικής τάξης
Τα πάντα θα κριθούν, όταν με το τουρκικό νομοσχέδιο οριοθετηθεί μονομερώς και ενεργοποιηθεί ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδα κατά μήκος των μικρασιατικών ακτών.
Τότε ακριβώς θα αναδειχθεί τι μέλλει γενέσθαι, κλιμάκωση και κρίση ή απλή ένταση.
H Ελλάδα πρέπει να κινηθεί στρατηγικά και με εθνική συναίνεση.
Να λάβει μέτρα με πρώτο να διασφαλίσει, βάσει του δικαίου της θάλασσας, το σύμπλεγμα της Μεγίστης, αποφασίζοντας τη διεύρυνση της αιγιαλίτιδας ζώνης του στα 12νμ.
Διεύρυνση της αιγιαλίτιδας ζώνης του είχε προταθεί το 2020 χωρίς να υπάρξει συνέχεια, εν μέσω της κρίσης που προκάλεσε το σκάφος Ορούτς Ρέϊς, το οποίο πράγματι προέβη παρανόμως σε έρευνες εντός διαφιλονικούμενης υφαλοκρηπίδας, μία ανάσα από το όριο των 6νμ από το Καστελόριζο.
Ο βασικός στόχος είναι να διασφαλιστεί η κυριαρχία, πρωτίστως για να καλυφθεί το αίσθημα ασφάλειας και η άνεση προστατευμένου θαλάσσιου χώρου, αλλά και για να εξασφαλιστεί μια περιοχή αλιείας που μπορούν να εκμεταλλευτούν οι νησιώτες και να ενισχυθεί η νησιωτική οικονομία.
Απαιτείται στρατηγική και συνδρομή συμμάχων, πρωτίστως της Γαλλίας λόγω της συμβατικής δέσμευσης, για να διασφαλιστεί η κυριαρχία σε διευρυμένη αιγιαλίτιδα ζώνη.
a. Επιχειρείται, από την Τουρκία, η αμφισβήτηση κυριαρχίας, αντιτασσόμενη στο δικαίωμα της Ελλάδας να μεριμνά για την άμυνα των νησιών και την ασφάλεια των κατοίκων, αλλά και τη σταθερότητα στο Αν. Αιγαίο.
b. Τα θαλάσσια πάρκα (ορισμένα από την Τουρκία σε διεθνή ύδατα) που θα
υλοποιηθούν με το τουρκικό νομοσχέδιο των θαλάσσιων ζωνών, θα διαμορφώσουν μια ανελαστική συνθήκη.
c. Το αναμενόμενο νομοσχέδιο (από την Τουρκία) καθιέρωσης και εφαρμογής θαλασσίων ζωνών στο Αιγαίο και στην Αν. Μεσόγειο, προμηνύουν εξελίξεις.
d. Το νομοσχέδιο θα είναι κρίσιμο για έναν λόγο, εάν δηλαδή θα ενσωματώνει τη διάταξη της UNCLOS για υποχρέωση οριοθέτησης ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδας με συμφωνία.
Σε διαφορετική περίπτωση, ο Ερντογάν εξουσιοδοτείται να προχωρήσει μονομερώς αμέσως.
e. Στο πλέγμα λοιπόν απειλή και περικύκλωση, κατασκευάζει αφήγημα μεταξύ άλλων για την αναγκαιότητα της πρόσκτησης θαλάσσιων ζωνών, οικοδομώντας προς το παρόν την αντίδρασή της μόνο επί του θέματος.
Ομοίως δοκιμασία θα είναι τα θαλάσσια πάρκα που όρισε η Τουρκία στα διεθνή ύδατα, σε απάντηση των ελληνικών εθνικών πάρκων, τα οποία όμως χωροθετήθηκαν εντός αιγιαλίτιδας ζώνης.
f. Το παράνομο θαλάσσιο πάρκο νοτίως του Καστελορίζου προκαλεί τον ασφυκτικό εγκλωβισμό του, παρότι προς το παρόν ενεργοποιείται σε μεγάλη απόσταση από το νησιωτικό σύμπλεγμα.
g. Τα πάντα θα κριθούν, όταν με το τουρκικό νομοσχέδιο οριοθετηθεί μονομερώς και ενεργοποιηθεί ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδα κατά μήκος των μικρασιατικών ακτών.
h. Τότε ακριβώς θα αναδειχθεί τι μέλλει γενέσθαι, κλιμάκωση και κρίση ή απλή ένταση.
i. Διεύρυνση της αιγιαλίτιδας ζώνης του είχε προταθεί το 2020 χωρίς να υπάρξει συνέχεια, εν μέσω της κρίσης που προκάλεσε το σκάφος Ορούτς Ρέϊς, το οποίο πράγματι προέβη παρανόμως σε έρευνες εντός διαφιλονικούμενης υφαλοκρηπίδας, μία ανάσα από το όριο των 6νμ από το Καστελόριζο.
k. Ο βασικός στόχος είναι να διασφαλιστεί η κυριαρχία, πρωτίστως για να καλυφθεί το αίσθημα ασφάλειας και η άνεση προστατευμένου θαλάσσιου χώρου, αλλά και για να εξασφαλιστεί μια περιοχή αλιείας που μπορούν να εκμεταλλευτούν οι νησιώτες και να ενισχυθεί η νησιωτική οικονομία.
l. Απαιτείται στρατηγική και συνδρομή συμμάχων, πρωτίστως της Γαλλίας λόγω της συμβατικής δέσμευσης, για να διασφαλιστεί η κυριαρχία σε διευρυμένη αιγιαλίτιδα ζώνη.
1. Οι ανακοινώσεις της Τουρκίας για τα θαλάσσια πάρκα στην ανοικτή θάλασσα, που επηρεάζουν σαφώς την Ελλάδα, καθώς και το αναμενόμενο νομοσχέδιο καθιέρωσης και εφαρμογής θαλασσίων ζωνών στο Αιγαίο και στην Αν. Μεσόγειο, προμηνύουν εξελίξεις.
Αυτές αναμοχλεύονται εν μέσω επαναλαμβανόμενης επιθετικής ρητορικής της Άγκυρας, για τα ίδια θέματα, όπως η αποστρατιωτικοποίηση νησιών, απαιτώντας αυτή τη φορά τον αφοπλισμό τους.
Συνδυαστικά με τις «γκρίζες ζώνες», που εγείρει σε κάθε ευκαιρία, επιχειρείται η αμφισβήτηση κυριαρχίας, αντιτασσόμενη στο δικαίωμα της Ελλάδας να μεριμνά για την άμυνα των νησιών και την ασφάλεια των κατοίκων, αλλά και τη σταθερότητα στο Αν. Αιγαίο.
2.Τα θαλάσσια πάρκα που θα υλοποιηθούν με το τουρκικό νομοσχέδιο των θαλάσσιων ζωνών, θα διαμορφώσουν μια ανελαστική συνθήκη.
Αυτό κατέδειξε η σπουδή της Τουρκίας να τα ορίσει σε διεθνή ύδατα, όπου αναμφισβήτητα απαιτείται συμφωνία με τα γειτονικά -κατά περίπτωση- παράκτια κράτη.
Το νομοσχέδιο θα είναι κρίσιμο για έναν λόγο, εάν δηλαδή θα ενσωματώνει τη διάταξη της UNCLOS για υποχρέωση οριοθέτησης ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδας με συμφωνία.
Σε διαφορετική περίπτωση, ο Ερντογάν εξουσιοδοτείται να προχωρήσει μονομερώς αμέσως.
Στην κατεύθυνση αυτή ισχυρίζεται ότι η Ελλάδα δεν ανταποκρίνεται στις προσκλήσεις διευθέτησης, ενώ ο ίδιος επί της ουσίας επιδιώκει συνολική διευθέτηση με όλα τα θέματα στο τραπέζι.
Από την άλλη για την έξωθεν καλή μαρτυρία, ο Φιντάν τάσσεται υπέρ της συνέχισης του διαλόγου και του θετικού κλίματος, που όμως η Τουρκία υπονομεύει απαιτώντας συναίνεση για οτιδήποτε διαλαμβάνεται σε Αιγαίο και Μεσόγειο, επιμένοντας ότι απειλείται από τη θωράκιση των νησιών.
3. Η διατήρηση του θετικού κλίματος έχει να αντιμετωπίσει πολλά προσκόμματα. Το καλώδιο θα είναι το πρώτο crash test σε περίπτωση που παρεμποδιστεί η έρευνα βυθού και η πόντισή του.
Διαστρεβλώνοντας την πραγματικότητα, η Τουρκία ισχυρίζεται ότι το καλώδιο την περικυκλώνει και την απειλεί.
Σε αυτό προσθέτει πρώτον τη στρατηγική σχέση με το Ισραήλ και την στρατιωτική του τεχνολογία που η Ελλάδα χρησιμοποιεί και μάλιστα στα νησιά που κατ’ αυτήν τελούν υπό καθεστώς αποστρατιωτικοποίησης και δεύτερον την αλλαγή στην ισορροπία ισχύος λόγω των εξοπλισμών.
4. Στο πλέγμα λοιπόν απειλή και περικύκλωση, κατασκευάζει αφήγημα μεταξύ άλλων για την αναγκαιότητα της πρόσκτησης θαλάσσιων ζωνών, οικοδομώντας προς το παρόν την αντίδρασή της μόνο επί του θέματος.
Ομοίως δοκιμασία θα είναι τα θαλάσσια πάρκα που όρισε η Τουρκία στα διεθνή ύδατα, σε απάντηση των ελληνικών εθνικών πάρκων, τα οποία όμως χωροθετήθηκαν εντός αιγιαλίτιδας ζώνης. Είναι διαφορετικό να διεκδικείς στα διεθνή ύδατα εθνικά πάρκα χωρίς σύμπραξη με τα όμορα κράτη που είναι διεθνής υποχρέωση.
Ειδικότερα, το παράνομο θαλάσσιο πάρκο νοτίως του Καστελορίζου προκαλεί τον ασφυκτικό εγκλωβισμό του, παρότι προς το παρόν ενεργοποιείται σε μεγάλη απόσταση από το νησιωτικό σύμπλεγμα. Τα πάντα θα κριθούν, όταν με το τουρκικό νομοσχέδιο οριοθετηθεί μονομερώς και ενεργοποιηθεί ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδα κατά μήκος των μικρασιατικών ακτών.
Τότε ακριβώς θα αναδειχθεί τι μέλλει γενέσθαι, κλιμάκωση και κρίση ή απλή ένταση.
5. Έναντι όλων αυτών, γνωρίζοντας τους ισχυρισμούς και τις προθέσεις της Τουρκίας, η Ελλάδα πρέπει να κινηθεί στρατηγικά και με εθνική συναίνεση.
Να λάβει μέτρα με πρώτο να διασφαλίσει, βάσει του δικαίου της θάλασσας, το σύμπλεγμα της Μεγίστης, αποφασίζοντας τη διεύρυνση της αιγιαλίτιδας ζώνης του στα 12νμ.
Με την διεύρυνση δεν επηρεάζεται η διεθνής ναυσιπλοΐα στην ευρύχωρη Αν. Μεσόγειο, ούτε η Τουρκία προβάλλει το casus belli, διότι εκλείπουν οι λόγοι τους οποίους επικαλείται για το Αιγαίο.
Υπό τέτοιες συνθήκες, δεν είναι δυνατόν τα 6νμ να είναι το όριο ανοχής έναντι τουρκικών απαιτήσεων και αιτιάσεων με αντίκτυπο στο Καστελόριζο.
Διεύρυνση της αιγιαλίτιδας ζώνης του είχε προταθεί το 2020 χωρίς να υπάρξει συνέχεια, εν μέσω της κρίσης που προκάλεσε το σκάφος Ορούτς Ρέϊς, το οποίο πράγματι προέβη παρανόμως σε έρευνες εντός διαφιλονικούμενης υφαλοκρηπίδας, μία ανάσα από το όριο των 6νμ από το Καστελόριζο.
6. Ο βασικός στόχος είναι να διασφαλιστεί η κυριαρχία, πρωτίστως για να καλυφθεί το αίσθημα ασφάλειας και η άνεση προστατευμένου θαλάσσιου χώρου, αλλά και για να εξασφαλιστεί μια περιοχή αλιείας που μπορούν να εκμεταλλευτούν οι νησιώτες και να ενισχυθεί η νησιωτική οικονομία.
Όμως απαιτείται στρατηγική και συνδρομή συμμάχων, πρωτίστως της Γαλλίας λόγω της συμβατικής δέσμευσης, για να διασφαλιστεί η κυριαρχία σε διευρυμένη αιγιαλίτιδα ζώνη.
Ίσως μελλοντικά σε ένα πλαίσιο ευρύτερου Μεσογειακού διαλόγου να καταστεί δυνατή μια λειτουργική, αμιγώς αλιευτική ζώνη, ως μερική θαλάσσια ζώνη της ΕΕ.
Παράλληλα θα μπορούσε να επιδιωχθεί το ζητούμενο για συνολικές οριοθετήσεις στην Αν. Μεσόγειο.
7. Επειδή φημολογείται τελευταία, η διεύρυνση της αιγιαλίτιδας ζώνης νοτίως της Κρήτης, η κίνηση αυτή έχει νόημα μόνο ως προκριματικό στάδιο πριν οριοθετηθεί ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδα με τρίτα κράτη χωρίς να συναρτάται με τα ελληνοτουρκικά.
Αυτό δεν είναι το μείζον, δεν έχει την ίδια αξία με την διεύρυνση της αιγιαλίτιδας ζώνης του Καστελορίζου. Διεύρυνση της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12νμ νότια της Κρήτης, θα ενοποιούσε το συνολικό όριο με αυτό των 12νμ της Γαύδου. Αυτό επισημαίνεται γιατί σε μια οριοθέτηση ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδας δεν θα επηρεασθεί το όριο της Γαύδου, ακόμη και εάν η Λιβύη μετριάσει την επήρειά της.
8. Έχει προηγηθεί διεύρυνση στα 12νμ της αιγιαλίτιδας ζώνης στο Ιόνιο έως το Ταίναρο, με τα νέα σημεία βάσης, ήτοι τις ευθείες γραμμές και το κλείσιμο των κόλπων. Εκ των υστέρων θεσπίστηκε ΑΟΖ σε όριο που έθεσε η συμφωνία υφαλοκρηπίδας Ελλάδας-Ιταλίας το 1977. Ομοίως έχει διευρυνθεί η αιγιαλίτιδα ζώνη στην ελληνοαλβανική μεθόριο στην προοπτική μιας επανάληψης της οριοθέτησης με την Αλβανία, που ποτέ δεν ξεκίνησε. Εν προκειμένω εάν η φημολογούμενη διεύρυνση αιγιαλίτιδας ζώνης αφορά ακτές από το Ταίναρο, την νότιο-δυτική πλευρά της Κρήτης και καθ΄ όλη την έκτασή τους νοτίως της Κρήτης μέχρι το σημείο που αυτές είναι αντικείμενες με τις ακτές της Λιβύης, τότε σχετίζεται μόνο με την προοπτική οριοθέτησης ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδας· οι διαπραγματεύσεις της οποίας διεξάγονται αυτόν τον καιρό.
9. Θα μπορούσε μάλιστα κάποιος να αναρωτηθεί, γιατί δεν προηγήθηκε διεύρυνση αιγιαλίτιδας ζώνης ανατολικά της Κρήτης και νότια της Κάσου, Καρπάθου και Ρόδου πριν από την οριοθέτηση ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδας με την Αίγυπτο. Η απάντηση είναι ότι θα ήταν ατελέσφορο, και έπρεπε να προηγηθεί η κατοχύρωση των κυριαρχικών δικαιωμάτων, δηλαδή να διεμβολιστεί η τουρκολιβυκή οριοθέτηση. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί η χώρα να διευρύνει την αιγιαλίτιδα ζώνη εκεί όπου ήδη έχει οριοθετηθεί ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδα. Όμως εν προκειμένω η διεύρυνση στο σύμπλεγμα της Μεγίστης έχει προτεραιότητα.
Η δεξαμενή σκέψης Tnink Voreia, δημιουργεί βήματα δημόσιου διαλόγου για, τα αναπτυξιακά, κοινωνικά και θεσμικά προβλήματα της Θεσσαλονίκης, της Βόρειας Ελλάδας και την αναζήτηση εναλλακτικών προοδευτικών λύσεων.
Μετά την πετυχημένη εκδήλωση, στις αρχές της Άνοιξης, στα πλαίσια του Money Show, με την συμμετοχή εκπροσώπων των παραγωγικών τάξεων και των εργαζομένων, οργανώνει την δεύτερη Ημερίδα της.
Την οργανώνει, με την αιγίδα του Δήμου Θεσσαλονίκης μία εβδομάδα μετά την ολοκλήρωση της 90ης διοργάνωσης της ΔΕΘ, την Δευτέρα 21/9/26, στις 19:30, στην Αίθουσα Μανώλης Αναγνωστάκης, για να ζητήσουμε από τους ανθρώπους της παραγωγικής Θεσσαλονίκης, να μας πουν:
Αν, οι θέσεις του Πρωθυπουργού και των Προέδρων των κομμάτων της Αντιπολίτευσης, που παρουσίασαν στην ΔΕΘ, δίνουν λύσεις στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι παραγωγικοί κλάδοι και τομείς, στους οποίους δραστηριοποιούνται και, αν υποστηρίζουν την προοπτική ανάπτυξης της Θεσσαλονίκης και της Βόρειας Ελλάδας.
Η Θεσσαλονίκη και η Βόρεια Ελλάδα, είναι η κατεξοχήν περιοχή της ιδιωτικής οικονομίας.
Γιαυτό η κρίση στον παραγωγικό ιστό της, όπως και η ανεργία, είναι πιο μεγάλη, τις τελευταίες δεκαετίες.
Η πόλη και η ευρύτερη περιοχή, έχει τις προϋποθέσεις να βγει κερδισμένη από την υπερδεκαετή κρίση, γιατί έχει πρωτογενείς δυνάμεις σε όλους τους τομείς και τους κλάδους της νέας οικονομίας, της πράσινης οικονομίας, που στηρίζεται στην γνώση και την καινοτομία.
Η ισχυρή της πλευρά, μαζί με τον κόσμο της παραγωγής και της εργασίας είναι τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά της κέντρα.
Μεγάλα τμήματα του πληθυσμού υποβαθμίστηκαν βίαια οικονομικά και κοινωνικά, ενώ μεγάλο μέρος των νέων επέλεξε την μετακίνηση στις χώρες της ΕΕ για να βιοποριστεί και να χτίσουν το μέλλον τους.
Μια από τις χειρότερες απώλειες είναι η απαξίωση των θεσμών της κοινωνικής και πολιτικής εκπροσώπησης, η αποσταθεροποίηση της ιδέας της δημοκρατίας και η αισιοδοξία για την επόμενη ημέρα.
Αυτή η νέα πραγματικότητα οδήγησε μεγάλο μέρος της κοινωνίας σε δραστική μείωση των ατομικών και συλλογικών προσδοκιών, στην απογοήτευση και την αποδοχή ενός απαισιόδοξου «πεπρωμένου».
Οι ευρωπαϊκοί πόροι σχεδιάζονται και κατανέμονται κεντρικά, χωρίς να διαχέονται σε όλη την παραγωγική και κοινωνική κλίμακα και στον εθνικό χώρο. Έτσι όμως, οι περιφερειακές ανισότητες δεν εξομαλύνονται, ούτε οικοδομείται ένα βιώσιμο παραγωγικό μοντέλο, μια ανθεκτική εθνική και περιφερειακή οικονομία και δεν ενισχύεται η κοινωνική συνοχή.
Από τα 50 και πλέον δις ευρώ, του Ταμείου Ανάκαμψης και του ΕΣΠΑ, στην Θεσσαλονίκη έχουν επενδυθεί ελάχιστα.
Η Θεσσαλονίκη και η Βόρεια Ελλάδα έχουν υποχωρήσει αναπτυξιακά, κάτω από τον εθνικό μέσο όρο, και πολλά χρόνια καταγράφει αρνητικές πρωτιές στην απασχόληση, ειδικά των νέων.
Δεν της αξίζει της Θεσσαλονίκης και της Βόρειας Ελλάδας αυτή η θέση.
Πάντως παρά τους πανηγυρισμούς του Τραμπ ηΓροιλανδία δεν πουλήθηκε καιαγόρασε ξανά αυτό που ήδη είχε η Αμερική
Του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου
Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ ζητούσε επιτακτικά την αμερικανική κυριαρχία επί της Γροιλανδίας, επικαλούμενος λόγους εθνικής ασφάλειας, είχα επισημάνει ότι η Ουάσιγκτον δεν χρειαζόταν ούτε απειλές ούτε τελεσίγραφα προς τη Δανία,έναν από τους πλέον σταθερούς και ατλαντιστές συμμάχους της στο ΝΑΤΟ. Είχε ήδη στα χέρια της το βασικό εργαλείο, την Συμφωνία Άμυνας του 1951.
Όπως είναι γνωστό οι ΗΠΑ με το Βασίλειο της Δανίαςκατέληξαν σε συμφωνία για τηνΓροιλανδίαπου «παραχωρεί» στην Ουάσινγκτον «μόνιμο έλεγχο της ασφάλειας και άλλων αναγκών της Γροιλανδίας».Ο Τραμπ πανηγυρίζει διότι όπως ισχυρίζεται η συμφωνίααντιμετωπίζει οριστικά όλες τις αμερικανικές ανησυχίες. Είναι όμως βάσιμος ο «γύρος του θριάμβου» από το τραμπικό στρατόπεδο;
Θα λέγαμε όχι. Υπάρχειένα μικρό, αλλά καθοριστικόπρόβλημα. Η Γροιλανδία δεν μεταβιβάζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες όπως επεδίωκε ο Τραμπ και ένας μικρός δισεκατομμυριούχων επιχειρηματιών που αδημονούσαν να εκμεταλλευτούν τον ορυκτό πλούτο του μεγαλυτέρου νησιού του κόσμου!
Η Δανία και η κυβέρνηση της Γροιλανδίας δηλώνουν ρητά ότι η συμφωνία αναγνωρίζει την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα του Βασιλείου της Δανίας, καθώς και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του λαού της Γροιλανδίας. Κοντολογίς … δεν άλλαξε η κυριαρχία. Δεν έγινε αγορά. Δεν έγινε προσάρτηση. Δεν έγινε μεταβίβαση εδάφους.
Αυτό που αλλάζει, εφόσον το τελικό κείμενο επιβεβαιώσει όσα έχουν γίνει γνωστάείναι κυρίως το εύρος και η μονιμότητα της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας και ο αποκλεισμός στρατηγικών ανταγωνιστών από το νησί.
Η «καινούργια» ιδέα είναι 75 ετών
Η Συμφωνία Άμυνας ΗΠΑ – Δανίας του 1951 ήδη έδινε στις Ηνωμένες Πολιτείες εξαιρετικά ευρεία δικαιώματα ασφαλείας επάνω στη Γροιλανδία. Η συμφωνία προέβλεπε τη δυνατότητα δημιουργίας και λειτουργίας αμερικανικών αμυντικών περιοχών, εγκατάστασης προσωπικού και υποδομών, αποθήκευσης υλικού, λειτουργίας αεροπορικών και ναυτικών εγκαταστάσεων και ελεύθερης πρόσβασης αμερικανικών πλοίων, αεροσκαφών και στρατιωτικών δυνάμεων στις σχετικές περιοχές. Και όλα αυτά χωρίς να θίγεται η δανική κυριαρχία.
Το 2004, μάλιστα, η συμφωνία τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τη συμμετοχή και της τότε κυβέρνησης αυτονομίας της Γροιλανδίας. Η συμφωνία αναγνώριζε πλέον το νέο καθεστώς της Γροιλανδίας και όριζε το Thule, την σημερινή «Pituffik Space Base», ως τη μοναδική αμυντική περιοχή, ενώ προέβλεπε διαδικασίες για τη δημιουργία νέων αμυντικών περιοχών.
Η Ουάσιγκτον λοιπόνδεν πάτησεξαφνικά στηνΓροιλανδία. Την είχε ήδη.
Τι φαίνεται να προσθέτει η νέα συμφωνία;
Εδώ βρίσκεται το ενδιαφέρον. Το ακριβές κείμενο δεν έχει ακόμη δημοσιοποιηθεί, επομένως χρειάζεται προσοχή. Ωστόσο, από τις μέχρι τώρα δηλώσεις προκύπτουν τέσσερις βασικές κατευθύνσεις.
Πρώτον, διευρύνεται η αμερικανική στρατιωτική παρουσία. Ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι οι ΗΠΑ θα αρχίσουν άμεσα τη διαδικασία ανάπτυξης σημαντικής στρατιωτικής παρουσίας σε κατάλληλες περιοχές της Γροιλανδίας.
Δεύτερον, επιχειρείται να καταστεί η αμερικανική στρατηγική παρουσία μακροχρόνια και ουσιαστικά μόνιμη. Αυτό φαίνεται να συνδέεται και με ένα αμερικανικό πρόβλημα που υπήρχε πίσω από την εμμονή του Τραμπ! Τι θα συμβεί εάν η Γροιλανδία κάποια στιγμή γίνει ανεξάρτητη από τη Δανία; Η Ουάσιγκτον θέλει να εξασφαλίσει ότι η στρατηγική της θέση δεν θα εξαρτάται από μια μελλοντική συνταγματική αλλαγή.
Τρίτον, αποκλείονται οι γεωπολιτικοί ανταγωνιστές. Οι μέχρι τώρα πληροφορίες αναφέρουν ότι η συμφωνία θα απαγορεύει σε μη ΝΑΤΟϊκές δυνάμεις να εγκαθιστούν στρατιωτικές βάσεις ή να αποκτούν στρατιωτική παρουσία, ενώ θα περιορίζει και ορισμένες «ευαίσθητες» επενδύσεις από ανταγωνιστικές χώρες. Η Ρωσία και η Κίνα είναι προφανώς οι βασικοί αποδέκτες αυτής της πρόβλεψης.
Τέταρτον, η συμφωνία φαίνεται να επεκτείνει τη στρατηγική σημασία της Γροιλανδίας ως τμήματος της άμυνας της Βόρειας Αμερικής. Ο Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε ότι η Γροιλανδία θα παραμείνει μόνιμα ενταγμένη στον στρατηγικό αμυντικό χώρο της Βόρειας Αμερικής.
Αυτό ναι μεν είναι σημαντικό αλλάπολύ διαφορετικό πράγμα από την αμερικανική κυριαρχία που επιζητούσε ο Αμερικανός Πρόεδρος.
Το πραγματικό «deal»
Και εδώ ίσως βρίσκεται η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά της υπόθεσης. Ο Τραμπ ζήτησε την ιδιοκτησία του νησιού. Η Δανία του προσφέρει πολύ μεγαλύτερη αμερικανική στρατιωτική πρόσβαση και στρατηγικό έλεγχο, χωρίς να παραδώσει την κυριαρχία. Και η Ουάσιγκτον φαίνεται να το αποδέχεται.
Με άλλα λόγια, η Κοπεγχάγη δεν χρειάστηκε να παραδώσει τη Γροιλανδία για να ικανοποιήσει το βασικό αμερικανικό στρατηγικό αίτημα. Χρειάστηκε να συμφωνήσει σε μια διευρυμένη στρατιωτική σχέση που, σε μεγάλο βαθμό, πατάει πάνω σε δικαιώματα τα οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ήδη από το 1951.
Αν μάλιστα επιβεβαιωθεί ότι η νέα συμφωνία ουσιαστικά διασφαλίζει πως η Ρωσία και η Κίνα δεν θα αποκτήσουν στρατιωτικό ή στρατηγικό αποτύπωμα στη Γροιλανδία, τότε η Ουάσιγκτον παίρνει αυτό που πραγματικά την ενδιαφέρει περισσότερο: όχι τη σημαία πάνω από το νησί, αλλά τον αποκλεισμό των αντιπάλων της και την ελευθερία στρατιωτικής δράσης.
Ένα διπλωματικό «déjà vu»
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη. Η Δανία κατάφερε να μετατρέψει μια αμερικανική απαίτηση για κυριαρχία σε μια συμφωνία ασφάλειας που δεν αλλάζει την κυριαρχία της. Και αυτό δεν είναι λεπτομέρεια.
Γιατί το μεγαλύτερο πολιτικό πρόβλημα που δημιούργησε ο Τραμπ δεν ήταν η στρατηγική αξία της Γροιλανδίας. Αυτή ήταν δεδομένη. Ήταν η απειλή ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να επιδιώξουν την απόκτηση εδάφους ενός συμμάχου τους.
Η κρίση αυτή προκάλεσε σοβαρές ανησυχίες στην Ευρώπη και στο ΝΑΤΟ. Τώρα η λύση βρίσκεται, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, μέσα στο ίδιο το πλαίσιο της συμμαχίας. Ακριβώς εκεί όπου θα μπορούσε εξαρχής να είχε αναζητηθεί.
Το πραγματικό ερώτημα
Επομένως, το ερώτημα δεν είναι εάν ο Τραμπ «πήρε τη Γροιλανδία». Δεν την πήρε.
Το ερώτημα είναι πόσο μεγαλύτερη αμερικανική στρατιωτική παρουσία θα αποκτήσει η Ουάσιγκτον, ποια ακριβώς δικαιώματα θα της παραχωρηθούν, ποια θα είναι η συμμετοχή της κυβέρνησης της Γροιλανδίας και τι θα συμβεί σε περίπτωση μελλοντικής ανεξαρτησίας του νησιού. Και κυρίως: ποιο είναι το πραγματικό περιεχόμενο του όρου «μόνιμος έλεγχος της ασφάλειας» που χρησιμοποίησε ο Τραμπ;
Αυτό δεν μπορούμε ακόμη να το γνωρίζουμε με βεβαιότητα, διότι το πλήρες κείμενο δεν έχει δημοσιοποιηθεί και η συμφωνία δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει τις απαιτούμενες κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Μέχρι τότε, λοιπόν, καλό είναι να κρατήσουμε μικρό καλάθι απέναντι στους πανηγυρισμούς περί «αμερικανικής κατάκτησης της Γροιλανδίας».
Συμπεράσματα
Η Γροιλανδία παραμένει στη Δανία. Η κυριαρχία δεν άλλαξε χέρια. Αυτό που ενισχύεται είναι η αμερικανική στρατηγική πρόσβαση. Και η ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι για να το πετύχει αυτό η Ουάσιγκτον δεν χρειάστηκε τελικά να αγοράσει τη Γροιλανδία.
Χρειάστηκε απλώς να αξιοποιήσει και να επεκτείνει — αυτό που είχε ήδη εξασφαλίσει από το 1951 κάτι που έμμεσα παραδέχεται το Αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών που επισημαίνει ότι η εξέλιξη αυτήν δεν ξεκινά από μηδενική βάση.
*O Αντιστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Λουκόπουλος είναι Γεωστρατηγικός Αναλυτής
Οι οικονομικές ‘διευκολύνσεις’ που οδήγησαν στη Συμφωνία των Πρεσπών έχει σοβαρές δυνατότητες να διακυβεύσουν την «ιδιοφυΐα και τη λαμπρότητα» της διπλωματικής δεξιότητας που χρησιμοποιήθηκε για τη δημιουργία της, γράφει σε άρθρο της στις 26 Οκτωβρίου 2024 η Γιασμίνκα Παβλόφσκα στα μέσα ενημέρωσης των Σκοπίων.
Η Συμφωνία των Πρεσπών, τουλάχιστον με την επίσημη ονομασία – Τελική Συμφωνία για τη διευθέτηση των διαφορών που περιγράφονται στα ψηφίσματα 817 (1993) και 845 (1993) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, σχετικά με τη λήξη ισχύος της ενδιάμεσης συμφωνίας του 1995, για τη δημιουργία στρατηγικής εταιρικής σχέσης μεταξύ των μερών – μπορεί να φέρει τον χαρακτηρισμό «αριστούργημα της διπλωματίας», μόνο επειδή στον τίτλο των τριών γραμμών καταφέρνει να μην αναφέρει μεταξύ ποιων μερών και γιατί συνάπτεται η συμφωνία.
Επιπλέον, εκτός από τη «λαμπρή διπλωματική ικανότητα» που εφαρμόζεται στη Συμφωνία των Πρεσπών, το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου λειτουργεί με τους όρους «η πρώτη και η δεύτερη πλευρά», αλλά ακόμα κι έτσι, με όλη την ανώνυμη τάση στο κείμενο, κατάφερε να επιβληθεί η αλλαγή του ονόματος του κράτους της πΓΔΜ, με το γεωγραφικό επίθημα «βόρεια» στο ‘Μακεδονία’.
Τα «προσοδοφόρα» κέρδη στο μάρκετινγκ της διαφοράς
Μετά την εξαετή πολιτική πραγματικότητα της Συμφωνίας των Πρεσπών, παραμένει συζητήσιμο αν κατάφερε να λύσει τις διαφορές στην αντίληψη για το Μακεδονικό επί τόπου, στα Σκόπια και στην Ελλάδα, αλλά διαφαίνονται οι δυνατότητες για συγκεκριμένα προσοδοφόρα οφέλη στο όνομα της διαμεσολάβησης για την επίλυση «διαφορών για το όνομα».
Κατεβάστε Ταξιδιωτικούς Οδηγούς
Για όλο το διάστημα των τριών σχεδόν δεκαετιών της διαμάχης για το όνομα Μακεδονία, που επιβλήθηκε από την Ελλάδα, στα παρασκήνια των επίσημων διαπραγματεύσεων και της διπλωματικής διαμεσολάβησης, «διαμεσολαβήσεις» γίνονταν με ισχυρότερα, πιο συγκεκριμένα, αλλά και πιο απρεπή επιχειρήματα από αυτά τα διπλωματικά.
Κίρο Γκλιγκόροφ 1992
Αρκετές μαρτυρίες σε συνεντεύξεις και βιογραφίες των παραγόντων στο «μάρκετινγκ» τριών δεκαετιών για το όνομα Μακεδονία, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τα χρηματικά ίχνη που οδηγούν στη Συμφωνία των Πρεσπών έχουν σοβαρές δυνατότητες να διακυβεύσουν την «ιδιοφυΐα και τη λαμπρότητα» της διπλωματικής δεξιότητα που χρησιμοποιήθηκε για τη δημιουργία της.
Η πρώτη σχέση από το 1992 – 1 εκατομμύριο δολάρια για το όνομα
Την εποχή της «ανατροπής» της συμφωνίας των Πρεσπών, στις αρχές του 2018, πριν αποκαλυφθεί η επιλογή της «Βόρειας», από τους εθνικιστικούς κύκλους στην Ελλάδα που αρνήθηκαν να δεχτούν οποιαδήποτε αναφορά του όρου Μακεδονία στο όνομα του γειτονικού κράτος, επανήλθε για λίγο στη σκηνή το όνομα « Κεντροβαλκανική Δημοκρατία ».
Αν και απορρίφθηκε ως επιπόλαιο ακόμη και τότε, ήταν αρκετό για να ενεργοποιηθούν οι αναμνήσεις της πρότασης του 1992 από τον Αυστριακό διπλωμάτη Alojz Mock και τον Βασίλ Τουπουρκόφσκι – τον ειδικό απεσταλμένο του τότε προέδρου της ΠΓΔΜ, Κίρο Γκλιγκόροφ.
Για να έχει αυτή η «προσφορά» το πλαίσιο της πρώτης υπόθεσης δωροδοκίας για αλλαγή ονόματος, της «αποκάλυψης» του τότε Προέδρου της Συνέλευσης Στόγιαν Άντοφ ότι «διακυβεύονται» κάπου ένα εκατομμύριο δολάρια για να φέρουν επενδύσεις 2 δισ. ευρώ στα Σκόπια.
Ένας από τους παίκτες σε εκείνη την πρώτη υπόθεση για το όνομα, Βασίλ Τουπουρκόφσκι, και το «σήμερα», δηλαδή το 2020, ήταν (είναι) της άποψης ότι εκείνη η περίοδος του 1992 ήταν μια «μαγική στιγμή» για την επίλυση του ζητήματος του ονόματος, προσθέτοντας ότι ποτέ δεν ήταν «ψεύτης και τυχοδιώκτης» και ότι αυτό ήταν αφορμή για να οργανωθεί μιντιακό κυνήγι εναντίον του για υψηλή προδοσία εθνικών συμφερόντων και απομάκρυνση από την πολιτική σκηνή.
Άλλοι ενεργοί συμμετέχοντες στη σλαβική διπλωματία εκείνη την περίοδο, όπως ο καθηγητής Ντένκο Μαλέσκι , αμφισβητεί ξανά τη θέση για τη «μαγική στιγμή».
Ωστόσο, παραμένει στη χρονολογία των «προσπαθειών διατήρησης» του κράτους των Σκοπίων, μέσω της αλλαγής του ονόματος, ότι η πρώτη «προσφορά» και υπόθεση για ρεαλπολιτικό οπορτουνισμό συνέβη στην αρχή της ανεξαρτησίας – το όνομα του κράτους για το χρήμα.
Γκλιγκόροφ: Μπορείτε να φανταστείτε τον αρχηγό αυτής της χώρας να λάβει ένα εκατομμύριο δολάρια, να εγκαταλείψει το όνομα Μακεδονία;
Δέκα χρόνια αργότερα, ο πρώτος πρόεδρος της πΓΔΜ, Κίρο Γκλιγκόροφ, στο βιβλίο του «Η Μακεδονίας είναι το μόνο που έχουμε» από το 2001, μίλησε για το πώς ο Λιούμπομιρ Φερκόφσκι, ως Υπουργός Εσωτερικών, μέσω Ελλήνων μεσαζόντων προσπάθησε να τον δωροδοκήσει με ένα εκατομμύριο δολάρια εάν αποχωρούσε από το συνταγματικό όνομα. Ο Γκλιγκόροφ έγραψε ότι τον άκουσε, αλλά αρνήθηκε τα χρήματα που προσφέρθηκαν.
«Υπήρξε, θα το πω για πρώτη φορά, μια πραγματικά αδιανόητη προσπάθεια από τις ελληνικές ειδικές υπηρεσίες να επηρεάσουν και εμένα, και ότι με έναν εξαιρετικά αγενή τρόπο, να αποδεχτώ την ελληνική λύση, να κάνω κάτι για να εγκαταλείψω το όνομα Μακεδονία….
Μια μέρα ο Υπουργός Εσωτερικών, Φερκόφσκι, μου πρότεινε να δεχτώ κάποιους συναδέλφους της Υπηρεσίας, ώστε να με ενημερώσουν προσωπικά για κάτι από τη δουλειά τους. Τους παρέλαβα και μου είπαν ότι είχαν συνάντηση με τους «συναδέλφους» τους από την Ελλάδα και ότι τους είπαν επίσημα να μου το μεταφέρουν προσωπικά, ότι αν υποχωρήσω για το όνομα, είναι έτοιμοι να μεταφερθούν σε εμένα, σε όποια τράπεζα θέλω στον κόσμο, ένα εκατομμύριο δολάρια », έγραψε ο Γκλιγκόροφ.
Τότε ο πρόεδρος τους ρώτησε πώς θα μπορούσαν να φανταστούν έναν αρχηγό κράτους να λαμβάνει ένα εκατομμύριο δολάρια και να παραιτείται από το όνομα Μακεδονία.
«Τους άκουσα, πρώτα, κοίταξα τους ανθρώπους για πολλή ώρα, και μετά τους είπα: «Εντάξει, καλά, άνθρωποι, πώς φαντάζεστε – ότι ο αρχηγός αυτής της χώρας παίρνει ένα εκατομμύριο δολάρια, για να δώσει το όνομα Μακεδονία. Πώς παρακαλώ, το φανταζόσασταν; Πώς μπορεί να το φανταστεί κανείς; Είναι παράλογο πράγμα, αν κάποιος το φανταζόταν καθόλου, τότε δεν είμαι για αυτό το μέρος », έγραψε ο Γκλιγκόροφ στο βιβλίο του.
Λίγους μήνες αργότερα, ο Γκλιγκόροφ έκανε αυτούς τους ισχυρισμούς στο δικαστήριο. Εκεί, ο Γκλιγκόροφ περιέγραψε λεπτομερώς τις συναντήσεις του με τον Φερκόφσκι και πώς προσπάθησε να τον δωροδοκήσει με έναν πολύτιμο αμφορέα, ένα πολυτελές ρολόι, ακόμη και έναν χαρτοφύλακα με χρήματα που ήταν δώρο από έναν Έλληνα αξιωματικό πληροφοριών για να τον «μαλακώσει» ώστε να παραιτηθεί από το όνομα «Μακεδονία».
Ανοίγει τον χαρτοφύλακα, γεμάτο δολάρια. Υπάρχουν εκατό χιλιάδες δολάρια εδώ. Όταν έφευγε, μου είπε: «Πρέπει να πληρώσω τον πρόεδρο που ήμουν εδώ τόσο καιρό, και μου έδωσε αυτόν τον χαρτοφύλακα να σας τον φέρω. Είναι το δώρο του ».
Τον κοιτάω – καλά, λέω, Φερκόφσκι, δεν κατάλαβες αυτόν τον αμφορέα όταν σου επέστρεψα το ρολόι, ότι δεν είμαι καλός σε τέτοιες δουλειές. Εντάξει, τώρα, ο άνθρωπος έδωσε τα λεφτά, τώρα τι να τα κάνουμε είπε… », περιέγραψε ο Γκλιγκόροφ το δυσάρεστο περιστατικό με τον Φερκόφσκι.
Ελληνικά μυστικά κονδύλια 50 εκατομμυρίων ευρώ για ΜΜΕ σε Μακεδονία και Αλβανία
Την ώρα που «μαγειρεύονταν» η Συμφωνία των Πρεσπών, τα ελληνικά ΜΜΕ αποκάλυψαν μια υπόθεση για τα μαύρα ταμεία της ελληνικής κυβέρνησης για τη χρηματοδότηση έργων στη γειτονιά, στην ΠΓΔΜ και στην Αλβανία «ώστε να υπάρχουν θετικά άρθρα για την Ελλάδα και για να ασκούν πίεση στους δημοσιογράφους ή τη διοίκηση των ΜΜΕ υπέρ των ελληνικών συμφερόντων».
Την ημέρα που η Βουλή των Σκοπίων ψήφισε την ανάγκη συνταγματικών τροποποιήσεων για την εφαρμογή της Συμφωνίας των Πρεσπών, τα ελληνικά ΜΜΕ έγραψαν ότι περίπου ένα εκατομμύριο ευρώ από τα μυστικά κονδύλια του ελληνικού ΥΠΕΞ χρησιμοποιήθηκαν για τη χρηματοδότηση μέσων ενημέρωσης σε Σκόπια και Αλβανία για την υποστήριξη των Ορθόδοξων Εκκλησιών.
Στο συγκεκριμένο κείμενο αντέδρασαν και ο πρόεδρος της Βουλής και το γραφείο Τύπου του Τσίπρα και σύμφωνα με την «Εφημερίδα των Συντακτών», η εισαγγελία διέταξε έρευνα για τη δημοσίευση εμπιστευτικών στοιχείων.
Αργότερα, στη Βουλή των Ελλήνων, ο αρχηγός των «Ανεξάρτητων Ελλήνων», Πάνος Καμμένος, κατηγόρησε τον τότε υπουργό Εξωτερικών Νίκο Κοτζιά για κακή διαχείριση των μυστικών κονδυλίων της κυβέρνησης, επικαλούμενος ποσό 50 εκατ. ευρώ.
Έμεινε η εντύπωση ότι αυτή η κατηγορία ήταν που έσπασε το τζάμι και ανάγκασε τον Κοτζιά να παραιτηθεί από τη θέση του υπουργού Εξωτερικών.
Στη συνέχεια τα ελληνικά ΜΜΕ ανέλυσαν διεξοδικά τους λόγους της αποχώρησης του Κοτζιά και οι διαφωνίες, τόσο για τα ταμεία όσο και για τη Συμφωνία των Πρεσπών, ήταν μόνο η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.
Ο καυγάς Καμένου – Κοτζιά συνεχίστηκε στα ελληνικά δικαστήρια, δηλαδή ο Κοτζιάς μήνυσε τον Καμένο για συκοφαντική δυσφήμιση για τα αναφερόμενα 50 εκατ. ευρώ, αλλά ο επίλογος παρέμεινε άγνωστος στο δικό μας και μάλλον στο ελληνικό κοινό.
Παρεμπιπτόντως, ο Νίκος Κόζιας είναι ο υπογράφων της Συμφωνίας των Πρεσπών από ελληνικής πλευράς.
Ενδεικτικά, την περίοδο εκείνη που τα μυστικά κονδύλια της ελληνικής κυβέρνησης δραστηριοποιούνταν για να «πιέσουν δημοσιογράφους στην ΠΓΔΜ και την Αλβανία ή τη διαχείριση των ΜΜΕ υπέρ των ελληνικών συμφερόντων », στα Σκόπια, το 2017, εμφανίστηκε το έντυπο μέσο, «Ανεξάρτητη », η οποία έληξε τη στιγμή που εφαρμόστηκε η Συμφωνία των Πρεσπών, το 2019.
Είναι μάλλον το τελευταίο επεισόδιο στο σκοπιανό έπος σχεδόν τριών δεκαετιών με τα «ίχνη χρημάτων» που οδήγησαν στη Συμφωνία των Πρεσπών και στην αλλαγή της ιστορικής και συνταγματικής ονομασίας της χώρας, που μέχρι το 2019 ονομαζόταν Δημοκρατία της Μακεδονίας.
Ιβάνοφ: Η αλλαγή του ονόματος για 150 εκατομμύρια ευρώ
Ο πρώην πρόεδρος της πΓΔΜ, Γκιόργκε Ιβάνοφ , ο οποίος δεν υπέγραψε κανένα από τα διατάγματα των νόμων που σχετίζονται με την εφαρμογή της Συμφωνίας των Πρεσπών, που ουσιαστικά σήμαινε αλλαγή του ονόματος του κράτους, σε φόρουμ πρεσβευτών, είπε πέρυσι ότι το θέμα είναι πολύ συναισθηματικό για εμάς και το φόντο είναι η γεωπολιτική και η γεωστρατηγική.
Άνοιξε όμως και μια πτυχή ότι η αλλαγή του ονόματος της χώρας έγινε μέσα από μια εμπορική διαδικασία, στην οποία δαπανήθηκαν 150 εκατ. ευρώ.
«Δεν είναι ούτε πολιτική ούτε νομική, αλλά εμπορική διαδικασία. Διακυβεύονται πολλά χρήματα και αφήστε τους δημοσιογράφους να διερευνήσουν το ποσό που καταβλήθηκε για να αλλάξει το όνομα, να εγκαταλείψουν την πιο ακριβή μάρκα στην ιστορία της ανθρωπότητας, η οποία φέρνει τώρα εισόδημα σε μια άλλη χώρα », είπε ο Ιβάνοφ στο βήμα.
Ωστόσο, αν και αναφέρθηκε σε δημοσιογραφική έρευνα για το ποσό που καταβλήθηκε για την αλλαγή του ονόματος της Δημοκρατίας της Μακεδονίας, έδωσε και ένα είδος κατεύθυνσης με την παρατήρηση: «Αν ρωτήσετε όποιον έχει ενημερωθεί στην ελληνική πολιτική, θα σου πει ένα ποσό 150 εκατ. ευρώ».
Δεν είναι γνωστό αν στο ποσό των 150 εκατομμυρίων ευρώ, στα οποία αναφέρεται ο Πρόεδρος Ιβάνοφ, περιλαμβάνονται και τα βραβεία που έδωσαν οι κύριοι πρωτεργάτες του έργου αλλαγής του ονόματος της Δημοκρατίας της Μακεδονίας, οι πρώην πρωθυπουργοί των Σκοπίων και της Ελλάδας, Ζόραν Ζάεφ και Αλέξης Τσίπρας.
Και οι δύο, αν και γνώριζαν πολύ σύντομα ότι μετά την υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών αυτή η συμφωνία θα έκρινε την πολιτική τους σταδιοδρομία (ειδικά ο Ζάεφ μετά το γαλλικό βέτο στην ΕΕ αμέσως μετά την αλλαγή του ονόματος του κράτους), ωστόσο κατά καιρούς στέλνουν μηνύματα για η «ιδιοφυΐα» του και τη «συμβολή στη σταθερότητα στην περιοχή».
Κατεβάστε Ταξιδιωτικούς Οδηγούς
Επίσης, κατά καιρούς, Ζάεφ και Τσίπρας λαμβάνουν διεθνή νομισματικά βραβεία για τη συμβολή τους στην ειρήνη. Αν και τα βραβεία αυτά δεν είναι της τάξης του βραβείου Νόμπελ, για το οποίο προτάθηκαν (αλλά δεν έλαβαν), τα ποσά των βραβείων εξακολουθούν να θεωρούνται ως μέρος της αποζημίωσης της διεθνούς κοινότητας για το «έργο» που επενδύθηκε για την προώθηση της Συμφωνίας των Πρεσπών.
Η Βόρεια Μακεδονία δεν έλαβε την «αποζημίωση» για τις θυσίες που αναγκάστηκε να κάνει με τη Συμφωνία των Πρεσπών – και έξι χρόνια μετά δεν έχει ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση και η ένταξη εξακολουθεί να είναι ένα απρόβλεπτο μέλλον.
Όμως εδώ σε εμάς, κατά καιρούς, κυκλοφορούν ανεπίσημες πληροφορίες για τις «προσωπικές αποζημιώσεις» για τους παίκτες που έφεραν και εφάρμοσαν τη Συμφωνία των Πρεσπών.
Σε ένα ερώτημα που απασχολεί πολλούς Σκοπιανούς εάν ο όρος «Μακεδονία», όπως αποκαλούν σχεδόν όλα τα μη κρατικά κανάλια ή ιστοσελίδες των Σκοπίων τη χώρα τους, έχει κατοχυρωθεί από τη Συμφωνία των Πρεσπών ή έχει επιβληθεί η ονομασία αυτή «de facto».
Τι είπαν ο Τσίπρας και ο Κοτζιάς τότε…
Όπως γράφει ο αρθρογράφος καθ. Ντιμίταρ Λιόροσφκι Βαμβάκοφσκι, κατά την περίοδο της υπογραφής της Συμφωνίας των Πρεσπών (17 Ιουνίου 2018), ένας από τους κύριους πρωταγωνιστές και υποστηρικτές της, ο τότε Έλληνας πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, επιδίωξε να αναδείξει τα οφέλη της Συμφωνίας για το ελληνικό κοινό, ενώ ταυτόχρονα απέρριψε τις κατηγορίες ότι έκανε παραχωρήσεις από τις παραδοσιακές ελληνικές «κόκκινες γραμμές».
Ένα από τα ζητήματα σχετιζόταν ακριβώς με το Άρθρο 7 της Συνθήκης και τη συμβατική χρήση των όρων «Μακεδονία» [„Македонија“] και «Μακεδόνας» [„македонски“] σε σχέση με τον βόρειο γείτονα.
Εξηγώντας τις θέσεις του κατά τη διάρκεια συνέντευξης για την ελληνική εθνική τηλεόραση- ΕΡΤ, ο Τσίπρας θα πει:
«Δεν έχουμε αναγνωρίσει το μακεδονικό έθνος. Αυτή η Συνθήκη δεν αναγνωρίζει το μακεδονικό έθνος. Φυσικά και αναγνωρίζει το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση. Φυσικά, αυτό είναι δικαίωμά τους, δεν μπορούμε να τους αφαιρέσουμε και να σεβαστούμε την ταυτότητα που έχουν καλλιεργήσει και δημιουργήσει».
Από την άλλη πλευρά, ο τότε Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς, ο οποίος έπαιξε καθοριστικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις και τη διαμόρφωση της Συνθήκης, αναδεικνύει ως ένα από τα κύρια ελληνικά οφέλη του Άρθρου 7 την ιστορικο-πολιτισμική οριοθέτηση της ιστορίας των εθνοτικών ‘Μακεδόνων’ (ή Σλαβομακεδόνων, όπως τους αποκαλεί) από την αρχαία μακεδονική ιστορία, την οποία η Συνθήκη εντάσσει στο πλαίσιο του ελληνικού πολιτισμού, της ιστορίας, του πολιτισμού και της κληρονομιάς.
Μια τέτοια ερμηνεία από τους Τσίπρα και Κοτζιά θα πρέπει επίσης να εξεταστεί στο πλαίσιο των έντονων αντιδράσεων στο ελληνικό κοινό. Η αντιπολίτευση εκείνη την εποχή, καθώς και ορισμένοι Έλληνες διανοούμενοι, δημοσιογράφοι και το ευρύ κοινό, τους κατηγόρησαν ότι αποδέχτηκαν de facto μια ξεχωριστή μακεδονική ταυτότητα, γλώσσα, ιστορία και πολιτισμό με τη Συμφωνία, που χαρακτηρίζονται με το επίθετο «μακεδόνας».
Πρέπει να διευκρινισθεί το Άρθρο 7
Ένα πράγμα, ωστόσο, πρέπει να διακριθεί εξαρχής: η Συμφωνία των Πρεσπών δεν περιέχει διάταξη με την οποία η Ελλάδα ρητά «αναγνωρίζει τη μακεδονική ταυτότητα» ή το «μακεδονικό έθνος». Αλλά η απουσία επίσημης αναγνώρισης δεν εξαντλεί το ερώτημα.
Αποδέχεται η Ελλάδα, μέσω των συγκεκριμένων διατάξεων της Συμφωνίας, ιδίως μέσω του Άρθρου 7, παρόλα αυτά συμβατικά ένα διακριτό σύγχρονο περιεχόμενο μακεδονικής ταυτότητας; Για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα, είναι απαραίτητο να εξετάσουμε τι στην πραγματικότητα ορίζει το Άρθρο 7.
Μεταξύ των διατάξεων της Συμφωνίας των Πρεσπών, το Άρθρο 7 κατέχει ιδιαίτερα σημαντική θέση λόγω των ζητημάτων που ρυθμίζει και της σημασίας τους για τις σχέσεις μεταξύ των δύο μερών. Συναφώς, οι Καθηγητές Συρίγος και Χατζηβασιλείου σημειώνουν ότι «η ουσία της Συμφωνίας των Πρεσπών περιέχεται στα Άρθρα 1, 2, 7 και 20».
Σύμφωνα με αυτούς, εάν τα δύο πρώτα άρθρα καθορίζουν τη βασική πορεία της Συμφωνίας και το Άρθρο 20 περιέχει τις τελικές διατάξεις που σχετίζονται με την υπογραφή και την επικύρωσή της, τότε το Άρθρο 7 έχει ιδιαίτερη σημασία για την εδραίωση της εσωτερικής της ισορροπίας.
Αυτό το άρθρο αναφέρεται στη διαφορετική κατανόηση των όρων «Μακεδονία» και «Μακεδόνας», στο ιστορικό πλαίσιο, στην πολιτιστική κληρονομιά και σε ζητήματα που άπτονται άμεσα της ταυτότητας και της αυτοδιάθεσης και των δύο πλευρών.
Οι δηλώσεις τότε του Ευάγγελου Βενιζέλου από το ΠΑΣΟΚ
Σε αυτό το πλαίσιο, σημαντική είναι και η θέση του πρώην Υπουργού Εξωτερικών της Ελλάδας από τις τάξεις του ΠΑΣΟΚ, Ευάγγελου Βενιζέλου, ο οποίος δέχεται ότι ο όρος «εθνικότητα» στο Άρθρο 1(3)(β) θα πρέπει να νοείται με την έννοια της ιθαγένειας, αλλά ταυτόχρονα επισημαίνει ότι ζητήματα που σχετίζονται με την εθνικότητα, την ταυτότητα και την αυτοδιάθεση δεν παραμένουν εντελώς εκτός της Συνθήκης, καθώς θίγονται μέσω του Άρθρου 7.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η υπόδειξή του ότι η χρήση των όρων «Μακεδονία» και «Μακεδόνας», καθώς και μέρος του περιεχομένου τους, τυγχάνουν νομικής αποδοχής από την Ελλάδα με τη Συνθήκη.
Το Άρθρο 7 είναι μία από τις βασικές διατάξεις της Συμφωνίας των Πρεσπών με έντονη διάσταση ταυτότητας, καθώς καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο και τα δύο μέρη κατανοούν και χρησιμοποιούν τους όρους «Μακεδονία» και «Μακεδόνας».
Η ουσία του δεν συνίσταται στην καθιέρωση αποκλειστικού δικαιώματος ενός από τα μέρη σε αυτούς τους όρους, αλλά στην αποδοχή της χρήσης τους και από τα δύο μέρη εντός διαφορετικών ιστορικών και πολιτισμικών πλαισίων, από τα οποία, σύμφωνα με την κανονιστική λογική της Συμφωνίας, προκύπτουν διαφορετικές έννοιες ταυτότητας.
Η έννοια του Άρθρου 7 προκύπτει περαιτέρω από την άμεση σύνδεσή του με το Άρθρο 1 της Συμφωνίας.
Έτσι, το Άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο δ, ορίζει ότι οι όροι «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» έχουν την έννοια που ορίζεται στο Άρθρο 7, ενώ οι διατάξεις που αφορούν τη μακεδονική γλώσσα και τη χρήση επιθέτων αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 4 του ίδιου Άρθρου.
Ως εκ τούτου, το Άρθρο 7 δεν αποτελεί απλώς μια πρόσθετη ιστορικο-πολιτισμική διευκρίνιση, αλλά λειτουργεί μάλλον ως ερμηνευτικό πλαίσιο μέσω του οποίου καθορίζεται το περιεχόμενο και το πεδίο εφαρμογής δύο από τους πιο ευαίσθητους όρους της Συμφωνίας.
Εξαρχής, στην παράγραφο 1 του Άρθρου 7, διατυπώνεται η βασική αρχή σύμφωνα με την οποία και τα δύο μέρη αποδέχονται διαφορετικές ερμηνείες των όρων «Μακεδονία» και «Μακεδόνας», που σχετίζονται με διαφορετικά ιστορικά συμφραζόμενα και πολιτισμικές κληρονομιές.
Η διάταξη αυτή θέτει την εννοιολογική βάση ολόκληρου του άρθρου, καθώς ορίζει τυπικά ότι οι προαναφερθέντες όροι δεν έχουν ενιαία και ομοιόμορφη σημασία για τα δύο μέρη.
Δεν υπάρχει παραίτηση από τη χρήση Μακεδονία και Μακεδόνας
Το άρθρο 7 στη σλαβική γλώσσα των Σκοπίων και στην αγγλική
Με αυτόν τον τρόπο, κανένα μέρος δεν παραιτείται από τη χρήση τους· αντιθέτως, θεσπίζεται η αρχή της ιστορικο-πολιτισμικής οριοθέτησης, σύμφωνα με την οποία οι ίδιοι όροι αποκτούν διαφορετικό περιεχόμενο ανάλογα με το μέρος στο οποίο αναφέρονται.
Στην παράγραφο 2, οι προαναφερθέντες όροι αναφέρονται στο Πρώτο Μέρος, δηλαδή το ελληνικό κράτος.
Συγκεκριμένα, αυτοί οι όροι, εκτός από τη σημασία τους σε σχέση με τη βόρεια περιοχή της Ελλάδας, τον πληθυσμό της και τα χαρακτηριστικά της, συνδέονται επίσης με τον ελληνικό πολιτισμό, την ιστορία, τον πολιτισμό και την κληρονομιά αυτής της περιοχής από την αρχαιότητα έως σήμερα, στο πλαίσιο του οποίου εντάσσεται και η αρχαία μακεδονική κληρονομιά.
Η διάταξη αυτή έχει ως λειτουργία την προστασία και την κανονιστική οριοθέτηση της αρχαίας μακεδονικής κληρονομιάς εντός του ελληνικού ιστορικού και πολιτιστικού πλαισίου.
Ταυτόχρονα, σε συσχέτιση με την παράγραφο 4, το Δεύτερο Μέρος αποδέχεται την οριοθέτηση του δικού του σύγχρονου γλωσσικού και ταυτοποιητικού πλαισίου από τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, την ιστορία, τον πολιτισμό και την κληρονομιά.
Ως εκ τούτου, εντός του κανονιστικού πλαισίου που θεσπίζεται από τη Συμφωνία, το ‘σύγχρονο μακεδονικό κράτος’ και η εθνική αφήγηση δεν μπορούν επίσημα να θεσπίσουν άμεση ιστορική ή εθνοπολιτισμική συνέχεια με την αρχαία μακεδονική κληρονομιά που ορίζεται στην παράγραφο 2.
Ωστόσο, η χρονικά ευρεία διατύπωση «από την αρχαιότητα έως σήμερα» εγείρει ερωτήματα σχετικά με το ακριβές εύρος του ιστορικού και πολιτιστικού περιεχομένου που καλύπτεται από την παράγραφο 2.
Δεν προκύπτει από το ίδιο το κείμενο ότι ολόκληρη η ιστορία και όλα τα πολιτιστικά στρώματα που υπήρχαν στο έδαφος της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας χαρακτηρίζονται ως αποκλειστικά ελληνικά όσον αφορά τον εθνοτικό ή πολιτιστικό τους χαρακτήρα.
Η ιστορική εξέλιξη της περιοχής ήταν πολύπλευρη: από τους σλαβικούς οικισμούς και τις μεταβαλλόμενες βυζαντινές, βουλγαρικές και σερβικές πολιτικές επιρροές κατά τον Μεσαίωνα, μέσω της μακραίωνης οθωμανικής περιόδου και της εθνικής, γλωσσικής και θρησκευτικής της ποικιλομορφίας, έως την ένταξη του μεγαλύτερου μέρους της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας στο ελληνικό κράτος μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους.
Τον 20ό αιώνα, ειδικά κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και του Εμφυλίου Πολέμου, διάφορες γλωσσικές και ταυτοποιητικές ομάδες συνέχισαν να υπάρχουν στη βόρεια Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένου του σλαβόφωνου πληθυσμού.
Ως εκ τούτου, η σύνδεση μιας συγκεκριμένης ιστορικής διαδικασίας με την ιστορία του ελληνικού κράτους ή της περιοχής δεν είναι απαραίτητα ταυτόσημη με τον εθνοτικό ή πολιτιστικό της προσδιορισμό ως ελληνικής.
Κατά την ερμηνεία αυτής της διατύπωσης, είναι επομένως απαραίτητο να γίνει διάκριση μεταξύ της ιστορίας της περιοχής ως γεωγραφικού και πολιτικού χώρου και της συγκεκριμένης ελληνικής ιστορικής και πολιτιστικής κληρονομιάς εντός αυτού του χώρου.
Η ίδια η διατύπωση «από την αρχαιότητα έως σήμερα» καθιερώνει ένα ευρύ χρονικό πλαίσιο, αλλά δεν περιέχει ρητή αξίωση για μια αδιάσπαστη και αποκλειστική εθνοπολιτισμική συνέχεια σε όλες τις ιστορικές περιόδους.
Η μεγαλύτερη σημασία για την διάσταση της ταυτότητας της Συμφωνίας είναι η παράγραφος 3. Ορίζει ότι, σε σχέση με το Δεύτερο Μέρος, οι όροι «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» αναφέρονται στην επικράτειά του, τη γλώσσα του, τον λαό του και τα χαρακτηριστικά του, καθώς και στην ιστορία, τον πολιτισμό και την κληρονομιά του, τα οποία διακρίνονται σαφώς από αυτά που αναφέρονται στην παράγραφο 2.
Με αυτόν τον τρόπο, είναι σημαντικό ότι η διάταξη δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε μια αρνητική οριοθέτηση από το ιστορικό και πολιτιστικό πλαίσιο του Πρώτου Μέρους, αλλά ταυτόχρονα καθορίζει θετικά ένα ξεχωριστό σύγχρονο μακεδονικό γλωσσικό, ιστορικό και πολιτιστικό πλαίσιο.
Τα ερωτήματα που προκύπτουν
Εδώ προκύπτει ένα από τα κεντρικά ερωτήματα για την ερμηνεία του Άρθρου 7:
η παράγραφος 3 αντιπροσωπεύει πρωτίστως έναν μηχανισμό οριοθέτησης από την αρχαία ελληνική κληρονομιά ή, μέσω αυτής της ίδιας της οριοθέτησης και του θετικού προσδιορισμού μιας ξεχωριστής ιστορίας, πολιτισμού και κληρονομιάς, περιέχει επίσης ένα στοιχείο συμβατικής αποδοχής ενός ξεχωριστού σύγχρονου μακεδονικού περιεχομένου ταυτότητας;
Αυτή η διαφορά είναι κρίσιμη για ολόκληρη τη συζήτηση.
Εάν η πρόθεση του Άρθρου 7 ήταν αποκλειστικά να θεσπίσει μια ιστορική διάκριση από την αρχαία ελληνική κληρονομιά, θα αρκούσε να διευκρινιστεί με τι δεν σχετίζονται τα σύγχρονα χαρακτηριστικά του Δεύτερου Μέρους.
Ωστόσο, η παράγραφος 3 δεν σταματά εκεί, αλλά συνδέει θετικά τους όρους «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» με την επικράτεια, τη γλώσσα, τον λαό και τα χαρακτηριστικά τους, καθώς και με την ιστορία, τον πολιτισμό και την κληρονομιά της.
Με αυτόν τον τρόπο, δεν τίθεται ζήτημα αναγνώρισης ενός έθνους ή μιας εθνοτικής κοινότητας από το κλασικό διεθνές δίκαιο, καθώς η διάταξη δεν θεσπίζει τέτοιο νομικό θεσμό.
Ωστόσο, από το κείμενό της μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι τα μέρη αποδέχονται συμβατικά την ύπαρξη ενός ειδικού σύγχρονου μακεδονικού γλωσσικού, ιστορικού και πολιτιστικού πλαισίου, διαφορετικού από αυτό που ορίζεται στην παράγραφο 2.
Οι αναφορές ” πληθυσμός και ο λαός“
Η ερμηνεία αυτής της διάταξης περιπλέκεται περαιτέρω από τις διαφορές μεταξύ των γλωσσικών αποδόσεων.
Το αυθεντικό αγγλικό κείμενο χρησιμοποιεί τον όρο „people“ (λαός/άνθρωποι), η σλαβομακεδονική μετάφραση χρησιμοποιεί το «народ» (λαός/έθνος), ενώ η ελληνική μετάφραση χρησιμοποιεί τον όρο „πληθυσμός“, δηλαδή „ население“ (βουλγαρικά και σκοπιανά είναι ο πληθυσμός).
Αυτή η ορολογική απόκλιση δεν αλλάζει τη βασική δομή της διάταξης, αλλά είναι σχετική με το ερώτημα σε ποιο βαθμό η παράγραφος 3 θα πρέπει να ερμηνεύεται με την έννοια του πληθυσμού, της συλλογικής ταυτότητας ή της ευρύτερης ιστορικο-πολιτισμικής έννοιας.
Η παράγραφος 4 του Άρθρου 7 έχει διπλή λειτουργία
Πρώτον, ορίζει ότι η επίσημη γλώσσα του Δεύτερου Μέρους, η «μακεδονική γλώσσα», ανήκει στην ομάδα των νοτιοσλαβικών γλωσσών, και στη συνέχεια και τα δύο μέρη καταλήγουν από κοινού στο συμπέρασμα ότι αυτή η γλώσσα και τα άλλα χαρακτηριστικά του Δεύτερου Μέρους δεν σχετίζονται με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, την ιστορία, τον πολιτισμό και την κληρονομιά της βόρειας περιοχής του Πρώτου Μέρους.
Με αυτόν τον τρόπο, η διάταξη καθορίζει ταυτόχρονα τη γλωσσική συγγένεια της μακεδονικής γλώσσας και θεσπίζει μια σαφή ιστορικο-πολιτιστική οριοθέτηση μεταξύ του σύγχρονου μακεδονικού πλαισίου και της αρχαίας μακεδονικής κληρονομιάς που η Συμφωνία συνδέει με την ελληνική πλευρά.
Επομένως, εάν η παράγραφος 3 καθορίζει θετικά το περιεχόμενο που σχετίζεται με τους όρους «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» σε σχέση με το Δεύτερο Μέρος, η παράγραφος 4 καθορίζει το ιστορικό τους όριο, δηλαδή καθορίζει με τι δεν σχετίζονται.
Επιπλέον, η ασύμμετρη δομή της παραγράφου 4 είναι ενδιαφέρουσα.
Στην πρώτη πρόταση, μόνο το Δεύτερο Μέρος δηλώνει ότι η επίσημη γλώσσα του είναι η «μακεδονική γλώσσα» και ότι ανήκει στην ομάδα των νοτιοσλαβικών γλωσσών, ενώ στη δεύτερη πρόταση, και τα δύο μέρη δηλώνουν από κοινού ότι η επίσημη γλώσσα και άλλα χαρακτηριστικά του Δεύτερου Μέρους δεν σχετίζονται με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, την ιστορία, τον πολιτισμό και την κληρονομιά.
Ωστόσο, μια τέτοια ασυμμετρία δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως απουσία συμβατικής αποδοχής της ονομασίας «μακεδονική γλώσσα» από το Πρώτο Μέρος, καθώς το Άρθρο 1(3)(γ), στο πλαίσιο των ζητημάτων που «έχουν γίνει αμοιβαία αποδεκτά και συμφωνημένα» και από τα δύο Μέρη, ορίζει ρητά την επίσημη γλώσσα του Δεύτερου Μέρους ως «μακεδονική γλώσσα».
Ως εκ τούτου, η λειτουργία του Άρθρου 7(4) δεν είναι πρωτίστως να καθορίσει την ίδια την ονομασία της γλώσσας, αλλά να προσδιορίσει τη γλωσσική της φύση και την ιστορικο-πολιτιστική της οριοθέτηση από την αρχαία ελληνική κληρονομιά.
Τέλος, η παράγραφος 5 έχει προστατευτική λειτουργία. Η ουσία της είναι ότι η διάκριση που καθιερώνεται μεταξύ των δύο μερών δεν πρέπει να μετατραπεί σε περιορισμό στην ατομική χρήση των όρων «Μακεδονία» και «Μακεδόνας».
Με άλλα λόγια, η Συμφωνία ρυθμίζει τον τρόπο με τον οποίο τα δύο μέρη κατανοούν αυτούς τους όρους στο πλαίσιο της διακρατικής συμβατικής σχέσης, αλλά δεν θεσπίζει μηχανισμό με τον οποίο θα ορίζεται στα άτομα πώς να αυτοπροσδιορίζονται προσωπικά ή πώς να χρησιμοποιούν τους προαναφερθέντες όρους.
Με αυτόν τον τρόπο, η παράγραφος 5 θέτει ένα όριο στο κανονιστικό πεδίο εφαρμογής των προηγούμενων παραγράφων: η ιστορικο-πολιτιστική διάκριση στις παραγράφους 1-4 αναφέρεται στη συμβατική κατανόηση και στο επίσημο πλαίσιο των δύο μερών, χωρίς να αμφισβητεί την ελευθερία της ατομικής χρήσης.
Αυτή η διάκριση είναι που αργότερα αποκτά σημασία στις ελληνικές πολιτικές ερμηνείες του Άρθρου 7, ειδικά στις συζητήσεις σχετικά με το εάν η Συμφωνία επιβάλλει έναν συγκεκριμένο τρόπο ονομασίας του πληθυσμού, της γλώσσας ή της ταυτότητας του Δεύτερου Μέρους στους Έλληνες πολίτες.
Συνολικά, το Άρθρο 7 έχει διττή λειτουργία
Αφενός, θεσπίζει μια ιστορικο-πολιτιστική οριοθέτηση και καθορίζει τη σύνδεση της αρχαίας μακεδονικής κληρονομιάς με το ελληνικό ιστορικό πλαίσιο. Αφετέρου, μέσω της παραγράφου 3, αρθρώνει θετικά έναν ξεχωριστό σύγχρονο μακεδονικό γλωσσικό, ιστορικό και πολιτιστικό χώρο, διαφορετικό από αυτόν που ορίζεται στην παράγραφο 2.
Εδώ επιστρέφουμε ξανά στην ερμηνεία του Τσίπρα, του Κοτζιά και των ομοϊδεατών τους:
το Άρθρο 7, σύμφωνα με αυτούς, θα πρέπει να νοείται ως ιστορικο-πολιτισμική οριοθέτηση και ως σεβασμός του δικαιώματος αυτοδιάθεσης, αλλά όχι ως αναγνώριση ξεχωριστής μακεδονικής εθνοτικής ή εθνικής ταυτότητας.
Μια τέτοια ερμηνεία βασίζεται στο γεγονός ότι η Συνθήκη δεν περιέχει πράγματι σαφή διατύπωση με την οποία η Ελλάδα αναγνωρίζει ένα «μακεδονικό έθνος» ή μια «μακεδονική εθνική ταυτότητα».
Αλλά το ζήτημα δεν έχει κλείσει εντελώς με αυτό. Η ίδια η ερμηνεία του Άρθρου 7(3), σε συνδυασμό με το Άρθρο 1 της Συμφωνίας, υπερβαίνει τον απλό σεβασμό του ατομικού δικαιώματος αυτοδιάθεσης.
Και τα δύο μέρη συμφωνούν ότι οι όροι «Μακεδονία» και «Μακεδόνας», όταν αναφέρονται στο Δεύτερο Μέρος, υποδηλώνουν μια ξεχωριστή γλώσσα, λαό/πληθυσμό και τα χαρακτηριστικά τους, καθώς και τη δική τους ιστορία, πολιτισμό και κληρονομιά, σαφώς διακριτά από το ιστορικό-πολιτιστικό πλαίσιο του Πρώτου Μέρους.
Ως εκ τούτου, είναι ακριβέστερο να συμπεράνουμε ότι η Συμφωνία των Πρεσπών δεν καθιερώνει επίσημη διεθνή νομική αναγνώριση μιας διακριτής μακεδονικής εθνικής ή εθνοτικής ταυτότητας, αλλά δημιουργεί ένα συμβατικό πλαίσιο στο οποίο η Ελλάδα αποδέχεται ορισμένους από τους βασικούς σύγχρονους καθοριστικούς παράγοντες ταυτότητάς της και την ιδιαιτερότητά τους.
Με άλλα λόγια, το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι μόνο το αν η Ελλάδα «αναγνώρισε» τη μακεδονική ταυτότητα. Πιο σημαντικό είναι τι συγκεκριμένα αποδέχτηκε όταν συμφώνησε συμβατικά ότι οι όροι «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» θα πρέπει να αναφέρονται σε μια διακριτή γλώσσα, λαό/πληθυσμό, χαρακτηριστικά, ιστορία, πολιτισμό και κληρονομιά.
Ακριβώς σε αυτή τη διαφορά μεταξύ επίσημης αναγνώρισης και συμβατικής, de facto αποδοχής έγκειται η ουσία της διάστασης της ταυτότητας του Άρθρου 7.
Καθηγητής Δρ. Ντιμίταρ Λιόροφσκι – 17 Σεπτεμβρίου 2026
«Επικίνδυνες» χαρακτηρίζει τις απόψεις του ευρωβουλευτή της ΝΔ το ΠΑΣΟΚ.
Πολιτική αντιπαράθεση προκαλούν οι δηλώσεις του ευρωβουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Φρέντι Μπελέρη για τον Ηλία Κασιδιάρη, με το ΠΑΣΟΚ να ζητά από την κυβέρνηση να αποδοκιμάσει δημόσια την τοποθέτησή του.
Οι επίμαχες αναφορές έγιναν σε συνέντευξη που παραχώρησε ο Φρέντι Μπελέρης στον τηλεοπτικό σταθμό ONE στις 10 Σεπτεμβρίου, λίγες ημέρες πριν από την αποφυλάκιση του Ηλία Κασιδιάρη στις 15 Σεπτεμβρίου.
Μιλώντας για τον Κασιδιάρη, ο ευρωβουλευτής της ΝΔ τον χαρακτήρισε «έναν από τους λίγους Έλληνες που έκανε μέχρι την τελευταία μέρα της φυλακής του», ενώ τοποθετήθηκε και για το δικαίωμά του να έχει παρουσία στην πολιτική σκηνή.
Ο Ηλίας Κασιδιάρης αποφυλακίστηκε στις 15 Σεπτεμβρίου μετά την ολοκλήρωση της ποινής που του είχε επιβληθεί για την υπόθεση της εγκληματικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή. Η εξέλιξη αυτή επανέφερε παράλληλα στην πολιτική συζήτηση το ζήτημα ενδεχόμενης συμμετοχής του στις επόμενες εκλογές.
Δείτε το απόσπασμα στο 6.02:
ΠΑΣΟΚ κατά Μπελέρη: «Επικίνδυνες απόψεις»
Η αντίδραση του ΠΑΣΟΚ στις δηλώσεις Μπελέρη ήταν έντονη, με το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης να στρέφεται τόσο κατά του ευρωβουλευτή όσο και προς την κυβέρνηση, ζητώντας από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο να πάρει θέση.
«Ο ευρωβουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, Φ. Μπελέρης, στη διάρκεια συνέντευξής του στον τηλεοπτικό σταθμό ΟΝΕ εκθειάζει τον καταδικασμένο εγκληματία Ηλία Κασιδιάρη ως “έναν από τους λίγους Έλληνες που έκανε μέχρι την τελευταία μέρα της φυλακής του” και αναγνωρίζει σε έναν υμνητή του ναζισμού, που ονειρεύεται την κατάλυση της δημοκρατίας, το δικαίωμα να είναι στην πολιτική σκηνή», αναφέρει το ΠΑΣΟΚ στην ανακοίνωσή του.
Το κόμμα καλεί τον κυβερνητικό εκπρόσωπο να αποδοκιμάσει τον Φρέντι Μπελέρη, προσθέτοντας: «Και να του θυμίσει ότι οι εγκληματίες για βαριά ποινικά αδικήματα, όπως η δολοφονία ανθρώπων, δεν κάνουν “ανδραγάθημα” εκτίοντας την ποινή τους».
Η συζήτηση για ενδεχόμενη επιστροφή Κασιδιάρη στις εκλογές
Η αντιπαράθεση έρχεται ενώ βρίσκεται ξανά στο προσκήνιο το ζήτημα της ενδεχόμενης εκλογικής συμμετοχής του Ηλία Κασιδιάρη.
Το ΠΑΣΟΚ έχει υποστηρίξει ότι, βάσει του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου, ο Κασιδιάρης δεν μπορεί να συμμετάσχει στις εκλογές ούτε ως επικεφαλής κόμματος, ούτε ως υποκρυπτόμενος επικεφαλής, ούτε ως υποψήφιος βουλευτής.
Από την πλευρά της κυβέρνησης, ο Παύλος Μαρινάκης είχε δηλώσει πριν από την αποφυλάκιση Κασιδιάρη ότι η τελική κρίση για τη δυνατότητα συμμετοχής στις επόμενες εθνικές εκλογές ανήκει στον Άρειο Πάγο, σημειώνοντας ότι η κυβέρνηση θεωρεί πως έχει εξαντλήσει τα νομοθετικά περιθώρια από την πλευρά της.
Ο πρώην πρωθυπουργός ασκεί κριτική στην κυβέρνηση και παρουσιάζει σχέδιο ανασυγκρότησης με επενδυτικό ταμείο 25 δισ. ευρώ.
Ο Αλέξης Τσίπρας, μιλώντας στη βελγική εφημερίδα Le Soir, δηλώνει έτοιμος να διεκδικήσει ξανά την πρωθυπουργία, ασκώντας παράλληλα έντονη κριτική στην κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Ο πρώην πρωθυπουργός επικεντρώνεται στην ακρίβεια, τη διεύρυνση των εισοδηματικών ανισοτήτων και το σημερινό μοντέλο ανάπτυξης, ενώ παρουσιάζει τη δική του πρόταση για ένα νέο Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης. Στον σχεδιασμό που περιγράφει περιλαμβάνεται επενδυτικό ταμείο ύψους 25 δισ. ευρώ, με χρονικό ορίζοντα τετραετίας.
Ολόκληρη η συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα στην εφημερίδα Le Soir
Ποια είναι η τρέχουσα οικονομική, χρηματοοικονομική και κοινωνική κατάσταση στην Ελλάδα;
Από το 2019, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη χάνει κάθε ευκαιρία να ανακάμψει η χώρα. Για παράδειγμα, η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) άνοιξε τη στρόφιγγα των ρευστών κατά τη διάρκεια της πανδημίας και στη συνέχεια πρόσφερε σημαντικές δυνατότητες χρηματοδότησης, όπως το Ταμείο Ανάκαμψης. Η Ελλάδα θα μπορούσε να είχε επωφεληθεί από αυτές για να καλύψει τη διαφορά με τα άλλα κράτη μέλη της ΕΕ. Όμως όχι! Η κατάσταση επιδεινώθηκε, οι ανισότητες διευρύνθηκαν. Όταν αποχώρησα από το αξίωμα του πρωθυπουργού, ο μέσος ελληνικός μισθός ήταν 83% υψηλότερος από τον βουλγαρικό• σήμερα δεν είναι πλέον παρά μόνο 17% υψηλότερος. Η Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις σχεδόν όλων των ευρωπαϊκών κατατάξεων.
Όμως η ανεργία μειώνεται, η ανάπτυξη ανακάμπτει… Για την κυβέρνηση, η κατάσταση είναι καλύτερη σήμερα απ’ ό,τι το 2019!
Όχι όμως για τους Έλληνες! Το 2019, η χώρα μόλις έβγαινε από τα μνημόνια, από μια τρομερή κρίση που είχε μειώσει το ΑΕΠ της κατά 25% και υφίστατο μέτρα λιτότητας και η αγοραστική μας δύναμη παραμένει 23% χαμηλότερη σε σχέση με το 2010. Το 2026, εκτός των μνημονίων [συμφωνίες μεταξύ της Αθήνας και των πιστωτών της – ΕΕ, ΕΚΤ, ΔΝΤ – που χορηγούν δάνεια έναντι της εφαρμογής διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, Σημ. Συντ.] και με τόσες δυνατότητες χρηματοδότησης, η κατάσταση θα έπρεπε να είναι πολύ καλύτερη. Eίναι σαν να έχει επιβάλλει η κυβέρνηση ένα νέο μνημόνιο στον λαό. Το 2019, δεν αφιερώνατε το 40% του εισοδήματός σας στο ενοίκιο. Το τρομακτικό κόστος ζωής επιδεινώνεται σε μεγάλο βαθμό λόγω των καρτέλ που κυριαρχούν σχεδόν σε ολόκληρη την οικονομία. Ο πληθωρισμός είναι από τους υψηλότερους στην ΕΕ. Οι τιμές μας στα σούπερ μάρκετ είναι ισοδύναμες, αν όχι υψηλότερες, από τις τιμές στο Βέλγιο. Η χώρα βρίσκεται στην τελευταία θέση της ΕΕ όσον αφορά το ΑΕΠ ανά κάτοικο σε ισοτιμία αγοραστικής δύναμης. Ένας μέσος Έλληνας πρέπει να έχει δύο δουλειές ή να εργάζεται δώδεκα ώρες την ημέρα για να τα βγάλει πέρα. Εν ολίγοις, οι μισθοί μας είναι βουλγαρικοί, οι τιμές μας βελγικές και γαλλικές και οι συνθήκες εργασίας μας κινεζικές.
Τι προτείνετε;
Στη Θεσσαλονίκη σκιαγράφησα ένα εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης: Να παράγουμε περισσότερα, να αναδιανέμουμε δικαιότερα, να ζούμε καλύτερα. Το σχέδιο αυτό, απαραίτητο για να αποφύγουμε μια νέα κρίση, χαράζει μια προοπτική δίκαιης ανάπτυξης και ανασυγκρότησης της παραγωγικής βάσης της χώρας, προϋπόθεση για μια βιώσιμη οικονομία που θα ωφελεί κάθε νοικοκυριό.
Αντί να αναπτύσσουμε αποκλειστικά τον τουρισμό και τα ακίνητα, τομείς που είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι στις οικονομικές διακυμάνσεις, πρέπει να επενδύσουμε στους κλάδους στους οποίους η χώρα μας διαθέτει ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα: στην ποιοτική αγροτική παραγωγή, στη βιομηχανία —μεταποίηση, φαρμακοβιομηχανία κ.ά.— και στην καινοτομία. Και η Ελλάδα διαθέτει ένα πραγματικό ανθρώπινο κεφάλαιο.
Για να χρηματοδοτήσουμε αυτή την προσπάθεια, θα δημιουργήσουμε ένα Εθνικό Ταμείο Σύγκλισης, με αρχικό κεφάλαιο που θα προέρχεται από εθνικούς πόρους —δημόσιες επενδύσεις, συμμετοχή των επιχειρήσεων κ.ά.— και όχι από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μέσω της μόχλευσης πρόσθετων ιδιωτικών επενδύσεων, η συνολική επενδυτική δυνατότητα του Ταμείου θα μπορούσε να φτάσει περίπου τα 25 δισ. ευρώ. Θα αποτελέσει ένα βασικό εργαλείο για την παραγωγική ανασυγκρότηση και για τη δημιουργία της βιώσιμης ανάπτυξης που είναι αναγκαία για τη στήριξη ενός ισχυρού κοινωνικού κράτους. Αυτή είναι η βάση ενός νέου κοινωνικού και οικονομικού πατριωτισμού.
Τι εννοείτε με τον όρο «κοινωνικός και οικονομικός πατριωτισμός»;
Αντλώ έμπνευση, μεταξύ άλλων, από τον Δημοκρατικό βουλευτή της Καλιφόρνιας Ρο Κάννα, τον Μπέρνι Σάντερς και τους οικονομολόγους Τόμας Πικετί και Γκαμπριέλ Ζουκμάν. Ο λαός μας πρέπει να διαφυλάξει την κοινωνική του συνοχή. Ωστόσο, αν μια μικρή μειοψηφία συνεχίσει να συσσωρεύει πλούτο, οι κοινωνικές εντάσεις θα πολλαπλασιαστούν και θα καταστρέψουν την κοινωνική συνοχή. Με την παγκοσμιοποίηση, ο πλούτος δεν συνδέεται πλέον με το εισόδημα, αλλά με τη συσσώρευση κεφαλαίου σε παγκόσμια κλίμακα, η οποία ενισχύεται από σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα όταν τα κεφάλαια τοποθετούνται σε φορολογικούς παραδείσους. Ωστόσο, η φορολόγηση των εισοδημάτων αποτελεί αρμοδιότητα των κρατών! Για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης, θα θεσπίσω φόρο περιουσίας για το 1% των πλουσιότερων της χώρας, ύψους 1% της περιουσίας τους. Ο Ζουκμάν προτείνει 2%, αλλά σε παγκόσμια κλίμακα, κάτι που συνεπάγεται συντονισμό όλων των κρατών, ομόφωνη συμφωνία της ΕΕ και διακρατικές συμφωνίες εφαρμογής. Ας κάνουμε λοιπόν στην Ελλάδα αυτή την πατριωτική συνεισφορά του 1% των πλουσιότερων προς όφελος του υπόλοιπου 99%.
Πρέπει επίσης να ενισχυθεί η δανειοληπτική ικανότητα της ΕΕ;
Κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους, η Ελλάδα υπήρξε θύμα του νεοφιλελεύθερου δόγματος, χωρίς αλληλεγγύη. Η ΕΕ έκτοτε έχει μάθει σε κάποιο βαθμό από τα λάθη της και, κατά τη διάρκεια της πανδημίας, προχώρησε στην κοινοπρακτική κάλυψη του χρέους, κάτι που μας είχε αρνηθεί στο παρελθόν. Έτσι δημιουργήθηκε το Ταμείο Ανάκαμψης, ένα σημαντικό εργαλείο. Σήμερα, η Ευρώπη αντιμετωπίζει πολλαπλές προκλήσεις: σημαντικά δημόσια χρέη σε ορισμένες χώρες, ενεργειακή κρίση, πόλεμος στην Ουκρανία, διαρκής κλιματική κρίση… Οι Ευρωπαίοι ηγέτες πρέπει να βάλουν τέλος στη λογική του «ο καθένας για τον εαυτό του» και να δώσουν προτεραιότητα στην αλληλεγγύη. Η ΕΕ πρέπει να προχωρήσει σε κοινό δάνειο για τη χρηματοδότηση μεγάλων κοινών επενδύσεων, όχι μόνο στην άμυνα, αλλά και στην κοινωνική συνοχή, τη βιομηχανία, την οικολογική μετάβαση κ.λπ., καθώς και στην καθιέρωση νέων ιδίων πόρων.
Το νέο σας κόμμα βρίσκεται δεύτερο στις δημοσκοπήσεις. Αποτελεί αυτό ελπίδα για εσάς;
Ναι, αποτελεί ελπίδα για εμάς, αλλά κυρίως για την ελληνική κοινωνία! Οι πολίτες έχουν καταλάβει ότι η πολιτική της σημερινής κυβέρνησης διευρύνει τις ανισότητες και βυθίζει τη χώρα στη διαφθορά. Επτά στους δέκα Έλληνες επιθυμούν πολιτική αλλαγή. Η κοινή γνώμη αντέδρασε πολύ θετικά στη δημιουργία του κόμματος. Βεβαίως, δεν έχουμε εκπροσώπηση στο Κοινοβούλιο, ούτε δημόσια χρηματοδότηση. Όμως, έχουμε προγραμματικές προτάσεις, πολιτικό λόγο και, πάνω απ’ όλα, ξέρουμε πού θέλουμε να οδηγήσουμε τη χώρα. Θέλουμε να εκφράσουμε τα συμφέροντα των μισθωτών, της παραγωγής και των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων.
Είστε έτοιμος να ξαναγίνετε πρωθυπουργός;
Ναι, είμαι έτοιμος. Γνωρίζω τη δουλειά: την έχω κάνει ήδη. Δυστυχώς, δεν μπόρεσα να την ασκήσω χωρίς τους περιορισμούς των μνημονίων που υπέγραψαν άλλοι πριν από μένα. Και εγώ ήμουν αυτός που απελευθέρωσα τη χώρα από αυτούς τους περιορισμούς και αποκατέστησα την αξιοπιστία της. Όμως, αυτός που αποκόμισε τους καρπούς της δουλειάς μας και τους σπατάλησε, είναι ο κ. Μητσοτάκης! Απέδειξα ότι κυβέρνησα με ακεραιότητα όλα αυτά τα χρόνια, χωρίς σκάνδαλα, ενώ η παρούσα κυβέρνηση είναι τακτικός πελάτης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Και κυβέρνησα φροντίζοντας το ευρύ κοινό και τους πιο ευάλωτους. Ένα παράδειγμα: Η δική μου κυβέρνηση αύξησε σημαντικά τα εισοδήματα των πιο μειονεκτούντων και των μεσαίων. Αντίθετα η Νέα Δημοκρατία εξαπλασίασε τα εισοδήματα των πλουσιότερων!
Ο ηγέτης των νεοναζί, Ηλίας Κασιδιάρης, αποφυλακίστηκε αυτή την εβδομάδα. Υπάρχει κίνδυνος επιστροφής της ακροδεξιάς και των νεοναζί στην Ελλάδα;
Ο Κασιδιάρης φυλακίστηκε επειδή ηγούνταν εγκληματικής οργάνωσης, έχοντας συμμετάσχει στη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, καθώς και σε βιαιοπραγίες εναντίον Αιγυπτίων ψαράδων… Αφού εξέτισε την ποινή του, αποφυλακίστηκε. Ωστόσο, οι ιδέες του πρέπει να καταπολεμηθούν και να νικηθούν στο πολιτικό και κοινωνικό πεδίο.
Η άνοδος της ακροδεξιάς και του νεοναζισμού οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον φόβο και την κοινωνική ανασφάλεια (ανεργία, υγεία, εκπαίδευση…) που βιώνουν οι πολίτες. Το εναλλακτικό μας σχέδιο, ριζοσπαστικό αλλά ρεαλιστικό, μας επιτρέπει να καταπολεμήσουμε αυτή την αναζωπύρωση.
Όμως η Ευρώπη φαίνεται να στρέφεται προς τη δεξιά και την ακροδεξιά…
Ναι, ο κίνδυνος είναι πραγματικός. Το βλέπουμε στη Γερμανία με την άνοδο της AfD, στη Γαλλία με το RN… Η ιστορία αποδεικνύει ότι η ακροδεξιά είναι η πιο συστημική δύναμη που υπάρχει. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Χίτλερ ανέβηκε στην εξουσία χάρη στην υποστήριξη συγκεκριμένων οικονομικών συμφερόντων στη Γερμανία. Σήμερα, η ακροδεξιά καλύπτεται με ένα πέπλο αντισυστημικής στάσης για να προσελκύσει την ψήφο των λαϊκών τάξεων. Αλλά αν αναλάβει κυβερνητικές ευθύνες, θα αποκαλύψει γρήγορα τον πραγματικό της χαρακτήρα ως υπερασπιστή του συστήματος. Η αριστερά πρέπει λοιπόν να είναι έτοιμη να αποτελέσει την εναλλακτική λύση χωρίς να χάσει τον προσανατολισμό της: τις αξίες της και τα συμφέροντα των λαϊκών τάξεων που θέλει να υπερασπιστεί απέναντι στην οικονομική ολιγαρχία.
Αλ. Τσίπρας στη Le Soir: «Είμαι έτοιμος να κυβερνήσω ξανά – Ξέρω καλά τη δουλειά»
Η πρόεδροςτης Ευρωπαϊκής Επιτροπής ωθεί την Ευρώπη στο αδιανόητο: Κατασκευάζει το φέρετρο του ενταφιασμού της, από την Ακροδεξιά.
Αν συναντήσετε την ελληνική κοινωνία, θυμίστε της ότι, εκτός από το χρονικό του θανάτου Μαζωνάκη από τη «δόκτορα Γάκα», υπάρχει και το χρονικό του προαναγγελθέντος θανάτου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από την επίσης «δόκτορα» – με καταγγελίες για λογοκλοπή – Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.
Την περασμένη Τετάρτη η Γαλλίδα ευρωβουλευτής Μανόν Ομπρί – συμπρόεδρος, με τον ημέτερο Κώστα Αρβανίτη, της Ευρωομάδας της Αριστεράς – της είπε κατά πρόσωπο: «Με ποια δημοκρατική νομιμοποίηση μας τα λες αυτά;»
Έτσι χάλασε τη μεγαλομανιακή φιέστα που επιχείρησε να στήσει στο Ευρωκοινοβούλιο η αμφιλεγόμενη Γερμανίδα – ξεπατικώνοντας την αμερικανική παράδοση: μια φορά τον χρόνο ο πρόεδρος «απευθύνεται στο έθνος».
Η ομιλία της – που απευθυνόταν σε κοράκια της οικονομίας, γύπες του πολέμου και ύαινες της ακροδεξιάς και πάντως όχι στους λαούς της Ένωσης – επικαιροποίησε το σενάριο ευρωπαϊκής καταστροφής. Όπως το υπηρετεί μετά το 2022, με κατάχρηση του ρόλου της και υπό την ανοχή των Μακρόν και Σολτς – Μερτς, που ήδη κατάστρεψαν τις οικονομίες τους, στέλνοντας τις κοινωνίες σε νεοφασιστικές συσπειρώσεις.
Η «αγαπητή Ούρσουλα», που θα έλεγε και ο ημέτερος Πρωθυπουργός, ξεπέρασε τον χειρότερο εαυτό της, παριστάνοντας την «ηγεσία» της Ευρώπης. Με νέες «πρωτοβουλίες» για τις οποίες δεν έχει εξουσιοδότηση από τους λαούς και τις Συνθήκες.
Οι νέες καταπατήσεις
Στην πάγια διπλή εκστρατεία της – υποστήριξη του διεφθαρμένου καθεστώτος με πόρους που προορίζονται για τους λαούς και στρατιωτικοποίηση των 27 – πρόσθεσε νέες καταπατήσεις του γράμματος και του πνεύματος των Συνθηκών.
Μία είναι η δημιουργία «Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ασφαλείας». Η επιτομή της πολιτικής απάτης: η κοινοτική Ευρώπη δεν μπορεί να έχει Εξωτερική πολιτική, ούτε πολιτική Άμυνας και Ασφάλειας – με δημιουργία… «ευρωπαϊκού στρατού»! – για έναν συγκεκριμένο λόγο: καμία χώρα-μέλος δεν έχει εκχωρήσει στο κοινοτικό Κέντρο τις αντίστοιχες αρμοδιότητες.
Η άλλη πολιτική κομπίνα – που ανοίγει μια αχρείαστη κόντρα με τον Τραμπ – είναι η αναγγελία δημιουργίας καθεστώτος «συνδεδεμένου μέλους με τον Καναδά».
Ίσης αυθαιρεσίας με την… «ένταξη της Ουκρανίας», την ισχύ της συμφωνίας Mercosur, προτού αποφανθεί το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, και την υπογραφή των αξιώσεων του Αμερικανού παράφρονα υπέρ των ΗΠΑ: δασμούς, επενδύσεις και αγορές ενέργειας!
Από κανένα ευρωπαϊκό ντοκουμέντο – ούτε απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου – δεν προβλέπεται τέτοια σχέση. Γι’ αυτό άλλωστε δεν προχώρησε με την Τουρκία, όταν ενδιαφερόταν για την Ευρώπη, ή με την προπολεμική Ουκρανία, όπως ήθελε το γερμανικό κατεστημένο.
Η «βασίλισσα» – μισητό πρόσωπο στις ευρωπαϊκές κοινωνίες και ελεγχόμενη για διαφθορά και κακοδιοίκηση και προσπάθεια υφαρπαγής ασφαλιστικών αποθεμάτων και καταθέσεων για χρηματοδότηση εξοπλισμών – συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας, με τους νεοναζί σε τροχιά εξουσίας – αποδεικνύεται μοιραία.
Ακυρώνει συστηματικά την ευρωπαϊκή Ομοσπονδιοποίηση, που είχαν οραματιστεί οι «ιδρυτές πατέρες» και προωθούσε η Κομισιόν, από τον Ντελόρ ως τον Γιούνκερ. Με σύγκλιση χωρών και λαών «από το Γιβραλτάρ ως τα Ουράλια» – και ιστορική επιδίωξη, εκτός από την ισχύ και την ευημερία, το δόγμα «ποτέ ξανά πόλεμος».
Η φον ντερ Λάιεν, βαφτίζοντας «νέα στρατηγική» τη διαστροφική επιλογή «κανόνια αντί για βούτυρο», τη μετατροπή του κοινοτικού χώρου σε φρούριο με καταδιώξεις μεταναστών, νομιμοποιεί τον αντιευρωπαϊκό παροξυσμό των ακραίων για «επιστροφή των αποφάσεων στα εθνικά κοινοβούλια» και ωθεί την Ευρώπη στο αδιανόητο: Κατασκευάζει το φέρετρο του ενταφιασμού της, από την Ακροδεξιά.
Ο 61χρονος Γερμανός στρατηγός θα αναλάβει το καλοκαίρι
Ο Γερμανός στρατηγός Κάρστεν Μπρόιερ, αρχηγός των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων, εξελέγη νέος επικεφαλής της Στρατιωτικής Επιτροπής του ΝΑΤΟ, της ανώτατης στρατιωτικής αρχής της Συμμαχίας. Θα αναλάβει τα καθήκοντά του το ερχόμενο καλοκαίρι, διαδεχόμενος τον Ιταλό ναύαρχο Τζουζέπε Κάβο Ντραγκόνε.
Η εκλογή του έγινε από τους αρχηγούς των ενόπλων δυνάμεων των 32 κρατών-μελών του ΝΑΤΟ, κατά τη συνεδρίασή τους στην Κοπεγχάγη. Ο απερχόμενος πρόεδρος της επιτροπής συνεχάρη τον Μπρόιερ, σημειώνοντας ότι η επιχειρησιακή του κρίση, η γνώση του για τη Συμμαχία και η εμπειρία του στη διοίκηση των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων θα είναι σημαντικές για το ΝΑΤΟ.
«Οι αρχηγοί των ενόπλων δυνάμεων έδειξαν την εμπιστοσύνη τους στο πρόσωπό σας σε μια κρίσιμη στιγμή για την ευρωατλαντική ασφάλεια», ανέφερε ο Ντραγκόνε.
Η Στρατιωτική Επιτροπή αποτελεί το ανώτατο στρατιωτικό όργανο του ΝΑΤΟ, ενώ ο επικεφαλής της είναι ο βασικός στρατιωτικός σύμβουλος του γενικού γραμματέα της Συμμαχίας, Μαρκ Ρούτε.
Ποιος είναι ο «στρατηγός του καγκελαρίου»
Ο 61χρονος Μπρόιερ, αξιωματικός του γερμανικού στρατού, έχει αποκτήσει το προσωνύμιο «στρατηγός του καγκελαρίου». Ο πρώην καγκελάριος Όλαφ Σολτς τον είχε επιλέξει για να ηγηθεί επιτροπής διαχείρισης κρίσεων, η οποία συμμετείχε στον συντονισμό της γερμανικής αντίδρασης στην πανδημία της Covid-19 το 2021 και το 2022.
Ο Μπρόιερ εντάχθηκε στη Μπούντεσβερ το 1984 και υπηρέτησε αρχικά σε μονάδα αεράμυνας. Αργότερα φοίτησε στην Ακαδημία Γενικού Επιτελείου των ΗΠΑ στο Φορτ Λεβενγουορθ του Κάνσας, καθώς και στο αντίστοιχο πρόγραμμα εκπαίδευσης στη Γερμανία.
Το 2014 υπηρέτησε στην αποστολή ISAF του ΝΑΤΟ στην Καμπούλ του Αφγανιστάν.
Τη θέση του Μπρόιερ στην ηγεσία των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων αναμένεται να αναλάβει πριν από το τέλος του έτους ο αντιστράτηγος Κρίστιαν Φρόιντινγκ.