Αρχική Blog Σελίδα 3007

Trump και Putin: Μία ιστορία που τελικά… έχει και «Δράκο» (Κίνα)

0

Του Αλέξανδρου Δρίβα* Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2017

Photo by Sefa Karacan/Anadolu Agency/Getty Images/ Ideal Images

Ο νέος Αμερικανός πρόεδρος ορκίστηκε. Αν και φαίνεται να προτιμάει πολύ πιο άμεσες ατάκες, δε θα διαφωνούσε πολύ αν του βάζαμε στο στόμα το διάσημο ρητό του συμβόλου-ηγέτη της Ινδίας, του Γκάντι. «Πρώτα σε αγνοούν, μετά σε κοροϊδεύουν, μετά σε πολεμούν και μετά τους νικάς». Σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να εγκιβωτίσουμε τα ιδανικά του Γκάντι στο νέο Πρόεδρο των ΗΠΑ, όμως η προεκλογική του εκστρατεία, η οποία τον οδήγησε στο χορό με τη νέα Πρώτη Κυρία των ΗΠΑ υπό τον αξέχαστο και μοναδικό ήχο του Frank Sinatra και του “My way”, μπορεί να ταιριάξει με αυτά που ανέφερε ο Γκάντι.

Πράγματι, ο Τrump αγνοήθηκε όταν ανέβαινε. Όταν ήταν σε επίπεδο «νηπιακής βιομηχανίας», όπως θα λέγαμε στην οικονομία. Οι αστείες ατάκες του, οι φρενήρεις και κατά πάντων, άκομψες επιθέσεις του, χλευάστηκαν. Ξέχασαν οι χλευάζοντες ωστόσο, δύο πράγματα. Το πρώτο, είναι ότι το πώς λέγεται κάτι με τι λέγεται, δεν ταυτίζονται πάντα. Η εκλογή του Trump, διαχώρισε μια και καλή τη ρητορική από την πολιτική. Όταν ξεκίνησαν να τον αντιμετωπίζουν πολιτικά, ήταν ήδη αργά. Αναστάτωσε ένα ολόκληρο… Ρεπουμπλικανικό κόμμα, έκανε Ρεπουμπλικανούς να συνεργάζονται με Δημοκρατικούς. Με όρους εμπορικού πεζοδρομίου, «χάλασε την πιάτσα» για τα καλά. Τι σχέση όμως μπορεί να έχει ο Trump, η κυρία Clinton με τον Putin και τα παραμύθια; Κάποια παραμύθια, έχουν δράκο…

Το τέλος της πολιτικής ανάλυσης με όρους showbiz

Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν από το «κουτσομπολιό». Μόνη τους δυναμική, η πρόκληση ενασχόλησης των άλλων, μαζί τους. Αυτή η τάση, όταν γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης, οδηγεί σε υπερ-ερμηνείες και σε παρ-ερμηνείες. Ενώ τα lobbies που υποστήριζαν την κυρία Clinton ασχολούνταν με την «προσωπική» σχέση του Trump με τον Putin, εκείνος με αλαζονική σιγουριά, έλεγε πως «μπορώ να πυροβολήσω στη μέση του δρόμου κάποιον και να μη χάσω ούτε έναν ψηφοφόρο». Απίστευτα πράγματα.

Εξ’ όσων γνωρίζουμε, ο Χένρι Κίσσινγκερ μπορεί να είναι ένας δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ Putin και Trump. Είναι πλέον σίγουρο πως ο ένας, έδινε τροφή στον άλλον. Στον κόσμο που οι δύο τους αντάλλαξαν κολακευτικά σχόλια, η συμπάθεια διαρκεί όσο το κοινό συμφέρον. Η σύγκλιση. Κάποτε, ένας καθηγητής μου, μου είχε πει πως «στο τέλος, αγαπούμε τον εαυτό μας». Κάπως έτσι, σκέφτονται οι επιχειρήσεις, οι οργανισμοί, τα κράτη. Ποιες είναι οι επιταγές της πραγματικότητας που καθορίζουν όμως την προσώρας, σύγκλιση Trump και Putin;

Η Αιώνια Σοφία…του Ρεαλισμού

Στο τελευταίο debate πριν την ιστορική 8η Νοεμβρίου 2016, ο Τrump, με κυνικό χιούμορ απάντησε στις κατηγορίες της κυρίας Clinton για συνεργασία του νυν (πλέον) POTUS με τις ρωσικές μυστικές υπηρεσίες για επηρεασμό του εκλογικού αποτελέσματος, πως «Τόσο διάτρητο που είναι το σύστημα που διοικεί η κυβέρνηση Obama, πώς να μην λάβουν δράση οι Ρώσοι;». Τα πράγματα όμως είναι πολύ διαφορετικά, αναφορικά με την αμερικανική εξωτερική πολιτική, η οποία μπορεί να έχει σταθερούς πυλώνες, όμως έχει και «υδραυλικό τιμόνι» και αλλάζει «ταχύτητες» ανάλογα με τη ροή των διεθνών εξελίξεων.

Στη διεθνή βιβλιογραφία, ο δομικός ρεαλισμός του οποίου πνευματικός πατριάρχης είναι ο Kenneth Waltz, το διεθνές σύστημα είναι εκείνο που παρέχει τις ορίζουσες χάραξης της εξωτερικής πολιτικής. Με άλλα λόγια, όσο «ηγετόμορφο» και να είναι ένα πολιτικό σύστημα (π.χ. ρωσικό) οι λήπτες μιας απόφασης περιορίζονται στην ελευθερία κίνησής τους, από τη δυναμική του αθροίσματος των διεθνών εξελίξεων. Οι ΗΠΑ, είναι η συντηρητική δύναμη του διεθνούς status quo. Στη βιβλιογραφία, ο όρος «συντηρητική δύναμη», πόρρω απέχει από την ιδεολογική χρήση του όρου. Οι ΗΠΑ, κατέχουν την πρωτοκαθεδρία στην παγκόσμια ιεραρχία ισχύος και επιθυμούν να τη διατηρήσουν.

Η αμερικανική εξωτερική πολιτική των τελευταίων ετών, μπορεί να χαρακτηριστεί τα τελευταία 20 χρόνια, ως παθητική. Οι πόλεμοι σε Ιράκ και Αφγανιστάν, δε συνιστούν απαραίτητα στοιχειοθέτηση της λεγόμενης «εξωτερικής πολιτικής πρωτοβουλιών». Πολλές φορές, η επιθετικότητα ή η παρεμβατικότητα, έχουν αμυντικά χαρακτηριστικά. Η Μέση Ανατολή, έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια και το ποσοστό επιρροής των ΗΠΑ σε μια περιοχή που αποτελεί και την περιφερειακή αυλή της Ελλάδας, έχει μειωθεί. Γιατί όμως;

Το Pivot στην Ασία που ο… Bill Clinton δεν είχε δει

Άλλοτε, η Τριγωνική Διπλωματία του Richard Nixon που σε πολλά μπορεί να συγκριθεί με τον Trump (τηρουμένων των αναλογιών πάντα) ήταν εκείνη που ουσιαστικά, έδωσε τη νίκη στις ΗΠΑ έναντι στην ΕΣΣΔ. Τότε, η Κίνα αναβαθμίστηκε και έγινε ο άσπονδος σύμμαχος των ΗΠΑ. Διεκδίκησε τη θέση της ηγέτιδας δύναμης των χωρών του Τρίτου Κόσμου, προσφέροντας έτσι το Πεκίνο στις ΗΠΑ, «καλές υπηρεσίες», καθώς αποφεύχθησαν οι «μπολεβικοποιήσεις» αρκετών λαών. Το κακό για τις ΗΠΑ, είναι πως η Κίνα, σήμερα, συνεχίζει να μην ανατιμά το νόμισμά της και να υιοθετεί εμπορικές πρακτικές που «δικαιολογούνται» από το Πεκίνο, με τον ίδιο τρόπο. Η εποχή Bill Clinton, μολονότι ανθηρή για τις ΗΠΑ οικονομικά, (είχαν το πλεονέκτημα της ανάληψης μιας ηγεμονίας μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ) ξοδεύτηκε στις διεθνείς υποθέσεις στην κατοχύρωση αμερικανικών θέσεων στην Ευρώπη. Σε μια Ευρώπη που κατά τραγική ειρωνεία, χάθηκε για τις ΗΠΑ από το Μάαστριχτ και μετά, αφού η Γερμανία, εκμεταλλεύτηκε υπέρ το δέον την αμερικανική πλειοδοσία ενδιαφέροντος στην Ευρώπη.

Σε κάθε διαπραγμάτευση στο G7, G20 ή στον Π.Ο.Ε, η Κίνα λέει: «Είμαστε αναπτυσσόμενη δύναμη». Οι ρήτρες που ισχύουν για τέτοιες χώρες, άρουν τη ρήτρα του μάλλον ευνοούμενου κράτους. Τα αποτελέσματα για τις ΗΠΑ, τόσο σε οικονομικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο διατήρησης των διεθνών συσχετισμών ισχύος υπέρ της, δεν ήταν καλά. Στα έτη της κυβέρνησης Οbama, η Κίνα, με βάση το ΑΕΠ έγινε η πρώτη οικονομία στον πλανήτη ενώ και φέτος, προβλέπεται να διατηρήσει ρυθμούς ανάπτυξης που αγγίζουν το 6,5%, παρά τα πολλά διαρθρωτικά προβλήματα που έχει. Η Ασία λοιπόν, είναι η Ήπειρος που πλέον κλέβει τα φώτα από την Ευρώπη. Από την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και μετά, η Ασία παρουσιάζει πληθυσμιακή και οικονομική έκρηξη που και οι δύο αυτές εκρήξεις, αποτελούν τη μαγιά του Καπιταλισμού, του δυτικού Καπιταλισμού. Τραγική ειρωνεία, στην Ασία, εφαρμόζεται πολύ πιο αποτελεσματικά. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο «Δράκος», η Κίνα δηλαδή, αποτελεί για τις ΗΠΑ τον επόμενο αντίπαλο που θα διεκδικήσει την πρωτοκαθεδρία στην παγκόσμια ιεραρχία ισχύος. Ο Βοναπάρτης κάποτε το έλεγε «Αν ξυπνήσει ο γίγαντας (για Κίνα) ο κόσμος θα είναι πολύ διαφορετικός».

Ένα καλό DEAL για τη Ρωσία…

Ενώ το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ αυξανόταν και περιοχές σαν το Detroit μετατρέπονταν σε μνημεία παλιών καλών καιρών που το model of self made man και το American Dream λάμβαναν χώρα, σε πληθωρισμό βρισκόταν μια ρωσοφοβία άνευ προηγουμένου. Η Ρωσία, είναι πολύ μεγάλη χώρα και πολύ ισχυρή για να πέφτει σε αξιωματικά συνθήματα σαν αυτό του Brzezinski «Με την Ουκρανία, η Ρωσία είναι υπερδύναμη, χωρίς αυτήν, είναι τίποτε». Με άλλα λόγια, θα ήταν επικίνδυνο ακόμη και για τη συλλογική ειρήνη και ασφάλεια ένας εγκλωβισμός της Ρωσίας με όρους zero sum game. Την ώρα που ο πληθωρισμός ρωσοφοβίας αυξανόταν ραγδαία και το blame game έδινε και έπαιρνε, η Ρωσία βρήκε το αντάλλαγμα που θα προσέφερε στις ΗΠΑ, προκειμένου οι ΗΠΑ, να δεχτεί πως Εγγύς Ανατολή, Μέση Ανατολή και Ανατολική Ευρώπη, δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς τη ρωσική παρουσία. Η Ρωσία, «ανοίχθηκε» στο Ιράν, υπέγραψε στρατηγικού χαρακτήρα συμφωνίες με την Κίνα και ήρθε στη θέση που ήθελε, διατηρώντας τον πρώτο λόγο σε Ουκρανία και Συρία και ενεργειακά, κρατά «όμηρο» την Ε.Ε. Ήρθε στη θέση του διακυβεύματος, που σε μια διαπραγμάτευση που λαμβάνει χώρα είτε στον μικρόκοσμο (μικρές, καθημερινές συμφωνίες) είτε στον μακρο-κοσμο των διεθνών σχέσεων, είναι η καλύτερη δυνατή.

Για να «τιμωρηθεί» ο Δράκος, συμμαχούν ο Κόνδορας και η Αρκούδα

Ήδη ο Χένρι Κίσσινγκερ έδωσε τον παλμό. Οι ΗΠΑ πρέπει να επανακτήσουν τον έλεγχο της Ευρώπης, (δική μας, ελεύθερη απόδοση της διπλωματικής γλώσσας που χρησιμοποίησε) και να συνάψει δεσμούς με Ρωσία και Κίνα. Μια αρχαία συμβουλή που πάντα κρατά διαχρονική αξία είναι το «ο εχθρός του εχθρού μου, είναι φίλος μου». Οι εμμονές, είναι δύσκολο να υποχωρήσουν. Υποχωρούν μόνο όταν υπάρχει κίνητρο στη στρατηγική. Αυτό, που ορίζουμε ως συμφέρον.

Η Ρωσία, δε θέλει να δει την Κεντρική Ασία και την Βορειο-ανατολική Ρωσία να γίνονται κινεζικά προπύργια. Στα σινο-ρωσικά σύνορα, οι πάμπτωχες και ακριτικές ρωσικές περιοχές, ελέγχονται οικονομικά από την Κίνα και η αραιοκατοικημένη τους πυκνότητα, τρομάζει τη Ρωσία η οποία λόγω της γεωγραφικής της θέσης, δεν μπορεί να έχει τέτοια μέτωπα. Και Κίνα και ΗΠΑ ως αντίπαλες δυνάμεις, θα ήταν ένας ρωσικός εφιάλτης. Οι ΗΠΑ από την άλλη, γνωρίζουν ότι ως υπερπόντιοι εξισορροπητές, δεν μπορούν να είναι το ίδιο αποτελεσματικές και σε Βαλτικές χώρες και σε Βόρειο Παγωμένο και σε Μέση Ανατολή και σε Κεντρική Ασία και σε μια διαλυμένη Ευρώπη. Ξέρουν επίσης, πως το ΝΑΤΟ διοικείται πολύ δύσκολα και το βλέπουν με ένα γειτονικό μας case study, την Τουρκία. Η «ομηρία» της Τουρκίας από τη Ρωσία, δε δείχνει τίποτε παραπάνω από 1. Την ανελαστική για τον σύγχρονο κόσμο δομή του ΝΑΤΟ 2. Το ρωσικό κάλεσμα προς τις ΗΠΑ για επαναδιαπραγμάτευση των συσχετισμών ισχύος στη Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Ρωσία, βρίσκεται και στις 5 χώρες-κλειδιά της περιοχής. (Αίγυπτος, Συρία, Τουρκία, Ιράν και Σαουδική Αραβία).

Οι ΗΠΑ γνωρίζουν πως το follow the money είναι ανάμεσα στην περιοχή του Ινδικού και στην Κίτρινη Θάλασσα. Αυτή η τεράστια έκταση, (και σε αριθμούς πληθυσμού, πόρων, οικονομικής αξίας) θα κρίνει το αμερικανικό μέλλον. Οι ΗΠΑ στο δίλημμα «διατήρηση υπερέκτασης-συστολή και στρατηγική παρουσία», θα επιλέξουν το δεύτερο. Είναι η μόνη περίπτωση για να συνεχίσουν να είναι η συντηρητική δύναμη των διεθνών εξελίξεων και να δημιουργήσουν μια νέα στρατηγική, εξίσου καινοτόμα με αυτήν που κάποτε εφάρμοσε ο George Kennan για να ανασχέσει τη σοβιετική επιρροή.

Η Ρωσία, θα είναι για τις ΗΠΑ ένας «κατ’ ανάγκην» εταίρος, ο οποίος αντιλαμβάνεται πως η Κίνα οφείλει να ανασχεθεί. Οι αμερικανο-ρωσικές σχέσεις, θα βελτιωθούν αρκετά, δε θα ευθυγραμμιστούν όμως. Δε γίνεται δυνάμεις τέτοιου βεληνεκούς να ευθυγραμμιστούν καθώς βασική αρχή μιας διαπραγματευτικής ευθυγράμμισης, είναι πως οι διακυβευτές, δε γίνεται να θέλουν ακριβώς τα ίδια. Δυνάμεις σαν τις ΗΠΑ, τη Ρωσία και την Κίνα, επιθυμούν ηγεμονία, επομένως ο ανταγωνισμός είναι δεδομένος. Τα όρια αυτού και οι προτεραιότητες μόνο, περνούν σε διακυμάνσεις.

Για κάποιους, αυτό είναι αδιανόητο όμως η ιστορία έχει αποδείξει πως το μόνο αδιανόητο, είναι να μην υπάρχει συμφέρον. Φόβος, δόξα και συμφέρον, συνεχίζουν να επηρεάζουν καθετί ανθρώπινο. Αλλαγή στην ανθρώπινη φύση, δεν μπορεί να υπάρξει εκτός αν η βιολογία το θελήσει. Μέχρι τότε, οι σκοποί παραμένουν πάντα ίδιοι και αλλάζουν μόνο τα μέσα. Ο Τrump, θα ακολουθήσει αυτά τα παραδείγματα καθώς η φάση της αμερικανικής ανασυγκρότησης, εντός και εκτός συνόρων, είναι αναπόφευκτη. Οι ΗΠΑ δεν παρακμάζουν, ούτε ζουν το τέλος της ηγεμονίας τους. Απλά ανασυγκροτούνται για τον πρώτο μεγάλο διεθνή ανταγωνισμό που λαμβάνει χώρα, ενόσω συνιστούν υπερδύναμη. Ο κόσμος και η θέση των ΗΠΑ σε αυτόν τον πολυπολικό κόσμο, δεν είχε λάβει χώρα ούτε στους δύο παγκόσμιους πολέμους, ούτε στον Ψυχρό Πόλεμο.

Αντί Επιλόγου:

Πίσω από τις αναλύσεις περί προσωπικών σχέσεων, υπάρχουν πάντα συμφέροντα που τις διαμορφώνουν.

Ο Richard Nixon, το 1970 είπε για το εθνικό συμφέρον των ΗΠΑ (κάτι που πρέπει να μάθουμε καλά και στην Ελλάδα): «Πρέπει τα συμφέροντά μας να διαμορφώνουν τις δεσμεύσεις μας και όχι το αντίστροφο».

* Ο Αλέξανδρος Δρίβας είναι υποψήφιος Δρ. Διεθνών Σχέσεων, Συντονιστής της Ομάδας Ανατολικής Μεσογείου στο ΤΟ.ΡΕ.ΝΕ.

liberal.gr

Κυπριακό: πρόοδος ή αναπαλαίωση;

0
 ΘΟΔΩΡΟΣ ΚΟΥΛΟΥΜΠΗΣ*
Τ​​ο Κυπριακό παραμένει στην καρδιά –αν όχι στο μυαλό– του κάθε συμπολίτη μας τα τελευταία εξήντα έξι χρόνια. Είναι μια συνεχής αντιπαράθεση ανάμεσα στις ανταγωνιστικές έννοιες ιδεαλισμού και ρεαλισμού αντιστοίχως: ηρωισμός-σύνεση, δίκαιο-ισχύς, αυτάρκεια-εξάρτηση, επιθυμητό-εφικτό, Ανατολή-Δύση. Σήμερα βρισκόμαστε, σχεδόν σαράντα τρία χρόνια μετά την τουρκική εισβολή του 1974 (και την τραγική διχοτόμηση της Κύπρου), μπροστά σε άλλη μία ευκαιρία (δοκιμασία;) για την εξεύρεση μιας αμοιβαία αποδεκτής λύσης. Η κατάσταση είναι απολύτως ρευστή και οι αποφάσεις των ηγεσιών, εντός και εκτός Κύπρου, θα αποδειχθούν καθοριστικής σημασίας.

Στο σημερινό μου σχόλιο θα παραθέσω δύο σενάρια που αναφέρονται στο εσωτερικό της Κύπρου, και ένα σύντομο τρίτο που αφορά τους εξωτερικούς παράγοντες που επηρεάζουν τις εξελίξεις στη μεγαλόνησο:

Το πρώτο σενάριο, «μη λύση» και διατήρηση της σημερινής κατάστασης, είναι δυστυχώς το πιθανότερο. Οφείλεται στα εκ διαμέτρου αντίθετα συμφέροντα των δύο πλευρών. Υπάρχουν θετικά και αρνητικά στοιχεία σ’ αυτήν την προοπτική των εξελίξεων, από τη σκοπιά της ελλαδικής και ελληνοκυπριακής πλευράς. Στα θετικά της μη λύσης μπορούμε να συμπεριλάβουμε την εξασφάλιση της ανόθευτης ανεξαρτησίας των αποφάσεων της κυπριακής κυβέρνησης (με δεδομένη τη διεθνή αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας και τη συμμετοχή της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ενωση, την Ευρωζώνη και τον ΟΗΕ). Ιδιαιτέρως σημαντική, εδώ, είναι η μη αναγνώριση του ψευδοκράτους στον κατεχόμενο βορρά από όλα τα υπόλοιπα κράτη του πλανήτη, πλην της Τουρκίας. Σύμφωνα με ορισμένους πατριωτικούς κύκλους των Ελληνοκυπρίων, η δημιουργία μιας «χαλαρής διζωνικής και δικοινοτικής ομοσπονδίας» μπορεί να απειλήσει ακόμη και την ταυτότητα του 80% των Ελλήνων της Κύπρου, με τη σταδιακή φθορά της γλώσσας και της θρησκείας τους. Στα θετικά –από αυτή τη σκοπιά– προστίθεται και ο παράγοντας «ελπίδα». Ελπίδα, ότι η σημερινή εσωτερική αστάθεια στις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις και η αμφιλεγόμενη στάση του Ταγίπ Ερντογάν στον διεθνή προσανατολισμό της χώρας του, ανοίγουν μελλοντικές ευκαιρίες για μια καλύτερη και λογικότερη λύση.

Από την άλλη πλευρά του διλήμματος, υπάρχουν πολλά και σοβαρά αρνητικά στοιχεία στη διαιώνιση της σημερινής κατάστασης των πραγμάτων. Μια απλή απαρίθμηση είναι άκρως απογοητευτική για τα συμφέροντα του Ελληνισμού: Παραμονή των σαράντα χιλιάδων του τουρκικού στρατού στα κατεχόμενα, συνεχιζόμενη αύξηση Τούρκων εποίκων σε βάρος των γηγενών Τουρκοκυπρίων, παγίωση της ντε φάκτο διχοτόμησης, έναρξη μιας διαδικασίας αναγνωρίσεων του ψευδοκράτους, περαιτέρω αλλοίωση της πληθυσμιακής αναλογίας Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, και –κυρίως– μη επιστροφή εδαφών και περιουσιών (στις περιοχές Μόρφου και Αμμοχώστου) που προϋποθέτει μια αμοιβαία αποδεκτή λύση του κυπριακού προβλήματος. Αντιθέτως, μια σχετικά θετική πλευρά της υπό διαπραγμάτευση λύσης (για τους Ελληνοκυπρίους) αφορά την αποδοχή επιστροφής εδαφών από την τουρκοκυπριακή πλευρά, που –σύμφωνα με τον χάρτη που κατέθεσαν οι Τουρκοκύπριοι– περιορίζει την τουρκοκυπριακή ομόσπονδη οντότητα από το σημερινό 37% στο 29% του κυπριακού εδάφους. Παράλληλη εδώ είναι και η ελληνοκυπριακή πρόταση του 28% για τα μελλοντικά εδάφη της τουρκοκυπριακής οντότητας. Προφανώς, ύστερα από κάποια πρόσθετη διαπραγμάτευση, οι δύο πλευρές μπορούν να φθάσουν σε μια αμοιβαία αποδεκτή εδαφική οριοθέτηση των μελλοντικών οντοτήτων της Κυπριακής Ομοσπονδίας. Βεβαίως υπάρχει μεγάλο κέρδος και για τους Τουρκοκυπρίους, που θα είναι η επίσημη ένταξή τους (ως συνιστώσας ενιαίου κράτους) στην Ευρωπαϊκή Ενωση και στη ζώνη του Ευρώ. Θα φέρει, επίσης, τη σταδιακή απομάκρυνση των τουρκικών στρατευμάτων, και την ουσιαστική συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων σε μια χώρα με τεράστια προοπτική – ως ενεργειακού κόμβου της Ευρώπης στην ανατολική Μεσόγειο. Κατά πάσα πιθανότητα, όμως, η «κοινή γλώσσα εργασίας» σε ομοσπονδιακό επίπεδο θα είναι η αγγλική! Και αυτό και μόνο θα προβληματίσει πολλούς Ελληνοκυπρίους.

Σε περίπτωση εξεύρεσης λύσης θα παραμείνουν αρκετά πρόσθετα αγκάθια, με ανάλογες τριβές και αμφισβητήσεις. Για παράδειγμα, το υπάρχον καθεστώς των εγγυητριών δυνάμεων και η παραμονή τουρκικών (αλλά και ελληνικών) στρατευμάτων στην Κύπρο δεν συνάδει με την ιδιότητα κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Για το παρεμπίπτον θέμα περί του μέλλοντος των βρετανικών βάσεων, το Ηνωμένο Βασίλειο έχει φροντίσει να εξασφαλίσει το καθεστώς κυρίαρχου βρετανικού εδάφους με τις ιδρυτικές συνθήκες της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960. Αρκετά, δυστυχώς, ερωτήματα θα εξακολουθήσουν να αιωρούνται (μετά μια υποθετική λύση). Για παράδειγμα, και πάλι, συμφέρει την Κύπρο μια ισχυρή ή μια διακοσμητική κεντρική κυβέρνηση της προτεινόμενης Κυπριακής Ομοσπονδίας; Και πώς θα ψηφίσουν οι πολίτες της Κύπρου στον βορρά και τον νότο της μεγαλονήσου στα επιβεβλημένα δημοψηφίσματα;

Για το τρίτο σενάριο, που αφορά τους εκτός Κύπρου παράγοντες, η σημερινή κατάσταση είναι –επιεικώς– ρευστή: Οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις βρίσκονται σε μεταβατική κατάσταση (η Ελλάδα λόγω της παρατεταμένης οικονομικής της κρίσης, η Βρετανία λόγω του βασανιστικού ερωτήματος περί της υλοποίησης του Brexit, και η Τουρκία που επιπλέει στα απόνερα του πρόσφατου στρατιωτικού πραξικοπήματος). Η Μέση Ανατολή θα συνεχίσει να φλέγεται, με τραγικό επίκεντρο την ερειπωμένη Συρία και τον ηφαιστειακό περίγυρό της. Η Ρωσία θα προχωρήσει αμφιταλαντευόμενη ανάμεσα στον ρόλο της μεγάλης (άρα ικανοποιημένης) δύναμης και αυτόν του περιφερειακού αναθεωρητισμού. Η Ευρωπαϊκή Ενωση, πέρα από τη βρετανική αποχώρηση και τις οικονομικές αναταράξεις στον Μεσογειακό της χώρο, αντιμετωπίζει ήδη έντονες τάσεις εθνικιστικής και αποσχιστικής έξαρσης από ακροδεξιές κινήσεις σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ολλανδία, η Πολωνία, η Ουγγαρία, και αλλού, τις οποίες το εκρηκτικό προσφυγικό πρόβλημα έχει επικίνδυνα ενισχύσει. Και, τέλος, ο αμφίθυμος νέος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, ο κ. Ντόναλντ Τραμπ, ξεφεύγει από την ικανότητα πρόβλεψης που διαθέτουν οι κάθε λογής πολιτικοί αναλυτές.

Αν δεχθούμε όλα τα συν και πλην παραπάνω, συμπεραίνω ότι η πιο στέρεη επιλογή της Κύπρου –με ή χωρίς τη λύση– είναι η παραμονή της στο αγκυροβόλιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης!

* Ο κ. Θεόδωρος Κουλουμπής είναι ομότιμος καθηγητής Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Αθηνών.

“Καθημερινή”

Κοσμοϊστορικές αλλαγές στην Τουρκία

0

του Σάββα Καλεντερίδη.

Το ζήτημα της μετεξέλιξης του πολιτεύματος στην Τουρκία, και της μετατροπής του από Προεδρευομένη σε Προεδρική Δημοκρατία, είναι ένα ζήτημα που μπορεί να χαρακτηριστεί κοσμοϊστορικής σημασίας.

 Κι αυτό γιατί το όλο θέμα δεν περιορίζεται απλά σε μια πολιτειακή αλλαγή, ούτε στη συγκέντρωση όλων των εξουσιών σε ένα πρόσωπο. Το θέμα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον κυρίως για δύο λόγους. Ο ένας αφορά το πρόσωπο που θα ασκεί αυτήν την εξουσία και ο άλλος είναι η άσκηση της εξουσίας και της πολιτικής· όχι με όρους της όποιας ιδεολογίας, αλλά με όρους θρησκευτικών επιταγών και συγκεκριμένα των επιταγών του Κορανίου και του ισλάμ.

Όσον αφορά το πρόσωπο, τον Ταγίπ Ερντογάν, αυτός, σύμφωνα με τις πρόνοιες του υπό έγκριση νέου Συντάγματος της Τουρκίας, θα βρίσκεται στο νεοσουλτανικό θρόνο μέχρι το 2032! Όσο για το πώς ασκεί, και κυρίως πώς θα ασκεί τα καθήκοντά του, θα κάνουμε αναφορά σε μια μόνο λέξη, την οποία χρησιμοποιούσαν κατά κόρον οι κεμαλιστές όταν μιλούσαν για την απειλή ισλαμοποίησης του κράτους και της πολιτικής.

Πρόκειται για τη λέξη takiye, που αναφέρεται στον 106ο στίχο του Κορανίου λέγοντας ότι ο μουσουλμάνος δικαιούται να κρύψει την πίστη και τους σκοπούς του όταν οι συνθήκες το επιβάλλουν.

Αν παρατηρήσουμε το βιογραφικό του Ερντογάν, αλλά και το φωτογραφικό υλικό από τα παιδικά-εφηβικά του χρόνια, θα δούμε ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο που πέρασε τα παιδικά του χρόνια στα «κουράν κουρσού» και μεγάλωσε στα γόνατα του Νετζμετίν Ερμπακάν και του ηγέτη των Ταλιμπάν Gulbeddin Hikmetyar.

Δηλαδή, όσο και αν τον έχουν διαφθείρει το χρήμα και η εξουσία, παραμένει ένας φανατικός μουσουλμάνος που –στο πλαίσιο του takiye– κατάφερε να κρύψει τη βαθιά του πίστη στο ισλάμ και τους πραγματικούς του στόχους, που είναι η εγκαθίδρυση ενός καθαρά ισλαμικού καθεστώτος στην Τουρκία. Δηλαδή παλινόρθωση του χαλιφάτου με όρους 21ου αιώνα.

Ο άλλος λόγος έχει να κάνει με την εγκαθίδρυση μιας δημοκρατικοφανούς ισλαμικής δικτατορίας, που θα ανανεώνει την εντολή με εκλογικές διαδικασίες, χωρίς να υπάρχει ποτέ περίπτωση να ανατραπεί αφού οι μη σουνίτες πολίτες της Τουρκίας, και εκείνοι που δεν επιθυμούν την σουνιτική δικτατορία, δεν πρόκειται ποτέ να γίνουν πλειοψηφία.

Και εξηγούμαστε: Οι σουνίτες, Τούρκοι, Κούρδοι, Καυκάσιοι (Αμπχάζιοι, Τσερκέζοι, Λαζοί κλπ.), Βόσνιοι, Άραβες και άλλες φυλές αποτελούν το 75-80% του πληθυσμού, ενώ οι αλεβίτες κυμαίνονται στο 20% και βαίνουν μειούμενοι αφού ασκείται καταπίεση, και δεν είναι λίγοι εκείνοι που για να απαλλαγούν από τις πιέσεις δηλώνουν πλέον σουνίτες.

Αν, δε, μελετήσουμε την εκλογική συμπεριφορά των πολιτών της Τουρκίας –μετά το 2000, σε ποσοστά που κυμαίνονται γύρω στο 50%–, επιλέγουν να ψηφίζουν το κόμμα που εκφράζει τη σουνιτική τους πίστη, ενώ υπάρχει και ένα άλλο 15% που έχει παραπλήσια ιδεολογία, με το εθνικιστικό να ανταγωνίζεται το θρησκευτικό-σουνιτικό.

Άρα με την πολιτειακή αλλαγή μπαίνουμε σε μια εποχή ενός ανδρός αρχή, με τους αλεβίτες, τους δημοκράτες και τους Κούρδους που ψηφίζουν κυρίως με εθνοτικά χαρακτηριστικά να είναι υποχρεωμένοι να ζουν κάτω από τη «μπότα» του σουνιτικού ισλάμ. Όρος και έννοια που ασπάζονται οι περισσότεροι από τους προαναφερθέντες.

Κανείς δεν μπορεί νa προδικάσει τις συνέπειες και τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η εξέλιξη αυτή στην κοινωνική συνοχή και στη συνεννόηση μεταξύ των θρησκευτικών και εθνοτικών ομάδων στην Τουρκία του απόλυτου άρχοντα Ερντογάν.

Αυτό εξαρτάται από την πορεία του Κουρδικού στο εσωτερικό και το εξωτερικό της Τουρκίας, και από το αν και πότε θα πάρουν απόφαση οι αλεβίτες να εγκαταλείψουν το κεμαλικό κόμμα και να οργανωθούν κι αυτοί σε ένα δικό τους κόμμα, με όρους που σχετίζονται με τη θρησκευτική τους φιλοσοφία.

Πάντως οι κεμαλιστές είναι απίθανο να μπορέσουν να αντιπαρατεθούν με το πολιτικό ισλάμ στην Τουρκία, το ίδιο και οι κάθε είδους ομάδες δημοκρατών.

Αυτό που έχει ένα άλλο ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι οι προθέσεις του Ερντογάν και του καθεστώτος του (που κρύβονται στη λογική του takiye) απέναντι στις γειτονικές χώρες και συγκεριμένα απέναντι στις χώρες που προέκυψαν από τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και ο γεωπολιτικός του προσανατολισμός. Και αυτά είναι ζητήματα που αφορούν και ενδιαφέρουν κυρίως την Ελλάδα.

A strong right-wing alliance on its way in Turkey

0

MURAT YETKİN

[email protected]

I was recently having an informal chat with an important name from the ruling Justice and Development Party (AK Parti) together with a number of colleagues.

“When are you going to import the MHP?” I asked half-jokingly, referring to the current close cooperation between the AK Parti and the Nationalist Movement Party (MHP) over the constitutional shift to an executive presidential system, as targeted by President Tayyip Erdoğan.

I was expecting a cool answer pouring cold water on the suggestion and refuting jokes about political partners. But no, the experienced politician responded with a “you got me” smile on his face. He replied with another question, asking “Isn’t that question a bit late?”

Here is the dialogue that followed:

– Could the partnership go as far as a merger under a single roof with a new name?

– I’m not sure about that. But do you think that’s even necessary?

– What do you mean?

– Well, it seems that we [AK Parti] can already do whatever we want together with [the MHP].

– So you will make them share responsibility for every step you take, and vice versa?

– I believe they [MHP] will be relying on us in almost every move they make.

– And if they object to any of your projects, they would risk canceling all the support they have been giving you [AK Parti]?

– (More smiles)

– Can your cooperation be extended from the constitutional shift referendum to parliamentary elections?
– Why not? I wouldn’t rule that out.

This informal chat indicates that a closer and longer range AK Parti-MHP alliance has already been internalized as an approaching possibility on the political horizon.

Just hours after this chat, Prime Minister Binali Yıldırım’s words to private broadcaster Fox TV-Turkey about the possibility of taking ministers from the MHP to the AK Parti government hit the halls of parliament. That would practically amount to a coalition without the formal need for it.

On the same day, Jan. 18, social democratic main opposition Republican People’s Party (CHP) leader Kemal Kılıçdaroğlu visited MHP leader Devlet Bahçeli to (in vain) “remind him once again” that the presidential model would lead to “one-man rule in a party-state” Bahçeli had already stated before the meeting that he had said everything he needed to, and would remain in favor of the shift.

The next day, Yıldırım added to his remarks on bringing MHP ministers into the cabinet, saying that in the referendum there would be the AK Parti and the MHP on one side for a “stronger Turkey under the presidential system,” while on the other side there would be the CHP and the Kurdish problem-focused Peoples’ Democratic Party (HDP). That is a smart move to give a subliminal message to voters, since the AK Parti denounces the HDP as the legal extension of the outlawed Kurdistan Workers’ Party (PKK), a terrorist organization by law, despite the fact that the objections of the CHP and the HDP against the presidential system differ in motivation, reasoning and policy.

You can read more from Gizem Karakuş’s story in today’s Hürriyet Daily News about how the AK Parti has been planning to carry out a joint referendum campaign with the MHP.

What Prime Minister Yıldırım is pointing to could be the largest front in Turkey’s political system, bringing Islamist, conservative, Turkish nationalist, and center-right voters under one roof.

Turkey has experienced a number of right-wing coalitions in the past, notably the three-party “Nationalist Front” coalitions in the second half of the 1970s between center-right, Islamist and Turkish nationalist parties. However, no such coalition was seen after the 1980 military coup. There was only a brief center-right-Islamist coalition in 1996-97 called “Refah-Yol,” which was brought to an end with resignations due to pressure from the military and judicial establishment of the time, labelled the “post-modern coup.”

If what Yıldırım is pointing to actually happens, an unnamed coalition will be formed incorporating almost all of Turkey’s right-wing tendencies, in the still heated post-July 2016 coup attempt political atmosphere.

The rise of the right in such a form paralels the rise of the right in Europe and elswhere, in line with global tendencies. It also opens up new windows for a new set of political uncertainities.

January/20/2017

http://www.hurriyetdailynews.com/a-strong-right-wing-alliance-on-its-way-in-turkey.aspx?pageID=449&nID=108748&NewsCatID=409

Η τύχη των 8 Τούρκων αξιωματικών στο βρετανικό τύπο

1

Η αναμενόμενη απόφαση του Αρείου Πάγου επί του αιτήματος έκδοσης των 8 Τούρκων στρατιωτικών που έχει υποβάλλει η Τουρκία απασχολεί και τον κυριακάτικο βρετανικό τύπο. Observer και Sunday Times αποτυπώνουν το πολιτικό και θεσμικό πλαίσιο και διατυπώνουν ενστάσεις για το ενδεχόμενο έκδοσης των 8 και των συνεπειών που αυτή θα έχει στις βασικές αξίες της δημοκρατίας.

H τύχη των οκτώ τούρκων αεροπόρων θα δείξει αν υπάρχει δημοκρατία

To μέλλον της Ευρώπης σε κίνδυνο, αν η γενέτειρα της δημοκρατίας δεχθεί να εκδώσει τους οκτώ «πραξικοπηματίες» στην Τουρκία

Του Nick Cohen

Τα δύσκολα διλήμματα για τις δημοκρατίες συσσωρεύονται με ταχύτητα που μας είναι δύσκολο να αφομοιώσουμε. Μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, οι δυτικοί αναρωτήθηκαν πως μπορούν να αντισταθούν στους τυράννους. Πρέπει να παρέμβουμε για να σταματήσουμε τη γενοκτονία στη Βοσνία; Πρέπει να επιβάλουμε αντίποινα, ή μποϊκοτάζ, για να προστατεύσουμε τα δικαιώματα των Θιβετιανών; Η άνοδος της κομμουνιστικής Κίνας, της Ρωσίας του Πούτιν και της Τουρκίας του Ερντογάν άλλαξαν τους όρους της συζήτησης. Το ερώτημα δεν ήταν πια αν πρέπει να παρέμβουμε αλλά αν μπορούμε να παρέμβουμε, απέναντι σε δυνάμεις που έχουν τεράστιες αντιστάσεις στις πιέσεις.

Τώρα που η διακυβέρνηση του Τραμπ έφθασε ως τη Ουάσινγκτον, για να γεννηθεί, και διάφοροι αυταρχικοί ηγέτες ανέλαβαν δυναμικά την ηγεσία χωρών της ανατολικής Ευρώπης, η ερώτηση είναι ακόμη πιο θεμελιώδης: ποια είναι άραγε η διαφορά ανάμεσα στις χώρες που δηλώνουν δημοκρατικές, από τις δικτατορίες;

Η Ελλάδα, η γενέτειρα της δημοκρατίας, σπανίως περιλαμβάνεται στον κατάλογο χωρών που έχουν ξεπέσει  στον αυταρχισμό της διαφθοράς και της ψευτιάς. Το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρείται αριστερό, αντί για δεξιό, λαϊκίστικο καθεστώς, θεωρείται τρομερά σημαντικό για έναν τύπου ανθρώπου που νομίζει ότι ο Πολ Μέισον είναι διανοούμενος. Κι όμως, η ανάληψη της εξουσίας στην Ελλάδα από τον “Συνασπισμό της Ριζοσπαστικής Αριστεράς” δεν σταμάτησε τα σκάνδαλα της διαφθοράς. Ούτε και έφερε μια νέα εποχή ελευθερίας.

Αντίθετα, ο ΣΥΡΙΖΑ έδειξε ότι έννοιες όπως «αριστερά» και «δεξιά» δε μπορούν να εξηγήσουν τις ωμές πραγματικότητες της εξουσίας του 21ου αιώνα. Είναι πια σχεδόν αδιάφορες. Αν, για παράδειγμα, ο Ντόναλντ Τραμπ είναι δεξιός, γιατί τον φοβούνται τόσο οι υποστηρικτές της ελεύθερης αγοράς ή οι ρεπουμπλικάνοι που είναι προσηλωμένοι στην εθνική ασφάλεια; Και αν ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αριστερός, γιατί βρίσκεται στην εξουσία με το υπερεθνικιστικό και θρησκευτικά σκοταδιστικό κόμμα των ΑΝΕΛ;

Όπως πάντα, έτσι και τώρα δεν πρέπει να αφήνουμε το βλέμμα μας να αποπροσανατολίζεται από τους περιορισμούς που δεσμεύουν τις εξουσίες και τη βια με την οποία τους πολεμούν.  Τη βδομάδα που μας έρχεται είναι πιθανό το ελληνικό ανώτατο δικαστήριο, ο Άρειος Πάγος, υπό κυβερνητική πίεση, να εγκαταλείψει έναν από τους περιορισμούς που δεσμεύει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις μετά την πτώση των τυραννιών του 20ου αιώνα. Ο Ελληνας συγγραφέας Απόστολος Δοξιάδης μου είπε ότι έχει αφιερωθεί στην υπεράσπιση μιας υπόθεσης που φτάνει στην ίδια την καρδιά του τι πιστεύει η Ευρώπη ότι είναι, και του σε τι κινδυνεύει να μεταμορφωθεί.

Να γιατί: στις 16 Ιουλίου 2016, τη βραδιά του αποτυχημένου  πραξικοπήματος κατά του Ρετζέπ Ερνογάν, τρία τουρκικά πληρώματα ελικοπτέρων διάσωσης διατάχθηκαν από τον διοικητή τους να παραλάβουν τραυματίες από μια «έκτακτη κατάσταση στο κέντρο της Ιστανμπούλ». Τα ελικόπτερά τους δέχθηκαν πυρά. Περισυνέλεξαν όσους μπορούσαν και γύρισαν στη βάση τους

Σύμφωνα με τα λεγόμενα τους, τα πληρώματα δεν είχαν προηγούμενη γνώση του πραξικοπήματος. Κατά την επιστροφή τους από την αποστολή, δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν με τους ανωτέρους τους. Όταν όμως είδαν τηλεοπτικές εικόνες του όχλου να λιντσάρει στρατιώτες, οκτώ από αυτούς αποφάσισαν να διαφύγουν, στην Ελλάδα. Ο λόγος που την επέλεξαν για άσυλο μπορεί σε λίγο να αποκτήσει μια πολύ πικρή γεύση: «Γιατί είναι Ευρώπη».

Για τους Τούρκους αξιωματικούς, και εκατομμύρια άλλους, η Ευρώπη δεν είναι απλώς μια ήπειρος, είναι μια ιδέα.  Ύστερα από την ήττα του φασισμού και του κομμουνισμού, και ειδικά στην περίπτωση της Ελλάδας την πτώση της χούντας των συνταγματαρχών, το 1974, η έννοια «Ευρώπη» συμβόλιζε το κράτος δικαίου και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Εξ ορισμού, ήταν αντίθετη στα εργαλεία της εποχής των δικτατόρων: τις αυθαίρετες συλλήψεις, τις δίκες-παρωδία, τα βασανιστήρια και την ποινή του θανάτου.

Ο Ερντογάν έχει χρησιμοποιήσει το πραξικόπημα ως δικαιολογία, για να εκκαθαρίσει την Τουρκία από κάθε πιθανή εστία αντίστασης. Με αναφορά στην προηγούμενη λίστα: ο Ερντογάν συλλαμβάνει Κούρδους πολιτικούς επειδή είναι Κούρδοι. Παραπέμπει στο δικαστήριο δημοσιογράφους με ανυπόστατες κατηγορίες γιατί «διαδίδουν τρομοκρατική προπαγάνδα». Κανείς δεν εκπλήσσεται βέβαια όταν οι δικηγόροι κάνουν άκρως αληθοφανείς καταγγελίες βασανιστηρίων. Στο μεταξύ, η εθνικιστική δεξιά της Τουρκίας έχει αρχίσει την εκστρατεία για την επαναφορά της θανατικής καταδίκης.

Οι οκτώ Τούρκοι στρατιωτικοί συνελήφθησαν μετά την προσγείωσή τους. Αδιαφορώντας πλήρως για τους διεθνείς κανόνες και το κράτος δικαίου, ο Ερντογάν κόμπασε ότι ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ, ο ατυχής πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας «με διαβεβαίωσε ότι οι αξιωματικοί θα εκδοθούν». Ο Τσίπρας δεν διέψευσε την έμμεση κατηγορία ότι ασκούσε επιρροή στην ελληνική Δικαιοσύνη.

Τα μόνα στοιχεία που έδωσε το τουρκικό κράτος κατά των αξιωματικών είναι οι αναπάντητες κλήσεις που έκαναν στον προϊστάμενό τους, που έκτοτε συνελήφθη κατηγορούμενος για τη συμμετοχή στο πραξικόπημα. Οι αξιωματικοί λένε ότι απλώς ήθελαν διαταγές από τους ανωτέρους τους, μέσα στο γενικό χάος.

Σε μια ευνομούμενη δημοκρατία, τα δικαστήρια θα αγνοούσαν τον πρωθυπουργό. Τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά στην Ελλάδα. Ο Δοξιάδης, που εκδηλώνει την αγανάκτηση ενός Ελληνα Ζολά, λέει: «Σε μια πραγματική δημοκρατία, η διάθεση υποταγής του κ. Τσίπρα στον Ερντογάν θα ήταν απλώς απεχθής. Αλλά στη σημερινή Ελλάδα είναι αιτία μεγάλης ανησυχίας». Η πρόεδρος του Αρείου Πάγου είναι διορισμένη από την κυβέρνηση. Σύντομα θα μάθουμε πόσο πραγματικά ανεξάρτητη είναι η ελληνική δικαιοσύνη.

Το να καταντήσει η Ελλάδα μια δημοκρατία-μπακλαβά («μπακλαβαδία», κατά το «μπανανία») θα είναι από μόνο του κάτι το πολύ κακό. Όμως η ιστορία αυτής της κατάντιας αξίζει να επαναληφθεί ως προειδοποίηση, στο πολιτικό αντίστοιχο των σεξοτουριστών, που πρέπει να πάψει να εκσπερματώνει με φαντασιώσεις «σοσιαλιστικών» κυβερνήσεων σε άλλες χώρες.

Αλλά η υπόθεση των οκτώ Τούρκων αεροπόρων είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτό. Ολόκληρη η Ευρώπη αποπνέει τώρα κάτι το ελληνικό. Η ΕΕ έκανε συμφωνία με τον Ερντογάν για να κρατήσει μακριά της τους πρόσφυγες, των οποίων η παρουσία στους ευρωπαϊκούς δρόμους έχει προκαλέσει αντιδράσεις σε όλη την ήπειρο. Αν του μιλήσουμε αυστηρά, μπορεί να σκίσει τη συμφωνία. Αν ο Τραμπ τα βρει με τον Πούτιν, οι υπόλοιπες χώρες του ΝΑΤΟ μπορεί να αποφασίσουν ότι δε μπορούν να αντισταθούν μόνες τους στη Ρωσία. Κι όσο για μια απομονωμένη Βρετανία, οι ηγέτες της θα βρουν την κάθε δικαιολογία για να πουλήσουν όπλα στην κάθε δικτατορία, από το Ριγιάντ στο Πεκίνο. Κάθε εμπόριο είναι καλύτερο από το μη-εμπόριο.

Το μόνο επιχείρημα κατά του κατευνασμού είναι το ρεαλιστικό επιχείρημα ότι ο κατευνασμός δε λειτουργεί. Ο Ερντογάν έχει τρελαθεί. Τριγυρνάει μέσα στο παλάτι του, των 1000 δωματίων, και ουρλιάζει κατά των αντιπάλων του. Ο Πούτιν, αντίστοιχα, έχει ξεκαθαρίσει ότι η Δύση είναι ο εχθρός του. Ό,τι και να κάνουμε, δε θα αλλάξει γνώμη.

Ετσι τα έφερε η ιστορική συγκυρία, και το ελληνικό ανώτατο δικαστήριο πήρε το όνομα του Άρειου Πάγου της κλασικής Αθήνας, όπου γίνονταν στην αρχαιότητα οι δίκες. Ο Αισχύλος, στην «Ορέστεια», έστειλε εκεί τον Ορέστη για να βρει προστασία από τις Ερινύες. Η θεά Αθηνά του λέει:

Ξένε, εσύ με τη σειρά σου τι έχεις να πεις;
Πες από που είσαι, από που κατάγεσαι, τι σου έχει συμβεί;
Και μετά, αν μπορείς, υπερασπίσου από τις κατηγόριες τους.

Το αν θα μπορέσουν οι οκτώ αεροπόροι να βρουν το δίκιο τους και να υπερασπιστούν από τις κατηγορίες δεν είναι μόνο δικό τους θέμα. Είναι θέμα μιας ολόκληρης ηπείρου, που τη βασανίζουν οι δικές της Ερινύες.

(Aπό τον Observer, Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2017. Διαβάστε το πλήρες κείμενο στην αγγλική. 

Οι «προδότες» φοβούνται ότι η έκδοση στην Τουρκία σημαίνει θάνατο

Του Alex Spillius

Οι οκτώ Τούρκοι στρατιωτικοί που διέφυγαν στην Ελλάδα μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου δήλωσαν ότι αν ο Άρειος Πάγος, στην Αθήνα, αποφασίσει αύριο να τους εκδώσει, φοβούνται για τη ζωή τους. Οι οκτώ κρατούνται από τη στιγμή που έφθασαν στη βόρειο Ελλάδα με ελικόπτερο, μετά την απόπειρα αποκαθήλωσης του Ρετζέπ Ταγίπ Ερνογάν.

Ο Τούρκος πρόεδρος τους έχει καταγγείλει ως «προδότες» ενώ ο Αλέξης Τσίπρας, ο Ελληνας πρωθυπουργός, δήλωσε «οι πραξικοπηματίες δεν είναι ευπρόσδεκτοι στην Ελλάδα». Παρά την απόφαση του Εφετείου να μην εκδοθούν, το θέμα έφτασε στον Άρειο Πάγο. Μιλώντας στους Sunday Times από το κρατητήριο όπου βρίσκονται, ένας από τους οκτώ, που αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει το όνομά του, δήλωσε: «Είμαστε ιδιαίτερα ανήσυχοι για την απόφαση του Αρείου Πάγου. Υπάρχουν πάρα πολλές διπλωματικές πιέσεις». Ο Τούρκος στρατιωτικός δήλωσε ότι είναι «προφανές» ότι αυτός και οι άλλοι συνάδελφοι του θα βρίσκονται σε κίνδυνο αν εκδοθούν. «Ένας μάρτυρας στη δίκη στον Άρειο Πάγο είπε ότι δε θα φτάσουμε ζωντανοί ως τη φυλακή», είπε.

Η Ελλάδα φαίνεται ότι φοβάται τις αντιδράσεις της Τουρκίας, αν παράσχει προστασία στους οκτώ, ίσως με την αθέτηση της συμφωνίας που έκανε με την ΕΕ τη χρονιά που πέρασε, να εμποδίζει τους μετανάστες να διασχίζουν το Αιγαίο.

«Θα είναι νομικά και ηθικά απαράδεκτο αν η Ελλάδα υποκύψει στο αίτημα της Τουρκίας», είπε ο Απόστολος Δοξιάδης, ο Ελληνας συγγραφέας που υποστηρίζει το αίτημα των οκτώ στρατιωτικών. «Ο Ερντογάν έχει ήδη 43.000 ανθρώπους στα κρατητήρια από τον Ιούλιο, αλλά θέλει κι άλλους οκτώ. Είναι κοινό μυστικό ότι οι δικαστές πιθανώς να υφίστανται κυβερνητικές πιέσεις για την απόφαση», είπε.

Στη διάρκεια της διαδικασίας στον Άρειο Πάγο, οι εισαγγελείς, αντίθετα με τη συνήθη πρακτική, ζήτησαν από το δικαστήριο να μην εκδώσει τους οκτώ, υποστηρίζοντας ότι δε θα υπάρξει γι’ αυτούς δίκαιη δίκη, ενώ υπάρχει πιθανότητα να βασανιστούν.
Η τουρκική βουλή αποφάσισε να γίνει δημοψήφισμα την άνοιξη, που θα δώσει αυξημένες αρμοδιότητες στον Ερντογάν, ο οποίος μπορεί να παραμείνει στην προεδρία ως το 2029.

(Aπό τους Sunday Times, Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2017. Διαβάστε το πλήρες κείμενο στην αγγλική.

Trump’s funeral oration at the death of Reaganism

0

Opinion writer January 21 at 12:50 PM The Washington Post.
After every major Trump speech or event, the person I was before it seems desperately naive. I have been a consistent Trump critic, but my expectations are never quite low enough.
Some of us approach Inauguration Day with a kind of democratic reverence. Its customs encourage the love of country. The best inaugural addresses offer historical context, emphasize shared values, encourage engaged citizenship, express goals worthy of a great nation, and at least attempt to wrap it all up in a neat package of rhetorical ambition.

For Donald Trump, who lives in an eternal now, Inauguration Day was Friday, offering another opportunity to deliver a less raucous version of his stump speech — a chance to slam the establishment and make Peronist promises to reverse globalization. Apart from a few nice phrases undoubtedly borrowed from other, superior drafts, the “American Carnage” speech was blunt, flat and devoid of craft. Also devoid of generosity, humility and grace. Making it perfectly credible as the work of Trump’s own hand.

Trump’s inaugural was instructive in this way: America has chosen a man for whom traditions and norms mean nothing (less than nothing when he finds them constraining). He used the center stage of American public life to belittle nearly everyone seated around him. They have “reaped the rewards of government,” prospered at the expense of the people, celebrated while families struggled, and are “all talk and no action.”

 These, of course, are the only people who can take action — legislative action — after the Obama-era executive orders get rescinded. Trump certainly did not appeal to members of Congress for help. So he must be counting on “the people” to intimidate their representatives into supporting the Trump agenda. I wonder, for example, how Senate Majority Leader Mitch McConnell might respond to this pressure tactic, particularly after being treated to Trump’s rhetorical version of the Red Wedding on the West Front of the Capitol. (Non-“Game of Thrones” fans will need to look this up.)

Though I doubt the inspiration is conscious, Trump’s inaugural address owes a great deal to philosopher Jean-Jacques Rousseau (or at least one interpretation of him). Rousseau wrote of leaders who incarnate “the general will.” Trump argues that the American people have been betrayed by the venal people they elect and reelect. Because the normal processes of democracy have been corrupted, bringing America to the brink of ruin, a strong hand is required.

In Trump’s speech, there are just two uncorrupted actors: the people and the president. The only thing that Trump asks of citizens is to support him. So this really leaves only one actor who actually acts — a leader who claims to embody the general will. When Trump asserts, “We will bring back our jobs. We will bring back our borders. We will bring back our wealth,” who is the “we”? It is the “forgotten men and women” and the single leader who has not forgotten them.

In this light, Trump’s announcement of “the hour of action” has an ominous ring. He demonstrates no respect for norms of presidential magnanimity and self-restraint. He has declared that his “oath of allegiance” was taken “to all Americans” rather than to the Constitution. He is impatient with a corrupt and paralyzed legislature. And he has claimed a general mandate to interpret and pursue his vision of the people’s interests. In the past, we have, I have, been mistaken to discount and downplay the plain meaning of Trump’s words. The oath of office has turned a laughable Putin imitation into to a very real concern.

This view of presidential leadership involves an almost unlimited faith in government. Never shying from contradiction, the “American Carnage” speech starts out, “We are transferring power from Washington, D.C., and giving it back to you, the people.” But by Trump’s argument, only the president truly represents the people and acts on their behalf. And so it is the state that will bring back jobs, borders and wealth. It is the state that will build roads and railways. It is the state that will get people off of welfare to rebuild the country. It is the state that will “bring back our dreams.” Trump’s inaugural speech is a funeral oration at the death of Reaganism, and of conservatism more broadly. In his first inaugural, Ronald Reagan declared government to be “the problem.” When Trump says that government is the problem, he means all government but himself.

The rest of the American government — both Congress and the courts — has been given fair warning.

https://www.washingtonpost.com/opinions/trumps-funeral-oration-at-the-death-of-reaganism/2017/01/21/4fc8bef6-dffb-11e6-918c-99ede3c8cafa_story.html?utm_term=.ec1629ed6061

Στον αστερισμό της εποχής Τραμπ: οικονομία και γεωστρατηγική

0

Του Δημητρίου Ψωμιάδη, Πολιτικού Επιστήμονα

e-mail: [email protected]

Η προάσπιση του «δικού μας τρόπου ζωής» έχει καταστεί το επίδικο επίκεντρο του πολιτικού προβλήματος σε πολλά χώρες ανά τον κόσμο, ανεξαρτήτως ανεπτυγμένου και αναπτυσσόμενου κόσμου, θυμίζοντας παλαιότερες και σκοτεινές εποχές. Μόνο που η παθογενής αυτή αντίδραση στα φαινόμενα αποσύνθεσης, όπως η φτώχια, δεν αντιμετωπίζεται με ‘’εξορκισμούς’’ παρά μόνο με γενναία και αποτελεσματική καταπολέμηση των αιτίων που την γεννούν.

Το σιωπηρό συμβόλαιο που επικράτησε κατά τον Ψυχρό Πόλεμο μεταξύ των εργοδοτών και εργαζομένων και λόγω του φοβήτρου της ΕΣΣΔ, επέτρεπε την ύπαρξη μια ισορροπίας στο εσωτερικό των χωρών της Δύσης, συνθήκη που διασφάλιζε την ηρεμία, την νομιμοποίηση και την βέλτιστη λειτουργία του μεταπολεμικού μοντέλου εκπροσώπησης. Πρόκειται περί της «Χρυσής Εποχής» του καπιταλισμού κατά τον 20ο αιώνα.

Οι κοσμογονικές αλλαγές που επέφερε το τέλος του διπολισμού εισήγαγαν την ανθρωπότητα σε μια πρωτόγνωρη εποχή. Αφ’ ενός η επικράτηση μιας δύναμης που συγκέντρωνε συντριπτική ισχύ ήταν πρωτόφαντη για την Ιστορία και αφ’ ετέρου η απουσία των σταθεροποιητικών στεγανών του διπολισμού, επανέφερε ως γνώρισμα της διακρατικής συμπεριφοράς τον ανηλεή διαγκωνισμό αντιτιθέμενων συμφερόντων άνευ ορισμένων ανασταλτικών οροθεσίων.

Η μεταφορά της παραγωγής από την Δύση στην Ανατολή αναδιέταξε άρδην σταθερές δεκαετιών και ανάγκασε πολλές χώρες της Δύσης να αναθεωρήσουν πρακτικές και συνήθειες. Το κεντρικότερο και πιο δυσεπίλυτο ήταν το πρόβλημα της διατήρησης του βιοτικού επιπέδου σε υψηλά επίπεδα σε συνθήκες μειούμενης παραγωγικότητας και από-επένδυσης. Η οικονομική κρίση του 2008 ήρθε να επιτείνει ένα ήδη βεβαρημένο σκηνικό.

Πως συσχετίζονται όλα τα ανωτέρω με τις αλλαγές που επήλθαν σε γεωπολιτικό επίπεδο τα τελευταία χρόνια; Πρώτα πρώτα πρέπει να δηλώσουμε για να κατανοηθεί και η όλη συλλογιστική του κειμένου, πως ο οικονομικός παράγοντας εν γένει είναι η καθοριστική σταθερά για την κατανόηση των γεωστρατηγικών επιλογών δράσης ή και αδράνειας των κρατικών δρώντων. Παραδείγματος χάριν τι αξία μπορεί να έχει η γεωγραφική ενότητα των Στενών της Μάλακα αν δεν συνυπολογιστεί ο πολλών τρις διακινούμενος όγκος εμπορίου; Ουδεμία αν δεν υπήρχαν τα εμπορεύματα και η ζωτικότητά τους για την Κίνα και τις χώρες της περιοχής. Εξαιρείται ο Χώρος ως αυθύπαρκτης αξίας δεδομένο για το πεδίο του Πολέμου.

Οι ανθρώπινες δραστηριότητες πρέπει να κατανοούνται ως όλον. Οι επιμέρους εκδηλώσεις της και κατηγοριοποιήσεις έχουν αναλυτικούς και κατανοητικούς σκοπούς. Κυρίως όμως μέσα σ’ αυτό το όλο, η ζεύξη πολιτικής και οικονομίας είναι δεδομένη και άξονας κατανόησης της ανθρώπινης δράσης. Η ασύδοτη και ανομιμοποίητη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος και των αγορών σε συνδυασμό με την ανθρώπινη ματαιοδοξία, λίγο έλειψε να βυθίσει τον κόσμο στο χάος. Η επέμβαση των κρατών ήταν αναπόφευκτη πράξη απόδειξης της ενότητας πολιτικής και οικονομίας.

Προϊόντος του χρόνου το χάσμα εντός των χωρών της Δύσης μεταξύ πλουσίων και της φτωχοποιούμενης μεσαίας τάξης μεγάλωνε επικίνδυνα. Η εξάπλωση του λαϊκισμού εδράστηκε ακριβώς πάνω σ’ αυτήν την δυσαρέσκεια. Ένα μείγμα προστατευτικών οικονομικών τάσεων, εσωστρέφειας και οξείας επιστροφής του εθνικισμού, εκ πρώτης όψεως στόχο έχει την υπεράσπιση του «εμείς» έναντι των «άλλων», αλλά η βαθύτερη στόχευσή του είναι οικονομική.

Μέσα σ’ αυτήν την δυστοπία, η οποία σκεπάζει πλέον τις μεγάλες χώρες της Δύσης, ανεδείχθη ως 45ος Πρόεδρος των ΗΠΑ ο Ντόναλντ Τραμπ. Το κεντρικό του σύνθημα ήταν «η Αμερική μεγάλη ξανά». Οι συνδηλώσεις του ήταν ξεκάθαρες.

Ο αμερικανικός απομονωτισμός επικράτησε επί του οικουμενισμού ως πυξίδα της εξωτερικής πολιτικής. Αν φυσικά καταστεί θεσμική επιλογή των ΗΠΑ θα έχει αντανακλάσεις στον υπόλοιπο κόσμο, εξ’ αιτίας του γεγονότος ό,τι θα είναι η πρώτη φορά μετά από τον Α΄ ΠΠ που η ισχυρότερη χώρα στον κόσμο δεν θα υποστηρίζει το διεθνές σύστημα στο βαθμό που ήταν αυτοδεσμευμένη να το κάνει. Το σύστημα του Bretton Woods όπως δομήθηκε μεταπολεμικά ωφέλησε την σταθερότητα του πλανήτη και το εσωτερικό των ΗΠΑ, πράγμα που τίθεται σε αμφισβήτηση τα τελευταία χρόνια.

Η απόσταση που χωρίζει πλέον την πλούσια ελίτ από την φτωχοποιούμενη μεσαία τάξη παράγει ανισορροπίες, κρίση νομιμοποίησης και εν τέλει αποσταθεροποίηση των πολιτικών συστημάτων στο εσωτερικό των χωρών. Το δημιουργηθέν κενό σπεύδουν να καλύψουν λαϊκιστικά κινήματα εκμεταλλευόμενα υπαρξιακές ανησυχίες των πολιτών.  Επίσης, η διάψευση των προσδοκιών αποτελεί βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια κάθε συστήματος.

Ο κ. Τραμπ υποστήριξε πως «οι πολιτικοί ευημερούσαν αλλά οι δουλειές έφυγαν και τα εργοστάσια έκλεισαν» συνεχίζοντας πως «το κατεστημένο προστάτευε τον εαυτό του αλλά όχι τους πολίτες της χώρας μας», διαχωρίζοντας έτσι οριζόντια το «εγώ/εμείς» από το «αυτοί» και λέγοντας πως η ευημερία θα διαχυθεί πάλι και προς τους πολίτες. Είπε επίσης πως «αυτό που μετρά αληθινά δεν είναι ποιο κόμμα ελέγχει την κυβέρνηση, αλλά εάν η κυβέρνησή μας ελέγχεται από τον λαό». Επιχειρεί επομένως ο Τραμπ να δημιουργήσει μια κλειστή κοινωνία, όπως ορίζεται από τον Πόπερ; Ο χρόνος θα μας αποκαλύψει. Άλλωστε κατά τον Ηράκλειτο «αἰὼν παῖς ἐστι παίζων, πεσσεύων παιδὸς ἡ βασιληίη. Θα πρέπει όμως να παραδεχτούμε πως η στρεβλή εφαρμογή του μοντέλου της παγκοσμιοποίησης, ώθησε στην κατακρήμνιση την μεσαία τάξη, αμφισβητώντας την αποτελεσματικότητα της δημοκρατικής διακυβέρνησης.

Αν όλα αυτά συνέβαιναν σε μια μικρής ισχύος χώρα ίσως να μιλούσαμε για τα πρώτα του στάδια ως αποτυχημένου κράτους, πράγμα που θα είχε μικρή επίπτωση στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Αλλά εδώ μιλάμε για την 1η οικονομία του πλανήτη. Στην περίπτωση της Αμερικής έχουμε να κάνουμε και με ένα κράτος με καταλυτική διεθνή παρουσία και βαρύνοντα λόγο σε κρίσιμα ζητήματα και εξελίξεις στον κόσμο.

Ο νέος πρόεδρος επίσης τόνισε στην ομιλία του πως «θα ενισχύσουμε τις παλιές συμμαχίες και θα δημιουργήσουμε νέες», επίσης «θα αναζητήσουμε την φιλία και την καλή θέληση με τα έθνη του κόσμου, αλλά θα το κάνουμε κατανοώντας ότι είναι δικαίωμα όλων των εθνών να θέτουν πρώτα το συμφέρον τους» διευκρινίζοντας πως «δεν επιδιώκουμε να επιβάλουμε τον τρόπο ζωής μας πάνω σε κανέναν, αλλά μάλλον να τον αφήσουμε να λάμπει σαν ένα παράδειγμα για όλους που θα ακολουθήσουν». Καταλήγοντας υπερθεμάτισε πως «η προστασία θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη ευημερία και δύναμη».

Όσον αφορά την διεθνή συμπεριφορά της υπερδύναμης αντιλαμβανόμαστε πως ο ιδεαλιστικός στόχος της υιοθέτησης του αμερικανικού μοντέλου διακυβέρνησης από τα υπόλοιπα κράτη αφήνεται στην διακριτική ευχέρεια εκάστου. Η εξέλιξη αποσυσχετίζει την εξωτερική πολιτική από την επικράτηση της δημοκρατίας, λέξη που άλλωστε έλειπε από την ομιλία του.

Η πιο σημαντική αποστροφή του ήταν αυτή που υπόρρητα αναγνώριζε την πρωτοκαθεδρία των επιμέρους εθνικών συμφερόντων ως κανονιστικής γραμμής της εξωτερικής πολιτικής. Ο οικουμενισμός αρχών και αξιών θα δώσει την θέση του στα επιμέρους συμφέροντα. Ίσως είναι ένας ρεαλιστικός συμβιβασμός η αναγνώριση και ο σεβασμός σφαιρών επιρροής με στόχο την αντιμετώπιση άλλων πιο επειγόντων μετώπων της εθνικής ασφάλειας. Μπαίνουμε στον πειρασμό να αναγνωρίσουμε την Ρωσία ως πιθανό πρώτο υποψήφιο γι αυτήν την αρχή. Εξάλλου η Ρωσία δεν απορροφά ζωτικές αμερικανικές επενδύσεις και δεν συνιστά υπολογίσιμο οικονομικό ανταγωνιστή.

Ο Τραμπ θέτει μετ’ επιτάσεως ένα θεμελιώδες ερώτημα για τον 21ο αιώνα. Ποιον τελικά εξυπηρετεί η γεωστρατηγική; Την πλειοψηφία του διαβιούντος πληθυσμού εντός μιας κρατικής οντότητας ή μια μειοψηφούσα ελίτ. Εδώ θα αναπτύξουμε το σκεπτικό Τραμπ και μόνο.

Ο μανιχαϊστικός διαχωρισμός του είναι ο εξής: απ’ την μια ό,τι υπήρξε νοούμενο ως εθνικό συμφέρον, ήταν η προαγωγή της παγκοσμιοποίησης, η οποία λειτουργούσα μέσω πανίσχυρων πολυεθνικών, εξυπηρετεί μια μικρή ελίτ στην Ουάσιγκτον, η οποία όμως ισχυρίζεται πως το σύστημα αυτό λειτουργεί υπέρ του εθνικού συμφέροντος, αποσιωπώντας την μη διάχυση των οφελών του στην κοινωνία. Το αποτέλεσμα είναι ένα διευρυνόμενο ψυχολογικό ρήγμα μεταξύ των δύο κόσμων.

Απ’ την άλλη, ο προτεινόμενος δρόμος είναι αυτός του προστατευτισμού και της πρωτοκαθεδρίας της αμερικανικής παραγωγής, διότι έτσι θα στηριχτούν οι εγχώριες θέσεις εργασίας και θα ευημερήσει ξανά η κοινωνία. Επομένως, το εθνικό συμφέρον ταυτίζεται με τον Λαό και την οικονομική του επιβίωση. Ενέχει όμως μια αναμφισβήτητη αλήθεια, αυτήν της βιωματικής αντίληψης των πραγμάτων. Πως άλλωστε να πείσεις εκατομμύρια ότι αυτό που ζουν είναι ψευδές. Προφανώς βέβαια αυτή η εναλλακτική ενέχει κινδύνους εμπορικού πολέμου με απρόβλεπτες συνέπειες για την ειρήνη και σταθερότητα του κόσμου. Το σίγουρο είναι πως ο κόσμος μας θα αναμορφωθεί.

Προς επίρρωσιν των λεγομένων του, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε ότι οι ΗΠΑ θα αποσυρθούν από την TTP και θα αναδιαπραγματευθεί την συμφωνία NAFTA.

Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν πως έχοντας εισέλθει σε μια νέα εποχή για την διεθνή σκηνή θα πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπ’ όψιν αυτές οι κινήσεις αλλά και λεχθέντα υπό του νέου προέδρου. Ήταν λίγο αντιφατικό το ότι ο πρόεδρος της Κίνας στο Νταβός έπλεκε το εγκώμιο της παγκοσμιοποίησης, ενώ η Αμερική οδεύει προς την αντίθετη κατεύθυνση, αλλά είναι απολύτως κατανοητό αν δούμε απ’ την μια τα συσσωρευτικά οφέλη που αποκομίζει η Κίνα από το υπάρχον οικονομικό σύστημα και απ’ την άλλη τον προϋπολογισμό των ΗΠΑ και τα ελλείμματα που παρουσιάζει. Όπως και να χει, η εγγύτερη προς την αλήθεια γνώμη είναι πως τα φαινόμενα αυτά δεν είναι νέα αλλά είναι μια mutatis mundatis επαναφορά γεγονότων που έχουν προηγηθεί. Κάθε φορά όμως το αποτέλεσμα είναι ανοικτό στην ανθρώπινη κοινωνία, με τραγικές τις περισσότερες φορές καταλήξεις. Και γράφοντας αυτό δεν εννοούμε εξ’ ολοκλήρου την νέα αμερικανική διοίκηση αλλά και τον τρόπο χειρισμού της από τους αντιπάλους της. Η ανθρώπινη φύση είναι μία.

 

 

Ποιος θέλει κατεστραμμένα κράτη στην Ανατολική Μεσόγειο;

0

Δρ Κωνσταντίνος Γρίβας*

 

 Ο ΡΩΣΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΝΕΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ «ΚΑΜΕΝΗΣ ΓΗΣ» ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΟΙ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΑΣΙΑ

 Αν ρίξουμε μια ματιά σε μια υδρόγειο σφαίρα θα δούμε ότι ο πλανήτης μας είναι ένας θαλάσσιος κόσμος όπου κυριαρχούν δύο μεγάλα νησιά. Για την ακρίβεια, ένα μεγάλο  και ένα μικρότερο. Το μεγάλο νησί είναι το σύμπλεγμα της Ευρασίας με την Αφρική, αυτό που ο Βρετανός γεωπολιτικός θεωρητικός Sir Halford Mackinder ονόμασε «Παγκόσμια Νήσο» (World Island) και το μικρότερο είναι η αμερικανική ήπειρος. Με βάση τις αγγλοσαξονικές γεωπολιτικές αντιλήψεις, η κυρίαρχη στεριά του κόσμου είναι η Παγκόσμια Νήσος ενώ η αμερικανική ήπειρος είναι δευτερεύουσας σημασίας έκταση, εξαρτώμενη από την Παγκόσμια Νήσο. Και πάλι με βάση τις αγγλοσαξονικές γεωπολιτικές αντιλήψεις, η κομβική ήπειρος στο σύμπλεγμα αυτό είναι η Ευρασία, ενώ υπαρξιακός πυρήνας της Ευρασίας είναι ο χώρος που ο Mackinder αναφέρει ως Heartland και ο οποίος ουσιαστικά ταυτίζεται με τη Ρωσία και το εγγύς εξωτερικό της Ρωσίας.

Ωστόσο, αν και η Ευρασία είναι το κέντρο του κόσμου, μέχρι σήμερα η ύπαρξη του στρώματος των αρκτικών πάγων ουσιαστικά την έκοβε σε δύο κομμάτια και καθιστούσε τους μεγάλους ωκεανούς του πλανήτη βασικούς διαύλους επικοινωνίας μεταξύ τoυ δυτικού και του ανατολικού κομματιού της.

Και οι ωκεανοί ελέγχονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Έτσι, η κυρίαρχη χώρα του δεύτερου νησιού του πλανήτη, δηλαδή της αμερικανικής ηπείρου, ελέγχοντας τις ανοιχτές ωκεάνιες εκτάσεις, καθίστατο η σημαντικότερη χώρα του κόσμου, παρόλο που βρίσκεται σε μια περιφερειακή θέση.

Σήμερα, όμως, τα πράγματα δείχνουν να αλλάζουν. Ένας συνδυασμός γεωγραφικών, τεχνολογικών και πολιτικών παραγόντων απειλεί να δημιουργήσει μια εν δυνάμει γεωπολιτική πραγματικότητα πρωτοφανή στην ανθρώπινη ιστορία.

Η ΤΗΞΗ ΤΩΝ ΑΡΚΤΙΚΩΝ ΠΑΓΩΝ ΚΑΙ Η ΕΝΙΑΙΑ ΕΥΡΑΣΙΑ

Ο πρώτος από αυτούς τους παράγοντες είναι η διαφαινόμενη τήξη του στρώματος των πάγων του Αρκτικού. Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε πως όταν αναφερόμαστε σε τήξη των αρκτικών πάγων δεν εννοούμε τη πλήρη εξαφάνισή τους αλλά τη μείωση του στρώματός τους σε τέτοιο βαθμό ώστε να είναι διαχειρίσιμο καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους από τα ρωσικά παγοθραυστικά.

Οι πιθανές συνέπειες από αυτήν την εξέλιξη αναμένεται να είναι κοσμογονικές.

Εδώ θα περιοριστούμε να αναφέρουμε ότι μία από τις συνέπειες αυτής της πιθανής εξέλιξης είναι ότι δημιουργείται ένας νέος θαλάσσιος δρόμος, που επιτρέπει την επικοινωνία του ανατολικού κομματιού της Ευρασίας με το δυτικό, χωρίς να χρειάζονται κατ’ ανάγκην οι ανοικτές ωκεάνιες εκτάσεις.

Θα μπορούσαμε δηλαδή να πούμε ότι δημιουργείται ένα είδος διαδρόμου ταχείας κυκλοφορίας γύρω από την Ευρασία αλλά και γενικότερα γύρω από το σύμπλεγμα Ευρασίας – Αφρικής, που αποτελείται από τα εγγύς ύδατα στην περιφέρεια των δύο ηπείρων. Ο διάδρομος αυτός συμπληρώνεται από το πλέγμα των κλειστών θαλασσών στο εσωτερικό της Παγκόσμιας Νήσου και συγκεκριμένα, τη Βαλτική, τη Μαύρη Θάλασσα και κυρίως τη Μεσόγειο Θάλασσα, η οποία αποτελεί, κατά κάποιο τρόπο, το εσωτερικό αίθριο της Παγκόσμιας Νήσου. Δηλαδή το κέντρο της. Και κέντρο του κέντρου είναι η Ανατολική Μεσόγειος.

Βρισκόμαστε λοιπόν ενώπιον της πιθανότητας δημιουργίας ενός νέου γεωπολιτικού χώρου, αποτελούμενου από τα περιφερειακά ύδατα γύρω από την Ευρασία και την Αφρική και από τις κλειστές θάλασσες στο εσωτερικό αυτού του πλέγματος. Άρα, βασικό στρατηγικό διακύβευμα των ερχόμενων δεκαετιών είναι ποιος θα ελέγξει αυτόν τον χώρο και ιδιαίτερα το κέντρο του, που είναι η Ανατολική Μεσόγειος.

Μέχρι πριν λίγο καιρό, η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα ήταν εύκολη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες. Δηλαδή, η κατεξοχήν ναυτική δύναμη του πλανήτη. Όμως, εδώ και μερικά χρόνια δραματικές αλλαγές στην τέχνη και την τεχνολογία του πολέμου, προερχόμενες κυρίως από την Κίνα, έχουν αλλάξει αυτό το δεδομένο.

Συγκεκριμένα, για δικούς της λόγους, η Κίνα έχει αναπτύξει οπλικά συστήματα και πολεμικές μεθοδολογίες που σκοπό έχουν να αμφισβητήσουν τη ναυτική ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών ακριβώς στα εγγύς ύδατα γύρω από την Ευρασία. Αυτές οι ικανότητες χαρακτηρίζονται από Αμερικανούς ειδικούς με το αρκτικόλεξο HEAT (High End Asymmetrical Threats) και βασίζονται στη δημιουργία πλεγμάτων αντιπρόσβασης και άρνησης περιοχής (anti – acess area – denial {A2/AD}) που επιδιώκουν να μετατρέψουν τα πλεονεκτήματα του Αμερικανικού Ναυτικού σε μειονεκτήματα στα παράκτια ύδατα και να διώξουν τα αμερικανικά πολεμικά πλοία βαθιά στην ασφάλεια των ωκεανών.

Η περαιτέρω εξέταση αυτών των ικανοτήτων ξεφεύγει από τα όρια αυτής της παρουσίασης. Εδώ θα περιοριστούμε να πούμε ότι αιχμή του δόρατος αυτών των προσπαθειών είναι η ανάπτυξη ASBM (anti – ship ballistic missiles), δηλαδή εξειδικευμένων βαλλιστικών πυραύλων, ικανών να προσβάλουν πλοία επιφανείας εν κινήσει. Ο πιο γνωστός εκπρόσωπος των πυραύλων αυτών είναι ο περιβόητος Dong Feng 21D που χαρακτηρίζεται ως «φονέας αεροπλανοφόρων» (‘air carrier killer’).

Το πιο σημαντικό όμως είναι να γνωρίζουμε ότι οι ικανότητες αυτές δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο της Κίνας, ούτε απαιτούν κάποιες ιδιαίτερα εξελιγμένες τεχνολογίες για να αναπτυχθούν. Ήδη κράτη σαν το Ιράν έχουν αρχίσει να επενδύουν σε αυτές ενώ είναι δεδομένο ότι την υψηλότερη τεχνολογία στους σχετικούς τομείς κατέχει η Ρωσία, άρα είναι σε θέση να αναπτύξει πλέγματα προβολής ισχύος από τη στεριά στη θάλασσα ανώτερα από αυτά της Κίνας ή οποιουδήποτε άλλου.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ ΤΩΝ ΩΚΕΑΝΩΝ ΚΑΙ Η ΠΕΡΙΘΩΡΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΠΟΛΙΤΕΙΩΝ;

Άρα, λοιπόν, θα μπορούσαμε να πούμε ότι, από γεωστρατηγικής άποψης, οι θάλασσες του πλανήτη τείνουν να χωριστούν σε δύο κομμάτια. Στις ανοιχτές ωκεάνιες εκτάσεις, όπου τον έλεγχο συνεχίζουν να έχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες και στα εγγύς ύδατα στην περιφέρεια και το εσωτερικό της Παγκόσμιας Νήσου, όπου η κυριαρχία διεκδικείται με αξιώσεις από τις χερσαίες ευρασιατικές δυνάμεις, δηλαδή τη Ρωσία και την Κίνα, οι οποίες μετατρέπονται σε ένα είδος υβριδικών δυνάμεων με μεικτά χερσαία και θαλάσσια στοιχεία.

Ουσιαστικά δηλαδή, η Παγκόσμια Νήσος, συνδυασμένη με αυτό το νέο θαλάσσιο σύστημα των εγγύς περιφερειακών υδάτων και των κλειστών θαλασσών, κατά κάποιον τρόπο αποκόπτεται από τους ανοιχτούς ωκεανούς και δημιουργεί ένα είδος αυτόνομου κόσμου μέσα στον πλανήτη.  

Αυτή όμως είναι μια πιθανή εξέλιξη πολύ αρνητική για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Όπως είπαμε και πριν, με βάση τις ίδιες τις αγγλοσαξονικές γεωπολιτικές αντιλήψεις, ολόκληρη η αμερικανική ήπειρος είναι δευτερεύουσας σημασίας στεριά, εξαρτώμενη από την Ευρασία. Κατά συνέπεια, αν οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι σε θέση να ασκούν αποφασιστικής σημασίας δράσεις στην Ευρασία, τότε είναι καταδικασμένες να τεθούν στο περιθώριο.

Υπό φυσιολογικές συνθήκες θα μπορούσαν να καταφύγουν στην στρατηγική των Βρετανών προπατόρων τους. Δηλαδή στο διαίρει και βασίλευε που εφάρμοζε η Μεγάλη Βρετανία καθ’ όλη τη διάρκεια του λεγόμενου βεστφαλιανού συστήματος από το 1648 μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Εδώ όμως εισέρχεται ένα τρίτος παράγοντας. Η οικονομική, πολιτική αλλά και στρατιωτική αποδυνάμωση των Ηνωμένων Πολιτειών που έχει προκύψει τα τελευταία χρόνια. Μετά τον δεκαπενταετή ατέρμονα και χιμαιρικό «Πόλεμο Ενάντια στην Τρομοκρατία», ο οποίος ρούφηξε την αμερικανική στρατιωτική ισχύ, στέγνωσε το αμερικανικό θησαυροφυλάκιο και οδήγησε στο φιάσκο του Ιράκ και του Αφγανιστάν, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν δείχνουν να έχουν ούτε τη δύναμη να επιβάλλουν την κυριαρχία τους σε κομβικά σημεία της Ευρασίας δια της βίας αλλά ούτε και τα χρήματα ώστε να εξαγοράσουν συμμαχίες και συνεργασίες, όπως έκαναν στο παρελθόν.

Ο συνδυασμός αυτών των τριών παραγόντων απειλεί να οδηγήσει στην υλοποίηση ενός γεωπολιτικού εφιάλτη για τους Αμερικανούς. Στη δημιουργία μιας αυτονομημένης Παγκόσμιας Νήσου, που θα έχει αποκοπεί από το ωκεάνιο σύστημα προβολής ισχύος και την οποία δεν θα μπορούν πλέον να ελέγχουν ούτε δια της σκληρής ούτε δια της ήπιας ισχύος, ενώ θα δυσκολεύονται να εφαρμόσουν την παραδοσιακή βρετανική πολιτική των επιλεκτικών και μη μόνιμων αντιπαλοτήτων και συμμαχιών, ώστε να αποτρέψουν τη δημιουργία μιας κυρίαρχης ευρασιατικής δύναμης.

Μπαίνουμε λοιπόν στον πειρασμό να σκεφτούμε ότι για να ξεφύγουν από αυτό το αδιέξοδο, οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται να εφαρμόζουν μια πολιτική καμένης γης σε κομβικά σημεία της Παγκόσμια Νήσου. Δηλαδή, να επιδιώκουν την καταστροφή κρατικών οντοτήτων που βρίσκονται σε κρίσιμες περιοχές του διεθνούς συστήματος, έτσι ώστε να δημιουργήσουν «μαύρες τρύπες» χάους, ρευστότητας και ασάφειας και κατά συνέπεια να αποτρέψουν το ενδεχόμενο σύναψης συμμαχιών και συνεργασιών των χωρών των περιοχών αυτών με τις μεγάλες ευρασιατικές δυνάμεις, προεξαρχούσης της Ρωσίας. Με άλλα λόγια, οι Ηνωμένες Πολιτείες από τη στιγμή που δεν μπορούν να ελέγξουν συγκεκριμένες κομβικές περιοχές, ενδέχεται να προτιμούν να τις καταστρέψουν έτσι ώστε να μην τις ελέγξει κάποιος άλλος.

Και όπως είπαμε και πιο πάνω, το κομβικότερο σημείο αυτής της νέας αυτονομημένης Παγκόσμιας Νήσου είναι το κέντρο της, δηλαδή η Ανατολική Μεσόγειος. Στο πλαίσιο αυτής της λογικής γίνεται πιθανώς κατανοητή και η φαινομενικά παρανοϊκή πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών στη Μέση Ανατολή έναντι του ISIS, όπου από τη μία το καταπολεμούν και από την άλλη το υποστηρίζουν, είτε άμεσα είτε έμμεσα, στρεφόμενες ενάντια στους σημαντικότερους αντιπάλους του και ιδιαίτερα ενάντια στη Ρωσία.

Από πλευράς της τώρα η Ρωσία, τόσο στην Ανατολική Μεσόγειο όσο και γενικότερα στην ευρασιατική περιφέρεια, μάλλον θα επιθυμούσε να υπάρχουν σταθεροποιημένες κρατικές οντότητες, με ανταγωνιστικές μεν σχέσεις μεταξύ τους, αλλά συμπαγείς και αυτόφωτες, έτσι ώστε να μπορεί να εκμεταλλεύεται την κεντρική της γεωγραφική θέση στην Ευρασία και να τις θέτει ενώπιον του διλήμματος ότι αν δεν προχωρήσουν σε μια συνεργατική σχέση με τη Μόσχα, θα προχωρήσουν οι αντίπαλοί τους και θα αποκτήσουν πλεονέκτημα στον μεταξύ τους ανταγωνισμό.

Για παράδειγμα, σε περίπτωση που η Ινδία στραφεί γεωπολιτικά προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Μόσχα θα μπορούσε να ενισχύσει με προηγμένο στρατιωτικό εξοπλισμό το Πακιστάν, αλλάζοντας τα δεδομένα στις ισορροπίες ισχύος στην ινδική υποήπειρο. Αντιστοίχως, σε περίπτωση που η Κίνα επιχειρήσει να αποκτήσει κυρίαρχο ρόλο στο σινορωσικό σύστημα, η Μόσχα θα μπορούσε να ενισχύσει δραστικά τις σχέσεις της με την Ινδία, διαμορφώνοντας ένα αντίρροπο μέγεθος έναντι του Πεκίνου.

Άρα, για τη Ρωσία χαοτικοί πόλεμοι, σαν αυτόν που διεξάγεται στη Συρία, οι οποίοι αποδομούν κρατικές οντότητες, πολύτιμες για τη μελλοντική γεωπολιτική της στρατηγική, είναι καταρχήν βλαβερές καταστάσεις που θα πρέπει να παύσουν να υφίστανται και να επικρατήσει η ειρήνη.

Αντιθέτως, για τις Ηνωμένες Πολιτείες παρόμοιες συγκρούσεις, που καταστρέφουν την ενότητα της αυτονομημένης Παγκόσμιας Νήσου, διαλύουν τα βασικά συστατικά της στοιχεία, δηλαδή τα συμπαγή κράτη και αποτρέπουν τη δημιουργία μιας κυρίαρχης ευρασιατικής δύναμης, είναι μια θετική κατάσταση που πρέπει να ενισχυθεί. 

Με άλλα λόγια, ακόμη και αν θεωρήσουμε ότι, όντως, αυτό που συμβαίνει στη Συρία είναι ο ανταγωνισμός ηγεμονικών δυνάμεων, το γεγονός παραμένει ότι η μία εξ αυτών των δυνάμεων προωθεί μια γεωπολιτική στρατηγική που προϋποθέτει την ύπαρξη  συμπαγών και σταθερών κρατών, ενώ η άλλη επιδιώκει την ύπαρξη κατεστραμμένων κρατών, που δεν θα επιτρέψουν στη Ρωσία να δημιουργήσει την αρχιτεκτονική που αυτή θέλει στην περιφέρειά της.   

Βέβαια, αυτή η θεωρία μπορεί να φαίνεται σε πολλούς προϊόν συνωμοσιολογικής σκέψης. Καταρχάς, όμως, δεν αναφέρομαι σε  βεβαιότητες αλλά σε πιθανότητες. Επίσης, δεν αναφέρομαι, κατ’ ανάγκην, σε ένα συνειδητό και οργανωμένο σχέδιο, το οποίο χαράχθηκε από κυνικές και σοφές δεξαμενές σκέψης σε κάποιες σκοτεινές αίθουσες της Ουάσιγκτον. Αντιθέτως, μιλάω για μια απρόσωπη αντίδραση, που προκύπτει περίπου αυτοματοποιημένα από πλευράς των Ηνωμένων Πολιτειών, λόγω των δραστικών αλλαγών στο διεθνές σύστημα που περιγράψαμε πιο πάνω, με τον ίδιο τρόπο που οι τριβές των τεκτονικών πλακών παράγουν σεισμικές δονήσεις.

Σε κάθε περίπτωση, όλα τα παραπάνω μπορεί να είναι εντελώς λανθασμένα. Όμως, θεωρώ ότι μας προσφέρουν μια εναλλακτική θέαση των τεκταινομένων στη γειτονιά μας και ένα νέο πεδίο προβληματισμού. Γιατί, αν πράγματι υφίσταται έστω και η ελάχιστη πιθανότητα ότι  ισχυρά δυτικά κέντρα εξουσίας μπορεί να έχουν επενδύσει στην καταστροφή των κρατικών οντοτήτων σε κομβικά κομμάτια της Ευρασίας, για να μην δημιουργηθεί ένα ενιαίο γεωπολιτικό οικοδόμημα σε αυτήν, τότε δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα σταματήσουν στη Συρία. Όσο περισσότερες αποτυχημένες χώρες υπάρχουν στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου τόσο το καλύτερο για αυτούς. Και αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να μας προβληματίσει σοβαρά.

(*) Ο Κωνσταντίνος Γρίβας είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Γεωπολιτικής στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Διδάσκει επίσης Γεωγραφία της Ασφάλειας της Ευρύτερης Μέσης Ανατολής στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

  Το παραπάνω κείμενο αποτελεί την εισήγηση του υπογράφοντος στη διεθνή  επιστημονική ημερίδα με θέμα “Ο ρόλος της Ρωσίας στην εδραίωση της ειρήνης και ασφάλειας στη Μεσόγειο”, που διεξήγαν το Τμήμα Ρωσικής Γλώσσας και Φιλολογίας και Σλαβικών Σπουδών και το Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, στις 19 Δεκεμβρίου 2016 στο αμφιθέατρο «Άλκης Αργυριάδης» στο κεντρικό κτήριο του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Assault on EuropeDonald Trump and the New World Order

0

Spiegel online

The inauguration of Donald Trump heralds the arrival of a new world order. The West is weaker than ever before and rising American nationalism poses a threat both to Germany’s economy and the European Union.


Getty Images January 20, 2017 
When trying to answer the question as to who has the say in the European Union, it’s easy to get confused. The European Council, the European Commission, the member states: Even those who know the EU well don’t often know who has the last word in Brussels disputes. The confusion isn’t new. Former US Secretary of State Henry Kissinger famously wondered: “Who do I call if I want to call Europe?”
 Today, a new president is moving into the White House and one thing is already clear: Telephone calls between Washington and Brussels won’t get any easier. “I spoke to the head of the European Union, very fine gentleman called me up,” Donald Trump said this week in a joint interview with the German tabloid Bild and the Times of London. When asked if it was Jean-Claude Juncker, the president of the European Commission, Trump responded: “Yes, ah, to congratulate me on what happened with respect to the election.”

Except, the fine gentleman Mr. Juncker wasn’t the fine gentleman Mr. Juncker. It was Donald Tusk, the president of the European Council, the powerful body representing the leaders of the EU member states. A former Polish prime minister, Tusk chatted with the future U.S. president for about 10 minutes, but Trump was apparently able to remember neither his name nor his arguments. The European Union, he said in the interview, is “basically a vehicle for Germany,” adding that “I believe others will leave,” as Britain plans to do.

For more than 60 years, the U.S. has promoted European unity. The country introduced the Marshall Plan, it supported the single European market and backed Europe’s eastward expansion following the collapse of the Iron Curtain. But now, a man is entering the White House who is counting on the disintegration of the EU. He would rather negotiate with each country individually, believing that will be more beneficial for America.

A real estate magnate is now the most powerful man in the world and it looks as though he plans to run his administration as though the U.S. were a vast real estate conglomerate. He is after lucrative deals, and those who can’t keep up in the competition for the most profitable contracts will be left behind.

Concepts like human rights and the protection of minorities are not part of his vocabulary. His only goal is America’s profitability, particularly in global trade, which he sees as a brutal fight for survival and not, as had been normal for his Republican Party, as a peaceful exchange with benefits for both sides. The concept of “win-win” is not one his team adheres to.

The situation could hardly be worse for German Chancellor Angela Merkel. Soon, the EU will be forced to make do without the United Kingdom, the bloc’s second-largest economy; right-wing populists are on the advance in Europe; and now Trump is at the helm in the U.S., a man who said in his interview this week that the German chancellor had “made a catastrophic mistake.” It would be difficult to formulate a challenge more directly than that.

Can Merkel’s Europe now hold together? Can she become a worthy adversary to Trump in the approaching conflicts over trade regulations, international agreements and the liberal legal and economic order that has been so important to the United States for the last six decades?

That which had seemed inconceivable just a short time ago now appears to be a foregone conclusion: A new era is beginning, one in which the certainties that have held true for decades are suddenly no longer valued. They are suddenly vulnerable.

For the most part, that is because the 45th president of the United States of America is simply not interested in the world order that has developed since 1945. He is just as disinterested in the trans-Atlantic partnership and the long-cultivated alliances with Western allies.

An Epochal Shift

For Trump, there is no such thing as friendships and alliances. He is not focused on morals; he is not concerned with dividing the world into good and evil; he does not see the use in unselfishly providing protection to allies, as the U.S. has done for decades with it soldiers stationed in Europe.

“America first” is his slogan, one which helped him win the election. It is the same promise British Prime Minister Theresa May has made to her voters: “Britain first.” And Marine Le Pen, head of the French right-wing populist party Front National, is using a similar slogan in that country’s ongoing presidential election campaign: “La France d’abord.” What, though, will the world look like when there are no longer any grand, binding values and goals? A world in which each country is only looking out for itself?

Most dangerous, it seems, is Donald Trump’s deep ignorance of the Western community of values that has developed since World War II. History is not something that concerns him. As such, he feels no obligation to it. NATO? Obsolete. The World Trade Organization? “A disaster.”

The new president feels absolutely no sentimentality when it comes to the alliances that arose out of the rubble of World War II. Like no other president before him, he is prepared to call them into question and even, apparently, to bring them to an end. Plus, Trump has no taboos. On the contrary: He loves to break them, he loves to provoke.´

The result is that Europe finds itself on the eve of an epochal shift of the kind it hasn’t seen since the fall of the Berlin Wall and the collapse of the Eastern Bloc. Is this the end of the West as we know it, as former German Foreign Minister Joschka Fischer warned a month ago? U.S. historian Anne Applebaum told SPIEGEL in an interview this week that she expects a historical change of course. “The world order that we’ve known since the end of the Cold War has been radically transformed,” she says.

Russia’s annexation of Crimea was the first indication that the global order that we had enjoyed for 25 years was under threat — and the world simply stood by and watched. Apart from a couple of sanctions, U.S. President Barack Obama left the problem to the Europeans. Even then, America was no longer interested in overseas autocrats like Bashar Assad and Vladimir Putin.

Europe’s Loss, Russia’s and China’s Gain

The new president will likely continue the process that began under his predecessor: America’s withdrawal from global politics. Just that the incoming president is expected to formulate that withdrawal more clearly than Obama did. Trump has pledged to carry out a relentless fight against Islamic State, but otherwise he is an avowed isolationist, intending to stay out of other global conflicts.

In the fight against terrorism, the new president would seem to be leaning toward a close alliance with Russia. A weak, perhaps disintegrating Europe wedged in between the two great powers U.S.A. and Russia, whose presidents get along better than most of their predecessors: For Europe, such a scenario would be the largest foreign and security policy challenge since World War II. For the last 70 years, Europe could depend on having America at its side. Now, this is no longer a certainty.

The power vacuum that America’s withdrawal is creating is particularly welcome to two countries: China and Russia. For the leadership in Beijing, the collapse of the old world order is akin to an act of God: America, China’s last rival on its path to becoming a superpower, is pulling back. Never before have the prospects been as good for the realization of the “Chinese Dream,” which Xi Jinping has made the slogan of his presidency.

Xi spoke of his global vision this week in Davos, at the annual gathering of the world’s economic and financial elite. The rules of international cooperation, he said, must be changed. Beijing isn’t happy with Western dominance of global organizations such as the United Nations, the International Monetary Fund and the World Bank. China, with its population of 1.3 billion and significant economic strength, sees itself as an alternative. Beijing, Xi said, is prepared to take on more responsibility: “History is created by the brave.”

Are we headed for a world in which China — an authoritarian state in which the Communist Party leadership has a firm grip over the economy, controls the media and censors the internet — dominates the new global order? Will the 21st century see the realization of Aldous Huxley’s “Brave New World” or George Orwell’s “1984,” the most dystopian visions of the 20th century?

Might Makes Right

For the moment, that seems farfetched. But from Moscow’s perspective, new commonalities with the U.S. are emerging. Even before his inauguration, Donald Trump presented the Russian leadership with a significant gift: He branded NATO obsolete and called into question the alliance’s principle of collective defense. Things could hardly be going better for Moscow. Maintaining control over Russia’s immediate vicinity is one of the country’s core interests while NATO’s eastward expansion is seen as a traumatic infringement of that claim. Putin has finally found an ally, in Washington of all places, in his battle against a world order that he has long attacked as being unipolar and unjust. Like Trump, Putin would like a world free of the West’s constant moralizing, a world in which might makes right.

The two leaders are also bound by their skepticism of the EU. But there is one significant difference: In contrast to Trump, Moscow would like to keep the United Nations as a foundation of global order. UN headquarters in New York is one of the few places where Russia, thanks to its permanent Security Council seat and accompanying veto, can negotiate at eye level with the West and block important decisions, as it did most recently in the Syrian conflict. Everything else can more or less be negotiated with Donald Trump, from Russia’s interests in Crimea to America’s interests in Syria.

Still, Russia has no illusions: Trump will not determine the direction of U.S. foreign policy on his own. He requires Congressional approval. And Putin’s experience with Trump’s two predecessors, George W. Bush and Barack Obama, have shown him that initial amicability can soon turn frosty.

As such, the world is left trying to figure out how power will be divvied up in the Trump administration. Will he leave foreign policy to the diplomatic establishment of the Republican Party? Will he be able to count on Congressional support?

A Foreign World

In an effort to find out, emissaries from the government in Berlin began trying to establish initial contacts with the Trump team not long ago. It was like a trip to a foreign world.

Peter Wittig is one of Germany’s most experienced diplomats, having served in the country’s Foreign Ministry for the last 35 years. He has served as Germany’s ambassador in Lebanon and Cyprus and has sat down across from myriad negotiating partners. But the diplomat has seldom experienced the kind of overblown self-confidence that he has seen in recent months.

He has held several meetings with Trump’s son-in-law Jared Kushner, both before and after the election. At their first encounter in spring 2015, it was the Germans who wanted to know more about Trump’s plans, with a friendly and reserved Kushner taking careful notes.

But the more often the two met, the more demanding Kushner became, say Berlin diplomatic sources who have read Wittig’s meeting reports. The last meeting in New York in December culminated in Kushner’s curt question: “What can you do for us?”

Government officials in Berlin speak of an “astounding mixture of arrogance and naiveté” when discussing the conversations they have had with counterparts in the incoming administration. Shortly before Christmas, Merkel’s foreign policy adviser Christoph Heusgen traveled to the U.S. for talks with Michael Flynn, tapped by Trump as national security adviser. Around one year ago, Flynn was a paid speaker at an anniversary party for RT, the Russian propaganda broadcaster.

Heusgen’s first impression of Flynn was sobering. At a conference of conservative parliamentarians in Berlin on Wednesday, Heusgen said that some members of the incoming administration “don’t have an exhaustive understanding” regarding “certain problems facing the EU and their backgrounds.” In other words: The new president’s team doesn’t have a clue about Europe.

Berlin diplomats still hope that the level-headed foreign policy espoused by cabinet appointees such as future defense secretary James Mattis and future secretary of state Rex Tillerson will hold sway. But nobody thinks that Trump will transform into a passionate defender of the Western alliance. In the campaign, the new U.S. president claimed that he was a “fan” of NATO. But at the same time, he warned Germany that European alliance members would have to increase their financial contributions. At Davos this week, Trump adviser Anthony Scaramucci said that the postwar world order was no longer suitable for the challenges of the 21st century.

America’s Greatest Adversaries: Japan and West Germany

That is particularly true when it comes to trade policy, which Trump has for decades seen as a conspiracy against America. For the past several weeks, a March 1990 issue of Playboy magazine has been making the rounds in Merkel’s Chancellery. The cover shows a long-haired brunette covered in a black tuxedo jacket next to a slim 40-something: Donald Trump. Inside is a long interview with Trump, in which he talks about what he sees as America’s most dangerous adversaries. He doesn’t mention Russia or Red China, but Japan and West Germany, countries that he said had robbed the U.S. of its self-esteem. “Their products are better because they have so much subsidy,” he said, while America is ensuring that those countries aren’t “wiped off the face of the earth in about 15 minutes.” He concludes his point by saying: “Our ‘allies’ are making billions screwing us.”

Merkel’s staff is convinced that his views haven’t changed. Trump’s newly formed National Trade Council is to be led by economist Peter Navarro, an avowed opponent of Beijing’s “stranglehold” — which he illustrated in his documentary film “Death by China” with an animation of a Chinese knife being stabbed into a map of the United States. Robert Lighthizer, Trump’s designated trade representative, has long been known in Washington circles as a passionate protectionist who misses no opportunity to insist that World Trade Organization rules are “not religious obligations.”

Trump adviser Kushner is likewise consumed by the issue of imports to the U.S. and the consequences for American jobs. In a meeting with the German emissary Wittig, he said that the Trump team looked at statistics showing which countries export more to the U.S. than they import. In first place is China, followed by Japan and then Germany. Kushner’s message was clear: The situation must change.

Merkel’s staff has become certain that conflicts with the new U.S. administration will primarily be focused on two policy areas: foreign trade and relations with Russia. The decisive question is: Can Merkel rely on European backing?

Part 2: Europe’s Last Toast?

 It has been conceived as a huge birthday celebration this March in Rome, replete with an anniversary summit and a celebratory statement. The EU intends to celebrate the 60th anniversary of its founding treaties with the pathos we have come to expect from the bloc. But the ceremony is also seen as a message to Trump.

After the in-coming president made clear this week that he believes the EU has outlived its usefulness, it wasn’t long before European leaders closed ranks. Europe must “stand together,” intoned German Foreign Minister Frank-Walter Steinmeier. Europe, French President François Hollande groused earlier this week, “does not need outside advice to tell it what to do.” Meanwhile, European Commission President Jean-Claude Juncker admonished Trump not to abandon the trans-Atlantic alliance. “Together, we need to tackle climate change and migration together, fight terrorism with united forces and conquer globalization and its social consequences,” he said. But he expects “that it will take a few months until the American president discovers the abundant finer points of Europe.”

There are many, though, who believe that the toasts given in Rome this March could be among the last ones for the EU. The number of skeptics has grown even larger since it became clear that Trump would be moving into the White House.

The incoming U.S. president has always viewed the EU as an alliance aimed at weakening America’s economy. Now he sees an opportunity to get rid of an unwanted competitor. Officials in Brussels are concerned that one of Trump’s foreign policy goals may be that of dividing the EU — in areas like the environment and energy policy, for example, but particularly in its relationship with Russia.

Trump has made clear that he plans to scrap the hardline taken against the Kremlin by his predecessor. He has also placed a question mark over the future of sanctions against Russia imposed by the West in the course of the Ukraine crisis. In his interview with Bild and the Times this week, Trump said of Merkel and Putin: “I start off trusting both, but let’s see how long that lasts. It may not last long at all.”

It is a horrifying statement: Merkel needs Washington’s support in order to maintain her clear position toward Moscow. A number of EU countries would already prefer to lift most of the sanctions. Hungarian Prime Minister Viktor Orbán has outed himself on several occasions as a friend of Russia — and as an admirer of the new U.S. president, as well. “What a wonderful world,” he said following Trump’s election. “This also shows that democracy is creative and innovative.”

A unanimous vote is required to extend the sanctions. So far, Merkel has been able to achieve consensus in large part because she enjoyed the full support of the American government. “If Trump opposes the sanctions, then Europe will no longer hold together on the issue,” says one member of Merkel’s cabinet.

 European capitals, led by Italy, Hungary and Austria, are already calling for a loosening of some of the punitive measures. Austrian Foreign Minister Sebastian Kurz recently told SPIEGEL in an interview that we need to move away from a punitive system and towards one of “incentive.”

A Great Threat to Europe

If Trump sticks with his positions, it is the chancellor’s view that Europe could be facing a great threat. Putin could even see himself emboldened to the point he might try to destabilize the Baltic states, without fear of any resistance from the Americans. “Trump’s messages about NATO could lead to a situation in which Putin says to himself, ‘Let’s give it a shot!'” warns Elmar Brok, a confidant of Merkel’s. Brok is also a member of the Foreign Affairs Committee in the European Parliament.

Moscow is the first trump card Trump has at his disposal to place Brussels under pressure. The second is London. Barack Obama tried to make it clear to the British that they would be placed at the back of the line when it came to any free trade agreement with the United States if they voted in favor of Brexit. Trump, however, has said he wants to expedite negotiations of a trade treaty with Britain.

That has been a boost to London’s self-confidence as it seeks to establish its Brexit negotiating positions. In her speech on Tuesday laying out her roadmap for Brexit, British Prime Minister Theresa May said her government wouldn’t even strive to remain part of the EU’s single market. The new tune coming from the other side of the English Channel these days is no longer “Brexit means Brexit,” but “Brexit means exit.” “Trump has strengthened the Brits’ negotiating hand,” says Markus Ferber, a member of the conservative Christian Social Union, the Bavarian sister party to Merkel’s CDU, and of the Economic and Monetary Affairs Committee in European Parliament. “If Clinton had become president, at least we might have got a soft Brexit in the best-case scenario,” says Jo Leinen, a member of the center-left Social Democrats who has long been involved in foreign policy affairs in the European Parliament.

So far, the 27 other EU member states have managed to maintain a unified position over their break-away member. Indeed, one diplomat with Britain’s Foreign Office says that May’s announcement she would not seek a model based on single market memberships like those enjoyed in Switzerland and Norway is a reaction to the tough position taken by the EU. At the same time, it also means that Britain will be removing itself even further from Europe. This coming Monday, EU foreign ministers wanted to back a new Middle East initiative proposed by the French, but British Foreign Secretary Boris Johnson blocked the text, secure in the knowledge that Trump wasn’t a fan of the proposal either.

There is little doubt that some European politicians will use Trump’s inauguration as an occasion to further drive discord within the EU. Should the bloc continue to pursue an ever-closer union? What are the correct fiscal policies? Right now, there are few policies over which Europe isn’t divided. Speaking in Davos this week, Dutch Prime Minister Mark Rutte said, “too many countries are not doing what was promised — implementing reforms — particularly in the south of Europe they are not doing that. That is creating a fundamental distrust within Europe and particularly between the north and the south.” Fellow panelist Martin Schulz of Germany, who recently left his post as president of the European Parliament, retorted that individual countries needed to stop “giving lessons to other nations” and that pressure should come from the community institutions rather than a handful of countries like Germany or the Netherlands.

‘Too Much Time with Nigel Farage’

People in Brussels are plenty familiar with the tones being struck by the new U.S. president, but they are used to hearing them from a much different person. “Trump has spent too much time drinking coffee with Nigel Farage,” says Alexander Graf Lambsdorff, a foreign policy expert with the business-friendly Free Democratic Party in the European Parliament. Farage, the former leader of UKIP, the party that gave birth to the Brexit movement, accompanied Trump at times during the presidential election campaign and the president-elect has repeatedly expressed his admiration for the British politician (“he’s a great guy, very good guy, very supportive. He was one of the earliest people that said Trump was gonna win.”).

As with other European right-wing populists, Farage is rejoicing in Trump’s victory. In March, the Islamophobic Party for Freedom, led by EU-opponent Geert Wilders, could become the biggest force in parliament in the Netherlands. In May, Front National head Marine Le Pen is likely to make it into the second round of voting in the French presidential election. Will Trump jump in to promote the populists with the help of the Russian intelligence agencies’ trolls? “Russia is very stealthily undermining the EU,” says Arne Lietz, an SPD member of the European Parliament who is also on the Foreign Affairs Committee. “But Trump is doing it on Twitter.”

Targeting Europe’s Economy

The campaign against Brussels being waged by the incoming U.S. president is not just focused on politics. Trump’s actual target is Europe’s economy. “I’d throw a tax on every Mercedes-Benz rolling into this country and on all Japanese products,” he told Playboy magazine 25 years ago. “And we’d have wonderful allies again.”

Hansa Studios, where David Bowie and U2 recorded legendary albums, is one of the most glamorous event locations in Berlin. A week ago, it was packed with entrepreneurs, executives and industry officials attending the new year’s reception of the Committee on Eastern European Economic Relations (comprised of leading German business and industry organizations). The hosts served finger foods and sparkling wine and the event featured Markus Kerber, the director-general of the powerful Federation of German Industries (BDI), as its keynote speaker.

Kerber could have dedicated his speech to successes in the German economy, about record exports, full order books or the high level of employment. But instead he bleakly warned of “changing times in international economic policies.” Kerber didn’t mention anybody by name, but everyone knew who he was referring to: Trump and all the anti-globalization politicians who, with their “nationalist industrial policies,” are threatening to trigger a trade war between the U.S. and China. If that were to happen, “considerable declines in economic value creation and employment within a very short period of time” could be expected, particularly in export-driven countries like Germany. “Our prosperity is at risk,” Kerber warned, “more than at any other time in the past 60 years.”

And yet, the markets have been celebrating a Trump-fueled boom for weeks now. After all, international trade is currently in full blossom, not least between Germany and the U.S. American companies are investing more heavily than ever before in Germany, with that volume climbing by a rapid 113 percent in 2015 compared to the previous year. Some of the biggest companies in America are expanding their presences in Germany, including General Electric, Facebook and IBM. Information technology equipment supplier Cisco wants to invest a half-billion dollars in Germany.

German companies, for their part, are even more active in the U.S. German companies conduct more trade with the United States than with any other country. In 2015, the U.S. surpassed France as Germany’s biggest export market. It’s a development that has been fueled by the robust U.S. economy and a euro that has recently been relatively weak to the dollar, making German goods less expensive.

Gaping Trade Imbalance

What frustrates Trump about this state of affairs is that Germany profits far more from this positive development in trans-Atlantic trade than the U.S. does. In 2015, German companies delivered goods valuing close to 114 billion euro across the Atlantic, whereas the Americans only exported goods worth around 60 billion euros to Germany. Even the successes of America’s digital economy are failing to offset this huge imbalance.

The Obama administration had already been eyeing the deficit in trans-Atlantic trade with suspicion, and Trump is likely to actually do something about it. Washington’s new economic policy mantra is that those who want to sell in America also have to manufacture there — otherwise they will face punitive tariffs or special taxes. “Donald Trump is a risk for the German business model,” warns Michael Hüther, head of the influential Cologne Institute for Economic Research (IWK).

In a 2014 report, the consulting giant McKinsey found that no other national economy is as globally interconnected as Germany’s – but also that few others were as dependent on exports. In 2015, German industry exported goods valuing 1.194 trillion euros all around the world. But the country only imported 949 billion euros worth of goods.

Germany has had a surplus in its trade balance for decades now. This is the product of German industrial giants, but even more so of the large number of highly specialized, high-tech small- and medium-sized businesses that are dependent on open markets. They now fear that Trump won’t just be talk when it comes to protectionism and that he will set the country on a new course. They say he has the legal means for doing so.

The U.S. Congress has granted the president trade promotion authority until at least 2018, when it comes up for renewal. That means that Trump has broad freedoms to negotiate free trade agreements. Or to put an end to them. And that end could come quickly: The U.S. must provide only six months advance notice, for example, to back out of the North American Free Trade Agreement (NAFTA), which regulates the free trade of good between the U.S., Mexico and Canada.

High on the List

The Trade Act of 1974 is another tool at his disposal. It allows the president to impose tariffs of up to 15 percent for as long as 150 days on countries that accumulate large current account surpluses.

Germany is high on that list, with the country’s over-dependency on exports long having been a source of repeated criticism. And it’s not just that Germany exports more than it imports, it also owns more foreign debt than it borrows from abroad. That money is then used for consumption and investment outside of Germany rather than inside the country.

Many international politicians and academics have called on Germany to reduce these surpluses — and some industries, such as carmakers, have even heeded these calls. Instead of exporting vehicles, they now make them on-site. The industry has been building more vehicles abroad than inside Germany since 2010. Mercedes-Benz, BMW and Volkswagen have built several factories in the biggest markets of the world, including in China and the U.S. They didn’t want to become dependent on exporting from Germany because of the hurdles presented by potential tariffs or disadvantageous currency fluctuations.

BMW expanded its production facility in Spartanburg, South Carolina while Mercedes-Benz did the same in Tuscaloosa and Volkswagen in Chattanooga. In doing so, the German companies created thousands of jobs in the structurally weak southeastern United States and earned praise from American politicians, including many from the Republican Party.

But then Daimler and the rest fell into the Mexico trap. The country lured them south with low wages and free access to the U.S. market by way of NAFTA. Late last year, Audi moved the production of its Q5 SUV to a newly constructed factory in San José Chiapa. BMW and Daimler have just begun construction of a factory in Mexico and Volkswagen produces more than 450,000 vehicles in Puebla.

An import duty would hit different German manufacturers in different ways. The losses would be especially steep for Volkswagen. The brand exports its Jetta, Beetle and Golf models from its Mexican factory into the U.S. A tariff of 35 percent would make those cars hard to sell.

‘The German Prosperity Model Would Fail’

It is, in short, clear that if Trump does what he indicated he would, Germany and Europe would be especially hard hit. If there are no more “reliable frameworks,” BDI manager Kerber says, “the German prosperity model would fail.”

During her tenure, Angela Merkel has seen a fair number of crises. About 10 years ago, Lehman Brothers collapsed in the US and the global economy was on the verge of collapse. Seven years later, Greek debt brought the European common currency to the brink of disintegration. Then came the refugee crisis, which threatened to cost the chancellor the support of her own party.

This year, she is once again standing for re-election, if she wins, there is reason to believe that the Trump presidency will be her greatest challenge yet. How should she deal with a man who seems unconcerned about the possibility of the EU disintegrating and who threatened the German export industry with tariffs before he even took office? How should she react when Germany’s most important ally questions decades-old relationships?

Merkel being Merkel, her first reaction has been: “Let’s wait and see. One Wednesday, she and her cabinet agreed to react to possible Trump provocations with demonstrative restraint. Afterwards, a stone-faced Merkel went before the press and said the task now was to “find a new understanding” with the American government. She sounded like she was announcing disarmament negotiations with North Korea.

At the same time, though, Chancellery staff hasn’t yet given up hope that Trump could find his way to a halfway moderate position. Stephen Hadley, former security advisor to ex-President George W. Bush, also believes that is a possibility. Hadley is an advisor to Rex Tillerson, the incoming secretary of state. In a conversation with Heusgen on Wednesday, Hadley said that Merkel should come to Washington as soon as possible, adding that Trump would listen to her.

But will he be prepared to receive her soon? Heusgen told Flynn during his visit that the chancellor was ready to travel to Washington on short notice. But so far there hasn’t been an answer from Trump. Chancellery staffers are hoping for a face-to-face between the two leaders in spring at the latest.

Free-Trade Reflexes

Furthermore, hope that the Republican establishment might still rein in the president has not yet entirely disappeared. Many in the Chancellery have reactivated old contacts to Republicans, such as former Secretary of State Condoleezza Rice. Merkel is placing her hopes on the skepticism many Congressional Republicans have for Russia and on the party’s free-trade reflexes.

The first opportunity to meet representatives of the new American administration will be in February at the Munich Security Conference. Twenty members of Congress are scheduled to attend, as is James Mattis, Trump’s designated defense secretary. The incoming president’s pick for secretary of state, Rex Tillerson, is expected to attend the meeting of G-20 foreign ministers in Bonn the day before. He too might come to Munich, as might vice president-elect Mike Pence. Peter Thiel, the only significant Silicon Valley figure to support Trump in the election, has also given a firm yes. Chancellor Merkel has not yet indicated whether she will take part.

“My advice would be to stay calm,” says Heusgen. Still, it’s clear that Merkel desperately needs a plan for how she should react to the challenge of Trump’s presidency. In Europe, the time for merely talking about community has passed: It’s time for a plan that combines an unavoidable deepening of foreign and security policies with greater national autonomy in other political areas. The Euro Zone needs a common economic policy, for example, with a budget and finance minister of its own. And Merkel needs to think about what long-term position she should take on trade balance surpluses. Germany’s export strength is a trademark of its economy, but it is also a significant nuisance to the country’s European partners and a target for Trump’s protectionist rhetoric. Demands for Germany to increase domestic demand will only grow.

 More than anything, though, Germany needs to try as best it can to stand up for the values that Trump is openly questioning. If Merkel stays strong on those issues, it will become more difficult for the new strongman in the White House to carry out his attacks on the liberal order at home.

Trump is the end of the world as we know it — that much is clear. Or, as the Economist recently wrote: “Things could get much worse.”

By Christian Esch, Martin Hesse, Alexander Jung, Peter Müller, Ralf Neukirch, Britta Sandberg, Michael Sauga, Christoph Schult, Holger Stark and Bernhard Zand

http://www.spiegel.de/international/world/trump-inauguration-signals-new-world-order-a-1130916-2.html

Κοσσυφοπέδιο: προς μια «νέα Συρία» στα Βαλκάνια;

2

Kosovo Security Forces (K.S.F.)

του κ. Νικόλαου Παούνη, Βαλκανιολόγου, Διεθνολόγου.

Κοσσυφοπέδιο: προς μια «νέα Συρία» στα Βαλκάνια; Ο Ρωσικός Αποσταθεροποιητικός Παράγοντας. Ο Αστάθμητος Παράγων ISIS. (21/01/2017)

link: http://www.cnn.gr/opinions/arthra/story/63817/kossyfopedio-pros-mia-nea-syria-sta-valkania

 

Στις 16 Ιανουαρίου 2017 αναζωπυρώθηκε η ένταση μεταξύ Πρίστινας-Βελιγραδίου, όταν σερβική αμαξοστοιχία η οποία έφερε την επιγραφή «Kosovo je Srbija» (ήτοι το «Κόσοβο είναι Σερβία»), με προορισμό την Kosovska Mitrovica (Mitrovica e Titos), παρεμποδίστηκε από τις κοσοβάρικες αρχές να εισέλθει εντός των διοικητικών ορίων του κρατιδίου εξαιτίας του προκλητικού συνθήματος.[1] Η αποστολή του συρμού είχε ως στόχο να επανασυνδέσει σιδηροδρομικώς το Βελιγράδι με την Μιτρόβιτσα, δρομολόγιο το οποίο είχε διακοπεί από το 2008 και εξής. Επισημαίνεται η προηγηθείσα σύλληψη του τέως πρωθυπουργού του Κοσσυφοπεδίου Ramuš Haradinaj από τη γαλλική αστυνομία, βάσει εκτέλεσης σερβικού εντάλματος σύλληψης με την κατηγορία της διάπραξης εγκλημάτων πολέμου.[2]

Οι Κοσοβάροι κατήγγειλαν τη σερβική ενέργεια ως προβοκατόρικη που είχε ως τελικό στόχο τη δημιουργία έντασης, ενώ παράλληλα ανέπτυξαν ειδικές δυνάμεις και ελαφρά τεθωρακισμένα οχήματα Otokar Cobra (τουρκικής κατασκευής), ώστε να καταστεί σαφές ότι προτίθενται να εισβάλλουν στο σερβικό θύλακα. Η Σερβία απάντησε ότι θα επέμβει στρατιωτικά ώστε να προστατέψει τους απειλούμενους ομοεθνείς της.

Εν συντομία το ιστορικό της περιοχής: Υπενθυμίζεται ότι στο Κοσσυφοπέδιο το αλβανικό στοιχείο υπερείχε πληθυσμιακά ανέκαθεν (από το 15ο αιώνα μ.Χ.), σε συντριπτικό ποσοστό. Ενδεικτικά το 2003 οι Αλβανοί αποτελούσαν το 92% του πληθυσμού της χώρας. Για τη Σερβία η επαρχία του Κοσσυφοπεδίου κατέχει εξέχουσα ιστορική σημασία, συνδέθηκε δε άρρηκτα με το εθνικό ιστορικό και συναισθηματικό υπόβαθρο, πέραν της πολιτικής ισχύος που απορρέει από την «κατοχή» της περιοχής. Όμως στο Κοσσυφοπέδιο μετουσιώθηκε και το αλβανικό εθνικό κίνημα το 1878 (League of Prizren). Η συμβίωση μεταξύ Σέρβων Αλβανών ουδέποτε υπήρξε ομαλή, ωστόσο η κατάσταση εκτραχύνθηκε από την εποχή κατά την οποία τα ηνία της Σερβίας ανέλαβε το Σοσιαλιστικό κόμμα του Slobodan Milošević (1989). Την περίοδο διακυβέρνησης Milošević, όχι μόνο καταργήθηκαν οι Συνταγματικές πρόνοιες που παραχωρήθηκαν με το Ομοσπονδιακό Σύνταγμα του 1974, αλλά το αλβανικό στοιχείο αντιμετώπισε συνθήκες μαζικών διωγμών. Οι Κοσοβάροι θεωρώντας ότι αδυνατούσαν να συμβιώσουν με τους Σέρβους εντός μιας ενιαίας κρατικής οντότητας, δημιούργησαν παράλληλες αυτόνομες διοικητικές δομές (μεταξύ άλλων και τοπικό Κοινοβούλιο). Ο ηγέτης του Κοσόβου Ibrahim Rugova διακήρυξε ως δέουσα αντίδραση στις πολιτικές του Βελιγραδίου, τη λεγόμενη «παθητική αντίσταση». Όταν έγινε αντιληπτό ότι η συγκεκριμένη μορφή αντίδρασης ήταν ατελέσφορη, εμφανίστηκε το ένοπλο απελευθερωτικό κίνημα (Ushtria Çlirimtare e Kosovës – UÇK), η δράση του οποίου αποτέλεσε το καταλυτικό σημείο για την ενεργό ανάμιξη της διεθνούς κοινότητας και δη του Ν.Α.Τ.Ο. στην περίπτωση. Μετά τη σφαγή στο Račak (Ιανουάριος 1999), οι δύο πλευρές οδηγήθηκαν στην τράπεζα της διαπραγμάτευσης (Rambuillet). Σύντομα οι συνομιλίες κατέρρευσαν και το Ν.Α.Τ.Ο. εξαπέλυσε αεροπορικές επιδρομές κατά της Ο.Δ.Γ. συνολικής διάρκειας 78 ημερών. Το 2008 το Κοσσυφοπέδιο ανακήρυξε μονομερώς την ανεξαρτησία του, ενώ το 2010 το Δ.Δ.Χ γνωμοδότησε ότι η εν λόγω ενέργεια ήτο σύννομη προς τις διεθνείς διατάξεις (κατόπιν προηγηθείσας σερβικής προσφυγής). Σήμερα το Κόσοβο έχει αναγνωριστεί από 111 χώρες.[3]

Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι αν εν τέλει η αποστολή της σερβικής αμαξοστοιχίας αποτέλεσε προσχηματική ενέργεια, ώστε η Σερβία να «καρπωθεί» μια φαινομενικά ευνοϊκή χρονική και γεωπολιτική συγκυρία.

Η μεταβατική κατάσταση στην προεδρεία των Η.Π.Α. και κυρίως η ήττα των Δημοκρατικών στις εκλογές του παρελθόντος Νοεμβρίου, πιθανόν να στερήσει στην Priština την προστασία που της παρείχε ο αμερικανικός παράγοντας, ο οποίος τη δεκαετία του 90 κατέστη το «όχημα» για την εθνική αποκατάσταση των Αλβανών (δεδομένου ότι διαχρονικά η Αλβανία αντιμετώπιζε έλλειμμα ισχύος και επιζητούσε την προστασία έτερων ισχυρών δρώντων).[4] Όμως και η ίδια η εκλογή του κυρίου Trump δημιουργεί εκ πρώτης όψεως ευνοϊκές προϋποθέσεις για το σερβικό στρατόπεδο, δεδομένης της πρόθεσης του νεοεκλεγέντος Προέδρου αφενός να αποκαταστήσει τις σχέσεις του με τη Μόσχα (σύμφωνα με τις έως τώρα διακηρύξεις του), αφετέρου να «μετριάσει» την πολυπρισματική και βαρυσήμαντη συνεισφορά των Η.Π.Α. στο Ν.Α.Τ.Ο. Όπως επισήμανα σε σχετικό άρθρο κατά το παρελθόν (ForeignAffairs), οι Η.Π.Α. θεωρούν ως πρώτιστη «απειλή» για τα συμφέροντα τους την γεωπολιτική άνοδο της Κίνας, κυρίως στον τομέα του εμπορικού ανταγωνισμού λόγω υλοποίησης του σχεδίου OB.OR.[5] Η διαχείριση της σινικής πρόκλησης απαιτεί αποδέσμευση από έριδες συγκριτικά χαμηλότερης σημασίας. Κοινώς απαιτείται μια σύγκλιση με τη Ρωσία (όχι υποχρεωτικά μόνο σε ζητήματα χαμηλής πολιτικής). Συνεπώς γιατί οι Η.Π.Α. να διακινδυνέψουν την πορεία προσέγγισης με τη Ρωσία, προκειμένου να προστατεύσουν τους Κοσοβάρους;

    Θεωρητικά η υφιστάμενη «ειδική σχέση» μεταξύ Τουρκίας-Αλβανίας θα μπορούσε να λειτουργήσει ανασχετικά ως προς τους τυχόν σερβικούς σχεδιασμούς, όμως την παρούσα περίοδο η Τουρκία αντιμετωπίζει σωρεία μείζονων ζητημάτων σε εσωτερικό επίπεδο (διολίσθηση λίρας, τρομοκρατία, θεσμικές τροποποιήσεις), αλλά και σε εξωτερικό (εμπλοκή στη Συρία). Ένα ακόμη στοιχείο που ευνοεί την τήρηση ουδέτερης στάσης από την πλευρά της Άγκυρας προς τους Αλβανοκοσοβάρους, είναι η πρόσφατη αναθέρμανση των ρωσοτουρκικών σχέσεων, οι οποίες συσφίγγονται ετι περαιτέρω και σε στρατιωτικό επίπεδο. Τελικώς η συμβολή του τουρκικού παράγοντα θα μπορούσε να περιοριστεί στην κατεύθυνση άσκησης πίεσης προς το Βορειοατλαντικό Σύμφωνο για πιθανή ανάληψη δράσης.

Το Ν.Α.Τ.Ο. στην παρούσα φάση θεωρεί ως πρώτιστο μέλημα την αναχαίτιση της ρωσικής επιθετικότητας στις Βαλτικές Δημοκρατίες, και το «απόθεμα ισχύος» του εξαρτάται κατά κόρον από την αμερικανική συνδρομή σε ανθρώπινους και υλικούς πόρους.

    Στο σημείο αυτό υπεισέρχεται ο κομβικός για τις εξελίξεις, ρωσικός παράγοντας. Η κατάσταση στη Βαλκανική χερσόνησο εξελίσσεται σε μια διελκυστίνδα ανταγωνισμού μεταξύ Ρωσίας και Δύσης. Η πρόθεση ένταξης του συνόλου των δυτικών Βαλκανίων στους ευρω-ατλαντικούς θεσμούς, απειλεί να εξοβελίσει τη ρωσική παρουσία από την περιοχή. Σύμφωνα με ρωσικά δημοσιεύματα ο ηγέτης των Σερβοβόσνιων Milorad Dodik ο οποίος διατηρεί στενές σχέσεις με το Κρεμλίνο, υπήρξε αποκαλυπτικός των ρωσικών προθέσεων για τα Βαλκάνια, οι οποίες επικεντρώνονται στη δημιουργία μιας «μεγάλης Σερβίας» με τη συνένωση όλων των σερβικών πληθυσμών σε μια οντότητα (θύλακες Κοσόβου, Σερβική Δημοκρατία της Βοσνίας και Μαυροβούνιο).[6] Δηλαδή η Ρωσία προκειμένου να αποφύγει τον πλήρη αποκλεισμό της παρουσίας και των συμφερόντων της από τα Βαλκάνια, πιθανόν να αποπειραθεί να αποσταθεροποιήσει την πολύπαθη περιοχή, ανατρέποντας τους όποιους δυτικούς σχεδιασμούς. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί είτε με τη διάσπαση της Βοσνίας, είτε με μια κλιμάκωση των εθνοτικών διαφορών στο Κοσσυφοπέδιο.

    Το επόμενο ερώτημα αφορά αν μια τυχόν αιματηρή πολεμική σύρραξη θα περιορίζονταν στα στενά γεωγραφικά όρια του Κοσόβου ή της Βοσνίας. Ασφαλώς μόνο εικασίες μπορούν να ειπωθούν σ’αυτή την περίπτωση, ωστόσο υπάρχουν αστάθμητοι παράγοντες όπως οι αλβανόφωνοι που διαβιούν στη δυτική Π.Γ.Δ.Μ (Tetovo, Gostivar), στην κοιλάδα του Preševo (Preševo, Medveđa και Bujanovac), και στο Μαυροβούνιο, αλλά και οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί του Sanjakστη Ν/Δ Σερβία.

Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο που αναμένεται να διαφοροποιήσει πλήρως τη μορφή μιας νέας σύγκρουσης στη Βαλκανική, αφορά την επιστροφή μαχητών του Ισλαμικού Κράτους (ISIS) από τα μέτωπα της Συρίας στις πατρογονικές τους εστίες (Βοσνία, Αλβανία, Κόσοβο). Το Κοσσυφοπέδιο εξαιτίας της παρατεταμένης φτώχειας, τα υψηλά ποσοστά ανεργίας, τις ανύπαρκτες δομές και τις επικρατούσες εσωτερικές συνθήκες ασφαλείας, «πρωταγωνιστεί» στη Βαλκανική ως προς τη στελέχωση του στρατού του ISIS (φυτώριο κατ ουσίαν), καθότι η κοινωνία στρέφεται ταχύτατα προς το θρησκευτικό συντηρητισμό, και ιδιαιτέρως οι νεαρές ηλικίες. Μάλιστα η πόλη Kacanik απέκτησε το προσωνύμιο «Kosovo’s jihadist capital», αφενός εξαιτίας της ραγδαίας ριζοσπαστικοποίησης του πληθυσμού της, αφετέρου διότι αποτελεί τη γενέτειρα του ηγετικού στελέχους του Ισλαμικού Κράτους Lavdrim Muhaxheri. Αξιοσημείωτο το περιστατικό που έλαβε χώρα το καλοκαίρι του 2015, όταν οι οπαδοί του ISIL Arben Livoreka και Nexhat Behluli, συνελήφθησαν με την κατηγορία απόπειρας μόλυνσης του δικτύου ύδρευσης της Pristina. Σημαντικό ρόλο της στροφής της κοσοβάρικης κοινωνίας προς το Ισλαμικό χαλιφάτο και της μαζικής στρατολόγησης Κοσοβάρων, είναι και η απογοήτευση από τη Δύση η οποία δεν ενσωμάτωσε τάχιστα τη χώρα στους υπάρχοντες Οργανισμούς.[7]

Το φαινόμενο της έντονης παρουσίας Ισλαμιστών μαχητών στα Βαλκάνια επισήμανε σε πρόσφατο δημοσίευμα και η έγκριτη La Repubblica, καθώς η Ρώμη δείχνει να εκφράζει φόβους για είσοδο εξτρεμιστών στη χώρα, μέσω των περιοχών όπου δραστηριοποιείται η αλβανική μαφία (Puglia).[8] Μάλιστα η αναφορά σε κοινότητες-κέντρα στρατολόγησης, οι οποίες ανήκουν στην περιφέρεια του Pogradec (απέχουν δηλαδή 30 χλμ. από την ελληνική μεθόριο-τρίγωνο Πρεσπών), θα πρέπει να θέσει τις αρμόδιες ελληνικές αρχές σε εγρήγορση.

Η έντονη παρουσία Ισλαμιστών μαχητών στην ευρύτερη περιοχή θέτει τις βάσεις για μια διαρκή ασύμμετρη απειλή στα Βαλκάνια, γεγονός το οποίο δημιουργεί τις προϋποθέσεις για πολυετείς αιματηρές συρράξεις, αλλά και πιθανές πολυεθνικές επεμβάσεις. Το ISIS μπορεί να λειτουργήσει αντισταθμιστικά στους ρωσικούς σχεδιασμούς, ως εργαλείο αποσταθεροποίησης. Το γεγονός αυτό θα πρέπει να εκληφθεί σοβαρά υπόψη από το Βελιγράδι, διότι τυχόν εμπλοκή στο Kosovo στο άμεσο μέλλον, δεν θα σχετίζεται με την αντίστοιχη εκστρατεία της περιόδου 1998-1999 εξαιτίας των πολλαπλών αστάθμητων παραγόντων. Τέλος το γεωγραφικό περιβάλλον της χερσονήσου ευνοεί τη δράση μεμονωμένων εξτρεμιστικών ομάδων (έντονη εδαφική μορφολογία και πυκνή βλάστηση ήτοι «προβληματική» αναγνώριση-συγκέντρωση πληροφοριών), δηλαδή τυχόν σύρραξη θα είναι μακροχρόνια και εξόχως αιματηρή.



[1] BBC News. Serbian train sparks escalation in tensions with Kosovo. 14/01/17.

[2] Tanjug B92. Serbia wants France to extradite Haradinaj “urgently”. 13/01/2017.

[3] Παούνης Νικόλαος. Ιστορική και Κριτική Προσέγγιση της Ανθρωπιστικής Επέμβασης. Περιπτωσιολογία, Νομικά και Θεωρητικά Ζητήματα. Το Κοσσυφοπέδιο. Εκδόσεις Ινφογνώμων. Ιούλιος 2016.

[4]Η Αλβανία προκειμένου να τυγχάνει της προστασίας ισχυρών χωρών, λειτούργησε ως «δορυφόρος» της Ιταλίας (προπολεμικά και έως την έναρξη του Β’ Π.Π.), της Γιουγκοσλαβίας (1945-48), της Ε.Σ.Σ.Δ. (1948-1963) και της Μαοϊκής Κίνας (έως το 1976). Στη συνέχεια και μέχρι την κατάρρευση του Κομμουνισμού (1989), επέλεξε την αυτοαπομόνωση, ενώ στα τέλη της δεκαετίας του 90 «προσδέθηκε» στο άρμα του Ν.Α.Τ.Ο. και κυρίως των Η.Π.Α. καθώς η Washington ετάχθη εμπράκτως υπέρ του δικαιώματος αυτοπροσδιορισμού και αυτονομίας των Κοσοβάρων. Το τελευταίο χρονικό διάστημα η Αλβανία δημιούργησε «ειδική» σχέση με την Τουρκία, στην ουσία όμως πρόκειται για μια θεσμική (και όχι μόνο) άλωση της βαλκανικής χώρας.

[5]Παούνης Νικόλαος. Εντείνεται η σινο-αμερικανική αντιπαράθεση. Το Κέντρο Βάρους της Πλανητικής Ισχύος μετατοπίζεται προς Ανατολάς. Foreign Affairs. 29/09/16.

[6]Καλογερόπουλος Χρήστος. Βαλκάνια με Μεγάλη Σερβία η απάντηση της Ρωσίας στο Ν.Α.Τ.Ο. Ambassador. 16/01/17.

[7]Brenna Gautam. From Pristina to Damascus. Understanding Kosovo’s fighter in Syria. Transconflict.26/09/2016.

[8] La Repubblica. Guliano Fuschini. Terrorismo, le Bandiere dell” ISIS nei Villaggi dell’Albania.Una Pulveriera per la Puglia. 07/01/17.

James Mattis is sworn in as defense secretary, pledges to build alliances

0

The Washington Post

By Dan Lamothe January 20 at 8:22 PM

Why James Mattis needs an act of Congress to become defense secretary

 Congress has granted only one exception to the law. Army Gen. George C. Marshall, an active-duty five-star general, was defense secretary for about a year beginning in 1950. (Jason Aldag, Dan Lamothe/The Washington Post)

Retired Marine Gen. James N. Mattis was confirmed and sworn in as President Trump’s defense secretary Friday, breaking with decades of precedent as a recently retired general became the Pentagon’s top civilian leader.

Mattis, 66, was approved with a 98-1 vote after the presidential inauguration and then sworn in by Vice President Pence. The new Pentagon chief released a statement to U.S. troops afterward that credited not only them, but intelligence personnel as “sentinels and guardians of our nation” — rhetoric that is in line with Mattis’s past statements, but stands in contrast to the way Trump has criticized the value of U.S. intelligence in recent weeks.

Mattis also pledged to work with the State Department to strengthen U.S. alliances abroad, some of which have been rattled by Trump questioning their worth.

“We need only look to you, the uniformed and civilian members of the Department and your families, to see the fundamental unity of our country,” Mattis’s statement said. “You represent an America committed to the common good; an America that is never complacent about defending its freedoms; and an America that remains a steady beacon of hope for all mankind.”

Many lawmakers and long-time foreign policy observers hope Mattis can be a moderating voice of experience in an administration that has notably few senior officials with national security experience in Washington. He will lead the Defense Department’s 1.9 million active-duty service members and reservists and oversee a budget of more than $580 billion as Trump prepares to expand the military.

Mattis becomes the first senior military officer to serve as defense secretary since President Truman nominated Army Gen. George C. Marshall for the job in 1950, as the U.S. military struggled in the Korean War. Mattis retired in spring 2013 as the chief of U.S. Central Command after a career in which he became one of the most influential officers of his generation and commanded troops in Iraq and Afghanistan.

The @vp has sworn in James Mattis as the Secretary of Defense

In his Jan. 12 confirmation hearing, Mattis said he never anticipated he would be nominated for the job and was “enjoying a full life west of the Rockies” when Trump asked to meet with him.

“I was not involved in the presidential campaign, and I was certainly not seeking or envisioning a position in any new administration,” Mattis said. “That said, it would be the highest honor if I am confirmed to lead those who volunteer to support and defend the constitution and to defend our people.”

 The sole vote against Mattis was cast by Sen. Kirsten Gillibrand (D.-N.Y.), who said repeatedly that she was against a recently serving general become defense secretary. Sen. Jeff Sessions (R.-Ala.), Trump’s attorney general nominee, did not vote.

To allow Mattis to become defense secretary, Congress passed legislation to overcome a law first passed in 1947 that banned recent veterans from the position. For decades, there was a 10-year moratorium; it was reduced to seven years in 2008. The waiver for Mattis passed 81-17 in the Senate, and then 268 to 151 in the House.

Mattis broke with Trump’s past rhetoric in several instances during his confirmation hearing, arguing that there are few places where Washington is likely to find common ground with Russia and that the North Atlantic Treaty Organization (NATO) alliance is vital. Trump has sought closer ties with Russia, and called NATO obsolete.

“History is not a straitjacket, but I’ve never found a better guide for the way ahead than studying the histories,” Mattis said. “We have a long list of times we’ve tried to engage positively with Russia. We have a relatively short list of successes in that regard.”

But Mattis expressed common ground on other issues, including a belief that the U.S. military needs to be fortified.

“Bottom line, you get to a point where you have the fewest big regrets when the crisis strikes,” Mattis said. “You will never have no regrets because we’re dealing with something that is fundamentally unpredictable.”

Mattis will be joined in the Pentagon by two other Marines in senior positions: Gen. Joseph F. Dunford, who is chairman of the Joint Chiefs of Staff, and Deputy Defense Secretary Robert O. Work. Work served in the Obama administration, but has agreed to stay on for several months to provide continuity.

Officials working for Trump still haven’t announced nominees for several other senior positions, including Air Force secretary, Navy secretary and undersecretary for policy. Outgoing Pentagon Press Secretary Peter Cook said Thursday that the many service members in the Pentagon will help make the transition to the Trump administration a success.

“The continuity that is here and the experience within the Department of Defense is significant,” Cook said. “And all you have to do is look at Chairman Dunford and the members of the Joint Chiefs of Staff and our combatant commanders to see that there is certainly in uniform a depth of experience that will serve this country, will serve the next president and the next administration.”

This story was originally published at 5:07 p.m. and updated after Mattis was sworn in and released his first public comments as defense secretary.

https://www.washingtonpost.com/news/checkpoint/wp/2017/01/20/senate-confirms-retired-gen-james-mattis-as-defense-secretary-breaking-with-decades-of-precedent/?utm_term=.00387eb5a88c&wpisrc=al_alert-COMBO-politics%252Bnation

Στον αστερισμό του Τραμπ, ή της μετα-αλήθειας; Τι μπορεί να κάνει ο νέος πρόεδρος

19

του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ.

Από την Παρασκευή οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν νέο πρόεδρο ο οποίος, κατά την παράδοση, μπορεί να επηρεάσει τις παγκόσμιες εξελίξεις. Το ερώτημα είναι αν η ανθρωπότητα εισέρχεται για τέσσερα χρόνια στον αστερισμό του Τραμπ, ή στον αστερισμό μιας νέας εποχής που διαμορφώνουν οι τεχνολογικές εξελίξεις, και για πρώτη φορά μπορεί να ονομαστεί εποχή της μετα-αλήθειας.

Τι ακριβώς μπορεί να σημαίνει μετα-αλήθεια; Ότι η αλήθεια όπως τη γνωρίζαμε, και όπως μπορούσαμε να την προσεγγίσουμε, αποτελεί παρελθόν.

Η ανάπτυξη των δικτύων σε μια παγκόσμια νοόσφαιρα διαμορφώνει μια αυτόνομη δυναμική που δεν μπορεί να επηρεαστεί, καθολικά, από κανέναν, ούτε και από την ισχυρότερη δύναμη του κόσμου, που αυτήν τη στιγμή παραμένουν οι ΗΠΑ.

Άρα, αυτήν τη στιγμή το ζήτημα δεν είναι ο κ. Τραμπ και η πολιτική που θέλει να ακολουθήσει, αλλά αυτόνομοι κόμβοι αυτής της παγκόσμιας νοόσφαιρας που διαμορφώνουν μια «υποκειμενική» αντίληψη της «πραγματικότητας». Θύμα και ενεργούμενο αυτής της τεχνολογικής τάσης μπορεί να είναι και ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος.

Γι’ αυτό θα αποτελούσε μια πολύ φρόνιμη ενέργεια η αυτοσυγκράτηση από τη δύναμη που –υποτίθεται– παρέχει η κατοχή και διαχείριση της εξουσίας. Έστω και της αμερικανικής.

Το δεύτερο ερώτημα που αναδύεται, είναι αν με τις τεχνολογικές εξελίξεις τις οποίες βιώνει, ήδη, η ανθρωπότητα, και όσες βρίσκονται στο κατώφλι της αυριανής ημέρας, μπορεί ένας πρόεδρος, ακόμη και των ΗΠΑ, να επαναφέρει στη διεθνή κοινότητα προστατευτικές αντιλήψεις και να σταματήσει την τάση να καταστεί ο κόσμος ένα χωριό.

Θα είναι μια πολύ δύσκολη επιχείρηση, και αυτό θα φανεί από τις πρώτες κιόλας πολιτικές κινήσεις του Τραμπ. Η τεχνολογία περιέχει μέσα της μια ιδεολογία, και η ιδεολογία αυτή, στην εποχή μας, είναι το σπάσιμο των συνόρων και η περιθωριοποίηση του ανθρώπου από ό,τι μέχρι σήμερα θεωρούσε αντικείμενο της καθημερινής εργασίας του. Αν δεν βρεθεί ρόλος για τον άνθρωπο, η εποχή που αναδύεται θα είναι εφιαλτική. Εκτός και αν υπάρξει κοινωνικός έλεγχος στις μηχανές και τη λειτουργία τους, και κυρίως κοινωνικός έλεγχος στην διαχείρισή τους.

Στο πρόσφατο παρελθόν ο κοινωνικός έλεγχος των μέσων παραγωγής παρήγε εφιαλτικά αποτελέσματα. Αυτόν τον έλεγχο είχαν τα καθεστώτα του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού ο οποίος κατέρρευσε κάτω από την αδυναμία του να αναπαράγει τα αγαθά που θα συντηρούσαν τις κοινωνίες στις οποίες επιβλήθηκε.

Στην αντίπαλη όχθη, το καπιταλιστικό στρατόπεδο, μπορεί η κατοχή των μέσων παραγωγής να ήταν ατομική ή μετοχική, υπήρχε πάντως θέση για τον άνθρωπο και την εργασία του.

Στον κόσμο που αναδύεται τα περιθώρια εργασίας στενεύουν επικίνδυνα και δεν είναι καθόλου σίγουρο πως η αναπροσαρμογή τους θα δώσει δουλειά για όλους. Τι θα γίνουν όσοι περισσεύουν; Και δεν μιλάμε για κάποιο απώτερο μέλλον, αλλά για τα επόμενα είκοσι χρόνια.

Ας έρθουμε, τώρα, στην εξωτερική πολιτική και τις διεθνείς σχέσεις όπου ο κ. Τραμπ επιδεικνύει μια αλαζονική βεβαιότητα ότι κατέχει την αλήθεια για το συμφέρον του έθνους του και πως η εφαρμογή της πολιτικής του θα το ευνοήσει.

Δεν υπάρχουν πλέον αυτάρκεις κοινωνίες, και η νέα αμερικανική ηγεσία θα το συνειδητοποιήσει πολύ γρήγορα. Πέραν των μεγάλων δυνάμεων –που θα μπορούσαν να περιοριστούν στις ΗΠΑ, τη Ρωσία και την Κίνα–, αναδύονται και περιφερειακές που μπορούν να διαμορφώσουν τοπικές ισορροπίες.

Η Κίνα εγκαταλείπει τη μέχρι σήμερα πολιτική των φθηνών αντιγραφών. Ό,τι ήταν να της δώσει της το έδωσε, και αρχίζει να επενδύει στα υψηλής επιστημονικής προστιθέμενης αξίας προϊόντα. Στην ίδια κατεύθυνση εργάζεται εδώ και πολλά χρόνια και η Ρωσία. Άρα, το προνόμιο της επιστημονικής γνώσης, που είναι η μεγάλη δύναμη του μέλλοντος, δεν το έχουν πια αποκλειστικά οι ΗΠΑ.

Το θετικό με τον κ. Τραμπ, και την ομάδα που τον περιβάλλει, είναι ότι έχουν συνειδητοποιήσει πως η πολιτική απομόνωσης της Ρωσίας δεν μπορεί να προσφέρει οφέλη στη χώρα τους, η οποία μόνη της αδυνατεί να αναδιατάξει τον κόσμο. Η αμερικανική προσπάθεια να τα ρίξει όλα στη Ρωσία δεν είχε επιτυχία, εν μέρει και λόγω της σθεναρής αντίδρασης του Ρώσου προέδρου.

Δεν φταίει μόνο η Μόσχα για τις εξελίξεις στη Γεωργία, την Ουκρανία, την Κριμαία ή τη Συρία.

Στις αρχές του 1990, όταν κατέρρεε το σοβιετικό καθεστώς, οι ΗΠΑ έδωσαν και οι ίδιες, και με το ΝΑΤΟ, μια υπόσχεση μη επέκτασης προς τις περιοχές ρωσικού ενδιαφέροντος αν η Μόσχα απέσυρε τους 400.000 στρατιώτες της από την Ανατολική Γερμανία. Η υπόσχεση δεν τηρήθηκε. Αμέσως το ΝΑΤΟ άρχισε να επεκτείνεται μέχρι τα σύνορα της Ρωσίας.

Αργότερα ο Μπους κατήργησε τη Συμφωνία Αντιβαλλιστικών Πυραύλων θέλοντας να εκμεταλλευτεί τη γεωπολιτική αδυναμία της Μόσχας. Η κατάργηση της Συμφωνίας αυτής έγινε για να αναπτυχθεί μια πανεθνική αντιπυραυλική άμυνα στην Καλιφόρνια και την Αλάσκα, αλλά και στην Ανατολική Ευρώπη. Η επίκληση από την κυβέρνηση Ομπάμα ότι η αντιπυραυλική άμυνα της Ανατολικής Ευρώπης αποσκοπούσε στην προστασία από το Ιράν, έμοιαζε μάλλον με αστείο.

Ο ισχυρισμός του Πούτιν για παρέμβαση των ΗΠΑ στις βουλευτικές εκλογές του 2011 στη Ρωσία, καθώς και η υποκίνηση των επεισοδίων στην Ουκρανία, απορρίφθηκαν πολύ εύκολα από τα μέσα ενημέρωσης των ΗΠΑ.

Ο Πούτιν, αργότερα, υποστήριξε τις ενέργειες του ΝΑΤΟ στη Λιβύη, το 2011, επειδή είχε «εγγυήσεις» ότι η στρατιωτική επέμβαση ήταν απαραίτητη για να αποτραπεί ένας ανθρωπιστικός εφιάλτης και δεν είχε την πρόθεση να προωθήσει την αλλαγή του καθεστώτος. Η υπουργός Εξωτερικών όμως, Χίλαρι Κλίντον, έκανε την ωμή δήλωση: «ήρθαμε, είδαμε, και πέθανε» παραπέμποντας στον Μουαμάρ Καντάφι και τον τρόπο που λυντσαρίστηκε. Τόσο ωμά.

Τέλος, η κυβέρνηση Ομπάμα υποσχέθηκε να επαναφέρει σε κάποιο επίπεδο συνεννόησης τις σχέσεις των ΗΠΑ με τη Ρωσία. Όχι μόνο αυτό δεν έγινε, αλλά σε μια επίσκεψή του στην Πολωνία ανακοίνωσε τα πρώτα βήματα για τη δημιουργία στρατιωτικής βάσης.

Είναι ευνόητο όλα αυτά να ενοχλούν σφόδρα τη Μόσχα. Ο κ. Τραμπ και η ομάδα του τα έχουν, προφανώς, υπόψη, και ανακαλύπτουν πολλά περιθώρια που θα βελτίωναν τις σχέσεις της χώρας τους με τη Ρωσία. Η βελτίωση όμως των σχέσεων με τη Ρωσία περνά μέσα από μια αναθεωρητική αντίληψη του ρόλου του ΝΑΤΟ, τον τρόπο λειτουργίας του οποίου ο κ. Τραμπ αμφισβητεί.

Μια δεύτερη ανάγνωση των θέσεων του κ. Τραμπ δείχνει μια συντεταγμένη αναθεώρηση που δεν μπορεί να αποδοθεί στον ευκαιριακό προεκλογικό λόγο ενός performer πολιτικού.

Όποιος θέλει την ασφάλεια του ΝΑΤΟ θα πρέπει να πληρώσει γι αυτήν διαμηνύει ο κ. Τραμπ, εισάγοντας τους συμμάχους των ΗΠΑ σε βαθείς προβληματισμούς για τις προθέσεις του. Λέει και άλλα, τα οποία δεν είναι καθόλου τυχαία, και μάλλον πολύ γρήγορα θα συνειδητοποιήσουμε πως αποτελούν μια προσπάθεια συνολικής αναθεώρησης του κόσμου όπως ήταν συντεταγμένος ως τώρα.

Δεν τον ενδιαφέρει, για παράδειγμα, αν η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμείνει ενωμένη, δεν θέλει να συναντηθεί με την Ευρώπη ως συνολική οντότητα αποτελούμενη από 28 κράτη αλλά προτιμά τις συναντήσεις κατά μόνας, ενθαρρύνει τη βρετανική έξοδο από την ΕΕ, και γενικώς προσπαθεί να δώσει ώθηση σε έναν κόσμο διαφορετικό από τον σημερινό.

Σε πολλά δεν αποκλείεται να πετύχει. Σίγουρα, όμως, δεν θα τα καταφέρει στην προσπάθεια να θέσει τείχη. Όπως, αναφέραμε παραπάνω, δεν το επιτρέπει η τεχνολογία.

Στα καθ’ ημάς, τώρα, η γειτονική Τουρκία επιχειρεί ήδη, εδώ και καιρό, κυρίως με τη χρησιμοποίηση χρημάτων, να επηρεάσει τα κέντρα λήψης αποφάσεων στις ΗΠΑ προς το συμφέρον της. Το κυριότερο μέχρι στιγμής, σχετικό άρθρο που είδε το φως της δημοσιότητας ήταν ένα αναλυτικό κείμενο του Washington Institute, το οποίο συνέταξαν ο Τούρκος ακαδημαϊκός Δρ Σονέρ Τσαγαπτάι και ο πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στην Άγκυρα Τζέιμς Τζέφρι.

Θεωρούν ότι «οποιαδήποτε σχέση με [τον πρόεδρο της Τουρκίας] Ερντογάν για να πετύχει θα πρέπει να βασίζεται σε αμοιβαία συμφέροντα και συμβιβασμούς και όχι σε βαθιά φιλία και κοινές αξίες».

Για την Τουρκία περιλαμβάνουν την έκδοση του θεωρούμενου ως υπεύθυνου για το φημισμένο πραξικόπημα Φετουλάχ Γκιουλέν, την αυξημένη αμερικανική εμπλοκή σε θέματα από την Κύπρο ως το Ισραήλ, βοήθεια για την καταπολέμηση του PKK και της συγγενικής του δύναμης στη Συρία, PYD, και μεγαλύτερη προσοχή και ευαισθησία στις τουρκικές θέσεις στη Συρία.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, για τους συντάκτες του κειμένου, μια νέα προσέγγιση συνεπάγεται ισχυρότερη δέσμευση για την καταπολέμηση του Ισλαμικού Κράτους, επιστροφή στις ειρηνευτικές συνομιλίες με το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα, στενότερη συνεργασία σε στρατιωτικές κινήσεις, ιδιαίτερα στη Συρία, και ανανέωση του σεβασμού των δημοκρατικών ελευθεριών.

Οι προθέσεις Τραμπ σχετικά με την αντιμετώπιση της Τουρκίας στον ευρύτερο χώρο που η Άγκυρα κινείται, δεν είναι γνωστές. Ωστόσο στην ίδια περιοχή βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και πολλά χρόνια μια αναθεωρημένη αμερικανική πολιτική για την ευρύτερη Μέση Ανατολή, στην υλοποίηση της οποίας έχουν συμβάλει, μέχρι στιγμής, και οι Δημοκρατικοί και οι Ρεπουμπλικανοί, από τους οποίους και διακηρύχθηκε.

Η πολιτική αυτή δεν είναι ευνοϊκή για την Τουρκία. Φαίνεται πως προβλέπει την ανάδυση μιας κουρδικής οντότητας, κάτι που αποτελεί τον τουρκικό εφιάλτη.

Αυτήν την πολιτική επικαλέστηκε σε ένα ενδιαφέρον άρθρο του στην Cumhuriyet, το οποίο αναδημοσιεύθηκε στο pontos-news.gr, ο παλιός Τούρκος αναλυτής Ερόλ Μανίσαλι για να συστήσει τη διακοπή των συνομιλιών για το κυπριακό γιατί η συγκυρία δεν ευνοεί τις τουρκικές θέσεις.

Επικαλούμενος την αμερικανική πολιτική για τη «Μεγάλη Μέση Ανατολή» ο Μανίσαλι γράφει μεταξύ άλλων: «Η Τουρκία είναι αναγκασμένη να έχει σημαντική παρουσία στην Κύπρο και την Ανατολική Μεσόγειο. Όχι μόνο από την άποψη των πηγών και των δρόμων μεταφοράς των ενεργειακών πρώτων υλών, αλλά είναι αναπόφευκτο να έχει εκεί ισχυρή παρουσία, για να εμποδίσει το σχέδιο για το Μεγάλο Κουρδιστάν.

»Μπορούν (θέλουν) να επεκτείνουν την επιρροή του Κόμματος Δημοκρατικής Ενότητας PYD μέχρι το ακρωτήριο του Αγίου Ανδρέα και την Καρπασία».

pontos-news.gr