Αρχική Blog Σελίδα 2820

Διαπραγμάτευση για τη διαπραγμάτευση πλέον στο Μακεδονικό

0

Σταύρος Λυγερός

Με κριτήριο να μην φορτωθεί την ευθύνη του συνεχιζόμενου αδιεξόδου στο Μακεδονικό κινούνται και Αθήνα και Σκόπια. Οι διαπραγματεύσεις Κοτζιά-Ντιμιτρόφ, με την παρουσία ή όχι του Νίμιτς, έχουν κολλήσει στον πυρήνα του προβλήματος. Οι δύο πλευρές έχουν κατ’ αρχήν συμφωνήσει στο όνομα “Άνω Μακεδονία”. Υπήρξε, όμως, διαφωνία για την εκφορά του. Η Αθήνα ζητούσε το όνομα να είναι μόνο στα σλαβικά, ενιαίο και αμετάφραστο (Γκορναμακεντόνιγια), ενώ τα Σκόπια αποδέχονταν να είναι δύο λέξεις και να μεταφράζεται.

Η δεύτερη και σημαντικότερη διαφωνία αφορά στο εύρος χρήσης του ονόματος. Η ελληνική πλευρά θέτει ως όρο το “Άνω Μακεδονία” να είναι το επίσημο όνομα του γειτονικού κράτους για όλες τις χρήσεις (και για το εξωτερικό και για το εσωτερικό). Οι Σλαβομακεδόνες αποδέχονται αυτό το όνομα μόνο για διεθνή χρήση. Επιμένουν στο εσωτερικό να χρησιμοποιούν το σημερινό συνταγματικό όνομα “Δημοκρατία της Μακεδονίας”.

Ο Κοτζιάς επιχείρησε στις διαπραγματεύσεις να εξασφαλίσει το “για όλες τις χρήσεις”, προσφέροντας ως αντάλλαγμα το όνομα του κράτους να είναι δύο λέξεις και να μεταφράζεται, όπως απαιτούσαν τα Σκόπια. Ο Ντιμιτρόφ, όμως, απέρριψε την πρόταση, αναγορεύοντας τη διατήρηση της συνταγματικής ονομασίας (“Δημοκρατία της Μακεδονίας”) σε κόκκινη γραμμή. Επιχειρηματολογώντας, μάλιστα, επικαλέσθηκε και το γεγονός ότι η κυβέρνηση Ζάεφ δεν διαθέτει την αναγκαία κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να αλλάξει το Σύνταγμα.

Σε μία προσπάθεια να παρακάμψει αυτό το εμπόδιο, ο Κοτζιάς έχει ρίξει στο τραπέζι την πρόταση για τη σύναψη ενός Διεθνούς Συμφώνου (με κύρωση από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, την ΕΕ και το ΝΑΤΟ), το οποίο να προβλέπει σαφώς ότι το όνομα “Άνω Μακεδονία” θα είναι για όλες τις χρήσεις. Η κυβέρνηση Ζάεφ συμφωνεί στην υπογραφή Διεθνούς Συμφώνου, αλλά αρνείται αυτό να προβλέπει σαφώς πως το συμφωνηθέν όνομα “Άνω Μακεδονία” θα είναι και για εσωτερική χρήση. Ο Ζάεφ προβάλλει στους συνομιλητές του το επιχείρημα πως μία τέτοια συμφωνία δεν μπορεί να περάσει στο δημοψήφισμα, για τη διεξαγωγή του οποίου έχει δεσμευθεί.

Σλαβομακεδονική ανελαστικότητα

Ουσιαστικά, τα Σκόπια δηλώνουν πως αποδεχόμενα για διεθνή χρήση το “Άνω Μακεδονία” έχουν εξαντλήσει τα όρια υποχώρησής τους. Εκτός από το ζήτημα του εύρους χρήσης, αρνούνται να κάνουν βήμα πίσω και στο ζήτημα της ταυτότητας (όνομα ιθαγένειας, και γλώσσας). Αυτό αποτελεί το δεύτερο σημείο, όπου καταγράφεται αγεφύρωτο χάσμα.

Ο Νίμιτς έχει καταθέσει –υπό μορφή ερωτήματος– κάποιες συμβιβαστικές ιδέες, οι οποίες, όμως, κρίνονται από την ελληνική πλευρά παντελώς ανεπαρκείς. Είναι αξιοσημείωτο πως και στην τελευταία αυτή συνάντηση επιβεβαιώθηκε πως με την πάροδο του χρόνου η σλαβομακεδονική πλευρά επιδεικνύει μία ανελαστικότητα στις διαπραγματεύσεις.

Στην Αθήνα ενισχύεται πλέον η εντύπωση πως η κυβέρνηση Ζάεφ δεν είναι τουλάχιστον σ’ αυτή τη φάση διατεθειμένη να κάνει το μεγάλο βήμα που θα επιτρέψει τη σύναψη συμφωνίας. Η εκτίμηση που διαμορφώνεται είναι πως στα Σκόπια ελπίζουν πως η αποτυχία εξεύρεσης λύσης, η οποία δεν επιτρέπει την πρόσκληση για ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, θα στρέψει τις δυτικές πιέσεις προς την Αθήνα.

Για την ακρίβεια, παρά το γεγονός ότι έχει και η σλαβομακεδονική πλευρά δεχθεί πιέσεις, της έχει διαμηνυθεί πως το Βερολίνο θα διασυνδέσει ατύπως τις διαπραγματεύσεις για το μεταμνημονιακό καθεστώς με την επίλυση του Μακεδονικού. Με άλλα λόγια, στα Σκόπια προσδοκούν πως θα χάσουν αυτό το τρένο, αλλά θα καταφέρουν να επιβιβασθούν στο επόμενο και με καλύτερους όρους όσον αφορά το περιεχόμενο της συμφωνίας.

Επαρχιωτισμός και σπατάλη χρημάτων

Στην πραγματικότητα, για μία ακόμα φορά οι Σλαβομακεδόνες αδυνατούν να υπερβούν τον επαρχιωτισμό τους και να συνειδητοποιήσουν τον συσχετισμό δυνάμεων και τα εμπλεκόμενα διεθνή συμφέροντα. Η συγκυρία, άλλωστε, χαρακτηρίζεται από ρευστές διεθνείς ισορροπίες, οι οποίες δεν επιτρέπουν ασφαλείς προβλέψεις και σχεδιασμούς.

Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής επιλογής τους, πάντως, τα Σκόπια συγκρότησαν την “Ομάδα Οχρίδα”, η οποία αποτελείται από πρώην δυτικούς αξιωματούχους. Προσδοκούν πως θα λειτουργήσει ως αποτελεσματικό λόμπι στις δυτικές πρωτεύουσες με σκοπό να κερδίσουν το παιχνίδι επίρριψης των ευθυνών και στη μέγγενη να βρεθεί η Ελλάδα και όχι η ΠΓΔΜ. Το μόνο που θα επιτύχουν είναι να σπαταλήσουν χρήματα, δεδομένου ότι οι συμμετέχοντες δεν είναι δα και τόσο εθελοντές!

Όλα δείχνουν, πάντως, πως η ελληνική κυβέρνηση δεν πρόκειται να υποχωρήσει. Ο Τσίπρας έχει πάρει το μήνυμα από τα συλλαλητήρια και δεν θα διακινδυνεύσει να έλθει σε μετωπική σύγκρουση με τη μεγάλη πλειονότητα του εκλογικού σώματος. Ειδικά όταν έχει ανοικτό και δύσκολο μέτωπο με την Τουρκία και βεβαίως την απροθυμία των δανειστών να υποστηρίξουν με πράξεις το αφήγημα της καθαρής εξόδου από το Μνημόνιο.

Ψηλά ο πήχης

Προβλήματα μπορούν να προκύψουν και στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ από μία συμφωνία η οποία δεν θα έχει εξασφαλίσει τα δύο κρίσιμα: πρώτον ότι η σύνθετη ονομασία θα είναι για χρήση και στο εσωτερικό και δεύτερον ότι θα πρέπει να αλλάξουν και τα ονόματα της ιθαγένειας και της γλώσσας. Μπορεί η μεγάλη πλειονότητα των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ να μην έχει πρόβλημα, αλλά υπάρχει μία μειονότητα, η οποία έχει διαμηνύσει πως μόνο υπό αυτούς τους όρους θα υπερψηφίσει συμφωνία για σύνθετη ονομασία.

Η δημόσια διαφοροποίηση ενός ικανού αριθμού βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ στην υπόθεση του νομοσχεδίου για την υιοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια, επιβεβαιώνει ότι το πρόβλημα δεν θα προκύψει μόνο από τους ΑΝΕΛ, αλλά υπό προϋποθέσεις και εσωκομματικά. Αυτός είναι ένας πρόσθετος λόγος που ο πρωθυπουργός δεν είναι πολύ πρόθυμος να επιδιώξει συμφωνία.

Το πρόβλημα, άλλωστε, το έχουν τα Σκόπια κι όχι εμείς. Το Μαξίμου ακολούθησε αρχικά τη γραμμή Κοτζιά, αλλά από ένα χρονικό σημείο και πέρα επέβαλε στον υπουργό Εξωτερικών να υψώσει τον πήχη. Στην πραγματικότητα οι διαπραγματεύσεις έχουν τελειώσει από τον Φεβρουάριο, με την έννοια ότι από τότε έχουν γίνει σαφείς οι διαφορές, χωρίς να έχει μεσολαβήσει ουσιαστική πρόοδος.

Συνέχεια στο slpress.gr

Is a Multipolar World Emerging?

0

By Jacob L. Shapiro  May 2, 2018 Geopolitical Futures.

Everywhere you turn, people are sounding the alarm about the decline of American power. The alarms are loudest in the U.S. itself. Those who oppose President Donald Trump believe he is destroying America’s influence and credibility abroad. (The threat to tear up the Iran deal is just one example.) Those who support Trump believe U.S. power has already declined. (Implicit in the slogan “Make America Great Again” is the idea that America is not currently great.) Outside the United States, the U.S. has become punching bag, punchline and declining power all at once. The term “multipolar world,” once simply wishful thinking, is now being uttered by U.S. friends and foes alike.

Repeating History

We’ve seen this all before. After World War II, the U.S. became the undisputed global superpower. It was the only country that had nuclear weapons and was one of the few countries involved in the war that came away from it relatively unscathed at home. The U.S. lost about 400,000 soldiers and a small number of civilians in the war. The Soviet Union, meanwhile, lost around 11 million soldiers and some 7 million to 10 million civilians. While Soviet and European cities were being rebuilt, American cities prospered. It seemed clear to all that the future belonged to the United States.

But it didn’t take long for the luster of unrivaled power to tarnish. The U.S. military machine relaxed as quickly as it had mobilized, and wartime unity gave way to peacetime political debates over government spending and entitlement programs. Within five years, a bipolar world emerged: The Soviets attained an atomic bomb, and the U.S. was caught flat-footed in a war on the Korean Peninsula that ended in a stalemate. Soon thereafter, the U.S. was withdrawing from Vietnam and rioting at home. In 1971, then-President Richard Nixon predicted a world that he said would soon emerge in which the U.S. was “no longer in the position of complete pre-eminence.” Within 26 years of the end of World War II, the U.S. seemed resigned to its fate.

The 1970s were a turbulent decade in America. That turbulence brought to the White House the man who originally coined the slogan “Make America Great Again.” Ronald Reagan had the fortune of being in the right place at the right time. As a leader, his main function was to restore a sense of optimism and confidence to the American people. Whether he accomplished his goals is a topic for others to debate. What is important here is that by the end of Reagan’s term, the Soviet experiment had run its course. In 1987, Reagan demanded that the Soviet Union tear down the Berlin Wall, and within three years of his leaving office, the Soviet Union itself also crumbled. In the U.S., the end of history was declared, and the United States was king once more in the “giddy springtime of the bourgeoisie.”

The 1990s were an unabashedly optimistic time in the United States, but by 2001, doubt had crept back into the American psyche. The dot-com bubble burst, the World Trade Center towers fell, and the U.S. once again engaged in wars in faraway places to secure its interests and preserve its credibility in an increasingly hostile world. The 2008 financial crisis added insult to injury, as a new generation of Americans graduated college with dismal prospects for employment, let alone for pursuing the American dream and building lives more prosperous than those of their parents.

Leaving Out the Biases

Twenty-six years after the Soviet Union fell, the U.S. elected another man who promised to make America great again, and the concept of multipolarity from the Nixon days was resuscitated. Multipolarity is a fancy word with a simple definition. It is the idea that power is not dominated by one country but distributed among multiple countries. China is seen as the eventual challenger to U.S. supremacy, but in a multipolar system, there has to be more than one. Russia, India and Germany are a few of the other contenders.

The problem with discussions about multipolarity is that they are often laced with biases about how people want the world to evolve rather than how the world actually works. Proponents of a multipolar world see events as defined not by the actions or interests of a single global hegemon but rather by the competing interests of different nodes of power. They often argue that a multipolar world, where equal powers cooperate in a way that serves their interests, is more peaceful and desirable than an imperial Pax Americana, where all countries chafe against the overwhelming power of a single political entity.

When Russian and Chinese political figures speak about a multipolar world, they are speaking about the world they want to see, not the world that exists today. Unsurprisingly, the world they want is one in which they have a greater share of power than they have now. It is a particularly useful concept for countries like Russia and China, which have a history of mistrust and very real geopolitical imperatives driving them toward zero-sum competition. Proponents also tend to use the U.S. as both a scapegoat and a lightning rod: The root of the world’s problems is the level of power the U.S. holds globally. The inverse is also sometimes true. Proponents of a unipolar system often dismiss setbacks in American foreign policy because setbacks don’t comport with their unrealistic visions of U.S. hegemony.

Ultimately, whether we live in a multipolar or unipolar world is an objective, not a political, question, and it is an exceedingly important one. The answer affects how we understand the North Korea crisis, developments in Iran and the trade skirmish with China. If the world is unipolar, then the stories dominating the headlines today are all brushfires that the U.S. is struggling to put out and that won’t be of much consequence even five years from now. If the world is on the verge of multipolarity, then these issues are manifestations of the competition between the U.S. and its rising challengers, and the post-1991 way of viewing the world has become obsolete.

The Driving Force

Perhaps the simplest way to address this question is to ask what country is driving these events. On the Korean Peninsula, it was Kim Jong Un who accelerated Pyongyang’s nuclear weapons program, but it was the U.S. that deployed three aircraft carriers to the region and threatened fire and fury against the hermit kingdom unless it backed down. Now North and South Korea are negotiating, and even recalcitrant China is getting tough on the North. In Iran, the nuclear deal is under strain because of U.S. threats to withdraw. European countries, led by France and Germany, don’t want to lose access to what Europeans have always wanted out of Iran – cheap oil. If Trump refuses to renew the sanctions waiver on May 12, banks in countries that do not reduce Iranian oil imports will face sanctions. And for most, cheap Iranian oil is not worth the price of U.S. sanctions. As for China, the U.S. made the first move to revamp the bilateral trade relationship, because the U.S. has more leverage in this relationship – China needs to export to the U.S. more than the U.S. needs to import from China.

In other words, the actions of the United States are still driving global developments. And for all of its mistakes (e.g., the Iraq war) and internal problems (e.g., the decline of the middle class’s purchasing power), the U.S. in 2018 is far more powerful than it was when the last discussion of a multipolar world began during the Nixon administration. In 2018, there is no equivalent to the Vietnam War, nor is there anything close to the level of domestic social unrest in the late 1960s and early 1970s, despite what you might see in the press. (This week marks the 48th anniversary of the Kent State shootings. It is difficult to imagine what the reaction to Kent State would have been if there were a 24-hour news cycle back then.) The U.S. has a penchant for hysteria that the current media environment only magnifies, and the world is full of would-be competitors who want to use that crisis of confidence for their own agendas.

Even so, the U.S. is still the world’s pre-eminent power. This isn’t necessarily a permanent state of affairs. If, for example, GPF is wrong about China’s and Russia’s underlying weaknesses, a multipolar world might be closer than I’m suggesting. But that’s a pretty big if. In 2018, the world is still unipolar. The U.S. remains the global center of gravity, and the actions it takes are felt throughout the world. This should not necessarily come as a comfort. With great power comes great responsibility. But the job of an analyst is not to provide comfort; it is to point out where great power currently lies.

The post Is a Multipolar World Emerging? appeared first on Geopolitical Futures.

Ο Νίκολα Ντιμιτρώβ είναι ο Νικόλαος Παπαδημητρίου από τους Τσάκους Αλμωπίας!

8

ΕΡΕΥΝΑ: Χρήστος Νικολαΐδης || [email protected] THESSNEWS.GR

Έρευνα για την ταραχώδη ιστορία της οικογένειας του νυν υπουργού Εξωτερικών της ΠΓΔΜ

Εγγονός αντάρτη του ΔΣΕ και πολιτικού πρόσφυγα από την Αριδαία είναι ο άνθρωπος που σήμερα διαπραγματεύεται με τον Νίκο Κοτζιά τη συμφωνία αναγνώρισης από την Ελλάδα.

Η ThessΝews ερευνά την ιστορία του ΥΠΕΞ των Σκοπίων και βρίσκει κοινά σημεία ανάμεσα στην οικογένειά του και στο Μακεδονικό Ζήτημα! Τι λένε οι συγχωριανοί του Σκοπιανού υπουργού, τι γράφει στον τάφο του ιερέα προπάππου του!

 

Ο  υπουργός Εξωτερικών της Π.Γ.Δ.Μ., που με τη συμπαθητική και νεανική του παρουσία δεσπόζει σε κάθε είδηση για τις διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα για το όνομα, κατάγεται από ένα μικρό χωριό που βρίσκεται έξω από την Αριδαία!

Ο πατέρας του, που διετέλεσε υπουργός της γειτονικής χώρας, έφυγε από τους Τσάκους, σε ηλικία 10 ετών, μέσα σε εκείνα τα ταραγμένα χρόνια του ελληνικού εμφυλίου πολέμου. Τότε λεγόταν Δημήτριος Παπαδημητρίου, ήταν γιος αντάρτη και εγγονός του παπά του χωριού! Πολιτογραφήθηκε ως Ντίμιταρ Ντιμιτρώβ στα Σκόπια, όπου σπούδασε και διέπρεψε αργότερα ως δημοσιογράφος, συγγραφέας, φιλόσοφος, διπλωμάτης και πολιτικός. Δήλωνε Βούλγαρος, όχι Έλληνας και πολύ αργότερα «Μακεδόνας»…

Τα στοιχεία αυτά σίγουρα σήμερα ενυπάρχουν στη συγκρότηση του γιου του, που είναι υπεύθυνος για τις διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα και ακολουθεί πολύ συχνά σκληρή στάση και αιχμηρή ρητορική! Ίσως τον βαραίνουν στη δουλειά του… Ίσως τα βιώματα και οι μνήμες που έχει για τον πατέρα του και τον αντάρτη παππού του (που φέρει το όνομά του) τον επηρεάζουν!

Ερευνώντας αυτήν την οικογενειακή πορεία των Παπαδημητρίου ή Ντιμιτρώβ σκοντάφτει κανείς πάνω σε τρομερά ιστορικά στοιχεία, σε γεγονότα που μαύρισαν την πορεία αυτού του τόπου, στοίχειωσαν τις μνήμες του, οδήγησαν στον θάνατο ή την προσφυγιά χιλιάδες ανθρώπους! Πόλεμοι, αναγκαστικές εκτοπίσεις πληθυσμών, διχασμός, εθνοτικές διαφορές, ξεκαθάρισμα προσωπικών και πολιτικών διαφορών με το λεπίδι… Είναι η εποχή που ο πόλεμος ζώνει την περιοχή. Η διπλή κατοχή ξεκληρίζει οικογένειες. Η πείνα θερίζει. Ο κατακτητής είναι αμείλικτος. Η προσφυγιά συχνά αποτελεί την προτιμότερη διαφυγή. Ο εμφύλιος ολοκληρώνει την καταστροφή.

Περιέχει από βίαιη στρατολόγηση μέχρι παιδομάζωμα, ομαδικές και ατομικές εκτελέσεις, αντεκδικήσεις, κλεψιές και προσφυγιά! Πολλή προσφυγιά… Και τελικά οι φριχτές αυτές εμπειρίες εγγράφονται στη συλλογική συνείδηση ως κάποιες από τις πιο μαύρες σελίδες και πικρές εμπειρίες που μπορεί να ζήσει ποτέ ένα λαός!

Ίσως, λέμε ίσως, η οικογενειακή ιστορία των Παπαδημητρίου ή Ντιμιτρώβ να αποτελεί την καλύτερη περιγραφή του Μακεδονικού Ζητήματος, που ταλανίζει την περιοχή μας τον τελευταίο αιώνα. Ίσως η οικογενειακή αυτή πορεία να είναι μία πορεία παράλληλη με το Μακεδονικό, αφού πολλά από τα στοιχεία είναι κοινά!

Η ιστορία και οι τρομερές περιπέτειες της οικογένειάς του ενδεχομένως να επηρεάζουν τον Νίκολα Ντιμιτρώβ και τη στάση του. Αυτή την ιστορία ερευνά σήμερα η ThessΝews, στο ανά χείρας αφιέρωμα, για τη σύνταξη του οποίου βρέθηκε τόσο στην Αλμωπία όσο και τα Σκόπια…

Συνεργάτες του Νίκολα Ντιμιτρώβ, στους οποίος απευθυνθήκαμε σε πρόσφατο ταξίδι μας στα Σκόπια, αρνήθηκαν ευγενικά να δώσουν την οποιαδήποτε πληροφορία για το ιστορικό παρελθόν του υπουργού. «Στην ευαίσθητη φάση των διαπραγματεύσεων στην οποία βρισκόμαστε δεν βοηθούν τέτοιες αναφορές», μας απάντησε χαρακτηριστικά μία στενή συνεργάτις του.

Νίκολα Ντιμιτρώβ από τα Σκόπια ή Νίκος Παπαδημητρίου από τους Τσάκους Αλμωπίας;

Οι Τσάκοι είναι ένα όμορφο, μικρό, πεδινό χωριό λίγο έξω από την Αριδαία, 579 κατοίκων, σύμφωνα με την απογραφή του 2001. Οι περισσότεροι ασχολούνται με τη γεωργία. Τα τελευταία χρόνια έχει ενωθεί με την Κάτω Ροδωνιά και τη Χρύσα, που ήταν ο πρώτος συνοικισμός στο σημείο, στοιχεία για την ύπαρξη του οποίου υπάρχουν ήδη από το 1870, με το όνομα Τσακόν Μαχαλά ή Τσακόνι! Στο κέντρο του παλιού οικισμού υπάρχει η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, που χτίστηκε πριν το 1900 και λειτουργεί ακόμη αλλά μόνο στις μεγάλες γιορτές. Πλήρως λειτουργική είναι η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, που βρίσκεται στο κέντρο της χωριού. Οι δύο εκκλησίες δεν είναι το μοναδικό δίπολο που υπάρχει στο χωριό. Υπάρχουν ακόμη πολλά δίπολα, που οφείλονται στο σημαντικότερο: στο γεγονός ότι το 1924 εγκαταστάθηκαν στη Χρύσα 42 οικογένειες Ποντίων προσφύγων, με συνολικά 177 άτομα, διπλασιάζοντας τον έως τότε πληθυσμό του χωριού, που έως τότε ήταν αμιγώς γηγενής… Σύμφωνα με την απογραφή του 1928, τα στοιχεία του οποίου βρήκαμε σε μία παλιά έκδοση της κοινότητας, στο χωριό ζούσαν 337 κάτοικοι, το 1940, 455 και το 1951 μόλις 351! Σε άλλη απογραφή πληθυσμού, που έγινε το 1912, σύμφωνα με ιστορικά ντοκουμέντα που συλλέγει ο Γιάννης Γκλαβάκης, γεωπόνος και πρώην ευρωβουλευτής, στο χωριό ζούσαν κατά την απελευθέρωση από τους Τούρκους 350 κάτοικοι, οι οποίοι όλοι τους ακολουθούσαν την Βουλγαρική Εξαρχία και όχι το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Άλλωστε και η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, παρά τις ελληνικές επιγραφές της, ανήκει στην Εξαρχία…

Πίσω από το ιερό της βρίσκεται το σημαντικότερο μνημείο για την οικογένεια Παπαδημητρίου/Ντιμιτρώβ! Είναι ο τάφος του ιερέα Δημητρίου Μάρκου, που ήταν ο μοναδικός εφημέριος του χωριού και του ναού από τα χρόνια της τουρκοκρατίας, συνολικά 50 χρόνια! Όπως πληροφορεί η ταφόπετρα, που φυσικά είναι γραμμένη στα ελληνικά, πέθανε τον Φεβρουάριο του 1940, δηλαδή πριν ακόμη ξεσπάσει ο μεγάλος πόλεμος. Σύμφωνα με τους κατοίκους των Τσάκων, η οικογένειά του μετά τον θάνατο αυτό πολιτογραφήθηκε ως «Παπαδημητρίου», κάτι που γινόταν συχνά εκείνη την εποχή, καθώς το επίθετο αυτό υποδηλώνει έναν ιερέα με το όνομα «Δημήτρης» (παπά- Δημήτρης- Παπαδημητρίου)… Ένας από τους τέσσερις γιους του παπά-Δημήτρη ήταν ο Νικόλας, ο οποίος στις 13 Νοεμβρίου αποκτά τον γιο του, στον οποίο δίνει το όνομα του πατέρα του. Ο Νίκος, κάτω από άγνωστες συνθήκες, κατατάσσεται στον Δημοκρατικό Στρατό, όπως πολλοί σλαβόφωνοι κάτοικοι της περιοχής. Το 1947 όμως κατέφυγε με την οικογένειά του στα Σκόπια.

Ο Δημήτρης ξεριζώνεται σε ηλικία μόλις δέκα ετών και γίνεται πρόσφυγας στα Σκόπια, όπου όμως πολιτογραφείται ως «Ντίμιταρ Ντιμιτρώβ»…
Οι γηραιότεροι κάτοικοι του χωριού, τους οποίους συναντήσαμε στην πλατεία του, γνωρίζουν την ιστορία της οικογένειας.

«Σε όλους εμάς είναι γνωστό ότι από εδώ κατάγεται η οικογένεια του Ντιμιτρώβ», μας λέει ο 85χρονος κ. Δημήτρης Δούδης, που έχει ασχοληθεί με γεγονότα του εμφυλίου και έχει μάλιστα γράψει και δύο βιβλία με την ταραχώδη ιστορία του. «Η οικογένεια διχάστηκε στον εμφύλιο, άλλοι έφυγαν στα Σκόπια, επειδή ακολούθησαν τους αντάρτες ή εξαναγκάστηκαν από αυτούς, άλλοι, οι λιγότεροι, έμειναν εδώ! Ήταν τραγικά τα χρόνια, η ανθρώπινη ζωή δεν είχε καμία αξία, κάποιοι μάθαιναν σκοποβολή πάνω σε ανθρώπινα κορμιά», θυμάται ο μπαρμπα-Δημήτρης, που επιμένει να μας κεράσει ρακί…

Σύμφωνα με τους κατοίκους του χωριού, στη δεκαετία του ’80 με τον Νίκολα μικρό αγοράκι, ο Ντιμίτρι Ντιμιτρώβ ξαναβρέθηκε στους Τσάκους και με δάκρυα στα μάτια ξαναπερπάτησε στα σοκάκια του. Ο ίδιος είχε απαγορευτικό. Δεν μπορούσε να επαναπατριστεί, όπως χιλιάδες πολιτικοί πρόσφυγες, γιατί δήλωνε «Μακεδόνας» και όχι Έλληνας, με τόπο καταγωγής τη «Μακεδονία του Αιγαίου» και όχι την Ελλάδα. Η χώρα, ήδη από το 1950, απαγόρευε την επιστροφή τέτοιων ατόμων, γιατί θεωρούσε ότι έτσι θα εισάγει μία μειονότητα, η οποία θα αποσταθεροποιήσει την περιοχή.

«Πολλοί δικοί μας έφυγαν στα Σκόπια. Το μισό χωριό από τους εντόπιους. Εκεί τους πολιτογράφησαν ως Μακεδόνες, όχι ως Έλληνες. Με το ζόρι. Εγώ έχω ακόμη συγγενείς μου στα Σκόπια, ένας θείος μου έφυγε από εδώ ως Δούδης και έγινε εκεί Μίτσκο. Του έλεγα συχνά “θείο, άμα σου το επέτρεπαν, θα γυρνούσες στο χωριό;” “Άμα με άφηναν, θα κινούσα με τα πόδια από το βουνό, δε θα περίμενα το διαβατήριο”, μου απαντούσε πονεμένος και δακρυσμένος», θυμάται ο κ. Δημήτρης.

Οι επίγονοι των πρώτων προσφύγων έγιναν οι χειρότεροι μισέλληνες, γενίτσαροι πραγματικοί. Όπως λέει ο μπαρμπα- Δημήτρης, μίσησαν την Ελλάδα επειδή θεώρησαν αρχικά ότι τους έδιωξε κακήν κακώς! Μετά ήρθε ο διχασμός του Εμφυλίου, που έστρεψε πολλούς κατά της Ελλάδας. Και στη συνέχεια τη μίσησαν ακόμη περισσότερο, επειδή δεν τους επετράπη να επιστρέψουν. Εκεί που υπήρχε αγάπη για τον τόπο και λόγω αυτής κάποιος θέλει να γυρίσει πίσω, γεννιέται μίσος λυσσαλέο έναντι αυτών που απαγορεύουν τον νόστο.

Λόγω της ψυχολογικής αυτής κατάστασης, πολλοί εύκολα προσχώρησαν στον «Μακεδονισμό»…

 

Στην Τουρκοκρατία…

Σύμφωνα με τον κ. Γκλαβάκη, που ετοιμάζει την έκδοση ενός τρίτου βιβλίου με την ιστορία των χωριών της περιοχής, κατά την Τουρκοκρατία και πριν ακόμη έρθουν οι πρόσφυγες, στην περιοχή κατοικούσαν μόνο σλαβόφωνοι! Αυτοί διακρίνονταν στους Γραικομάνους και τους Βουλγαρομάνους, ανάλογα με την εθνική συνείδηση που είχαν, ενώ δεν ήταν λίγοι και όσοι είχαν ρευστή εθνική συνείδηση και… «προσκυνούσαν» κάθε φορά όσους έλεγχαν στρατιωτικά και οικονομικά την περιοχή, Έλληνες, Βουλγάρους, Τούρκους ή Σέρβους…

Η Βουλγαρία προσπάθησε, ήδη πριν ακόμη διαλυθεί η Οθωμανική Αυτοκρατορία, να ελέγξει τη Μακεδονία, με τελικό σκοπό να την κατακτήσει  και να την ενσωματώσει στην επικράτειά της… Η ίδρυση της Εκκλησιαστικής Εξαρχίας ήταν το βασικότερο όπλο τους.

Αυτή η προσπάθεια σκόνταφτε μπροστά στο ελληνικό φρόνημα. Ο καθηγητής Σπύρος Σφέτας, στον οποίο προσφύγαμε για να μας διαφωτίσει, μας παραπέμπει στην απόρρητη έκθεση που έστειλε στις 24.3.1900 στον πρωθυπουργό της Βουλγαρίας Ιβάνωφ, ο γραμματέας της Εξαρχίας Σοπώβ, την οποία αποκάλυψε και συμπεριέλαβε σε βιβλία του: «Το εκπαιδευτικό μας έργο βρίσκεται σε άσχημη κατάσταση. Αυτός ο βουλγαρικός πληθυσμός, παρόλο που μιλά ακόμη τη μητρική του βουλγαρική γλώσσα, έχει ελληνικό φρόνημα. Η αποτυχία μας οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι οι καζάδες (διοικητικές ενότητες) αυτοί βρίσκονται πολύ κοντά σε ελληνικά κέντρα και υφίστανται ισχυρή ελληνική επιρροή. Στον καζά των Βοδενών υπάρχουν 57 βουλγαρικά χωριά, από τα οποία μόλις τα 14 αναγνωρίζουν τη δικαιοδοσία της Εξαρχίας και έχουν βουλγαρικά αισθήματα», γράφει.

Ο σλαβόφωνος πληθυσμός υπολογίζεται σε 250.000 άτομα. Απ’ αυτά όμως τα 120.000 μεταναστεύουν στη Βουλγαρία, μετά τη συνθήκη του Νεϊγύ. «Στα τέλη του 1924, σύμφωνα με ελληνικές πηγές, έχουμε στη Μακεδονία 77.000 πατριαρχικούς σλαβόφωνους και 86.000 εξαρχικούς», εξηγεί ο κ. Σφέτας και προσθέτει ότι στους τελευταίους επικεντρώνεται η προπαγάνδα των Βουλγάρων.

Ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα η προπαγάνδα αυτή μετασχηματίζεται. Στην αρχή προβλέπει τη βουλγαροποίηση του πληθυσμού, ακόμη και με τη βία, ώστε να αποσπαστεί η Μακεδονία και να ενσωματωθεί στη Βουλγαρία. Στη συνέχεια όμως γίνεται πιο… διπλωματική: αποσκοπεί στη «μακεδονοποίηση» του πληθυσμού, ο οποίος στη συνέχεια θα κληθεί να ανεξαρτητοποιηθεί για να ενσωματωθεί στην Ελλάδα. Στη διάρκεια αυτής της φάσης η «μακεδονική» ταυτότητα από δηλωτική της γεωγραφικής καταγωγής γίνεται εθνική. Οι ίδιοι άνθρωποι που διακήρυσσαν ότι είναι Βούλγαροι και Μακεδόνες,  δηλώνουν τώρα μέλη της «μακεδονικής εθνότητας», την οποία προσπαθούν να εφεύρουν από το μηδέν!

 

Βερχοβιστές VS Σεντραλιστών

Σύμφωνα με τον κ. Δημ. Ευαγγελίδη, που μαζί με τον καθηγητή Νικ. Βασιλειάδη έγραψαν το βιβλίο «Από τον Σλαβομακεδονισμό στον Σκοπιανό Μακεδονισμό» (Εκδόσεις Μπαρμπουνάκη), οι Βούλγαροι διχάστηκαν ανάμεσα στους Βερχοβιστές (από την ελίτ των Βερχόβ), που διακήρυτταν ότι η Μακεδονία πρέπει να κατακτηθεί, και στους Σεντραλιστές (που ήταν μέλη της Κεντρικής Επιτροπής), που πρέσβευαν ότι προκειμένου να κατακτηθεί ομαλότερα η Μακεδονία, θα πρέπει πρώτα να γίνει ανεξάρτητη. Και αυτό θα γινόταν με όχημα τον «Μακεδονισμό»…

«Σε γράμμα του προς τον βασιλιά της Βουλγαρίας ο Μισίρκωβ, που θεωρείται ως ο πρώτος θεωρητικός του μακεδονισμού, γράφει ότι “εμείς οι Βούλγαροι της Μακεδονίας είμαστε περισσότερο Βούλγαροι από εσάς τους Βουλγάρους της Βουλγαρίας”. Ο ίδιος γράφει για το Μακεδονικό Έθνος και όταν κάποιοι τον παρατηρούν ότι αυτό το έθνος κανείς δεν θα το αποδεχθεί γιατί δεν υπάρχει, απαντά: «τίποτε δεν εμποδίζει κάτι το οποίο δεν υπάρχει στο παρελθόν να προκύψει στο μέλλον», εξηγεί ο κ. Σφέτας, συγγραφέας των βιβλίων «Η διαμόρφωση της σλαβομακεδονικής ταυτότητας» και

«Όψεις του Μακεδονικού Ζητήματος στον 20ό αιώνα», από τις εκδόσεις Βάνιας.
Σταδιακά η προπαγάνδα περί μακεδονισμού αυτονομήθηκε από τα βουλγαρικά κέντρα και επικεντρώθηκε στους πρώην Βούλγαρους που ζούσαν στη Μακεδονία. Το ζήτημα της «μακεδονοποίησης» πήρε νέα δυναμική το 1934, όταν η Κομμουνιστική Διεθνής, για λόγους που σχετίζονταν με την προσπάθειά της να αντιμετωπίσει τη Βουλγαρία και να διευρύνει την επιρροή της στους βουλγαρόφρονες της Μακεδονίας, υιοθέτησε το σύνθημα για «ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία». Το στοιχείο αυτό έγινε ακόμη πιο έντονο στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και του Ελληνικού Εμφυλίου, όταν το ΚΚΕ, που αρχικά πολέμησε τους αυτονομιστές αντάρτες, επέστρεψε στις γραμμές της «Διεθνούς», γιατί αποζητούσε δυναμικό για τις αντάρτικες ομάδες του, όπως εξηγεί ο κ. Σφέτας.

 

 

Η ιστορία του Δημήτρη/Ντιμιτάρ

Ο πατέρας του σημερινού υπουργού Εξωτερικών, Δημήτρης Παπαδημητρίου ή Ντίμιταρ Ντιμιτρώβ, κάπου στα 1947 βρίσκεται, δεκάχρονο παιδί, ξεριζωμένος στα Σκόπια! Εάν δεν πήγε εκεί με τον πατέρα του, όπως ισχυρίζονται κάποιοι γηραλέοι κάτοικοι του Τσάκου, είναι «παιδί του παιδομαζώματος»! Βρέθηκε δηλαδή αναγκαστικά στην άλλη πλευρά των συνόρων, στο πλαίσιο των επιχειρήσεων που έκανε ο «Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας» για να πυκνώσει τις τάξεις του. Σύμφωνα με απόρρητη έκθεση που συντάσσει το 1951 το προξενείο της Γιουγκοσλαβίας της Θεσσαλονίκης, στην τότε Ομόσπονδη «Δημοκρατία της Μακεδονίας», κατέφυγαν από το 1941 έως το 1950 συνολικά 24.595 σλαβόφωνοι από την ελληνική Μακεδονία!

Όπως σημειώνει ο κ. Σφέτας, έχει πολύ μεγάλη σημασία το γεγονός ότι οι πρόσφυγες αυτοί έφυγαν σε κύματα, καθώς ανάλογα με το σε ποιο κύμα έφυγε ο καθείς, ανήκει και σε μία διαφορετική κατηγορία του πληθυσμού! Σύμφωνα με την ίδια απόρρητη έκθεση, το πρώτο κύμα εκδηλώθηκε το 1941-44. Αυτό θα πρέπει να αφορά τους βουλγαρόφρονες, γιατί εκδηλώνεται όταν ο βουλγαρικός στρατός αποχωρεί από την περιοχή, αφού όσοι έχουν εκτεθεί στο πλευρό του, φοβούνται αντεκδικήσεις. Στα τέλη του 1944 έχουμε το δεύτερο κύμα, το οποίο αποτελούν άνδρες αντάρτικών τμημάτων που καταφεύγουν στα Σκόπια μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας. Το τρίτο κύμα συγκροτούν επίσης Βούλγαροι, που το 1946 είχαν καταφύγει από διάφορες περιοχές της Μακεδονίας στη Βουλγαρία και επιστρέφουν επειδή ιδρύθηκε η ομόσπονδη Δημοκρατία με πρωτεύουσα τα Σκόπια. Και το τέταρτο κύμα αφορά μετακινήσεις στο διάστημα 1947-49, σλαβόφωνων που είτε καταφεύγουν στα Σκόπια για να γλυτώσουν την αναγκαστική ή βίαιη στρατολόγηση από τα δύο στρατόπεδα του εμφυλίου, είτε είναι παιδιά του «παιδομαζώματος» είτε ηττημένοι μαχητές του ΔΣΕ. Το τελευταίο κύμα περιλαμβάνει περίπου 9.000 άτομα, ένα από τα οποία είναι ο πατέρας του σημερινού υπουργού Εξωτερικών.

Ο Δημήτρης/ Ντίμιταρ μεγαλώνει στα Σκόπια, όπου σπουδάζει φιλοσοφία και παντρεύεται μία διάσημη μουσικό της χώρας. Από μικρός όμως δεν είναι ούτε Έλληνας, καθώς αποστρέφεται τη χώρα στην οποία γεννήθηκε, αφού θεωρεί ότι του συμπεριφέρθηκε εχθρικά. Αλλά ούτε και «Μακεδόνας»! Ο ίδιος δηλώνει φανατικός Βούλγαρος και εντάσσεται από φοιτητής ακόμη στους Βουλγαρόφιλους συλλόγους και κύκλους της χώρας. Το 1957 μάλιστα αναδεικνύεται σε ηγετική μορφή τους, με το βιβλίο «Belomorska Makedonija», στο οποίο αναδεικνύει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά και ντοκουμέντα σύμφωνα με τα οποία η περιοχή έχει βουλγαρική ιστορική και πολιτισμική παράδοση και σ’ αυτήν πρέπει να επιμείνει. Ακόμη και ο τίτλος του προκαλεί τους υπέρμαχους του Μακεδονισμού, αφού χρησιμοποιεί για τη Μακεδονία όχι τον προσδιορισμό «Αιγαιατική», όπως επιβάλλει το αφήγημά τους, αλλά το «Belomorska», που είναι η βουλγαρική λέξη για το Αιγαίο!

Αργότερα εντάσσεται στο κόμμα VMRO, που τότε ήταν φιλοβουλγαρικό, και γίνεται ο βασικός εκφραστής αυτής της άποψης στη χώρα. Γίνεται διπλωμάτης και αναλαμβάνει πρέσβης στη Ρωσία. Το κόμμα του τον ανέδειξε σε υπουργό Πολιτισμού και Παιδείας το 1991, στην πρώτη κυβέρνηση μετά την ανεξαρτητοποίηση από την ενιαία Γιουγκοσλαβία.

Ο ίδιος σταδιακά αποκήρυξε τον φιλοβουλγαρισμό του και προσχώρησε στο αφήγημα του Μακεδονισμού, παρά την προϊστορία του. Με υπερηφάνεια πια, δηλώνει «Αιγαιάτης Μακεδόνας», με καταγωγή από τους Τσάκους Αριδαίας, όπως φαίνεται και στο αφιέρωμα που του κάνει η Wikipedia (Φωτό). Ακόμη και σ’ αυτό χαρακτηρίζεται φιλοβούλγαρος!

Μάλιστα, τον περασμένο Ιούλιο, όταν το αντιπολιτευόμενο VMRO θέλει να ασκήσει κριτική στον γιο του, Νίκολα, για τις διαπραγματεύσεις που κάνει με τη Βουλγαρία για πολιτιστικά και ιστορικά θέματα, τον κατηγορεί ότι κληρονόμησε τον φιλοβουλγαρισμό του πατέρα του!

«Όταν ο Νίκολα Ντιμιτρόφ, πηγαίνει στη Σόφια, αισθάνεται σαν στο σπίτι του», δηλώνει ο Αλεξάντερ Πάντωβ, πρώην βουλευτής του κόμματος και δημοσιογράφος.  «Ο πατέρας του ήταν ηγετικό στέλεχος του VMRO-DPMNE και ευρέως γνωστός για τη φιλοβουλγαρική του θέση. Σε διατριβή του μάλιστα υποστήριξε ότι το ‘μακεδονικό’ έθνος αποτελούσε μέρος του βουλγαρικού έθνους. Ο γιος του δεν μπορεί να υπερασπισθεί τα μακεδονικά συμφέροντα στις διαπραγματεύσεις με τη Βουλγαρία».
Μάλιστα, η ηλεκτρονική έκδοση της «Ρεπούμπλικα» (των Σκοπίων) θυμήθηκε την ημέρα εκείνη ένα κείμενο του Σάσο Ορντανόφσκι του 2004, που έγραφε ότι «στο μυαλό του χθεσινού καθηγητή του μαρξισμού, Ντιμίταρ Ντιμιτρόφ, το «μακεδονικό έθνος» ήταν πάντοτε αποτέλεσμα της κουζίνας του  Βελιγραδίου σύμφωνα με τις οδηγίες του κομμουνιστή Τίτο».

 

Ο… σκληρός Νίκολα

Για τους πολιτικούς, διπλωματικούς και δημοσιογραφικούς κύκλους των Σκοπίων, ο Νίκολα Ντιμιτρώβ είναι ο επόμενος Πρόεδρος της Δημοκρατίας της χώρας. Αποτελεί μία μοντέρνα έκφραση του παλιού σοβαρού πολιτικού κατεστημένου της χώρας, αφού κατάγεται από τζάκι. Ωστόσο, σπούδασε στα καλύτερα πανεπιστήμια της Δύσης. Από 23 χρονών μετέχει σε ομάδες διαπραγμάτευσης με την Ελλάδα για το όνομα. Είναι ένας μεγάλος θριαμβευτής για τη χώρα, γιατί κατήγαγε περιφανή νίκη εναντίον της στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, στη γνωστή προσφυγή της ΠΓΔΜ για τα εμπόδια που προέβαλε η Ελλάδα στην ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ.

Ωστόσο, ίσως λόγω της οικογενειακής του παράδοσης ή λόγω της προσωπικής του συγκρότησης, είναι πολύ πιο σκληρός από τον Ζόραν Ζάεβ έναντι της Ελλάδας, δεν είναι άλλωστε λίγες οι φορές που είτε κατηγορείται για αδιαλλαξία  είτε προκαλεί με τα λόγια του την Ελλάδα!

«Ελλάδα και “Μακεδονία” να μοιραστούν την πολιτιστική κληρονομιά της… Μακεδονίας», δήλωσε πρόσφατα (13.3.18), ενώ λίγο νωρίτερα είχε κάνει λόγο για… παράλογες θέσεις της Ελλάδας! Σε άλλες του δηλώσεις, που ανέβασαν το θερμόμετρο, την 1η Φεβρουαρίου είχε τονίσει ότι «τον 21ο πρώτο αιώνα κανείς δεν μπορεί να αγγίξει το δικαίωμά μας να είμαστε «Μακεδόνες» και να μιλάμε «μακεδονικά».

Μόλις 15 μέρες αργότερα το… σήκωσε ακόμη παραπάνω λέγοντας ότι «η (γεωγραφική) Μακεδονία δεν ανήκει αποκλειστικά στην Ελλάδα ή στη “Μακεδονία”», διότι πρόκειται για μεγάλη γεωγραφική περιοχή.
«Βασικός πυλώνας των διαπραγματεύσεων είναι η αποδοχή από την ελληνική πλευρά πως οι γείτονές τους είναι “Μακεδόνες” που μιλάνε τη “μακεδονική» γλώσσα”» έχει επίσης δηλώσει.

http://www.thessnews.gr/article/85196/o-nikola-ntimitrob-einai-o-nikolaos-papadimitriou-apo-tous-tsakous-almopias

Πώς μπορεί να διασπαστεί η ευρωζώνη

1

Θα μπορούσε η Γερμανία να γίνει ένας απρόθυμος ηγεμόνας;

Περίληψη:

Οι δημιουργοί του ευρώ επιβάρυναν την Ευρώπη με ένα νόμισμα που μπορεί να αξιοποιήσει το πλήρες δυναμικό του μόνο με έναν βαθμό πολιτικής ολοκλήρωσης που φαίνεται να ξεπερνά την ικανότητα των συμμετεχουσών χωρών. Ωστόσο, είναι εξίσου αδύνατο να καταργηθεί η ευρωζώνη χωρίς να διακυβευθεί η ΕΕ και, μαζί της, η πολιτική σταθερότητα στην Ευρώπη.

Ο MARK BLYTH είναι καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στην έδρα Eastman στο Brown University.
Ο SIMON TILFORD είναι ο επικεφαλής οικονομολόγος στο Tony Blair Institute.

Τον Φεβρουάριο του 2016, ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) έκρινε ότι οι αναπτυξιακές προοπτικές των ανεπτυγμένων χωρών είχαν «ουσιαστικά ισοπεδωθεί» και ότι μόνο μια ισχυρότερη «δέσμευση για αύξηση των δημόσιων επενδύσεων θα ενίσχυε την ζήτηση και θα βοηθούσε στην στήριξη της μελλοντικής ανάπτυξης». Μετά από 24 μήνες και παρά το Brexit [1], την εκλογή του προέδρου των ΗΠΑ Donald Trump [2] και την άνοδο του λαϊκιστικού κόμματος Alternative für Deutschland στην Γερμανία, το ευρώ φαίνεται να είναι ένα πολύ καλύτερο στοίχημα από ό, τι εδώ και πολύ καιρό.

Αλλά έχει το ευρώ πραγματικά ξεπεράσει την κρίση και βγήκε δυνατότερο; Σε αυτό το άρθρο, θέτουμε δύο αλληλένδετα επιχειρήματα σχετικά με το μέλλον της ευρωζώνης.
Το πρώτο είναι ότι ακόμη και αν συνεχιστεί η πρόσφατη οικονομική ανάκαμψη, η ευρωζώνη θα μπορούσε μεσομακροπρόθεσμα να χωριστεί στα δύο, χάρη σε ένα ενσωματωμένο σχεδιαστικό ελάττωμα στην αρχιτεκτονική της ευρωζώνης που καθιστά εξαιρετικά δύσκολο για τους κυβερνήτες της ευρωζώνης να αντιμετωπίσουν τις επίμονες ανισορροπίες εξαγωγών και εισαγωγών μεταξύ των κρατών.

30042018-1.jpg

Κέρματα του ευρώ στην Zenica της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης, τον Ιούνιο του 2015. DADO RUVIC / REUTERS
————————————————————————-

Ως μια ζώνη ενιαίου νομίσματος [3], η ζώνη του ευρώ δεν έχει τυπικά εσωτερικές ανισορροπίες. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, τα επίμονα εξαγωγικά πλεονάσματα που έχει έναντι του υπόλοιπου κόσμου παράγονται στο βόρειο και ανατολικό τμήμα της ευρωζώνης, ενώ στα νότια παράγονται συνεχιζόμενα δημοσιονομικά ελλείμματα, μια ανισορροπία που ακόμη θα μπορούσε να οδηγήσει σε διάσπαση την ευρωζώνη. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα η Γερμανία και τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης να διατηρήσουν το ευρώ ακόμα και αν η Γαλλία και οι νότιοι Ευρωπαίοι εγκαταλείψουν (bail out). Η Ευρώπη θα μείνει με δύο ομάδες χωρών: Εκείνες που βρίσκονται στον πυρήνα της ευρωζώνης, κυρίως στην βόρεια και ανατολική Ευρώπη, οι οποίες θα παραμείνουν στο ευρώ (ή το «πραγματικό ευρώ», real euro) και εκείνες στον νότο που θα πιεσθούν να υιοθετήσουν ένα νέο νόμισμα, το οποίο εμείς ονομάζουμε ως «nuevo euro» (νέο ευρώ). (Οι χώρες του nuevo euro θα ήταν απίθανο να επανέλθουν στα προ του ευρώ εθνικά νομίσματα, υπό τον φόβο ότι θα επιβαρύνουν την ήδη σοβαρή αναστάτωση που προκάλεσε η απόσπασή τους από το πραγματικό ευρώ).

Μια τέτοια διάσπαση θα ήταν μαζικά καταστροφική. Καθώς οι επενδυτές θα φοβηθούν την υποτίμηση του nuevo euro, τα περιουσιακά στοιχεία που εκφράζονται σε real euro θα γίνονται αμέσως πιο πολύτιμα. Τα τραπεζικά συστήματα των χωρών του νέου ευρώ θα υποχωρούσαν εξαιτίας της φυγής κεφαλαίων και το νόμισμα θα έχανε αξία. Το πιο σημαντικό είναι ότι η πλημμύρα κεφαλαίων που θα προέκυπτε στην κεντρική Ευρώπη θα προκαλούσε δραματική αύξηση της αξίας του πραγματικού ευρώ, καταστρέφοντας τις σημαντικές εξαγωγές των χωρών αυτών.

Σε έναν τέτοιο κόσμο, οι χώρες με το πραγματικό ευρώ θα αναγκαστούν να υιοθετήσουν την στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών στην διαχείριση χρεών. Μόλις το νέο ευρώ σταθεροποιηθεί σε μια χαμηλότερη πραγματική ισχύουσα συναλλαγματική ισοτιμία (real effective exchange rate, REER), οι επενδυτές από χώρες του νέου ευρώ θα θέλουν να κατέχουν περιουσιακά στοιχεία σε πραγματικό ευρώ -ιδιαίτερα κρατικά ομόλογα σε πραγματικό ευρώ- ως εξασφάλιση έναντι περαιτέρω υποτίμησης του δικού τους νομίσματος. Ως αντιστάθμισμα έναντι μιας περαιτέρω υποτίμησης, οι επενδυτές του nuevo euro θα είναι πρόθυμοι να δεχθούν πολύ χαμηλές αποδόσεις των περιουσιακών στοιχείων τους σε real euro, εν πολλοίς όπως οι Ευρωπαίοι επενδυτές κατέχουν επί του παρόντος ελβετικά περιουσιακά στοιχεία χαμηλού επιτοκίου και οι ασιατικές χώρες κατέχουν έντοκα γραμμάτια του δημοσίου των ΗΠΑ. Και όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν κάνει τα τελευταία 30 χρόνια, οι χώρες του real euro θα μπορούσαν με την σειρά τους να επενδύσουν τα έσοδα από αυτές τις πωλήσεις ομολόγων στο εξωτερικό, αναζητώντας υψηλότερες αποδόσεις.

Ωστόσο, για να επιδιώξουν αυτές τις αποδόσεις, οι χώρες του πραγματικού ευρώ θα ανοιχτούν σε σημαντικό ρίσκο [4] των νέων εξωτερικών επενδύσεών τους στο να χάσουν αξία εξαιτίας ενός νομισματικού σοκ ή άλλης κρίσης. Αν και οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να αντιμετωπίσουν τέτοιες διαταραχές δεδομένου του μεγέθους τους και του γεγονότος ότι εκτυπώνουν το δικό τους νόμισμα, καθιστώντας έτσι τα προβλήματα του χρέους τους πιο διαχειρίσιμα, η Γερμανία και άλλες χώρες του πραγματικού ευρώ δεν θα απολαμβάνουν τέτοια πολυτέλεια. Με την συσσώρευση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων, θα εκθέσουν τον εαυτό τους σε πολύ μεγάλες κεφαλαιακές απώλειες [5] (σε σχέση με το ΑΕΠ τους) σε περίπτωση σοκ στην αγορά. Και επειδή αυτές οι χώρες δεν έχουν την δυνατότητα να εκτυπώνουν χρήμα για την διάσωση εκείνων που κατέχουν τέτοια περιουσιακά στοιχεία, ένα σοκ θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές διαταραχές. Ως εκ τούτου, οι χώρες του πραγματικού ευρώ θα μπορούσαν πιθανώς να αντισταθούν σε μια τέτοια συσσώρευση εξωτερικών περιουσιακών στοιχείων, προτιμώντας αντίθετα να επιτρέψουν στο νόμισμά τους να ανατιμηθεί έντονα, τουλάχιστον έως ότου πραγματικά αρχίσει να επηρεάζει τις εξαγωγές τους.

Από κοινού, αυτό θα οδηγούσε τις χώρες του πραγματικού ευρώ, ειδικά την Γερμανία, να γίνουν μια ευρωπαϊκή εκδοχή των Ηνωμένων Πολιτειών, αν και χωρίς το περίφημο «υπερ- προνόμιό» τους (exorbitant privilege), δια του οποίου οι Ηνωμένες Πολιτείες εκτυπώνουν το αποθεματικό νόμισμα, τα δολάρια, τα οποία όλοι οι άλλοι πρέπει να κερδίσουν για να διεξάγουν συναλλαγές με το εξωτερικό. Για τις χώρες του πραγματικού ευρώ, αν και το νόμισμά τους θα αποτελούσε αποθεματικό περιουσιακό στοιχείο για επενδυτές του νέου ευρώ, δεν θα τους απέδιδε το «δωρεάν γεύμα» που οι Ηνωμένες Πολιτείες παίρνουν από την εκτύπωση του δολαρίου. Αντίθετα, απλώς θα τις εκθέσει σε μεγαλύτερο ρίσκο για τα πλεονάζοντα ξένα κεφάλαιά τους.

Το δεύτερο επιχείρημά μας είναι ότι βραχυπρόθεσμα και μέχρι μεσοπρόθεσμα, ακόμη και αν η ευρωζώνη δημιουργήσει αρκετή ανάπτυξη για να αποφευχθεί μια τέτοια διάσπαση, ο λαϊκισμός στην Ευρώπη θα παραμένει ζωντανός και δυνατός. Επομένως, μια λαϊκιστική εκλογική νίκη που θα έχει ως αποτέλεσμα ένα δημοψήφισμα τύπου Brexit για το ευρώ κάπου στην ευρωζώνη δεν μπορεί να αποκλειστεί εξ ολοκλήρου. Εάν επρόκειτο να περάσει ένα τέτοιο δημοψήφισμα, θα οδηγούσε στην ίδια φυγή κεφαλαίων και την ανατίμηση της REER που αναλύθηκε παραπάνω, αν και με μια ελαφρώς διαφορετική πορεία. Εν ολίγοις, για λόγους μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας και βραχυπρόθεσμης πολιτικής, το ευρώ δεν έχει ακόμη ξεπεράσει τον κίνδυνο.

ΑΣΙΑΤΙΚΗ ΣΥΝΤΗΞΗ

Η αφήγηση που προέρχεται από τις Βρυξέλλες από τις αρχές του 2017 είναι ότι με μια όλο και πιο ισχυρή οικονομική ανάκαμψη, όλα επιστρέφουν στο φυσιολογικό [6]. Οι προβλέψεις μάλιστα φαίνονται πιο φωτεινές από ό, τι ήταν επί μια δεκαετία και, από πολιτική άποψη, οι γαλλικές και ολλανδικές γενικές εκλογές είδαν αμφότερες τους λαϊκιστές να ηττώνται, υποδεικνύοντας ότι το [πολιτικό] κέντρο θα κρατήσει [7]. Αυτή η αφήγηση είναι καθησυχαστική. Ωστόσο, δεδομένων των πρόσφατων λαϊκιστικών εκλογικών επιτυχιών στην Αυστρία, την Γερμανία και την Τσεχική Δημοκρατία, αλλά και στις ιταλικές εκλογές με τα πολλά αντι-ευρώ κόμματα στο μείγμα, θα μπορούσε να είναι πλασματική. Ως εκ τούτου, και παρά την στροφή προς την ανάπτυξη, το μέλλον του ευρώ δεν είναι καθόλου ασφαλές. Μια σύγκριση της χρηματοπιστωτικής κρίσης της Ευρώπης και των συνεπειών της με εκείνο που συνέβη στην Ασία πριν από μια δεκαετία δείχνει το γιατί αυτή είναι η περίπτωση.

30042018-2.jpg

Η έδρα της ΕΚΤ στην Φρανκφούρτη, τον Ιανουάριο του 2018. RALPH ORLOWSKI / REUTERS
—————————————————————————————-

Στην δεκαετία του 1990, ορισμένες ασιατικές χώρες [8] έλαβαν μεγάλες εισροές κεφαλαίων από τον ανεπτυγμένο κόσμο ως μέρος της μανίας της δεκαετίας για τις αναδυόμενες αγορές. Η Ινδονησία, η Μαλαισία, η Ταϊλάνδη και η Νότια Κορέα, όπως και οι περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης κατά την πρώτη δεκαετία του εικοστού πρώτου αιώνα, ήταν περιοχές όπου οι αναπτυγμένοι παγκόσμιοι επενδυτές μπόρεσαν να επιδιώξουν υψηλότερα ποσοστά απόδοσης από αυτά που ήταν διαθέσιμα στις χώρες τους. Ως αποτέλεσμα, εκείνα τα ασιατικά κράτη συσσώρευσαν υποχρεώσεις σε ξένα νομίσματα, κυρίως δολάρια, τα οποία έλαβαν τη μορφή αγορών κρατικών ομολόγων και εξωτερικών γραμμών πίστωσης εκφρασμένης σε δολάρια. Όταν η ρευστότητα εξατμίστηκε το 1997, δεν μπόρεσαν να εκτυπώσουν τα [απαιτούμενα] χρήματα για να πληρώσουν τα χρέη τους. Για να αποφευχθεί η επανάληψη αυτού του φιάσκου, όλες οι χώρες που επλήγησαν από την κρίση ξεκίνησαν, κατά το 1999, να έχουν διαρθρωτικά εξαγωγικά πλεονάσματα και να συσσωρεύσουν μαζικά αποθέματα συναλλάγματος ως ασφάλεια έναντι μελλοντικών κλυδωνισμών.

Σε απάντηση της δικής της κρίσης το 2011, η Ευρώπη ανέσυρε το ίδιο μακροοικονομικό κόλπο. Μεταξύ του 2001 και του 2016, σύμφωνα με τα στοιχεία της Haver Analytics, η ευρωζώνη μετατοπίστηκε από ένα εμπορικό πλεόνασμα κάτω του 1% του ΑΕΠ σε ένα σχεδόν 3,5%. Αν και το σύνολο του εξαγωγικού πλεονάσματος της ευρωζώνης κατά το πρώτο τρίμηνο του 2017 ήταν 90,9 δισ. ευρώ, τα 65,9 δισ. αυτού του πλεονάσματος έναντι του υπόλοιπου κόσμου προέρχονταν μόνο από την Γερμανία. Η Γερμανία μπορεί να είναι θρυλικά αποτελεσματική, αλλά πώς γίνεται το λιγότερο από το 30% της ευρωζώνης να παράγει πάνω από το 70% του πλεονάσματος; Η απάντηση δείχνει μια διαρθρωτική ένταση που θα μπορούσε να αποδειχθεί η πραγματική καταστροφή του ευρώ.

Κατά την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, οι οικονομίες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης διατήρησαν μεγάλα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών [9] -δηλαδή, εισήγαγαν περισσότερα από όσα εξήγαγαν. Τα ελλείμματα αυτά προήλθαν από την εισροή κεφαλαίων από την Γερμανία, καθώς οι γερμανικές εξαγωγικές επιχειρήσεις επένδυσαν στην αποκατάσταση των κεφαλαιακών αποθεμάτων αυτών των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και στην ενσωμάτωσή τους στις γερμανικές αλυσίδες εφοδιασμού. Επειδή οι περισσότερες από αυτές ήταν επενδύσεις σε μετοχές με την μορφή εργοστασίων και εξοπλισμού και στην μετακίνηση εργοστασίων και εξοπλισμού στην Ανατολική Ευρώπη από την Γερμανία, και καθώς οι μετοχές είναι πιο ανθεκτικές στους κραδασμούς από το χρέος, μόλις οι παγκόσμιες εξαγωγικές αγορές ανέκαμψαν μετά το 2011, αυτές οι οικονομίες άνθισαν. Σύμφωνα με τους δικούς μας υπολογισμούς που βασίζονται στα στοιχεία του ΟΗΕ [10] και του Atlas of Economic Complexity [11], κατά μέσο όρο το 25% των εξαγωγών της Αυστρίας, της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Ουγγαρίας, της Πολωνίας, της Ρουμανίας, της Σλοβακίας και της Σλοβενίας πήγαν κατευθείαν στην Γερμανία. Όπως και στην Ανατολική Ασία μια δεκαετία πριν, αυτές οι χώρες σήμερα έχουν διαρθρωτικά εμπορικά πλεονάσματα και βασίζονται σε λιτές δημόσιες δαπάνες εγχωρίως για να κρατήσουν το κόστος χαμηλά και τις εξαγωγές ανταγωνιστικές. Αλλά τι γίνεται με άλλες χώρες της Ευρώπης όπως η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία, των οποίων τα μοντέλα ανάπτυξης εξαρτώνται πολύ περισσότερο από την εσωτερική κατανάλωση και την εγχώρια ζήτηση και για τα οποία η δημοσιονομική συμπίεση στα χρόνια μετά την χρηματοπιστωτική κρίση συνέβαλε σε εξαιρετικά χαμηλή ανάπτυξη ή καθόλου ανάπτυξη; Μπορούν επίσης να επωφεληθούν από εξαγωγές που βασίζονται στην λιτότητα;

ΜΙΑ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗ ΣΧΕΣΗ

Η σύντομη απάντηση είναι «Όχι». Η Ιταλία μόλις που έχει αναπτυχθεί μέσα σε πάνω από μια δεκαετία και τώρα διαθέτει ένα μικρό πλεόνασμα εξωτερικού εμπορίου. Η Ισπανία έχει περάσει από ένα εμπορικό έλλειμμα περίπου 10% το 2007 σε πλεόνασμα σήμερα περίπου 2%. Η μεγάλη εξαίρεση στην ευρωζώνη είναι η Γαλλία, η οποία συνήθιζε να έχει εμπορικό πλεόνασμα, αλλά τώρα έχει δίδυμα δημοσιονομικά και εμπορικά ελλείμματα [12] περίπου 3,5% και 2% αντίστοιχα. Δεδομένης της κοινής πίεσης της ευρωζώνης να πορεύεται προς την ανάπτυξη μέσω των εξαγωγών, με αποτέλεσμα οι κυβερνήσεις της ευρωζώνης συνολικά να κάνουν ελάχιστα για να αυξήσουν την εγχώρια ζήτηση, τόσο η Γαλλία όσο και τα άλλα μεγάλα καθοδηγούμενα από την κατανάλωση κράτη θα έχουν λίγες εναλλακτικές λύσεις εκτός του να προσπαθήσουν να βελτιώσουν την εμπορική τους ανταγωνιστικότητα τα επόμενα χρόνια και να αναπτυχθούν μέσω των εξαγωγών. Η Ισπανία ήταν σε θέση να το πράξει, αλλά κυρίως επειδή οι εισαγωγές μειώθηκαν καθώς η κατανάλωση μειώθηκε και αυξήθηκε η ανεργία, καταθλίβοντας το κόστος εργασίας και βελτιώνοντας την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών. Η Ιταλία είναι κολλημένη.

Αυτό αποτελεί ένα διαρθρωτικό πρόβλημα. Οι Γερμανοί και οι κεντρο- και ανατολικο-Ευρωπαίοι πραγματοποιούν εξαγωγικό πλεόνασμα έναντι της υπόλοιπης ευρωζώνης και, στο τέλος της ημέρας, όλα τα πλεονάσματα και τα ελλείμματα πρέπει να καταλήγουν στο μηδέν. Ωστόσο, το δημοσιονομικό πλαίσιο της ΕΕ δυσχεραίνει τις χώρες της ευρωζώνης, όπως η Γαλλία, να έχουν δημοσιονομικά ελλείμματα για να αντισταθμίζουν τον καταθλιπτικό αντίκτυπο στις οικονομίες τους που φέρνουν τα εμπορικά ελλείμματα με την υπόλοιπη ευρωζώνη. Το μήνυμα που προκύπτει σε αυτές τις χώρες -πρέπει να δεσμευτείτε με την συνεχιζόμενη λιτότητα, ώστε οι Γερμανοί και άλλοι στην βόρεια και κεντρική Ευρώπη να μπορούν να αναπτύσσονται- είναι ένας λαϊκιστικός δυναμίτης, διότι σε έναν τέτοιο κόσμο η μόνιμη λιτότητα γίνεται η de facto πολιτική της κυβέρνησης ανεξάρτητα από τον ποιον ψηφίζετε.

Αυτή η ρύθμιση δημιουργεί τον προφανή κίνδυνο ότι η Γαλλία, ή πιο πιθανά η Ιταλία, θα εκλέξει τελικά μια λαϊκιστική κυβέρνηση. Η νίκη του Εμμανουέλ Μακρόν στις γαλλικές προεδρικές εκλογές τον Μάιο του 2017 θεωρήθηκε ως απόρριψη του λαϊκισμού αλλά δεν έχει ακόμη πείσει τους Γερμανούς να συμφωνήσουν στις βαθιές μεταρρυθμίσεις της ευρωζώνης που είναι απαραίτητες για να προχωρήσει η ατζέντα του και είναι αμφίβολο ότι θα μπορέσει να το πράξει. Εάν ο Macron αποτύχει, ο επόμενος πρόεδρος της Γαλλίας θα μπορούσε να είναι ένας λαϊκιστής της αριστεράς ή της δεξιάς που θα δεσμευθεί να διεξαγάγει δημοψήφισμα για την συμμετοχή της Γαλλίας στην ευρωζώνη [13]. Εν τω μεταξύ, η ιταλική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα. Με τον τρέχοντα ρυθμό ανάπτυξής της, μεταξύ 1% και 1,5%, θα χρειαστούν αρκετά ακόμη χρόνια για να επιστρέψει στο μέγεθος του 2007, και το τραπεζικό της σύστημα είναι ένα χάος. Οι επόμενες ιταλικές γενικές εκλογές ή οι επόμενες από αυτές, θα μπορούσαν ακόμη να φέρουν ένα κόμμα στην κυβέρνηση το οποίο να έχει πρόθεση να διεξαγάγει δημοψήφισμα για το ευρώ. Τι θα συμβεί τότε;

Η απειλή της Γαλλίας ή της Ιταλίας (ή και των δύο) να εγκαταλείψουν το ευρώ θα μπορούσε, θεωρητικά, να οδηγήσει την Γερμανία και τους συμμάχους της να αποδεχθούν μια ουσιαστική αμοιβαιοποίηση (pooling) του κινδύνου εντός της ευρωζώνης για να αποφύγουν οποιαδήποτε έξοδο, ίσως μέσω της έκδοσης κοινού χρέους της ευρωζώνης ή ενός συνδυασμού μεγάλων απομειώσεων χρεών και πιο επεκτατικών δημοσιονομικών πολιτικών, οι οποίες θα βοηθούσαν τις βεβαρυμμένες με χρέη χώρες της νότιας Ευρώπης. Κάτι τέτοιο, όμως, θα απαιτούσε μια σεισμική μετατόπιση εκ μέρους των Γερμανών, οι οποίοι κατέλαβαν μια θέση βασισμένη στην λιτότητα και την δημοσιονομική πειθαρχία. Πράγματι, είναι πιο πιθανό η γερμανική κυβέρνηση να εντείνει την υπάρχουσα πολιτική. Με τον τρόπο αυτό, ωστόσο, θα κάνει αυτά τα δημοψηφίσματα της ευρωζώνης ακόμη πιο πιθανά.

Εάν προχωρήσει ένα δημοψήφισμα στην Γαλλία ή την Ιταλία, το αποτέλεσμα δεν θα έχει νόημα, καθώς η απλή ανακοίνωση μιας τέτοιας ψηφοφορίας θα παρακινήσει τους επενδυτές να μεταφέρουν τις καταθέσεις τους από τις τράπεζες της χώρας του δημοψηφίσματος -και ενδεχομένως από κάθε άλλο περιφερειακό κράτος της ΕΕ- στην Γερμανία και σε άλλα βασικά ευρωπαϊκά κράτη για να προστατευθούν έναντι μιας υποτίμησης. Η κλίμακα αυτής της εκροής κεφαλαίων θα ελαχιστοποιούσε την δυνατότητα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), πόσω μάλλον των τοπικών τραπεζών και των κυβερνήσεων, να σταθεροποιήσει την κατάσταση. Ακόμα και αν τα κράτη προσπαθούσαν να εξαλείψουν αυτή την εκροή μέσω της επιβολής ελέγχων κεφαλαίου (capital controls), αυτή η ίδια η επιβολή θα ηχούσε ουσιαστικά τις καμπάνες του θανάτου της νομισματικής ένωσης. Παρόλο που η διαδικασία θα ήταν εξαιρετικά αποδιοργανωτική, τελικά θα προέκυπτε μια βασική ομάδα χωρών, που θα βασίζονταν γύρω από την Γερμανία, που θα παρέμεναν στο αρχικό ευρώ, ενώ ταυτόχρονα τα πιο απομακρυσμένα κράτη όπως η Γαλλία, η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ισπανία θα υιοθετούσαν ένα ασθενέστερο νόμισμα, το nuevo euro.

ΕΝΑΣ ΑΠΡΟΘΥΜΟΣ ΗΓΕΜΟΝΑΣ

Μια τέτοια διάσπαση θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολη για την Γερμανία. Πρώτον, οι αποδόσεις των γερμανικών λογαριασμών θα μειώνονταν απότομα καθώς οι τράπεζες της χώρας θα πίεζαν προς τα κάτω τα επιτόκια, προκειμένου να αποτρέψουν την περαιτέρω ροή κεφαλαίων προς την χώρα. Η εισροή μετρητών θα είχε ως αποτέλεσμα την ανατίμηση του πραγματικού ευρώ και, αν και η Γερμανία θα μπορούσε απλώς να το επιτρέψει μέχρις ότου τα πραγματικά ευρώ γίνουν αρκετά ακριβά ώστε να αποτρέψουν την αγορά γερμανικών περιουσιακών στοιχείων, μια τέτοια αύξηση της αξίας θα έπληττε μαζικά τις εξαγωγές των χωρών του πραγματικού ευρώ. Κατά πάσα πιθανότητα, η Γερμανία και οι σύμμαχοί της θα υποστούν μια απότομη πτώση των εξαγωγών και της βιομηχανικής παραγωγής, ενώ η ισχύς του πραγματικού ευρώ θα ωθήσει προς τα κάτω τον γερμανικό πληθωρισμό καθώς οι τιμές των εισαγωγών θα μειωθούν, αυξάνοντας τις πιέσεις στις τράπεζες της χώρας. Η Γερμανία θα αντιμετώπιζε λοιπόν μια θλιβερή επιλογή -το δίλημμα του απρόθυμου ηγεμόνα. Θα μπορούσε είτε να μάθει να ζει με ένα υπερβολικά υπερεκτιμημένο νόμισμα και τον αποπληθωρισμό, είτε να εκδώσει τόνους νέων κρατικών χρεογράφων για να απορροφήσει την εξωτερική ζήτηση για περιουσιακά στοιχεία της.

Υπάρχει επί του παρόντος έλλειψη γερμανικού κρατικού χρέους επειδή η χώρα διαθέτει σημαντικό πλεόνασμα στον προϋπολογισμό της, και η ΕΚΤ αγοράζει μεγάλο μέρος οποιουδήποτε χρέους είναι διαθέσιμο στο πλαίσιο του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης (quantitative easing) [14]. Ωστόσο, σε αυτό το σενάριο, με τις εξαγωγές και την εγχώρια παραγωγή να υφίστανται μαζικό πλήγμα λόγω της διάσπασης της ευρωζώνης, μια μεγάλη χρηματοδοτημένη από χρέος δημοσιονομική διέγερση (fiscal stimulus) θα ήταν πολύ πιο ελκυστική, ακόμη και στην Γερμανία. Φυσικά, η Γερμανία θα έπρεπε να πορεύεται με σταθερά δημοσιονομικά ελλείμματα σε συνεχή βάση για να ικανοποιήσει την επιθυμία των ξένων να κατέχουν γερμανικό δημόσιο χρέος και όχι μόνο ως μια προσωρινή απάντηση σε ένα οικονομικό σοκ, η οποία θα μπορούσε να είναι μια πολιτική δύσκολο να ακολουθηθεί ακόμα και αν επέτρεπε στις εξαγωγές να ανακάμψουν.

30042018-3.jpg

Ο Γιάννης Βαρουφάκης, τότε υπουργός Οικονομικών της Ελλάδας, υποστηρικτής των πολιτικών κατά της λιτότητας, μιλά με την διευθύντρια του ΔΝΤ, Christine Lagarde, στο Λουξεμβούργο, τον Ιούνιο του 2015. FRANCOIS LENOIR / REUTERS
——————————————————————————

ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΤΕΛΟΣ

Αντιμέτωπη με ένα τέτοιο δίλημμα, η Γερμανία δεν θα μπορέσει να ανασύρει το κόλπο των Ηνωμένων Πολιτειών να διευθετήσει την τεράστια ζήτηση για το χρέος της χωρίς να υποστεί μεγάλη ανοδική πίεση στο REER της. Η γερμανική οικονομία έχει μόνο το ένα πέμπτο του μεγέθους της αμερικανικής οικονομίας, πράγμα που σημαίνει ότι η Γερμανία δεν θα μπορέσει ποτέ να εκδώσει τόσα ομόλογα (bonds) όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες εκδίδουν τίτλους του Δημοσίου (Treasury securities). Και δυστυχώς για την Γερμανία, αυτή η ροή προς γερμανικά περιουσιακά στοιχεία θα μπορούσε να συμβεί ακριβώς την στιγμή που η διοίκηση Trump κάνει τους επενδυτές να αμφισβητούν πόσο ασφαλή είναι τα αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία σε σχέση με τα γερμανικά.

Εάν οι επενδυτές άρχιζαν να φεύγουν από τα ομόλογα των ΗΠΑ, οι πιέσεις στην Γερμανία θα γίνονταν παγκόσμιες. Θα αναμενόταν να ενεργεί όπως ένας τοπικός ηγεμόνας -που εκδίδει χρέος και αγοράζει εξωτερικά περιουσιακά στοιχεία με τα έσοδα, όπως κάνουν σήμερα οι Ηνωμένες Πολιτείες. Αλλά σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, θα έπαιρνε ελάχιστα από την άνοδο αν έπραττε έτσι, όπως η πληρωμή σημαντικά χαμηλότερων αποδόσεων σε ξένους από όσα θα κέρδιζε από τα κέρδη της από τα ξένα περιουσιακά στοιχεία της. Συγκεκριμένα, προκειμένου να αποφύγει την άνοδο της αξίας του νομίσματός της σε επικίνδυνα επίπεδα, η Γερμανία θα έπρεπε να επιτρέψει στο εξωτερικό της ισοζύγιο (τα στοιχεία που αγοράζει στο εξωτερικό με τα έσοδα που παίρνει από την πώληση όλων αυτών των νέων ομολόγων) να διογκωθεί. Η Γερμανία θα βίωνε συγχρόνως έναν συνδυασμό μιας πολύ ευρείας ανατίμησης του νομίσματος και μιας πολύ μεγάλης αύξησης της έκθεσής της σε εξωτερικούς κινδύνους.

Μακροπρόθεσμα, ένας τέτοιος συνδυασμός αποτελεσμάτων δεν θα ήταν τελείως κακός. Η ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών θα δεχόταν ένα χτύπημα, αλλά η άλλη πλευρά θα ήταν μια μεγάλη ώθηση στην εγχώρια κατανάλωση καθώς οι τιμές των εισαγόμενων αγαθών και υπηρεσιών θα μειώνονταν. Αυτό με την σειρά του θα βοηθούσε στην εξισορρόπηση αυτών των οικονομιών από την εξάρτησή τους από τις εξαγωγές. Όμως, ως χώρα με μεγάλο πλεόνασμα εξωτερικών περιουσιακών στοιχείων έναντι υποχρεώσεων, η Γερμανία έχει ήδη σημαντική έκθεση σε ξένο κίνδυνο, η οποία μόνο θα αυξηθεί σε αυτό το σενάριο. Επιπλέον, η Γερμανία έχει άσχημο ιστορικό [15] στην επιλογή των ξένων περιουσιακών στοιχείων στα οποία επενδύει. Οι γερμανικές τράπεζες τείνουν είτε να ανακυκλώνουν τις υπερβολικές αποταμιεύσεις της χώρας σε περιουσιακά στοιχεία χαμηλού ρίσκου, χαμηλής απόδοσης, σταθερού εισοδήματος στο εξωτερικό, είτε να τις δανείζουν σε ξένες τράπεζες. Σε αντίθεση με τις τράπεζες των ΗΠΑ, δεν έχουν γενικά επενδύσει σε μετοχές και άλλα περιουσιακά στοιχεία υψηλής κερδοφορίας. Ως αποτέλεσμα, οι Γερμανοί κέρδισαν απογοητευτικά χαμηλές αποδόσεις από τα ξένα περιουσιακά στοιχεία τους όταν οι καιροί ήταν καλοί και υπέστησαν ζημίες όταν (όπως και στην προ ευρώ περίοδο) το μάρκο ανατιμάτο σε πραγματικούς όρους ή όταν (μετά την εισαγωγή του ευρώ) οικονομικές και δημοσιονομικές κρίσεις μείωσαν την αξία των ξένων στοιχείων ενεργητικού της.

Εάν η Γερμανία πρόκειται να απολαύσει ένα σχεδόν ηγεμονικό υπερ-προνόμιο, τότε θα πρέπει να γίνει πολύ καλύτερη στην παραγωγή αποδόσεων των ξένων περιουσιακών της στοιχείων κατά την διάρκεια των καλών περιόδων. Ποια, λοιπόν, θα ήταν η πιθανή ισορροπία του προνομίου και της επιβάρυνσης για την Γερμανία μετά από μια ταραχώδη διάλυση της ευρωζώνης;

Δεδομένου του μεγέθους της οικονομίας της, ο εξωτερικός κίνδυνος της Γερμανίας, σε σχέση με το ΑΕΠ της, γρήγορα θα υπερέβαινε εκείνον των ΗΠΑ, πράγμα που σημαίνει ότι θα υποφέρει πολύ περισσότερο σε οποιαδήποτε μελλοντική παγκόσμια οικονομική ή χρηματοπιστωτική κρίση. Η Γερμανία θα πρέπει να αντιμετωπίσει μια πολύ πιο έντονη πραγματική ανατίμηση του νομίσματός της από ό, τι οι Ηνωμένες Πολιτείες σε περίπτωση κρίσης και η επιτυχία της θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το κατά πόσον υιοθέτησε τις διαρθρωτικές αλλαγές προς αύξηση της κατανάλωσης ή αντιστάθηκε σε αυτή τη μετατόπιση και προσπάθησε να υπερασπιστεί το μοντέλο που βασίζεται στις εξαγωγές. Με άλλα λόγια, η Γερμανία θα πρέπει να επιλέξει μεταξύ του να γίνει ένα είδος πεφωτισμένου περιφερειακού οικονομικού ηγεμόνα και του να εντείνει τον προσανατολισμένο στις εξαγωγές μερκαντιλισμό της. Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι οικονομίες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης που θα μοιράζονται το νόμισμα της Γερμανίας θα ήταν ακόμη πιο έντονες, καθώς η ζήτηση για τις εξαγωγές τους θα ήταν πιο ευαίσθητη στην ανατίμηση του πραγματικού ευρώ.

ΜΙΑ ΝΕΑ ΕΛΠΙΔΑ;

Μια διάλυση της ευρωζώνης θα ήταν αναμφίβολα ενοχλητική για την Ευρώπη, αλλά δεν θα ήταν κατ’ ανάγκην τελείως κακή. Μια τέτοια διάσπαση θα ανάγκαζε την Γερμανία και άλλα κράτη με μεγάλα διαρθρωτικά πλεονάσματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών τους να επανεξισορροπήσουν τις οικονομίες τους. Για να περιορίσουν την έκθεσή τους σε ξένα περιουσιακά στοιχεία, δεν θα είχαν άλλη επιλογή παρά να επιτρέψουν στο νόμισμά τους να ανατιμηθεί, πλήττοντας τις εξαγωγές και να ενισχύοντας την εγχώρια κατανάλωση. Και η ανάγκη τους να παράσχουν ασφαλή περιουσιακά στοιχεία χωρίς να προκαλέσουν μια έκρηξη στο μέγεθος των ισολογισμών των τραπεζών τους, θα τους αναγκάσει να εκδώσουν μεγαλύτερο χρέος αντιστρέφοντας την περιττή λιτότητα που έχει προκαλέσει τόση πολλή ζημιά στην ευρωζώνη από την έναρξη της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Οι χώρες με υπερβολικές αποταμιεύσεις -εκείνες που θα χρησιμοποιούν τα πραγματικά ευρώ- θα αφεθούν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα του αποπληθωρισμού που έχουν κάνει τόσα πολλά για να δημιουργήσουν, αντί να αναγκάσουν τις χρεωμένες χώρες να το αντιμετωπίσουν μέσω τιμωρητικών εσωτερικών υποτιμήσεων, όπως κάνουν σήμερα. Το πρόβλημα είναι πώς θα φτάσουμε εκεί χωρίς να καταστρέψουμε την ΕΕ.

Μπορεί να είναι δυνατή η σχεδίαση αυτού του διαχωρισμού, αλλά κάτι τέτοιο θα απαιτούσε υψηλό βαθμό συνεργασίας μεταξύ των συμμετεχουσών χωρών και πρωτοφανή επιδεξιότητα από την ΕΚΤ μαζί με τις εθνικές κεντρικές τράπεζες. Επιπλέον, υπάρχει ελάχιστη πολιτική βούληση για μια τέτοια κίνηση. Όμως, κατά πάσα πιθανότητα, εάν μια χώρα προέβαινε σε δημοψήφισμα για την συμμετοχή της στην ευρωζώνη, θα αποσταθεροποιούσε τις σχέσεις ισχύος που στηρίζουν την ΕΕ. Αυτό θα ήταν μια τραγωδία. Η ΕΕ κακομεταχειρίστηκε την κρίση της ευρωζώνης και φαίνεται να βρίσκεται σε άρνηση σχετικά με την έκταση των προκλήσεων που αντιμετωπίζει. Ωστόσο, η ΕΕ εξακολουθεί να παρέχει την καλύτερη ελπίδα να συνδυάσει την παγκοσμιοποίηση με τις απαιτήσεις της εθνικής πολιτικής.

Όλα αυτά μας φέρνουν πάλι στην αρχή. Οι δημιουργοί του ευρώ επιβάρυναν την Ευρώπη με ένα νόμισμα που μπορεί να αξιοποιήσει το πλήρες δυναμικό του μόνο με έναν βαθμό πολιτικής ολοκλήρωσης που φαίνεται να ξεπερνά την ικανότητα των συμμετεχουσών χωρών. Ωστόσο, είναι εξίσου αδύνατο να καταργηθεί η ευρωζώνη χωρίς να διακυβευθεί η ΕΕ και, μαζί της, η πολιτική σταθερότητα στην Ευρώπη. Όπως έχουμε υποστηρίξει, η ανάπτυξη μέσα σε μια μη ισορροπημένη ένωση μπορεί ακόμα να οδηγήσει σε διάσπαση, με τον λαϊκισμό ως θρυαλλίδα. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, η πιθανή αδυναμία της Γερμανίας να διαδραματίσει τον ρόλο του περιφερειακού ηγεμόνα θα καθιστούσε το δολάριο των ΗΠΑ όλο και πιο απαραίτητο, και την οικονομία των ΗΠΑ ακόμη πιο κεντρική στην παγκόσμια [οικονομία], ακόμη κι αν μετατοπιστεί σε πιο εμφανείς αντι-παγκοσμιοποιητικές πολιτικές υπό τον Trump. Πράγματι, η γερμανική αδυναμία μπορεί τελικά να είναι αυτό που επιτρέπει την συνέχιση του σημερινού συστήματος, παρά τις καλύτερες προσπάθειες εκείνων στην Ουάσινγκτον.

*Το δοκίμιο αυτό δημοσιεύθηκε στο τεύχος αριθ. 50 (Φεβρουάριος – Μάρτιος 2018) του Foreign Affairs The Hellenic Edition.

Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/europe/2018-01-11/how-eurozone-m…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.foreignaffairs.com/reviews/review-essay/2017-10-16/why-briti…
[2] https://www.foreignaffairs.com/topics/trump-administration
[3] https://www.foreignaffairs.com/articles/2011-04-07/can-eurozone-be-saved
[4] https://www.amazon.com/Subprime-Nation-American-Capital-Housing/dp/08014…
[5] http://www.nber.org/papers/w22618
[6] http://www.institutdelors.eu/media/repair-and-prepare-growth-and-the-eur…
[7] https://ec.europa.eu/commission/commissioners/2014-2019/katainen/announc…
[8] https://www.foreignaffairs.com/articles/asia/1998-07-01/china-and-asian-…
[9] https://www.amazon.com/dp/B00BJK4Y7U/ref=dp-kindle-redirect?_encoding=UT…
[10] http://comtrade.un.org/
[11] http://atlas.cid.harvard.edu/
[12] https://ec.europa.eu/info/business-economy-euro/economic-performance-and…
[13] http://www.lemonde.fr/idees/article/2017/02/06/le-projet-du-fn-tuer-l-eu…
[14] https://www.ft.com/content/4857b806-7436-11e6-b60a-de4532d5ea35
[15] http://www.cer.eu/publications/archive/policy-brief/2015/germany-rebalan…

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Κίνα Vs Αμερική

1

Διαχειριζόμενοι την επόμενη σύγκρουση των πολιτισμών

Περίληψη:
Οι εντάσεις μεταξύ αμερικανικών και κινεζικών αξιών, παραδόσεων και φιλοσοφιών θα επιδεινώσουν τις θεμελιώδεις διαρθρωτικές πιέσεις που συμβαίνουν κάθε φορά που μια αναδυόμενη δύναμη, όπως η Κίνα, απειλεί να μετατοπίσει μια καθιερωμένη δύναμη, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο GRAHAM ALLISON είναι ο καθηγητής Διακυβέρνησης στην έδρα Douglas Dillon στην Σχολή Διακυβέρνησης Κένεντι του πανεπιστημίου Χάρβαρντ. Αυτό το δοκίμιο είναι προσαρμοσμένο από το βιβλίο του Destined for War: Can America and China Escape Thucydides’s Trap? [1] (Houghton Mifflin Harcourt, 2017).

Καθώς οι Αμερικανοί αφυπνίζονται με μια ανερχόμενη Κίνα που τώρα ανταγωνίζεται τις Ηνωμένες Πολιτείες σε κάθε πεδίο, πολλοί αναζητούν παρηγοριά στην πεποίθηση ότι καθώς η Κίνα γίνεται πλουσιότερη και ισχυρότερη, θα ακολουθήσει τα βήματα της Γερμανίας, της Ιαπωνίας και άλλων χωρών που έχουν υποστεί βαθιές μεταμορφώσεις και αναδύθηκαν ως προωθημένες φιλελεύθερες δημοκρατίες. Από αυτή την άποψη, το μαγικό κοκτέιλ της παγκοσμιοποίησης, του καταναλωτισμού που βασίζεται στην αγορά και της ενσωμάτωσης στην διεθνή τάξη που βασίζεται σε κανόνες [2], θα οδηγήσουν τελικά την Κίνα να γίνει δημοκρατική εγχωρίως και να εξελιχθεί σε αυτό που είχε περιγράψει κάποτε ο πρώην αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Ρόμπερτ Ζέλικ, σε «υπεύθυνο εταίρο» [3] στο εξωτερικό.

29042018-1.jpg

O πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, και ο Κινέζος πρόεδρος, Σι Τζινπίνγκ, στο Αμβούργο της Γερμανίας, τον Ιούλιο του 2017. SAUL LOEB/REUTERS
—————————————————————————————-

Ο Samuel Huntington διαφώνησε. Στο δοκίμιό του «Η σύγκρουση των πολιτισμών; [4]», που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό αυτό το 1993, ο πολιτικός επιστήμονας ισχυρίστηκε ότι, μακράν του να διαλυθούν μέσα σε μια παγκόσμια φιλελεύθερη παγκόσμια τάξη, τα πολιτισμικά ρήγματα θα ήταν ένα καθοριστικό χαρακτηριστικό του μεταψυχροπολεμικού κόσμου. Το επιχείρημα του Χάντινγκτον μνημονεύεται σήμερα κυρίως για την πρόγνωσή του στην επισήμανση του χάσματος ανάμεσα στους «Δυτικούς και ισλαμιστικούς πολιτισμούς» -ένα ρήγμα που αποκαλύφθηκε πιο έντονα από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου [2001] και τις συνέπειές τους. Όμως ο Χάντινγκτον είδε το χάσμα ανάμεσα στον υπό την ηγεσία των ΗΠΑ Δυτικό πολιτισμό και τον κινεζικό πολιτισμό, εξίσου βαθύ, διαρκές και επακόλουθο. Όπως έλεγε, «Ακριβώς η αντίληψη ότι θα μπορούσε να υπάρξει ένας “καθολικός πολιτισμός” είναι μια Δυτική ιδέα, σε άμεση αντίθεση με την ιδιαιτερότητα των περισσότερων ασιατικών κοινωνιών και την έμφαση που δίνουν σε αυτό που διακρίνει έναν λαό από έναν άλλο».

Τα χρόνια έκτοτε έχουν ενισχύσει την υπόθεση του Huntington. Οι προσεχείς δεκαετίες μόνο θα την ενισχύσουν περαιτέρω. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ενσαρκώνουν αυτό που ο Χάντιγκτον θεωρούσε ως Δυτικό πολιτισμό. Και οι εντάσεις μεταξύ αμερικανικών και κινεζικών αξιών, παραδόσεων και φιλοσοφιών θα επιδεινώσουν τις θεμελιώδεις διαρθρωτικές πιέσεις που συμβαίνουν κάθε φορά που μια αναδυόμενη δύναμη, όπως η Κίνα, απειλεί να μετατοπίσει μια καθιερωμένη δύναμη, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο λόγος που οι μετατοπίσεις αυτές συχνά οδηγούν σε σύγκρουση είναι η «παγίδα του Θουκυδίδη» [5], που πήρε το όνομά της από τον αρχαίο Έλληνα ιστορικό ο οποίος παρατήρησε την επικίνδυνη δυναμική ανάμεσα σε μια ανερχόμενη Αθήνα και την κυβερνώσα Σπάρτη. Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, «Η άνοδος της Αθήνας, και ο φόβος που αυτή ενστάλαξε στην Σπάρτη, έκανε τον πόλεμο αναπόφευκτο». Οι ανερχόμενες δυνάμεις, κατανοητά, νοιώθουν μια αυξανόμενη αίσθηση δικαιώματος και απαιτούν μεγαλύτερη επιρροή και σεβασμό. Οι καθιερωμένες δυνάμεις, που αντιμετωπίζουν αμφισβητίες, τείνουν να γίνονται φοβισμένες, ανασφαλείς και αμυντικές. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι παρεξηγήσεις μεγεθύνονται, η συμπάθεια παραμένει άπιαστη και τα γεγονότα και οι ενέργειες τρίτων που διαφορετικά θα ήταν πράγματα ασήμαντα ή διαχειρίσιμα, μπορούν να προκαλέσουν πολέμους στους οποίους οι πρωταγωνιστές δεν θέλησαν ποτέ να πολεμήσουν.

Στην περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας [6], οι κίνδυνοι [της παγίδας] του Θουκυδίδη εντείνονται από την πολιτισμική ασυμβατότητα μεταξύ των δύο χωρών, γεγονός που επιδεινώνει τον ανταγωνισμό τους και καθιστά δυσκολότερη την προσέγγιση. Αυτή η αναντιστοιχία παρατηρείται ευκολότερα στις βαθιές διαφορές μεταξύ των αμερικανικών και κινεζικών αντιλήψεων περί το κράτος, την οικονομία, τον ρόλο των ατόμων, των σχέσεων μεταξύ των εθνών και της φύσης του χρόνου.

Οι Αμερικανοί βλέπουν την κυβέρνηση ως απαραίτητο κακό και πιστεύουν ότι η τάση του κράτους προς την τυραννία και την κατάχρηση εξουσίας πρέπει να αποτελεί φόβητρο και να περιορίζεται. Για τους Κινέζους, η κυβέρνηση είναι ένα απαραίτητο αγαθό, ο θεμελιώδης πυλώνας που εξασφαλίζει την τάξη και εμποδίζει το χάος. Στον καπιταλισμό της ελεύθερης αγοράς αμερικανικού τύπου, η κυβέρνηση θεσπίζει και επιβάλλει τους κανόνες˙ η κρατική ιδιοκτησία και η κυβερνητική παρέμβαση στην οικονομία εμφανίζονται ενίοτε αλλά είναι ανεπιθύμητες εξαιρέσεις. Στην κρατικά καθοδηγούμενη οικονομία της Κίνας, η κυβέρνηση καθορίζει στόχους για την ανάπτυξη, επιλέγει και επιδοτεί τις βιομηχανίες για ανάπτυξη, προωθεί τους εθνικούς πρωταθλητές και αναλαμβάνει σημαντικά μακροπρόθεσμα οικονομικά σχέδια για την προώθηση των συμφερόντων του έθνους.

Ο κινεζικός πολιτισμός δεν εξυμνεί τον αμερικάνικου στυλ ατομικισμό, ο οποίος μετρά την κοινωνία από το πόσο καλά προστατεύει τα δικαιώματα και προάγει την ελευθερία των ατόμων. Πράγματι, ο κινεζικός όρος για τον «ατομικισμό» -grenzhuyi- υποδηλώνει μια εγωιστική ανησυχία για τον εαυτό κάποιου επί της κοινότητας. Το ισοδύναμο της Κίνας «δώσε μου ελευθερία ή δώσε μου θάνατο» θα ήταν «δώσε μου μια αρμονική κοινότητα ή δώσε μου θάνατο». Για την Κίνα, η τάξη είναι η υψηλότερη αξία και η αρμονία προκύπτει από μια ιεραρχία στην οποία οι συμμετέχοντες υπακούν στο πρώτο πρόσταγμα του Κομφούκιου: Γνωρίζετε την θέση σας.

Η άποψη αυτή ισχύει όχι μόνο για την εγχώρια κοινωνία αλλά και για τις παγκόσμιες υποθέσεις, όπου η άποψη της Κίνας θεωρεί ότι η νόμιμη θέση της Κίνας βρίσκεται στην κορυφή της πυραμίδας˙ άλλα κράτη πρέπει να διευθετηθούν ως δευτερεύοντες υποτελείς. Η αμερικανική άποψη είναι κάπως διαφορετική. Από τουλάχιστον το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Ουάσιγκτον προσπάθησε να αποτρέψει την ανάδυση ενός «ανταγωνιστή από ομοτίμους» που θα μπορούσε να αμφισβητήσει την στρατιωτική κυριαρχία των ΗΠΑ. Αλλά οι μεταπολεμικές αμερικανικές αντιλήψεις για την διεθνή τάξη υπογράμμισαν επίσης την ανάγκη για ένα παγκόσμιο σύστημα βασισμένο σε κανόνες, που θα συγκρατεί ακόμη και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Τέλος, οι Αμερικανοί και οι Κινέζοι σκέφτονται τον χρόνο και βιώνουν το πέρασμά του με διαφορετικό τρόπο. Οι Αμερικανοί τείνουν να επικεντρώνονται στο παρόν και συχνά υπολογίζουν σε ώρες ή ημέρες. Οι Κινέζοι, από την άλλη πλευρά, είναι περισσότερο ιστορικά-διατεθειμένοι και συχνά σκέφτονται με δεκαετίες, ακόμη και αιώνες.

Φυσικά, αυτές είναι σαρωτικές γενικεύσεις που κατ’ ανάγκην είναι αφαιρετικές και δεν αντανακλούν πλήρως τις πολυπλοκότητες της αμερικανικής και της κινεζικής κοινωνίας. Αλλά παρέχουν επίσης σημαντικές υπενθυμίσεις ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Κίνα πρέπει να έχουν κατά νου να επιδιώκουν να διαχειριστούν αυτόν τον ανταγωνισμό χωρίς πόλεμο.

ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ

Οι πολιτισμικές διαφορές μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας επιδεινώνονται από ένα αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό που μοιράζονται και οι δύο χώρες: Ένα σύμπλεγμα εξαιρετικής υπεροχής. Η καθεμιά [χώρα] θεωρεί εαυτήν ως εξαιρετική [7], χωρίς ομότιμους. Αλλά μπορεί να υπάρχει μόνο ένα «νούμερο ένα». Ο Lee Kuan Yew, πρώην πρωθυπουργός της Σιγκαπούρης, είχε αμφιβολίες για την ικανότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να προσαρμοστούν σε μια ανερχόμενη Κίνα. «Για να εκτοπιστεί η Αμερική, όχι στον κόσμο αλλά μόνο στον δυτικό Ειρηνικό, από έναν ασιατικό λαό που από μακρού χρόνου [της] είναι απεχθής και απορρίπτεται με περιφρόνηση ως παρακμιακός, αδύναμος, διεφθαρμένος και ανήμπορος, είναι πολύ δύσκολο να το δεχτεί συναισθηματικά», είπε σε μια συνέντευξη το 1999. «Η αίσθηση της πολιτιστικής υπεροχής των Αμερικανών θα κάνει την προσαρμογή αυτή πιο δύσκολη».

29042018-2.jpg

Στρατιώτες του κινεζικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού σε παρέλαση στην Αυτόνομη Περιοχή της Μογγολίας, τον Ιούλιο του 2017. CHINA DAILY / REUTERS
———————————————————————————–

Με κάποιους τρόπους, η κινεζική ιδιαιτερότητα [στμ: από το exceptionalism, εξεψιοναλισμός] είναι πιο σαρωτική από την αντίστοιχη αμερικανική. «Η κινεζική αυτοκρατορία είδε τον εαυτό της ως το κέντρο του πολιτισμένου σύμπαντος», γράφει ο ιστορικός Χάρι Γκέλερ στο βιβλίο του, του 2001, Nations Out of Empires [8]. Κατά την διάρκεια της αυτοκρατορικής εποχής, «ο Κινέζος μελετητής-γραφειοκράτης δεν σκεπτόταν καθόλου την “Κίνα” ή τον “κινεζικό πολιτισμό” με την σύγχρονη έννοια. Για αυτόν, υπήρχαν ο λαός του Χαν και, πέρα από αυτόν, μόνο βαρβαρότητα. Ό, τι δεν ήταν πολιτισμένο ήταν, εξ ορισμού, βάρβαρο».

Μέχρι σήμερα, οι Κινέζοι είναι πολύ υπερήφανοι για τα πολιτιστικά επιτεύγματά τους. «Το έθνος μας είναι ένα μεγάλο έθνος», δήλωσε ο Κινέζος πρόεδρος, Xi Jinping, σε ομιλία του το 2012. «Κατά την διάρκεια της πολιτιστικής και αναπτυξιακής διαδικασίας που ξεπερνά τα 5.000 χρόνια, το κινεζικό έθνος έχει συμβάλει ανεξίτηλα στον πολιτισμό και την εξέλιξη της ανθρωπότητας». Ο Xi ισχυρίστηκε στο βιβλίο του «Η διακυβέρνηση της Κίνας» [9], ότι «ο συνεχής κινεζικός πολιτισμός δεν ισούται με τίποτα στην γη, αλλά είναι ένα μοναδικό επίτευγμα στην παγκόσμια ιστορία».

Οι Αμερικανοί, επίσης, θεωρούν τον εαυτό τους ως την εμπροσθοφυλακή του πολιτισμού, ειδικά όταν πρόκειται για την πολιτική εξέλιξη. Ένα πάθος για την ελευθερία κατοχυρώνεται στο κεντρικό έγγραφο της αμερικανικής πολιτικής πίστης, την Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, που διακηρύσσει ότι «όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ίσοι» και ότι «είναι προικισμένοι από τον Δημιουργό τους με ορισμένα αναφαίρετα Δικαιώματα». Η Διακήρυξη εξειδικεύει ότι αυτά τα δικαιώματα περιλαμβάνουν την «ζωή, την ελευθερία και την επιδίωξη της ευτυχίας» και ισχυρίζεται εμφατικά ότι αυτά δεν είναι θέματα συζήτησης αλλά μάλλον «αυτονόητες» αλήθειες. Όπως έγραψε ο Αμερικανός ιστορικός Richard Hofstadter: «Είναι η μοίρα μας ως έθνος να μην έχουμε ιδεολογίες, αλλά να είμαστε μια [ιδεολογία]». Σε αντιδιαστολή, η τάξη είναι η κεντρική πολιτική αξία για τους Κινέζους –και η τάξη προκύπτει από την ιεραρχία. Η ατομική ελευθερία, όπως το αντιλαμβάνονται οι Αμερικανοί, διαταράσσει την ιεραρχία˙ από την κινεζική άποψη, [αυτό] προσκαλεί το χάος.

ΚΑΝΤΕ Ο,ΤΙ ΛΕΩ … ΚΑΙ Ο,ΤΙ ΚΑΝΩ;

Αυτές οι φιλοσοφικές διαφορές βρίσκουν έκφραση στην έννοια της διακυβέρνησης κάθε χώρας. Αν και κινητοποιούντο από μια βαθιά δυσπιστία για την εξουσία, οι ιδρυτές των Ηνωμένων Πολιτειών [10] αναγνώρισαν ότι η κοινωνία απαιτούσε διακυβέρνηση. Διαφορετικά, ποιος θα προστατεύσει τους πολίτες από ξένες απειλές ή παραβιάσεις των δικαιωμάτων τους από εγκληματίες εγχωρίως; Πάλεψαν, ωστόσο, με ένα δίλημμα: Μια κυβέρνηση αρκετά ισχυρή για να εκτελέσει τις βασικές της λειτουργίες θα μπορούσε να τείνει προς την τυραννία. Για να διαχειριστούν αυτή την πρόκληση, σχεδίασαν μια κυβέρνηση «διαχωρισμένων θεσμών που μοιράζονται την εξουσία», όπως το περιέγραψε ο ιστορικός Richard Neustadt. Αυτό σκόπιμα παρήγαγε συνεχή αγώνα μεταξύ του εκτελεστικού, του νομοθετικού και του δικαστικού κλάδου, γεγονός που οδήγησε σε καθυστερήσεις, αδιέξοδα ή ακόμα και δυσλειτουργίες. Παράλληλα, παρέσχε επίσης ελέγχους και ισορροπίες (checks and balances) έναντι των καταχρήσεων.

Η κινεζική αντίληψη της κυβέρνησης και ο ρόλος της στην κοινωνία δύσκολα θα μπορούσαν να είναι πιο διαφορετικοί. Όπως επισήμανε ο Lee, «Η ιστορία και οι πολιτιστικές επιδόσεις της χώρας δείχνουν ότι όταν υπάρχει ένα ισχυρό κέντρο (Πεκίνο ή Ναντζίνγκ), η χώρα είναι ειρηνική και ευημερούσα. Όταν το κέντρο είναι αδύναμο, τότε οι επαρχίες και οι περιοχές τους διευθύνονται από μικρούς πολέμαρχους». Ως εκ τούτου, το είδος ισχυρής κεντρικής κυβέρνησης στο οποίο οι Αμερικανοί αντιστέκονται αντιπροσωπεύει για τους Κινέζους τον κύριο παράγοντα που προωθεί την τάξη και το κοινό καλό στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.

Για τους Αμερικανούς, η δημοκρατία είναι η μόνη δίκαιη μορφή διακυβέρνησης: Οι Αρχές αντλούν τη νομιμοποίησή τους από την συγκατάθεση των κυβερνωμένων. Αυτή δεν είναι η επικρατούσα άποψη στην Κίνα, όπου είναι σύνηθες να πιστεύεται ότι η κυβέρνηση κερδίζει ή χάνει την πολιτική νομιμοποίηση με βάση την απόδοσή της. Σε μια προκλητική ομιλία του TED Talk που πραγματοποιήθηκε το 2013, ο επενδυτής κεφαλαίων Eric Li [11], που έχει ως έδρα του την Σαγκάη, αμφισβήτησε την υποθετική υπεροχή της δημοκρατίας. «Με ρώτησαν μια φορά, “Το κόμμα δεν ψηφίστηκε από εκλογές. Πού είναι η πηγή της νομιμοποίησης;”, εξιστόρησε. ‘Είπα, “Τι λέτε για την ικανότητα;”». Συνέχισε υπενθυμίζοντας στο ακροατήριό του ότι το 1949, όταν ανέλαβε την εξουσία το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα, «η Κίνα ήταν βυθισμένη στον εμφύλιο πόλεμο, διαμελισμένη από την ξένη επιθετικότητα και το μέσο προσδόκιμο ζωής ήταν τα 41 χρόνια. Σήμερα [η Κίνα] είναι η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, μια ατμομηχανή της βιομηχανίας, και οι άνθρωποί της ζουν σε αυξανόμενη ευημερία».

29042018-3.jpg

Ο Henry Kissinger και ο Mao Zedong στο Πεκίνο, το 1975.
———————————————————————————

Η Ουάσιγκτον και το Πεκίνο έχουν επίσης σαφώς διαφορετικές προσεγγίσεις όσον αφορά την προώθηση των θεμελιωδών πολιτικών τους αξιών σε διεθνές επίπεδο. Οι Αμερικανοί πιστεύουν ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα και η δημοκρατία είναι καθολικές φιλοδοξίες, απαιτώντας μόνο το παράδειγμα των Ηνωμένων Πολιτειών (και μερικές φορές μια νεοϊμπεριαλιστική ώθηση) για να υλοποιηθούν παντού. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπως έγραψε ο Χάντινγκτον στο επόμενο βιβλίο του, Η Σύγκρουση των Πολιτισμών, είναι «ένα ιεραποστολικό έθνος», που οδηγείται από την πεποίθηση ότι «οι μη Δυτικοί λαοί θα πρέπει να δεσμευτούν στις Δυτικές αξίες … και θα πρέπει να ενσωματώσουν αυτές τις αξίες στα θεσμικά τους όργανα». Οι περισσότεροι Αμερικανοί πιστεύουν ότι τα δημοκρατικά δικαιώματα θα ωφελήσουν τους πάντες, οπουδήποτε στον κόσμο.

Κατά την διάρκεια των δεκαετιών, η Ουάσινγκτον έχει ακολουθήσει μια εξωτερική πολιτική που επιδιώκει να προωθήσει την αιτία της δημοκρατίας -ακόμη και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να επιχειρήσει να την επιβάλει σε εκείνους που δεν την έχουν αγκαλιάσει οι ίδιοι. Αντίθετα, παρόλο που οι Κινέζοι πιστεύουν ότι οι άλλοι μπορούν να κοιτάξουν προς αυτούς, να θαυμάσουν τις αρετές τους και ακόμη και να προσπαθήσουν να μιμηθούν την συμπεριφορά τους, οι ηγέτες της Κίνας δεν προσηλύτισαν εξ ονόματος της προσέγγισής τους. Όπως σημείωσε και ο Αμερικανός διπλωμάτης Henry Kissinger [12], η αυτοκρατορική Κίνα «δεν εξήγαγε τις ιδέες της, αλλά άφησε άλλους να έρθουν να τις αναζητήσουν». Και χωρίς να αποτελέσει έκπληξη, οι Κινέζοι ηγέτες ήταν βαθιά καχύποπτοι για τις προσπάθειες των ΗΠΑ να τους προσηλυτίσουν στην αμερικανική πίστη. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ο Deng Xiaoping, ο οποίος ηγήθηκε της Κίνας από το 1978 έως το 1989 και ξεκίνησε τη διαδικασία οικονομικής φιλελευθεροποίησης της χώρας, παραπονέθηκε σε έναν φιλοξενούμενο αξιωματούχο ότι οι Δυτικές συζητήσεις για τα «ανθρώπινα δικαιώματα, την ελευθερία και την δημοκρατία αποσκοπούν αποκλειστικά στην προστασία των συμφερόντων των ισχυρών και πλούσιων χωρών, οι οποίες εκμεταλλεύονται την δύναμή τους για να φοβερίσουν τις αδύναμες χώρες, και οι οποίες επιδιώκουν την ηγεμονία και ασκούν πολιτικές ισχύος».

ΑΡΓΗ ΚΑΙ ΓΡΗΓΟΡΗ ΣΚΕΨΗ

Η αμερικανική και η κινεζική αίσθηση του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος είναι θεμελιωδώς διαφορετική. Οι Αμερικανοί εκθείασαν με υπερηφάνεια την χώρα τους όταν έγινε 241 ετών τον Ιούλιο˙ οι Κινέζοι αρέσκονται να σημειώνουν ότι η ιστορία τους εκτείνεται σε πέντε χιλιετίες. Οι ηγέτες των ΗΠΑ συχνά αναφέρονται στο «αμερικανικό πείραμα» και οι ενίοτε τυχαίες πολιτικές τους αντικατοπτρίζουν αυτή την στάση. Η Κίνα, αντιθέτως, θεωρεί τον εαυτό της ως ένα προσάρτημα του σύμπαντος: Υπήρχε πάντα˙ και πάντα θα υπάρχει.

Λόγω της εκτατικής αίσθησης που έχουν για τον χρόνο, οι Κινέζοι ηγέτες φροντίζουν να διακρίνουν το οξύ από το χρόνιο και το επείγον από το απλώς σημαντικό. Είναι δύσκολο να φανταστεί κάποιος ένα πολιτικό ηγέτη των ΗΠΑ να προτείνει ότι ένα μείζον πρόβλημα εξωτερικής πολιτικής πρέπει να τεθεί στο λεγόμενο ράφι για μια γενιά. Αυτό, όμως, συνέβη ακριβώς με τον Deng το 1979, όταν καθοδήγησε την κινεζική πλευρά στις διαπραγματεύσεις με την Ιαπωνία για τα επίμαχα νησιά Diaoyu / Senkaku και δέχτηκε μια ενδεχόμενη αντί για μια άμεση λύση στην διαμάχη.

29042018-4.jpg

Μια προτομή του Θουκυδίδη, του 1ου αιώνα.
—————————————————————————————

Πάντα πιο ευαίσθητοι στις απαιτήσεις του κύκλου των ειδήσεων και της λαϊκής κοινής γνώμης, οι πολιτικοί των ΗΠΑ απευθύνονται στο Twitter ή ανακοινώνουν παρηχητικά σχέδια πολιτικής με bullet-points, τα οποία υπόσχονται γρήγορες λύσεις. Αντίθετα, οι Κινέζοι ηγέτες είναι στρατηγικά υπομονετικοί: Όσο οι τάσεις κινούνται προς όφελός τους, είναι άνετοι στο να περιμένουν για κάποιο πρόβλημα. Οι Αμερικανοί θεωρούν τους εαυτούς τους ως λύτες προβλημάτων. Αντανακλώντας το βραχυπρόθεσμο, βλέπουν τα προβλήματα ως διακριτά ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν τώρα, ώστε να μπορούν να προχωρήσουν στα επόμενα. Ο Αμερικανός μυθιστοριογράφος και ιστορικός Gore Vidal [13] κάποτε αποκάλεσε την χώρα του «Ηνωμένες Πολιτείες της Αμνησίας» -ένας τόπος όπου κάθε ιδέα είναι μια καινοτομία και κάθε κρίση είναι άνευ προηγουμένου. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την βαθιά ιστορική και θεσμική μνήμη των Κινέζων, οι οποίοι συμπεραίνουν ότι δεν υπάρχει τίποτα νέο κάτω από τον ήλιο.

Πράγματι, οι Κινέζοι ηγέτες τείνουν να πιστεύουν ότι πολλά προβλήματα δεν μπορούν να λυθούν και αντί γι’ αυτό πρέπει να τύχουν διαχείρισης. Βλέπουν τις προκλήσεις ως μακροπρόθεσμες και επαναλαμβανόμενες˙ τα θέματα που αντιμετωπίζουν σήμερα προέκυψαν από διαδικασίες που έχουν εξελιχθεί κατά την διάρκεια του περασμένου έτους, της δεκαετίας ή του αιώνα. Οι πολιτικές δράσεις που πραγματοποιούν σήμερα απλώς θα συμβάλουν στην εξέλιξη αυτή. Για παράδειγμα, από το 1949 η Ταϊβάν κυβερνάται από αυτούς που το Πεκίνο θεωρεί απατεώνες Κινέζους εθνικιστές. Αν και οι Κινέζοι ηγέτες επιμένουν ότι η Ταϊβάν παραμένει αναπόσπαστο κομμάτι της Κίνας, έχουν ακολουθήσει μια μακροπρόθεσμη στρατηγική που συνεπάγεται την ενίσχυση των οικονομικών και κοινωνικών περιπλοκών για να απορροφήσουν αργά-αργά το νησί.

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΦΕΝΤΙΚΟ;

Η πολιτισμική σύγκρουση που θα κάνει πιο δύσκολο για την Ουάσινγκτον και το Πεκίνο να ξεφύγουν από την «παγίδα του Θουκυδίδη», προκύπτει από τις ανταγωνιστικές αντιλήψεις τους για την παγκόσμια τάξη [14]. Η μεταχείριση της Κίνας προς τους ίδιους της τους πολίτες παρέχει το σενάριο για τις σχέσεις της με ασθενέστερους γείτονες στο εξωτερικό. Το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα διατηρεί την τάξη επιβάλλοντας μια αυταρχική ιεραρχία που απαιτεί τον σεβασμό και την συμμόρφωση των πολιτών. Η διεθνής συμπεριφορά της Κίνας αντικατοπτρίζει παρόμοιες προσδοκίες τάξης: Σε μια αυθόρμητη στιγμή κατά την διάρκεια μιας συνάντησης του Συνδέσμου των Χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας (Association of Southeast Asian Nations, ASEAN) το 2010, ο Κινέζος υπουργός Εξωτερικών, Yang Jiechi, απάντησε στις καταγγελίες για την κινεζική επιθετικότητα στην Θάλασσα της Νότιας Κίνας λέγοντας στους περιφερειακούς ομολόγους του και την υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Χίλαρι Κλίντον, ότι «η Κίνα είναι μια μεγάλη χώρα και άλλες χώρες είναι μικρές χώρες, και αυτό είναι απλώς ένα γεγονός».

Αντίθετα, οι Αμερικανοί ηγέτες επιδιώκουν έναν διεθνή κανόνα δικαίου, ο οποίος είναι κατ’ ουσίαν ένας διευρυμένος αμερικανικός εσωτερικός κανόνας δικαίου. Ταυτόχρονα, αναγνωρίζουν επίσης τις πραγματικότητες της ισχύος στην παγκόσμια Χομπσιανή ζούγκλα, όπου είναι καλύτερα να είσαι το λιοντάρι παρά το αρνί. Η Ουάσιγκτον προσπαθεί συχνά να συμβιβάσει αυτή την ένταση απεικονίζοντας έναν κόσμο στον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ένας καλόπιστος ηγεμόνας, ενεργώντας ως ο νομοθέτης, ο αστυνομικός, ο δικαστής και το δικαστήριο του κόσμου.

Η Ουάσιγκτον παροτρύνει άλλες δυνάμεις να αποδεχθούν την διεθνή τάξη που βασίζεται σε κανόνες, στην οποία προεδρεύει. Αλλά μέσα από τα κινέζικα μάτια, φαίνεται σαν οι Αμερικανοί να φτιάχνουν τους κανόνες και οι άλλοι να υπακούν στις εντολές της Ουάσιγκτον. Ο στρατηγός Martin Dempsey [15], πρώην αρχηγός του Γενικού Επιτελείου των Ενόπλων Δυνάμεων, εξοικειώθηκε με την προβλέψιμη δυσαρέσκεια που αυτό προξενούσε στην Κίνα. «Ένα από τα πράγματα που με εντυπωσίασε με τους Κινέζους είναι ότι κάθε φορά που θα είχα μια συζήτηση μαζί τους σχετικά με τα διεθνή πρότυπα ή τους διεθνείς κανόνες συμπεριφοράς, θα αναφέρονταν αναπόφευκτα στο ότι αυτοί οι κανόνες έγιναν όταν εκείνοι απουσίαζαν από την παγκόσμια σκηνή», παρατήρησε ο Dempsey σε συνέντευξή του στο Foreign Affairs πέρυσι.

ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΣΟΥ

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν περάσει σχεδόν τρεις δεκαετίες ως η πιο ισχυρή χώρα στον κόσμο. Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου, η μαζική επιρροή της Ουάσινγκτον στις παγκόσμιες υποθέσεις κατέστησε ζωτικής σημασίας για τις ελίτ και τους ηγέτες σε άλλα έθνη να κατανοήσουν τον αμερικανικό πολιτισμό και την αμερικανική προσέγγιση στην στρατηγική. Οι Αμερικανοί, από την άλλη πλευρά, αισθάνονταν συχνά ότι έχουν την πολυτέλεια να μην χρειάζεται να σκεφτούν πάρα πολύ για τις κοσμοθεωρίες των ανθρώπων αλλού –μια έλλειψη ενδιαφέροντος που ενθαρρύνεται από την πίστη πολλών αμερικανικών ελίτ, ότι ο υπόλοιπος κόσμος έχει σιγά-σιγά αλλά σίγουρα γίνει όλο και περισσότερο όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες ούτως ή άλλως.

Τα τελευταία χρόνια, όμως, η άνοδος της Κίνας [16] αμφισβήτησε αυτή την αδιαφορία. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής στις Ηνωμένες Πολιτείες αρχίζουν να αναγνωρίζουν ότι πρέπει να βελτιώσουν την κατανόησή τους για την Κίνα -και ιδιαίτερα για την κινεζική στρατηγική σκέψη. Ειδικότερα, οι πολιτικοί των ΗΠΑ έχουν αρχίσει να βλέπουν διακριτά χαρακτηριστικά στον τρόπο που σκέφτονται οι Κινέζοι ομόλογοί τους για την χρήση της στρατιωτικής δύναμης. Για να αποφασίσουν εάν, πότε και πώς θα επιτεθούν σε αντιπάλους τους, οι Κινέζοι ηγέτες είναι ως επί το πλείστον λογικοί και ρεαλιστές. Πέρα όμως από αυτό, οι Αμερικανοί πολιτικοί και αναλυτές έχουν εντοπίσει πέντε υποθέσεις και προτιμήσεις που προσφέρουν περαιτέρω ενδείξεις για την πιθανή στρατηγική συμπεριφορά της Κίνας στις αντιπαραθέσεις.

Πρώτον, τόσο στον πόλεμο όσο και στην ειρήνη, η κινεζική στρατηγική κατευθύνεται άκαμπτα από την realpolitik και χωρίς επιβάρυνση από οποιαδήποτε σοβαρή ανάγκη να δικαιολογήσει την κινεζική συμπεριφορά από πλευράς διεθνούς δικαίου ή ηθικών κανόνων. Αυτό επιτρέπει στην κινεζική κυβέρνηση να είναι αδίστακτα ευέλικτη, καθώς αισθάνεται λίγους περιορισμούς από προηγούμενες λογικές και είναι σε μεγάλο βαθμό απρόσβλητη από τις επικρίσεις περί ασυνέπειας. Έτσι, για παράδειγμα, όταν ο Κίσινγκερ έφτασε στην Κίνα το 1971 για να ξεκινήσει μυστικές συνομιλίες για μια αμερικανο-κινεζική προσέγγιση, διαπίστωσε ότι οι συνομιλητές του δεν δεσμεύονταν από την ιδεολογία και ήταν άγρια ​​ευθείς για τα εθνικά συμφέροντα της Κίνας. Ενώ ο Κίσινγκερ και ο Αμερικανός πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον θεώρησαν απαραίτητο να δικαιολογήσουν τον συμβιβασμό στον οποίον έφτασαν τελικά για να τερματίσουν τον πόλεμο στο Βιετνάμ ως «ειρήνη με τιμή», ο Κινέζος ηγέτης Μάο Τσε Τουνγκ δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να προσποιηθεί ότι με την εδραίωση σχέσεων με τις καπιταλιστικές Ηνωμένες Πολιτείες για να ενισχύσει την θέση της κομμουνιστικής Κίνας έναντι της Σοβιετικής Ένωσης ενίσχυε με κάποιο τρόπο ένα μεγαλύτερο σοσιαλιστικό διεθνές κίνημα.

Ακριβώς όπως η πρακτική προσέγγιση της Κίνας στην διεθνή πολιτική δίνει αναμφισβήτητα στην Κίνα ένα πλεονέκτημα έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών, το ίδιο κάνει και η εμμονικά ολιστική στρατηγική κοσμοθεωρία της Κίνας. Οι Κινέζοι σχεδιαστές βλέπουν τα πάντα ως συνδεδεμένα με οτιδήποτε άλλο. Το εξελισσόμενο περιβάλλον στο οποίο συμβαίνει μια στρατηγική κατάσταση καθορίζει αυτό που οι Κινέζοι ονομάζουν shi. Αυτός ο όρος δεν έχει άμεση αγγλική μετάφραση, αλλά μπορεί να αποδοθεί ως η «δυνητική ενέργεια» ή «συγκυρία» που είναι εγγενής σε οποιαδήποτε περίσταση σε μια δεδομένη στιγμή. Περιλαμβάνει την γεωγραφία και το έδαφος, τον καιρό, την ισορροπία δυνάμεων, την έκπληξη, το ηθικό και πολλά άλλα στοιχεία. «Ο κάθε παράγοντας επηρεάζει τους άλλους», όπως έγραψε ο Κίσινγκερ στο βιβλίο του, On China, το 201, «δίνοντας υπόσταση σε λεπτές αλλαγές στην συγκυρία και στο σχετικό πλεονέκτημα». Έτσι, ένας επιδέξιος Κινέζος στρατηγιστής ξοδεύει τον περισσότερο χρόνο υπομονετικά «παρατηρώντας και καλλιεργώντας αλλαγές στο στρατηγικό τοπίο» και κινείται μόνο όταν όλα βρίσκονται στην βέλτιστη ευθυγράμμιση. Μετά, χτυπά γρήγορα. Για έναν παρατηρητή, το αποτέλεσμα φαίνεται αναπόφευκτο.

29042018-5.jpg

Ανεφοδιασμός αμερικανικού βομβαρδιστικού πάνω από τον Ειρηνικό Ωκεανό, τον Αύγουστο του 2017. U.S. AIR FORCE / AIRMAN 1ST CLASS GERALD WILLIS / HANDOUT VIA REUTERS
———————————————————————————

Ο πόλεμος για τους Κινέζους στρατηγιστές είναι πρωτίστως ψυχολογικός και πολιτικός. Στην κινεζική σκέψη, η αντίληψη του αντιπάλου για τα επί τόπου γεγονότα μπορεί να είναι εξίσου σημαντική με τα ίδια τα γεγονότα. Για την αυτοκρατορική Κίνα, η δημιουργία και η διατήρηση της εικόνας ενός τόσο ανώτερου πολιτισμού που αντιπροσώπευε «το κέντρο του σύμπαντος» χρησίμευσε για να αποτρέψει τους εχθρούς από την αμφισβήτηση της κινεζικής κυριαρχίας. Σήμερα, η αφήγηση της αναπόφευκτης ανόδου της Κίνας και της μη αναστρέψιμης παρακμής των Ηνωμένων Πολιτειών παίζουν παρόμοιο ρόλο.

Παραδοσιακά, οι Κινέζοι έχουν επιδιώξει τη νίκη όχι σε μια αποφασιστική μάχη, αλλά μέσα από βαθμιαίες κινήσεις σχεδιασμένες για να βελτιώσουν σταδιακά την θέση τους. Ο David Lai, ειδικός στις ασιατικές στρατιωτικές υποθέσεις, επεσήμανε την προσέγγιση αυτή συγκρίνοντας το Δυτικό παιχνίδι σκάκι με το κινέζικο ισοδύναμό του, το weiqi (συχνά αναφέρεται ως go). Στο σκάκι, οι παίκτες προσπαθούν να κυριαρχήσουν στο κέντρο του πεδίου και να κατακτήσουν τον αντίπαλο. Στο weiqi, οι παίκτες προσπαθούν να περικυκλώσουν τον αντίπαλο. Εάν ο μάστερ του σκακιού βλέπει πέντε ή έξι κινήσεις μπροστά, ο μάστερ του Weiqi βλέπει 20 ή 30. Παρακολουθώντας κάθε διάσταση της ευρύτερης σχέσης με έναν αντίπαλο, ο Κινέζος στρατηγός αντιστέκεται στην πρόωρη πρόοδο προς τη νίκη, αλλά στοχεύει στην οικοδόμηση σταδιακού πλεονεκτήματος. «Στην Δυτική παράδοση, δίνεται μεγάλη έμφαση στην χρήση βίας˙ η τέχνη του πολέμου περιορίζεται σε μεγάλο βαθμό στα πεδία μάχης˙ και ο τρόπος της διεξαγωγής του πολέμου είναι η βία στην βία», έγραψε ο Lai σε μια ανάλυση για το Ινστιτούτο Στρατηγικών Σπουδών του Πολεμικού Κολεγίου του Στρατού των ΗΠΑ, το 2004. Αντίθετα, «η φιλοσοφία πίσω από το go . . . είναι να ανταγωνιστεί για το σχετικό κέρδος παρά να επιδιώξει την πλήρη εξολόθρευση των δυνάμεων του αντιπάλου». Σε μια σοφή υπενθύμιση, ο Lai προειδοποιεί ότι «είναι επικίνδυνο να παίζεις go με τη νοοτροπία του σκακιού».

ΑΣ ΚΑΝΟΥΜΕ ΜΙΑ ΣΥΜΦΩΝΙΑ

Η Ουάσινγκτον θα έκανε καλά για να λάβει υπόψη της αυτήν την προειδοποίηση. Τα επόμενα χρόνια, οποιοσδήποτε αριθμός σημείων ανάφλεξης θα μπορούσε να προκαλέσει κρίση στις σχέσεις μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας, συμπεριλαμβανομένων περαιτέρω εδαφικών διαφορών στην θάλασσα της Νότιας Κίνας [17] και εντάσεων σχετικά με το ανθηρό πρόγραμμα πυρηνικών όπλων της Βόρειας Κορέας. Δεδομένου ότι θα χρειαστεί τουλάχιστον μια ακόμη δεκαετία ή και περισσότερο για να μπορέσουν οι στρατιωτικές ικανότητες της Κίνας να ταιριάξουν πλήρως με εκείνες των Ηνωμένων Πολιτειών, οι Κινέζοι θα είναι προσεκτικοί και συνετοί για οποιαδήποτε θανατηφόρα χρήση βίας κατά Αμερικανών. Το Πεκίνο θα μεταχειριστεί την στρατιωτική δύναμή του ως δευτερεύον μέσο στην εξωτερική πολιτική του, η οποία δεν επιδιώκει νίκη στη μάχη, αλλά την επίτευξη εθνικών στόχων. Θα ενισχύσει τις διπλωματικές και οικονομικές σχέσεις με τους γείτονές του, θα εμβαθύνει την εξάρτησή τους από την Κίνα και θα χρησιμοποιήσει οικονομική μόχλευση για να ενθαρρύνει (ή να προωθήσει) την συνεργασία σε άλλα θέματα. Παρόλο που η Κίνα θεωρεί παραδοσιακά τον πόλεμο ως έσχατη λύση, εάν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι μακροχρόνιες τάσεις δεν κινούνται προς όφελός της και ότι χάνει διαπραγματευτική ισχύ, θα μπορούσε να ξεκινήσει μια περιορισμένη στρατιωτική σύγκρουση για να προσπαθήσει να αντιστρέψει τις τάσεις.

Την τελευταία φορά που οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετώπισαν εξαιρετικά υψηλούς κινδύνους [της παγίδας] του Θουκυδίδη, ήταν κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου -ειδικά κατά την διάρκεια της πυραυλικής κρίσης της Κούβας. Ανταποκρινόμενος στην κρίση λίγους μήνες μετά την εκλογική νίκη του, ο Αμερικανός πρόεδρος John F. Kennedy εντόπισε ένα ανθεκτικό μάθημα: «Πάνω απ’ όλα, ενώ υπερασπίζουμε τα ζωτικά μας συμφέροντα, οι πυρηνικές δυνάμεις πρέπει να αποτρέπουμε τις αντιπαραθέσεις που φέρνουν έναν αντίπαλο στην επιλογή είτε μιας ταπεινωτικής υποχώρησης είτε ενός πυρηνικού πολέμου». Παρά την σκληρή γραμμή της Μόσχας, ο Σοβιετικός γενικός γραμματέας Νικίτα Χρουστσόφ κατέληξε τελικά στο συμπέρασμα ότι θα μπορούσε να συμβιβαστεί για τα πυρηνικά όπλα στην Κούβα. Ομοίως, οι Κίσινγκερ και Νίξον αργότερα ανακάλυψαν ότι ο Κινέζος ιδεολόγος Μάο ήταν αρκετά έμπειρος στο να παραχωρήσει έδαφος όταν εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της Κίνας.

Ο Xi και ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump, έχουν αμφότεροι κάνει μαξιμαλιστικούς ισχυρισμούς, ειδικά όταν πρόκειται για την Θάλασσα της Νότιας Κίνας. Αλλά και οι δύο είναι διαπραγματευτές. Όσο καλύτερα η διοίκηση του Trump κατανοεί το πώς το Πεκίνο βλέπει τον ρόλο της Κίνας στον κόσμο και τα βασικά συμφέροντα της χώρας, τόσο καλύτερα προετοιμασμένη θα είναι για να διαπραγματευτεί. Το πρόβλημα παραμένει η ψυχολογική προβολή: Ακόμη και οι έμπειροι αξιωματούχοι του Υπουργείου Εξωτερικών πολύ συχνά υποθέτουν λανθασμένα ότι τα ζωτικά συμφέροντα της Κίνας αντικατοπτρίζουν εκείνα των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι αξιωματούχοι που επεξεργάζονται τώρα την προσέγγιση της διοίκησης του Trump στην Κίνα θα ήταν συνετό να διαβάσουν τον αρχαίο Κινέζο φιλόσοφο Sun-tzu: «Αν γνωρίζετε τον εχθρό και γνωρίζετε τον εαυτό σας, δεν χρειάζεται να φοβάστε το αποτέλεσμα εκατό μαχών. Εάν γνωρίζετε τον εαυτό σας, αλλά όχι τον εχθρό, για κάθε νίκη που κερδίζετε, θα υποστείτε και μια ήττα. Αν δεν γνωρίζετε ούτε τον εχθρό ούτε τον εαυτό σας, θα υποκύπτετε σε κάθε μάχη».

*Το δοκίμιο αυτό έχει δημοσιευθεί στο τεύχος 49 (Δεκέμβριος 2017 – Ιανουάριος 2018) του Foreign Affairs The Hellenic Edition.

Copyright © 2017 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2017-08-15/china-vs-america

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.amazon.com/Destined-War-America-Escape-Thucydidess/dp/054493…
[2] https://www.foreignaffairs.com/anthologies/2017-02-23/what-was-liberal-o…
[3] https://www.ncuscr.org/sites/default/files/migration/Zoellick_remarks_no…
[4] https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/1993-06-01/clash-c…
[5] http://www.belfercenter.org/thucydides-trap/overview-thucydides-trap
[6] https://www.foreignaffairs.com/reviews/review-essay/how-china-and-americ…
[7] https://www.wsj.com/articles/new-challenge-to-u-s-power-chinese-exceptio…
[8] https://www.foreignaffairs.com/reviews/capsule-review/2001-11-01/nations…
[9] https://www.amazon.com/Xi-Jinping-Governance-English-Language/dp/1602204098
[10] https://www.foreignaffairs.com/regions/united-states
[11] https://www.foreignaffairs.com/authors/eric-x-li
[12] https://www.foreignaffairs.com/articles/china/2012-03-01/future-us-chine…
[13] https://www.foreignaffairs.com/reviews/capsule-review/2016-02-16/empire-…
[14] https://www.foreignaffairs.com/articles/2016-12-12/world-order-20
[15] https://www.foreignaffairs.com/interviews/2016-08-01/notes-chairman
[16] https://www.foreignaffairs.com/articles/asia/2008-01-01/rise-china-and-f…
[17] https://www.foreignaffairs.com/articles/2017-06-13/course-correction

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Η κορυφαία πρόκληση της Πρωτομαγιάς και η κλονισμένη αυτοπεποίθηση του Λαού μας

2

Η φωτογραφία είναι απο το doodle της google.

Του Κ. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Είναι προφανές, πως αν δεν θέλουμε να παραμείνει και ο φετινός γιορτασμός της εργατικής πρωτομαγιάς, στα μυαλά των ανθρώπων ως μια «υποχρέωση» η οποία θα πρέπει απλώς να διεκπεραιωθεί…

Τότε θα πρέπει να μην παραμείνουμε προσκολλημένοι – και αυτή τη φορά – στο φρεσκάρισμα της μνήμης για όλα αυτά που έκαναν οι προηγούμενοι, ούτε βεβαίως σε μια γενική αφοριστική καταγγελία για το σύστημα της εκμετάλλευσης που πρέπει με τον αγώνα των λαών να ανατραπεί.

Οι μεγάλες αλήθειες, δεν μπορεί να αφυδατώνονται από το ουσιαστικό τους περιεχόμενο, μέσα από στείρες και άγονες φραστικές επαναλήψεις που δεν οδηγούν πουθενά.

Οι εργατοϋπάλληλοι της Ελλάδας, κάνοντας τον αναγκαίο απολογισμό μετά από οκτώ χρόνια μνημονίων, δεν μπορούν απλά να φρεσκάρουν τη μνήμη τους ανακαλώντας σε αυτήν τους νεκρούς του Σικάγου, του αγώνες των καπνεργατών και τους εκτελεσμένους της Καισαριανής.

Οφείλουν να προκληθούν και να καταγράψουν τουλάχιστον, όλα αυτά που αισθάνονται να τους έλειψαν, όλα αυτά που έλειψαν και δεν τους ενέπνευσαν, όλα εκείνα που έλειψαν και δεν τους συσπείρωσαν, όλα όσα έλειψαν και γι’ αυτό δεν συνέβαλαν τελικά στην πολιτική τους εξέγερση, έτσι ώστε να αποτυπωθεί το ανεξίτηλο σημάδι του επικαιροποιημένου πολιτικού και κοινωνικού  αγώνα τους, στον τρόπο με τον οποίο γράφονται οι σελίδες της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας του τόπου.

Ανάλογος προβληματισμός, είναι απαραίτητο να υπάρξει και για τους εργατοϋπάλληλους της Ευρώπης αλλά και για τον πλανήτη ολόκληρο που σύρεται στον κοινωνικό Καιάδα, χωρίς να είναι προς το παρόν τουλάχιστον ορατά τα όποια σημάδια ανακοπής αυτής της ολέθριας πορείας.

Το να καταγράφεται απλά πως το εργατικό κίνημα βρίσκεται διεθνώς σε φάση υποχώρησης, δεν αρκεί. Για όλες τις κοινωνικές διεργασίες, υπάρχουν πρωταγωνιστές των οποίων ο ρόλος εναλλάσσεται… Υπάρχουν αποτελέσματα τα οποία δεν αρκεί να καταγράφονται, πρέπει και να ερμηνευτούν… Υπάρχουν βεβαίως και αιτίες, και θέλει τόλμη να τις κοιτάξουμε κατάματα.

Σε διαφορετική περίπτωση, χρόνο με το χρόνο θα φωτοτυπούμε απλώς περί διαγραμμάτων εκτιμήσεις, που ούτε στο κυρίαρχο θα απαντούν, ούτε την κατεύθυνση της λύσης θα μπορούν να φωτίσουν.

Η Πρωτομαγιά του 2018 επομένως, δεν βρίσκει απλώς στη χώρα μας το εργατικό κίνημα να βρίσκεται σε φάση εκτεταμένης υποχώρησης.

Το βρίσκει πριν απ’ όλα με κλονισμένη την αυτοπεποίθησή του, γιατί τα στελέχη του επιμένουν να μετρούν αναμνήσεις, ενώ οι εργαζόμενοι καταγράφουν μονάχα απώλειες, και δόξες από προγενέστερους αγώνες των οποίων όμως τα «κέρδη» εξανεμίστηκαν «εν μία νυκτί» μέσα στο συγκεκριμένο γεωπολιτικό χρόνο.

  • Ερώτημα πρώτον: Φταίει μονάχα το γεγονός πως η «επίθεση» που δέχτηκε το εργατικό κίνημα ήταν οξύτατη, και δεν κατάφερε λόγω εγγενών αδυναμιών να αντεπιτεθεί ελπιδοφόρα;;;

Όχι… Προφανώς και όχι. Στην ιστορία του εργατικού κινήματος έχουν υπάρξει επιθέσεις πολύ πιο σφοδρές, αλλά σε αυτές δεν υπέκυψε, ούτε το εργατικό κίνημα ούτε φυσικά και η ιστορία.

Φταίει πριν απ’ όλα το γεγονός, ότι αυτή η επίθεση δεν ταυτοποιήθηκε σωστά από τους ηγέτες του γι’ αυτό και το κίνημα δεν εμπνεύστηκε… γι’ αυτό και δεν οργάνωσε σωστά και στοχευμένα την πάλη για την αντιμετώπιση και την ανακοπή της.

Χαρακτηρίστηκε ως επίθεση ενάντια στο μεροκάματο και στα δικαιώματα, ενώ ήταν πρωτίστως μια επίθεση σε βάρος της ίδιας του της πατρίδας.

Έτσι.. Η ώρα των δικαιωμάτων μοιραία θα έφτανε, αφού η οικονομική – παραγωγική διαδικασία, είναι μέρος του γεωπολιτικού πλιάτσικου που έχει συντελεστεί.

  • Το πρώτο πράγμα λοιπόν το οποίο δεν έκαναν τα στελέχη του εργατικού κινήματος, ήταν η υποχρέωσή τους να προσδιορίσουν με σαφήνεια τον χαρακτήρα της επίθεσης την οποία δέχτηκε η χώρα.
  • Γι’ αυτό και το δεύτερο πράγμα το οποίο δεν προσπάθησαν, ήταν να εμπνεύσουν το ίδιο το κίνημα, προσδίδοντας τη σωστή ταυτότητα στο χαρακτήρα της πάλης του.

Η αναντιστοιχία λοιπόν, ανάμεσα σε αυτό που καταγράφει το αυθεντικό λαϊκό αισθητήριο και στο πλαίσιο το οποίο αποτυπώνεται στο περιεχόμενο των στόχων της οργανωμένης πάλης, υπήρξε πασιφανής, και τις τραγικές συνέπειες αυτής της ανακολουθίας τις βιώνουμε σήμερα, καταγράφοντας απώλειες.

Ο χορογράφος αυτής της επίθεσης, δεν είναι αήττητος. Αήττητη αποδείχτηκε προς το παρόν η απροθυμία των πρωταγωνιστών, να δουν τα χαρακτηριστικά αυτής της επίθεσης, έτσι όπως είναι πραγματικά, και όχι έτσι όπως θα ήθελαν να είναι.

  • Ερώτημα δεύτερον: Προσπάθησε η Ελληνική κοινωνία να «δραπετεύσει» από αυτή την ιδιότυπη φυλακή των εμμονών, που η ύπαρξή τους δεν διευκόλυνε την αποτελεσματική δράση της;;;

Με όρους κινήματος όχι. Διότι ουδείς την καθοδήγησε να το πράξει οργανωμένα, σχεδιασμένα, στοχευμένα και με συνέχεια.

Το επεχείρησε αυτενεργώντας… Το επεχείρησε υποτασσόμενη στο «αυθόρμητο». Επένδυσε σε αυτό τις ελπίδες της, σαγηνεμένη από τη λαγνεία των συνθημάτων, αφού η ίδια δεν είχε την υποχρέωση να γνωρίζει πως τα όμορφα συνθήματα… όμορφα καίγονται, αν δεν υποστηριχτούν από καλά σχεδιασμένο και επιμελημένα καθοδηγημένο πολιτικό και κοινωνικό αγώνα.

Οι μεγάλοι πολιτικοί αγώνες όμως, ειδικότερα αυτοί των οποίων το αποτύπωμα προσλαμβάνει χαρακτήρα εθνικό, δεν κερδίζονται με τη λαγνεία των συνθημάτων και μόνο. Απαιτούν σχέδιο, συγκεκριμένη κλιμάκωση, συγκεκριμένη πολιτική στόχευση, σωστή διαχείριση δυνάμεων, πολιτικών και κοινωνικών συμμαχιών κλπ.

Απαιτούν δηλαδή επιτελείο… Μπροστάρηδες… Ικανούς πολιτικούς καθοδηγητές.

Αυτό ακριβώς είναι που δεν είχαν οι «αγανακτισμένοι», γι’ αυτό και αντί να παράξουν γενικότερες πολιτικές ανατροπές, χρησιμοποιήθηκαν ως «βολικό περιβάλλον» μέσα στο οποίο πλασαρίστηκε η νέα γενιά των πολιτικών ανδρεικέλων…

Αυτό ακριβώς είναι που δεν είχαν τα μεγάλα «συλλαλητήρια», γι αυτό και ο κάθε έμπειρος πολιτικά, ήξερε πως στην πράξη θα λειτουργήσουν σαν «one day show», χωρίς πολιτική συνέχεια, χωρίς πολιτική ωρίμανση αιτημάτων, χωρίς πολιτική διάταξη για ευρύτερες πολιτικές ανατροπές.

Αυτή λοιπόν η καθοδηγητική ανεπάρκεια, η ύπαρξη της οποίας δεν διευκόλυνε την αντιστοίχιση της οργής με σωστά καθοδηγημένη δράση, πότε θα καταγραφεί ως μελανό σημείο στην ιστορία του εργατικού κινήματος;;;

Η καταστροφική δύναμη της συνήθειας, εκείνη δηλαδή που υπαγορεύει πως «υπαρκτό είναι μονάχα αυτό που μάθαμε να αντιλαμβανόμαστε και όλα τα υπόλοιπα απλά τα προσπερνούμε», πότε επιτέλους θα εγκαταλειφθεί ως κατάφορα επικίνδυνη και καταστροφική επιλογή, που μετατρέπει τους «ηγέτες» σε ουραγούς και της κοινωνίας και των εξελίξεων;;;

Επίλογος…

Πολλά θα μπορούσε να καταγράψει κανείς, αλλά αυτό δεν είναι ένα κεφάλαιο που μπορεί να εξαντληθεί, στο πλαίσιο ενός άρθρου. Σημασία έχει να κατανοήσουμε ότι…

  • Πρώτον: Η επίθεση σε βάρος των λαών, έχει προσλάβει στην εποχή μας καινούρια χαρακτηριστικά και οφείλουμε όλοι μας να τολμήσουμε να τα κοιτάξουμε κατάματα. Και…
  • Δεύτερον: Το περιβάλλον στο οποίο κλιμακώνεται αυτή η επίθεση, είναι γεωστρατηγικά πάρα πολύ φορτισμένο.

Πρόκειται επομένως για μια διαδικασία σύνθετη… Πρόκειται για μια διεργασία που δεν μπορεί να προσεγγίζεται με ταξική μονομέρεια, που θα προσπερνά με τρόπο αυθαίρετο τα εθνικά της χαρακτηριστικά… Συνιστά στην ουσία της μια μακρόπνοη στόχευση, που προσβλέπει συνδυασμένα και στην ευρύτατη ανασύνταξη της ίδιας της δομής των κοινωνιών, αλλά και σε αντιστοίχου εύρους αναδιάταξη των γεωστρατηγικών συμμαχιών, προσεταιρισμών και λοιπών παραμέτρων.

Όταν το αισθητήριο των κοινωνιών αυτό το αντιλαμβάνεται, και η συνήθεια των πρωταγωνιστών απλά το προσπερνά, τότε η διαπίστωση για την υποχώρηση του κινήματος, δεν μπορεί να αποσυνδέεται από τις κατονομαζόμενες ευθύνες όλων αυτών, που αποδείχτηκαν στην πράξη πεισματικά απρόθυμοι και σε κάθε περίπτωση ανεπαρκείς να ανακόψουν αυτή τη δραματική εξέλιξη.

 

«Ο  Yanis Varoufakis στο πάνθεον των ηρώων του γαλλικού  Κουκλοθέατρου ενημέρωσης»

0

Του Αλκη Καλλιαντζίδη Οικονομολόγου alkis@kalkis.eu    www.kalkis.eu

  •  Ο Έλληνας Yanis Varoufakis είναι «ένας ήρωας κουκλοθέατρου» (“un guignol“), σύμφωνα με την γαλλίδα υπουργό ευρωπαϊκών υποθέσεων Nathalie Loiseau, έγραψε στην ηλεκτρονική της έκδοση στις 29 Απριλίου 2018 η εφημερίδα Le journal de dimanche. Αυτή ήταν η απάντησή της, όταν ρωτήθηκε : Ο Γιάνης Βαρουφάκης; «Είναι ένας ήρωας κουκλοθέατρου!» «Είναι καλός για το Saint-Germain-des-Prés! (εννοώντας το διάσημο τουριστικό βουλεβάρτο των Παρισίων). Σήμερα, υπάρχει μια θαρραλέα κυβέρνηση που βγάζει  την Ελλάδα από την κρίση».

Από το 1988 το γαλλικό συνδρομητικό κανάλι Canal + μεταδίδει, κατά την ώρα των ειδήσεων, μια ολιγόλεπτη (7 λεπτών) εκπομπή, από Δευτέρα έως Παρασκευή με μια εβδομαδιαία σύνοψη την Κυριακή, με τίτλο το «Κουκλοθέατρο της ενημέρωσης» (“Les Guignols de l’info”). Πρόκειται για ένα σατιρικό πρόγραμμα που παρουσιάζει ως παρωδία ένα δελτίο ειδήσεων, με βάση τις 4 έως 5 κύριες γαλλικές ειδήσεις της ημέρας, χρησιμοποιώντας κούκλες που φωτογραφίζουν πολιτικούς ή προσωπικότητες από τον κόσμο της τηλεόρασης, του αθλητισμού ή του πολιτισμού.

Ως γνωστόν, στις 21 Ιανουαρίου 2018, ο Γιάνης Βαρουφάκης και ο Benoît Hamon, πρώην σοσιαλιστής υποψήφιος για τις γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2017, ξεκίνησαν την κοινή εκστρατεία τους για τις ευρωεκλογές του 2019, υποστηρίζοντας ότι επιθυμούν να δομήσουν σε ολόκληρη την Ευρώπη εκλογικούς καταλόγους υποψηφίων ευρωβουλευτών που να αποδέχονται ένα κοινό πρόγραμμα, για μια Ευρώπη που να αποκόπτεται από τη  λιτότητα (Βλέπε τον Benoit Hamon και τον Yanis Varoufakis στη διπλανή φωτογραφία του Σαββάτου στη Λισαβόνα του Reuters). Ο Γιάνης Βαρουφάκης εξήγησε τότε ότι επρόκειτο για συνεργασία με διαφορετικούς εθνικούς εκλογικούς καταλόγους, οι οποίοι θα υποστηρίξουν έναν κοινό υποψήφιο για την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Και δεν είναι μόνο η Nathalie Loiseau που επικρίνει αυστηρά τον πρώην Έλληνα υπουργό. «Είναι παράλογο να εγκαταλείψουμε την Ευρώπη στη δεξιά και στο κέντρο», δήλωσε ο Pierre Moscovici, πρώην υπουργός των Σοσιαλιστών και νυν Επίτροπος, στην Αθήνα στις αρχές Φεβρουαρίου 2018. Αλλά επέκρινε την υπουργία του Γιάνη Βαρουφάκη που κόστισε στην Ελλάδα «πολύ ακριβά». «Ο Βαρουφάκης», είπε, «είναι ένας γοητευτικός πνευματικός άνθρωπος (…) αλλά νομίζει ότι έχει δίκαιο ενάντια σε όλους τους εχθρούς και σε όλους τους φίλους της Ελλάδας, κι αυτό είναι ένα πρόβλημα», αναφέρει το παραπάνω ίδιο ρεπορτάζ της Le journal de dimanche.

Ο Άλκης Καλλιαντζίδης είναι Οικονομολόγος.

 

 

Flooding the Voter Rolls in US and Greece

0

Οι εξελίξεις με τα Σκόπια και η ελληνική εξωτερική πολιτική.

6

του Κ. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Οι εξελίξεις στα γειτονικά Σκόπια, απαιτούν πριν απ’ όλα διάθεση για σωστή ανάγνωση των τεκταινομένων, από την Ελληνική εξωτερική πολιτική…

Πρόκειται για μια διάθεση που προφανώς δεν υπάρχει, από τη στιγμή που ο τρόπος και το πλαίσιο της άσκησής της, πιστοποιούν πως είναι στο σύνολό της, μια Εξωτερική πολιτική – όμηρος σε πολιτικές δεσμεύσεις έναντι τρίτων, αλλά και απολύτως προσαρμοσμένη… πλήρως γονατισμένη… στις απαιτήσεις του υπερατλαντικού οράματος για τη Βαλκανική της επόμενης μέρας…

Ο κ. Ζάεφ, σε συνέντευξή του στο RFE/RL, δηλώνει έτοιμος να προχωρήσει σε δημοψήφισμα για το θέμα της ονομασίας της FYROM, στο οποίο θα συμπεριλάβει και ορισμένες αλλαγές στο Σύνταγμα του κρατιδίου.

Πρόκειται για μια κίνηση μέσα στην οποία ενσωματώνονται πολλαπλοί εκβιασμοί, και ταυτόχρονα μέσω αυτής αποκαλύπτεται σειρά παραμέτρων που εν πολλοίς προσδιορίζουν και την ταυτότητα των διαπραγματεύσεων.

Η μία δέσμη των εκβιασμών, εκπορεύεται από την Ευρωπαϊκή ελίτ μέσω της πρόσκλησης την οποία απηύθυνε ο αρμόδιος επίτροπος  Γιοχάνες Χαν για έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων τόσο στα Σκόπια όσο και στην Αλβανία.

Μέσω αυτής της πρόσκλησης, εκβιάζεται ουσιαστικά ΚΑΙ η ηγεσία των Σκοπίων, προκειμένου να προχωρήσει σε κινήσεις εντυπωσιασμού ικανές να «κάμψουν» τα Ελληνικά προσχήματα, αλλά ΚΑΙ η Ελληνική εξωτερική πολιτική, η οποία οφείλει «συναισθανόμενη το μέγεθος της ευθύνης της» (έσπευσε άλλωστε να το δηλώσει ο ίδιος ο πρωθυπουργός αυτό) να το αποδείξει ακόμη και με ανεπίτρεπτες στρατηγικού χαρακτήρα εκπτώσεις απαιτήσεων έναντι των Σκοπίων.

Η δεύτερη δέσμη των εκβιασμών, έχει αποδέκτη τον ίδιο τον πληθυσμό των Σκοπίων. Η «πακεταρισμένη» πρόσκληση τόσο σε FYROM όσο και σε Αλβανία από τον αρμόδιο Ευρωπαίο επίτροπο, προσβλέπει στην παράλληλη καθήλωση των οξυμένων εθνοτικών ανταγωνισμών σλαβόφωνων και Αλβανοφώνων, προκειμένου το δημοψήφισμα «να βγάλει» αποτέλεσμα το οποίο με τη σειρά του θα διευκολύνει μια νέα γενιά εκβιασμών, σε βάρος της Ελλάδας, της οποίας κάθε απόπειρα επιμονής σε αυτονόητα και στοιχειώδη, θα καταγγελθεί ως διαδικασία παρελκυστική, η οποία θα πρέπει να «εγκαταλειφθεί» για να μην οδηγηθεί σε πιέσεις και «απομόνωση» από τους εταίρους.

Το παιχνίδι είναι στημένο βρώμικα, και το θέατρο με τον τρόπο που στήνεται είναι αποκαλυπτικό για τις προθέσεις των πάντων.

Είναι επίσης αποκαλυπτικό, ακόμη και για την έκταση των υπαναχωρήσεων που έχουν συντελεστεί, αφού όταν ο κ. Ζάεφ δηλώνει έτοιμος για διενέργεια δημοψηφίσματος, αυτό μεταξύ άλλων αποκαλύπτει πως τα επίδικα ερωτήματα που θα τεθούν στο Σκοπιανό πληθυσμό, έχουν εμμέσως πλην σαφώς, τη συγκατάθεση των Ελλήνων διαπραγματευτάδων.

Ενημερώθηκε ποτέ επί όλων αυτών ο Ελληνικός λαός ή θα μάθει το περιεχόμενο των Ελληνικών υπαναχωρήσεων, από τις Σκοπιανές εφημερίδες;;;

Η αλήθεια βεβαίως για την οποία έχουμε προειδοποιήσει κατ’ επανάληψη, είναι πως αυτή η στάση από τη μεριά της Ελληνικής Εξωτερικής πολιτικής, όσο και αν επιχειρείται να πλασαριστεί ως συνετή και αντιεθνικιστική προσέγγιση του όλου ζητήματος, στην ουσία στηρίζει, διευκολύνει και συντηρεί αλλότριους και ιδιαιτέρως επικίνδυνους εθνικισμούς, και όλο αυτό δυστυχώς θα επιστρέψει στον εγγύς ιστορικό χρόνο, ως αιτία νέων απρόβλεπτων εντάσεων που θα επιτείνουν την αστάθεια σε ολόκληρη την Βαλκανική.

Η Σκοπιανή ηγεσία, ξέρει πάρα πολύ καλά, πως το κρατικό μόρφωμα που προέκυψε από τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, είναι ένα μόρφωμα θνησιγενές, εξ αιτίας πριν απ’ όλα της δημογραφικής του φυσιογνωμίας, με πρώτο θύμα το σλαβικό τμήμα του πληθυσμού του το οποίο συμπιέζεται ασφυκτικά, τόσο από το Αλβανικό τόξο όσο και από την ισλαμική μέγγενη, γι’ αυτό και πιέζεται εναγωνίως για λύση, θεωρώντας ότι το Ευρωατλαντικό κέλυφος, ισοδυναμεί με αγορά σοβαρού και υπολογίσιμου γεωπολιτικού χρόνου, ελπίζοντας σε μια πιθανή γεωπολιτική σταθερότητα στη Βαλκανική σε βάθος χρόνου.

Η επιλογή ωστόσο με την οποία προσφέρεται η Ελληνική Εξωτερική πολιτική, ως γεωπολιτική Ιφιγένεια, προκειμένου να διευκολυνθούν επιδιωκόμενες γεωστρατηγικές συμφύσεις, όχι μονάχα δεν συμβάλει στην πολυπόθητη γεωπολιτική σταθερότητα, αλλά αναμοχλεύει επικίνδυνα, όλους τους κρίσιμους παράγοντες  που ανατροφοδοτούν εντάσεις και δυναμική αστάθειας στην ευρύτερη περιοχή.

  • Οι ΗΠΑ έχουν τη δική τους διακηρυγμένη στρατηγική…
  • Η Γερμανία το δικό της δόλιο σχέδιο, για μετατροπή των χωρών σε φτηνά οικόπεδα για το δικό της γεωπολιτικό real estate, γι’ αυτό και αξιοποιεί στοχευμένα, τη ρητορική των μειονοτήτων και του δικαιωματισμού …
  • Η Ρωσία προφανώς διατηρεί τους δικούς της μηχανισμούς μέσω των οποίων θα επιχειρήσει να ανακόψει τις δρομολογούμενες γεωστρατηγικές συμφύσεις…

Και μόνο η Ελλάδα θα παραμείνει με τον «ΜΟΥΤΖΟΥΡΗ» στο χέρι, ως αποτέλεσμα ανεπίτρεπτων στρατηγικών υπαναχωρήσεων σε ένα περιβάλλον έντονων μαξιμαλισμών, όπου οι πάντες σε μια περίοδο επίπλαστης σταθερότητας, χτίζουν θέσεις για την επόμενη μέρα, που θα είναι μέρα εντάσεων, συγκρούσεων και θεαματικών γεωπολιτικών ανατροπών.

Να γιατί η Ελληνική κοινωνία, δεν πρέπει να παρακολουθεί αμέτοχη, αδαής, και από απόσταση τις συντελούμενες διεργασίες, ούτε βεβαίως να εγκαταλειφθεί στη λαγνεία των πατριδοκάπηλων κραυγών του «ΜΑΥΡΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ», οι οποίες προσφέρουν πολύτιμη υπηρεσία και πρώτης τάξεως άλλοθι, στη φαρέτρα όλων αυτών που πρωταγωνιστούν στη διαχείριση εθνικών προταγμάτων με όρους επαπειλούμενης εθνικής τραγωδίας.

Αυτή την τραγική εξέλιξη, που δεν αφορά μονάχα στο Σκοπιανό, αλλά επεκτείνεται στη διαχείριση ολόκληρης της Εθνικής ατζέντας, οφείλουμε να την ανατρέψουμε, με όρους δημοκρατικής και υπεύθυνης προσέγγισης, αναδεικνύοντας μια διαφορετική κουλτούρα, την κουλτούρα επίγνωσης της πραγματικής ισχύος της χώρας, ΚΑΙ στο επίπεδο της στοχευμένα επιθετικής διπλωματίας αλλά ΚΑΙ σε αυτό της Εθνικής Άμυνας, αφού κλιμακώνονται επιθετικές προκλήσεις που απειλούν ακόμη και την εδαφική ακεραιότητα της χώρας.

Κυρίως όμως οφείλουμε να την ανατρέψουμε, στηρίζοντας την ενδυνάμωση ενός γνήσιου, υγιούς αυθεντικά λαϊκού πατριωτικού κινήματος, που γνωρίζει να σέβεται την καλή γειτονία, αλλά και να υπερασπίζεται αποφασιστικά τα εθνικά δίκαια, εμπνευσμένο από το έπος της Εθνικής Αντίστασης, και αποστασιοποιημένο από τις επικίνδυνες, αδιέξοδες, και πατριδοκάπηλες κραυγές του «ΜΑΥΡΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ».

Στο μικροσκόπιο η «επόμενη μέρα» στην Τουρκία μετά τις εκλογές

1

ΒΑΣΙΛΗΣ ΝΕΔΟΣ

Στο περιθώριο της Συνόδου του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες, οι ΥΠΕΞ Ελλάδας και Τουρκίας Νίκος Κοτζιάς και Μεβλούτ Τσαβούσογλου συζήτησαν για αρκετή ώρα. Στο στιγμιότυπο, συνεχίζουν να ανταλλάσσουν απόψεις παρά την «παρεμβολή» του Βρετανού ομολόγου τους Μπόρις Τζόνσον.

Με τα προβλήματα και την ένταση στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο να μπαίνουν, προς το παρόν, «στον πάγο», η Αθήνα αναζητεί τη στρατηγική που θα πρέπει να ακολουθήσει έναντι της Αγκυρας την περίοδο όχι πριν αλλά μετά τις τουρκικές εκλογές της 24ης Ιουνίου. Αν και ελάχιστοι εκτιμούν ότι υπάρχει πιθανότητα κάποιας θεαματικής ανατροπής σε μια εκλογική διαδικασία που απλώς θα επικυρώσει την απόλυτη επικράτηση του καθεστώτος του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στη γειτονική χώρα, υπάρχουν ουκ ολίγες λεπτομέρειες οι οποίες ίσως κρίνουν τη συνολική εξέλιξη των ελληνοτουρκικών σχέσεων σε βάθος χρόνου. Το εύρος της νίκης δεν διαδραματίζει τόσο σημαντικό ρόλο όσο η διαφαινόμενη ώσμωση των σημαντικότερων εθνικιστικών σχηματισμών, με το AKP σε ένα φαινομενικά αλλοπρόσαλλο, ωστόσο εξόχως επικίνδυνο κυβερνητικό μείγμα.

Στον προβληματισμό της Αθήνας πρέπει να προστεθούν και οι αυξανόμενες προσφυγικές ροές στο Ανατολικό Αιγαίο, σε μια περίοδο κατά την οποία το σύνολο του κρατικού μηχανισμού στην Τουρκία είναι προσηλωμένο στην προετοιμασία και τη διεξαγωγή των εκλογών του Ιουνίου. Παράλληλα, η κράτηση των δύο στρατιωτικών παραμένει «αγκάθι», καθώς η Τουρκία τους αντιμετωπίζει ως μοχλό σταθερής πίεσης προς την Αθήνα.

Διακριτικότητα

Σε επίπεδο γενικής αντιμετώπισης, προκρίνεται περισσότερο πλέον το μοντέλο του υπουργού Εξωτερικών Νίκου Κοτζιά για αντιμετώπιση των σχέσεων με την Τουρκία με τον διακριτικότερο δυνατό τρόπο, σε διπλωματικό επίπεδο, ώστε να μην εμπλέκεται η Αθήνα σε διαρκή ανταλλαγή δημόσιων δηλώσεων και απαντήσεων, παρά μόνον όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο κ. Κοτζιάς την Παρασκευή, μετά τη συνάντησή του με τον υπουργό Εξωτερικών της Τουρκίας Μεβλούτ Τσαβούσογλου, δεν μίλησε σε κανέναν για το περιεχόμενο της συζήτησης παρά μόνο στον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα. Οι κ. Κοτζιάς και Τσαβούσογλου συζήτησαν για αρκετή ώρα στο περιθώριο της υπουργικής συνόδου του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες και, μάλιστα, σε μια συγκυρία κατά την οποία η Τουρκία βρισκόταν υπό πίεση. Στη σύνοδο συζητήθηκε ανοικτά το ζήτημα των S-400, λίγο μετά την προώθηση σχεδίου νόμου που θα ακυρώνει την πώληση αεροσκαφών πέμπτης γενιάς F-35 στην Τουρκία από Αμερικανούς γερουσιαστές.

Σε γενικές γραμμές, το κλίμα ανάμεσα στην Αγκυρα και την Ουάσιγκτον είναι δυσανάλογα αρνητικό και επηρεάζει αναλόγως και τη γενικότερη κατάσταση στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ, μετατρέποντας τη διατήρηση ισορροπιών σε απαιτητική άσκηση για τον γ.γ. του Βορειοατλαντικού Συμφώνου Γενς Στόλτενμπεργκ. Σε γενικές γραμμές, πάντως, το δόγμα Λουνς, εν ολίγοις η τήρηση ίσων αποστάσεων ανάμεσα σε δύο κράτη-μέλη με προβλήματα, παραμένει η τακτική και για τον σημερινό γ.γ. Από την ελληνική πλευρά έχει ευθέως τεθεί (πλέον και από τον κ. Κοτζιά) ζήτημα αλλαγής της γενικότερης στάσης, καθώς η κατάσταση στο Αιγαίο δεν συνιστά μια απλή διμερή διαφορά, αλλά την εκδήλωση επιθετικής συμπεριφοράς από τη μια πλευρά έναντι της άλλης.

Ενδεικτικό της στάσης που τηρεί η Συμμαχία είναι ότι τα αεροσκάφη τύπου AWACS, τα οποία επιχειρούν σε αποστολές του ΝΑΤΟ στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, παρακάμπτουν όλες τις περιοχές του Αιγαίου πελάγους, τις οποίες οι Τούρκοι περιγράφουν ως «αποστρατιωτικοποιημένες». Η αμερικανοτουρκική ένταση αυξάνει γενικά την πίεση στην Αθήνα, η οποία θεωρείται, ούτως ή άλλως από την Αγκυρα, ένας παράγοντας απολύτως ενταγμένος στους δυτικούς σχεδιασμούς και σε ευθυγράμμιση με την Ουάσιγκτον.

Παράλληλα, είναι ιδιαιτέρως σημαντική η κατάληξη των διαπραγματεύσεων που βρίσκονται σε εξέλιξη ανάμεσα στην Αθήνα και την Ουάσιγκτον για τη χρήση των βάσεων της Σούδας. Εως τώρα έχει εγκριθεί η χρήση των αεροπορικών βάσεων στη Λάρισα και το Καστέλλι για τη στάθμευση drones. Παράλληλα, το αεροδρόμιο της Σούδας χρησιμοποιείται από την αμερικανική αεροπορία για μεταφορά εφοδίων και οπλισμού στα πλοία του Ναυτικού τα οποία βρίσκονται στη ναυτική βάση της Σούδας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ιδιαιτέρως αυξημένη στην Κρήτη είναι πλέον και η παρουσία των Βρετανών. Καλά πληροφορημένες πηγές κάνουν λόγο για επιστροφή του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ανατολική Μεσόγειο, καθώς οι εκπαιδεύσεις (κοινές ή όχι) τις οποίες πραγματοποιούν οι βρετανικές ειδικές δυνάμεις και το Βασιλικό Ναυτικό είναι περισσότερες από ποτέ. Ερώτημα αποτελούν οι διεξαγόμενες συζητήσεις για το εύρος της χρήσης της ναυτικής βάσης της Σούδας, που ανανεώνεται κατ’ έτος. Η κυβέρνηση πέρυσι ανανέωσε, κατά τη συνήθη πρακτική, τη χρήση της βάσης για ένα χρόνο. Πιθανή επέκταση στα 5 ή τα 10 χρόνια θα οδηγούσε αυτομάτως σε μεγαλύτερες επενδύσεις από τις χώρες-χρήστες της βάσης (κατά κύριο λόγο τις ΗΠΑ). Ωστόσο, ακόμη και σήμερα, οι επεκτάσεις που γίνονται, αλλά και οι νέες εγκαταστάσεις που κατασκευάζονται πρακτικά μεγαλώνουν το επιχειρησιακό «αποτύπωμα» της Σούδας.

Γραφείο ΑΚΡ στα Σκόπια

Για την Αθήνα, μία από τις πιο ανησυχητικές τουρκικές κινήσεις είναι αυτή της διείσδυσης στα Βαλκάνια και, κυρίως, στις γειτονικές χώρες. Μόλις πριν από λίγες ημέρες εγκαινιάστηκε και επισήμως γραφείο του κυβερνώντος τουρκικού κόμματος ΑΚΡ, το οποίο μέχρι πρότινος εκπροσωπούνταν από έναν οργανισμό «βιτρίνα». Η Τουρκία παραμένει μια χώρα που βρίσκεται μεταξύ της 5ης και της 6ης θέσης σε επενδύσεις στην ΠΓΔΜ, ωστόσο κινείται επιθετικά. Ολοι στα Σκόπια γνωρίζουν ότι ο πιο γρήγορος τρόπος να εξασφαλίσουν ένα δάνειο είναι μέσω του τοπικού παραρτήματος της τουρκικής Halkbank.

Είναι γνωστές οι προσπάθειες διείσδυσης της Αγκυρας στην Αλβανία και τη Βουλγαρία, ενώ στην τρέχουσα προεκλογική περίοδο ο κ. Ερντογάν θα προχωρήσει σε σειρά συγκεντρώσεων σε περιοχές που εντάσσονται… ψυχολογικά στο νεοοθωμανικό αφήγημα το οποίο προωθεί. Δεν είναι τυχαίο ότι στις 20 Μαΐου ο κ. Ερντογάν θα πραγματοποιήσει μεγάλη προεκλογική ομιλία στο Σεράγεβο της Βοσνίας, όπου θα συγκεντρωθούν Τούρκοι από όλη την Ευρώπη. Για την Αθήνα είναι, βεβαίως, εξόχως ανησυχητική η πιθανότητα ανάλογης προεκλογικής δραστηριότητας και σε ελληνικό έδαφος, εν προκειμένω στη Θράκη (οι εκλογές στα τμήματα εκτός της Τουρκίας θα ξεκινήσουν τρεις εβδομάδες νωρίτερα).

Αυτή η επιθετική «πολιτισμική» πολιτική της Αγκυρας στα Βαλκάνια έχει θορυβήσει όχι μόνον τις ΗΠΑ αλλά και την Ε.Ε., η οποία παρατηρεί την περιοχή να γίνεται πεδίο εξάπλωσης της επιρροής της Τουρκίας αλλά και της Ρωσίας. Αυτή η ανησυχία εξηγεί τη σπουδή που φαίνεται ότι υπάρχει στις Βρυξέλλες για την προώθηση της ενταξιακής προοπτικής της Σερβίας. Σύμφωνα με καλά πληροφορημένες πηγές, στις Βρυξέλλες επιθυμούν την ταχύτερη δυνατή ένταξη της Σερβίας στην Ε.Ε. ως χώρας με ποικιλοτρόπως ομοιογενή πληθυσμό και ταυτότητα πολύ πιο κοντά στο ευρωπαϊκό κεκτημένο από εκείνη π.χ. της Αλβανίας. Αυτή η πραγματικότητα ουσιαστικά βοηθά και στην υπόθεση της ΠΓΔΜ. Η συγκεκριμένη ατμόσφαιρα αναμένεται να είναι ορατή και στη Σύνοδο της Ε.Ε. για τα Δυτικά Βαλκάνια που θα πραγματοποιηθεί σε δύο εβδομάδες στη Σόφια της Βουλγαρίας.

Οι φρεγάτες και τα F-16

Παράπλευρη, αν και όχι άμεσα συνδεδεμένη, πτυχή των ελληνοτουρκικών είναι, βεβαίως, η προσπάθεια της Αθήνας να εκσυγχρονίσει και να αναβαθμίσει τα υφιστάμενα οπλικά συστήματα των Ενόπλων Δυνάμεων και, εν καιρώ, να προχωρήσει σε νέες παραγγελίες και συνεργασίες. Απ’ ό,τι φαίνεται η διαδικασία αυτή είναι συνδεδεμένη και με τις δυνατότητες που θα μπορούσαν να αποκτήσουν οι διάφορες ημιθανείς εκδοχές της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται, μεταξύ άλλων, οι συζητήσεις ανάμεσα στην Αθήνα και στο Παρίσι για την κατασκευή μονάδων επιφανείας σε μελλοντική φάση, αλλά και την εκμίσθωση φρεγατών από τη Γαλλία για το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό (Π.Ν.). Πλην της πολιτικής συζήτησης την οποία προξένησε, η ανάγκη του Π.Ν. για προμήθεια πλοίων ανοιχτής θαλάσσης είναι εκφρασμένη, ενώ, παράλληλα, βρίσκεται σε εξέλιξη η αναβάθμιση των υποδομών για τον ελλιμενισμό μεγαλύτερων πλοίων, ιδιαίτερα στον ναύσταθμο Κρήτης. Την παρούσα περίοδο φρεγάτες όπως οι FREMM, αποτελούν για το Π.Ν. τη βέλτιστη δυνατή λύση, διότι δίνουν τη δυνατότητα στρατηγικού χτυπήματος και αποτελούν ιδανική εισαγωγή για τις κορβέτες Belh@rra και το δικτυοκεντρικό σύστημα, το οποίο αποτελεί παγκοσμίως τη σύγχρονη τάση για το Ναυτικό.

Αν και το ζήτημα των φρεγατών FREMM συζητήθηκε επί δίωρο στην πρόσφατη συνεδρίαση του ΚΥΣΕΑ, το ζήτημα από το οποίο εξήχθησαν πολύ πιο χρήσιμα συμπεράσματα για τις δημοσιονομικές δυνατότητες της Αθήνας στην παρούσα φάση ήταν η αναβάθμιση των F-16. Με την προθεσμία που έχουν δώσει οι Αμερικανοί να λήγει πρακτικά την Τετάρτη, η κατάσταση γίνεται ασφυκτική. Από την Αθήνα εκτιμούν πως μπορεί να δοθεί μία ακόμη μικρή παράταση, ενώ από την αμερικανική πλευρά διαμηνύεται πως μετά τη λήξη της προθεσμίας, η νέα προσφορά θα είναι υψηλότερη (από το περίπου 1,3 δισ. ευρώ που αγγίζει σήμερα). Η διαφορά ανάμεσα στις δύο πλευρές αφορά τις πρώτες πληρωμές και, κυρίως, αυτές του 2019 και 2020.

http://www.kathimerini.gr/961486/article/epikairothta/politikh/sto-mikroskopio-h-epomenh-mera-sthn-toyrkia-meta-tis-ekloges

Η Ναύαρχος καρτερεί  

6

Η απονομή του βαθμού του υποναυάρχου επί τιμή στη Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα από τον υπουργό Άμυνας δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία. Μετά τις επαφές του με εκπροσώπους της trash ελληνικής δεξιάς, σε μια προσπάθεια να εξασφαλίσει το… μεταμνημονιακό βουλευτικό μέλλον του, ο υπουργός επενδύει και στις επαφές του με τους ήρωες του ’21! Με τους οποίους ο ίδιος και οι νεοέλληνες συνάδερφοί δεν έχουν καμιά σχέση.

Την πιο πετυχημένη τοποθέτηση για τη διάκριση στη Μπουμπουλίνα την έκανε ένας μοναχός στις Σπέτσες: «Αυτοί παίρνουν τιμή όταν ασχολούνται με την καπετάνισσα. Όχι εκείνη», είπε. Και τα είπε όλα.

Επειδή η Λασκαρίνα δεν είχε και δεν έχει καμιά ανάγκη, ούτε αναβαθμίζεται, ούτε δικαιώνεται με την… προαγωγή της σε υποναύαρχο. Ήταν ήδη στην εποχή της ναύαρχος. Και μάλιστα ενός στόλου που δεν ναυπηγήθηκε με κόστος πολλαπλάσιο του κατασκευαστικού για να εξυπηρετηθούν συμφέροντα μεσαζόντων, πολιτικών προϊσταμένων και αδηφάγων συνδικαλιστών.

Τα πληρώματά της πολέμησαν και ξοδεύτηκαν για την πατρίδα, ταγμένα σε έναν απελευθερωτικό αγώνα, χωρίς να λογαριάζουν το κόστος της ζωής τους «σαν το υψηλότερο αγαθό», όπως έχει επικρατήσει εδώ και χρόνια στην αντικοινωνική και προσωπολατρική Ελλάδα και όχι μόνο.

Η ίδια, χάνοντας το γιό της από τους Τούρκους δεν καταράστηκε καμιά μοίρα, παρά παρηγορήθηκε με το λακωνικό «…αλλά, πήραμε τη Μονεμβασιά».

Σε αντίθεση με τη νοοτροπία και την πρακτική της πλειονότητας των συνάδερφων του κ Καμμένου εδώ και πάμπολλα χρόνια, αλλά κυρίως τις τελευταίες δεκαετίες και σήμερα, ξόδεψε τη μυθώδη περιουσία της (πάνω από μισό εκατομμύριο χρυσά τάληρα) για να φτιάξει στόλο, να πληρώνει τους άνδρες και να ενισχύει τον Κολοκοτρώνη και όσους οπλαρχηγούς είχαν ανάγκες σε πυρομαχικά και όπλα.

Δεν χρέωνε το Λογιστήριο του Κράτους με 50 και 100 ευρώ για να πάρει πίσω τα οδοιπορικά και τα διόδια που πλήρωσε για να πάει σε δουλειά των Ελλήνων πολιτών σαν κάτι δήθεν επαναστάτες υπουργούς φραγκοφονιάδες. Και δεν χρέωνε στους Έλληνες τα νοίκια και τα έξοδα της ζωής της, σαν κάτι σημερινούς ιδεολόγους του σαλονιού με εκατομμύρια στις τράπεζες.

Η Μπουμπουλίνα, όπως και η Μαντώ Μαυρογένους, αλλά και σχεδόν όλοι οι οπλαρχηγοί του ’21 υποστήκαν και υφίστανται τη λάσπη από δεκάδες καθηγητάδες και αδιανόητους διανοούμενους που παριστάνουν τους ριζοσπάστες επαναστάτες και τους εκσυγχρονιστές μέσα και έξω από τα ελληνικά πανεπιστήμια, από τον Εμφύλιο και δώθε κυρίως.

 Τόνοι λάσπης με κακότητα μέχρι ψυχασθένειας έχουν πέσει για την προσωπική και την οικονομική δραστηριότητα της Λασκαρίνας, από ανθρώπους που στη ζωή τους δεν έχουν προσφέρει στην πατρίδα τίποτε άλλο πέρα από τα συμπλέγματά τους και το δηλητήριο της μικρότητάς τους μπροστά σε γίγαντες. Στηριγμένοι περισσότερο σε εικοτολογίες, αυθαίρετα συμπεράσματα, ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, γιγάντωση ανθρώπινων αδυναμιών. Αλλά κυρίως στην επιθυμία τους όλα αυτά να είναι ικανά να μειώσουν σύμβολα αυτοθυσίας.

Η Λασκαρίνα, σε αντίθεση με το εδώ και χρόνια πολιτικό και αγωνιστικό προσωπικό της χώρας, ήταν η επιτομή αυτής  της πράξης και νοοτροπίας. Της αυτοθυσίας.

Κανένας από τους σημερινούς πολιτικούς και επιχειρηματίες δεν έχει τα κότσια και την ψυχή να θυσιάσει την περιουσία του για την πατρίδα. Για το κοινό των Ελλήνων δηλαδή. Αντίθετα, ροκανίζουν την περιουσία του ελληνικού λαού, θυσιάζοντάς την για το δικό τους κέρδος.

Ίσως είναι αυτός ο σοβαρότερος λόγος που η προχτεσινή απονομή βαθμού υποναυάρχου  στην Υδραία και Σπετζιώτισα, αλλά πρώτα από όλα Ελληνίδα, νοιώστηκε σαν ύβρις από την πλειονότητα των Ελλήνων. Πήγαν να φτάσουν τα κοντά και λερωμένα χέρια να βάλουν τα παράσημα στο ύψος της. Και φάνηκε το μήκος τους.

Αν ήθελε η πολιτική και στρατιωτική εξουσία να τιμήσει τη Μπουμπουλίνα και όλους τους άλλους Αγωνιστές, ένα είναι το παράσημο: Μια πατρίδα ισχυρή, αξιοσέβαστη, σοβαρή, μονοιασμένη, όπου καθένας θα αγωνίζεται για όλους και όλοι για τον καθένα. Με γνώμονα το εμείς και όχι το εγώ. Γι αυτά αγωνίστηκαν εκείνοι.  Αυτά τους χρωστάει η πατρίδα. Κι αυτά μένουν μέχρι και σήμερα ανεκπλήρωτα.

Γ. Παπαδόπουλος- Τετράδης

https://www.liberal.gr/arthro/201876/apopsi/stili-alatos/i-nauarchos-karterei.html?utm_source=newsletter&utm_medium=email&utm_campaign=Newsletter+-+30-04-2018+09%3A34%3A58

China’s ‘new’ map aims to extend South China Sea claims

0

 ASIA TIMES

Academic ‘discovery’ of 1951 solid-line map is likely Beijing’s latest attempt to legally justify its debunked Nine-Dash Line version

 MANILA, APRIL 29, 2018 1:04 PM (UTC+8) 
An old map of the South China Sea. Photo: iStock

An old map of the South China Sea. Photo: iStock