Γεράσιμος Λιβιτσάνος Posted: December 17, 2018 prin.gr
Στρατηγική συνεργασία
Η κυβέρνηση δένει σφιχτά την Ελλάδα στο άρμα των ιμπεριαλιστικών σχεδίων και ανταγωνισμών στην περιοχή.
Η Ουάσινγκτον καλεί την Αθήνα να «πάρει τις σωστές αποφάσεις» και της τάζει κομβικό ρόλο.
Μακριά όσο γίνεται από το επίκεντρο του πολιτικού διαλόγου, πίσω από τις κόντρες ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ για το Μακεδονικό και με προπέτασμα καπνού τις αναφορές του Αλέξη Τσίπρα στη συγκέντρωση της Θεσσαλονίκης την Παρασκευή για τους… αγώνες του ΕΑΜ, ξεκίνησε ο περίφημος διάλογος για τη στρατηγική συνεργασία Ελλάδας-ΗΠΑ.
Πρόκειται για μια κορυφαίας σημασίας διαδικασία, που εμπλέκει βαθύτατα την Ελλάδα σε όλο το εύρος πεδίου των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, κυρίως των ΗΠΑ και της Ρωσίας. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, άλλωστε, ήταν σαφέστατο στην ανακοίνωση που εξέδωσε για τον βασικό αμερικανικό στόχο. Τόνισε πως, «αν η Ελλάδα πάρει τις σωστές αποφάσεις μπορεί να παίξει κομβικό ρόλο στο να διασφαλιστεί ότι η Ευρώπη, οι σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ και η υπόλοιπη περιοχή δεν θα είναι όμηροι εχθρικών δυνάμεων». Ο διάλογος αυτός, εκτός από τη σχεδόν αυτονόητη αναβάθμιση της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ, αφορά όλους σχεδόν τους τομείς της πολιτικής, από την ενέργεια και το εμπόριο έως την εσωτερική ασφάλεια αλλά και την εκπαίδευση. Το γεγονός ότι τις ΗΠΑ εκπροσωπεί ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκ Πομπέο, δείχνει και τη σημασία που έχει για τη Ουάσινγκτον.
Στο κοινό ανακοινωθέν που εκδόθηκε, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έλαβε ξανά συγχαρητήρια για την προσήλωσή της και την πρόοδό της ως εταίρος των ΗΠΑ και των ΝΑΤΟϊκών στην ευρύτερη περιοχή. Χαρακτηριστικό είναι το μήνυμα των Αμερικανών που μετέδωσε το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων. Σύμφωνα με αυτό, η αμερικανική πλευρά τόνισε ότι «η στρατηγική συνεργασία των δυο χωρών έχει ενισχυθεί ραγδαία τα τελευταία χρόνια και χαρακτήρισαν το 2018 ως την καλύτερη χρονιά στη σύγχρονη ιστορία των ελληνοαμερικανικών σχέσεων». Μάλιστα, επισήμαναν επανειλημμένα «τον ιδιαίτερο στρατηγικό ρόλο της Ελλάδας καθώς, όπως σημείωσαν, είναι μια χώρα που διαδραματίζει κομβικό ρόλο στη νευραλγικά ευαίσθητη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και των Βαλκανίων, μιας περιφέρειας που αποκτά ολοένα και μεγαλύτερο στρατηγικό ενδιαφέρον για τις ΗΠΑ».
Ποιος, όμως, είναι ο λόγος της αύξησης του αμερικανικού ενδιαφέροντος; Ακόμα και η πιο απλή λογική οδηγεί στο συμπέρασμα ότι –πέρα από τις παρεμβάσεις στον χώρο της ΝΑ Μεσογείου και την Μέσης Ανατολής– βασική αιτία είναι η όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών με τη Ρωσία. Ιδίως σε μία περίοδο που υπάρχει ξεκάθαρη κρίση στις σχέσεις ΗΠΑ και Τουρκίας, που ωθεί στην ενίσχυση της ρωσικής παρεμβατικότητας.
Κάθε άλλο παρά τυχαίο είναι ότι το αμερικανικό ενδιαφέρον εδράζεται στην ανάπτυξη του στρατιωτικού δικτύου των ΗΠΑ, μέσω ακόμη περισσότερων βάσεων, ιδιαίτερα στο λιμάνι της Αλεξανδρούπολης, που θεωρείται κομβικό σημείο των σχεδίων της Ουάσιγκτον για έναν ιδιότυπο αποκλεισμό της Ρωσίας σε γεωπολιτικό επίπεδο. Είναι γνωστές, άλλωστε, οι συνεχείς επισκέψεις του αμερικανού πρεσβευτή Τζέφρυ Πάιατ στην περιοχή και οι παραινέσεις για να προκύψουν συνθήκες συμβατές με τους στρατηγικούς σχεδιασμούς των ΗΠΑ. Στην έναρξη του στρατηγικού διαλόγου παραβρέθηκε ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ Ναύαρχος Ε. Αποστολάκης που, σύμφωνα με τα επισήμως ανακοινωθέντα, «ανέδειξε τις περαιτέρω προοπτικές συνεργασίας Ελλάδας-ΗΠΑ και ανέλυσε την ιδιαίτερη στρατηγική συμμαχία που έχει η Σούδα για τα συμφέροντα της Δύσης στην περιοχή».
Αυτά, λίγο καιρό μετά την περίφημη επίσκεψη του υπουργού Εθνικής Άμυνας Πάνου Καμμένου στην Ουάσινγκτον, όπου πρότεινε την ανάπτυξη των βάσεων στην Ελλάδα με τρεις νέες βάσεις, που θα προστεθούν σε Βόλο, Λάρισα και Αλεξανδρούπολη αλλά και σε νησιά του Αιγαίου. Όπως είχε δηλώσει στην ΕΡΤ αμέσως μετά την επιστροφή του ο Πάνος Καμμένος, «μιλήσαμε για τη Λάρισα [όπου] βρίσκεται το Αρχηγείο Τακτικής Αεροπορίας και η 1η Στρατιά. Στη νατοϊκή δομή της Πολεμικής Αεροπορίας ζητήθηκε να φιλοξενηθούν τα ΜΕΑ (drones) των ΗΠΑ. Στον Βόλο ζήτησαν στο Στεφανοβίκειο, που υπάρχουν τα ελληνικά Apache, να φιλοξενηθεί δύναμη ελικοπτέρων», ενώ για την Αλεξανδρούπολη, είπε ότι «οι δομές στην περιοχή ζητήθηκαν για να χρησιμοποιηθούν για μεταφορές συμμαχικών δυνάμεων προς τα Βαλκάνια». Πρόσθεσε ότι «η μίνι βάση, την οποία έχω συζητήσει δημόσια, είναι η Κάρπαθος».
Αξίζει, μάλιστα, να σημειωθεί ότι από την πλευρά του Πάνου Καμμένου εκφράζονται ενστάσεις για το γεγονός ότι δεν εμπλέκεται ακόμη πιο ενεργά στις επαφές του λεγόμενου στρατηγικού διαλόγου. Είναι χαρακτηριστικό το τι έγραψε ο ιστότοπος militaire.gr, που οι «παροικούντες» γνωρίζουν πως απηχεί σε σημαντικό βαθμό τις θέσεις του υπουργού Άμυνας, επισημαίνει πως «στο κοινό ανακοινωθέν γίνεται λόγος για την αμυντική συνεργασία των δύο χωρών, γενικώς. Μέχρι στιγμής, πάντως, απ’ αυτήν είναι σαφώς κερδισμένη η Ουάσινγκτον που και διευκολύνσεις απεριόριστες έχει και μεγάλα και ακριβά προγράμματα έχουν πάρει μεγάλες αμερικανικές εταιρείες. Αμερικανική βοήθεια δεν βλέπουμε, εκτός κι αν αυτή περιορίζεται στην αυξημένη στρατιωτική τους παρουσία στην περιοχή μας». Οι αντιδράσεις είναι ενδεικτικές και του μεγέθους των συμφερόντων που εξυπηρετούνται σε αυτού του είδους τις συμφωνίες.
Μάλιστα, η υπόθεση θα αποκτήσει και νέες διαστάσεις, στον βαθμό που θα υλοποιηθούν σχεδιασμοί αποθήκευσης πυρηνικών όπλων στην Ελλάδα. Για το θέμα είχε μιλήσει προ μηνών ο τούρκος αντιπτέραρχος Ερντογάν Καρακούς, όταν αναφέρθηκε στη χρήση της βάσης του Άραξου ως εναλλακτικού χώρου αποθήκευσης πυρηνικών των ΗΠΑ, ενώ τον Μάιο είχε επισκεφθεί την Ελλάδα ο επικεφαλής της Πυρηνικής Πολιτικής του ΝΑΤΟ Φρεντ Φρέντρικσον, βασικός υποστηρικτής του δόγματος του «πρώτου πυρηνικού πλήγματος». Υπό το πρίσμα όλων αυτών, μόνο ως ειρωνική μπορεί να εκληφθεί η δήλωση που έκανε ο εκπρόσωπος της ελληνικής πλευράς και αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Κατρούγκαλος, μιλώντας για «στρατηγική και ισότιμη συμμαχική σχέση της Ελλάδας με τις ΗΠΑ, στο πλαίσιο της ενεργητικής πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής».
Το στοίχημα του 2019 είναι αν θα ανήκει στις χιλιάδες του, δηλαδή στη δυναμική του 21ου αιώνα, ή στις δεκάδες του, στην αίσθηση που δημιουργούν οι πρώτες δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα. «Πάλιωσαν» πολύ πριν από το τέλος του αιώνα, ανήκαν στο παρελθόν, πριν καλά-καλά συναντηθούν με το παρόν.
Συμβατικά θα λέγαμε ότι το 2019 είναι εξ ορισμού έτος-τομή ως έτος εκλογικό σε όλα τα επίπεδα: βουλευτικών, ευρωπαϊκών και αυτοδιοικητικών εκλογών. Ετος εκλογικού απολογισμού της τετραετίας 2015-2019 και των οικονομικών, θεσμικών, πολιτικών και κοινωνικών επιπτώσεών της που είναι δυστυχώς βαθύτερες από αυτές που αντιστοιχούν σε μια «φυσιολογική» τετραετία. Αυτό άλλωστε καθιστά ναρκοθετημένη σε πολλά σημεία την επόμενη κυβερνητική περίοδο.
Η λήξη του τρίτου μνημονίου, στο οποίο η χώρα εντάχθηκε, όπως εντάχθηκε, τον Αύγουστο του 2015, δεν συνιστά βέβαια έξοδο από μια κατάσταση και είσοδο σε μια άλλη, καλύτερη. Το δεύτερο εξάμηνο του 2019 θα διαπιστώσουμε αν διαβήκαμε την είσοδο σε μια περίοδο ασφάλειας και υπομονετικής διεκδίκησης της σταδιακής ανάκτησης της θέσης της χώρας ή την είσοδο σε μια περίοδο βαθιάς αβεβαιότητας. Τα τέσσερα χρόνια που πέρασαν δαπανήθηκαν δυσανάλογα μεγάλοι εθνικοί πόροι για ένα αποτέλεσμα αβαθές και επικίνδυνο. Εξελίχθηκε και εξακολουθεί να εξελίσσεται η επιχείρηση αποδιάρθρωσης της μεσαίας τάξης και απονεύρωσης της κοινωνίας. Μετατροπής της σε μια κοινωνία ολιγαρκή και ηττοπαθή. Εξαρτημένη από τις επιδοματικές παροχές ενός αντιαναπτυξιακού κράτους που εγκλωβίζει τους πολίτες στην τεράστια παγίδα φτώχειας και στασιμότητας που εμφανίστηκε με τη λεοντή του «υπερπλεονάσματος», δηλαδή της υπερφορολόγησης και της αναιμικής ανάπτυξης.
Η χώρα εισέρχεται στο 2019 δημοσιονομικά υπονομευμένη. Δεσμευμένη στον στόχο για ετήσιο πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022. Με προφανή φοροδοτική κόπωση. Με τις μικρότερες δυνατές αναπτυξιακές επιδόσεις ύστερα από οκτώ συνεχή χρόνια ύφεσης και μια τεραστίου μεγέθους δημοσιονομική προσαρμογή που είχε επιτευχθεί μέχρι το 2014, πριν από την ανακύκλωση της κρίσης που προκάλεσαν οι πολιτικοί τυχοδιωκτισμοί και οι κυνικές ιδεοληψίες που άρχισαν το 2015.
Εισέρχεται στο 2019 έχοντας χάσει οριστικά τις χρηματοοικονομικές και αναπτυξιακές ευκαιρίες του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης (QE) της ΕΚΤ. Εισέρχεται στο 2019 με καχύποπτες τις αγορές που δεν ανοίγουν το παράθυρο της επανόδου της σε αυτές για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών. Με το σπρεντ μεταξύ δεκαετών ελληνικών και γερμανικών ομολόγων να είναι μεγαλύτερο από αυτό του Μαρτίου – Απριλίου 2010.
Με το τραπεζικό σύστημα να αναζητά λογιστικές λύσεις για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, χωρίς να σχηματίζεται πραγματική εθνική αποταμίευση, χωρίς να λειτουργεί το θεμελιώδες σχήμα που βασίζεται στην ύπαρξη καταθέσεων και τη χορήγηση δανείων που χρηματοδοτούν επενδύσεις και κατανάλωση, διασφαλίζοντας ανάπτυξη για τον τόπο και λειτουργικά κέρδη για τις τράπεζες.Με απόλυτη αβεβαιότητα ως προς τη μακροπρόθεσμη αντοχή του ασφαλιστικού συστήματος.
Ολα δε αυτά συντελούνται σε ένα περιβάλλον διολίσθησης των θεσμών, με συνεχείς απόπειρες χειραγώγησης της Δικαιοσύνης και διαρκή υποβάθμιση του Κοινοβουλίου. Με την κορυφαία διαδικασία της αναθεώρησης του Συντάγματος να θυσιάζεται σε μικρές συγκυριακές σκοπιμότητες. Με την πολιτική όξυνση να εντείνεται, χωρίς καμία διάθεση των κυβερνώντων να αναζητήσουν – έστω στην τελευταία φάση και για λόγους αυτοπροστασίας – στοιχειώδεις συναινέσεις.
Με την εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας και άμυνας της χώρας να αφήνονται όμηροι στο απύλωτο στόμα κυνικών λαϊκιστών που δεν διστάζουν μπροστά σε τίποτα και εκθέτουν σε κίνδυνο ζωτικά εθνικά συμφέροντα προκειμένου να διαχειριστούν ενδοκυβερνητικές ισορροπίες και ανάγκες μικροκομματικής επιβίωσης.
Το διάστημα από την έναρξη του νέου έτους έως την ημέρα των βουλευτικών εκλογών θα είναι μια περίοδος καθημερινής επιδείνωσης των δεδομένων σε όλα τα πεδία: στην οικονομία, τους θεσμούς, την πολιτική ασφάλειας. Αλλά και μια περίοδος μεγαλύτερης κόπωσης της κοινωνίας που θα ενθαρρύνεται από την προοπτική μιας κυβερνητικής αλλαγής, αλλά θα νιώθει και την επίταση των κινδύνων.
Σε αυτή όμως τη συγκεκριμένη κοινωνία πρέπει να αναζητηθούν οι δυνάμεις που μπορούν να στηρίξουν ένα προοδευτικό μεταρρυθμιστικό πρόταγμα που κρατάει την κοινωνία ενωμένη και την οδηγεί στην επόμενη φάση, της ανάκτησης του χαμένου εδάφους και των νέων ευκαιριών για όλους.
Το μείζον πρόβλημα είναι ότι η Ελλάδα καλείται να αντιμετωπίσει τις συσσωρευμένες προκλήσεις του 2019 μέσα σε ένα ευρωπαϊκό περιβάλλον που είναι ήδη έντονα ρευστό και αβέβαιο. Το 2019 είναι η χρονιά του Brexit. Η χρονιά της έντονης δοκιμασίας των εθνικών πολιτικών συστημάτων των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, και κυρίως της Γερμανίας και της Γαλλίας, χωρίς να είναι καν προγραμματισμένες εθνικές εκλογές. Το ευρωπαϊκό εγχείρημα συναντά ξανά τα εμπόδια που υπάρχουν στο γενετικό του υλικό.
Η Ευρωπαϊκή Δημοκρατία υφίσταται τις πιέσεις της μη φιλελεύθερης – αυταρχικής δημοκρατίας και του εθνικολαϊκισμού που αναγορεύει σε βασικό του αντίπαλο την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Η αισιόδοξη ανάγνωση ότι λαϊκιστικές δυνάμεις ψηφίζει (ακόμη) μόνο το 25% του ευρωπαϊκού εκλογικού σώματος δεν μπορεί να οδηγεί σε επανάπαυση.
Το ιστορικό στοίχημα της Ευρωπαϊκής Δημοκρατίας σε όλες τις χώρες-μέλη και στην ίδια την ΕΕ ως θεσμικό μηχανισμό είναι αν μπορεί να επανέλθει η πολιτική. Δηλαδή η μέριμνα για τη συμμετοχή και τη στήριξη των κοινωνιών, χωρίς όμως διολίσθηση στη δημαγωγία, την ανευθυνότητα και τον λαϊκισμό. Χωρίς δηλαδή αυτό να οδηγήσει σε δημοσιονομικό, νομισματικό, αναπτυξιακό και τελικά κοινωνικό και δημοκρατικό εκτροχιασμό. Χωρίς η Ευρώπη να κινδυνεύσει να μην είναι Ευρώπη ως επίπεδο ζωής και θεσμικού και πολιτικού πολιτισμού.
Ταυτόχρονα η Ευρώπη καλείται να χειριστεί τη μεγαλύτερη μετά τον Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο κρίση της δυτικής στρατηγικής αυτογνωσίας, δηλαδή κρίση ως προς τις θεμελιώδεις παραδοχές των ευρω-αμερικανικών σχέσεων που είναι κάτι πολύ ευρύτερο από το εμπορικό ισοζύγιο και την κατανομή των δαπανών του ΝΑΤΟ. Εως ότου απαντηθούν αυτά τα υπαρξιακά ερωτήματα χρειάζεται δυστυχώς κάποιος χρόνος. Κυρίως χρειάζεται ενεργοποίηση των κοινωνικών δυνάμεων που σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες αντιλαμβάνονται την ανάγκη προστασίας της Ευρωπαϊκής Δημοκρατίας και τη σημασία του ευρωπαϊκού κεκτημένου.
Πρόκειται συμπτωματικά για το διάστημα στο οποίο η Ελλάδα πρέπει να βρει τον ρυθμό της βγάζοντας τον αναπνευστήρα του «υπερπλεονάσματος» και υιοθετώντας έναν στόχο που την κινητοποιεί και την ενώνει ως κοινωνία και ως έθνος. Αυτό είναι ταυτοχρόνως όρος επιβίωσης, αλλά και εγγύηση πραγματικού και όχι ρητορικού προοδευτικού προσανατολισμού της πατρίδας μας.
Το 2019 μάς χωρίζουν δύο μόλις χρόνια από τα διακόσια χρόνια της Παλιγγενεσίας του 1821. Οι συνθήκες επιβάλλουν να κινηθούμε με αίσθηση του μακρού ιστορικού χρόνου. Ξέρουμε πόσο δύσκολο είναι να γίνει αυτό αποδεκτό υπό το βάρος των αναγκών και των φόβων που κυριαρχούν. Αυτός είναι όμως ο μόνος τρόπος να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά.
Ο κ. Ευάγγελος Βενιζέλος είναι πρώην πρόεδρος του ΠαΣοΚ, πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης.
Του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου* Πέμπτη 03 Ιανουαρίου 2019 liberal.gr
Δυστυχώς στη χώρα, υπάρχει μία διαχρονική τάση «απόδρασης» από τη δυσάρεστη πραγματικότητα που διέπει τα λεγόμενα ελληνοτουρκικά προβλήματα και τις εντάσεις που αναντίρρητα πηγάζουν από τον Τουρκικό Αναθεωρητισμό. Η ανυπαρξία συνεκτικής Εθνικής Στρατηγικής και η παντελής απουσία στρατηγικής κουλτούρας (σημ. πρότυπα αντίληψης και συμπεριφοράς κράτους, πολιτικών και οικονομικών ελίτ, Ενόπλων Δυνάμεων και κοινής γνώμης) επέτρεψαν την καλλιέργεια κάποιων ευφραντικών φαντασιώσεων.
Ίσως γιατί «η φαντασίωση μας καθησυχάζει από την ευθύνη της πραγματικότητας», δανειζόμενος μία ρήση του Στέλιου Ράμφου! Καλλιεργήθηκαν από συγκεκριμένους κύκλους, «φαντασιώσεις» για τα θέματα που αφορούσαν την ασφάλεια μας απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα προκειμένου να απαλλαγούμε από την πρώτιστη ευθύνη που είχαμε εμείς οι ίδιοι να φροντίσουμε για αυτά!
Κάποιοι αφελώς πίστεψαν ότι αρκούσε να είμαστε μέλος της ΕΕ και του ευρώ(!) για να εξασφαλιστούμε απέναντι στην υπαρκτή και εκπεφρασμένη τουρκική απειλή. Είχαμε το όμορφο παραμύθι για τους «καλούς πολιτικούς» που ήθελαν …ειρήνη και τους ανεξέλεγκτους «κακούς Στρατηγούς» που δήθεν λειτουργούσαν αυτόνομα και δημιουργούσαν τις εντάσεις. Οι ίδιοι αλλά και κάποιοι άλλοι φαντασιώνονταν ότι με την «εξημέρωση του θηρίου» με έναν ευρωπαϊκό προσανατολισμό θα ησυχάζαμε ακόμα και όταν έβλεπαν ότι «το Ελσίνκι» πέθαινε. Ούτε τα ωραία λόγια στο ανακοινωθέν της Μαδρίτης το 1997 με το οποίο ο κ. Σημίτης αναγνώρισε θεμιτά ζωτικά συμφέροντα της Τουρκίας στο Αιγαίο (χωρίς να πάρουν πίσω το casus belli), ούτε η διπλωματία των σεισμών και τα ζεϊμπέκικα, ούτε οι κουμπαριές και άλλα ευτράπελα μείωσαν τις εντάσεις και επέλυσαν το πρόβλημα ασφαλείας μας.
Όμως η εντατικοποίηση και η «ποιοτική αναβάθμιση» της τουρκικής επιθετικότητας τόσο σε επίπεδο ρητορικής όσο και σε επίπεδο πρακτικών ενεργειών και προκλήσεων με στρατιωτικά μέσα το τελευταίο χρονικό διάστημα προβληματίζει έντονα. Πήρε αρκετό χρόνο στον πολιτικό κόσμο και στην ελληνική κοινή γνώμη για να γίνει αντιληπτό ότι η διαρκώς αυξανόμενη Τουρκική επιθετικότητα και το κλίμα εντάσεως που καλλιεργείται από την Άγκυρα είναι μία στρατηγική επιλογή για να εξαλειφθεί ο βολικός μύθος της «εσωτερικής κατανάλωσης»! Υπάρχουν αναμφίβολα και διαχρονικές πολιτικές ευθύνες αλλά την μεγαλύτερη ευθύνη για το σημερινό πρόβλημα ασφαλείας της Χώρας έχει η για μία σχεδόν 4ετία Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ
Οι σπαραξικάρδιες και παρακλητικές επικλήσεις των διεθνών συνθηκών και του Διεθνούς Δικαίου από Κυβέρνηση και Πρόεδρο της Δημοκρατίας μαζί με τις ατάκες πανεπιστημιακών αμφιθεάτρων του κ. Κοτζιά από την μία μεριά και οι αστείοι ψευτοβρηχυθμοί και η ρητορική «μαλώνουμε ρε;» του κ. Καμμένου από την άλλη, καταδεικνύουν το αλαλούμ που επικρατεί στον χειρισμό των μειζόνων εθνικών μας ζητημάτων και φυσικά την παραλυτική αμηχανία με τη οποία οι κυβερνώντες παρακολουθούν τα τεκταινόμενα στο Αιγαίο και στη ΝΑ Μεσόγειο.
Η Κυβέρνηση Τσίπρα – Καμμένου εκμεταλλευόμενη μία θετικά αξιοσημείωτη σύγκλιση συμφερόντων με τις ΗΠΑ, τις αδιαμφισβήτητες τριβές που δημιουργήθηκαν μεταξύ Ουάσιγκτον και Άγκυρας και οπωσδήποτε τις τριμερείς και τετραμερείς στρατηγικές συνεργασίες στην ΝΑ Μεσόγειο, δημιουργεί νέα αφηγήματα καλλιεργώντας νέες επικίνδυνες φαντασιώσεις. Κάποιοι μάλιστα προστρέχουν να μας πουν εμμέσως πλην σαφώς ότι οι Αμερικανοί ή/και Ισραηλινοί θα βάλλουν τους Τούρκους στην… θέση τους. Όχι εμείς, αλλά οι …άλλοι! Πόσο αξιοθρήνητο είναι το … «σύνδρομο του Ναβαρίνου»!
Η ενδυνάμωση και η διεύρυνση της συνεργασίας με το Ισραήλ με τα συμφέροντα του οποίου υπάρχει εδώ και κάποια χρόνια σημαντική σύγκλιση είναι ένα θετικό στοιχείο στην «γεωπολιτική εξίσωση ισορροπιών» στην περιοχή μας. Οι τριμερείς και τετραμερείς συνεργασίες μπορεί να καλύπτουν ένα μεγάλο πλέγμα δραστηριοτήτων με επίκεντρο τα ενεργειακά αλλά απέχει πολύ από το να είναι Συμμαχίες και Άξονες όπως κάποιοι αφελώς ή ανοήτως φαντασιώνονται με ότι αυτό σημαίνει για το δίλλημα ασφαλείας που αντιμετωπίζει η Ελλάδα από την εκπεφρασμένη Τουρκική απειλή.
Οι ψευδαισθήσεις που καλλιεργούνται τον τελευταίο καιρό με τις ευλογίες της Κυβέρνησης από την αναμφίβολα επωφελή σημαντική αναβάθμιση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, είναι οι πλέον επικίνδυνες καθόσον μπορεί να «αποκοιμίσουν» κρατικούς μηχανισμούς, πολιτικό κόσμο, Ένοπλες Δυνάμεις και κοινωνία. Τα υπονοούμενα ότι οι ΗΠΑ θα αντιδράσουν σε οποιαδήποτε τουρκική επιθετική ενέργεια είναι επιεικώς αστεία. Για την Ουάσιγκτον (αλλά και για την Δύση στο σύνολο της) είναι άλλο ο Ερντογάν και άλλο αυτή καθαυτή η Τουρκία που για κανέναν λόγο δεν πρέπει «να χαθεί».
Αρκεί μία ματιά στον χάρτη και γίνεται αντιληπτό γιατί η αξία της Τουρκίας στο «γεωπολιτικό χρηματιστήριο» διατηρείται πάντοτε υψηλά! Ο σεβασμός των Συμμάχων και η εμπιστοσύνη αυτών προς τις ΗΠΑ, ιδιαίτερα μετά και την απόφαση Τράμπ να αποσύρει τα Αμερικανικά επίλεκτα στρατιωτικά τμήματα από την Συρία, τίθενται πλέον σε αμφισβήτηση, κάτι που εμφατικά επεσήμανε στην επιστολή παραίτησης του ο μέχρι σήμερα εχέφρων Υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ Στρατηγός ε.α. Ματτίς. Να πούμε σε όσους ζουν στην φαντασιακή μακαριότητα ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να ενεργήσουν ως «Προστάτιδες Δυνάμεις» ότι αυτό που θα μπορούσαν σε περίπτωση στρατιωτικής εμπλοκής να κάνουν, είναι να ζητήσουν… «αυτοσυγκράτηση και επίλυση των διαφορών με ειρηνικά μέσα». Για τον λόγο αυτό οι αναφορές Καμμένου για δημιουργία πολλών Αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων που θα μας …προστατέψουν από την Τουρκία αποτελούν πολύ απλά αστειότητες καθόσον ξεχνάει ότι και οι δύο χώρες είναι Σύμμαχοι στενά συνεργαζόμενες με τις ΗΠΑ. Αυτό ουδόλως σημαίνει ότι δεν πρέπει να είναι πρώτης προτεραιότητας η συνεχής ενδυνάμωση των σχέσεων με τις ΗΠΑ και οπωσδήποτε η συνέχιση των πολυεπίπεδων επαφών με τους ανθρώπους του Προέδρου Τραμπ.
Σαν τον «μουσαμά του θεσσαλωνικιώτικου Μετρό» για να κρύψουν «το τίποτα» τους, απλώνουν και τον μύθο ότι η Τουρκία …αποδυναμώνεται, καταρρέει οικονομικά και οσονούπω …διαλύεται όταν αυτή ξεπερνάει σε μεγάλο βαθμό τα όποια προβλήματα έχει ενώ αποκαθιστά σταδιακά τις σχέσεις τις με τις ΗΠΑ! Δύο τηλεφωνικές συνομιλίες Τράμπ-Ερντογάν το τελευταίο δεκαήμερο! Μπορεί η Τουρκία του Ερντογάν να μην επιτυγχάνει τους μαξιμαλιστικούς στόχους της αλλά είναι σε θέση να ανατρέπει συμμαχίες (ΗΠΑ – Κούρδοι Συρίας) και να προστατεύει αποτελεσματικά αυτά που θεωρεί ζωτικά της συμφέροντα στην περιοχή. Για υποστήριξη του δόγματος της «γαλάζιας πατρίδας» προχωράει στην υλοποίηση των εξοπλιστικών της φιλοδοξιών με βάση την δική της τεράστια αμυντική βιομηχανία και είναι αστείο να προσπαθούν κάποιοι με πρώτον απ’ όλους τον κ. Καμμένο να μας πείσουν ότι οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις είναι εξασθενημένες και έχουν χάσει την μαχητική τους ικανότητα. Ίσως σε κάποιο βαθμό ναι αλλά διατηρούν ακόμα την δυνατότητα αναλήψεως στρατιωτικών ενεργειών απέναντι στην χώρα μας ενώ οι στις επιχειρήσεις που έγιναν την προηγούμενη διετία στην Συρία γενικώς έδρασαν αποτελεσματικά.
Χωρίς να καλλιεργείται «πολεμικό κλίμα» απέναντι στις επικίνδυνες αυτές φαντασιώσεις προτάσσεται η Αρχή της Αυτοβοήθειας! Αν οι Στρατηγικοί Σύμβουλοι Πρωθυπουργού και του Συγκυβερνήτη του κ. Καμμένου δεν γνωρίζουν τι είναι «Αυτοβοήθεια» ας ανατρέξουν στα βιβλία! Το αμυντικό μας σύστημα χωλαίνει, από την στιγμή που από το 2010 ο αμυντικός Προϋπολογισμός έχει μειωθεί κατά 40% δηλαδή πολύ κάτω από την μείωση του ΑΕΠ με ότι αυτό σημαίνει για την συντήρηση των κυρίων μέσων και την επιχειρησιακή διαθεσιμότητα αυτών. Οι αρνητικές επιδράσεις των περικοπών δεν εξισορροπήθηκαν λόγων λανθασμένων προτεραιοτήτων και αμφίβολης επιχειρησιακής αξίας λύσεις στα οποία όλα είχε πρώτο λόγο ο ίδιος Οο κ. Καμμένος. Μειώθηκαν όμως γιατί οι Διοικήσεις και το Προσωπικό των ΕΔ υπερέβαλλαν εαυτούς για να διατηρήσουν όσο υψηλότερα γίνεται την η μαχητική ικανότητα αυτών. Ας κρατήσουμε και αυτό που είπε προσφάτως ο κ. ΑΓΕΕΘΑ εκτός από τις ισοπεδώσεις των βραχονησίδων (κατά φρασεολογία του πολιτικού του προϊστάμενου). «Σε περίπτωση στρατιωτικής αναμέτρησης με την Τουρκία θα είμαστε μόνοι μας». Εμείς οι ίδιοι θα πρέπει να «βοηθηθούμε».
Θα ήθελα να ρωτήσω όλους αυτούς τους κυβερνητικούς και μη που αναφέρονται συνεχώς στην σημαντική γεωπολιτική αναβάθμιση της χώρας μας, ποιο είναι το αποτύπωμα ισχύος μας που συνδέεται με αυτή είτε στα ελληνοτουρκικά, είτε στο «Μακεδονικό» είτε ακόμα και στην προστασία της Ελληνικής εθνικής μειονότητας στην Αλβανία που ξεριζώνεται αργά αλλά σταθερά από τα Τίρανα.
Κλείνοντας τις σκέψεις αυτές αισθάνομαι υποχρεωμένος μιας και όλοι ομιλούν για Συμμαχίες να θυμίσω την παρακάτω διαπίστωση του Παναγιώτη Κονδύλη που έχει διαχρονική ισχύ: «Καμία προστασία και καμιά συμμαχία δεν διασφαλίζει τελειωτικά όποιον βρίσκεται μαζί της σε σχέση μονομερούς εξάρτησης. Η αξία μιας συμμαχίας για μιαν ορισμένη πλευρά καθορίζεται από το ειδικό βάρος της πλευράς αυτής μέσα στο πλαίσιο της συμμαχίας. Ισχυροί σύμμαχοι είναι άχρηστοι σε όποιον δεν διαθέτει ο ίδιος σεβαστό ειδικό βάρος, εφ’ όσον ανάλογα με τούτο εδώ αυξομειώνεται το ενδιαφέρον των ισχυρών. Ίσως να θεωρεί κανείς «απάνθρωπα» και λυπηρά αυτά τα δεδομένα ˙ αν όμως ασκεί εθνική πολιτική αγνοώντας τα, αργά ή γρήγορα θα βρεθεί σε μια κατάσταση όπου τη λύπη για την ηθική κατάπτωση των άλλων θα τη διαδεχθεί ο θρήνος για τις δικές του συμφορές…»
* Ο Αντιστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Λουκόπουλος είναι επικεφαλής στο «Παρατηρητήριο Liberal».
Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2019 Ιανουάριος 2, 2019. 18:15
Δύο Αλβανοί από το Κοσσυφοπέδιο, που τους αποκαλείτε Κοσοβάρους –‘ Kosovaret’, διορίσθηκαν υπουργοί στην αλβανική κυβέρνηση. Και τι δεν ακούσαμε: εκτοξεύθηκαν προσβολές, λυσσαλέες επιθέσεις κατά των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου, γράφει η αλβανική των Σκοπίων.
Τέτοιες βρισιές για απάτες, παρανομίες και επιθέσεις, δεν ακούσαμε ούτε από τους εχθρούς των Αλβανών.
Ούτε οι Έλληνες, ούτε οι Σέρβοι και κανένας άλλος δεν εκσφενδόνισε προσβολές και επιθέσεις για το θέμα αυτό.
Γιατί αυτές οι επιθέσεις; Φυσικά, λόγω του αισθήματος της ανωτερότητας που πλήττει μεγάλο αριθμό Αλβανών στην Αλβανία.
Θεωρείστε ότι είσαστε ανώτεροι από τους Αλβανούς του Κοσσυφοπεδίου, της πΓΔΜ αλλά και τους Αλβανούς του Μαυροβουνίου και ας μην ξέρετε πως ζούνε αυτοί εκεί.
Αυτή η πεποίθηση που σας διακατέχει προέρχεται σαφώς από την αγάπη στην Αλβανία και στους Αλβανούς. Δεν ξέρω τι πρέπει να κάνουμε για να σας δείξουμε ότι σας αγαπάμε και ότι δεν είμαστε κατώτεροι από εσάς.
Κάνετε το λάθος θα λατρεύετε τους Σέρβους και τους Έλληνες προστρέχοντας στις συναυλίες τους, τους ανθρώπους που διέπραξαν εγκλήματα ή υποστηρίζουν εγκλήματα στο Κοσσυφοπέδιο.
Και φυσικά, η αγάπη προς τους Αλβανούς του Κοσσυφοπεδίου και των Σκοπίων θεωρείται κατωτερότητα, ενώ στην πραγματικότητα εμείς είμαστε ανώτεροι από εσάς.
Ας μιλήσουμε με συγκεκριμένα παραδείγματα:
Η Αλβανία διαθέτει μεγάλο αριθμό κοριτσιών που πωλούνται έναντι χρημάτων (κυρίως στη Σερβία).
Η Αλβανία ξεπερνά τους Αλβανούς του Κοσσυφοπεδίου και των Σκοπίων σε καταναγκαστικούς γάμους, επιλεκτικές αμβλώσεις και σε δολοφονίες γυναικών.
Παρότι έχετε μια πλεονεκτική, γεωγραφικά, τουριστική θέση, είσαστε πιο φτωχοί από τους Αλβανούς του Κοσσυφοπεδίου και των Σκοπίων, αφού ένα μεγάλο ποσοστό συνανθρώπων σας ζούνε σε ακραία φτώχεια.
Το Πανεπιστήμιο των Τιράνων βρίσκεται πάνω από χίλιες θέσεις πίσω από αυτό της Πρίστινα και του Τέτοβο στην κατάταξη των παγκόσμιων πανεπιστημίων.
Από επιστημονική άποψη είσαστε πολύ πίσω από το Κοσσυφοπέδιο.
Όλοι οι πιο διάσημοι δημοσιογράφοι σας είναι φυλετιστές, σεξιστές, ομοφοβικοί κλπ, ενώ στο Κοσσυφοπέδιο δεν υπάρχει περίπτωση να συμβούν αυτά.
Να μιλήσουμε για τη χειραφέτηση; Πιστεύετε ότι όλη οι κοινωνία βρίσκεται στα δύο τηλεοπτικά στούντιο στη μέση των Τιράνων.
Όπου, σε αυτά τα στούντιο διαδίδονται σεξιστικές, ρατσιστικές και καταπιεστικές ιδέες για τις γυναίκες. Προβάλουν πορνογραφικά προγράμματα και μετατρέπουν τις γυναίκες σε σεξουαλικά αντικείμενα.
Σπάνια θα ακούσουμε τον Έντι Ράμα και τον Σαλί Μπερίσα να μην λένε …μαλακίες!
Λέτε ότι δεν μιλάμε όμορφα, γιατί θέλετε να μιλάμε όπως εσείς.
Δεν θέλετε να μας αγαπήσετε γιατί μιλάμε διαφορετικά με παράξενη προφορά και είμαστε και εκτός της Αλβανίας.
Η γλώσσα μας περιέχει πολλές ελληνικές και ιταλικές λέξεις και πολύ λίγες αλβανικές, είναι αλήθεια.
Να γνωρίζετε, όμως, το ότι είστε στη διεθνή σκηνή και μιλάνε για εσάς, αυτό το χρωστάτε στους Αλβανούς του Κοσσυφοπεδίου, των Σκοπίων και του Μαυροβουνίου, είτε σε αθλήματα είτε σε μουσική, τώρα εμείς θα προσπαθήσουμε να σας φθάσουμε και στην πολιτική…
Our real concern should be equality not in material benefits, Anderson argues, but in social relations: democratic equality.
American stories trace the sweep of history, but their details are definingly particular. In the summer of 1979, Elizabeth Anderson, then a rising junior at Swarthmore College, got a job as a bookkeeper at a bank in Harvard Square. Every morning, she and the other bookkeepers would process a large stack of bounced checks. Businesses usually had two accounts, one for payroll and the other for costs and supplies. When companies were short of funds, Anderson noticed, they would always bounce their payroll checks. It made a cynical kind of sense: a worker who was owed money wouldn’t go anywhere, or could be replaced, while an unpaid supplier would stop supplying. Still, Anderson found it disturbing that businesses would write employees phony checks, burdening them with bounce fees. It appeared to happen all the time.
Midway through summer, the bank changed its office plan. When Anderson had started, the bookkeepers worked in rows of desks. Coördination was easy—a check that fell under someone else’s purview could be handed down the line—and there was conversation throughout the day. Then cubicles were added. That transformation interrupted the workflow, the conversational flow, and most other things about the bookkeepers’ days. Their capacities as workers were affected, yet the change had come down from on high.
These problems nagged at Anderson that summer and beyond. She had arrived at college as a libertarian who wanted to study economics. In the spirit of liberal-arts exploration, though, she enrolled in an introductory philosophy course whose reading list included Karl Marx’s 1844 manuscripts concerning worker alienation. Anderson thought that Marx’s economic arguments about the declining rate of profit and the labor theory of value fell apart under scrutiny. But she was stirred by his observational writings about the experience of work. Her summer at the bank drove home the fact that systemic behavior inside the workplace was part of the socioeconomic fabric, too: it mattered whether you were the person who got a clear check or a bounced check, whether a hierarchy made it easier or harder for you to excel and advance. Yet economists had no way of factoring those influences into their thinking. As far as they were concerned, a job was a contract—an exchange of labor for money—and if you were unhappy you left. The nature of the workplace, where most people spent half their lives, was a black box.
Anderson grew intellectually restless. Other ideas that were presented as cornerstones of economics, such as rational-choice theory, didn’t match the range of human behaviors that she was seeing in the wild. She liked how philosophy approached big problems that cut across various fields, but she was most excited by methods that she encountered in the history and the philosophy of science. Like philosophers, scientists chased Truth, but their theories were understood to be provisional—tools for resolving problems as they appeared, models valuable only to the extent that they explained and predicted what showed in experiments. A Newtonian model of motion had worked beautifully for a long time, but then people noticed bits of unaccountable data, and relativity emerged as a stronger theory. Couldn’t disciplines like philosophy work that way, too?
The bank experience showed how you could be oppressed by hierarchy, working in an environment where you were neither free nor equal. But this implied that freedom and equality were bound together in some way beyond the basic state of being unenslaved, which was an unorthodox notion. Much social thought is rooted in the idea of a conflict between the two. If individuals exercise freedoms, conservatives like to say, some inequalities will naturally result. Those on the left basically agree—and thus allow constraints on personal freedom in order to reduce inequality. The philosopher Isaiah Berlin called the opposition between equality and freedom an “intrinsic, irremovable element in human life.” It is our fate as a society, he believed, to haggle toward a balance between them.
In this respect, it might seem odd that, through history, equality and freedom have arrived together as ideals. What if they weren’t opposed, Anderson wondered, but, like the sugar-phosphate chains in DNA, interlaced in a structure that we might not yet understand? What if the way most of us think about the relation between equality and freedom—the very basis for the polarized, intractable political division of this moment—is wrong?
At fifty-nine, Anderson is the chair of the University of Michigan’s department of philosophy and a champion of the view that equality and freedom are mutually dependent, enmeshed in changing conditions through time. Working at the intersection of moral and political philosophy, social science, and economics, she has become a leading theorist of democracy and social justice. She has built a case, elaborated across decades, that equality is the basis for a free society. Her work, drawing on real-world problems and information, has helped to redefine the way contemporary philosophy is done, leading what might be called the Michigan school of thought. Because she brings together ideas from both the left and the right to battle increasing inequality, Anderson may be the philosopher best suited to this awkward moment in American life. She builds a democratic frame for a society in which people come from different places and are predisposed to disagree.
One recent autumn morning, Anderson flew from Ann Arbor, where she lives, to Columbus, to deliver a lecture at Ohio State University. With a bit of time before her talk, she sat in a high-backed chair and spoke with undergraduates about her work. “Almost everyone wants to be respected and esteemed by others, so how can you make that compatible with a society of equals?” she asked. The students, looking a touch wary, listened intently and stared.
People who meet Anderson in the world often find that she is more approachable than they imagined an august philosopher to be. She is, she’d be the first to say, a klutz. Most days, she wears a colorful cotton blouse, hiking sneakers, and hard-wearing khakis that could bear a carabiner full of keys. “Liz doesn’t put on airs,” her friend Rebecca Eisenberg, a professor at the University of Michigan Law School, says. Dan Troyka, another friend, says, “She could be at a potluck as easily as at a philosophy symposium.” She talks on a dais the way she does to buddies over lunch—in a trumpety voice, flattened across mid-American vowels—and has only a nodding acquaintance with many decorums. A few friends felt unsettled when she was interviewed on cable news earlier this year; it was the first time they had ever seen her wearing makeup.
In Ohio, she wore a loose black dress, trimmed in hot pink, over billowing pants and black flats. (“Feminists work to overcome the internal obstacles to choice—self-abnegation, lack of confidence, and low self-esteem—that women often face from internalizing norms of femininity,” Anderson, who holds a joint professorship in women’s studies, has written.) She crossed her right leg over her left and blinked as students formulated questions. She takes great pleasure in arranging information in useful forms; if she weren’t a philosopher, she thinks, she’d like to be a mapmaker, or a curator of archeological displays in museums.
As the students listened, she sketched out the entry-level idea that one basic way to expand equality is by expanding the range of valued fields within a society. Unlike a hardscrabble peasant community of yore in which the only skill that anyone cared about might be agricultural prowess, a society with many valued arenas lets individuals who are good at art or storytelling or sports or making people laugh receive a bit of love.
“Is the idea that we expand the number of values so that everyone gets a piece of the scene?” a young woman asked. She was trying to understand how hierarchies of esteem could be compatible with equality. “Or is there some sort of respectable limit, so we’re, like, We’ve sort of found the things we value, and you’ve got to aim for one of them!”
Anderson replied with a bright cackle of delight: Hah-hah-hah! Friends have noted that her laughter, like the autumn weather, comes in warm and chilly forms. There’s a staccato laugh of encouraging good humor (Hah!). There is, more ominously, a rough, guttural chuckle of declining barometric pressure (Hhhh-aahr-aahr-aahr), with which she introduces ideas she considers comically, dangerously bad. Addressing the student’s question, she posited endless innovation within general values. “Like, every society has music, and great musical performers always get esteem,” she said, extending her forearms in a teddy-bear position of embrace.
In general, Anderson is outgoing when conversation turns to ideas and shy about other things. (“If you want to make her totally uncomfortable, tell her she has to go to a fancy function in a cocktail dress,” her husband says.) Now she cleared her throat noisily. “If you look back at the origins of liberalism, it starts first with a certain settlement about religious difference,” she said. “Catholics, Protestants—they’re killing each other! Finally, Germany, England, all these places say, We’re tired of these people killing each other, so we’re going to make a peace settlement: religious toleration, live and let live.”
She spread her hands wider. “Then something remarkable happens,” she said. “People now have the freedom to have crosscutting identities in different domains. At church, I’m one thing. At work, I’m something else. I’m something else at home, or with my friends. The ability not to have an identity that one carries from sphere to sphere but, rather, to be able to slip in and adopt whatever values and norms are appropriate while retaining one’s identities in other domains?” She paused. “That is what it is to be free.”
A few years after her summer at the bank, Anderson was back in Cambridge, as a Harvard graduate student, studying political and moral philosophy under the mentorship of John Rawls. At a dinner party one evening, she was introduced to a former philosophy undergraduate named David Jacobi. He was smart, winsomely geeky, and uncommonly kind, and he had a thing for brainy women. They began dating. Jacobi wound up in medical school. Anderson wound up teaching at Michigan. She was touched when he requested a hospital near her, in Detroit, for his internship. Sometime after that, they got married, though neither recalls exactly when. They looked for a place to live near Jacobi’s job, and their criteria were simple: price, neighborhood, and space.
As Anderson toured apartments, though, she noticed other forces in play. Greater Detroit was effectively segregated by race. Oak Park had middle-class white sections and middle-class black sections. In Southfield, a real-estate agent told her not to worry, because locals were “holding the line against blacks at 10 Mile Road.” Until then, Anderson had not thought seriously about race; she assumed that reasonable people treated it as undefining. Now she felt herself being swept, as a middle-class white woman, into a particular zone. To the extent that it constrained her options, it felt like an impingement on freedom. To the extent that it entrenched racial hierarchy, it seemed anti-egalitarian as well.
As a rule, it’s easy to complain about inequality, hard to settle on the type of equality we want. Do we want things to be equal where we start in life or where we land? When inequalities arise, what are the knobs that we adjust to get things back on track? Individually, people are unequal in countless ways, and together they join groups that resist blending. How do you build up a society that allows for such variety without, as in the greater-Detroit real-estate market, turning difference into a constraint? How do you move from a basic model of egalitarian variety, in which everybody gets a crack at being a star at something, to figuring out how to respond to a complex one, where people, with different allotments of talent and virtue, get unequal starts, and often meet with different constraints along the way?
In 1999, Anderson published an article in the journal Ethics, titled “What Is the Point of Equality?,” laying out the argument for which she is best known. “If much recent academic work defending equality had been secretly penned by conservatives,” she began, opening a grenade in the home trenches, “could the results be any more embarrassing for egalitarians?”
The problem, she proposed, was that contemporary egalitarian thinkers had grown fixated on distribution: moving resources from lucky-seeming people to unlucky-seeming people, as if trying to spread the luck around. This was a weird and nebulous endeavor. Is an heir who puts his assets into a house in a flood zone and loses it unlucky—or lucky and dumb? Or consider a woman who marries rich, has children, and stays at home to rear them (crucial work for which she gets no wages). If she leaves the marriage to escape domestic abuse and subsequently struggles to support her kids, is that bad luck or an accretion of bad choices? Egalitarians should agree about clear cases of blameless misfortune: the quadriplegic child, the cognitively impaired adult, the teen-ager born into poverty with junkie parents. But Anderson balked there, too. By categorizing people as lucky or unlucky, she argued, these egalitarians set up a moralizing hierarchy. In the article, she imagined some citizens getting a state check and a bureaucratic letter:
To the disabled: Your defective native endowments or current disabilities, alas, make your life less worth living than the lives of normal people. . . . To the stupid and untalented: Unfortunately, other people don’t value what little you have to offer in the system of production. . . . Because of the misfortune that you were born so poorly endowed with talents, we productive ones will make it up to you: we’ll let you share in the bounty of what we have produced with our vastly superior and highly valued abilities. . . . To the ugly and socially awkward: . . . Maybe you won’t be such a loser in love once potential dates see how rich you are.
By letting the lucky class go on reaping the market’s chancy rewards while asking others to concede inferior status in order to receive a drip-drip-drip of redistributive aid, these egalitarians were actually entrenching people’s status as superior or subordinate. Generations of bleeding-heart theorists had been doing the wolf’s work in shepherds’ dress.
In Anderson’s view, the way forward was to shift from distributive equality to what she called relational, or democratic, equality: meeting as equals, regardless of where you were coming from or going to. This was, at heart, an exercise of freedom. The trouble was that many people, picking up on libertarian misconceptions, thought of freedom only in the frame of their own actions. If one person’s supposed freedom results in someone else’s subjugation, that is not actually a free society in action. It’s hierarchy in disguise.
To be truly free, in Anderson’s assessment, members of a society had to be able to function as human beings (requiring food, shelter, medical care), to participate in production (education, fair-value pay, entrepreneurial opportunity), to execute their role as citizens (freedom to speak and to vote), and to move through civil society (parks, restaurants, workplaces, markets, and all the rest). Egalitarians should focus policy attention on areas where that order had broken down. Being homeless was an unfree condition by all counts; thus, it was incumbent on a free society to remedy that problem. A quadriplegic adult was blocked from civil society if buildings weren’t required to have ramps. Anderson’s democratic model shifted the remit of egalitarianism from the idea of equalizing wealth to the idea that people should be equally free, regardless of their differences. A society in which everyone had the same material benefits could still be unequal, in this crucial sense; democratic equality, being predicated on equal respect, wasn’t something you could simply tax into existence. “People, not nature, are responsible for turning the natural diversity of human beings into oppressive hierarchies,” Anderson wrote.
Anderson was born early, at three pounds six ounces, and stayed small through childhood, wearing toddler-size clothes into the second grade. “People tended to treat her as much younger than her real age and ability,” her mother, Eve, says. For years, she scarcely spoke; she had a lisp and seemed loath to reveal the imperfection. Eve recalls passing her bedroom and hearing her practicing her name repeatedly, E-liz-a-beth, trying to get it right. When she was three, her mother asked, “Why do you allow your brother to talk for you?”—why didn’t she speak for herself?
“Until now, it simply was not necessary,” Elizabeth said. It was the first full sentence that she had ever uttered.
Their household, in Manchester, Connecticut, was mixed and fluid. Eve, a freelance journalist, was Jewish; Anderson’s father, Olof, an aeronautical engineer, had been brought up Swedish Lutheran. They helped found a local Unitarian Universalist worship space. Eve volunteered at the local Democratic Party headquarters and had campaigned for Adlai Stevenson; in 1964, Olof was elected to a Democratic seat on the Manchester board of directors. “They were throwing fund-raising parties all the time,” Anderson recalls. She, in contrast, felt awkward and anxious. “Books were secure—this was something I could master and control.”
The reading led to other interests. “Everyone had something to teach her,” Laura Grande, a childhood friend, says. “She wasn’t interested in parties, or in social gatherings that weren’t enlightening.” Anderson dreamed of studying math and economics, because she loved the way they hung together in a tight system. At one point, Olof and Elizabeth read Plato’s Republic and Mill’s “On Liberty” together. The world outside seemed untidy; she found peace in the stability of shared ideas.
One Friday afternoon, Anderson sat with Kimberly Chuang, a soft-spoken twenty-nine-year-old who had just defended her dissertation, the final rite of passage before the Ph.D. Chuang had devised a model for “contributive justice,” determining what people owe society, rather than what society owes them: a frameshift with implications for taxation. At the defense, five professors prodded her with questions in the manner of a dental scaler scraping away plaque—an excavation that Chuang seemed to enjoy in proportion. They deliberated, then issued good news. “You’re a doctor!” Anderson said. Everybody stood up and applauded.
Anderson had invented a “Ph.D. to lecturer” program at Michigan, to give new doctors a grace year to teach and to apply for jobs, and Chuang was to be the inaugural fellow. Still, Chuang blanched as they discussed the scope of her new obligations. She had four classes to help teach, and was supposed to give talks at a slew of international conferences. How should she prepare these audition-like presentations?
“Don’t write up,” Anderson advised. “Just do PowerPoint slides.” Behind her, a PC was mounted on a treadmill desk; she tries to get in ten thousand steps a day. She went on, “Give the big picture, make points to motivate the idea, and punt all the objections to the Q. & A. What ensues is a very lively Q. & A.”
Chuang knitted her brow. An esteemed philosopher at Oxford reads his talks, she said.
“Yeah, horrible,” Anderson said. “So retro.” The issue was that people were afraid of questions, and tried to address them all preëmptively. She laughed darkly: Hhhh-aahr-aahr-aahr. “Philosophers are too risk averse, and this makes listening to philosophers tedious.”
Anderson landed at Michigan out of graduate school, in 1987, and never left, despite being courted by other universities, starting with an “out of the blue” tenure-track job offer from Princeton the following year. Michigan, despite its winters, seemed a warmer place. The school was huge, but Anderson liked the size. (“For any subject I’m interested in—and I’m interested in a zillion things—I know there will be an expert who can lead me to essential sources,” she says.) Still, there were challenges. On her first day, a senior colleague took her to lunch—a friendly welcome, she assumed, until he started telling her his thoughts on why she was the only woman in the department. Then he lighted into Martha Nussbaum, who had taught her Plato at Harvard, and Nussbaum’s recent book “The Fragility of Goodness,” which had made her a star. Many people have doubted that women are capable of doing good philosophy, he mused, and this book offered no counterevidence. Anderson remembers, “I was, like, Uh-oh.”
Until then, Anderson had never really considered the role of gender in her career. She later learned that there were fewer women in academic philosophy than in either math or astrophysics, and a sense of the way inequality was built into that pipeline propelled her interest in feminist philosophy. In 1993, she became the first woman in Michigan’s department to be tenured from within.
Her first book, “Value in Ethics and Economics,” appeared that year, announcing one of her major projects: reconciling value (an amorphous ascription of worth that is a keystone of ethics and economics) with pluralism (the fact that people seem to value things in different ways). Philosophers have often assumed that pluralistic value reflects human fuzziness—we’re loose, we’re confused, and we mix rational thought with sentimental responses. Anderson proposed that, actually, pluralism of value wasn’t the fuzz but the thing itself. She offered an “expressive” theory: in her view, each person’s values could be various because they were socially expressed, and thus shaped by the range of contexts and relationships at play in a life. Instead of positing value as a basic, abstract quality across society (the way “utility” functioned for economists), she saw value as something determined by the details of an individual’s history. Like her idea of relational equality, this model resisted the temptation to flatten human variety toward a unifying standard. In doing so, it helped expand the realm of free and reasoned economic choice.
Consider a couple who has worked for years to run a family restaurant and is offered a corporate buyout, worth more than they could earn by keeping it open. Traditional economists and many philosophers would say, Take the money! That would maximize value. Maybe you can use it to start a new restaurant. In Anderson’s expressive model, the couple might have a sound reason to refuse. “They did not work all those years to make millions for some brand-x corporation,” she wrote. “A concern for the narrative unity of their lives, for what meaning their present choices make of their past actions, could rationally motivate them to turn down the offer.” The value of that narrative unity was beyond the reach of the market: for that couple, no price was the right price.
In this sense, “Value in Ethics and Economics” was partly about reclaiming moral authority from the cold-eyed neoclassical economists who guided policy in the eighties and nineties. Anderson’s model unseated the premises of rational-choice theory, in which individuals invariably make utility-maximizing decisions, occasionally in heartless-seeming ways. It ran with, rather than against, moral intuition. Because values were plural, it was perfectly rational to choose to spend evenings with your family, say, and have guilt toward the people you left in the lurch at work.
The theory also pointed out the limits on free-market ideologies, such as libertarianism. In ethics, it broke across old factional debates. The core idea “has been picked up on by people across quite a range of positions,” Peter Railton, one of Anderson’s longtime colleagues, says. “Kantians and consequentialists alike”—people who viewed morality in terms of duties and obligations, and those who measured the morality of actions by their effects in the world—“could look at it and see something important.”
“She has this way of challenging the dominant model and assumptions in multiple areas,” Sally Haslanger, a former colleague of Anderson’s who is now at M.I.T., says. “She has that ability to turn the lens so that people who thought they knew the way to proceed are now seeing very different things.”
Part of the novelty in Anderson’s approach came from a shift in how she practiced philosophy. Traditionally, the discipline is taught through a-priori thought—you start with basic principles and reason forward. Anderson, by contrast, sought to work empirically, using information gathered from the world, identifying problems to be solved not abstractly but through the experienced problems of real people.
Shortly after arriving at Michigan, she had been struck by the work of a law-school colleague, Don Herzog, which incorporated a turn-of-the-century school of American thought called pragmatism. To a pragmatist, “truth” is an instrumental and contingent state; a claim is true for now if, by all tests, it works for now. This approach, and the friendship that had borne it, enriched Anderson’s work. Herzog has offered notes on almost everything she has published in the past three decades.
In 2004, the Stanford Encyclopedia of Philosophy asked Anderson to compose its entry on the moral philosophy of John Dewey, who helped carry pragmatist methods into the social realm. Dewey had an idea of democracy as a system of good habits that began in civil life. He was an anti-ideologue with an eye for pluralism. Anderson was quickly smitten. In 2013, when she was elevated to Michigan’s highest professorship and got to name her chair—a kind of academic spirit animal—she styled herself the John Dewey Distinguished University Professor. “Dewey argued that the primary problems for ethics in the modern world concerned the ways society ought to be organized, rather than personal decisions of the individual,” Anderson wrote in her Stanford Encyclopedia entry. As she turned to problems in her work and her life, his thought became a crucial guide.
Anderson and her husband went to lunch at Zingerman’s, a deli restaurant in downtown Ann Arbor. It was a warm weekend, and Anderson, who had just come from a walk of a few thousand steps in the arboretum, ordered peaches with jalapeño dressing and a bowl of gazpacho. Jacobi, who had come from a four-mile jog, got a brisket sandwich, fruit salad, and a Dr. Brown’s black-cherry soda. “I should never come here after running,” he told the woman at the counter. (He often strikes up small, self-revealing conversations with people at registers.) Outside, they found a table in the shade. Anderson sat, and Jacobi put an arm around her.
“I’ve got my love puppy,” Anderson said.
He stiffened indignantly. “Your love dog,” he said.
Τη δεκαετία του 1970 ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε επισκεφθεί τη Μόσχα και το Πεκίνο. Δεν είχε «χτυπήσει» σοσιαλμανία τον άνθρωπο που τράβηξε τη χώρα από τα μαλλιά για να την εντάξει στις κοινές ευρωπαϊκές δομές. Ηθελε απλά να έχει αντίβαρα στις σχέσεις με τους δυτικούς συμμάχους. Οι συμμαχίες της Ελλάδας είναι εδώ και πολλά χρόνια συγκεκριμένες και σταθερές. Κατά καιρούς, όμως, μπορεί ορισμένα πράγματα να λησμονούνται ή να θεωρούνται δεδομένα. Σε αυτό το πλαίσιο, η επαφή με τις χώρες-αντίβαρα βοηθάει πάντα να θυμόμαστε τα κοινά μας συμφέροντα που βρίσκονται στη βάση των συμμαχιών μας.
Οι τελευταίες εξελίξεις του 2018 για την περιοχή μας σημαδεύονται από την απόφαση Τραμπ να αποχωρήσουν οι αμερικανικές χερσαίες στρατιωτικές δυνάμεις από τις κουρδικές περιοχές της Συρίας. Αυτό φέρεται ότι προέκυψε από μία τηλεφωνική συνομιλία Τραμπ – Ερντογάν. Δεν ξέρουμε εάν στο μενού εκείνης της ημέρας, εκτός από τους Κούρδους, ήταν η Ελλάδα και η Κύπρος. Απομένει να φανεί. Τον Ιανουάριο του 2004, πάντως, σε μία αντίστοιχη συζήτηση Ερντογάν με τον τότε πρόεδρο Μπους, το αντάλλαγμα για τη δημιουργία αυτόνομης κουρδικής οντότητας στο Ιράκ ήταν η πλήρης προσαρμογή του Σχεδίου Ανάν στις ανάγκες και επιδιώξεις της Τουρκίας. Το πιο σημαντικό μάθημα από την απόφαση Τραμπ είναι ότι επιβεβαιώνεται η ρήση να μη βάζουμε ποτέ όλα μας τα αυγά σε ένα καλάθι.
Τον τελευταίο καιρό η κυβέρνηση στράφηκε αποκλειστικώς προς τον αμερικανικό παράγοντα, πιστεύοντας ότι θα λειτουργούσε καταλυτικά στις σχέσεις μας με την Τουρκία. Με προεξάρχοντα τον υπουργό Αμυνας, νομίζαμε ότι θα επιτυγχάναμε να δελεάσουμε τις ΗΠΑ, εάν γεμίζαμε την Ελλάδα εν μια νυκτί με βάσεις για στρατιωτικές διευκολύνσεις. Με παρόμοιο σκεπτικό ανοίξαμε τον δρόμο για την ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ απλώς με την υπογραφή (και όχι με την κύρωση) της συμφωνίας των Πρεσπών. Οι συμμαχικές σχέσεις χτίζονται σε βάθος χρόνου και με αμοιβαία και συγκεκριμένα ανταλλάγματα. Οπως έλεγαν και παλαιότεροι: δεν δίνουμε την προίκα απλώς και μόνον με την υπόσχεση του γάμου…
Το ερώτημα είναι τι κάνουμε υπό τις νέες συνθήκες. Συγκρατούμε το γεγονός ότι η απόφαση Τραμπ υπήρξε αντικείμενο οξύτατης κριτικής ακόμη και από Ρεπουμπλικανούς γερουσιαστές και από τα αμερικανικά ΜΜΕ. Το μείζον, όμως, είναι ότι την τελική απόφαση λαμβάνει ο Αμερικανός πρόεδρος. Μπορεί να είναι αιφνιδιαστική, αλλοπρόσαλλη, αλλά αυτή είναι. Ας δούμε την τακτική των Ισραηλινών που θίγονται άμεσα από τυχόν αποχώρηση των Αμερικανών από τη Συρία. Δεν αναφέρθηκαν στον Τραμπ. Επιτέθηκαν στην αναξιοπιστία Ερντογάν. Οφείλουμε να κρατήσουμε ανοιχτές τις πόρτες με το σύστημα Τραμπ. Θεωρώντας ως δεδομένο ότι σκέφτεται ως επιχειρηματίας, πρέπει να εμμείνουμε στη δημιουργία οικονομικών συμφερόντων στην περιοχή μας, ιδίως στην Ανατολική Μεσόγειο αλλά και στην περιοχή νοτίως της Κρήτης. Οι δυστυχείς Κούρδοι βασίζονταν πρωτίστως σε ηθικές υποχρεώσεις που είχαν δημιουργηθεί από τον πόλεμο κατά του Ισλαμικού Κράτους.
Τα πράγματα σε διμερές επίπεδο με την Τουρκία θα είναι συγκρουσιακά αλλά θα παραμείνουν ελεγχόμενα. Ο Ερντογάν δεν είναι διατεθειμένος να φτάσει σε πόλεμο για το Αιγαίο. Δεν τον ενδιαφέρει. Το χρησιμοποιεί διότι ξέρει ότι μας ενοχλεί και αποσπά την προσοχή μας από την Ανατολική Μεσόγειο. Εκεί εξακολουθεί να βρίσκεται το μεγάλο διακύβευμα για την Τουρκία και εκεί πρέπει να εντοπίσουμε την προσοχή μας. Οι περιφερειακοί παίκτες γύρω από την Ανατολική Μεσόγειο, πλην Τουρκίας, είναι εξαιρετικά ενοχλημένοι από την αποχώρηση των ΗΠΑ. Χρειάζεται άμεση συνεργασία μαζί τους. Τα υπάρχοντα σχήματα τριμερούς συνεργασίας πρέπει να ενισχυθούν και να αυξηθεί ο αριθμός των κρατών που συμμετέχουν σε αυτά. Επίσης, ορισμένοι παράγοντες που είχαν διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο στον σχεδιασμό της εξωτερικής μας πολιτικής σε προηγούμενα χρόνια, όπως η Ε.Ε., έχουν ελάχιστον ενδιαφέρον για τα τεκταινόμενα στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό το ενδιαφέρον πρέπει να το ενισχύσουμε.
Ενα τελευταίο σημείο σχετίζεται με την κατάσταση που επικρατεί στο ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών. Το χαρτοφυλάκιο έχει ο πρωθυπουργός που παρακολουθεί πολλά άλλα θέματα πέραν αυτών της εξωτερικής πολιτικής. Ο δε αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών είναι παράλληλα και γενικός εισηγητής του ΣΥΡΙΖΑ για τη συνταγματική αναθεώρηση. Υπενθυμίζεται ότι ο παραιτηθείς υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Κοτζιάς, από τότε που ανέλαβε πρόεδρος ο Τραμπ, κατόρθωσε να δει στην Ουάσιγκτον και τους τρεις ομολόγους του υπουργούς Εξωτερικών καθώς και δύο εν ενεργεία συμβούλους εθνικής ασφαλείας. Μέσα σε περιόδους πρωτοφανούς ρευστότητας όπως είναι η σημερινή, είναι απαραίτητο να συνομιλείς απευθείας με το σύστημα παρά να περιμένεις να μάθεις από τρίτους τι συμβαίνει. Οπως λένε και οι Αγγλοσάξονες: εάν δεν κάθεσαι γύρω από το τραπέζι, είσαι το μενού στη μέση του τραπεζιού. Η χώρα χρειάζεται άμεσα υπουργό Εξωτερικών που θα είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχολήσεως.
* Ο κ. Αγγελος Μ. Συρίγος είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
Εντυπώσεις εξοικειωμένου με την Γαλλία παρατηρητή από συστηματική παρακολούθηση της εξέλιξης των πέντε ως σήμερα «πράξεων» της εξέγερσης «Κίτρινα Γιλέκα», όπως παρουσιάστηκαν σε συνεχή απ’ ευθείας μετάδοση, από τους ρεπόρτερ και ανταποκριτές του γαλλικού ειδησεογραφικού καναλιού L.C.I. ( LaChaineInfo) σε δεκάδες , αλληλοδιάδοχα, μεγάλες και μικρές πόλεις της Γαλλίας.
Ο απλός άνθρωπος στην Γαλλία δεν είναι τελικά ένα veau (μοσχάρι), όπως τον είπε ο Ντε Γκωλ -σε ώρα απόγνωσης- και όπως τον έδειχναν τα αποτελέσματα αρκετών ψηφοφοριών -μετά το δημοψήφισμα του 2005 για την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση.
Μπροστά στο μικρόφωνο του ρεπόρτερ της τηλεόρασης, κοντά στην υπαίθρια φωτιά ,που έχουν ανάψει για να ζεσταθούν, άνδρες και γυναίκες με κίτρινα γιλέκα, στο στρατηγικό σταυροδρόμι της πόλης ή του χωριού, στα λόγια μιας άγαμης μητέρας δυο παιδιών, βοηθού νοσοκόμου, ανακαλύπτεις: Σαφήνεια, γνώση, λογικό ειρμό και κόσμια διατύπωση στην παρουσίαση του ευρύτατου κοινωνικού εφιάλτη που ζουν εκατομμύρια γαλλικές οικογένειες, με εισόδημα που δεν φτάνει ως τα τέλη του μήνα, ψαλλιδίζεται συνεχώς από φόρους και αυξήσεις και τελεί υπό την συνεχή απειλή της απόλυσης. Και ακούς να διατυπώνονται συγκεκριμένες, νόμιμες και λογικές προτάσεις για την αντιμετώπιση του οικονομικού και κοινωνικού προβλήματος της χώρας για την ικανοποίηση βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων στην ζωή και στην αξιοπρέπεια και για την αποκατάσταση των κυριαρχικών δικαιωμάτων του λαού στην χάραξη των κρατικών επιλογών και της πορείας του έθνους.
΄Ανθρωποι κάθε ηλικίας, ταξικής προέλευσης και βαθμού εκπαίδευσης, αγρότες, εργάτες, μικροί επιχειρηματίες, υπάλληλοι, φοιτητές, με κοινά χαρακτηριστικά λόγου – την ευθύτητα, την σαφήνεια, την λιτότητα και την ήρεμη αποφασιστικότητα. Στο βάθος της εικόνας που μεταφέρει η κάμερα: Η γαλλική σημαία και μάζες συγκεντρωμένων «κίτρινων γιλέκων» να κραυγάζουν το σύνθημα «Μακρόν Παραιτήσου», η να τραγουδούν την Μασσαλιώτιδα, τον Εθνικό ΄Υμνο της χώρας. Κάποιοι να φορούν τον φρυγικό σκούφο, εθνικό σύμβολο. Και πλήθος συνθήματα σε πλακάτ και στην ράχη των κίτρινων γιλέκων κατά του «προέδρου των πλουσίων».
Αλλαγή εικόνας στο στούντιο και στο πάνελ των σχολιαστών και σύγκριση με τον λόγο της εξουσίας: άκαμπτο, αξιωματικό, «παιδαγωγικό», στην ερμητική γλώσσα της ΕΝΑ και της Εκόλ Πολυτεκνίκ, της στατιστικής, των αριθμών, των ευρω-ενωσιακών ορίων αναπνοής που όρισε το Μάαστριχ για τους κοινωνικά αδύνατους.
Αλλαγή πόλης ή συνοικίας του Παρισιού, απαράλλακτος πίνακας. Εντυπωσιάζει η απουσία ανορθογραφίας, με ακρότητες, βαναυσότητα, φλύαρο ναρκισσισμό. Επίσης –στις πόλεις της επαρχίας κυρίως- ένα διαφαινόμενο κλίμα κρυφής συναδέλφωσης εξεγερμένων πολιτών και οργάνων της τάξεως, το οποίο θα παραδεχτούν και θα εξηγήσουν οι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι αστυφυλάκων και ΜΑΤ, στα πλατό της τηλεόρασης .
Είναι οι εικόνες της αρχής, ως λαϊκού κινήματος, μιας εξέγερσης που αρχικά αντιμετωπίστηκε από το σύστημα της δημοσιότητας ως γραφικότητα και έτσι διέσπασε το φράγμα της αποσιώπησης και απομόνωσης, που αντιμετωπίζει κάθε φωνή και χειρονομία εξερχόμενη από τα πλαίσια της «ορθής σκέψης».
Στην εξέλιξη η εικόνα αλλάζει, μετά την αλλαγή στην στάση του συστήματος εξουσίας, αρχικά προς την περιφρόνηση και την αγριάδα, κατόπιν στην μαλαγανιά, και έπειτα στα κάθε είδους «στρατηγήματα» εξαπάτησης, διαβολής, διαίρεσης και τρομοκράτησης του κινητοποιημένου πλήθους.
* * * * * *
Την σταγόνα, που ξεχείλισε ένα ανθρώπινο καζάνι σε κατάσταση μοναχικού και ανήμπορου βρασμού, την πρόσθεσε η αύξηση του φόρου των καυσίμων, στην αμείλικτη διαδικασία εφαρμογής του Μακρονικού προγράμματος «οικονομικής μεταρρύθμισης», δηλαδή αποστράγγισης των ασθενέστερων και μεσαίων τάξεων, για την μείωση του ελλείμματος του κρατικού προϋπολογισμού στα 3% του ΑΕΠ, κατά τις επιταγές της Συνθήκης του Μάαστριχ –χωρίς να θιγούν τα τερατώδη έσοδα των πολύ πλουσίων και των πολυεθνικών επιχειρήσεων.
Εκλεγμένος, με ταχυδακτυλουργίες, από το 20% του εκλογικού σώματος και υιοθετώντας αυτοκρατορικό λόγο, τρόπους και ύφος, επικεφαλής κυβέρνησης από πρόθυμους τεχνοκράτες, χωρίς πολιτική ή κοινωνική πείρα, ο Μανουέλ Μακρόν όρμησε ακάθεκτος στην κατεδάφιση των προεκλογικών επαγγελιών του και όποιων κοινωνικών κατακτήσεων και δημοσίων υπηρεσιών είχαν αφήσει όρθιες οι προκάτοχοί του, οι οποίες αποτελούσαν το καύχημα της Γαλλίας. Το ίδιο ακάθεκτος συνεχίζει το ξεπούλημα όσων μεγάλων εθνικών επιχειρήσεων δεν έχουν ακόμη αρπαγεί ληστρικά – όπως η Alsthom- από τις ΗΠΑ.
Τα αποτελέσματα για τις υπηρεσίες υγείας, τις συγκοινωνίες την παιδεία την κοινωνική πρόνοια είναι δραματικά, με την πρόσθετη επιβάρυνση της φιλελεύθερης μεταναστευτικής πολιτικής που υπερασπίζεται ο σημερινός πρόεδρος της Γαλλίας, διεκδικητής της ηγεσίας της Ε.Ε. και σημαιοφόρος της παγκοσμιοποίησης, ο οποίος έχει διακηρύξει ότι «Ο εθνικισμός είναι λέπρα» και ότι «Δεν υπάρχει γαλλική κουλτούρα».
.* * * * * Για την κατανόηση της σημερινής κοινωνικής πραγματικότητας στην Γαλλία ιδού μερικά στοιχεία –από πρόσφατο άρθρο στο όργανο των Ντεγκωλλικών «Comité Valmy»:
-.Σχεδόν 6 εκατομμύρια εγγεγραμμένοι στο ταμείο ανεργίας. Άνεργος ένας στους τέσσερεις νέους.
-.Τα 30% των Γάλλων εργάζονται με συμβάσεις ορισμένης διάρκειας.
-.΄Ένα εκατομμύριο εργαζομένων εισπράττουν λιγότερα των 800 ευρώ τον μήνα.
-. Τουλάχιστον 180.000 άστεγοι αυτόν τον χειμώνα.
-. Κατακλύζονται από πλήθη τα «εστιατόρια της καρδιάς» (λαϊκά συσσίτια).
– Μια αυτοκτονία αγρότη κάθε δυο μέρες. Δεκάδες αυτοκτονίες αστυνομικών και χωροφυλάκων κάθε χρόνο.
* * * * * Με την αναγγελία του φόρου στα καύσιμα, κάποιος είχε την ιδέα, φόρεσε το κίτρινο γιλέκο κινδύνου των αυτοκινητιστών και μετέδωσε από το Ιντερνέτ το πολλαπλασιαστικό κάλεσμα σε λαϊκό συναγερμό, πού σύντομα έβγαλε αθροιζόμενες χιλιάδες ανθρώπων με κίτρινα γιλέκα στον δρόμο. Γειτόνων, συμπολιτών, άγνωστων μεταξύ τους, διαφορετικής ή καμιάς κομματικής προέλευσης, πολλών που είχαν ψηφίσει τον «νεαρό τραπεζίτη» Μακρόν, από απέχθεια προς τα δοκιμασμένα, φθαρμένα/ διεφθαρμένα ή συκοφαντημένα αδοκίμαστα κόμματα, περισσότερων που είχαν ψηφίσει λευκό και άλλων που είχαν ψηφίσει Μελανσόν, ή Μαρίν Λε Πεν. Το τελευταίο χτύπημα στο άδειο οικογενειακό πορτοφόλι τούς απέσπασε από την μοναχική παράλυση αδυναμίας , την εξάρτηση από την ψυχοτροπική τηλε-οθόνη του « Μεγάλου Αδελφού» και την αποχαυνωτική καταφυγή στο «Σμάρτφον» και στο «κινητό».
Βγήκαν στον δρόμο και γνωρίστηκαν με τους γείτονες της πολυκατοικίας και της γειτονιάς και τους συμπολίτες στον Δήμο. Ξαναβρήκαν συνομιλητές , αντάλλαξαν εμπειρίες, γνώσεις, ιδέες και δημιούργησαν σχέσεις οικειότητας και φιλίας. Χτίστηκε συντροφικότητα, σμιλεύτηκε και προέκυψε πειθαρχημένη ενότητα θέσεων, προσαρμοζόμενη εξελικτικά απέναντι στην στάση της εξουσίας. Γεννήθηκε έτσι μια αυθόρμητη, τελείως πρωτότυπη και ασύμβατη κοινωνική-πολιτιστική επανάσταση, απεριόριστων ανατρεπτικών δυνατοτήτων, που προκαλεί ρίγη πανικού στο σύστημα εξουσίας, όχι μοναχά της Γαλλίας. Αυτό που ξεκίνησε σαν αντιφορολογική έκρηξη εξελίχθηκε σε κοινωνική εξέγερση –επανάσταση νέας μορφής.
* * * * * Στο κανάλι της συνεχούς ενημέρωσης, τα Σάββατα εξόρμησης των «κίτρινων γιλέκων», η συνεχής ροή μοιράζεται μεταξύ της μετάδοσης εικόνων από τα μέτωπα γεγονότων στο Παρίσι και στην επαρχία και του σχολιασμού τους από εναλλασσόμενες ομάδες σχολιαστών, από ένα εκπρόσωπο της κυβέρνησης, ένα γνωστό δημοσιογράφο, ένα βουλευτή της αντιπολίτευσης, έναν εκπρόσωπο των αστυνομικών οργάνων και έναν διαφορετικό κάθε φορά πολίτη με κίτρινο γιλέκο –ο οποίος τονίζει πάντοτε πως δεν εκπροσωπεί παρά μόνο τον εαυτό του. Αλλά το κίτρινο κυριαρχεί στα προγράμματα συζητήσεων και ανάλυσης όλη την εβδομάδα.
Οι ομάδες των συζητητών στο τηλεοπτικό στούντιο αντικαθρεφτίζουν τον εθνικό διχασμό σε δύο στρατόπεδα. Τους εκπροσώπους του κλειστού συστήματος εξουσίας, την λεγόμενη «ελίτ»: Υφυπουργό ή βουλευτή/βουλευτίνα, αρθρογράφο εφημερίδας, ή συστημικό παπαγάλο τύπου Δανιήλ Κοέν Μπεντίτ και συνήθως τον παρουσιαστή του προγράμματος. Και από την άλλη, έναν ή δυο βουλευτές της αντιπολίτευσης, κάποιον κοινωνιολόγο αναλυτή, έναν συνδικαλιστή των αστυνομικών σωμάτων και ένα κίτρινο γιλέκο, τον «λαϊκιστή», η εκπρόσωπο των «αξιοθρήνητων» κατά την έκφραση της Χίλαρυ Κλίντον.
Οι εκπρόσωποι της «ελίτ» αγανακτούν για τα απειλή της αναρχίας, την αμφισβήτηση των θεσμών της 5ης Γαλλικής Δημοκρατίας και του σχετικά πρόσφατου αποτελέσματος των προεδρικών εκλογών, υπερασπίζονται το έργο της κυβέρνησης και συμβουλεύουν υπομονή για την καρποφορία του… Μαχητικοί συνήγοροι της εξουσίας ή συγκαταβατικοί παιδαγωγοί του πόπολου. Βουλευτές των δεξιών εθνικιστικών κομμάτων της Μαρίν Λε Πεν και του Ντυπόν-Αινιάν και της ριζοσπαστικής αριστεράς, του Μελανσόν, καλούνται προφανώς με την ελπίδα πως θα συμβάλουν στον χρωματισμό του κινήματος κατά τις κυβερνητικές επιδιώξεις –παγίδα που επιδέξια αποφεύγουν, μαστιγώνοντας παράλληλα και ανεξάρτητα το καθεστώς Μακρόν. Το εκάστοτε κίτρινο γιλέκο –γυναίκα ή άνδρας- όταν του δίνεται ο λόγος απέχει από πολιτική πολεμική, περιορίζεται στην υποστήριξη των κοινωνικών διεκδικήσεων του κινήματος, στην ανατροπή παραπλανητικών εικονικών παραχωρήσεων της εξουσίας, όπως η «αύξηση του κατώτερου μισθού κατά 100 ευρώ.» και συχνά στην επισήμανση της έλλειψης αντιπροσωπευτικότητας του σημερινού πολιτικού συστήματος.
Η εμφάνιση μεγαλοδημοσιογράφων και παρουσιαστών των τηλεοπτικών προγραμμάτων δικαιολογεί την κατάταξή τους από τους πολίτες με κίτρινο γιλέκο στο αντιλαϊκό σύστημα εξουσίας και το αίσθημα αποστροφής, που εκφράστηκε και βίαια εναντίον τους σε κάποια επεισόδια στο Παρίσι. Ο παρατηρητής διαπιστώνει ωστόσο μια διάσταση μεταξύ «επώνυμων δημοσιογράφων», συνηγόρων του συστήματος, και των ρεπόρτερ πεδίου, με την έντιμη περιγραφή «σε ζωντανή μετάδοση» γεγονότων και παρουσίασης θέσεων -στάση που βλέπουμε και στους συνδικαλιστικούς εκπροσώπους των φρουρών της τάξεως, των οποίων οι αριθμοί για τον όγκο των διαδηλώσεων ήταν σημαντικά υψηλότεροι από τις εκτιμήσεις του υπουργείου.
* * * * *
Στις επόμενες «πράξεις» του δράματος παρατάχτηκαν και τα τεθωρακισμένα της GENTFOR, (της ευρωπαϊκής μισθοφορικής δύναμης καταστολής, που κάποτε ετοιμαζόταν για την Ελλάδα) και οι δυνάμεις της τάξεως διατάχθηκαν να «δράσουν προληπτικά», ενώ τα ΜΜΕ τρομοκρατούσαν με προαναγγελίες αιματοχυσίας στο Παρίσι. Σαν σε αποκορύφωμα συνέβη και η δολοφονική επιδρομή στο Στρασβούργο , από σεσημασμένο και με ογκώδη ποινικό φάκελο τρομοκράτη, του οποίου η σύλληψη/εκτέλεση καθυστέρησε 36 ώρες τουλάχιστον, μολονότι, ο γνωστός ως εν δυνάμει φονιάς, κρυβόταν στο σπίτι του…
Παρά αυτό το πολύμορφο ναρκοπέδιο, ο άυλος, απρόσωπος, συλλογικός εγκέφαλος ενός διάσπαρτου σε ολόκληρη την Γαλλία κινήματος απέδειξε δυνατότητες τακτικής προσαρμογής. Η κίτρινη συρροή στο Παρίσι μειώθηκε, τα γιλέκα απέφυγαν τις προκλήσεις, μπαχαλοποιοί και πλιατσικολόγοι δεν βρήκαν περιθώρια δράσεως. Τα παπαγαλάκια υπηρεσίας στα στούντιο διατυμπάνιζαν «κάμψη του κινήματος των κίτρινων γιλέκων», επικαλούμενα τους αριθμούς του υπουργείου Δημοσίας Τάξης. Αλλά οι ανταποκριτές στις πόλεις της επαρχίας ανέφεραν διόγκωση των κινητοποιήσεων.
Πειραματικές δοκιμές μεθόδων καταστολής όλης της κλίμακας απλά συνέβαλαν σε συνεχή σκλήρυνση των συνθημάτων και των διεκδικήσεων –από την τιμή της βενζίνης στην αλλαγή του Συντάγματος.
* * * * * Από την παρακολούθηση της εξέλιξης αυτού του σημαντικού κοινωνικού φαινομένου στα μέτωπα της αγωνιστικής παρουσίας του και στα μετόπισθεν των συζητήσεων, αναλύσεων και διαφαινόμενων αντιδράσεων προέκυψαν οι εξής κυρίαρχες εντυπώσεις:
1.- Τα χωρίς προηγούμενο, εντελώς πρωτοφανέρωτα , ρευστά χαρακτηριστικά αυτού του κινήματος των κίτρινων γιλέκων έχει αποσταθεροποιήσει συθέμελα το πολιτικο-κοινωνικό σύστημα της Γαλλίας ( Βαθύ Κράτος- Πρόεδρο- κυβέρνηση- κοινοβουλευτική βάση, ελεγχόμενα ΜΜΕ), λόγω αδυναμίας «αναγνώρισης», κατάταξης, «ακτινογραφίας», «ψυχανάλυσης» και εξεύρεσης του αντίδοτου για την αντιμετώπισή του. ΄Αρχισαν με την καταφρόνηση, την διαβολή, με απόπειρες στιγματισμού ως «ακροδεξιάς» και «ακροαριστεράς» και με απειλές, αλλά η δημοτικότητα του κινήματος στις δημοσκοπήσεις δεν έπαυε να ανεβαίνει. Μετά τις σοβαρές ταραχές της 1ης Δεκεμβρίου, όταν οι διαδηλωτές έφθασαν στο προεδρικό μέγαρο, το καθεστώς αυτοταπεινώθηκε με προεδρική και κυβερνητική mea culpa, παραδεχόμενο ότι έσφαλλε να αντιμετωπίσει με περιφρόνηση τον λαό και να μην κατανοήσει τις πιεστικές ανάγκες του. Αλλά τα μέτρα «επανόρθωσης» που εξήγγειλε χαρακτηρίστηκαν «στάχτη στα μάτια» και «στραγάλια», από ηλικιωμένες γυναίκες με κίτρινα γιλέκα στα σταυροδρόμια της λαϊκής κινητοποίησης.
Επί τεσσερισήμισι τώρα εβδομάδες κυβέρνηση, βουλευτές της, ΚονΠεντίδες , τηλεοπτικές περσόνες και λοιποί αβανταδόροι της εξουσίας προκαλούν, εισηγούνται, πιέζουν, εκλιπαρούν τον παρόντα γιλεκοφόρο πολίτη να «οργανωθούν», να «συγκροτηθούν σε επίσημο κίνημα, κόμμα», να εκλέξουν αντιπροσώπους, να προσέλθουν σε «δημοκρατική συζήτηση», να « σεβασθούν τους δημοκρατικούς θεσμούς». Μέχρι τώρα η απάντηση ήταν πως οι αποφάσεις διαμορφώνονται στις τοπικές συνελεύσεις και ζυμώνονται σε εθνική κλίμακα. Αυτό το «άπιαστο», το ρευστό, το χωρίς σαφείς διαστάσεις, το χωρίς επίσημη εκπροσώπηση, το ακέφαλο, του κινήματος (με την συνακόλουθη αδυναμία της χειραγώγησης, του εκβιασμού, της εξαγοράς) τρελαίνει κυριολεκτικά τους υποβολείς, τους φορείς και τους υπηρέτες της εξουσίας.
2.- Στο γαλλικό σύστημα εξουσίας αυτό που φαίνεται να προκαλεί κρίσεις αμηχανίας και πανικού είναι η έλλειψη πείρας για την διάγνωση, αξιολόγηση και αντιμετώπιση αυτού του λαϊκού κινήματος. Αυτά τα στοιχεία του αυθόρμητου, του παρθένου, του απορριπτικού φθαρμένων, στιγματισμένων και διεφθαρμένων κομμάτων και συνδικάτων, ενός πολιτικά και ηθικά ελεγχόμενου και χρεωκοπημένου συστήματος εξουσίας, με την δύναμη έλξης που εμφανίζουν – ιδίως όταν προτάσσουν την πατριωτική τους ταυτότητα με την εθνική σημαία και τον βηματισμό στον ρυθμό του εθνικού ύμνου- δείχνουν να εγκυμονούν μιαν εκρηκτική δυνατότητα τρομακτικών διαστάσεων –καθιστώντας αβέβαιη έως και επικίνδυνη την κατάχρηση αστυνομικών και την χρήση στρατιωτικών δυνάμεων. Είναι αξιοσημείωτο ότι απόστρατοι στρατηγοί κύρους αρθρογράφησαν υπέρ του κινήματος και ένας τέως στρατηγός Σώματος Στρατού, πρώην επικεφαλής της Λεγεώνας των Ξένων και της Ταξιαρχίας αλεξιπτωτιστών, με βιντεοσκοπημένο μήνυμά του, κάλεσε «τον Λαό τη Γαλλίας» να συμμετάσχει ειρηνικά στις κινητοποιήσεις των κίτρινων γιλέκων, «για την ανάκτηση της Εθνικής Κυριαρχίας». Και η συνδικαλιστική οργάνωση της Αστυνομίας ανακοινώνει τώρα «αργίες Τετάρτης» στα αστυνομικά τμήματα της χώρας, μέχρις ότου εξοφληθούν υπερωρίες ενός εκατομμυρίου και πλέον ωρών…
* * * * * *
Επίσημο κείμενο των στόχων της εξέγερσης δεν υπάρχει, μόνο σχέδια διαφόρων τοπικών λαϊκών συνελεύσεων, με σειρά διεκδικήσεων, των οποίων η επίτευξη θα συνεπήγετο την αλλαγή του πολιτικο-κοινωνικού συστήματος και την αποδέσμευση από την Ε.Ε.
Κορυφαία πάντως διεκδίκηση και σύνθημα υψωμένο παντού στις συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις των κίτρινων γιλέκων είναι « R.I.C.» Referendum Initiative Citoyen Δημοψήφισμα με Πρωτοβουλία των Πολιτών, με ποικιλία εξειδικεύσεων για τον απαιτούμενο αριθμό των συμφωνούντων και την κλίμακα των θεμάτων προς κρίση. Σ’ αυτά περιλαμβάνουν την υπογραφή διεθνών συνθηκών και την λήψη κρίσιμων αποφάσεων εξωτερικής πολιτικής.
Άλλες διεκδικήσεις σε δημοσιευμένες προτάσεις:
-Αναθεώρηση του Συντάγματος, θητείας Προέδρου, εκλογικού έτους και ανακλητό της βουλευτικής εντολής.
– Τέλος της ισόβιας προεδρικής αποζημίωσης
-Απαγόρευση της πώλησης αγαθών εθνικής ιδιοκτησίας (φραγμάτων, αεροδρομίων κ.λ.π)
-Προστασία της εθνικής βιομηχανίας. Απαγόρευση της «μετανάστευσής» της , για την προστασία της τεχνογνωσίας μας και των θέσεων εργασίας.
-Επανεθνικοποίηση των εταιρειών ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου για την επαναφορά των τιμών σε ανεκτά επίπεδα.
– Αποκατάσταση της φορολογικής δικαιοσύνης, με κατάργηση της εύνοιας στα πολύ μεγάλα εισοδήματα και στις πολυεθνικές και στις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις και προστασία των μικρών και οικογενειακών επιχειρήσεων για την ενίσχυση της απασχόλησης.
-Κανένας μισθός υψηλότερος των 15.000 ευρώ.
-Κανένας άστεγος στην Γαλλία
-Κατώτερος μισθός 1300 ευρώ.
΄Ενας δημοσιευμένος κατάλογος περιλαμβάνει 42 διεκδικήσεις.
Με πάντοτε κορυφαίο το σύνθημα /διεκδίκηση, αυτής της γαλλικής λαϊκής εξέγερσης, την αποκατάσταση της αποφασιστικής συμμετοχής του λαού στην διαμόρφωση των σημαντικών αποφάσεων για την ζωή και το μέλλον του έθνους του. ΄Ετσι, αυθόρμητα, υποσυνείδητα, χωρίς να το υποπτεύονται, τα «κίτρινα γιλέκα »της Γαλλίας ζητούν την ανάσταση και υιοθέτηση των θεσμών της Αθηναϊκής Αγοράς και της Εκκλησίας του Δήμου. Αίτημα καθόλου ανέφικτο, άλλωστε, με την σημερινή ηλεκτρονική κοινωνική δικτύωση, υπό την άγρυπνη όμως εγγύηση μιας γνήσιας Δημοκρατίας.
Οι Ευρωπαίοι είναι σε επανάσταση εναντίον του πολιτικού και του πολιτισμικού καθεστώτος και αυτό είναι έξοχο.
Brendan O Neil, Zero Hedge, 28-12-18
[Στην παρόρμηση που προαιώνια κινεί, τέτοια μέρα, κάθε θνητό, σε ανασκόπηση πεπραγμένων και εμπειριών και στην απόπειρα να διαβάσει τους προσιτούς οιωνούς για όσα υπόσχεται ή απειλεί ο αρχόμενος χρόνος, πολύ χρήσιμο, ελπιδοφόρο και κυρίως πνευματικά εμπλουτιστικό βοήθημα είναι ο πιο κάτω οδηγός ανάγνωσης, προσέγγισης και επεξεργασίας του φαινομένου της επεκτεινόμενης, στην Ευρώπη και στην Δύση ευρύτερα, έκρηξης του ανατρεπτικού «λαϊκισμού», των βαθύτερων χαρακτηριστικών του, των ιστορικών σταθμών στους οποίους παραπέμπει και των πιθανών συνεπειών του για την διαμόρφωση του κοινωνικού και πολιτισμικού μέλλοντος .Το άρθρο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις ποιότητας, μιας μέρας παρενθέσεων αυτοσυγκέντρωσης και διαλογισμού και προσκαλεί σε προσεγμένη ανάγνωση.
Ο Brendan O’Neil είναι καθιερωμένος δημοσιογράφος-σχολιαστής, μεγάλης πνευματικής καλλιέργειας, παλαιός συνεργάτης βρετανικών, αυστραλιανών και αμερικανικών εντύπων, που υπήρξαν στο παρελθόν πηγές ασφαλούς ενημέρωσης και διαφωτισμού, όπως τα New Statesman, Guardian, Spectator, και Christian ScienceMonitor. Σύγχυση σε αρνητικές αντιδράσεις, που πιθανώς προκαλέσουν σημεία του άρθρου σε κάποιους αναγνώστες της Αριστεράς, θα επιφέρει η πληροφορία ότι ο συντάκτης του αναφέρεται σε βιογραφικά λεξικά ως ακροαριστερός και πρώην εκδότης περιοδικού υπό το όνομα «Ζωντανός Μαρξισμός».]
Παρουσίαση: Μιχαήλ Στυλιανού
Ο χειρότερος, βλακωδέστερος πλατειασμός της εποχής μας, που ειπώθηκε τόσο από τον αρχιεπίσκοπο του Καντέρμπουρι όσο και από αυτοαποκαλούμενους αριστερούς ριζοσπάστες είναι πως γυρίσαμε πίσω στην δεκαετία του 1930. Αντιμετωπίζοντας αυτήν την μαύρη δεκαετία σαν να ήταν μια ακόμη ζωντανή δύναμη, παρατηρητές τόσο από την ανήσυχη αστική τάξη όσο και από την νευρωτική αριστερά επιμένουν ότι τα σκοτεινά πνεύματα του Τριάντα σηκώθηκαν από τον τάφο τους και έχουν την Δύση από τον λαιμό στην δολοφονική περίσφιγξη των χεριών τους. Βλέποντας την βρετανική έξοδο από την ΕΕ, την ευρωπαϊκή στροφή εναντίον του πολιτικού συστήματος, την άνοδο των «λαϊκίστικων» κομμάτων και το άπλωμα των επαναστάσεων με «κίτρινα γιλέκα», το σύστημα που διαμορφώνει «κοινή γνώμη» βλέπει παντού την ανάσταση του φασισμού, που ως αποφώλιο ζόμπι έρχεται να αφανίσει τους καρπούς της προόδου των τελευταίων δεκαετιών.
Αυτή η ανάλυση είναι τόσο κακή που δεν θα μπορούσε να υπάρξει χειρότερη. Το να συγκρίνεις γεγονότα του σύγχρονου πολιτικού βίου με γεγονότα του παρελθόντος είναι πάντοτε ένας ατελής τρόπος για να αντιληφθείς που πάει η πολιτική εξέλιξη, Αλλά αν πρόκειται να ψάξουμε για αναλογίες των σημερινών με γεγονότα του παρελθόντος, τότε δεν είναι με την δεκαετία του 1930 που μοιάζει και αισθάνεται παρόμοια η εποχή μας, αλλά με την δεκαετία του 1840. Ειδικότερα με το 1848. Αυτός είναι ο χρόνος όπου λαοί σε όλη την Ευρώπη εξεγέρθηκαν για ριζική πολιτική αλλαγή, αρχίζοντας από την Γαλλία και συνεχίζοντας στην Σουηδία, στην Δανία, στα γερμανικά και στα ιταλικά κράτη, στην Αυτοκρατορία των Αψβούργων και αλλού. Ήσαν επαναστάσεις δημοκρατικές, που διεκδικούσαν την καθιέρωση ή την βελτίωση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, την ελευθερία του Τύπου, την κατάργηση των παλαιών μοναρχικών κρατικών δομών και την αντικατάστασή τους από ανεξάρτητα έθνη-κράτη και δημοκρατίες. Το 1848 συχνά αναφέρεται ως η ΄Ανοιξη των Εθνών.
Ακούγεται γνωστό; Φυσικά το 2018 δεν ήταν τόσο ταραχώδες όσο το 1848. Υπήρξαν ανατροπές μέσω κάλπης και εξεγέρσεις στους δρόμους αλλά όχι απόπειρες πραγματικής επανάστασης. Και ωστόσο η εποχή μας μοιάζει επίσης σαν ΄Ανοιξη των Εθνών. Ειδικά στην Ευρώπη. Είναι τώρα εκατομμύρια ανθρώπων σε όλη την Ευρώπη που θέλουν να αποκαταστήσουν τα ιδεώδη της εθνότητας, της εθνικής κυριαρχίας και της λαϊκή δημοκρατίας, εναντίον καθεστώτων που μοιάζουν με νέο-μοναρχικές μορφές τεχνοκρατίας του 21ου Αιώνα. Η επίμονη εξέγερση των «κίτρινων γιλέκων» στην Γαλλία απεικονίζει καλά αυτή την πραγματικότητα. Εδώ έχουμε έναν κυβερνήτη με αυξανόμενα μοναρχικά χαρακτηριστικά – την επηρμένη, σε στυλ νεφεληγερέτη Δία, προεδρία Μακρόν- αμφισβητούμενη επί σειρά εβδομάδων από ένα λαό, που διεκδικεί μεγαλύτερη συμμετοχή στην διαμόρφωση της εθνικής πολιτικής και μεγαλύτερη εθνική ανεξαρτησία. «Μακρόν=Λουδοβίκος16ος, έγραφαν μερικά συνθήματα στους κυριαρχούμενους από κίτρινα γιλέκα δρόμους του Παρισιού. Και ξέρουμε τι συνέβη στον Λουδοβίκο τον16ο,*(αν και το 1793 δεν ήταν φυσικά το1848).
H γαλλική επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1848 –η οποία ανέτρεψε την συνταγματική μοναρχία πού είχε ιδρυθεί το 1830 και οδήγησε στην ίδρυση της 2ης Δημοκρατίας- ήταν από τα κύρια εναύσματα της λαϊκής άνοιξης που απλώθηκε σε όλη την Ευρώπη το 1848.Το ίδιο απλώνεται σήμερα το κίνημα των κίτρινων γιλέκων. Προ εβδομάδων διαδηλωτές στο Βέλγιο με κίτρινα γιλέκα προσπάθησαν να εισβάλουν στα γραφεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής –γεγονός χωρίς προηγούμενο, στο οποίο χαρακτηριστικά δόθηκε ελάχιστη δημοσιότητα. Στην Ολλανδία διαδηλωτές με κίτρινα γιλέκα πρόβαλαν το αίτημα δημοψηφίσματος για την συνέχιση συμμετοχής στην ΕΕ, ενώ στην Ιταλία συγκεντρώθηκαν για να διαδηλώσουν την υποστήριξή τους στην κυβερνητική αντίσταση στις επιταγές της ΕΕ.
Αυτές οι εκλογές στην Ιταλία ήταν το κρίσιμο γεγονός του 2018. ΄Εφεραν στην εξουσία την Λέγκα και το Κίνημα 5 Αστέρων, κόμματα που μισεί το κατεστημένο της ΕΕ και που συνέτριψαν τις ψευδαισθήσεις που είχε γεννήσει σε διάφορους παρατηρητές η περσινή εκλογή του Μανουέλ Μακρόν στην Γαλλία, ότι σήμαινε το ξεθύμασμα του λαϊκιστικού κύματος στην Ευρώπη. Η Ιταλία διέψευσε αυτούς τους ευσεβείς πόθους, οι εξεγερμένοι Γάλλοι επιβεβαιώνουν την διάψευση και τοπικές και εθνικές εκλογές παντού, από την Γερμανία ως την Σουηδία προσθέτουν βάρος στο γεγονός ότι το τέλος της λαϊκιστικής εξέγερσης δεν μοιάζει να έρχεται.
Όταν είσαι στο κορύφωμα ενός συμβάντος, όταν διαβάζεις καθημερινά για τον πόλεμο των κρατούντων εναντίον της βρετανικής αποχώρησης από την ΕΕ, βλέπεις στο Ιντερνέτ εικόνες με τις φωτιές στο Παρίσι και παρακολουθείς τον πόλεμο που έχει κηρύξει η ΕΕ κατά τη εκλεγμένης κυβέρνησης της Ιταλίας, μπορεί να είναι δύσκολο να εκτιμήσεις την ιστορική σημασία αυτών των γεγονότων. Ή απλά το μέγεθός τους. ΄Ολοι μας έχουμε τόσο σκοτιστεί με αυτό το μέσα-έξω των ευρω-βρετανικών διαπραγματεύσεων (που στη πραγματικότητα δεν είναι διαπραγματεύσεις αλλά μάλλον μικρο-διαφωνίες μεταξύ του Λονδίνου και του κατεστημένου της ΕΕ για το πώς το Ναι του δημοψηφίσματος για την έξοδο μπορεί να πνιγεί στα μουλωχτά.) Βλέπουμε γραφικούς δείκτες με την κατάρρευση της δημοτικότητας των καθιερωμένων κομμάτων, ειδικότερα των σοσιαλδημοκρατικών. Μας εκπλήσσει η διάβρωση της πολιτικής της συναίνεσης, ακόμη και στην Σουηδία, την παραδοσιακά πιο συναινετική χώρα. Αλλά είναι δύσκολο να συνθέσεις όλα αυτά σε μιαν ολοκληρωμένη εικόνα ιστορικού ρεύματος. Οφείλουμε ωστόσο να το προσπαθήσουμε, επειδή μπορούμε τότε να δούμε ότι αυτή που ζούμε είναι πράγματι μια εποχή εξέγερσης, ακόμη και χάους –αλλά ευπρόσδεκτου, καλού, καρποφόρου χάους.
Αυτό που έχουμε, σε όλη την Ευρώπη, είναι λαός που θέτει σε αμφισβήτηση το υφιστάμενο πολιτικό, ηθικό και πολιτισμικό καθεστώς. Αυτές δεν είναι απλά οικονομικές εξεγέρσεις, ακόμη και στην Γαλλία, όπου τα οικονομικά θέματα υπάρχουν ασφαλώς στο μίγμα. Αριστεροί παρατηρητές, όταν αναγκάζονται να προβληματιστούν με το φαινόμενο της εξέγερσης, προσπάθησαν να περιορίσουν το λαϊκιστικό κίνημα στην κραυγή βοήθειας από τους «πιο αδύνατους» και τους «παρατημένους στον δρόμο». Ισχυρίζονται πως αιτία του Βrexit ήταν το αίσθημα της οικονομικής ανασφάλειας. Μια τέτοια ανάλυση ευτελίζει την λαϊκή εξέγερση. Της αφαιρεί τον γνήσια ριζοσπαστικό χαρακτήρα της συνειδητής μαχητικής αμφισβήτησης, όχι μόνο του νεοφιλελευθερισμού, που είναι το βασικό στοιχείο του σχεδίου της ΕΕ, αλλά -πολύ σημαντικότερο- των πολιτισμικών αρχών και των πολιτικών πρακτικών των νέων ηγετικών δυνάμεων (ελίτ) του 21ου Αιώνα στην Ευρώπη. Με το να λες «αυτοί οι άνθρωποι είναι φτωχοί και γι’ αυτό είναι θυμωμένοι» υποκλέπτεις από αυτούς τους πολίτες το ριζοσπαστικό τους κίνητρο.
Υπο κάποιαν έννοια το 2018 μοιάζει λιγότερο με το ίδιο το 1848 και πιο πολύ με τις δεκαετίες που προηγήθηκαν αυτού του εκρηκτικού χρόνου. Αυτές οι δεκαετίες ήταν, κατά τον ορισμό το Τρύκβε Θόλφσεν, στην μελέτη του για τον ριζοσπαστισμό της εργατικής τάξης στις παραμονές του 1848, «οι πεινασμένες δεκαετίες» – οι δεκαετίες όπου δυσφορία και ριζοσπαστισμός έβραζαν και φούσκωναν, προτού να εκραγούν σε σταθερές απαιτήσεις για Αλλαγή. Και μολονότι πολλοί άνθρωποι ήταν πολύ φτωχοί σε εκείνες τις «πεινασμένες δεκαετίες», δεν ήταν η «άμεση στέρησή τους» που τους ώθησε να οργανωθούν και να περάσουν στην δράση, γράφει ο Θόλφσεν. Το ένστικτο τους προς την εξέγερση περισσότερο χτίστηκε σε «στέρεες πνευματικές βάσεις» και εκφράζει την «άρνηση της νομιμότητας της κοινωνικής και πολιτικής τάξης». Κάτι ανάλογο έχουμε σήμερα. Ναι ο φόρος στα καύσιμα του Μακρόν χτύπησε τους Γάλλους στην τσέπη. Ναι πολλοί Βρετανοί που ψήφισαν Brexit ήταν φτωχότεροι από τους προύχοντες υπέρ της ΕΕ. Ναι η ευρω-σκεπτικιστική ιταλική νεολαία αγωνίζεται να βρει δουλειά. Αλλά οι εξεγέρσεις τους, είτε στην κάλπη, είτε στους δρόμους, ενεργοποιούνται από κίνητρα υπέρτερα της « άμεσης στέρησης» -έχουν χτιστεί επάνω στην άρνηση της νομιμότητας της υπάρχουσας πολιτικής και πολιτισμικής τάξης.
Το Brexit αυτό αφομοίωσε: Μια μαζική ψήφος πρόκλησης κατά των τάξεων των εμπειρογνωμόνων, που επέμεναν ότι η ευρω-τεχνοκρατία είναι ο μόνος ρεαλιστικός τρόπος οργάνωσης μιας ηπείρου τόσο μεγάλης και περίπλοκης όπως η Ευρώπη. Είπαμε όχι σε αυτό. Αμφισβητήσαμε την νομιμότητα αυτής της πολιτικής ορθοδοξίας. Η Γαλλία το συνέλαβε επίσης. ΄Εχουμε λοιπόν τώρα εδώ ένα κίνημα ενάντιο στο πολιτισμικό αυτό πρότυπο, ενώ το πολιτισμικό πρότυπο εναντίον του οποίου στρέφονται τα κίτρινα γιλέκα είναι αυτό της κουλτούρας των νέων ελίτ, της γενιάς μετά το 1968. Η νέα κουλτούρα της ιδεολογικής πολύ-πολιτισμικότητας, της τεχνοκρατικής διακυβέρνησης, του αντι-εθνο-κρατικού ελιτισμού, των περιβαλλοντικών επιταγών –αυτό είναι εναντίον του οποίου ορθώνονται τώρα -και συνειδητά μάλιστα- οι εξεγερμένοι Γάλλοι. Ορισμένοι μάλιστα κρατούσαν πλακάτ που ζητούσαν την ίδρυση 6ης Δημοκρατίας, σε σαφή αμφισβήτηση της εξαιρετικά πρόεδρο-κεντρικής και με σκιώδη βουλή (υπό Μακρόν) 5ηςΔημοκρατίας, υποκείμενηςεπιπλέον στα δεσμά της ΕΕ.
΄Ετσι ζούμε ξανά σε «πεινασμένες δεκαετίες». Λαοί πεινασμένοι για αλλαγή, για έναν άλλο τρόπο ζωής, που επί 40 χρόνια μας λένε πως δεν υπάρχει. («Δεν υπάρχει εναλλακτική», κατά την επαίσχυντη φράση της Θάτσερ.)
Αυτά τα πεινασμένα χρόνια, από τα οποία το 2018 ήταν το πιο πεινασμένο ως τώρα, θα πρέπει να τα αποθησαυρίσουμε, να τα γιορτάσουμε και να χτίσουμε επάνω σε αυτά. Είναι ανοιχτό το ερώτημα ποιος, εάν κάποιος, θα μορφοποιήσει και θα ηγηθεί αυτής της πείνας. Η αριστερά δεν μπορεί, επειδή συντάχτηκε με τον ελιτισμό της σηπόμενης τεχνοκρατίας και βλέπει την λαϊκιστική πείνα μας σαν μια νέα μορφή φασισμού, η προσπαθεί να υποτιμήσει τον λαϊκισμό σε μια οικονομική οιμωγή, θέση που έχει την τρομερή συνέπεια να ευτελίζει και ακόμη να σκοτώνει τον πολύ περισσότερο ιστορικό και ανατρεπτικό πολιτισμικό χαρακτήρα της.
Υπάρχει ανάγκη από νέες φωνές. Αυτή η «πεινασμένη εξέγερση» είναι πράγματι λαός σε αναζήτηση φωνής: Μιας πολιτικής, ηθικής φωνής. Το 2019, πρέπει να το ελπίζουμε, φωνές θα υψωθούν από αυτήν την νέα άνοιξη των Εθνών.
—————–
*Σημείωση: Σε δύο συγκεντρώσεις κίτρινων γιλέκων σε σταυροδρόμια εθνικών δρόμων υπήρξαν αναπαραστάσεις με τον Μακρόν στην κατάληξη του Λουδοβίκου 16ου. Στην μία είχε στηθεί Γκιλοτίνα, η μηχανή αποκεφαλισμών στην γαλλική επανάσταση. Στην άλλη έγινε μακάβριος αποκεφαλισμός ομοιώματος του σημερινού Προέδρου.
Μια σταθερή παγκόσμια τάξη είναι κάτι σπάνιο. Όταν ανακύψει, έρχεται μετά από έναν μεγάλο σπασμό που δημιουργεί τόσο τις συνθήκες όσο και την επιθυμία για κάτι νέο.
Απαιτεί σταθερή κατανομή εξουσίας και ευρεία αποδοχή των κανόνων που διέπουν τις διεθνείς σχέσεις. Χρειάζεται επίσης εξειδικευμένη πολιτική τεχνική δεδομένου ότι μια τάξη διαμορφώνεται, δεν γεννιέται. Και ανεξάρτητα από το πόσο ώριμες είναι οι αρχικές συνθήκες ή την ισχυρή αρχική επιθυμία, η διατήρησή της απαιτεί δημιουργική διπλωματία, λειτουργικούς θεσμούς και αποτελεσματική δράση για την προσαρμογή της όταν οι συνθήκες αλλάξουν και έρθουν οι προκλήσεις.
Τελικά, αναπόφευκτα, ακόμη και η καλύτερα διαχειρισθείσα τάξη έρχεται σε ένα τέλος.Η ισορροπία δυνάμεων που την υποστηρίζει ανατρέπεται. Τα θεσμικά όργανα που την υποστηρίζουν δεν ανταποκρίνονται στις νέες συνθήκες. Κάποιες χώρες υποχωρούν, και άλλες αναπτύσσονται, αποτέλεσμα των μεταβαλλόμενων ικανοτήτων, βουλήσεων και αυξανόμενων φιλοδοξιών. Οι υπεύθυνοι για την τήρηση της παγκόσμιας τάξης κάνουν λάθη τόσο σε αυτά που επιλέγουν να κάνουν όσο και σε αυτά που επιλέγουν να μην κάνουν.
Αλλά αν το τέλος κάθε τάξης είναι αναπόφευκτο, ο χρόνος και ο τρόπος του τέλους της δεν είναι. Ούτε αυτό που την αντικαθιστά. Οι παγκόσμιες τάξεις τείνουν προς το τέλος τους με μια σταδιακή χειροτέρευση,όχι ξαφνική κατάρρευση. Και ακριβώς καθώς η διατήρηση της τάξης εξαρτάται από την αποτελεσματική πολιτική τέχνη, την αποτελεσματική δράση, η καλή πολιτική και η προληπτική διπλωματία μπορούν να βοηθήσουν στον προσδιορισμό του τρόπου με τον οποίο εξελίσσεται η φθορά και το τι θα επακολουθήσει. Ωστόσο, για να συμβεί αυτό, πρέπει προηγουμένως, να συμβεί κάτι άλλο: αναγνώριση ότι η παλιά τάξη δεν επιστρέφει πια και ότι οι προσπάθειες ανασύστασής της θα είναι μάταιες. Όπως συμβαίνει με κάθε τέλος, πρέπει να το αποδεχθούμε πριν μπορέσουμε να προχωρήσουμε.
Στην αναζήτηση παραλληλισμών με το σημερινό κόσμο, επιστήμονες και επαγγελματίες έχουν ασχοληθεί τόσο με την αρχαία Ελλάδα, όπου η άνοδος μιας νέας δύναμης οδήγησε σε πόλεμο μεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών, όσο και την περίοδο μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν ο απομονωτισμός των ΗΠΑ και μεγάλο μέρος της Ευρώπης, δεν έκαναν τίποτα καθώς η Γερμανία και η Ιαπωνία αγνόησαν συμφωνίες και εισέβαλαν στις γειτονικές χώρες. Αλλά ο πιο εμφανής παραλληλισμός με το παρόν είναι, η Συναυλία της Ευρώπης τον 19ο αιώνα, η πιο σημαντική και επιτυχημένη προσπάθεια να οικοδομηθεί και να διατηρηθεί η παγκόσμια τάξη μέχρι τις μέρες μας.
Από το 1815 έως το ξέσπασμα του Α! Παγκοσμίου Πολέμου έναν αιώνα αργότερα, η τάξη που καθιερώθηκε στο Συνέδριο της Βιέννης καθόρισε πολλές διεθνείς σχέσεις και έθεσε (ακόμα και αν συχνά απέτυχε να επιβάλει) βασικούς κανόνες για τη διεθνή συμπεριφορά. Παρέχει ένα μοντέλο για τον τρόπο συλλογικής διαχείρισης της ασφάλειας σε έναν πολυπολικό κόσμο.Η κατάρρευση της παγκόσμιας τάξης και αυτά που ακολούθησαν προσφέρουν διδακτικά μαθήματα για σήμερα – και μια επείγουσα προειδοποίηση.
Επειδή μια τάξη είναι σε μη αναστρέψιμη παρακμή δεν σημαίνει ότι το χάος ή η καταστροφή είναι αναπόφευκτα. Αλλά εάν υπάρξει κακή διαχείριση της προϊούσας χειροτέρευσης, θα μπορούσε να ακολουθήσει καταστροφή.
ΑΠΟ ΤΙΣ ΤΕΦΡΕΣ
Συνέδριο της Βιέννης
Η παγκόσμια τάξη του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα και του πρώτου μέρους του εικοστού πρώτου αναπτύχθηκε από τα συντρίμμια δύο παγκοσμίων πολέμων. Η τάξη του δέκατου ένατου αιώνα ακολούθησε μια προηγούμενη διεθνή αναστάτωση: τους ναπολεόντειους πολέμους, οι οποίοι, μετά τη Γαλλική Επανάσταση και την άνοδο του Ναπολέοντα Βαναπάρτη, κατέστρεψαν την Ευρώπη για περισσότερο από μια δεκαετία. Αφού νίκησαν τον Ναπολέοντα και τους στρατούς του, οι νικητές σύμμαχοι – Αυστρία, Πρωσία, Ρωσία και Ηνωμένο Βασίλειο, οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής – συναντήθηκαν στη Βιέννη το 1814 και το 1815. Στο συνέδριο της Βιέννης, καθόρισαν ότι ο γαλλικός στρατός δεν θα ξανααπειλήσει τα κράτη τους και ότι τα επαναστατικά κινήματα δεν θα ξανααπειλήσουν τις μοναρχίες τους.
Οι νικηφόρες δυνάμεις έκαναν επίσης τη σοφή επιλογή να ενσωματώσουν μια ηττημένη Γαλλία, μια απόφαση πολύ διαφορετική από εκείνη που ελήφθη για τη Γερμανία μετά τον Α ‘Παγκόσμιο Πόλεμο και κάπως διαφορετική από αυτή που επιλέχθηκε για τη Ρωσία μετά τον Ψυχρό Πόλεμο.
Το συνέδριο παρήγαγε ένα σύστημα γνωστό ως Συναυλία της Ευρώπης. Αν και επικεντρώθηκε στην Ευρώπη, αποτελούσε τη διεθνή τάξη της εποχής, δεδομένης της δεσπόζουσας θέσης της Ευρώπης και των Ευρωπαίων στον κόσμο. Υπήρξε μια σειρά κοινών αντιλήψεων σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ των κρατών, κυρίως μια συμφωνία που αποκλείει την εισβολή σε άλλη χώρα ή τη συμμετοχή στις εσωτερικές υποθέσεις μιας άλλης χωρίς την άδειά της. Μια αυστηρή στρατιωτική ισορροπία αποθάρρυνε κάθε κράτος που θα μπορούσε να ανατρέψει την τάξη (και εμπόδιζε κάθε κράτος που προσπαθούσε να το πετύχει). Οι Υπουργοί Εξωτερικών συναντήθηκαν (σε αυτό που αποκαλούνταν “συνέδρια”) κάθε φορά που προέκυπτε ένα σημαντικό ζήτημα.
Η συναυλία ήταν συντηρητική από κάθε άποψη της λέξης.
Η Ευρώπη κατά το 1815
Η Συνθήκη της Βιέννης είχε πραγματοποιήσει πολυάριθμες εδαφικές προσαρμογές και εν συνεχεία κλείδωσε τα σύνορα της Ευρώπης, επιτρέποντας αλλαγές μόνον εφόσον συμφωνούσαν όλοι οι υπογράφοντες. Επίσης, έκανε ό, τι μπορούσε για να υποστηρίξει τις μοναρχίες και ενθάρρυνε άλλες να έρθουν σε βοήθειά τους. (όπως έκανε η Γαλλία στην Ισπανία το 1823) όταν απειλούνταν από τη λαϊκή εξέγερση).
Η Συναυλία λειτούργησε όχι επειδή υπήρχε πλήρης συμφωνία μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων σε κάθε σημείο, αλλά επειδή κάθε κράτος είχε τους δικούς του λόγους να υποστηρίξει το συνολικό σύστημα. Η Αυστρία ενδιαφέρθηκε περισσότερο να αντισταθεί στις δυνάμεις του φιλελευθερισμού, που απειλούσαν την κυρίαρχη μοναρχία. Το Ηνωμένο Βασίλειο είχε επικεντρωθεί στην εξάλειψη μιας ανανεωμένης πρόκλησης από τη Γαλλία ενώ ταυτόχρονα διαφύλαξε την πιθανή απειλή από τη Ρωσία (που σήμαινε να μην εξασθενήσει τόσο πολύ τη Γαλλία ώστε να μπορεί να αντισταθμίσει την απειλή της Ρωσίας). Αλλά υπήρξε αρκετή επικάλυψη συμφερόντων και συναίνεσης σε ζητήματα πρώτης τάξης που η Συναυλία εμπόδισε τον πόλεμο μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων της εποχής.
Η Συναυλία τυπικά διάρκεσε έναν αιώνα, μέχρι την παραμονή του Α! Παγκοσμίου Πολέμου. Αλλά είχε πάψει να παίζει σημαντικό ρόλο πολύ καιρό πριν.
Γερμανική ενοποίηση
Τα επαναστατικά κύματα που σάρωσαν την Ευρώπη το 1830 και το 1848 αποκάλυψαν τα όρια του τι θα μπορούσαν να κάνουν τα μέλη για να διατηρήσουν την υπάρχουσα τάξη στα κράτη ενόψει της λαϊκής πίεσης. Στη συνέχεια, ήρθε ο πόλεμος της Κριμαίας. Φαινομενικά πολέμησαν για την τύχη των χριστιανών που ζούσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, στην πραγματικότητα, πολύ περισσότερο, για το ποιος θα ελέγχει την επικράτεια καθώς αυτή η αυτοκρατορία παρήκμαζε. Η σύγκρουση έριξε τη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Οθωμανική Αυτοκρατορία ενάντια στη Ρωσία. Διήρκεσε δυόμισι χρόνια, από το 1853 έως το 1856. Ήταν ένας δαπανηρός πόλεμος που υπογράμμισε τα όρια της ικανότητας της Συναυλίας να αποτρέψει τον πόλεμο των μεγάλων δυνάμεων. η λεπτότητα χειρισμών της μεγάλης δύναμης που είχε κάνει τη Συναυλία δυνατή δεν υπήρχε πλέον. Οι μεταγενέστεροι πόλεμοι μεταξύ Αυστρίας και Πρωσίας και Πρωσίας και Γαλλίας κατέδειξαν ότι η σύγκρουση μεγάλων δυνάμεων επέστρεψε στην καρδιά της Ευρώπης μετά από μια μακρά παύση. Τα ζητήματα φαινόταν να σταθεροποιούνται για λίγο μετά από αυτό, αλλά αυτό ήταν μια ψευδαίσθηση. Κάτω από την επιφάνεια, η γερμανική εξουσία αναπτυσσόταν και οι αυτοκρατορίες παρήκμαζαν. Ο συνδυασμός έθεσε το σκηνικό για τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και το τέλος της Συναυλίας.
ΤΙ ΕΝΟΧΛΗΣΕ ΤΗΝ ΤΑΞΗ
Τι διδάγματα μπορούν να αντληθούν από αυτή την ιστορία; Όπως και οτιδήποτε άλλο, η άνοδος και η πτώση των μεγάλων δυνάμεων καθορίζει τη βιωσιμότητα της επικρατούσας τάξης, καθώς οι μεταβολές της οικονομικής δύναμης, της πολιτικής συνοχής και της στρατιωτικής ισχύος διαμορφώνουν τα κράτη που μπορούν και είναι πρόθυμα να δράσουν πέρα από τα σύνορά τους. Κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του δέκατου ένατου αιώνα και την αρχή του εικοστού, μια ισχυρή, ενοποιημένη Γερμανία και μια σύγχρονη Ιαπωνία αναπτύχθηκαν, η Οθωμανική Αυτοκρατορία και η τσαρική Ρωσία εξασθένισαν και η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο γινόταν ισχυρότερες αλλά όχι αρκετά ισχυρές. Αυτές οι αλλαγές ανέβαλαν την ισορροπία δυνάμεων που ήταν η βάση της Συναυλίας.
Η Γερμανία, ειδικότερα, έκρινε ότι το status quo είναι ασυμβίβαστο με τα συμφέροντά της. Οι αλλαγές στο τεχνολογικό και πολιτικό πλαίσιο επηρέασαν επίσης την υφιστάμενη ισορροπία. Όσο ίσχυε η Συναυλία, οι λαϊκές απαιτήσεις για δημοκρατική συμμετοχή και υπερβολές του εθνικισμού απείλησαν το status quo στις χώρες, ενώ νέες μορφές μεταφορών, επικοινωνίας και εξοπλισμών μεταμόρφωσαν την πολιτική, την οικονομία και τον πόλεμο. Οι συνθήκες που συνέβαλαν στη δημιουργία της Συναυλίας εξέλιπαν σταδιακά.
ΤαλλευράνδοςΜέτερνιχ
Επειδή οι παγκόσμιες τάξεις τείνουν να τελειώνουν σιγά σιγά και όχι με πάταγο, η διαδικασία υποβάθμισης συχνά δεν είναι εμφανής στους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων μέχρι να προχωρήσει σημαντικά. Ωστόσο, θα ήταν υπερβολικά ντετερμινιστικό να αποδίδονται στην ιστορία μόνο οι βασικές συνθήκες. Η πολιτική δεξιοτεχνία εξακολουθεί να έχει σημασία. Ότι η Συναυλία άρχισε να υπάρχει και διήρκεσε όσο την κράτησαν εκείνοι οι άνθρωποι, κάνει τη διαφορά. Οι διπλωμάτες που τη δημιούργησαν – ο Metternich της Αυστρίας, ο Talleyrand της Γαλλίας, το Castlereagh του Ηνωμένου Βασιλείου – ήταν εξαιρετικοί. Το γεγονός ότι η συναυλία διατηρούσε την ειρήνη παρά το χάσμα μεταξύ δύο σχετικά φιλελεύθερων χωρών, της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου και των πιο συντηρητικών εταίρων τους δείχνει ότι χώρες με διαφορετικά πολιτικά συστήματα και προτιμήσεις μπορούν να συνεργαστούν για τη διατήρηση της διεθνούς τάξης.
Ο πόλεμος της Κριμαίας θα μπορούσε να αποφευχθεί αν πιο ικανοί και προσεκτικοί ηγέτες είχαν βρεθεί στη σκηνή. Δεν είναι καθόλου σαφές ότι οι ρωσικές ενέργειες δικαιολογούσαν την κλίμακα της στρατιωτικής αντίδρασης της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου. Το ότι οι χώρες έκαναν ό, τι έκαναν υπογραμμίζει επίσης τη δύναμη και τους κινδύνους του εθνικισμού. Για το ξέσπασμα του Παγκοσμίου Πολέμου δεν ήταν καθόλου αμελητέο το γεγονός ότι οι διάδοχοι του Γερμανού Καγκελαρίου Otto von Bismarck δεν μπόρεσαν να συγκρατήσουν τη δύναμη του σύγχρονου γερμανικού κράτους, που έκανε τόσο πολλά για να το επιτύχει.
Δύο άλλα μαθήματα ξεχωρίζουν. Πρώτον, δεν είναι μόνο βασικά ζητήματα που μπορούν να προκαλέσουν την επιδείνωση μιας παγκόσμιας τάξης. Η συναίσθηση της Συναυλίας ως μεγάλης δύναμης τελείωσε όχι λόγω διαφωνιών σχετικά με την κοινωνική και πολιτική τάξη στην Ευρώπη αλλά λόγω του ανταγωνισμού στην περιφέρεια.
Και δεύτερον, επειδή οι παγκόσμιες τάξεις τείνουν να φθάνουν στο τέλος τους σιγά σιγά και όχι με έναν γδούπο, η διαδικασία υποβάθμισης συχνά δεν είναι εμφανής στους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων μέχρι να προχωρήσει σημαντικά. Με το ξέσπασμα του Α! Παγκοσμίου Πολέμου, όταν κατέστη προφανές ότι η Συναυλία της Ευρώπης δεν κρατούσε πλέον, ήταν πολύ αργά για να σωθεί – ή ακόμα και να γίνει διαχειρήσιμη η διάλυση της.
ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΥΟ ΤΑΞΕΩΝ
Η παγκόσμια τάξη που οικοδομήθηκε μετά τον Β ‘Παγκόσμιο Πόλεμο συνίστατο σε δύο παράλληλες τάξεις για το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της.
Η μια αναπτύχθηκε από τον Ψυχρό Πόλεμο μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σοβιετικής Ένωσης. Στον πυρήνα της υπήρξε μια αυστηρή ισορροπία στρατιωτικής δύναμης στην Ευρώπη και την Ασία, με την υποστήριξη της πυρηνικής αποτροπής.
Οι δύο πλευρές έδειξαν κάποιο βαθμό συγκράτησης στην αντιπαλότητα τους. H “Rollback” – διάλεκτος του Ψυχρού Πολέμου γι αυτό που σήμερα ονομάζεται “αλλαγή καθεστώτος” – απορρίφθηκε τόσο ως ανέφικτη όσο και ως απερίσκεπτη. Και οι δύο πλευρές ακολουθούσαν άτυπους κανόνες στην κατεύθυνση που περιλάμβανε υγιή σεβασμό στις αυλές και τους συμμάχους του άλλου. Τελικά, κατέληξαν σε μια κατανόηση για την πολιτική τάξη στην Ευρώπη, την κύρια αρένα της αντιπαλότητας του Ψυχρού Πολέμου, και το 1975 κωδικοποίησαν την αμοιβαία κατανόηση στις Συμφωνίες του Ελσίνκι. Ακόμη και σε έναν διαιρεμένο κόσμο, τα δύο κέντρα δύναμης συμφώνησαν για τον τρόπο διεξαγωγής του ανταγωνισμού. η δική τους ήταν μια τάξη βασισμένη στο μέσον και όχι στα άκρα.
Ότι υπήρχαν μόνο δύο κέντρα ισχύος διευκόλυνε μια τέτοια συμφωνία.
Ειρήνη και ευημερία
Η άλλη τάξη μετά τον Β ‘Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν η φιλελεύθερη τάξη που λειτουργούσε παράλληλα με την τάξη του Ψυχρού Πολέμου. Οι δημοκρατίες ήταν οι κύριοι συμμετέχοντες στην προσπάθεια αυτή, η οποία χρησιμοποίησε τη βοήθεια και το εμπόριο για να ενισχύσει τους δεσμούς και να προωθήσει τον σεβασμό του κράτους δικαίου τόσο εντός όσο και μεταξύ των χωρών.
Η οικονομική διάσταση αυτής της τάξης σχεδιάστηκε για να δημιουργήσει έναν κόσμο (ή, ακριβέστερα, το μη κομμουνιστικό μισό του) που ορίζεται από το εμπόριο, την ανάπτυξη και τις εύρυθμες νομισματικές πράξεις. Το ελεύθερο εμπόριο θα αποτελούσε κινητήριο μοχλό οικονομικής ανάπτυξης και θα συνέδεε τις χώρες έτσι ώστε ο πόλεμος να θεωρείται υπερβολικά δαπανηρός για να κερδηθεί. Το δολάριο έγινε δεκτό ως de facto παγκόσμιο νόμισμα.
Η διπλωματική διάσταση της τάξης έδωσε έμφαση στον ΟΗΕ. Η ιδέα ήταν ότι ένα μόνιμο παγκόσμιο φόρουμ θα μπορούσε να αποτρέψει ή να επιλύσει διεθνείς διαμάχες. Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, με πέντε μόνιμα μέλη, τις μεγάλες δυνάμεις και πρόσθετες έδρες για την εκ περιτροπής συμμετοχή, θα ενορχηστρώνει τις διεθνείς σχέσεις. Ωστόσο, η τάξη εξαρτάται εξίσου από την προθυμία του μη κομμουνιστικού κόσμου (και των συμμάχων των ΗΠΑ ειδικότερα) να αποδεχθεί την αμερικανική υπεροχή.
Όπως αποδείχθηκε, ήταν διατεθειμένοι να το κάνουν, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν πιο συχνά κάτι άλλο από ένας σχετικά αγαθός ηγεμόνας, που τον θαύμαζαν τόσο για ότι έκανε στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό.
Και οι δύο αυτές τάξεις εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών. Η βασική ειρήνη διατηρήθηκε τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ασία, με ένα αντίτιμο που θα μπορούσε εύκολα να αντέξει η αναπτυσσόμενη οικονομία των ΗΠΑ.
Το αυξημένο διεθνές εμπόριο και οι ευκαιρίες για επενδύσεις συνέβαλαν στην οικονομική ανάπτυξη των ΗΠΑ. Με την πάροδο του χρόνου, περισσότερες χώρες εντάχθηκαν στις τάξεις των δημοκρατιών. Η παγκόσμια τάξη δεν αντανακλούσε μια τέλεια συναίνεση. μάλλον, καθένας προσέφερε αρκετή συναίνεση ώστε να μην αμφισβητηθεί άμεσα. Όπου η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ αντιμετώπισε δυσκολίες – όπως στο Βιετνάμ και το Ιράκ – δεν οφειλόταν σε δεσμεύσεις της συμμαχίας ή παραδοχές της παγκόσμιας τάξης αλλά σε κακές αποφάσεις για δαπανηρούς πολέμους.
ΣΗΜΑΔΙΑ ΠΑΡΑΚΜΗΣ
Σήμερα, και οι δύο τάξεις έχουν επιδεινωθεί. Αν και ο ψυχρός πόλεμος τελείωσε πριν από πολύ καιρό, η τάξη που δημιούργησε διαλύθηκε με πιο κομψό τρόπο – εν μέρει επειδή οι προσπάθειες της Δύσης για ενσωμάτωση της Ρωσίας στη φιλελεύθερη παγκόσμια τάξη πέτυχαν λίγο. Ένα σημάδι της επιδείνωσης της τάξης του Ψυχρού Πολέμου ήταν η εισβολή του Σαντάμ Χουσεΐν το 1990 στο Κουβέιτ, κάτι που η Μόσχα πιθανότατα θα είχε αποτρέψει τα προηγούμενα χρόνια λόγω του ότι ήταν υπερβολικά επικίνδυνο. Αν και η πυρηνική αποτροπή εξακολουθεί να ισχύει, ορισμένες από τις συμφωνίες ελέγχου όπλων που την υποστηρίζουν έχουν σπάσει, ενώ άλλες έχουν εξουδετερωθεί.
Παρόλο που η Ρωσία απέφυγε οποιαδήποτε άμεση στρατιωτική πρόκληση στο ΝΑΤΟ, έδειξε όλο και μεγαλύτερη βούληση να διαταράξει το status quo: μέσω της χρήσης βίας στη Γεωργία το 2008 και στην Ουκρανία από το 2014, της συχνά αδιάκριτης στρατιωτικής επέμβασης στη Συρία και της επιθετικής χρήσης του cyberwarfare να προσπαθήσει να επηρεάσει τα πολιτικά αποτελέσματα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη.
Όλα αυτά αντιπροσωπεύουν την απόρριψη των κύριων περιορισμών που συνδέονται με την παλαιά τάξη. Από τη ρωσική σκοπιά, το ίδιο θα μπορούσε να λεχθεί και για τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ, μια πρωτοβουλία σαφώς αντίθετη με το ρητό του Winston Churchill «Στη νίκη, μεγαλειότητα». Η Ρωσία επέκρινε επίσης τον πόλεμο του Ιράκ το 2003 και τη στρατιωτική επέμβαση του ΝΑΤΟ στη Λιβύη το 2011, η οποία έγινε στο όνομα του ανθρωπισμού, αλλά γρήγορα εξελίχθηκε σε αλλαγή καθεστώτος, ως πράξεις κακής πίστης και παρανομίας ασυμβίβαστες με τις έννοιες της παγκόσμιας τάξης, όπως τις αντιλαμβανόταν.
Η φιλελεύθερη τάξη παρουσιάζει τα δικά της σημάδια επιδείνωσης. Ο αυταρχισμός αυξάνεται όχι μόνο στους προφανείς τόπους, όπως η Κίνα και η Ρωσία, αλλά και στις Φιλιππίνες, την Τουρκία και την ανατολική Ευρώπη. Το παγκόσμιο εμπόριο έχει αυξηθεί, αλλά οι πρόσφατοι γύροι εμπορικών συνομιλιών έχουν τελειώσει χωρίς συμφωνία και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (ΠΟΕ) απέδειξε ότι δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τις πιο πιεστικές προκλήσεις του σήμερα, συμπεριλαμβανομένων των δασμολογικών φραγμών και της κλοπής της πνευματικής ιδιοκτησίας. Η δυσαρέσκεια για την εκμετάλλευση του δολαρίου από τις Ηνωμένες Πολιτείες για την επιβολή κυρώσεων αυξάνεται, καθώς ανησυχεί για τη συσσώρευση χρέους της χώρας.
Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ έχει ελάχιστη συνάφεια με τις περισσότερες συγκρούσεις παγκοσμίως και οι διεθνείς ρυθμίσεις απέτυχαν γενικότερα να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις που συνδέονται με την παγκοσμιοποίηση. Η σύνθεση του Συμβουλίου Ασφαλείας έχει λιγότερη ομοιότητα με την πραγματική κατανομή της εξουσίας. Ο κόσμος έχει τοποθετηθεί εναντίον των γενοκτονιών και έχει υποστηρίξει το δικαίωμα παρεμβάσεων όταν οι κυβερνήσεις αδυνατούν να ανταποκριθούν στην «ευθύνη για την προστασία» των πολιτών τους, αλλά η συζήτηση δεν έχει μεταφραστεί σε δράση. Η Συνθήκη για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων επιτρέπει μόνο πέντε κράτη να διαθέτουν πυρηνικά όπλα, αλλά τώρα υπάρχουν εννέα (και πολλοί άλλοι που θα μπορούσαν να ακολουθήσουν το παράδειγμα αν το επέλεγαν). Η ΕΕ, μακράν η σημαντικότερη περιφερειακή ρύθμιση, αγωνίζεται με το Brexit και τις διαμάχες για τη μετανάστευση και την κυριαρχία. Και σε όλο τον κόσμο, οι χώρες αντιτίθενται όλο και περισσότερο στην υπεροχή των ΗΠΑ.
ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗ ΙΣΧΥΟΣ
Γιατί συμβαίνουν όλα αυτά; Είναι διδακτικό να κοιτάξουμε πίσω στη σταδιακή κατάρρευση της Συναυλίας της Ευρώπης. Η σημερινή παγκόσμια τάξη αγωνίστηκε να αντιμετωπίσει τις μετατοπίσεις της εξουσίας: η άνοδος της Κίνας, η εμφάνιση αρκετών μεσαίων δυνάμεων (κυρίως του Ιράν και της Βόρειας Κορέας) που απορρίπτουν σημαντικές πτυχές της παγκόσμιας τάξης και την εμφάνιση μη κρατικών φορέων (από καρτέλ ναρκωτικών ως τρομοκρατικά δίκτυα ) που μπορεί να αποτελέσουν σοβαρή απειλή για την τάξη εντός και μεταξύ των κρατών.
Το τεχνολογικό και πολιτικό πλαίσιο άλλαξε και με σημαντικούς τρόπους. Η παγκοσμιοποίηση είχε αποσταθεροποιητικές επιδράσεις, κυμαινόμενες από την αλλαγή του κλίματος έως την εξάπλωση της τεχνολογίας σε πολύ περισσότερα χέρια από ποτέ άλλοτε, συμπεριλαμβανομένης μιας σειράς ομάδων και ανθρώπων που προτίθενται να διαταράξουν την τάξη. Ο εθνικισμός και ο λαϊκισμός έχουν αυξηθεί – αποτέλεσμα της μεγαλύτερης ανισότητας εντός των χωρών, της εξάρθρωσης που συνδέεται με την οικονομική κρίση του 2008, της απώλειας θέσεων εργασίας λόγω του εμπορίου και της τεχνολογίας, της αύξησης των μεταναστευτικών ροών και των προσφύγων και της εξουσίας των κοινωνικών μέσων ενημέρωσης που διαδίδουν το μίσος.
Εν τω μεταξύ, η αποτελεσματική πολιτική τέχνη λείπει εμφανώς. Τα θεσμικά όργανα δεν έχουν προσαρμοστεί. Κανείς σήμερα δεν θα μπορούσε να σχεδιάσει Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ που να μοιάζει με το σημερινό. Όμως η πραγματική μεταρρύθμιση είναι αδύνατη, αφού εκείνοι που θα χάσουν την επιρροή θα εμποδίσουν τυχόν αλλαγές.
Οι προσπάθειες για την οικοδόμηση αποτελεσματικών πλαισίων για την αντιμετώπιση των προκλήσεων της παγκοσμιοποίησης, συμπεριλαμβανομένης της αλλαγής του κλίματος και των επιθέσεων του κυβερνοχώρου, έρχονται σύντομα. Τα λάθη στην ΕΕ – δηλαδή οι αποφάσεις για τη δημιουργία ενός κοινού νομίσματος χωρίς κοινή δημοσιονομική πολιτική ή τραπεζική ένωση και την αποδοχή σχεδόν απεριόριστης μετανάστευσης στη Γερμανία – δημιούργησαν μια ισχυρή αντίδραση εναντίον των υφιστάμενων κυβερνήσεων, των ανοιχτών συνόρων και της ίδιας της ΕΕ.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, από την πλευρά τους, έχουν δεσμευτεί να δαπανήσουν υπερβολικά προσπαθώντας να ξαναφτιάξουν το Αφγανιστάν, να εισβάλουν στο Ιράκ και να επιδιώξουν την αλλαγή καθεστώτος στη Λιβύη. Ωστόσο, έχουν επίσης κάνει ένα βήμα πίσω από τη διατήρηση της παγκόσμιας τάξης και σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν γίνει ένοχος δαπανηρής υποχώρησης.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, η αμερικανική απροθυμία να δράσει δεν αφορά βασικά ζητήματα, αλλά περιφερειακά θέματα που οι ηγέτες διέγραψαν καθώς δεν αξίζουν το κόστος, όπως η σύγκρουση στη Συρία, όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν απάντησαν ουσιαστικά όταν η Συρία χρησιμοποίησε για πρώτη φορά χημικά όπλα ή η μεγαλύτερη βοήθεια στις ομάδες κατά του καθεστώτος. Αυτή η απροθυμία έχει αυξήσει την τάση των άλλων να αγνοούν τις ανησυχίες των ΗΠΑ και να ενεργούν ανεξάρτητα. Η στρατιωτική επέμβαση υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας στην Υεμένη είναι μια συγκεκριμένη περίπτωση. Οι ενέργειες της Ρωσίας στη Συρία και την Ουκρανία πρέπει επίσης να εξεταστούν υπό το πρίσμα αυτό. είναι ενδιαφέρον ότι η Κριμαία σημάδεψε το αποτελεσματικό τέλος του Συναυλία της Ευρώπης και σηματοδότησε μια δραματική αποτυχία στην τρέχουσα τάξη. Οι αμφιβολίες για την αξιοπιστία των Η.Π.Α. πολλαπλασιάστηκαν στο πλαίσιο της διοίκησης του Trump, χάρη στην απόσυρσή του από πολυάριθμες διεθνείς συμφωνίες και την υπό όρους προσφορά του σε, κάποτε, απαραβίαστες δεσμεύσεις των συμμάχων των Η.Π.Α. στην Ευρώπη και την Ασία.
Ρώσοι στρατιώτες σε δρόμο κοντά στη Σεβαστούπολη της Κριμαίας.
ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΔΕΙΝΩΣΗΣ
Δεδομένων αυτών των αλλαγών, η ανανέωση της παλαιάς τάξης θα είναι αδύνατη. Θα ήταν επίσης ανεπαρκής, χάρη στην εμφάνιση νέων προκλήσεων. Μόλις αυτό γίνει συνείδηση, η μακρά επιδείνωση της Συναυλία της Ευρώπης θα πρέπει να αποτελέσει ένα μάθημα και μια προειδοποίηση.
Για τις ΗΠΑ η προσοχή σ αυτήν την προειδοποίηση σημαίνει την ενίσχυση ορισμένων πτυχών της παλαιάς τάξης και τη συμπλήρωσή τους με μέτρα που θα συνεισφέρουν στην αλλαγή της δυναμικής εξουσίας και στα νέα παγκόσμια προβλήματα.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να ενισχύσουν τις συμφωνίες ελέγχου των όπλων και της μη διάδοσης. να ενισχύσουν τις συμμαχίες τους στην Ευρώπη και την Ασία · να ενισχύσουν τα αδύναμα κράτη που δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τρομοκράτες, καρτέλ και συμμορίες · και να αντιμετωπίσουν αυταρχικές δυνάμεις που παρεμβαίνουν στη δημοκρατική διαδικασία.
Ωστόσο, δεν πρέπει να εγκαταλείψουν την προσπάθεια ένταξης της Κίνας και της Ρωσίας σε περιφερειακές και παγκόσμιες πτυχές της παγκόσμιας τάξης. Αυτές οι προσπάθειες θα συνεπάγονται απαραιτήτως ένα συνδυασμό συμβιβασμού, κινήτρων και απώθησης.
Η προσπάθεια ένταξης της Κίνας και της Ρωσίας έχει αποτύχει όμως δεν θα πρέπει να αποτελεί λόγο άρνησης μελλοντικών προσπαθειών, καθώς η πορεία του εικοστού πρώτου αιώνα δεν θα αντικατοπτρίζει σε καμία περίπτωση τον τρόπο με τον οποίο οι προσπάθειες αυτές προχωρούν.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει επίσης να απευθυνθούν σε άλλους για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της παγκοσμιοποίησης, ιδίως της αλλαγής του κλίματος, του εμπορίου και των κυβερνο-επιχειρήσεων. Αυτά δεν θα απαιτούν την ανανέωση της παλιάς τάξης αλλά την οικοδόμηση μιας νέας. Οι προσπάθειες περιορισμού και προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή πρέπει να είναι πιο φιλόδοξες. Ο ΠΟΕ πρέπει να τροποποιηθεί για να αντιμετωπίσει τα είδη των ζητημάτων που θέτει η τεχνολογία της Κίνας, την παροχή επιδοτήσεων σε εγχώριες επιχειρήσεις και τη μη χρήση εμποδίων στο εμπόριο.
Απαιτούνται κατευθυντήριοι κανόνες για τη ρύθμιση του κυβερνοχώρου. Μαζί, αυτό ισοδυναμεί με μια πρόσκληση για μια σύγχρονη Συναυλία. Μια τέτοια πρόσκληση είναι φιλόδοξη αλλά απαραίτητη.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση και να ξανακερδίσουν ένα βαθμό σεβασμού, προκειμένου να ανακτήσουν τη φήμη τους ως αγαθού δρώντος. Κάτι τέτοιο θα απαιτήσει κάποιες απότομες αποκλίσεις από τον τρόπο άσκησης της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια: να ξεκινήσει, να μην εισβάλλει πλέον απρόσεκτα σε άλλες χώρες και να μην οπλίζουν, πλέον, την οικονομική πολιτική τους μέσω της κατάχρησης των κυρώσεων και των δασμών. Αλλά περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, η σημερινή αντανακλαστική αντίθεση στον πολυμερισμό πρέπει να επανεξεταστεί.
Είναι άλλο πράγμα μια παγκόσμια τάξη να εξελιχθεί αργά και άλλο, για τη χώρα που είχε τη μεγάλη ευθύνη για την οικοδόμησή της να πάρει το προβάδισμα στην αποσυναρμολόγησή της.
Όλα αυτά απαιτούν επίσης οι Ηνωμένες Πολιτείες να φροντίσουν το δικό τους σπίτι προκειμένου να μειώσουν το δημόσιο χρέος, να ανοικοδομήσουν τις υποδομές, να βελτιώσουν τη δημόσια εκπαίδευση, να επενδύσουν περισσότερο στο δίχτυ κοινωνικής ασφάλισης, υιοθετώντας ένα έξυπνο σύστημα μετανάστευσης που επιτρέπει στους ταλαντούχους αλλοδαπούς να έρχονται και να παραμένουν, χτυπώντας την πολιτική δυσλειτουργία, καθιστώντας λιγότερο δύσκολο να ψηφίζεις και εγκαταλείποντας την χειραγώγηση της ψήφου. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να προωθήσουν αποτελεσματικά την τάξη στο εξωτερικό εάν είναι διαιρεμένες στο εσωτερικό, αποσπούν την προσοχή τους εξαιτίας των εσωτερικών προβλημάτων και στερούνται πόρων.
Οι κυριότερες εναλλακτικές λύσεις σε μια εκσυγχρονισμένη παγκόσμια τάξη που θα υποστηρίζεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζονται απίθανες, άβολες ή και τα δύο.
Μια τάξη υπό την ηγεσία των κινέζων, για παράδειγμα, θα είναι μη φιλελεύθερη χαρακτηριζόμενη απο αυταρχικό εσωτερικό πολιτικό σύστημα και κρατικές οικονομίες που δίνουν μια διασφάλιση εσωτερικής σταθερότητας. Θα υπάρξει μια επιστροφή στις σφαίρες επιρροής, με την Κίνα να επιχειρεί να κυριαρχήσει στην περιοχή της, πιθανόν να οδηγήσει σε συγκρούσεις με άλλες περιφερειακές δυνάμεις, όπως η Ινδία, η Ιαπωνία και το Βιετνάμ, οι οποίες πιθανώς θα συσσωρεύσουν τις συμβατικές ή ακόμα και τις πυρηνικές τους δυνάμεις.
Μια νέα δημοκρατική, βασισμένη σε κανόνες, τάξη που διαμορφώνεται και οδηγείται από μεσαίες δυνάμεις στην Ευρώπη και την Ασία, καθώς και τον Καναδά, όσο ελκυστική είναιως ιδέα, απλώς στερείται της στρατιωτικής ικανότητας και της εγχώριας πολιτικής βούλησης να φτάσει πολύ μακριά.
Μια πιο πιθανή εναλλακτική λύση είναι ένας κόσμος με μικρή τάξη – ένας κόσμος βαθύτερης ασυμφωνίας. Ο προστατευτισμός, ο εθνικισμός και ο λαϊκισμός θα κερδίσουν και η δημοκρατία θα χάσει. Οι συγκρούσεις εντός και εκτός συνόρων θα γινόταν πιο συνηθισμένες και θα αυξανόταν η αντιπαλότητα μεταξύ μεγάλων δυνάμεων. Η συνεργασία για τις παγκόσμιες προκλήσεις θα αποκλειόταν. Εάν η εικόνα αυτή ακούγεται οικεία, αυτό συμβαίνει επειδή αντιστοιχεί όλο και περισσότερο στον σημερινό κόσμο.
Η επιδείνωση μιας παγκόσμιας τάξης μπορεί να θέσει σε κίνηση τάσεις που καταλήγουν σε καταστροφή. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος ξέσπασε περίπου 60 χρόνια μετά τη διάσπαση της Συναυλία της Ευρώπης στην Κριμαία.
Αυτό που βλέπουμε σήμερα μοιάζει με τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα με σημαντικούς τρόπους: δεν μπορεί να αποκατασταθεί η μετά τον Β ‘Παγκόσμιο Πόλεμο τάξη μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, αλλά ο κόσμος δεν βρίσκεται ακόμη στην άκρη μιας συστημικής κρίσης. Τώρα είναι η στιγμή να σιγουρευτούμε ότι δεν θα υλοποιηθεί ποτέ, είτε από την διάρρηξη των σχέσεων μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας, είτε από σύγκρουση με τη Ρωσία, από μια πυρκαγιά στη Μέση Ανατολή ή από τις σωρευτικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Τα καλά νέα είναι ότι δεν είναι αναπόφευκτο ο κόσμος να καταλήξει τελικά σε μια καταστροφή. τα κακά νέα είναι ότι δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι δεν θα το κάνει.
Ο Ρίτσαρντ Χάας είναι Πρόεδρος του Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων.
Το τελευταίο διάστημα ο Αιγύπτιος Πρόεδρος Αλ Σίσι βρίσκεται μπροστά σε ένα πολύ κρίσιμο δίλημμα. Να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία και να εμπλακεί στο Συριακό χάος ώστε να αντιμετωπίσει την Τουρκία μέσω τρίτων επί Συριακού εδάφους ή να περιμένει την έκβαση των εξελίξεων και ενδεχομένως να ριψοκινδυνέψει να αντιμετωπίσει αργότερα και άμεσα την Τουρκία στο Σουέζ και την Ερυθρά θάλασσα;
Οι διαφορές της Αιγύπτου με την Τουρκία είναι πολύ βαθιές και κρίσιμες για την ίδια τη σταθερότητα της χώρας του Νείλου και του καθεστώτος Αλ Σίσι, το οποίο εκτός των σύνθετων προβλημάτων ασφάλειας έχει να αντιμετωπίσει μία σφοδρή οικονομική κρίση που δεν φαίνεται να υποχωρεί στη μετά – Αραβικής Άνοιξης Αίγυπτο.
Ο Ερντογάν κρατά τα σπίρτα που θα ανάψουν το φιτίλι της πολυμέτωπης αποσταθεροποίησης της Αιγύπτου.
Χτίζει ναυτική δύναμη που θα είναι σε θέση να απειλεί μονίμως την Αίγυπτο σε μια περιοχή που η Αίγυπτος είχε να αισθανθεί για δεκαετίες ανασφάλεια.
Διοχετεύει συνεχώς πραιτοριανούς του μέσω των δικτύων της Χαμάς στο Σινά.
Κρατά σε ετοιμότητα τα πιο ακραία στοιχεία των πανίσχυρων Αδελφών Μουσουλμάνων της Αιγύπτου, έτοιμους να εκμεταλλευτούν την κοινωνική δυσαρέσκεια από την συνεχιζόμενη οικονομική κρίση στη χώρα, που παρά τις προσπάθειες και το δάνειο του ΔΝΤ, δεν φαίνεται να υπάρχει τρόπος να καμφθεί ώστε να καλυτερεύσει η κατάσταση. Η ζημιά της Αραβικής Άνοιξης δείχνει να έχει ρίξει άγκυρα στο Νείλο.
Με τουρκικές βάσεις σε Σομαλία και στενές σχέσεις της Τουρκίας με το Σουδάν, η Αίγυπτος του Προέδρου Αλ Σίσι αισθάνεται πως κυκλώνεται από τον Ερντογάν.
Το δίλημμα του Αλ Σίσι έχει να κάνει με το αν θα πρέπει να περιμένει πρώτα να δει πως θα εξελιχθούν τα πράγματα με την Τουρκία στο Συριακό χάος, ρισκάροντας μια τουρκική νίκη εκεί και την επομένη να πρέπει να αντιμετωπίσει άμεσα την Τουρκία στο δικό του χώρο ή να αναλάβει άμεσα δράση στη Συρία στηρίζοντας τρίτους εναντίον των Τούρκων.
Τις ανησυχίες του Καΐρου φαίνεται να ενστερνίζονται και οι επιτελείς στο Ισραήλ, ωστόσο το Ισραήλ δεν βρίσκεται σε δίλημμα και τουλάχιστο υπό την παρούσα κυβέρνηση (που θα κριθεί σε λίγους μήνες σε πρόωρες εκλογές) έχουν πάρει τις αποφάσεις τους…
Αν ο Αιγύπτιος Πρόεδρος Αλ Σίσι αποφασίσει να αντιμετωπίσει τώρα την Τουρκία επί Συριακού εδάφους θα είναι πραγματικά το φάρμακο που έχει ανάγκη η Αθήνα τούτη την ώρα, απέναντι σε μια Τουρκία που έχει κυριολεκτικά γίνει πονοκέφαλος για εμάς.
Εκεί που εμείς θα πρέπει τότε να δώσουμε μεγάλη προσοχή είναι στις ασύμμετρες δυνατότητες της Άγκυρας, που δεν πρόκειται να καμφθούν από τις όποιες εξελίξεις στο Συριακό χάος, καθώς και να κερδίσουμε χρόνο ώστε να ενισχύσουμε άμεσα ορισμένες αποτρεπτικές μας δυνατότητες. Σε στρατιωτικό επίπεδο θα πρέπει να μιλήσουμε σοβαρά με τους Ευρωπαίους εταίρους μας για τις επιλογές μας, καθώς διαφαίνεται πως πλέον οι ΗΠΑ έχουν κάνει επιλογές εξόχως ριψοκίνδυνες για την Ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Δρ. Κλεάνθης Κυριακίδης, Διεθνολόγος, ΜΑ, MS, MPA (Απο τη “Μακεδονία της Κυριακής” 30.12.18)
Η αναγγελία της αποχώρησης των Αμερικανικών δυνάμεων από τη Συρία, τα ενεργειακά παιχνίδια, η τουλάχιστον μεσοπρόθεσμη παγίωση νέων συμμαχιών, και τελευταία η άνευ λόγου όξυνση της ρητορικής της χώρας μας δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα στην Μέση Ανατολή.
Ξεκινώντας από την πολλοστή φορά στην ιστορία που οι Κούρδοι εγκαταλείπονται, διότι αυτό θα σημάνει η Αμερικανική αποχώρηση, η κίνηση Τραμπ δεν αποτελεί έκπληξη σε κανένα σοβαρό αναλυτή – πέραν αυτών που προπαγανδίζουν και προαναγγέλλουν εδώ και δεκαετίες τη δημιουργία του Κουρδιστάν. Αν κάτι ενώνει την Άγκυρα, τη Δαμασκό, τη Βαγδάτη και την Τεχεράνη είναι η ζωτικής σημασίας αποφυγή δημιουργίας Κουρδικού κράτους. Συνεπώς, η αποχώρηση των Αμερικανών τους αφήνει στην τύχη τους, κάτι για το οποίο επιχαίρει ο Άσαντ (συνεπώς και η Ρωσία), ο Ρουχανί (συνεπώς και το Ιράκ) και φυσικά μεγάλος κερδισμένος τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα είναι η Τουρκία. Όμως η Τουρκία, παρά το βραχυπρόθεσμο κέρδος, παραμένει απομονωμένη και σχοινοβατούσα στο διεθνές στερέωμα.
Η άνοδος του Πολιτικού Ισλάμ στη Μέση Ανατολή και ο συριακός εμφύλιος οδήγησαν τον Ερντογάν εδώ και πολλά χρόνια στην επιλογή του να παραστήσει τον ηγέτη ολόκληρου του μουσουλμανικού κόσμου, κάτι στο οποίο μέχρι στιγμής έχει αποτύχει παταγωδώς. Έχει μάλιστα ωθήσει το Ισραήλ στην δημιουργία μιας συμμαχίας με Ελλάδα και Κύπρο (και σε δεύτερο επίπεδο με Αίγυπτο, Ιορδανία ακόμα και Σαουδική Αραβία). Θυμίζουμε ότι η Τουρκία αποτελεί την μόνη μουσουλμανική χώρα που θεωρείται, μεν, κοσμική, αλλά ένα Ισλαμικό Κόμμα έχει κερδίσει έξι συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις.
Η Τουρκία έχει απομονωθεί διπλωματικά χωρίς να έχει απολέσει τη στρατηγική της σημασία για τη Δύση. Τουναντίον. Η προσάρτηση της Κριμαίας και η κρίση στην Ουκρανία, η εμφάνιση και η αρχική επέκταση του Νταές, η πυρηνική αποτροπή του Ιράν ως προτεραιότητα της κυβέρνησης Τραμπ και ο συριακός εμφύλιος αναβαθμίζουν περαιτέρω τη θέση της γείτονας χώρας. Όμως λανθασμένοι χειρισμοί του Ερντογάν, την οδήγησαν σε δεινή θέση. Οι πρώτοι σύμμαχοι που απομακρύνθηκαν ήταν το Ισραήλ και οι ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ ενοχλήθηκαν από την εχθρική στάση έναντι του Προέδρου Σίσι της Αιγύπτου, από την συνεχή ρητορική επίθεση κατά του Ισραήλ και από την λυκοφιλία με την Ρωσία και το Ιράν.
Η μοναδική σουνιτική (και αραβική) χώρα που έχει «αγκαλιάσει» την Τουρκία είναι το Κατάρ, με το οποίο η σύγκλιση συμφερόντων σχετίζεται άμεσα με την «προστασία» της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Όμως η σχέση Άγκυρας – Ντόχα, απομόνωσε την Τουρκία και από τον αραβικό κόσμο. Υπενθυμίζουμε ότι έξι χώρες έχουν διακόψει εντελώς τις διπλωματικές τους σχέσεις με το Κατάρ (Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Αίγυπτος Μαλδίβες και Υεμένη). Οι ανωτέρω χώρες απαγόρευσαν και τη χρήση του εναερίου χώρου για πτήσεις προς και από τη Ντόχα και έκλεισαν τα λιμάνια τους σε πλοία και εμπορεύματα από και προς το Κατάρ, ενώ η Σαουδική Αραβία έκλεισε και τα χερσαία σύνορά της. Η λογική θα ήθελε την Τουρκία να αποκόπτεται από το Κατάρ και να επαναπροσεγγίζει το Ισραήλ και τις ΗΠΑ. Αντ’ αυτού ενέτεινε τη συμμαχία της με το απομονωμένο Κατάρ, προσφέροντας του και στρατιωτική προστασία μέσω της δημιουργίας βάσης με μεταστάθμευση Τούρκων στη χώρα αυτή. Επίσης προσέγγισε ιδιαίτερα και το Ιράν.
Πέραν του βασικού προβλήματος της στήριξης της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και του Κατάρ, η προσέγγιση της Άγκυρας με την Τεχεράνη και η αλλοπρόσαλλη πολιτική της Άγκυρας στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, έδειξαν ότι πλέον δημιουργούνται δυο συμμαχίες: Η Δύση συντάσσεται με τις μοναρχίες του Κόλπου, την Ιορδανία και την Αίγυπτο, ενώ το απομονωμένο Κατάρ, με την επίσης απομονωμένη Τουρκία αλλά και την Ρωσία και το Ιράν, δυο μέχρι πρότινος παραδοσιακούς εχθρούς. Στη «Δυτική» Συμμαχία που αντιτίθεται στον άξονα Τουρκία – Κατάρ (και Μουσουλμανική Αδελφότητα) – Ιράν – Ρωσία, υπάρχει ένα υποσύνολο που μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα και αφορά την γεωπολιτική περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Εκεί διαμορφώνεται ένας άξονας στενής συνεργασία ή/ και συμμαχίας Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ – Αιγύπτου – Ιορδανίας.
Βλέποντας τις διαμορφωθείσες συμμαχίες, το προφανώς «αναίτιο» της κίνησης του προέδρου Τραμπ να ανακοινώσει πλήρη αποχώρηση από τη Συρία, πιθανόν να έχει ως στόχο να επαναφέρει μεσοπρόθεσμα την Τουρκία στο Δυτικό στρατόπεδο, αφού τόσο η Ρωσία όσο και το Ιράν δεν επιθυμούν μόνιμη τουρκική παρουσία στη Συρία. Προσβλέπει ο Αμερικανός Πρόεδρος σε μελλοντική ρήξη του άξονα Τεχεράνης – Άγκυρας – Μόσχας; Πιθανόν, αφού το μόνο κοινό των χωρών αυτών είναι ότι επιθυμούν την ενίσχυση του Κατάρ (το Ιράν για να μειώσει την δύναμη της Σαουδικής Αραβίας και η Μόσχα για να μειώσει την επιρροή των ΗΠΑ) και όπως προαναφέραμε δεν θέλουν επ’ ουδενί τη δημιουργία Κουρδικού κράτους.
Ακόμα όμως και αν η Τουρκία ξαναβρεί τη θέση της στο ΝΑΤΟ και έρθει σε αντιπαράθεση με τους νυν «συμμάχους» της, το Ιράν και τη Ρωσία, έχει χάσει την αξιοπιστία της και θα αργήσει να επανακτήσει την σημαντική θέση που κατείχε στους σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ, ως ο δεύτερος σημαντικότερος και πλέον πολυάριθμος στρατός της Συμμαχίας. Κάποιοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι μόλις η Τουρκία επιστρέψει στη «Δύση» και σταματήσει να ερωτοτροπεί με Μόσχα και Τεχεράνη, η συμμαχία Ελλάδας – Ισραήλ – Κύπρου θα διαλυθεί, αφού μόνο η Τουρκία μπορεί να παρέχει στρατηγικό βάθος στο Τελ Αβίβ. Όσο όμως στο τιμόνι των δυο χωρών βρίσκονται οι Ερντογάν – Νετανιάχου αυτό φαντάζει αδύνατο. Επιπρόσθετα, η τριμερής Ελλάδας – Ισραήλ – Κύπρου έχει κάποιες στέρεες βάσεις: Οι τρεις χώρες αποτελούν τις πιο πολιτικά σταθερές, ολοκληρωμένες δημοκρατίες, σε ολόκληρη την νοτιοανατολική Ευρώπη, ανατολική Μεσόγειο και Μέση Ανατολή. Επιπλέον, η στρατιωτική συνεργασία των χωρών έχει πάρει έκταση και αποκτήσει βάθος. Τέλος, η σημαντικότερη εξέλιξη που μπορεί να αποκρυσταλλώσει την τριμερή συνεργασία και να την αναβαθμίσει σε συμμαχία σχετίζεται με την ενεργειακή συνεργασία και την δημιουργία του αγωγού EastMed. Αν μεταφερθεί πετρέλαιο και φυσικό αέριο μέσα από αγωγούς στη διαδρομή Ισραήλ – Κύπρος – Ελλάδα, πλέον θα αλλάξει το πολιτικό και ενεργειακό τοπίο της ΕΕ. Αν η Αίγυπτος παραμείνει σε τροχιά σύγκρουσης με το Πολιτικό Ισλάμ θα έχει επίσης ρόλο, παρότι κάτι τέτοιο φαντάζει μάλλον αδύνατο ως μακροπρόθεσμη προοπτική.
Σε αυτό το εκρηκτικό και διαρκώς μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό τοπίο, η χώρα μας έχει να παίξει σπουδαίο ρόλο. Είμαστε η μοναδική χώρα που έχει εξαιρετικές σχέσεις με τη Σαουδική Αραβία και το Ιράν, με τους Παλαιστινίους και το Ισραήλ, και έχουμε ξεπεράσει μια παλιά αγκύλωση στείρου αντι-αμερικανισμού. Εν κατακλείδι, η Ελλάδα, που εγκλωβισμένη στην οικονομική κρίση έχει ξεχάσει την εξωτερική της πολιτική, έχει μια εξαιρετική ευκαιρία να δείξει την αξία της τόσο στις χώρες της ευρύτερης περιοχής, όσο και στους οργανισμούς στους οποίους ανήκει, προεξαρχούσης της ΕΕ. Με την ήπια ισχύ της ιστορίας, του πολιτισμού, της κουλτούρας και με την συνεπή, σταθερή και υπεύθυνη στάση της σε θέματα όπως το Παλαιστινιακό, η Ελλάδα μπορεί να γίνει ο τίμιος και σοβαρός διαμεσολαβητής στη Μέση Ανατολή. Βέβαια, για να το αντιληφθούν αυτό τόσο οι Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, όσο και αυτές της Μέσης Ανατολής, θα πρέπει πρώτα να το αντιληφθεί η Αθήνα. Και να προβαίνει σε ουσιώδη έργα, αντί να χρησιμοποιεί ανούσια και επικίνδυνη ρητορική που πλήττει ακόμα περισσότερο την μειωμένη της αξιοπιστία.
[H Διάσκεψη του ΟΗΕ για το Κλίμα, γνωστή διεθνώς ως COP24, που συνήλθε το Δεκέμβριο στο Κατοβίτσε της Πολωνίας, έληξε χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα. Θέμα της το γνωστό πλέον ΄΄τροπάριο΄΄ της κλιματικής αλλαγής και της μείωσης του CO2. Είναι απαραίτητο να θυμίσουμε ότι οι ΗΠΑ αποσύρθηκαν από τη Συμφωνία των Παρισίων –πρόδρομο των COP -, η Ρωσία δεν την έχει επικυρώσει, και η πρωταθλήτρια σε ρύπους Κίνα έχει μεταθέσει στο μέλλον τον περιορισμό τους. Μόνο η Ευρώπη προσχώρησε σε αυτή την καινούρια θρησκεία-κανένα πολιτικό κόμμα δεν τολμά να διαφοροποιηθεί – και τις καταστρεπτικές επιπτώσεις στην κοινωνία τις βλέπουμε στη Γαλλία…Ε.Δ.Ν.]
Η COP24 τελείωσε όπως κάθε φορά χωρίς συγκεκριμένα αποτελέσματα για τη μείωση των εκπομπών CO2, παρά τις κραυγές ανησυχίας των περιβαλλοντικών ΜΚΟ, του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών και πλήθους πολιτών. Και για ένα ακόμα χρόνο, θα βουίξουν και πάλι τα αυτιά μας για τη COP 25, ενώ θα παρατηρούμε άλλη μια φορά αύξηση των εκπομπών. Όπως πάντα, μέσω των ΜΜΕ, μας υπενθυμίζουν ότι ο πλανήτης μας θα γίνει κόλαση όπως η Αφροδίτη, η στάθμη της θάλασσας θα μας πνίξει και η βιοποικιλότητα θα εξαφανιστεί.
Καταρχάς, ας θυμίσουμε το γεγονός ότι σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιπροσωπεύει μόνο το 11% των παγκόσμιων εκπομπών CO2, η Κίνα 28%, οι Ηνωμένες Πολιτείες 15%, η Ινδία 7%, η Γαλλία 1% και το Βέλγιο 0,4%.
Εν αρχή ην το Ρίο
Όλα ξεκίνησαν με τη Σύνοδο Κορυφής της Γης τον Ιούνιο του 1992 στο Ρίο ντε Τζανέιρο. Από αυτή προέκυψε η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την αλλαγή του κλίματος, η οποία είναι η πηγή των Διασκέψεων για το Κλίμα.
Στο Ρίο, ο τότε γενικός γραμματέας – Μπούτρος Μπούτρος-Γκάλι – ολοκλήρωσε τη διάσκεψη με αυτές τις, αδιαμφισβήτητα θρησκευτικού χαρακτήρα, φράσεις:
΄΄Αφού αγάπησε το γείτονά του όπως ζήτησε το Ευαγγέλιο, ο άνθρωπος μετά το Ρίο πρέπει επίσης να αγαπήσει τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων των λουλουδιών, των πουλιών, των δέντρων – όλο αυτό το φυσικό περιβάλλον που καταστρέφουμε συστηματικά. Πέρα και πάνω από το ηθικό συμβόλαιο με το Θεό, πέρα και πάνω από το κοινωνικό συμβόλαιο με τους ανθρώπους, πρέπει τώρα να συνάψουμε ένα ηθικό και πολιτικό συμβόλαιο με τη φύση, με αυτή τη Γη, στην οποία οφείλουμε την ύπαρξή μας και η οποία μας κρατάει στη ζωή. Για τους αρχαίους, ο Νείλος ήταν θεός, τον οποίο λατρεύανε, όπως και ο Ρήνος, άπειρη πηγή ευρωπαϊκών μύθων, ή το δάσος του Αμαζονίου, η μητέρα των δασών. Σε όλο τον κόσμο, η φύση ήταν κατοικία θεοτήτων. Αυτές προσέδωσαν στο δάσος, στην έρημο, στο βουνό, μια προσωπικότητα που επέβαλε λατρεία και σεβασμό. Η Γη είχε ψυχή. Η ανεύρεσή της, η αναζωογόνησή της, αυτή είναι η ουσία του Ρίο΄΄
Ο στόχος επιτεύχθηκε: Η φύση γίνεται και πάλι θεότητα, οι οπαδοί της οποίας είναι έτοιμοι να κάνουν οτιδήποτε για να κατευνάσουν την οργή της. Η κλιματική θρησκεία εισέβαλε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αλλά σχεδόν μόνο σε αυτή, επειδή η συντριπτική πλειοψηφία του υπόλοιπου κόσμου αδιαφορεί πλήρως γι’ αυτήν, όπως θα δούμε. Από δω και πέρα, κανένα κόμμα στη Δυτική Ευρώπη δεν τολμά να αποστεί από το δόγμα αυτής της νέας απάνθρωπης θρησκείας. Έτσι, στις αρχές Δεκεμβρίου του 2018, με μια πολύ σοβαρή κυβερνητική κρίση στο Βέλγιο σχετικά με το σύμφωνο του Μαρακές – μια άλλη εφεύρεση του ΟΗΕ – όλα τα κόμματα μιλούσαν μόνο για την αλλαγή του κλίματος, έναν τρόπο να αποποιηθούν τις ευθύνες τους για την πολιτική κρίση.
Αλλά αυτό το νέο δόγμα, όπως και τα υπόλοιπα, μπορεί να προσφέρει μόνο αυταπάτες. Η πραγματικότητα είναι ότι σε 26 χρόνια και 24 COP, οι εκπομπές CO2 αυξήθηκαν κατά 54%. Αν η συσχέτιση σήμαινε την αιτιότητα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι σε κάθε COP αντιστοιχεί μια αύξηση πάνω από 2% των εκπομπών CO2. Αλλά δεν είναι αυτός ο λόγος.
Προχωρούμε προς έναν κόσμο που θα καταναλώνει περισσότερη ενέργεια, πολύ περισσότερη ενέργεια! Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας συνεχίζει να το επαναλαμβάνει.
Θα μπορούσε αυτή η ενέργεια να προέλθει από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας; Ας σταματήσουμε να ονειρευόμαστε ότι η πενιχρή μας εξοικονόμηση ενέργειας στην Ευρώπη – που σίγουρα είναι ευπρόσδεκτη! – και οι ανεμογεννήτριες μας θα είναι σε θέση να αντισταθμίσουν τις ασυνήθιστες ενεργειακές απαιτήσεις της πρόσβασης σε ηλεκτρική ενέργεια των 1.300.000.000 ανθρώπων που την στερούνται. Ας σταματήσουμε να φαντασιωνόμαστε ότι τα 2.600.000.000 άνθρωποι που τρώνε μαγειρεμένο φαγητό με στερεά ενέργεια (πράσινο ξύλο, κοπριά, ακόμη και πλαστικό!), μπορεί να το κάνουν με φωτοβολταϊκά πάνελ. Όλες οι προβλέψεις, όπως αυτές του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, δείχνουν ότι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας θα είναι σε θέση να απορροφήσουν μόνο ένα μέρος της αύξησης της συνολικής ζήτησης πρωτογενούς ενέργειας. Συνεπώς, η μάζα της τρέχουσας ορυκτής ενέργειας θα αυξηθεί στο μέλλον, μαζί και η συνέπεια της, οι εκπομπές CO2.
Μόνη η Ευρώπη
Είναι επείγον να επιστρέψουμε στη Γη. Δεν θα υπάρξει ενεργειακή μετάβαση σε παγκόσμιο επίπεδο· είναι πολύ απλά οικονομικά ασύμφορη και ανέφικτη ακόμη και για τις πλούσιες χώρες. Επιπλέον, οι συνθήκες για να την πετύχουμε είναι πολλές, επίπονες και πολύ ακριβές. Η απόδειξη είναι ότι στην απάτη της Συμφωνίας των Παρισίων: με εξαίρεση την ΕΕ, οι αναπτυσσόμενες χώρες είτε απαλλάχτηκαν από οποιαδήποτε μείωση, είτε πρότειναν στόχους πολύ χαμηλότερους από αυτούς της ΕΕ.
Για παράδειγμα, η Κίνα ελπίζει να μην αυξήσει πλέον τις εκπομπές της κοντά στο (!) 2030 και η Ινδία δίνει μόνο δείκτη βελτίωσης της έντασης άνθρακα σε σχέση με το ΑΕΠ της αλλά χωρίς στόχο μείωσης των εκπομπών. Επιπλέον, μόνο η Ευρωπαϊκή Ένωση χρησιμοποιεί ως σημείο αναφοράς το 1990, οι άλλες λαμβάνουν ως σημείο αναφοράς για τον υπολογισμό της ενδεχόμενης μείωσης ένα έτος πλησιέστερο, όπως για παράδειγμα το 2005 για την Ιαπωνία, πράγμα που σημαίνει ότι η βάση σύγκρισης ευνοεί έντονα μη ευρωπαϊκές χώρες.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η COP φέρνει, από έτος σε έτος, μόνο σκοτεινά κείμενα που επαναλαμβάνουν το ένα το άλλο και τα οποία ενδιαφέρουν κυρίως τους τουρίστες της COP καθώς και περιβαλλοντικές ΜΚΟ. Πρόκειται για φυσιολογική γεωπολιτική, κανονική διπλωματία. Για παράδειγμα, οι τελευταίοι χειρισμοί της COP24 συνιστούσαν συζήτηση περί όνου σκιάς, σχετικά με το εάν πρέπει να “δεχτούμε” ή να “λάβουμε υπόψη” την τελευταία έκθεση της IPCC, η οποία, όπως έπρεπε, ήταν ανησυχητική για να προσελκύσει νέους οπαδούς στη νέα θρησκεία.
Το τελικό κείμενο πρέπει να αρκείται σε μια πολύ περιορισμένη αναφορά που σημειώνει ότι αυτή η έκθεση “υποβλήθηκε εγκαίρως”. Επιπλέον, οι αντιπροσωπείες ήταν και πάλι πληθωρικές με συνολικά 7. 868 συμμετέχοντες. Η αντιπροσωπεία της Γουινέας, στην οποία σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, μόνο το 26% του πληθυσμού έχει πρόσβαση στην ηλεκτρική ενέργεια, είχε 406 μέλη (ποιος πληρώνει;), ενώ η Γαλλία, αν και ιέρεια της Συμφωνίας των Παρισίων, είχε ΄΄μόνο΄΄ 188. Αυτοί οι τουρίστες της COP δεν πληρώνουν τα έξοδα ταξιδιού τους, αλλά επιπλέον – για να κατευνάσουν την οργή της Θείας Φύσης και την ένοχη συνείδησή τους – κάνουν την προσφορά τους, με δημόσιο χρήμα φυσικά, καταβάλλοντας στον ταμία της θεάς Γης το “αντιστάθμισμα” του CO2 που παράγεται από αυτά τα ταξείδια …
Μηδέν εις το πηλίκον
Παρ’ όλα αυτά, στο Κατοβίτσε λήφθηκαν κάποιες αποφάσεις, αλλά και πάλι είναι γραφειοκρατικού χαρακτήρα. Η Συμφωνία των Παρισίων ήταν γενική, αλλά πρέπει να ληφθούν μια σειρά συγκεκριμένων μέτρων για την εφαρμογή της. Για παράδειγμα, η COP24 συμφώνησε για το βιβλίο κανόνων, ένα έγγραφο που καθορίζει διαφανείς κανόνες για τη λογιστική παρακολούθηση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και για το περιεχόμενο των εκθέσεων που πρέπει να υποβάλλουν τα κράτη κάθε δύο χρόνια, γνωστοποιώντας τις ενέργειές τους.
Οι διαπραγματευτές μπορούν να εκφράσουν τη χαρά τους με αγκαλιές, χειροκροτήματα ή ανεβαίνοντας στα τραπέζια για να δώσουν την ψευδαίσθηση μιας παγκόσμιας επιτυχίας, αλλά η συμφωνία αυτή δεν είναι τελική, αφού η Patricia Espinosa, ο Γενικός Γραμματέας της Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, παραδέχτηκε ότι “οι λεπτομέρειες πρέπει να οριστικοποιηθούν και να βελτιωθούν“.
Σημειώστε ότι αυτές οι αναφορές θα υποβάλλονται στον έλεγχο εμπειρογνωμόνων χωρίς τη δυνατότητα κυρώσεων, δηλαδή όλη αυτή η διαδικασία θα είναι μια ογκωδέστατη γραφειοκρατία (133 σελίδες για να πουν πώς γράφεται μια έκθεση που φανταζόμαστε ακόμη μεγαλύτερη),αλλά η οποία όμως δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να χρησιμοποιηθεί για την επιβολή κυρώσεων στις χώρες, δεδομένου ότι οι στόχοι μείωσης είναι πολύ εθελοντικοί, μόνο η παρακολούθησή τους θα πρέπει να αναφέρεται με κοινό τρόπο.
Συνεπώς, η γραφειοκρατία του ΟΗΕ και οι περιβαλλοντικές ΜΚΟ θα μπορέσουν να επισημάνουν τους κακούς μαθητές. Σίγουρα θα είναι πολλοί. Επιπλέον, το εν λόγω πλαίσιο πρόκειται να τεθεί σε ισχύ το 2024. Έχουν κερδίσει λοιπόν έξι χρόνια όλοι όσοι γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να περιορίσουν τις εκπομπές τους με κίνδυνο μια οικονομική αυτοκτονία.
Παρά τη διαφημιστική εκστρατεία στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τους «65.000» ανθρώπους στους δρόμους των Βρυξελλών που απαίτησαν σαφή δέσμευση από όλες τις χώρες για την ενίσχυση των σημερινών στόχων μείωσης των εκπομπών, δεν υπήρξε καινούρια «φιλοδοξία». Είναι τόσο αφελείς να πιστεύουν ότι μια επίδειξη πλουσίων Βέλγων θα προκαλέσει θανάσιμες αποφάσεις για την οικονομία των χωρών; Δεν υπήρξε επίσης συμφωνία σχετικά με το άρθρο 6 σχετικά με τους “μηχανισμούς της αγοράς”, το οποίο υποτίθεται ότι επιτρέπει μέσω ανταλλαγών μεταξύ χωρών να καλύψουν μέρος των εθνικών στόχων μετριασμού.
Ο Πρόεδρος Mακρόν ΄΄χαιρέτησε τη συμφωνία που επιτεύχθηκε στην COP24 στο Κατοβίτσε. Η διεθνής κοινότητα παραμένει προσηλωμένη στον αγώνα κατά της κλιματικής αλλαγής. Συγχαρητήρια στον ΟΗΕ, στους επιστήμονες, στις ΜΚΟ και σε όλους τους διαπραγματευτές. Η Γαλλία και η Ευρώπη πρέπει να δείξουν το δρόμο. Ο αγώνας συνεχίζεται.΄΄ Αυτή είναι η πλέον ενθαρρυντική γλώσσα που επιθυμούν να ακούσουν οι περιβαλλοντικές ΜΚΟ – και λένε ότι λίγες μέρες νωρίτερα, ο Mακρόν είχε μόλις υποχωρήσει από μια συμβολική αύξηση της τιμής των καυσίμων, μια αύξηση που υποτίθεται ότι συνέβαλε στον περιορισμό των εκπομπών. του CO2.
Εάν σκεφτούμε αυτό που ήδη πληρώνουμε στον ειδικό φόρο κατανάλωσης και στον ΦΠΑ, περίπου 350 ευρώ / τόνο CO2 (ενώ η τιμή του τόνου CO2 στη διεθνή αγορά είναι μόνο 20 ευρώ), καταλαβαίνουμε ότι ο κ. Μακρόν είχε στο μυαλό της να αυξήσει δραστικά την τιμή των καυσίμων “για να σώσει τον πλανήτη”, ενώ οι άλλοι ούτε καν ασχολούνται.
Δυστυχώς, η συντριπτική πλειοψηφία των δυσαρεστημένων στη Γαλλία και στο Βέλγιο δεν γνωρίζει το βρώμικο παιχνίδι των κέντρων αποφάσεων με τη μπλόφα της ενεργειακής μετάβασης. Γιατί, πολλά μέσα ενημέρωσης συνεχίζουν να διαδίδουν ότι η ζωή στη Γη θα εξαφανιστεί αν δεν περάσουμε 100% στις ανανεώσιμες ενέργειες.
Υπάρχει επίσης απογοητευτικό ο Βαλλόνος Υπουργός Ενέργειας να προτείνει να φιλοξενήσει μια μελλοντική COP όταν γνωρίζουμε ότι αυτή η περιοχή αντιπροσωπεύει το 0,11% των παγκόσμιων εκπομπών CO2 και ότι επιπλέον η κυβέρνησή του θέλει να σταματήσει τις πυρηνικές μονάδες παραγωγής ενέργειας, τις μόνες ικανές να περιορίσουν οικονομικά τις εκπομπές CO2.
Για την Κίνα…πέρα βρέχει
Τα όρια της COP είναι προφανή. Ορισμένοι θιασώτες της υπερθέρμανσης πιστεύουν ότι είναι καιρός να πάρει τη σκυτάλη η G20. Προφανώς θα ήταν ευκολότερες οι διαπραγματεύσεις μεταξύ είκοσι παρά μεταξύ 196, αλλά η πλειονότητα των χωρών μεταξύ των 20 σε καμία περίπτωση δεν είναι έτοιμες να μειώσουν την οικονομική τους ανάπτυξη για να ανταποκριθούν στις κραυγές των περιβαλλοντικών ΜΚΟ, καθώς οι ΗΠΑ αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τη Συμφωνία των Παρισίων και η Ρωσία δεν την έχει ακόμη επικυρώσει.
Στο μεταξύ, η Κίνα (28% των παγκόσμιων εκπομπών), πρωταθλητής τεχνολογιών καθαρού άνθρακα (ναι, υπάρχουν και αυτές!) συνεχίζει να πουλάει σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής με καύση άνθρακα σε όλες τις αναδυόμενες χώρες και, όπως έγραψε ο Εκτελεστικός Διευθυντής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας στους Financial Times, η Κίνα «κλειδώνει» τις εκπομπές CO2 για το μέλλον.
Είναι πλέον καιρός να σταματήσουμε το τσίρκο των COP και να παραδεχτούμε ότι εάν θέλουμε να εργαζόμαστε οι εκπομπές CO2 θα πρέπει να αυξάνονται! Πολύ κράτησε η Θρησκεία της Κλιματικής Αλλαγής. Η Επιστήμη, η Τεχνολογία και η εμπιστοσύνη στις πάντα εκπληκτικές δυνατότητες του ανθρώπινου όντος θα δώσουν απάντηση σε όλες τις προκλήσεις μας.
*Διδάκτωρ εφαρμοσμένων επιστημών και μηχανικός, Ο Σαμουέλε Φουρφαρί δίδαξε γεωπολιτική της ενέργειας στο ελεύθερο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών. Το τελευταίο του δίτομο έργο -1.200 σελίδες – επιγράφεται : The changing world of energy and The geopolitical challenges.