Δρ. Κλεάνθης Κυριακίδης, Διεθνολόγος, ΜΑ, MS, MPA (Απο τη “Μακεδονία της Κυριακής” 30.12.18)
Η αναγγελία της αποχώρησης των Αμερικανικών δυνάμεων από τη Συρία, τα ενεργειακά παιχνίδια, η τουλάχιστον μεσοπρόθεσμη παγίωση νέων συμμαχιών, και τελευταία η άνευ λόγου όξυνση της ρητορικής της χώρας μας δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα στην Μέση Ανατολή.
Ξεκινώντας από την πολλοστή φορά στην ιστορία που οι Κούρδοι εγκαταλείπονται, διότι αυτό θα σημάνει η Αμερικανική αποχώρηση, η κίνηση Τραμπ δεν αποτελεί έκπληξη σε κανένα σοβαρό αναλυτή – πέραν αυτών που προπαγανδίζουν και προαναγγέλλουν εδώ και δεκαετίες τη δημιουργία του Κουρδιστάν. Αν κάτι ενώνει την Άγκυρα, τη Δαμασκό, τη Βαγδάτη και την Τεχεράνη είναι η ζωτικής σημασίας αποφυγή δημιουργίας Κουρδικού κράτους. Συνεπώς, η αποχώρηση των Αμερικανών τους αφήνει στην τύχη τους, κάτι για το οποίο επιχαίρει ο Άσαντ (συνεπώς και η Ρωσία), ο Ρουχανί (συνεπώς και το Ιράκ) και φυσικά μεγάλος κερδισμένος τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα είναι η Τουρκία. Όμως η Τουρκία, παρά το βραχυπρόθεσμο κέρδος, παραμένει απομονωμένη και σχοινοβατούσα στο διεθνές στερέωμα.
Η άνοδος του Πολιτικού Ισλάμ στη Μέση Ανατολή και ο συριακός εμφύλιος οδήγησαν τον Ερντογάν εδώ και πολλά χρόνια στην επιλογή του να παραστήσει τον ηγέτη ολόκληρου του μουσουλμανικού κόσμου, κάτι στο οποίο μέχρι στιγμής έχει αποτύχει παταγωδώς. Έχει μάλιστα ωθήσει το Ισραήλ στην δημιουργία μιας συμμαχίας με Ελλάδα και Κύπρο (και σε δεύτερο επίπεδο με Αίγυπτο, Ιορδανία ακόμα και Σαουδική Αραβία). Θυμίζουμε ότι η Τουρκία αποτελεί την μόνη μουσουλμανική χώρα που θεωρείται, μεν, κοσμική, αλλά ένα Ισλαμικό Κόμμα έχει κερδίσει έξι συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις.
Η Τουρκία έχει απομονωθεί διπλωματικά χωρίς να έχει απολέσει τη στρατηγική της σημασία για τη Δύση. Τουναντίον. Η προσάρτηση της Κριμαίας και η κρίση στην Ουκρανία, η εμφάνιση και η αρχική επέκταση του Νταές, η πυρηνική αποτροπή του Ιράν ως προτεραιότητα της κυβέρνησης Τραμπ και ο συριακός εμφύλιος αναβαθμίζουν περαιτέρω τη θέση της γείτονας χώρας. Όμως λανθασμένοι χειρισμοί του Ερντογάν, την οδήγησαν σε δεινή θέση. Οι πρώτοι σύμμαχοι που απομακρύνθηκαν ήταν το Ισραήλ και οι ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ ενοχλήθηκαν από την εχθρική στάση έναντι του Προέδρου Σίσι της Αιγύπτου, από την συνεχή ρητορική επίθεση κατά του Ισραήλ και από την λυκοφιλία με την Ρωσία και το Ιράν.
Η μοναδική σουνιτική (και αραβική) χώρα που έχει «αγκαλιάσει» την Τουρκία είναι το Κατάρ, με το οποίο η σύγκλιση συμφερόντων σχετίζεται άμεσα με την «προστασία» της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Όμως η σχέση Άγκυρας – Ντόχα, απομόνωσε την Τουρκία και από τον αραβικό κόσμο. Υπενθυμίζουμε ότι έξι χώρες έχουν διακόψει εντελώς τις διπλωματικές τους σχέσεις με το Κατάρ (Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Αίγυπτος Μαλδίβες και Υεμένη). Οι ανωτέρω χώρες απαγόρευσαν και τη χρήση του εναερίου χώρου για πτήσεις προς και από τη Ντόχα και έκλεισαν τα λιμάνια τους σε πλοία και εμπορεύματα από και προς το Κατάρ, ενώ η Σαουδική Αραβία έκλεισε και τα χερσαία σύνορά της. Η λογική θα ήθελε την Τουρκία να αποκόπτεται από το Κατάρ και να επαναπροσεγγίζει το Ισραήλ και τις ΗΠΑ. Αντ’ αυτού ενέτεινε τη συμμαχία της με το απομονωμένο Κατάρ, προσφέροντας του και στρατιωτική προστασία μέσω της δημιουργίας βάσης με μεταστάθμευση Τούρκων στη χώρα αυτή. Επίσης προσέγγισε ιδιαίτερα και το Ιράν.
Πέραν του βασικού προβλήματος της στήριξης της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και του Κατάρ, η προσέγγιση της Άγκυρας με την Τεχεράνη και η αλλοπρόσαλλη πολιτική της Άγκυρας στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, έδειξαν ότι πλέον δημιουργούνται δυο συμμαχίες: Η Δύση συντάσσεται με τις μοναρχίες του Κόλπου, την Ιορδανία και την Αίγυπτο, ενώ το απομονωμένο Κατάρ, με την επίσης απομονωμένη Τουρκία αλλά και την Ρωσία και το Ιράν, δυο μέχρι πρότινος παραδοσιακούς εχθρούς. Στη «Δυτική» Συμμαχία που αντιτίθεται στον άξονα Τουρκία – Κατάρ (και Μουσουλμανική Αδελφότητα) – Ιράν – Ρωσία, υπάρχει ένα υποσύνολο που μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα και αφορά την γεωπολιτική περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Εκεί διαμορφώνεται ένας άξονας στενής συνεργασία ή/ και συμμαχίας Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ – Αιγύπτου – Ιορδανίας.
Βλέποντας τις διαμορφωθείσες συμμαχίες, το προφανώς «αναίτιο» της κίνησης του προέδρου Τραμπ να ανακοινώσει πλήρη αποχώρηση από τη Συρία, πιθανόν να έχει ως στόχο να επαναφέρει μεσοπρόθεσμα την Τουρκία στο Δυτικό στρατόπεδο, αφού τόσο η Ρωσία όσο και το Ιράν δεν επιθυμούν μόνιμη τουρκική παρουσία στη Συρία. Προσβλέπει ο Αμερικανός Πρόεδρος σε μελλοντική ρήξη του άξονα Τεχεράνης – Άγκυρας – Μόσχας; Πιθανόν, αφού το μόνο κοινό των χωρών αυτών είναι ότι επιθυμούν την ενίσχυση του Κατάρ (το Ιράν για να μειώσει την δύναμη της Σαουδικής Αραβίας και η Μόσχα για να μειώσει την επιρροή των ΗΠΑ) και όπως προαναφέραμε δεν θέλουν επ’ ουδενί τη δημιουργία Κουρδικού κράτους.
Ακόμα όμως και αν η Τουρκία ξαναβρεί τη θέση της στο ΝΑΤΟ και έρθει σε αντιπαράθεση με τους νυν «συμμάχους» της, το Ιράν και τη Ρωσία, έχει χάσει την αξιοπιστία της και θα αργήσει να επανακτήσει την σημαντική θέση που κατείχε στους σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ, ως ο δεύτερος σημαντικότερος και πλέον πολυάριθμος στρατός της Συμμαχίας. Κάποιοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι μόλις η Τουρκία επιστρέψει στη «Δύση» και σταματήσει να ερωτοτροπεί με Μόσχα και Τεχεράνη, η συμμαχία Ελλάδας – Ισραήλ – Κύπρου θα διαλυθεί, αφού μόνο η Τουρκία μπορεί να παρέχει στρατηγικό βάθος στο Τελ Αβίβ. Όσο όμως στο τιμόνι των δυο χωρών βρίσκονται οι Ερντογάν – Νετανιάχου αυτό φαντάζει αδύνατο. Επιπρόσθετα, η τριμερής Ελλάδας – Ισραήλ – Κύπρου έχει κάποιες στέρεες βάσεις: Οι τρεις χώρες αποτελούν τις πιο πολιτικά σταθερές, ολοκληρωμένες δημοκρατίες, σε ολόκληρη την νοτιοανατολική Ευρώπη, ανατολική Μεσόγειο και Μέση Ανατολή. Επιπλέον, η στρατιωτική συνεργασία των χωρών έχει πάρει έκταση και αποκτήσει βάθος. Τέλος, η σημαντικότερη εξέλιξη που μπορεί να αποκρυσταλλώσει την τριμερή συνεργασία και να την αναβαθμίσει σε συμμαχία σχετίζεται με την ενεργειακή συνεργασία και την δημιουργία του αγωγού EastMed. Αν μεταφερθεί πετρέλαιο και φυσικό αέριο μέσα από αγωγούς στη διαδρομή Ισραήλ – Κύπρος – Ελλάδα, πλέον θα αλλάξει το πολιτικό και ενεργειακό τοπίο της ΕΕ. Αν η Αίγυπτος παραμείνει σε τροχιά σύγκρουσης με το Πολιτικό Ισλάμ θα έχει επίσης ρόλο, παρότι κάτι τέτοιο φαντάζει μάλλον αδύνατο ως μακροπρόθεσμη προοπτική.
Σε αυτό το εκρηκτικό και διαρκώς μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό τοπίο, η χώρα μας έχει να παίξει σπουδαίο ρόλο. Είμαστε η μοναδική χώρα που έχει εξαιρετικές σχέσεις με τη Σαουδική Αραβία και το Ιράν, με τους Παλαιστινίους και το Ισραήλ, και έχουμε ξεπεράσει μια παλιά αγκύλωση στείρου αντι-αμερικανισμού. Εν κατακλείδι, η Ελλάδα, που εγκλωβισμένη στην οικονομική κρίση έχει ξεχάσει την εξωτερική της πολιτική, έχει μια εξαιρετική ευκαιρία να δείξει την αξία της τόσο στις χώρες της ευρύτερης περιοχής, όσο και στους οργανισμούς στους οποίους ανήκει, προεξαρχούσης της ΕΕ. Με την ήπια ισχύ της ιστορίας, του πολιτισμού, της κουλτούρας και με την συνεπή, σταθερή και υπεύθυνη στάση της σε θέματα όπως το Παλαιστινιακό, η Ελλάδα μπορεί να γίνει ο τίμιος και σοβαρός διαμεσολαβητής στη Μέση Ανατολή. Βέβαια, για να το αντιληφθούν αυτό τόσο οι Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, όσο και αυτές της Μέσης Ανατολής, θα πρέπει πρώτα να το αντιληφθεί η Αθήνα. Και να προβαίνει σε ουσιώδη έργα, αντί να χρησιμοποιεί ανούσια και επικίνδυνη ρητορική που πλήττει ακόμα περισσότερο την μειωμένη της αξιοπιστία.



Ολιστική και συντηρητική αφ’ ενός ελπιδοφόρα από την άλλη. Υπάρχουν κι αυτές οι αναλύσεις.