
του Γιάννη Μαγκριώτη, π. Υφυπουργού Εξωτερικών

του Γιάννη Μαγκριώτη, π. Υφυπουργού Εξωτερικών
![]()
Το περιστατικό έγινε σε δείπνο στο White House Correspondents’ Association Dinner, το ετήσιο δείπνο των διαπιστευμένων ανταποκριτών του Λευκού Οίκου. Είναι ένα από τα πιο συμβολικά γεγονότα της πολιτικής και δημοσιογραφικής Ουάσιγκτον: πρόεδρος, υπουργοί, βουλευτές, δημοσιογράφοι, τηλεοπτικά πρόσωπα και προσκεκλημένοι συγκεντρώνονται σε μια βραδιά που παραδοσιακά συνδυάζει πολιτικό χιούμορ, αυτοσαρκασμό, προβολή της ελευθερίας του Τύπου και, βεβαίως, παρασκήνιο εξουσίας.
Φέτος η βραδιά μετατράπηκε σε σκηνή πανικού. Ο Ντόναλντ Τραμπ, η Μελάνια Τραμπ, ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς και μέλη της κυβέρνησης απομακρύνθηκαν από την αίθουσα του Washington Hilton, όταν ακούστηκαν πυροβολισμοί κοντά στον χώρο ελέγχου ασφαλείας. Ο πρόεδρος δεν τραυματίστηκε. Ένας ύποπτος συνελήφθη. Ένας πράκτορας της Secret Service φέρεται να χτυπήθηκε, αλλά προστατεύθηκε από αλεξίσφαιρο γιλέκο.
Σύμφωνα με το Reuters, ο άνδρας άνοιξε πυρ εναντίον πράκτορα της Secret Service σε σημείο ελέγχου του Washington Hilton, όπου διεξαγόταν το δείπνο. Ο Τραμπ είπε αργότερα ότι ο πράκτορας σώθηκε χάρη στο αλεξίσφαιρο γιλέκο του και ότι ήταν σε καλή κατάσταση. Οι αρχές ανέφεραν πως ο ύποπτος είχε στην κατοχή του καραμπίνα, πιστόλι και πολλαπλά μαχαίρια.
Το Associated Press περιγράφει ότι ο ένοπλος κινήθηκε προς τον χώρο της αίθουσας, στο λόμπι έξω από τη μεγάλη αίθουσα του δείπνου, προκαλώντας άμεση αντίδραση των ανδρών ασφαλείας. Οι καλεσμένοι έπεσαν κάτω από τα τραπέζια, ενώ η Secret Service περικύκλωσε τη σκηνή και απομάκρυνε τον πρόεδρο και τα κορυφαία κυβερνητικά στελέχη.
Η εικόνα που μεταδίδεται από τα διεθνή πρακτορεία είναι χαρακτηριστική: η βραδιά είχε ήδη αρχίσει, οι καλεσμένοι βρίσκονταν στα τραπέζια τους, και ξαφνικά ο θόρυβος των πυροβολισμών προκάλεσε σύγχυση. Κάποιοι αρχικά νόμισαν ότι έπεσε δίσκος ή πιάτα. Μέσα σε δευτερόλεπτα όμως, οι πράκτορες κινήθηκαν προς τον Τραμπ, ενώ εκατοντάδες παρευρισκόμενοι κρύφτηκαν κάτω από τα τραπέζια ή προσπάθησαν να καταλάβουν από πού προερχόταν ο κίνδυνος.

Οι αρχές, σύμφωνα με το Associated Press και τη Washington Post, ταυτοποίησαν τον ύποπτο ως Cole Tomas Allen, 31 ετών, από το Torrance της Καλιφόρνιας. Η ταυτοποίηση αποδίδεται σε αξιωματούχους των υπηρεσιών επιβολής του νόμου, καθώς η έρευνα βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη.
Οι πρώτες πληροφορίες αναφέρουν ότι ο ύποπτος πιθανότατα διέμενε στο ίδιο ξενοδοχείο. Αυτό είναι κρίσιμο στοιχείο, διότι μετατοπίζει το ερώτημα από το «πώς πλησίασε το ξενοδοχείο» στο «πώς κατάφερε να περάσει ή να παρακάμψει επίπεδα ασφαλείας μέσα σε έναν χώρο που φιλοξενούσε τον πρόεδρο των ΗΠΑ, την πρώτη κυρία, τον αντιπρόεδρο, υπουργούς και εκατοντάδες δημοσιογράφους».
Μέχρι στιγμής, το κίνητρο δεν έχει αποσαφηνιστεί. Ο Τραμπ τον περιέγραψε ως πιθανό «lone wolf», δηλαδή μοναχικό δράστη, αλλά αυτή είναι ακόμη προκαταρκτική εκτίμηση και όχι πλήρες πόρισμα. Η αστυνομία και οι ομοσπονδιακές αρχές δεν έχουν ανακοινώσει αν ο στόχος ήταν ο πρόεδρος, κάποιος άλλος αξιωματούχος, οι δημοσιογράφοι ή απλώς η πρόκληση μαζικού πανικού.
Αυτό το σημείο είναι σημαντικό. Πολιτικά, η υπόθεση θα ερμηνευθεί αμέσως μέσα από το πρίσμα της βίας κατά του Τραμπ. Δημοσιογραφικά, όμως, δεν πρέπει ακόμη να βαφτιστεί με βεβαιότητα ως απόπειρα δολοφονίας, όσο δεν έχει ανακοινωθεί σαφές κίνητρο ή στόχος από τις αρχές.
Η πρώτη εικόνα είναι διπλή. Από τη μία πλευρά, η Secret Service φαίνεται ότι αντέδρασε γρήγορα. Ο Τραμπ, η πρώτη κυρία, ο αντιπρόεδρος και οι υπόλοιποι προστατευόμενοι αξιωματούχοι απομακρύνθηκαν χωρίς τραυματισμό. Ο ύποπτος συνελήφθη και, σύμφωνα με το Reuters, δεν πυροβολήθηκε από τους πράκτορες, παρότι είχε περάσει σημεία ελέγχου και κινήθηκε ταχύτατα προς τον χώρο της εκδήλωσης.
Από την άλλη πλευρά, το σοβαρό ερώτημα είναι πώς ένας ένοπλος με καραμπίνα, πιστόλι και μαχαίρια βρέθηκε σε θέση να απειλήσει ένα τόσο υψηλής ασφάλειας γεγονός. Το Reuters αναφέρει ότι βασικό αντικείμενο της έρευνας θα είναι πώς κατάφερε να εισαγάγει την καραμπίνα στο ξενοδοχείο.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της υπόθεσης. Δεν αρκεί ότι η απειλή εξουδετερώθηκε. Σε τέτοιες εκδηλώσεις, η επιτυχία της ασφάλειας δεν μετριέται μόνο από το αν απομακρύνθηκε σώος ο πρόεδρος. Μετριέται και από το αν η απειλή εμποδίστηκε πολύ πριν φτάσει κοντά στο σημείο όπου βρίσκονται ο πρόεδρος, η κυβέρνηση και χιλιάδες καλεσμένοι.

Η υπόθεση έχει και έναν ιστορικό συμβολισμό: το Washington Hilton είναι το ξενοδοχείο έξω από το οποίο πυροβολήθηκε ο Ρόναλντ Ρίγκαν το 1981. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα δύο περιστατικά συνδέονται, αλλά προσθέτει βάρος στη συζήτηση για την ασφάλεια των προέδρων των ΗΠΑ σε χώρους εκτός Λευκού Οίκου.
Το White House Correspondents’ Dinner είναι θεσμός της Ουάσιγκτον. Η φετινή παρουσία του Τραμπ είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί κατά την προηγούμενη προεδρική του θητεία είχε μποϊκοτάρει το δείπνο. Το φετινό δείπνο θα ήταν η πρώτη συμμετοχή του ως εν ενεργεία προέδρου σε αυτή την εκδήλωση.
Η βραδιά είχε σχεδιαστεί ως συμβολική επιστροφή σε μια παράδοση σχέσεων προεδρίας και Τύπου, έστω και σε μια εποχή βαθιάς πόλωσης. Αντί γι’ αυτό, διακόπηκε από πυροβολισμούς. Αρχικά υπήρξε σκέψη να συνεχιστεί το πρόγραμμα. Σύμφωνα με το AP, προσωπικό του ξενοδοχείου ξανατακτοποιούσε τραπέζια και συνεργάτες ρύθμιζαν τον τηλεπροβολέα για την ομιλία του προέδρου. Τελικά, όμως, η Secret Service εισηγήθηκε την αποχώρηση και το δείπνο ακυρώθηκε για τη βραδιά.
Ο Τραμπ δήλωσε αργότερα ότι θέλει η εκδήλωση να επαναπρογραμματιστεί εντός 30 ημερών. Αυτό έχει πολιτική σημασία: ο πρόεδρος επιχειρεί να εμφανιστεί ότι δεν υποχωρεί υπό τον φόβο της βίας, ενώ ταυτόχρονα η ασφάλεια θα πρέπει να επανεξετάσει πλήρως τα πρωτόκολλα ενός τέτοιου γεγονότος.
Το περιστατικό έρχεται σε μια Αμερική ήδη φορτισμένη από πολιτική βία, απόπειρες δολοφονίας και έντονη ρητορική πόλωση. Το AP σημειώνει ότι είναι η τρίτη φορά από το 2024 που ο Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με απειλή σε κοντινή απόσταση, περιλαμβανομένης της απόπειρας δολοφονίας στο Butler της Πενσυλβάνια.
Αυτό το στοιχείο θα επηρεάσει αναπόφευκτα την πολιτική συζήτηση. Οι Ρεπουμπλικανοί θα το εντάξουν πιθανότατα στη γενικότερη αφήγηση ότι ο Τραμπ είναι στόχος ενός περιβάλλοντος μίσους. Οι Δημοκρατικοί θα καταδικάσουν τη βία, αλλά θα προσπαθήσουν να αποφύγουν την πολιτική εργαλειοποίηση του περιστατικού προτού διαλευκανθεί το κίνητρο. Οι υπηρεσίες ασφαλείας θα βρεθούν στο επίκεντρο σκληρού ελέγχου.
Υπάρχει όμως και κάτι βαθύτερο. Το δείπνο των ανταποκριτών του Λευκού Οίκου είναι, τουλάχιστον συμβολικά, βραδιά αφιερωμένη στην ελευθερία του Τύπου. Το γεγονός ότι ένα τέτοιο γεγονός διακόπηκε από ένοπλη απειλή δείχνει πόσο εύκολα η πολιτική τελετουργία μπορεί να μετατραπεί σε σκηνή βίας. Η Ουάσιγκτον είναι εξοικειωμένη με την υπερβολή, το θέαμα και την πόλωση. Δεν είναι όμως εύκολο να απορροφήσει μια εικόνα όπου υπουργοί, δημοσιογράφοι και προσκεκλημένοι πέφτουν κάτω από τα τραπέζια, ενώ οι πράκτορες απομακρύνουν τον πρόεδρο.
Το πρώτο ερώτημα είναι επιχειρησιακό: πώς ο ύποπτος βρέθηκε με τόσα όπλα κοντά σε τόσο προστατευμένο χώρο; Αν ήταν πράγματι ένοικος του ξενοδοχείου, πότε μετέφερε τα όπλα, πού τα έκρυψε, και γιατί δεν εντοπίστηκαν νωρίτερα;
Το δεύτερο ερώτημα είναι θεσμικό: επαρκούν τα σημερινά πρωτόκολλα ασφαλείας για εκδηλώσεις όπου ο πρόεδρος βρίσκεται σε ιδιωτικούς ή ημι-δημόσιους χώρους; Το Washington Hilton δεν είναι ο Λευκός Οίκος. Είναι ξενοδοχείο, με προσωπικό, δωμάτια, κοινόχρηστους χώρους, εισόδους, διαδρόμους, βοηθητικούς χώρους και επισκέπτες που δεν σχετίζονται απαραίτητα με την εκδήλωση.
Το τρίτο ερώτημα είναι πολιτικό: θα αξιοποιηθεί το περιστατικό για να ενισχυθεί η προεδρική εικόνα του Τραμπ ως στόχου και επιζώντα; Ή θα κυριαρχήσει η συζήτηση για τις τρύπες ασφαλείας; Η απάντηση θα εξαρτηθεί από το τι θα βγάλει η έρευνα για το κίνητρο του δράστη.
Το τέταρτο ερώτημα αφορά τον δημόσιο λόγο. Κάθε τέτοιο περιστατικό στις ΗΠΑ συνοδεύεται από άμεση παραγωγή θεωριών συνωμοσίας, κομματικών αφηγήσεων και βιαστικών συμπερασμάτων. Δημοσιογραφικά, το σωστό αυτή τη στιγμή είναι να κρατήσουμε σταθερά τρία δεδομένα: υπήρξε ένοπλο επεισόδιο, ο πρόεδρος είναι ασφαλής, το κίνητρο δεν έχει αποδειχθεί.
Το βράδυ στο Washington Hilton θα μείνει ως ένα από τα πιο σοβαρά περιστατικά ασφαλείας γύρω από Αμερικανό πρόεδρο τα τελευταία χρόνια. Η άμεση απειλή αντιμετωπίστηκε. Ο Τραμπ και η ηγεσία της κυβέρνησης δεν τραυματίστηκαν. Ο ύποπτος συνελήφθη. Αλλά η υπόθεση δεν κλείνει εδώ.

Αντιθέτως, τώρα αρχίζει το πιο δύσκολο μέρος: η έρευνα για το πώς πέρασαν τα όπλα, ποιο ήταν το κίνητρο, αν υπήρξαν συνεργοί ή αν πράγματι επρόκειτο για μοναχικό δράστη, και αν η Secret Service είχε επαρκώς εκτιμήσει τον κίνδυνο σε μια εκδήλωση τόσο υψηλού πολιτικού και συμβολικού φορτίου.
Το περιστατικό είναι επίσης μια υπενθύμιση ότι η αμερικανική πολιτική ζωή έχει εισέλθει σε μια περίοδο όπου οι θεσμικές τελετές δεν προστατεύονται πια από το κύρος τους. Ακόμη και μια βραδιά αφιερωμένη στον Τύπο, με σμόκιν, ομιλίες και σατιρικά πειράγματα, μπορεί μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να μετατραπεί σε σκηνή φόβου. Και αυτό, πέρα από το ίδιο το συμβάν, είναι ίσως το πιο ανησυχητικό μήνυμα.
πηγή: Εφημερίδα “Θεσσσαλονίκη”
Του Παντελή Σαββίδη
Πρόκειται για μια υπαρκτή και, κατά τις πιο πρόσφατες μαρτυρίες από την Κωνσταντινούπολη, αυξανόμενη τάση, χωρίς όμως να υπάρχουν ακόμη στέρεα παντουρκικά στατιστικά που να επιτρέπουν να μιλήσει κανείς για «μαζικό ρεύμα».
Στους ναούς της Πόλης εμφανίζονται «δεκάδες» νεοφώτιστοι, ενώ η διαδικασία δεν είναι απλή: αρχίζει με αίτηση, εξετάζεται από ειδική εκκλησιαστική επιτροπή και ακολουθεί κατήχηση έξι έως δώδεκα μηνών πριν από το βάπτισμα.
Η στάση του Οικουμενικού Πατριαρχείου είναι προσεκτική. Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος δήλωσε επίσημα ότι «δεν εξαναγκάζουμε κανένα», αλλά όποιος έρχεται «αυτοπροαιρέτως, οικειοθελώς, εκουσίως» δεν μπορεί να απορριφθεί. Τόνισε επίσης ότι υπάρχουν «πολλές προσελεύσεις νέων ανθρώπων – και μορφωμένων ανθρώπων» που αισθάνονται εσωτερικό κενό και το αναζητούν στην Ορθοδοξία, προσθέτοντας όμως ότι οι Ορθόδοξοι «δεν βιαζόμαστε να τους βαφτίσουμε». Αυτή είναι, ουσιαστικά, μια γραμμή ανοικτής υποδοχής χωρίς προσηλυτιστική πίεση και χωρίς βιασύνη.
Και άλλοι χριστιανικοί φορείς στην Τουρκία έρχονται αντιμέτωποι με το ίδιο ρεύμα. Ο ίδιος ο Βαρθολομαίος σημείωσε ότι και οι Καθολικοί στην Κωνσταντινούπολη κατηχούν και βαπτίζουν πολλούς μη χριστιανούς. Στους προτεσταντικούς κύκλους, το φαινόμενο φαίνεται ακόμη παλαιότερο και πιο ορατό: σε ακρόαση της USCIRF (Επιτροπή των ΗΠΑ για τη Διεθνή Θρησκευτική Ελευθερία) το 2025, ο πρόεδρος της Ένωσης Προτεσταντικών Εκκλησιών στην Τουρκία, Ramazan Arkan, μίλησε για περίπου 10.000 Τούρκους προτεστάντες χριστιανούς, «στη μεγάλη τους πλειονότητα προέρχονται από μεταστροφή από το Ισλάμ», την ώρα που οι προτεσταντικές κοινότητες συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν απελάσεις ποιμένων, περιορισμούς και πιέσεις από το κράτος.

Μέσα στη ρωμαίικη κοινότητα, πάντως, η συζήτηση δεν είναι ενιαία. Από τις παρεμβάσεις που κυκλοφορούν στον δημόσιο ομογενειακό λόγο διακρίνονται τέσσερις τάσεις. Η πρώτη δέχεται τους νεοφώτιστους στην εκκλησιαστική κοινότητα, αλλά όχι αυτομάτως και στη μειονοτική-κοινοτική δομή. Η δεύτερη είναι πολύ πιο επιφυλακτική και φοβάται ότι πίσω από κάποιες περιπτώσεις μπορεί να κρύβεται σχέδιο κρατικής διείσδυσης με ορίζοντα τα βακούφια. Η τρίτη δέχεται την προοπτική εντάξεως, αλλά μόνο ύστερα από μακρά, ακόμη και τριετή, κατήχηση και δοκιμασία. Η τέταρτη υποστηρίζει ότι όσοι προσέρχονται ειλικρινά πρέπει να γίνονται πλήρως δεκτοί. Η αλλαγή πίστης είναι δικαίωμα, αλλά δεν συνεπάγεται «άμεση και αυτόματη ένταξη» στη μειονότητα, ενώ τίθεται και ζήτημα προστασίας της γλώσσας, της ταυτότητας και της κοινοτικής περιουσίας.
Ο φόβος για τα βακούφια δεν γεννήθηκε στο κενό. Μελέτη του τουρκολόγου Βασίλη Κυρατζόπουλου υπενθυμίζει ένα μακρύ ιστορικό πιέσεων, δημεύσεων και κρατικού ελέγχου πάνω στα μη μουσουλμανικά βακούφια, καθώς και το γεγονός ότι το Πατριαρχείο ιστορικά βρέθηκε χωρίς πλήρη νομική προσωπικότητα για να υπερασπιστεί αποτελεσματικά την περιουσία του. Ακόμη και το 2017 υπήρχαν έξι ρωμαίικα βακούφια υπό τη διοίκηση της Γενικής Διεύθυνσης Βακουφίων.

Ωστόσο, από τα στοιχεία που έχουμε στην διάθεσή μας δεν προκύπτει ότι ένα βάπτισμα αρκεί από μόνο του για να «πάρει κανείς τα βακούφια». Η ίδια η Γενική Διεύθυνση Βακουφίων απαριθμεί τα ενεργά ρωμαίικα κοινοτικά ιδρύματα ως χωριστές νομικές οντότητες, ενώ ο κανονισμός εκλογών του 2022 για τα κοινοτικά βακούφια ορίζει ότι για να ψηφίζει ή να εκλέγεται κάποιος απαιτούνται τουρκική ιθαγένεια, υπαγωγή στη σχετική κοινότητα και κατοικία στην οικεία εκλογική περιφέρεια. Άρα η ανησυχία είναι πολιτικά και ιστορικά κατανοητή, αλλά το διαθέσιμο υλικό δεν αποδεικνύει έναν απλό, αυτόματο μηχανισμό κατάληψης των βακουφίων μέσω εκχριστιανισμών μόνο.
Το μεγάλο ερώτημα είναι γιατί συμβαίνει αυτό το φαινόμενο; Μερικές εξηγήσεις:
Πρώτον, επειδή η Τουρκία περνά μια βαθύτερη κρίση θρησκευτικής ταυτότητας. Τουρκική έρευνα για το πως αντιλαμβάνεται η τουρκική κοινωνία τη θρησκευτικότητα δείχνει ότι, παρότι η μουσουλμανική ταυτότητα παραμένει κυρίαρχη, το ποσοστό αυτοπροσδιορισμού ως μουσουλμάνοι καταγράφεται στο 92,3%, ενώ 3,2% δηλώνουν δεϊστές (η πίστη ότι υπάρχει ένας θεός, αλλά δεν αλληλεπιδρά με την πραγματικότητα με κανέναν τρόπο) και 2,7% άθεοι. Η ίδια έρευνα σημειώνει ότι οι παραδοσιακές μορφές θρησκευτικότητας υποχωρούν μπροστά σε πιο ατομικές μορφές πνευματικότητας και ότι όσο ανεβαίνει το μορφωτικό επίπεδο, τόσο μειώνεται η δηλωμένη μουσουλμανική ταυτότητα και αυξάνονται οι δεϊστικές και αθεϊστικές τοποθετήσεις.

Δεύτερον, οι μεταστροφές στον χριστιανισμό φαίνονται να είναι ένα ειδικό υποσύνολο μιας ευρύτερης απομάκρυνσης από την παραδοσιακή θρησκευτικότητα. Το Pew δείχνει διεθνώς ότι το μεγαλύτερο μέρος της αλλαγής θρησκεύματος δεν οδηγεί σε άλλη οργανωμένη θρησκεία αλλά στη μη θρησκευτική ταυτότητα. Και μια πρόσφατη ακαδημαϊκή μελέτη για νέους Τούρκους συνδέει την «κρίση πίστης» με αυταρχική ανατροφή, αντιφάσεις στη θρησκευτική διδασκαλία, επιρροή συνομηλίκων και κοινωνικών δικτύων, αλλά και έμφυλες ανισότητες. Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο χριστιανισμός γίνεται για ορισμένους όχι εθνική μετατόπιση, αλλά πνευματική διέξοδος και αναζήτηση νοήματος.
Τρίτον, στην Τουρκία, όπως και αλλού υπάρχει μια κατάπτωση ηθικών αρχών που οδηγεί σε αναζήτηση κάτι διαφορετικού.
Τέταρτον, αντίδραση στο σύστημα στην λογική «αν εσείς με όσα κάνετε είστε μουσουλμάνοι, τότε εμείς δεν ανήκουμε σε εσάς».
Το συμπέρασμα είναι ότι οι νεοφώτιστοι στην Τουρκία δεν είναι απλώς ένα θρησκευτικό επεισόδιο. Είναι ένας καθρέφτης της κρίσης νοήματος στη σύγχρονη τουρκική κοινωνία, αλλά και ένα ζήτημα που αγγίζει ευθέως τα όρια ανάμεσα στην Εκκλησία, την κοινότητα, τη μειονοτική επιβίωση και την πολιτική καχυποψία. Το Πατριαρχείο δείχνει να ακολουθεί μια μέση οδό: ανοικτές πόρτες για τον ειλικρινή προσερχόμενο, αλλά χωρίς βιαστικές βαπτίσεις και χωρίς αφέλεια απέναντι στις συνέπειες.
Η επίσκεψη του Εμανουέλ Μακρόν στην Αθήνα δεν ήταν μια τυπική διπλωματική στάση. Ήταν μια επίσκεψη σχεδιασμένη για να εκπέμψει μήνυμα αποτροπής: προς την Τουρκία χωρίς να κατονομαστεί, προς τις ΗΠΑ σε μια περίοδο αμφιβολιών για τη νατοϊκή συνοχή, προς την Ευρώπη που αναζητά αμυντική ταυτότητα, αλλά και προς το εσωτερικό ακροατήριο σε Ελλάδα και Γαλλία. Η εικόνα του Μακρόν και του Κυριάκου Μητσοτάκη στη φρεγάτα «Κίμων», μαζί με την ανανέωση της στρατηγικής αμυντικής εταιρικής σχέσης, είχε προφανή συμβολισμό: η ελληνογαλλική σχέση δεν παρουσιάζεται πλέον ως απλή φιλία, αλλά ως σχέση στρατηγικής ασφάλειας. Η ανανέωση της συμφωνίας του 2021 για ακόμη πέντε χρόνια, με πρόβλεψη περαιτέρω αυτόματης ανανέωσης, είχε προαναγγελθεί ως κεντρικό αντικείμενο της επίσκεψης.
Η ελληνική πλευρά θέλησε να παρουσιάσει τη συμφωνία ως «μπετόν αρμέ» εγγύηση. Η γαλλική πλευρά, από την άλλη, θέλησε να τη συνδέσει με το μεγάλο αφήγημα Μακρόν: την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία, δηλαδή μια Ευρώπη που δεν περιμένει πάντοτε την Ουάσιγκτον για να αποφασίσει αν θα υπερασπιστεί τα συμφέροντά της. Ο ίδιος ο Μακρόν έδωσε τον τόνο με τη φράση ότι η ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής «δεν είναι λόγια» και ότι η Γαλλία θα είναι στο πλευρό της Ελλάδας, απευθυνόμενος και σε «αντιπάλους και δυνάμει εχθρούς».
Το πακέτο της επίσκεψης ήταν ευρύτερο από την άμυνα, αλλά η άμυνα ήταν ο πυρήνας του. Υπογράφηκαν εννέα συμφωνίες ή κείμενα συνεργασίας: η Ενισχυμένη Συνολική Στρατηγική Εταιρική Σχέση, η ανανέωση της αμυντικής συμφωνίας Ελλάδας–Γαλλίας, οδικός χάρτης συνεργασίας των δύο ΥΠΕΞ, συμφωνίες για επαγγελματική εκπαίδευση, ανώτατη εκπαίδευση και έρευνα για την περίοδο 2026-2030, συνεργασία στην πυρηνική τεχνολογία, ψηφιακά ωκεάνια συστήματα, αμυντική έρευνα και καινοτομία, καθώς και πλαίσιο υποστήριξης για τους πυραύλους MICA IR/RF της MBDA.

Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι η επίσκεψη δεν περιορίστηκε στη ρητορική «Ελλάς–Γαλλία–Συμμαχία». Περιέλαβε τρία επίπεδα.
Πρώτον, το στρατιωτικό: Rafale, φρεγάτες, MICA, αμυντική τεχνολογία, διαλειτουργικότητα.
Δεύτερον, το πολιτικό: κοινός βηματισμός σε Ε.Ε., ΝΑΤΟ, Ανατολική Μεσόγειο και ευρωπαϊκή άμυνα.
Τρίτον, το βιομηχανικό και τεχνολογικό: πυρηνική τεχνολογία, ψηφιακά ωκεάνια συστήματα, έρευνα, ανώτατη εκπαίδευση.
Το μήνυμα είναι ότι η σχέση δεν θέλει να είναι μόνο «αγοράζω γαλλικά όπλα», αλλά πιο μόνιμη σύζευξη στρατηγικών συμφερόντων.
Ωστόσο, εδώ χρειάζεται κριτική στάση. Η Γαλλία δεν δρα από φιλελληνισμό. Έχει συμφέρον να πουλήσει αμυντικό υλικό, να ενισχύσει τη γαλλική αμυντική βιομηχανία, να αποκτήσει πιο σταθερό αποτύπωμα στην Ανατολική Μεσόγειο και να προωθήσει την ευρωπαϊκή άμυνα με γαλλική σφραγίδα. Η Ελλάδα επίσης αγοράζει τεχνολογία, πολιτική πρόσβαση και αποτρεπτικό βάθος. Αυτή είναι η ουσία των σύγχρονων συμμαχιών: δεν είναι ρομαντικές, είναι συναλλακτικές — αλλά όσο τα συμφέροντα συμπίπτουν, τόσο πιο αξιόπιστη γίνεται η συμμαχία.
Η βάση της συζήτησης είναι το άρθρο 2 της ελληνογαλλικής συμφωνίας του 2021. Σύμφωνα με το κείμενο, τα δύο μέρη παρέχουν βοήθεια και συνδρομή «με όλα τα κατάλληλα μέσα» και, εφόσον χρειαστεί, «με τη χρήση ένοπλης βίας», εάν διαπιστώσουν από κοινού ότι λαμβάνει χώρα ένοπλη επίθεση κατά της επικράτειας ενός από τα δύο κράτη.
Αυτό είναι ισχυρότερο από μια γενική πολιτική δήλωση. Δεν είναι όμως μηχανισμός αυτόματου πολέμου. Υπάρχουν τρεις κρίσιμες λέξεις: «ένοπλη επίθεση», «επικράτεια» και «διαπιστώσουν από κοινού». Δηλαδή, η ρήτρα ενεργοποιείται καθαρά όταν υπάρχει σαφής ένοπλη επίθεση στην ελληνική επικράτεια. Αν όμως έχουμε γκρίζα ζώνη — θερμό επεισόδιο μικρής κλίμακας, υβριδική πίεση, αμφισβητούμενη θαλάσσια περιοχή, επεισόδιο σε ΑΟΖ ή κρίση που δεν έχει αμέσως τον χαρακτήρα κλασικής επίθεσης — τότε η πολιτική ερμηνεία θα είναι καθοριστική.
Αυτό δεν μειώνει τη σημασία της ρήτρας. Απλώς την προσγειώνει. Η αξία της βρίσκεται κυρίως στην αποτροπή πριν από την κρίση. Ο αντίπαλος πρέπει να υπολογίζει ότι μια σύγκρουση με την Ελλάδα μπορεί να φέρει γαλλική εμπλοκή, έστω και με τρόπους που δεν θα ανακοινωθούν εκ των προτέρων: αποστολή ναυτικών δυνάμεων, πληροφορίες, αεροπορική παρουσία, στρατιωτικό υλικό, διπλωματική κάλυψη, κοινό ευρωπαϊκό μέτωπο. Αυτό από μόνο του ανεβάζει το κόστος οποιασδήποτε επιθετικής ενέργειας.
Ο Μακρόν συνέδεσε την ελληνογαλλική ρήτρα με το άρθρο 42.7 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή τη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής της Ε.Ε. Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι, εάν κράτος-μέλος δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του, τα άλλα κράτη-μέλη έχουν υποχρέωση να το βοηθήσουν με όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους.
Εδώ όμως βρίσκεται μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη νομική υποχρέωση και στην επιχειρησιακή πραγματικότητα. Το Reuters επισημαίνει ότι, σε αντίθεση με το ΝΑΤΟ, το άρθρο 42.7 της Ε.Ε. δεν συνοδεύεται από αντίστοιχες στρατιωτικές δομές και επιχειρησιακά σχέδια, ενώ έχει ενεργοποιηθεί μόνο μία φορά, από τη Γαλλία μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι το 2015.
Το ΝΑΤΟ, από την άλλη, διαθέτει δομές, στρατηγεία, σχέδια, δυνάμεις και δεκαετίες συλλογικής άμυνας. Αλλά και το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ δεν σημαίνει αυτομάτως ότι κάθε σύμμαχος στέλνει στρατό. Το ίδιο το ΝΑΤΟ αναφέρει ότι η συνδρομή μπορεί ή μπορεί να μη συνεπάγεται χρήση ένοπλης βίας και ότι κάθε σύμμαχος λαμβάνει τα μέτρα που κρίνει αναγκαία.
Άρα ο Μακρόν πολιτικά είπε κάτι πολύ ισχυρό, αλλά θεσμικά πρέπει να είμαστε ακριβείς: καμία ρήτρα δεν αντικαθιστά την εθνική αποτροπή. Οι ρήτρες λειτουργούν καλύτερα όταν ο αντίπαλος πιστεύει ότι πίσω τους υπάρχουν πολιτική βούληση, στρατιωτικά μέσα και κοινά συμφέροντα.

Σε περίπτωση καθαρής ένοπλης επίθεσης κατά της ελληνικής επικράτειας, η πιθανότητα ουσιαστικής γαλλικής συνδρομής είναι υψηλή. Υπάρχει νομική βάση, υπάρχει πολιτική δέσμευση, υπάρχουν κοινά στρατηγικά συμφέροντα, υπάρχει ήδη εξοπλιστική και επιχειρησιακή σύζευξη. Ο Μακρόν δεν άφησε τη δήλωση στο επίπεδο της διπλωματικής ευγένειας· χρησιμοποίησε γλώσσα αποτροπής, λέγοντας ουσιαστικά ότι η Γαλλία δεν θα μείνει ουδέτερη.
Σε περίπτωση όμως «κρίσης» χωρίς καθαρή ένοπλη επίθεση — για παράδειγμα, παρατεταμένη ένταση στο Αιγαίο, επεισόδιο σε θαλάσσια ζώνη, παρενόχληση ερευνητικού σκάφους, υβριδική πίεση ή κυβερνοεπίθεση — η γαλλική συμπαράσταση πιθανότατα θα είναι κλιμακωτή. Δηλαδή πρώτα πολιτική κάλυψη, έπειτα διπλωματική πίεση, πιθανώς αποστολή μονάδων στην περιοχή, ανταλλαγή πληροφοριών, επιτάχυνση υλικής υποστήριξης, κοινές ασκήσεις ή ευρωπαϊκή κινητοποίηση. Δεν είναι βέβαιο ότι θα σημαίνει άμεση γαλλική συμμετοχή σε πολεμικές επιχειρήσεις.
Αυτό είναι το σημείο όπου πρέπει να αποφεύγεται η υπερβολή. Η Γαλλία δεν θα πολεμήσει για κάθε ελληνική διπλωματική διαφορά. Θα κινηθεί αποφασιστικά όταν θεωρήσει ότι διακυβεύονται η ελληνική κυριαρχία, η ευρωπαϊκή αξιοπιστία, η γαλλική επιρροή στη Μεσόγειο και η αξιοπιστία της ίδιας της ελληνογαλλικής συμφωνίας. Αυτά τα τέσσερα πρέπει να συμπέσουν.

Το μεγαλύτερο όφελος για την Ελλάδα δεν είναι ότι «ήρθε η Γαλλία και μας εγγυήθηκε». Είναι ότι η Ελλάδα εντάσσει την άμυνά της σε ένα ευρύτερο πλέγμα συμφερόντων. Τα Rafale, οι φρεγάτες, οι MICA, οι κοινές ασκήσεις, οι πολιτικές δηλώσεις, η ευρωπαϊκή ρήτρα και η διμερής συμφωνία δημιουργούν πολλαπλά στρώματα αποτροπής. Το AP σημειώνει ότι η συμφωνία του 2021 συνδέθηκε με την απόκτηση Rafale και φρεγατών, ενώ οι δύο ηγέτες επισκέφθηκαν τη φρεγάτα «Κίμων» κατά την επίσκεψη.
Αλλά το κέρδος αυτό έχει όριο: η αποτροπή δεν είναι υποκατάστατο στρατηγικής. Η Ελλάδα δεν μπορεί να θεωρήσει ότι επειδή υπάρχει γαλλική ρήτρα, μπορεί να μειώσει την προσοχή της στις Ένοπλες Δυνάμεις, στην αμυντική βιομηχανία, στη διπλωματική προετοιμασία, στην κοινωνική αντοχή ή στην εθνική συναίνεση. Μια συμμαχία είναι πολλαπλασιαστής ισχύος, όχι ασπίδα που λειτουργεί χωρίς τον κάτοχό της.
Η επίσκεψη Μακρόν είχε πραγματικό βάρος. Δεν ήταν μόνο φωτογραφίες, ούτε μόνο επικοινωνία. Ανανέωσε μια από τις πιο ουσιαστικές αμυντικές σχέσεις που έχει σήμερα η Ελλάδα, έβαλε ξανά στο κέντρο την ευρωπαϊκή άμυνα και έστειλε μήνυμα ότι η Γαλλία θέλει να εμφανίζεται ως δύναμη που δεν εγκαταλείπει τους εταίρους της στην Ανατολική Μεσόγειο.
Όμως η ψύχραιμη ανάγνωση είναι απαραίτητη: η Γαλλία θα συμπαρασταθεί στην Ελλάδα περισσότερο από ό,τι οι περισσότεροι Ευρωπαίοι εταίροι, αλλά η μορφή, η ταχύτητα και η ένταση αυτής της συμπαράστασης θα εξαρτηθούν από το είδος της κρίσης. Σε καθαρή ένοπλη επίθεση, η γαλλική εμπλοκή είναι πολύ πιθανή και πολιτικά δεσμευμένη. Σε γκρίζα κρίση, θα είναι ισχυρή αλλά πιθανότατα ελεγχόμενη. Σε διπλωματική ή χαμηλής έντασης αντιπαράθεση, θα είναι κυρίως πολιτική και αποτρεπτική.
Με άλλα λόγια: η Γαλλία είναι σήμερα ο πιο αξιόπιστος μεγάλος ευρωπαϊκός σύμμαχος της Ελλάδας. Αλλά καμία συμμαχία, ούτε γαλλική ούτε νατοϊκή ούτε ευρωπαϊκή, δεν απαλλάσσει την Ελλάδα από την ανάγκη να είναι η ίδια ο πρώτος και αποφασιστικός εγγυητής της ασφάλειάς της.
Η εικόνα κράτησε λίγο. Μια δήλωση, μια διαρροή, μια αίσθηση ότι κάτι αλλάζει. Ότι υπάρχει μια συμφωνία, μια συνεννόηση που μπορεί να σταθεροποιήσει την κατάσταση στον Περσικό. Ότι τα Στενά του Ορμούζ «ανοίγουν» και η κρίση περνά σε φάση αποκλιμάκωσης.
Η αισιόδοξη εικόνα, που τόσο έχουν ανάγκη οι αγορές, δεν κράτησε – γιατί δεν υπήρξε ποτέ τέτοια συμφωνία. Αυτό που παρουσιάστηκε ως «deal» μετά τις πρώτες συνομιλίες ΗΠΑ – Ιράν στο Πακιστάν ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, μια άτυπη κατανόηση. Ήταν αυτή η εικόνα μια στιγμιαία ισορροπία, το προϊόν πίεσης που «νιώθουν» για διαφορετικούς λόγους ο καθένας και οι δύο εμπλεκόμενοι και όχι αποτέλεσμα στρατηγικής σύγκλισης. Και αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη, γιατί εξηγεί γιατί η κατάσταση, μετά τα «αισιόδοξα» μηνύματα, επανήλθε τόσο γρήγορα στο γνώριμο μοτίβο έντασης.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν δεν κινούνται προς ένα «τέλος». Δεν επιδιώκουν έναν πόλεμο με σαφή νικητή και ηττημένο. Αντίθετα, λειτουργούν μέσα σε ένα πλαίσιο όπου η ένταση είναι εργαλείο.
Για την Τεχεράνη, η λογική είναι διαφορετική αλλά συμπληρωματική. Δεν επιδιώκει να συγκρουστεί μετωπικά με μια υπερδύναμη. Επιδιώκει να παραμείνει παίκτης, να διατηρήσει την ικανότητα να επηρεάζει τις εξελίξεις, να αυξάνει το κόστος για τους αντιπάλους της χωρίς να περνά το κατώφλι μιας ολοκληρωτικής σύγκρουσης.
Αυτό δημιουργεί ένα ιδιότυπο ισοζύγιο:
Με απλά λόγια: η σύγκρουση δεν οδηγείται σε λύση. Συντηρείται, γιατί εξυπηρετεί.
Σε αυτό το πλαίσιο, τα Στενά του Ορμούζ αποκτούν μια σημασία που ξεπερνά τη γεωγραφία. Είναι ένας από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους στον κόσμο. Από εκεί περνά ένα κρίσιμο ποσοστό των ενεργειακών πόρων προς τις παγκόσμιες αγορές. Αυτό σημαίνει ότι κάθε ένταση στην περιοχή δεν είναι περιφερειακή. Είναι παγκόσμιας εμβέλειας.
Η Τεχεράνη το γνωρίζει και το αξιοποιεί. Τα Στενά δεν είναι για το Ιράν ένα πρόβλημα προς επίλυση. Είναι ένα εργαλείο πίεσης. Η απειλή διαταραχής της ροής είναι από μόνη της μοχλός ισχύος – ακόμη και αν δεν υλοποιηθεί πλήρως.
Από την άλλη, η Ουάσιγκτον δεν μπορεί να επιτρέψει την απώλεια ελέγχου σε ένα τέτοιο κρίσιμο γεωπολιτικό σημείο. Όχι μόνο για λόγους ενεργειακούς, αλλά και γιατί η σταθερότητα των ροών συνδέεται άμεσα με τη συνολική ισορροπία ισχύος – ιδιαίτερα απέναντι σε ανταγωνιστές όπως η Κίνα.
Έτσι, τα Στενά λειτουργούν ως κάτι περισσότερο από ένα πέρασμα:

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι αμερικανοϊρανικές επαφές –μέσω τρίτων καναλιών (χώρες του Κόλπου, Πακιστάν κ.λπ.) – αποκτούν έναν συγκεκριμένο ρόλο. Δεν είναι διαπραγματεύσεις ειρήνης. Είναι μηχανισμοί αποφυγής ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης. Αυτές οι επαφές δεν παράγουν συμφωνίες, αλλά σκιαγραφούν τα όρια:
Αυτό που στην πολιτική γλώσσα παρουσιάζεται ως «πρόοδος», στην πραγματικότητα είναι κάτι πολύ πιο περιορισμένο: μια προσωρινή κατανόηση για το πώς θα συνεχιστεί η σύγκρουση χωρίς να εκτροχιαστεί.
Αν το πρώτο επίπεδο της ανάλυσης αφορά τη φύση της σύγκρουσης, το δεύτερο αφορά το ποιοι πληρώνουν το κόστος. Και εδώ η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σε μια γνώριμη αλλά προβληματική θέση: δεν καθορίζει το πεδίο, αλλά επηρεάζεται άμεσα από αυτό.
Η ευρωπαϊκή οικονομία παραμένει εξαρτημένη από εισαγόμενη ενέργεια. Η μείωση της ρωσικής εξάρτησης μετά το 2022 δεν σήμανε ενεργειακή αυτάρκεια· σήμανε ανακατεύθυνση των ροών προς άλλες πηγές και διαδρομές. Πολλές από αυτές περνούν από τον Περσικό και, τελικά, από τα Στενά του Ορμούζ.
Αυτό δημιουργεί έναν άμεσο μηχανισμό μετάδοσης της κρίσης:
Η «αλυσίδα» δημιουργείται ταχύτατα και σχεδόν αυτόματα. Δεν μεσολαβεί πολιτικός έλεγχος, ούτε ευρωπαϊκός μηχανισμός που να μπορεί να «αποσβέσει» την ένταση.
Το πρόβλημα για την Ευρώπη δεν είναι απλώς ενεργειακό. Είναι στρατηγικό. Δεν διαθέτει τα εργαλεία για να επηρεάσει αποφασιστικά την κατάσταση στον Περσικό.
Συνοπτικά:
Έτσι, η Ευρώπη λειτουργεί ως δέκτης ισχύος άλλων – όχι ως αυτόνομος παράγοντας.
Αυτό εξηγεί και τη στάση της στις κρίσεις: επιλέγει περιορισμένη εμπλοκή, αποφεύγει την άμεση σύγκρουση, επενδύει σε ναυτική επιτήρηση και προστασία εμπορίου. Μια στάση που περιορίζει τους κινδύνους, αλλά δεν αλλάζει τους όρους του παιχνιδιού.
Η συνέπεια αυτής της θέσης είναι ότι η ευρωπαϊκή οικονομία λειτουργεί σε ένα καθεστώς διαρκούς αβεβαιότητας. Δεν πρόκειται για μια έκτακτη κρίση που θα απορροφηθεί. Είναι ένα περιβάλλον όπου το ρίσκο ενσωματώνεται μόνιμα στις τιμές.
Αυτό φαίνεται σε τρία επίπεδα:
Με άλλα λόγια, η κρίση δεν είναι εξωτερική. Έχει γίνει εσωτερική μεταβλητή της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Ανάμεσα στη γεωγραφία που ευνοεί και τη γεωπολιτική που δεν συγχωρεί
Υπάρχει μια φράση που επαναλαμβάνεται όλο και πιο συχνά τα τελευταία χρόνια: η Ελλάδα εξελίσσεται σε «ενεργειακό κόμβο». Ακούγεται καλά, έχει βάρος, δημιουργεί την αίσθηση μιας χώρας που ανεβαίνει κατηγορία.
Το ερώτημα, ωστόσο, είναι απλό: πόσο από αυτό είναι πραγματικότητα και πόσο αφήγημα;
Η γεωγραφία, πράγματι, είναι με το μέρος της χώρας. Η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα σημείο όπου τέμνονται ενεργειακές και εμπορικές διαδρομές. Συνδέει την ανατολική Μεσόγειο με τα Βαλκάνια, λειτουργεί ως πύλη προς την κεντρική Ευρώπη, φιλοξενεί υποδομές που αποκτούν αυξανόμενη σημασία.
Σε αυτό το επίπεδο, τα δεδομένα είναι υπαρκτά:
Μέχρι εδώ, η εικόνα είναι καθαρή. Η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει ως κόμβος. Το πρόβλημα αρχίζει όταν αυτή η δυνατότητα βαφτίζεται αυτομάτως ισχύς.
Ο κόμβος χωρίς έλεγχο
Η ενεργειακή σημασία της Ελλάδας δεν προκύπτει σε κενό. Προκύπτει (μόνο) μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο – αυτό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των δυτικών ενεργειακών επιλογών. Με άλλα λόγια, η χώρα γίνεται κόμβος επειδή τη χρειάζεται, ως κόμβο, το (ευρωατλαντικό) σύστημα.
Και εδώ εμφανίζεται η πρώτη αντίφαση:
Δηλαδή, η χώρα είναι μέρος του σχεδιασμού – όχι ο σχεδιαστής.
Σε περιόδους σταθερότητας, αυτό μοιάζει επαρκές. Σε περιόδους έντασης όμως, όπως η τρέχουσα, το κενό φαίνεται.
Γεωπολιτική αξία και ρίσκο
Η αστάθεια στον Περσικό και η αβεβαιότητα γύρω από τα Στενά του Ορμούζ ανεβάζουν τη σημασία κάθε εναλλακτικής διαδρομής. Άρα και της Ελλάδας.
Αλλά η γεωπολιτική δεν λειτουργεί μονοσήμαντα. Ό,τι αποκτά αξία, αποκτά και έκθεση σε κινδύνους.
Οι ίδιες υποδομές που παρουσιάζονται ως πλεονέκτημα:
Με απλά λόγια, η γεωπολιτική αναβάθμιση της χώρας δεν είναι δωρεάν – έχει κόστος. Υπό αυτήν την έννοια τα πυρά που συχνά – πυκνά εξαπολύονται το τελευταίο διάστημα από την Άγκυρα κατά της τριμερούς συμμαχίας Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ περιγράφουν κάποια από τα πιθανά κόστη που συνεπάγεται ο αναβαθμισμένος ρόλος που επιφυλάσσουν στην Ελλάδα – για τους δικούς τους λόγους – ΗΠΑ και Ισραήλ…
Η προσδοκία των γεωτρήσεων
Σε αυτό το περιβάλλον, η συζήτηση για τις γεωτρήσεις επιστρέφει με ένταση. Η λογική είναι δελεαστική: αν η Ευρώπη θέλει να απεξαρτηθεί ενεργειακά από ασταθείς περιοχές, τότε τα ελληνικά κοιτάσματα, εφόσον βρεθούν και αξιοποιηθούν, μπορούν να συμβάλουν στην ευρωπαϊκή ενεργειακή επάρκεια.
Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι λιγότερο εντυπωσιακή.
Σε τελική ανάλυση μόνο μέσα απ’ αυτό το πρίσμα μπορεί να γίνει ρεαλιστική απεικόνιση της ευκαιρίας των γεωτρήσεων στο Ιόνιο (που συμφωνήθηκε πρόσφατα). Πρόκειται για ευκαιρία που δεν είναι ούτε άμεση ούτε εξασφαλισμένη.
Στο τι μπορεί τελικά να εξελιχθεί η Ελλάδα, είναι καθαρά πρακτικό θέμα. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η χώρα μπορεί να είναι ενεργειακός κόμβος. Αυτό της έχει δοθεί, από τη γεωγραφία και τους υπερατλαντικούς συμμάχους της. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να είναι κόμβος χωρίς να γίνει ταυτόχρονα ο πιο ευάλωτος κρίκος της αλυσίδας.
Γιατί σε αυτό το περιβάλλον:
Όλα αυτά για την Ελλάδα δεν είναι ούτε απλώς «ευκαιρία» ούτε απλώς «κίνδυνος». Είναι κάτι πιο σύνθετο.
Η χώρα που βρίσκεται στο σωστό σημείο – σε μια λάθος εποχή. Και σε τέτοιες εποχές, τη διαφορά δεν την κάνει η (γεωγραφική) θέση στον χάρτη. Την κάνει το ποιος γράφει τους όρους του παιχνιδιού. Και είναι σαφές ότι αυτοί οι όροι του μεγάλου παιχνιδιού δεν γράφονται στην Αθήνα από την (όποια) ελληνική κυβέρνηση…
25.04.202609:30
ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΗ ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΩΝ:
Fusionism σημαίνει κυριολεκτικά «συγχωνευτισμός» ή «σύνθεση». Στην πολιτική ιστορία των ΗΠΑ, όμως, είναι συγκεκριμένος όρος.
Αναφέρεται στη συντηρητική ιδεολογία που προσπάθησε να ενώσει δύο ρεύματα της αμερικανικής Δεξιάς:
Ο βασικός θεωρητικός του fusionism ήταν ο Frank Meyer, γύρω από το περιοδικό National Review του William F. Buckley Jr. τη δεκαετία του 1950–60.
Η κεντρική ιδέα ήταν περίπου αυτή:
Η ελευθερία είναι απαραίτητη, αλλά πρέπει να υπηρετεί την αρετή.
Δηλαδή: το κράτος δεν πρέπει να επιβάλλει την αρετή διά της βίας, αλλά η κοινωνία χρειάζεται ηθικές και παραδοσιακές αξίες για να μη διαλυθεί.
Στην πράξη, το fusionism έγινε η ιδεολογική βάση της αμερικανικής συντηρητικής συμμαχίας που κορυφώθηκε με τον Ρόναλντ Ρέιγκαν: υπέρ της αγοράς, αντικομμουνιστική, πατριωτική, θρησκευτικά και κοινωνικά συντηρητική.
Άρα ο τίτλος του άρθρου που μεταφράζουμε “The Enduring Lessons of Fusionism” θα μπορούσε να αποδοθεί:
«Τα διαρκή διδάγματα του fusionism»
ή πιο ελεύθερα:
«Τα διαχρονικά διδάγματα της συντηρητικής σύνθεσης».

Η τελευταία δεκαετία δεν υπήρξε ευνοϊκή για τους συντηρητικούς που υπερασπίζονται την ελευθερία. Όσοι από εμάς εξακολουθούμε να βρίσκουμε αξία στη σύνθεση της εποχής Ρέιγκαν —ελεύθερες αγορές, περιορισμένο κράτος, ηθικός παραδοσιασμός και παγκόσμια ηγεσία— μοιάζουμε όλο και περισσότερο με αναχρονισμούς. Στην εποχή του MAGA, διάφορες εξεγερτικές φατρίες —μεταξύ των οποίων οι λαϊκιστές της νέας Δεξιάς, οι μεταφιλελεύθεροι, οι εθνικοί συντηρητικοί και οι αντισημίτες groypers— ανταγωνίζονται για επιρροή μέσα σε μια Δεξιά που ενώνεται λιγότερο από κοινές αρχές και περισσότερο από μια κοινή εχθρότητα τόσο προς την Αριστερά όσο και προς το συντηρητικό κατεστημένο του ύστερου 20ού αιώνα.
Δεν είναι η πρώτη φορά που η αμερικανική Δεξιά δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια χαλαρή συλλογή ανταγωνιστικών δογμάτων. Στα χρόνια μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η αμερικανική Δεξιά περιλάμβανε ένα συνονθύλευμα ιδεολογικών τάσεων. Μία φατρία περιλάμβανε παραδοσιοκράτες όπως ο Russell Kirk και ο Richard Weaver, οι οποίοι και οι ίδιοι διαφωνούσαν σε θεμελιώδη ζητήματα. Στοχαστές υπέρ της αγοράς, όπως ο Friedrich Hayek, ασκούσαν τεράστια επιρροή, παρότι επέμεναν ότι δεν ήταν καθόλου συντηρητικοί. Οι αντικληρικαλιστές αντικειμενιστές της Ayn Rand, τα υπολείμματα των Νοτίων Αγροτιστών και συνωμοσιολόγοι εκκεντρικοί όπως ο Robert Welch καταλάμβαναν επίσης χώρο μέσα στο ευρύτερο δεξιό οικοσύστημα.
Η τελική ενοποίηση αρκετών από αυτές τις φατρίες σε ένα αναγνωρίσιμο συντηρητικό κίνημα δεν ήταν ούτε αυτόματη ούτε αναπόφευκτη. Απαιτούσε πνευματική ηγεσία, θεσμική ανάπτυξη και προθυμία να τεθούν όρια. Πρόσωπα όπως ο William F. Buckley Jr. του National Review υπήρξαν απαραίτητα σε αυτή την προσπάθεια. Οι συντηρητικοί επιδίωξαν να οικοδομήσουν μια σκηνή αρκετά μεγάλη ώστε να χωρά έναν νικηφόρο συνασπισμό, αλλά όχι τόσο μεγάλη ώστε να καλωσορίζει πρόσωπα και πεποιθήσεις αντίθετες προς το ίδιο το κίνημα.
Το μεταπολεμικό συντηρητικό πνευματικό κίνημα δεν στερήθηκε ποτέ διαφωνιών, αλλά τελικά διαμόρφωσε ένα πλαίσιο ικανό να περιέχει και να προωθεί τα καλύτερα στοιχεία του. Η πολιτική προσέγγιση που τελικά ονομάστηκε fusionism έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διατήρηση ενός άβολου αλλά επιδραστικού συνασπισμού. Οι κορυφαίοι υποστηρικτές του fusionism προσέφεραν επίσης ένα principled —δηλαδή βασισμένο σε αρχές— επιχείρημα εναντίον ενός από τους πιο επίμονους πειρασμούς της Δεξιάς: τον λαϊκισμό. Τα επιχειρήματά τους έχουν σε μεγάλο βαθμό ξεχαστεί. Αξίζει να τα ανακτήσουμε.
Το fusionism, που συνδέεται κυρίως με τον συντάκτη του National Review Frank Meyer, αναδείχθηκε ως η πιο επιτυχημένη προσπάθεια να δοθεί συνοχή στο μεταπολεμικό δεξιό κίνημα. Τα δοκίμια του Meyer, καθώς και το βιβλίο του του 1962, In Defense of Freedom —Υπεράσπιση της Ελευθερίας—, έπαιξαν δυσανάλογα μεγάλο ρόλο στη διαμόρφωση του αμερικανικού συντηρητισμού, παρά τις σχετικά μέτριες πωλήσεις του βιβλίου.
Το fusionism μερικές φορές παρουσιάζεται ως συμβιβασμός ανάμεσα στους libertarians και τους παραδοσιοκράτες. Αυτό είναι λανθασμένο. Αντίθετα, ο Meyer απέρριψε την παραδοχή ότι η έμφαση του libertarianism στον ατομικισμό και η έμφαση του κοινωνικού συντηρητισμού στον ρόλο της θρησκείας και της οικογένειας στην αμερικανική ζωή βρίσκονταν σε θεμελιώδη σύγκρουση. Μια ελεύθερη κοινωνία εξαρτάται τόσο από την ατομική ελευθερία όσο και από την ατομική αρετή. Η αρετή απαιτεί γνήσια επιλογή· μια κοινωνία που αστυνομεύει υπερβολικά την ιδιωτική συμπεριφορά δεν είναι ενάρετη, αλλά ολοκληρωτική. Ταυτόχρονα, η ελευθερία απαιτεί έναν λαό ικανό για αυτοσυγκράτηση.
Σύμφωνα με τον Meyer, ο γνήσιος συντηρητισμός «υποστηρίζει ότι το καθήκον των ανθρώπων είναι να αναζητούν την αρετή· επιμένει όμως ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν στην πράξη να το κάνουν αυτό αν δεν είναι ελεύθεροι από τον εξαναγκασμό της φυσικής βίας ενός απεριόριστου κράτους». Ταυτόχρονα, όμως, ο συντηρητικός αναγνωρίζει τον «ρόλο του κράτους ως θεσμού αναγκαίου για την προστασία των ελευθεριών των ατόμων από παραβιάσεις, είτε μέσω εσωτερικής είτε μέσω εξωτερικής βίας».
Το συντηρητικό όραμα του fusionism δεν ικανοποίησε ποτέ τους πάντες, και ακόμη και οι μεγαλύτεροι υποστηρικτές του δεν ακολούθησαν πάντα τη λογική του κατά γράμμα. Παρ’ όλα αυτά, προσέφερε ένα γενικό πλαίσιο για τη Δεξιά. Ακόμη σημαντικότερο, καθιέρωσε την αρχή ότι, όταν υπάρχει αμφιβολία, οι συντηρητικοί πρέπει να σφάλλουν υπέρ της ελευθερίας. Ο Ρόναλντ Ρέιγκαν ήταν πιο πραγματιστής απ’ όσο αναγνωρίζουν πολλοί από τους σημερινούς θαυμαστές και επικριτές του, αλλά διατύπωσε ένα fusionist όραμα όταν δήλωσε περίφημα: «Η ίδια η καρδιά και η ψυχή του συντηρητισμού είναι ο libertarianism».
Όμως το fusionist όραμα δεν έμεινε ποτέ χωρίς δεξιούς επικριτές. Ήταν υπερβολικά αφηρημένο, υποστήριζαν ορισμένοι, και όχι πάντα κατάλληλο για την πρακτική πολιτική. Κάποιες φωνές στη Δεξιά ήθελαν έναν συντηρητισμό με πιο σκληρή αιχμή, πιο ικανό να διεγείρει τη λαϊκή αγανάκτηση εναντίον της Αριστεράς. Από την αρχή του μεταπολεμικού συντηρητικού κινήματος, φτάνοντας μέχρι την αντικομμουνιστική εκστρατεία του γερουσιαστή Τζόζεφ Μακάρθι, σημαντικά πρόσωπα της Δεξιάς αναγνώρισαν την πολιτική χρησιμότητα του δεξιού λαϊκισμού και επιχείρησαν να τον αξιοποιήσουν εργαλειακά για να πετύχουν τους στόχους τους. Η αρχή είχε μικρότερη σημασία από την ήττα των πολιτικών αντιπάλων τους στην Αριστερά.
Ορισμένοι υποστηρικτές αυτής της άποψης αναζήτησαν καθοδήγηση στον διαχωριστή Τζορτζ Γουάλας, έναν Δημοκρατικό. Ο κυβερνήτης της Αλαμπάμα δεν ήταν συντηρητικός, αλλά προσέλκυσε αφοσιωμένους οπαδούς και έκανε την Αριστερά έξαλλη. Πολλοί στη Δεξιά εμπνεύστηκαν από τον Γουάλας, είτε ελπίζοντας να αντιγράψουν τις τακτικές του είτε υποστηρίζοντάς τον ανοιχτά. Αντί να δίνουν έμφαση στο Σύνταγμα και στην ελευθερία με τάξη, προτιμούσαν να στηρίζονται στην πολιτική της πολιτισμικής μνησικακίας. Η εκλογική ισχύς αυτής της στρατηγικής ήταν αρκετά προφανής, αλλά μια τέτοια προσέγγιση μπορεί γρήγορα να αποκοπεί από κάθε γνήσια συντηρητική αρχή.
Πολλοί συντηρητικοί εκείνης της εποχής, ιδίως όσοι τελικά συνδέθηκαν με τη νέα Δεξιά —όρος που από τότε έχει αναβιώσει από τη σημερινή γενιά δεξιών λαϊκιστών— ενθαρρύνθηκαν από το κίνημα του Γουάλας. Όπως το έθεσε ο ακτιβιστής της νέας Δεξιάς Richard Viguerie: «Θέλω να ενισχύσω τη Δεξιά όπου μπορώ». Δεν είχε κανέναν ενδοιασμό να συγκεντρώνει χρήματα για τον Γουάλας, παρά την έλλειψη ενδιαφέροντος του κυβερνήτη για τον συντηρητισμό.
Άλλοι συντηρητικοί, όμως, αναγνώρισαν σωστά τον κίνδυνο που αντιπροσώπευε ο Γουάλας. Προειδοποίησαν για το τι θα συνέβαινε αν οι συντηρητικοί ακολουθούσαν το κάλεσμα-σειρήνα του λαϊκισμού. Αξίζει να επανεξετάσουμε τα επιχειρήματά τους.
Ο Meyer προειδοποίησε ότι ο λαϊκισμός, αν και αντιτίθεται στον αριστερό φιλελεύθερο ελιτισμό, αντιπροσώπευε μια διαφορετική αλλά εξίσου σοβαρή απειλή για τη χώρα. Εκεί όπου ο φιλελευθερισμός επιδίωκε να επιβάλει αφηρημένα σχέδια χρησιμοποιώντας την κρατική εξουσία, ο λαϊκισμός ανύψωνε την ανεξέλεγκτη βούληση «του λαού» εις βάρος της συνταγματικής τάξης και των ατομικών δικαιωμάτων. Κατά την άικών δικαιωμάτων. Κατά την άποψή του, δεν ήταν περισσότερο συμβατός με την αμερικανική συντηρητική παράδοση από την ιδεολογία στην οποία αντιτασσόταν. Η κριτική του Meyer στον δεξιό λαϊκισμό έχει γίνει ακόμη πιο επίκαιρη στις δεκαετίες που ακολούθησαν:
Ο λαϊκισμός είναι ένα από τα στοιχεία που αντιτίθενται στον φιλελευθερισμό, επειδή ο αλαζονικός και απροκάλυπτος ελιτισμός των φιλελεύθερων, απομονωμένος από την ηθική και την παράδοση του λαού, είναι το πολικό αντίθετο του λαϊκισμού. Όμως το πολικό αντίθετο μιας πολιτικής διαστροφής δεν είναι κατ’ ανάγκην κάτι καλό. Έτσι, ενώ ο φιλελευθερισμός αντιπροσωπεύει την επιβολή ενός ουτοπικού σχεδίου πάνω στον λαό επειδή οι φιλελεύθεροι γνωρίζουν ότι είναι σωστό, ο λαϊκισμός θα αντικαθιστούσε αυτό με την τυραννία της πλειοψηφίας πάνω στο άτομο, την καθαρή βούληση «του λαού», ανεμπόδιστη από σκέψεις περί ελευθερίας και αρετής. Με τον δικό του τρόπο, είναι τόσο ξένος προς την αμερικανική συντηρητική αντίληψη της συνταγματικής ρεπουμπλικανικής διακυβέρνησης όσο και ο φιλελευθερισμός.
Ο Meyer δεν ήταν ο μόνος συντηρητικός που σημείωσε ότι ο λαϊκισμός του Γουάλας αντιπροσώπευε μια εκτροπή από τις βασικές αξίες του κινήματος. Γράφοντας στο National Review το 1968, ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής John Ashbrook —ο οποίος και ο ίδιος δεν ήταν ξένος προς τη μαχητική πολιτική— σημείωσε ότι «ο Γουάλας έχει επανειλημμένα επιδείξει έναν χαμαιλεοντικό χαρακτήρα, ο οποίος είναι ανάθεμα για τη συντηρητική μας δέσμευση στη συνέπεια αρχών».
Ο Γουάλας ήταν πρόβλημα επειδή, όπως τόσοι πολλοί λαϊκιστές, δεν είχε υπομονή με τους υπάρχοντες πολιτικούς θεσμούς, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των θεσμών που είχαν υπηρετήσει καλά τη χώρα για μεγάλο διάστημα. Σύμφωνα με τον Ashbrook, ο Γουάλας ήθελε η κυβέρνηση να προσαρμόζεται στη δική του πολιτική βούληση, χωρίς καμία σκέψη για μακρόχρονες παραδόσεις και συνταγματικές ρυθμίσεις: «Αν ένας δικαστής τον δυσαρεστεί, ας βρούμε άλλον δικαστή. Αν ένας καθηγητής τον δυσαρεστεί, πετάξτε έξω τον αχρείο. Οι συντηρητικοί δεν μπορούν να συμφωνήσουν με αυτό».
Στη διάσημη αντιπαράθεσή του με τον Γουάλας το 1968, ο Buckley επισήμανε παρομοίως το πρόβλημα με τις πολιτικές τακτικές του κυβερνήτη. Περιέγραψε τον Γουάλας ως συντηρητικό «απατεώνα», που χρησιμοποιούσε τη ρητορική του συντηρητισμού για «αθέμιτους» σκοπούς.
Αυτά τα συντηρητικά επιχειρήματα εναντίον του λαϊκισμού έχουν επαναληφθεί από το υπόλειμμα των αντι-MAGA συντηρητικών της σημερινής εποχής — φωνές που, αν και λίγες σε αριθμό, είναι ίσως σήμερα πιο σημαντικές από ποτέ.
Το κίνημα του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ θριάμβευσε εν μέρει επειδή μια κρίσιμη μάζα συντηρητικών αρθρογράφων, σχολιαστών, πολιτικών και απλών ψηφοφόρων στήριξε έναν δημαγωγό χωρίς αρχές, με την ελπίδα ότι θα μπορούσε να αναζωογονήσει τη Δεξιά. Αυτό που πήραν ως αντάλλαγμα ήταν δύο προεδρικές θητείες που παραμέρισαν τη δέσμευση της Δεξιάς στις αρχές της ελεύθερης αγοράς, του περιορισμένου κράτους και των παραδοσιακών αξιών. Καθώς οι συντηρητικοί σκέφτονται πώς θα προχωρήσουν στη μετα-Τραμπ εποχή, θα είναι σημαντικό να αναλογιστούν πώς φτάσαμε εξαρχής σε αυτή την κατάσταση.
Το δικομματικό σύστημα της Αμερικής μάς οδηγεί να σκεφτόμαστε με δυαδικούς όρους. Στη χειρότερη εκδοχή του, αυτό μπορεί να εμπνεύσει ένα είδος πολιτικού μανιχαϊσμού: αν οι πολιτικοί μας αντίπαλοι αντιπροσωπεύουν το απόλυτο κακό, τότε οποιοσδήποτε βρίσκεται στη δική μας πλευρά των οδοφραγμάτων πρέπει επίσης να βρίσκεται στην πλευρά των αγγέλων. Είμαστε πρόθυμοι να παραβλέψουμε τα ανησυχητικά ελαττώματα ενός ηγέτη ή ενός κινήματος, αρκεί να βρίσκεται στη σωστή πλευρά του ιδεολογικού φάσματος. Αν μάλιστα φαίνεται να είναι αποτελεσματικός μαχητής εναντίον των κοινών μας εχθρών, τόσο το καλύτερο.
Αυτή η νοοτροπία μπορεί να ωθήσει τους συντηρητικούς να συμπράξουν με πρόσωπα που απορρίπτουν βασικές συντηρητικές αξίες. Αντί να δίνεται έμφαση στο κράτος δικαίου, το Υπουργείο Δικαιοσύνης φαίνεται αποφασισμένο να καταδιώκει τους προσωπικούς εχθρούς του προέδρου. Στη θέση της «ειρήνης μέσω ισχύος», ή οποιουδήποτε εμφανούς καθοδηγητικού πλαισίου, έχουμε μια αλλοπρόσαλλη εξωτερική πολιτική που φαίνεται να υποκινείται από ελάχιστα πράγματα πέρα από τις ιδιοτροπίες του προέδρου. Στο μεταξύ, το σημερινό δεξιό μιντιακό τοπίο κυριαρχείται όλο και περισσότερο από παρανοϊκούς θεωρητικούς συνωμοσίας.
Η άνοδος του δεξιού λαϊκισμού στον 21ο αιώνα δεν συνέβη εν κενώ. Οι αποτυχίες της κυβέρνησης του Τζορτζ W. Μπους υπονόμευσαν την εμπιστοσύνη στο συντηρητικό κατεστημένο, το οποίο για πολύ καιρό επιδίωκε να καθοδηγεί το κίνημα. Αυτό που θα μπορούσε να είχε προκαλέσει μια περίοδο επανεκτίμησης, αντίθετα πυροδότησε κάτι πολύ ευρύτερο. Η απογοήτευση από συγκεκριμένες πολιτικές μεταστάθηκε σε μια γενικότερη απόρριψη του πλαισίου που τις είχε παραγάγει.
Αυτό δημιούργησε χώρο για ένα νέο είδος πολιτικής. Η λαϊκιστική Δεξιά, που κορυφώθηκε με την άνοδο του Τραμπ, δεν προσέφερε μια βελτίωση των συντηρητικών αρχών, αλλά μια εναλλακτική απέναντί τους. Ο δεξιός λαϊκισμός έχει επιδείξει πραγματική πολιτική ενέργεια. Δεν έχει όμως επιδείξει ικανότητα αποτελεσματικής διακυβέρνησης. Όταν βρέθηκε στην εξουσία, έδειξε την τάση να διαβρώνει τους θεσμικούς κανόνες, να εντείνει την πόλωση και να αντικαθιστά τη σταθερή αρχή με την προσωπική πίστη. Αυτά τα αποτελέσματα ήταν προβλέψιμα. Συνάδουν με τις κριτικές που είχαν διατυπώσει παλαιότεροι fusionist συντηρητικοί στοχαστές, οι οποίοι κατανοούσαν ότι η απόρριψη της αρχής χάριν της κινητοποίησης έχει προβλέψιμο κόστος.
Η αμερικανική Δεξιά βρίσκεται τώρα μπροστά σε μια γνώριμη επιλογή. Μπορεί να συνεχίσει σε έναν δρόμο που ορίζεται από τη μνησικακία, την προσωποποίηση και τη δημαγωγία. Εναλλακτικά, μπορεί να ανακτήσει μια παράδοση η οποία, αν και ατελής, προσέφερε ένα πιο ανθεκτικό θεμέλιο.
Μια τέτοια ανάκτηση δεν απαιτεί νοσταλγία ούτε άκριτη επιστροφή στις πολιτικές προτιμήσεις μιας προηγούμενης εποχής. Απαιτεί, όμως, να ληφθούν σοβαρά υπόψη τα επιχειρήματα που διατύπωσαν οι fusionist στοχαστές και ακτιβιστές. Ο Meyer και οι σύγχρονοί του δεν κράτησαν απλώς ενωμένο έναν συνασπισμό. Διατύπωσαν μια θεωρία για το πώς μια ελεύθερη κοινωνία συντηρεί τον εαυτό της. Λιγότερο γνωστό, αλλά εξίσου σημαντικό, είναι ότι εξήγησαν επίσης γιατί οι λαϊκιστικές εναλλακτικές ήταν αδιέξοδο.
Μέχρι οι συντηρητικοί να ξαναμάθουν αυτά τα διδάγματα, θα παραμένουν ευάλωτοι στους ίδιους πειρασμούς που οδήγησαν στο σημερινό μας δίλημμα.

George Hawley
Ο George Hawley είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Αλαμπάμα. Είναι συγγραφέας οκτώ βιβλίων, μεταξύ των οποίων τα Right-Wing Critics of American Conservatism — Δεξιοί επικριτές του αμερικανικού συντηρητισμού — του 2016, Conservatism in a Divided America: The Right and Identity Politics — Ο συντηρητισμός σε μια διχασμένη Αμερική: Η Δεξιά και η πολιτική της ταυτότητας — του 2020, και The Moderate Majority: Real GOP Voters and the Myth of Mass Republican Radicalization — Η μετριοπαθής πλειοψηφία: Πραγματικοί Ρεπουμπλικανοί ψηφοφόροι και ο μύθος της μαζικής ριζοσπαστικοποίησης των Ρεπουμπλικανών — του 2024.
Rachael Larimore / 25 Απριλίου 2026
Γεια σας και καλό Σάββατο. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε την Τρίτη ότι θα παρατείνει την κατάπαυση του πυρός με το Ιράν, λίγες ώρες αφότου το ταξίδι του αντιπροέδρου Τζ. Ντ. Βανς στο Πακιστάν για διαπραγματεύσεις καθυστέρησε και στη συνέχεια ακυρώθηκε, και λίγες ώρες πριν από τη λήξη της κατάπαυσης του πυρός.
Τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν ουσιαστικά κλειστά. Το Ιράν κατέλαβε δύο πλοία στα Στενά την Τρίτη, ενώ οι ΗΠΑ διατήρησαν τον αποκλεισμό της ιρανικής ναυσιπλοΐας. Έτσι, παρότι η κατάπαυση του πυρός τηρείται, ο πόλεμος εξακολουθεί να επηρεάζει την παγκόσμια οικονομία. Όσο κι αν όλοι αισθανόμαστε την πίεση από τις υψηλές τιμές της βενζίνης, το κλείσιμο των Στενών έχει επηρεάσει επίσης τις τιμές των καυσίμων αεροσκαφών, τη διαθεσιμότητα λιπασμάτων, ακόμη και το ήλιο — το οποίο χρησιμοποιείται σε πολλά περισσότερα πράγματα πέρα από τα μπαλόνια για πάρτι, συμπεριλαμβανομένων των ημιαγωγών. Όπως γράψαμε στο The Morning Dispatch την Πέμπτη:
Το κλείσιμο δημιουργεί επίσης ασφυκτικά σημεία συμφόρησης σε τομείς υψηλής τεχνολογίας, καθώς οι ημιαγωγοί, οι εκτοξεύσεις πυραύλων και η ιατρική απεικόνιση —μαζί με τα μπαλόνια για πάρτι— εξαρτώνται όλα από το ήλιο, του οποίου κύριος εξαγωγέας ήταν το Κατάρ. Οι ημιαγωγοί —που περιλαμβάνονται σε κάθε αυτοκίνητο, υπολογιστή και κέντρο δεδομένων— απαιτούν ήλιο στη διαδικασία παραγωγής τους. Η Ταϊβάν, όπου εδρεύουν οι κορυφαίοι κατασκευαστές τσιπ με συμβόλαια στον κόσμο, προμηθεύεται το μεγαλύτερο μέρος του ηλίου της από τις αγορές του Κόλπου.
Με την παύση των πυρών και την προσοχή να στρέφεται στις διαπραγματεύσεις για έναν πιθανό τερματισμό της σύγκρουσης, αξίζει να εξετάσουμε ποιος κυβερνά πραγματικά το Ιράν αυτή τη στιγμή. Ο Μοτζτάμπα Χαμενεΐ ορίστηκε ανώτατος ηγέτης μετά τον θάνατο του πατέρα του, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, σε ισραηλινή αεροπορική επιδρομή την πρώτη ημέρα του πολέμου. Ωστόσο, ο Χαμενεΐ φέρεται να τραυματίστηκε σοβαρά σε εκείνη την επίθεση και δεν έχει εμφανιστεί δημοσίως ούτε έχει δημοσιοποιήσει ηχητικές δηλώσεις από τότε που αναβαθμίστηκε στη θέση αυτή.
Ο Arash Azizi, λέκτορας στο Yale και συγγραφέας δύο βιβλίων για το Ιράν, έγραψε ένα αναλυτικό κείμενο εξηγώντας ποιος έχει πραγματικά τον έλεγχο αυτή τη στιγμή: το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, το οποίο, όπως λέει, «κατανοείται καλύτερα ως ένα αποκεντρωμένο συνονθύλευμα διαφόρων δικτύων». Γράφει ότι «μερικά διαφορετικά κέντρα εξουσίας έχουν αναπτυχθεί μέσα στις τάξεις των Φρουρών, συχνά γύρω από συγκεκριμένες προσωπικότητες. Ίσως η ισχυρότερη τέτοια μορφή σήμερα είναι ο Μοχάμαντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ». Ο Γκαλιμπάφ είναι πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου, βρίσκεται κοντά στον Μοτζτάμπα Χαμενεΐ και ηγήθηκε της ιρανικής αντιπροσωπείας στον αποτυχημένο γύρο διαπραγματεύσεων στο Πακιστάν πριν από δύο εβδομάδες.
Ωστόσο, όπως σημειώνει ο Azizi, «κανένας άνθρωπος, ούτε καν ο πανούργος Γκαλιμπάφ, δεν ασκεί αδιαμφισβήτητο έλεγχο πάνω στους Φρουρούς». Προβλέπει ότι οι εσωτερικές συγκρούσεις μεταξύ φατριών θα συνεχίσουν να κυριαρχούν στην ιρανική πολιτική.
Στο μεταξύ, αξίζει επίσης να αναρωτηθεί κανείς τι συμβαίνει με τη στρατηγική της κυβέρνησης Τραμπ για τη σύγκρουση. Στο Boiling Frogs, ο Nick Catoggio αναρωτιέται: «Πού είναι ο Μάρκο;» Άλλωστε, ο Μάρκο Ρούμπιο είναι υπουργός Εξωτερικών και σύμβουλος εθνικής ασφάλειας, και σε όλη την καριέρα του είχε σκληρή γραμμή απέναντι στο Ιράν. Κι όμως, ο Βανς ήταν εκείνος που ηγήθηκε της αμερικανικής διαπραγματευτικής ομάδας στο Ισλαμαμπάντ. Τι συμβαίνει λοιπόν;
Ο Nick έχει μερικές θεωρίες. Ίσως ο Ρούμπιο έχει παραγκωνιστεί — οι Ιρανοί πιθανότατα θα αντιδρούσαν στην παρουσία του, ο Τραμπ θα έπρεπε να μοιραστεί τα εύσημα αν ο Ρούμπιο βοηθούσε να τερματιστεί ο πόλεμος, και ο Βανς έχει πολύ ισχυρά κίνητρα να κρατήσει τον Ρούμπιο εκτός παιχνιδιού. Όμως ο Nick υποψιάζεται ότι ίσως ο Ρούμπιο απλώς δεν θέλει να βρίσκεται κοντά στο χάος στο οποίο έχει μετατραπεί πολιτικά ο πόλεμος με το Ιράν. Και κρατιέται απασχολημένος προσπαθώντας να προωθήσει αλλαγή καθεστώτος στην Κούβα, τη χώρα από την οποία έφυγαν οι γονείς του τη δεκαετία του 1950.
Ο Ρούμπιο έχει πραγματική πιθανότητα να αξιοποιήσει την υποταγή του καθεστώτος του Νικολάς Μαδούρο στο Καράκας και να τη μετατρέψει σε επιτυχημένη διπλωματία των κανονιοφόρων στην Κούβα, τερματίζοντας επιτέλους τον κομμουνισμό στο νησί.
Και αν το πετύχει, θα πρόκειται για πολιτική μαεστρία με τέσσερις ή πέντε διαφορετικούς τρόπους. Θα του προσφέρει ένα ακλόνητο άλλοθι απέναντι στον Τραμπ και γενικότερα στους Αμερικανούς για το ότι παραμέρισε τον εαυτό του από το ζήτημα του Ιράν. «Τερμάτιζα τον καστρισμό!» Θα δημιουργήσει μια ευνοϊκή αντίθεση ανάμεσα σε εκείνον και τον Βανς, του οποίου οι διπλωματικές προσπάθειες με τους Ιρανούς είναι πιθανό να αποδειχθούν πολύ λιγότερο επιτυχημένες. Θα ενθουσιάσει τη Δεξιά, καθώς θα έχει πετύχει ένα αποτέλεσμα που οι κυβερνήσεις και των δύο κομμάτων επιδιώκουν από το 1959, και θα τον κάνει ακόμη πιο αγαπητό στον Τραμπ, ο οποίος θέλει πάρα πολύ μια εύκολη νίκη μετά το χάος του Ιράν, ώστε να αποκαταστήσει την εικόνα της ισχύος του.
Στο μεταξύ, ο Κέβιν Γουίλιαμσον δεν βλέπει καμία πιθανότητα για καλή έκβαση. Γράφει ότι η καλύτερη ελπίδα είναι μια εσωτερική εξέγερση του ιρανικού λαού, αλλά λέει πως αυτό είναι και απίθανο και δεν εγγυάται ότι θα αναλάβει την εξουσία ένα καλύτερο καθεστώς. Η συλλογιστική του, όμως, έχει να κάνει τόσο με την εσωτερική πολιτική των ΗΠΑ όσο και με τις διεθνείς σχέσεις. Γράφει:
Δεν πρόκειται να υπάρξει νίκη στο Ιράν, επειδή πρόκειται για έναν παράνομο πόλεμο που θα αφήσει τον συνταγματικό μας μηχανισμό, ήδη δύσρυθμο, ακόμη πιο ανισόρροπο για μια γενιά, με την προεδρική εξουσία διεξαγωγής πολέμου πλέον πλήρως αποδεσμευμένη από το Κογκρέσο. Δεν υπάρχει κανένα θετικό σε αυτό. Η αποκατάσταση της ζημιάς θα απαιτούσε δουλειά μιας ολόκληρης γενιάς από καλύτερους άνδρες και γυναίκες από αυτούς που διαθέτουμε σήμερα στην Ουάσιγκτον.
Με αυτή τη χαρούμενη νότα, σας ευχαριστώ που διαβάσατε και σας εύχομαι καλό Σαββατοκύριακο.
Σε αυτή τη φωτογραφία, που δόθηκε στη δημοσιότητα από το Γραφείο του Πρωθυπουργού του Πακιστάν, ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν Αμπάς Αραγτσί, πέμπτος από αριστερά, συναντά τον πρωθυπουργό Σεχμπάζ Σαρίφ, στο κέντρο, στο Ισλαμαμπάντ του Πακιστάν, το Σάββατο 25 Απριλίου 2026.
— Γραφείο Πρωθυπουργού Πακιστάν μέσω AP
Των Munir Ahmed, Samy Magdy και Jon Gambrell
Ενημερώθηκε: 8:04 μ.μ. GMT+3, 25 Απριλίου 2026
ΙΣΛΑΜΑΜΠΑΝΤ — AP: Οι τελευταίες συνομιλίες για κατάπαυση του πυρός ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν φάνηκε να αποτυγχάνουν το Σάββατο πριν καν αρχίσουν, καθώς ο κορυφαίος διπλωμάτης της Τεχεράνης έφυγε από το Πακιστάν και ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε λίγο αργότερα ότι είχε πει στους απεσταλμένους του να μην ταξιδέψουν στο Ισλαμαμπάντ.
Οι διαπραγματεύσεις επρόκειτο να αποτελέσουν συνέχεια των ιστορικών απευθείας συνομιλιών νωρίτερα αυτόν τον μήνα ανάμεσα στις ΗΠΑ, με επικεφαλής τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς, και το Ιράν, με επικεφαλής τον πρόεδρο του κοινοβουλίου Μοχάμαντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ. Ωστόσο, Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν αμφισβητήσει το πώς μπορούν να εμπιστευθούν τις ΗΠΑ, αφότου οι αμερικανικές δυνάμεις άρχισαν να αποκλείουν ιρανικά λιμάνια ως απάντηση στον πολεμικό έλεγχο που ασκεί το Ιράν στα Στενά του Ορμούζ.
Ανακοινώνοντας την απόφασή του το Σάββατο, ο Τραμπ δήλωσε στο Fox News: «Μπορούν να μας καλέσουν όποτε θέλουν». Ο Λευκός Οίκος είχε δηλώσει την Παρασκευή ότι ο Στιβ Γουίτκοφ και ο Τζάρεντ Κούσνερ θα πήγαιναν στο Ισλαμαμπάντ.
«Πάρα πολύς χρόνος χαμένος σε ταξίδια, πάρα πολλή δουλειά!» πρόσθεσε αργότερα ο Τραμπ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, έφυγε από το Πακιστάν το βράδυ του Σαββάτου, δήλωσαν δύο Πακιστανοί αξιωματούχοι στο Associated Press, μιλώντας υπό τον όρο της ανωνυμίας, επειδή δεν είχαν εξουσιοδότηση να μιλήσουν στα μέσα ενημέρωσης.
«Μοιράστηκα τη θέση του Ιράν σχετικά με ένα εφαρμόσιμο πλαίσιο για τον οριστικό τερματισμό του πολέμου κατά του Ιράν. Μένει να δούμε αν οι ΗΠΑ είναι πραγματικά σοβαρές ως προς τη διπλωματία», ανέφερε αργότερα ο Αραγτσί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Ο Αραγτσί είχε συναντηθεί με τον αρχηγό του στρατού, στρατάρχη Ασίμ Μουνίρ, και με τον πρωθυπουργό Σεχμπάζ Σαρίφ σχετικά με αυτό που αποκάλεσε «κόκκινες γραμμές» του Ιράν στις διαπραγματεύσεις. Είπε ότι η Τεχεράνη θα συμμετάσχει στις μεσολαβητικές προσπάθειες του Πακιστάν «μέχρι να επιτευχθεί αποτέλεσμα».
Η ανοιχτής διάρκειας κατάπαυση του πυρός έχει παγώσει το μεγαλύτερο μέρος των συγκρούσεων, όμως οι οικονομικές συνέπειες αυξάνονται, καθώς οι παγκόσμιες μεταφορές πετρελαίου, υγροποιημένου φυσικού αερίου, λιπασμάτων και άλλων προμηθειών έχουν διαταραχθεί από το σχεδόν κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ.
Το Πακιστάν προσπαθεί να επαναφέρει τις ΗΠΑ και το Ιράν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων από τότε που ο Τραμπ ανακοίνωσε αυτή την εβδομάδα επ’ αόριστον παράταση της κατάπαυσης του πυρός, ικανοποιώντας το αίτημα του Ισλαμαμπάντ για περισσότερες διπλωματικές προσπάθειες.
Ακόμη και πριν από τις εξελίξεις του Σαββάτου, το υπουργείο Εξωτερικών του Ιράν είχε δηλώσει ότι οποιεσδήποτε συνομιλίες θα ήταν έμμεσες και ότι οι Πακιστανοί αξιωματούχοι θα μετέφεραν μηνύματα. Η Τεχεράνη σημείωσε επίσης ότι οι έμμεσες συνομιλίες με τις ΗΠΑ πέρυσι και στις αρχές του τρέχοντος έτους σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης —το ζήτημα που βρίσκεται εδώ και καιρό στο επίκεντρο των εντάσεων— κατέληξαν στο να δεχθεί επίθεση από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, γεγονός που ενίσχυσε την επιφυλακτικότητά της.
Ο πρώτος γύρος συνομιλιών στο Πακιστάν διήρκεσε πάνω από 20 ώρες και αποτέλεσε τις υψηλότερου επιπέδου απευθείας συνομιλίες μεταξύ των μακροχρόνιων αντιπάλων από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979.
Ο Αραγτσί και οι απεσταλμένοι του Τραμπ πραγματοποίησαν πολύωρες έμμεσες συνομιλίες στη Γενεύη στις 27 Φεβρουαρίου, αλλά αποχώρησαν χωρίς συμφωνία. Την επόμενη ημέρα, το Ισραήλ και οι Ηνωμένες Πολιτείες άρχισαν τον πόλεμο.
Η τιμή του αργού πετρελαίου Brent, του διεθνούς σημείου αναφοράς, παραμένει σχεδόν 50% υψηλότερη σε σχέση με την περίοδο πριν από την έναρξη του πολέμου, εξαιτίας του ελέγχου που ασκεί το Ιράν στα Στενά του Ορμούζ, μια στρατηγική θαλάσσια οδό από την οποία, σε καιρό ειρήνης, διέρχεται το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου.
Το Ιράν επιτέθηκε αυτή την εβδομάδα σε τρία πλοία, ενώ οι ΗΠΑ διατηρούν αποκλεισμό στα ιρανικά λιμάνια. Ο Τραμπ έχει δώσει εντολή στον στρατό να «πυροβολεί και να σκοτώνει» μικρά σκάφη που θα μπορούσαν να τοποθετούν νάρκες.
Ο υπουργός Άμυνας της Γερμανίας, Μπόρις Πιστόριους, δήλωσε το Σάββατο ότι η χώρα του στέλνει ναρκαλιευτικά πλοία στη Μεσόγειο για να βοηθήσουν στην απομάκρυνση ιρανικών ναρκών από τα Στενά του Ορμούζ μόλις τελειώσουν οι εχθροπραξίες.
Η πίεση στις μεταφορές μέσω των Στενών έχει προκαλέσει αλυσιδωτές επιπτώσεις στο παγκόσμιο θαλάσσιο εμπόριο, ακόμη και στη Διώρυγα του Παναμά, σχεδόν στην άλλη άκρη του κόσμου.
Επίσης το Σάββατο, το Ιράν επανέλαβε τις εμπορικές πτήσεις από το διεθνές αεροδρόμιο της Τεχεράνης για πρώτη φορά από τότε που άρχισε ο πόλεμος με τα αμερικανικά και ισραηλινά πλήγματα πριν από δύο μήνες. Σύμφωνα με την κρατική τηλεόραση του Ιράν, είχαν προγραμματιστεί πτήσεις προς την Κωνσταντινούπολη, τη Μουσκάτ, πρωτεύουσα του Ομάν, και τη σαουδαραβική πόλη Μεδίνα.
Από τότε που άρχισε ο πόλεμος, οι αρχές αναφέρουν ότι έχουν σκοτωθεί τουλάχιστον 3.375 άνθρωποι στο Ιράν και τουλάχιστον 2.496 άνθρωποι στον Λίβανο, όπου νέες συγκρούσεις ανάμεσα στο Ισραήλ και την υποστηριζόμενη από το Ιράν μαχητική οργάνωση Χεζμπολάχ ξέσπασαν δύο ημέρες μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν.
Επιπλέον, 23 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί στο Ισραήλ και περισσότεροι από δώδεκα σε αραβικά κράτη του Κόλπου. Έχουν επίσης σκοτωθεί 15 Ισραηλινοί στρατιώτες στον Λίβανο, 13 Αμερικανοί στρατιωτικοί στην περιοχή και έξι μέλη της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ στον νότιο Λίβανο.
Ο Τραμπ ανακοίνωσε την Πέμπτη ότι το Ισραήλ και ο Λίβανος συμφώνησαν να παρατείνουν κατά τρεις εβδομάδες την κατάπαυση του πυρός μεταξύ Ισραήλ και Χεζμπολάχ. Η Χεζμπολάχ δεν έχει συμμετάσχει στη διπλωματία που διαμεσολαβείται από την Ουάσιγκτον.
Ο Άχμεντ μετέδωσε από το Ισλαμαμπάντ και ο Γκάμπρελ από το Ντουμπάι των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Συνέβαλαν οι δημοσιογράφοι του Associated Press Μέλανι Λίντμαν από το Τελ Αβίβ του Ισραήλ, Μπάσεμ Μρουέ από τη Βηρυτό και Γουίλ Βάισερτ από την Ουάσιγκτον.
SAMY MAGDY
Ο Μάγκντι είναι ανταποκριτής του Associated Press για τη Μέση Ανατολή, με έδρα το Κάιρο. Εστιάζει σε συγκρούσεις, μετανάστευση και παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
JON GAMBRELL
Ο Γκάμπρελ είναι διευθυντής ειδήσεων του Associated Press για τον Κόλπο και το Ιράν. Έχει μεταδώσει ρεπορτάζ από όλες τις χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου, το Ιράν και άλλες περιοχές του κόσμου από τότε που εντάχθηκε στο AP το 2006.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ακύρωσε το προγραμματισμένο ταξίδι στο Ισλαμαμπάντ των απεσταλμένων του Τζάρεντ Κούσνερ και Στιβ Γουίτκοφ για ειρηνευτικές συνομιλίες με το Ιράν, μετέδωσε σήμερα το Fox News.
Το αμερικανικό δίκτυο μετέδωσε ότι ο Αμερικανός πρόεδρος μίλησε στο Fox για την ακύρωση του ταξιδιού.
«Είπα στους συνεργάτες μου πριν από λίγο καθώς ετοιμάζονταν να φύγουν: ‘Όχι, δεν θα κάνετε μια πτήση 18 ωρών για να πάτε εκεί», δήλωσε ο Αμερικανός πρόεδρος σε μια δημοσιογράφο του δικτύου, η οποία αναφέρει ότι είχε τηλεφωνική συνομιλία μαζί του.Νωρίτερα, ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν Αμπάς Αραγτσί και η ιρανική αντιπροσωπεία αναχώρησαν από το Πακιστάν, μετέδωσαν τα κρατικά μέσα ενημέρωσης.
Πακιστανικές κυβερνητικές πηγές, λίγο πριν την αναχώρηση Αραγτσί, έκαναν γνωστό ότι κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στο Πακιστάν ο Ιρανός ΥΠΕΞ επέδωσε σε Πακιστανούς αξιωματούχους τις διαπραγματευτικές θέσεις της Τεχεράνης και διατύπωσε τις ιρανικές επιφυλάξεις επί των αμερικανικών απαιτήσεων.
Ο επικεφαλής της ιρανικής διπλωματίας προειδοποίησε ότι η Τεχεράνη δεν θα δεχθεί «μαξιμαλιστικές απαιτήσεις» από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο εκπρόσωπός του Ισμαΐλ Μπαγαΐ δήλωσε μέσω του Χ ότι καμία συνάντηση δεν έχει προγραμματισθεί ανάμεσα στο Ιράν και τις ΗΠΑ και ότι οι ιρανικές θέσεις θα διαβιβασθούν στην αμερικανική πλευρά μέσω των πακιστανών μεσολαβητών.
“https://www.iefimerida.gr/kosmos/o-tramp-akyrose-taxidi-goytikof-kai-koysner-sto-islamampant”>Ο Τραμπ ακύρωσε το ταξίδι των Γουτίκοφ και Κούσνερ στο Ισλαμαμπάντ, για συνομιλίες με το Ιράν – iefimerida.gr</a></p>




#Ukraine:

#Κοντά στο Κράσνι Λάιμαν, ρωσικά στρατεύματα έχουν καταλάβει νέες θέσεις στην περιοχή του Παλιού Καραβάν. Βορειότερα, διεξάγονται μάχες στις δασωμένες περιοχές κατά μήκος της κοίτης του ποταμού Σέβερνι Ντόνετς.




