Μετά το δικαστικό «μπλόκο» στην έρευνα για το σκάνδαλο των υποκλοπών, η κυβερνητική πλειοψηφία στη Βουλή απέρριψε την πρόταση συγκρότησης Εξεταστικής, επικαλούμενη λόγους εθνικής ασφαλείας. Την ίδια ώρα, με επιστολή της προς την Κομισιόν, η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας Λάουρα Κοβέσι βάζει ακόμη έναν κρίκο στην αλυσίδα της διεθνούς απαξίωσης της χώρας, καταγγέλλοντας ότι η «βεβιασμένη τροποποίηση του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για υποθέσεις κακουργημάτων που αφορούν βουλευτές δημιουργεί πρακτικά εμπόδια στη διερεύνηση υποθέσεων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του θεσμού».
Η κυβερνητική πλειοψηφία φαίνεται να εστιάζει την προσοχή της στη συγκάλυψη, χωρίς την παραμικρή ανησυχία για ουσιαστική πηγή νομιμότητας -πόσο μάλλον για την ηθική συμμόρφωση- εκτός από την απογυμνωμένη εξουσία. Στη δε εξωτερική πολιτική -όπως λέει ο πολύπειρος Ευ. Βενιζέλος- «Διακηρύσσουμε την κυριαρχία μας, αλλά δεν επεκτείνουμε τα χωρικά ύδατα, διακηρύσσουμε ρητορικά τα κυριαρχικά μας δικαιώματα, αλλά δεν έχουμε ανακηρύξει ΑΟΖ και δεν έχουμε οριοθετήσει υφαλοκρηπίδα».
Η χώρα βιώνει δυστυχώς μια «κατάσταση εξαίρεσης», όπου ο νόμος πρακτικά αναστέλλεται, αν και παραμένει σε ισχύ μέσω της ίδιας της αναστολής του. Μια χώρα που έχει κολλήσει ανάμεσα στην αδράνεια και την έλλειψη οράματος. Βέβαια, «πέφτει εκείνος που τρέχει, εκείνος που σέρνεται δεν πέφτει», όπως έλεγε ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος. Μια στάσιμη, ακίνητη χώρα όπου επισήμως οι αριθμοί ευημερούν, αλλά οι μισθοί επαρκούν σε μεγάλο ποσοστό μόνο για μισό μήνα. Λίγοι μπορούν να ισχυριστούν ότι τα τελευταία χρόνια η ζωή τους έχει αλλάξει πραγματικά προς το καλύτερο. Όσο για τη σταθερότητα των τελευταίων ετών, έχει βασιστεί στην ακινησία…
Η κυβέρνηση βρίσκεται σε μια διαδικασία επιταχυνόμενης διάβρωσης. Το βαρόμετρο δείχνει, όμως, και μια αντιπολίτευση που εξακολουθεί να μην καταφέρνει να πείσει. Μια αντιπολίτευση που δείχνει ανίκανη να συγκλίνει σε μια ενιαία αρχιτεκτονική που θα φέρει αλλαγή και σταθερότητα. Όσοι είναι στην αντιπολίτευση σήμερα θα βιώσουν αύριο, αναμφίβολα, τη δυσκολία της διακυβέρνησης.
Με μια Ευρώπη κατακερματισμένη και παγιδευμένη μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας και μια χώρα σε αδιέξοδο, επειδή είναι πιο εύκολο να συντηρήσει παρά να καινοτομήσει. Ίσως γιατί το να πει «όχι» στην αλλαγή είναι πιο εύκολο από το να πει «ναι». Αυτό θα πρέπει να αποτελεί προειδοποίηση για όσους σήμερα διεκδικούν μια νέα ηγεσία για τη χώρα. Χρειαζόμαστε ιδέες, αξίες, ρεαλιστικά και φιλόδοξα προγράμματα. Ένα νέο ελληνικό όνειρο που δεν θα γίνει μόνιμος εφιάλτης της ακινησίας.
Η εικόνα των τελευταίων ημερών δείχνει έναν πόλεμο που δεν βαδίζει προς άμεση ειρήνη, αλλά προς νέα φάση έντασης: η Ρωσία αυξάνει τα μαζικά πλήγματα με drones και πυραύλους, η Ουκρανία απαντά με βαθύτερα χτυπήματα σε ρωσικές ενεργειακές και στρατιωτικές υποδομές, ενώ οι ειρηνευτικές προσπάθειες που είχαν ανοίξει με αμερικανική μεσολάβηση δείχνουν να έχουν κολλήσει.
Η μεγάλη επίθεση στο Κίεβο
Το σοβαρότερο γεγονός των τελευταίων ημερών ήταν η ρωσική επίθεση της νύχτας 23 προς 24 Μαΐου 2026. Η Ρωσία εξαπέλυσε ένα από τα μεγαλύτερα αεροπορικά μπαράζ του πολέμου, με περίπου 90 πυραύλους και 600 drones, πλήττοντας κυρίως το Κίεβο και την περιφέρεια γύρω από την ουκρανική πρωτεύουσα. Σύμφωνα με ουκρανικές ανακοινώσεις, σκοτώθηκαν τουλάχιστον τέσσερις άνθρωποι και τραυματίστηκαν δεκάδες, ενώ χτυπήθηκαν ή υπέστησαν ζημιές κατοικίες, σχολεία, αγορά, εγκατάσταση ύδρευσης, κυβερνητικά κτίρια και πολιτιστικοί χώροι.
Το στοιχείο που κάνει την επίθεση ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η χρήση του πυραύλου Oreshnik, ενός βαλλιστικού πυραύλου ενδιάμεσου βεληνεκούς που μπορεί να φέρει συμβατική ή πυρηνική κεφαλή. Η Μόσχα επιβεβαίωσε τη χρήση του, ενώ η ουκρανική πλευρά είπε ότι στόχος ήταν η περιοχή Μπίλα Τσέρκβα, νότια του Κιέβου. Η Ε.Ε. χαρακτήρισε τη χρήση του πυραύλου ως «πυρηνικό εκβιασμό» και προανήγγειλε συζήτηση για ενίσχυση της πίεσης στη Ρωσία.
Η ρωσική πλευρά υποστήριξε ότι επρόκειτο για αντίποινα μετά από ουκρανικό πλήγμα σε φοιτητική εστία στο κατεχόμενο Σταρομπίλσκ, στην περιοχή του Λουχάνσκ, όπου οι ρωσικές αρχές μιλούν για 21 νεκρούς. Η Ουκρανία αρνείται ότι στόχευσε αμάχους και υποστηρίζει ότι έπληξε μονάδα διοίκησης drones. Το Reuters, που μετέδωσε την εικόνα από το σημείο μέσω οργανωμένης πρόσβασης απο τη Ρωσία, σημείωσε ότι δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει ανεξάρτητα όλες τις εκδοχές.
Το μέτωπο: δεν υπάρχει κατάρρευση, αλλά υπάρχει διαρκής πίεση
Στο έδαφος, η κατάσταση παραμένει πόλεμος φθοράς. Δεν φαίνεται αυτή τη στιγμή μεγάλη ρωσική διάσπαση των ουκρανικών γραμμών, αλλά η Ρωσία συνεχίζει να πιέζει σε πολλά σημεία του μετώπου, ιδίως στην ανατολική Ουκρανία. Η τελευταία εκτίμηση του Institute for the Study of War, όπως αναδημοσιεύεται από το Kyiv Post, αναφέρει ότι οι ουκρανικές δυνάμεις είχαν προωθήσεις στην περιοχή Κοστιαντινίβκα–Ντρουζκίβκα και στην κατεύθυνση Χουλιάιπολε, ενώ προηγούμενες εκτιμήσεις έκαναν λόγο και για ουκρανικές προωθήσεις σε Σούμι, Μπορόβα, Σλοβιάνσκ, Ποκρόβσκ και δυτική Ζαπορίζια.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η Ρωσία, ενώ κρατά την πρωτοβουλία σε επίπεδο μαζικής πίεσης, δεν φαίνεται να έχει μετατρέψει αυτή την πίεση σε καθαρό στρατηγικό αποτέλεσμα. Γι’ αυτό και βλέπουμε την αύξηση των πυραυλικών και αεροπορικών επιθέσεων: όταν το πεδίο δεν δίνει γρήγορη νίκη, η Μόσχα επιχειρεί να μεταφέρει το βάρος στον άμαχο πληθυσμό, στην ψυχολογία, στις ενεργειακές υποδομές και στην αντοχή της ουκρανικής κοινωνίας.
Η ουκρανική απάντηση: βαθιά χτυπήματα στη Ρωσία
Η Ουκρανία, από την πλευρά της, έχει εντείνει τα χτυπήματα μέσα στη ρωσική επικράτεια. Τα τελευταία 24ωρα το Κίεβο ανακοίνωσε πλήγμα σε σταθμό άντλησης πετρελαίου στη ρωσική περιοχή Βλαντίμιρ, ενώ τις προηγούμενες ημέρες είχαν προηγηθεί επιθέσεις σε διυλιστήρια, πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, λιμάνια και υποδομές μεταφοράς. Το Reuters καταγράφει σειρά ουκρανικών επιθέσεων σε ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις, με στόχο να πληγεί η βασική οικονομική πηγή χρηματοδότησης του πολέμου.
Η Ουκρανία δεν μπορεί εύκολα να νικήσει τη Ρωσία σε καθαρό πόλεμο μαζών, δηλαδή στρατιώτης προς στρατιώτη, βλήμα προς βλήμα. Προσπαθεί όμως να αλλάξει την εξίσωση με τεχνολογία, drones, χτυπήματα ακριβείας και πίεση στην οικονομία του πολέμου. Η νέα ουκρανική στρατηγική δεν είναι μόνο άμυνα στο μέτωπο· είναι και μεταφορά του κόστους στο εσωτερικό της Ρωσίας.
Η διπλωματία έχει παγώσει
Υπήρξε μια μικρή διπλωματική κινητικότητα νωρίτερα τον Μάιο, με τριήμερη εκεχειρία γύρω από τις 9–11 Μαΐου και συμφωνία για ανταλλαγή αιχμαλώτων. Στις 15 Μαΐου, Ρωσία και Ουκρανία αντάλλαξαν από 205 αιχμαλώτους πολέμου η καθεμία, ως μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου ανταλλαγής 1.000 προς 1.000.
Όμως η εκεχειρία γρήγορα κατέρρευσε στην πράξη, με τις δύο πλευρές να αλληλοκατηγορούνται για παραβιάσεις. Ο Αμερικανός ΥΠΕΞ Μάρκο Ρούμπιο παραδέχθηκε στις 22 Μαΐου ότι οι διαμεσολαβημένες απο τις ΗΠΑ συνομιλίες δεν έχουν αποδώσει και ότι δεν υπάρχουν αυτή τη στιγμή ουσιαστικές συνομιλίες σε εξέλιξη.
Παράλληλα, η Ευρώπη προσπαθεί να ενισχύσει τον ρόλο της. Η Ε.Ε. υπέγραψε μνημόνιο για εκταμίευση 3,2 δισ. ευρώ προς την Ουκρανία στα μέσα Ιουνίου, στο πλαίσιο ευρύτερου πακέτου 90 δισ. ευρώ για το 2026–2027. Αυτό δείχνει ότι, ακόμη κι αν οι ΗΠΑ εμφανίζονται πιο επιφυλακτικές ή κουρασμένες από τον ρόλο του μεσολαβητή, η Ευρώπη δεν μπορεί να αποσυρθεί: ο πόλεμος είναι πλέον οργανικό ζήτημα ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Η περιφερειακή διάσταση: ανησυχία για Βαλτική και ΝΑΤΟ
Τις τελευταίες ημέρες αυξήθηκε και η ένταση γύρω από τις χώρες της Βαλτικής. Η Ρωσία κατηγόρησε τη Λετονία ότι μπορεί να επιτρέψει ουκρανικές επιθέσεις drones από το έδαφός της και προειδοποίησε με αντίποινα. Η Λετονία απέρριψε τις κατηγορίες ως «καθαρή φαντασία», ενώ οι ΗΠΑ επανέλαβαν τη δέσμευσή τους στην άμυνα των συμμάχων του ΝΑΤΟ.
Αυτό δεν σημαίνει ότι επίκειται άμεση σύγκρουση Ρωσίας–ΝΑΤΟ. Σημαίνει όμως ότι ο πόλεμος έχει ξεφύγει από τα στενά ουκρανικά σύνορα ως προς τις συνέπειές του. Drones, παρεμβολές, πληροφοριακός πόλεμος, απειλές και κινήσεις αποτροπής δημιουργούν ένα πολύ πιο νευρικό περιβάλλον στην ανατολική Ευρώπη.
Σχόλιο: πού πάει ο πόλεμος;
Η πιο πιθανή προοπτική, με βάση τα σημερινά δεδομένα, δεν είναι ούτε άμεση ρωσική νίκη ούτε γρήγορη ουκρανική ανατροπή. Είναι ένας παρατεταμένος πόλεμος φθοράς με περιοδικές εκρήξεις κλιμάκωσης.
Η Ρωσία έχει ακόμη βάθος: πληθυσμό, πυρομαχικά, παραγωγή drones, πυραυλικό απόθεμα, πολιτική αντοχή σε απώλειες. Όμως δεν φαίνεται να μπορεί εύκολα να πετύχει αποφασιστικό στρατιωτικό αποτέλεσμα χωρίς τεράστιο κόστος. Γι’ αυτό πιέζει με μαζικά πλήγματα, με επιθέσεις σε πόλεις, με πυρηνικές νύξεις και με προσπάθεια να κουράσει τη Δύση.
Η Ουκρανία, αντίθετα, έχει αποδείξει ότι μπορεί να αντέχει, να προσαρμόζεται και να χτυπά βαθιά. Αλλά εξαρτάται από εξωτερική χρηματοδότηση, αντιαεροπορική άμυνα, πυρομαχικά και πολιτική στήριξη. Η αντοχή της δεν είναι μόνο στρατιωτική· είναι ευρωπαϊκή και δυτική. Αν η Ευρώπη κρατήσει τη γραμμή στήριξης και αν η ουκρανική εγχώρια αμυντική παραγωγή συνεχίσει να μεγαλώνει, η Ρωσία δύσκολα θα επιβάλει τους όρους της. Αν όμως η στήριξη κουραστεί, η πίεση στη γραμμή άμυνας θα αυξηθεί.
Το βαθύτερο πολιτικό συμπέρασμα είναι ότι η Ρωσία δεν δείχνει να διαπραγματεύεται επειδή θέλει συμβιβασμό. Δείχνει να διαπραγματεύεται όταν θέλει ανάπαυση, χρόνο ή νομιμοποίηση κερδών. Η Ουκρανία δεν μπορεί να δεχθεί «ειρήνη» που θα μοιάζει με επιβράβευση εισβολής, γιατί κάτι τέτοιο θα άφηνε ανοιχτή την πόρτα για νέο πόλεμο αργότερα.
Άρα η ειρήνη, για να είναι πραγματική, χρειάζεται τρία πράγματα: στρατιωτική ισορροπία που να πείθει τη Μόσχα ότι δεν μπορεί να κερδίσει περισσότερα, δυτικές εγγυήσεις που να πείθουν το Κίεβο ότι δεν εγκαταλείπεται, και πολιτικό πλαίσιο που να μην μετατρέπει την κατάπαυση πυρός σε απλή παύση πριν από τον επόμενο γύρο.
Ο πόλεμος Ρωσίας–Ουκρανίας μπαίνει σε πιο επικίνδυνη, όχι πιο ήρεμη φάση. Η γραμμή του μετώπου μπορεί να αλλάζει αργά, αλλά η ένταση ανεβαίνει σε drones, πυραύλους, ενέργεια, Βαλτική και διπλωματικό πόλεμο. Δεν είμαστε κοντά σε λύση. Είμαστε κοντά σε μια μακρά αναμέτρηση αντοχής, όπου το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος κερδίζει έδαφος, αλλά ποιος αντέχει πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά περισσότερο.
Οι εκλογές στην Κύπρο ήταν ένα προειδοποιητικό σήμα: το παλιό πολιτικό σύστημα αντέχει, αλλά δεν πείθει όπως πριν. Ο ΔΗΣΥ και το ΑΚΕΛ έμειναν οι δύο βασικοί πόλοι, όμως το πολιτικό νέο ήταν η άνοδος του ΕΛΑΜ, η είσοδος του ΑΛΜΑ με αντιδιαφθορική ατζέντα και η είσοδος της Άμεσης Δημοκρατίας του Φειδία Παναγιώτου. Δηλαδή, η κυπριακή κοινωνία δεν γκρέμισε την, λεγόμενη, σταθερότητα, αλλά έσπρωξε δυνατά προς νέες, πιο αντισυστημικές μορφές εκπροσώπησης. Το ΕΛΑΜ ανέβηκε περίπου στο 11%, ενώ τα νέα σχήματα μπήκαν στη Βουλή μέσα σε κλίμα δυσαρέσκειας για διαφθορά και κόστος ζωής.
Αυτό έχει άμεση αναλογία με την Ελλάδα. Και εδώ δεν φαίνεται, προς το παρόν, πλήρης κατάρρευση του κυβερνητικού πόλου. Η Νέα Δημοκρατία παραμένει πρώτη στις μετρήσεις. Όμως το κρίσιμο δεν είναι μόνο ποιος είναι πρώτος. Το κρίσιμο είναι ότι ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν βρίσκει επαρκή έκφραση στα υπάρχοντα κόμματα της αντιπολίτευσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει χάσει τον ρόλο του κεντρικού εναλλακτικού πόλου, το ΠΑΣΟΚ δυσκολεύεται να μετατρέψει τη φθορά της κυβέρνησης σε καθαρή πολιτική ηγεμονία, και γύρω από το σύστημα συσσωρεύεται μια διάχυτη ψήφος οργής, δυσπιστίας και ηθικής απαίτησης.
Εκεί ακριβώς εμφανίζεται η Μαρία Καρυστιανού. Δεν είναι απλώς μια νέα πολιτική αρχηγός με κλασικούς όρους. Είναι το σύμβολο ενός τραύματος: των Τεμπών, της αίσθησης συγκάλυψης, της απαίτησης για δικαιοσύνη, της απόρριψης μιας πολιτικής τάξης που θεωρείται ότι προστατεύει τον εαυτό της. Το Reuters γράφει ότι η Καρυστιανού ίδρυσε το κόμμα «Ελπίδα για τη Δημοκρατία», επιχειρώντας να εκφράσει την απογοήτευση απέναντι στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, ενώ δημοσκόπηση της Alco έδειξε ότι 15% των ερωτηθέντων θα εξέταζαν το ενδεχόμενο να ψηφίσουν το κόμμα της.
Η πιο ενδιαφέρουσα σύγκριση με την Κύπρο είναι ότι το αντισυστημικό ρεύμα δεν είναι ενιαίο. Στην Κύπρο εκφράστηκε με τρεις διαφορετικές μορφές: εθνικιστική-σκληρή δεξιά μέσω ΕΛΑΜ, θεσμική αντιδιαφθορά μέσω ΑΛΜΑ, και πολιτική των social media μέσω Φειδία. Στην Ελλάδα, το αντίστοιχο ρεύμα έχει πολλούς πιθανούς αποδέκτες: Πλεύση Ελευθερίας, Ελληνική Λύση, μικρότερα δεξιά κόμματα, απογοητευμένους πρώην ψηφοφόρους ΣΥΡΙΖΑ, αναποφάσιστους.
Η ιδιαιτερότητα της Καρυστιανού είναι ότι μπορεί να λειτουργήσει ως σημείο συνάντησης ψηφοφόρων από διαφορετικές αφετηρίες, επειδή δεν ξεκινά από ιδεολογική ταυτότητα αλλά από ηθική καταγγελία.
Δημοσκόπηση της Opinion Poll που δημοσιεύθηκε στη Ναυτεμπορική έδειχνε δυνητική ψήφο 29,3% για «κόμμα Καρυστιανού», με υψηλά ποσοστά πιθανής στήριξης σε ψηφοφόρους Ελληνικής Λύσης, Νίκης, ΣΥΡΙΖΑ και Πλεύσης Ελευθερίας.
Άρα η ελληνική κάλπη, όποτε στηθεί, δεν θα κριθεί μόνο από το αν η ΝΔ θα παραμείνει πρώτη. Θα κριθεί από το αν μπορεί να υπάρξει καθαρή πλειοψηφία, αν η αντιπολίτευση μπορεί να συγκροτήσει πειστική εναλλακτική, και αν το αντισυστημικό ρεύμα θα μείνει ψήφος διαμαρτυρίας ή θα γίνει πολιτικός παράγοντας. Ο Μητσοτάκης, άλλωστε, ήδη επιχειρεί να απαντήσει στην κρίση εμπιστοσύνης με προτάσεις για αναθεώρηση της υπουργικής ασυλίας και αλλαγές στο κράτος, σε φόντο σκανδάλων και δυσαρέσκειας για τα Τέμπη.
Η Κύπρος μπορεί να λειτουργήσει ως πρόβα για την Ελλάδα. Όχι γιατί τα δύο πολιτικά συστήματα είναι ίδια, αλλά γιατί οι κοινωνικές διαθέσεις μοιάζουν: κόπωση από τους παλιούς μηχανισμούς, δυσπιστία απέναντι στην εξουσία, ανάγκη για πρόσωπα έξω από την κομματική ιεραρχία, απαίτηση για λογοδοσία.
Το βαθύτερο μήνυμα είναι ότι οι κοινωνίες δεν γίνονται αντισυστημικές επειδή απορρίπτουν τη σταθερότητα. Γίνονται αντισυστημικές όταν αισθάνονται ότι η σταθερότητα έχει μετατραπεί σε ατιμωρησία. Αν το πολιτικό σύστημα δεν απαντήσει πειστικά στο αίτημα δικαιοσύνης, διαφάνειας και αξιοπρέπειας, τότε η ψήφος διαμαρτυρίας δεν θα είναι παρένθεση. Θα γίνει ο νέος ρυθμιστής.
Οι βουλευτικές εκλογές της 24ης Μαΐου 2026 στην Κυπριακή Δημοκρατία δεν έφεραν ανατροπή στην πρώτη θέση, αλλά έφεραν σαφή αναδιάταξη του πολιτικού χάρτη. Ο ΔΗΣΥ παρέμεινε πρώτο κόμμα, το ΑΚΕΛ κράτησε και ενίσχυσε ελαφρά τη δεύτερη θέση, όμως το πραγματικό πολιτικό νέο είναι αλλού: το ΕΛΑΜ ανέβηκε καθαρά στην τρίτη θέση, δύο νέα σχήματα μπήκαν στη Βουλή, ενώ παραδοσιακά κόμματα του κέντρου και σύμμαχοι του Προέδρου Νίκου Χριστοδουλίδη βγήκαν βαριά τραυματισμένα. Μια εξακομματική, πιο κατακερματισμένη Βουλή είναι το πιθανότερο ενδεχόμενο.
Τα τελικά αποτελέσματα
Με ενσωμάτωση 100%, ψήφισαν 380.851 από 569.182 εγγεγραμμένους, δηλαδή συμμετοχή 66,91% και αποχή 33,09%. Τα έγκυρα ήταν 372.063, τα άκυρα 6.618 και τα λευκά 2.170. (Skai.gr)
Κόμμα
Ποσοστό
Έδρες
Μεταβολή
ΔΗΣΥ
27,1%
17
-0,8%
ΑΚΕΛ
23,9%
15
+1,4%
ΕΛΑΜ
10,9%
8
+4%
ΔΗΚΟ
10,0%
8
-1,3%
ΑΛΜΑ
5,8%
4
νέο κόμμα
Άμεση Δημοκρατία Κύπρου
5,4%
4
νέο κόμμα
Εκτός Βουλής έμειναν η ΕΔΕΚ με 3,3%, οι Κυνηγοί με 3,2%, η ΔΗΠΑ με 3,1%, το Volt με 3,1% και οι Οικολόγοι με 2%. Το όριο εισόδου στη Βουλή είναι 3,6%, γι’ αυτό και ΕΔΕΚ, ΔΗΠΑ και Volt έμειναν οριακά εκτός.
Τι έγινε πολιτικά
Ο ΔΗΣΥ κέρδισε, αλλά δεν θριάμβευσε. Η Αννίτα Δημητρίου μπορεί να παρουσιάσει το αποτέλεσμα ως εντολή σταθερότητας, αφού το κόμμα παραμένει πρώτο και με 17 έδρες. Όμως το ποσοστό είναι ελαφρώς χαμηλότερο από το 2021, άρα δεν πρόκειται για κύμα επιστροφής της κεντροδεξιάς. Είναι περισσότερο μια νίκη αντοχής: ο ΔΗΣΥ επιβίωσε ως βασικός πόλος του συστήματος.
Το ΑΚΕΛ επίσης βγαίνει με θετικό πρόσημο. Δεν πέρασε πρώτο, αλλά αύξησε ποσοστό και ψήφους και διατήρησε τις 15 έδρες. Για ένα κόμμα που τα τελευταία χρόνια είχε προβλήματα δυναμικής, αυτό του επιτρέπει να μιλήσει για ανάκαμψη και επανασυσπείρωση.
Το μεγάλο άλμα όμως είναι του ΕΛΑΜ. Από 6,8% το 2021 ανέβηκε περίπου στο 10,9%-11% και από 4 έδρες πήγε στις 8, καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση. Το ΕΛΑΜ κινήθηκε με σκληρή γραμμή στο μεταναστευτικό και στο Κυπριακό, ακόμη και με θέση υπέρ του κλεισίματος των οδοφραγμάτων μεταξύ των δύο πλευρών του νησιού.
Το δεύτερο μεγάλο μήνυμα είναι η είσοδος δύο νέων παικτών: του ΑΛΜΑ, με αντιδιαφθορική και θεσμική ατζέντα, και της Άμεσης Δημοκρατίας του Φειδία Παναγιώτου, που μεταφέρει στη Βουλή ένα μοντέλο πολιτικής κινητοποίησης γύρω από social media, προσωπικό brand και αντισυστημική ψήφο. Το Reuters συνδέει την άνοδο αυτών των σχημάτων με τη δυσαρέσκεια για τη διαφθορά, το κόστος ζωής και τη γενικότερη απαξίωση του πολιτικού συστήματος.
Το πλήγμα στον Χριστοδουλίδη
Το αποτέλεσμα είναι ιδιαίτερα δύσκολο για τον Πρόεδρο Νίκο Χριστοδουλίδη. Η Κύπρος έχει προεδρικό σύστημα, άρα δεν πέφτει κυβέρνηση επειδή άλλαξε η Βουλή. Όμως η Βουλή μπορεί να δυσκολέψει ή να μπλοκάρει νομοθετικές πρωτοβουλίες. Τα κόμματα που τον στήριξαν το 2023, κυρίως το ΔΗΚΟ, η ΕΔΕΚ και η ΔΗΠΑ, βγήκαν αποδυναμωμένα: το ΔΗΚΟ έχασε έδαφος, ενώ ΕΔΕΚ και ΔΗΠΑ έμειναν εκτός Βουλής. Το Reuters σημειώνει ότι αυτό περιορίζει τις επιλογές του Χριστοδουλίδη ενόψει και των προεδρικών του 2028.
Με απλά λόγια: ο Πρόεδρος δεν έχασε θεσμικά την εξουσία, αλλά έχασε πολιτικό χώρο γύρω του. Η «προεδρική κεντρώα συμμαχία» που τον έφερε στην εξουσία το 2023 εμφανίζεται πλέον πολύ πιο αδύναμη.
Σχόλιο ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΩΝ: δεν κατέρρευσε το σύστημα, αλλά ράγισε το κέντρο
Το αποτέλεσμα δεν λέει ότι οι Κύπριοι εγκατέλειψαν πλήρως τα παραδοσιακά κόμματα. ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ παραμένουν οι δύο βασικοί πόλοι και μαζί έχουν 32 από τις 56 έδρες. Άρα το παλιό δικομματικό πλαίσιο δεν εξαφανίστηκε.
Αλλά λέει κάτι άλλο: το πολιτικό κέντρο χάνει τον ρόλο του ρυθμιστή. ΔΗΚΟ, ΕΔΕΚ, ΔΗΠΑ και Οικολόγοι, δηλαδή κόμματα που επί χρόνια λειτουργούσαν ως ενδιάμεσοι παίκτες, δέχθηκαν σοβαρό πλήγμα. Τη θέση τους την καταλαμβάνουν δύο διαφορετικές μορφές διαμαρτυρίας: από τη μία η δεξιά/εθνικιστική σκληροποίηση του ΕΛΑΜ, από την άλλη η αντισυστημική-αντιδιαφθορική ψήφος προς ΑΛΜΑ και Φειδία.
Αυτό σημαίνει ότι η νέα Βουλή θα είναι πιο δύσκολη στη διαχείριση. Για οικονομικά, θεσμικά, ενεργειακά και μεταρρυθμιστικά ζητήματα θα χρειάζονται ad hoc συμμαχίες. Δεν υπάρχει άνετη, φυσική πλειοψηφία γύρω από τον Πρόεδρο. Κάθε νομοσχέδιο θα περνάει από διαπραγμάτευση.
Στο Κυπριακό, το αποτέλεσμα επίσης έχει σημασία. Η άνοδος του ΕΛΑΜ ενισχύει τις φωνές που θέλουν πιο σκληρή γραμμή, ενώ η είσοδος νέων κομμάτων δεν εγγυάται ενιαία στάση. Αυτό δεν σημαίνει ότι αλλάζει αυτομάτως η κρατική γραμμή της Λευκωσίας, αλλά σημαίνει ότι το πολιτικό κόστος οποιασδήποτε διαπραγματευτικής ευελιξίας αυξάνεται.
Οι κυπριακές εκλογές του 2026 έστειλαν τρία μηνύματα:
Πρώτον, ο ΔΗΣΥ και το ΑΚΕΛ παραμένουν οι βασικοί πόλοι, αλλά δεν εμπνέουν πια απόλυτη πολιτική κυριαρχία.
Δεύτερον, το ΕΛΑΜ γίνεται πλέον σταθερός τρίτος πόλος, όχι απλώς κόμμα διαμαρτυρίας.
Τρίτον, η αντισυστημική ψήφος αποκτά κοινοβουλευτική μορφή, είτε ως θεσμική αντιδιαφθορά μέσω ΑΛΜΑ είτε ως πολιτική των social media μέσω Φειδία.
Άρα το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς «νίκη ΔΗΣΥ». Είναι προειδοποίηση για ολόκληρο το κυπριακό πολιτικό σύστημα: η κοινωνία δεν γύρισε την πλάτη στη σταθερότητα, αλλά ζητά νέες εκφράσεις, τιμωρεί τη φθορά και σπρώχνει τη Βουλή σε πιο δύσκολες, πιο ασταθείς ισορροπίες.
Το Ιράν παζαρεύει τον έλεγχο του Ορμούζ, ο Τραμπ αναζητά έξοδο χωρίς εικόνα υποχώρησης, και οι αγορές δοκιμάζουν αν η αποκλιμάκωση είναι πραγματική.
Η εικόνα των τελευταίων ωρών είναι αντιφατική αλλά όχι χαοτική. Από τη μία, Ουάσιγκτον και Τεχεράνη φαίνεται να έχουν καταλήξει σε ένα γενικό πλαίσιο κατανόησης για παράταση της εκεχειρίας, σταδιακή επαναλειτουργία του Στενού του Ορμούζ και έναρξη νέου γύρου διαπραγματεύσεων για το πυρηνικό πρόγραμμα. Από την άλλη, οι κρίσιμες λεπτομέρειες —ουράνιο, κυρώσεις, δεσμευμένα ιρανικά κεφάλαια, αμερικανικός αποκλεισμός και ποιος «διαχειρίζεται» πρακτικά το Ορμούζ— παραμένουν ανοιχτές. Το Associated Press μεταδίδει ότι οι ΗΠΑ είναι κοντά σε συμφωνία, αλλά ο Τραμπ είπε στους διαπραγματευτές του να «μη βιαστούν», ενώ ο αμερικανικός αποκλεισμός των ιρανικών λιμανιών παραμένει μέχρι να υπάρξει υπογεγραμμένη και πιστοποιημένη συμφωνία.
Το πιθανό σχήμα, μοιάζει περισσότερο με συμφωνία-γέφυρα παρά με τελική ειρήνη: παράταση εκεχειρίας περίπου 60 ημερών, επαναλειτουργία του Ορμούζ, χαλάρωση ή άρση του αμερικανικού αποκλεισμού, δυνατότητα ιρανικών πετρελαϊκών πωλήσεων μέσω waivers, και στη συνέχεια διαπραγμάτευση για το πυρηνικό ζήτημα. Το Reuters περιγράφει τρία στάδια: τυπικό τέλος του πολέμου, διευθέτηση της κρίσης στο Ορμούζ και παράθυρο 30 ημερών για ευρύτερη συμφωνία, με δυνατότητα επέκτασης.
Το σημείο-κλειδί είναι το εμπλουτισμένο ουράνιο. Αμερικανικές και περιφερειακές πηγές λένε ότι το Ιράν θα πρέπει να αποδεχθεί διάθεση ή απομάκρυνση του αποθέματος υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου, με πιθανές λύσεις την αραίωση ή τη μεταφορά σε τρίτη χώρα. Όμως η Τεχεράνη δεν έχει δημοσίως δεσμευθεί σε αυτό, και ιρανικές πηγές διαρρέουν ότι το πυρηνικό δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως προκαταβολική παράδοση χωρίς αντίστοιχα ανταλλάγματα. Η IAEA έχει καταγράψει ότι το Ιράν είχε συσσωρεύσει 440,9 κιλά ουρανίου εμπλουτισμένου έως 60% U-235, ενώ η υπηρεσία επισημαίνει απώλεια συνέχειας γνώσης για πυρηνικό υλικό μετά τις στρατιωτικές επιθέσεις.
Το Ορμούζ, λοιπόν, δεν είναι απλώς θαλάσσιος διάδρομος. Είναι το βασικό διαπραγματευτικό όπλο της Τεχεράνης. Το Στενό συνδέει τον Περσικό Κόλπο με τον Κόλπο του Ομάν και την Αραβική Θάλασσα, ενώ το 2024 περνούσαν από εκεί περίπου 20 εκατ. βαρέλια ημερησίως, δηλαδή περίπου το 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαϊκών υγρών. Γι’ αυτό και κάθε διατύπωση περί «ανοίγματος» δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια· είναι ζήτημα κυριαρχίας, κύρους και περιφερειακής τάξης.
Σε αυτό ακριβώς πατά το νέο ιρανικό αφήγημα. Το Tasnim μετέδωσε δήλωση Ιρανού ανώτατου διοικητή ότι η στρατηγική της ηγεσίας για τον Περσικό Κόλπο και το Στενό του Ορμούζ θα διαμορφώσει μια νέα περιφερειακή τάξη, «χωρίς ρόλο για ξένες δυνάμεις». Η ίδια γραμμή εμφανίζεται και σε άλλα ιρανικά δημοσιεύματα: η Τεχεράνη δεν θέλει να εμφανιστεί ότι «ανοίγει» το Ορμούζ επειδή πιέστηκε, αλλά ότι επιβάλλει ένα νέο καθεστώς ελέγχου και ασφάλειας υπό ιρανικούς όρους.
Στο πεδίο, η αποκλιμάκωση φαίνεται αλλά παραμένει μερική. Δύο LNG tankers, το Fuwairit και το Al Rayyan, εξέρχονται από το Ορμούζ με προορισμό Πακιστάν και Κίνα, ενώ το VLCC Eagle Verona με ιρακινό αργό κατευθύνεται προς την Κίνα μετά από σχεδόν τρεις μήνες εγκλωβισμού. Ωστόσο, πριν από τον πόλεμο η κίνηση στο Στενό ήταν 125–140 διελεύσεις ημερησίως, ενώ χιλιάδες ναυτικοί παραμένουν εγκλωβισμένοι σε πλοία στον Κόλπο. Οι αγορές το διάβασαν ως ένδειξη ελπίδας: οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν περίπου 6%, αλλά οι αναλυτές προειδοποιούν ότι η επάνοδος στην κανονικότητα μπορεί να πάρει μήνες.
Ο Τραμπ βρίσκεται σε δύσκολη ισορροπία. Αν κλείσει γρήγορα συμφωνία, θα κατηγορηθεί από τους σκληρούς Ρεπουμπλικάνους και το Ισραήλ ότι «έσωσε» το ιρανικό καθεστώς χωρίς πλήρη αποστρατιωτικοποίηση του πυρηνικού και περιφερειακού του δικτύου. Αν δεν κλείσει συμφωνία, κινδυνεύει με παρατεταμένη ενεργειακή κρίση, πίεση στις τιμές και πιθανή επανέναρξη πολεμικών επιχειρήσεων. Η ρητορική του «δεν βιάζομαι» λειτουργεί ως εσωτερική ασφάλεια: θέλει να δείξει ότι δεν τρέχει πίσω από την Τεχεράνη, αλλά επίσης ότι έχει διπλωματική έξοδο.
Το Ισραήλ είναι ο μεγάλος αστάθμητος παράγοντας. Ο Νετανιάχου δηλώνει ότι οποιαδήποτε τελική συμφωνία πρέπει να εξαλείψει τον πυρηνικό κίνδυνο, δηλαδή απομάκρυνση εμπλουτισμένου υλικού και διάλυση των υποδομών εμπλουτισμού, ενώ διατηρεί το δικαίωμα δράσης σε όλα τα μέτωπα, ιδίως στον Λίβανο. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη κι αν ΗΠΑ και Ιράν συμφωνήσουν σε τεχνικό πλαίσιο, η εφαρμογή μπορεί να ναρκοθετηθεί από το μέτωπο Ισραήλ–Χεζμπολάχ ή από μια νέα ισραηλινή επιχείρηση.
ΣΧΟΛΙΟ ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΩΝ
Βρισκόμαστε σε φάση ελεγχόμενης δοκιμής αποκλιμάκωσης, όχι σε φάση ειρήνης. Όλοι έχουν κίνητρο να σταματήσουν την αιμορραγία, κανείς όμως δεν θέλει να εμφανιστεί ότι υποχωρεί. Οι ΗΠΑ θέλουν ανοιχτό Ορμούζ και πυρηνική δέσμευση χωρίς να φανούν ότι επιβραβεύουν την Τεχεράνη. Το Ιράν θέλει άρση αποκλεισμού, πρόσβαση σε χρήματα και πολιτική αναγνώριση του ρόλου του στον Περσικό Κόλπο. Το Ισραήλ θέλει να διατηρήσει την ελευθερία στρατιωτικής δράσης. Οι μοναρχίες του Κόλπου θέλουν σταθερότητα, αλλά όχι ιρανική επικυριαρχία στο θαλάσσιο εμπόριο.
Το πιθανότερο βραχυπρόθεσμο σενάριο είναι μια περιορισμένη συμφωνία: άνοιγμα του Ορμούζ υπό μεταβατικούς όρους, παράταση εκεχειρίας, μερική οικονομική ανάσα για το Ιράν και μετάθεση των μεγάλων ζητημάτων —πυρηνικό, βαλλιστικοί πύραυλοι, περιφερειακά δίκτυα— σε επόμενο γύρο. Το δεύτερο σενάριο είναι κατάρρευση από υπερβολικές απαιτήσεις ή από ισραηλινή/ιρανική κλιμάκωση. Το τρίτο, και ίσως πιο ρεαλιστικό, είναι μια γκρίζα ζώνη: ούτε πόλεμος πλήρους έντασης ούτε κανονική ειρήνη, με περιορισμένη ναυσιπλοΐα, υψηλά ασφάλιστρα, στρατιωτική επιφυλακή και συνεχή παζάρια.
Το Ορμούζ γίνεται το τραπέζι πάνω στο οποίο παίζεται η νέα περιφερειακή τάξη. Δεν είναι μόνο πέρασμα πετρελαίου· είναι το σημείο όπου συναντώνται η αμερικανική ισχύς, η ιρανική αντοχή, η ισραηλινή ασφάλεια και η παγκόσμια οικονομία. Αν υπάρξει συμφωνία, δεν θα είναι επειδή λύθηκαν οι αντιθέσεις. Θα είναι επειδή, προς το παρόν, όλες οι πλευρές φοβούνται περισσότερο την ανεξέλεγκτη συνέχιση της κρίσης από έναν ατελή συμβιβασμό.
Συζήτηση Ευ. Βενιζέλου – Π. Τσίμα : Τι μας επιφυλάσσει το παρελθόν; – Μια συζήτηση για το μέλλον
20 Μαΐου 2026
Συζήτηση Ευ. Βενιζέλου – Π. Τσίμα στο συνέδριο του Κύκλου Ιδεών σε συνεργασία με το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, με τον γενικό τίτλο «Εθνικό Σχέδιο Δράσης υπό συνθήκες παγκόσμιας αβεβαιότητας», στην καταληκτική ενότητα : «Τι μας επιφυλάσσει το παρελθόν; – Μια συζήτηση για το μέλλον» (20.5.2026)
Π. Τσίμας: Κυρίες και κύριοι, καλησπέρα. Κύριε Πρόεδρε, ευχαριστώ πολύ που έχω και φέτος το προνόμιο να συμμετέχω σε αυτό το συνέδριο το οποίο νομίζω ότι φέτος, το λέμε κάθε χρόνο, αλλά νομίζω ότι ισχύει κιόλας κάθε χρόνο, ήταν το πιο ενδιαφέρον και το πιο συνεκτικό. Σε αυτή την τελευταία συζήτηση, το κλείσιμο του συνεδρίου, πρέπει να κάνουμε δύο πράγματα, πρώτον, μία αποτίμηση, μία προσπάθεια να συνοψίσουμε τη θεματική που προέκυψε και, δεύτερον, πρέπει να βρούμε μία απάντηση στο κρίσιμο ερώτημα, τι μας επιφυλάσσει το παρελθόν, που νομίζω ότι είναι εν τέλει το κρίσιμα ενδιαφέρον ερώτημα για το τέλος αυτών των εργασιών.
Εάν μου επιτρέπετε, θα προσπαθήσω πολύ γρήγορα, με τον πρόχειρο, εμβαλωματικό και γρήγορο τρόπο που αποτελεί τον ορισμό της δημοσιογραφίας, να συνοψίσω αυτό που εγώ κατάλαβα παρακολουθώντας το συνέδριο. Νομίζω ότι το συνέδριο συνόψισε κάτι που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε, άλλωστε ο όρος χρησιμοποιήθηκε εδώ, «Το ελληνικό ζήτημα σήμερα» το οποίο νομίζω ότι έχει τέσσερις όψεις. Η μία όψη είναι η οικονομία, αυτό που εγώ συμπέρανα παρακολουθώντας ιδίως της χθεσινής ημέρας τις πολύ ενδιαφέρουσες συζητήσεις είναι ότι κλείνει ένας κύκλος που δεν ήταν πάντα εύκολος αλλά είχε ένα στοιχείο ευκολίας, διότι η χαλάρωση των δημοσιονομικών κανόνων των ευρωπαϊκών, οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης και η διαχείριση του πληθωρισμού, όχι απλώς ως μέσο ελάφρυνσης του βάρους του χρέους αλλά και ως μέσο προσπορισμού πλεονασμάτων προς διάθεση σε επιδόματα τα οποία ανατροφοδοτούν τον πληθωρισμό, άρα προκύπτουν νέα πλεονάσματα για νέα επιδόματα και ούτω καθεξής, δημιουργούσε μία αίσθηση ευφορίας και αυτός ο κύκλος φαίνεται ότι κλείνει, ο κύκλος της ευφορίας και της ευκολίας κλείνει και η επόμενη ημέρα έχει πολλά και δύσκολα ζητήματα. Πρώτη όψη.
Δεύτερη όψη, θεσμοί. Συζητήθηκε πολύ, νομίζω το γεγονός ότι και πάλι στην έρευνα της Metron Analysis τα προβλήματα δημοκρατίας, διαφάνειας, κράτους δικαίου, δικαιοσύνης, λογοδοσίας, ιεραρχούνται ως το δεύτερο σημαντικό πρόβλημα στη συνείδηση των πολιτών μετά την οικονομία και πάνω από οποιοδήποτε άλλο, τους πολέμους, τις απειλές, την παιδεία, την υγεία, πάνω από οποιοδήποτε άλλο, είναι νομίζω καθρέπτης του προβλήματος. Θεσμοί που υφίστανται μία εσωτερική διάβρωση και μία εξωτερική δυσπιστία, πολιορκούνται από αυτήν.
Η τρίτη όψη είναι τα θέματα ασφάλειας, άμυνας, εξωτερικής πολιτικής, ασφάλειας γενικότερα. Εδώ έχουμε το παράδοξο από τη μία μεριά οι πολίτες να αναγνωρίζουν ότι αυτό είναι ίσως το πεδίο στο οποίο οι κυβερνητικές επιδόσεις θεωρούνται καλύτερες και βαθμολογούνται υψηλά, από την άλλη στο ερώτημα πόσο έτοιμη είναι η χώρα να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις του μέλλοντος, οι απαντήσεις είναι εξαιρετικά προβληματικές.
Τέλος, η τέταρτη όψη που συνοψίζει τις άλλες τρεις και εισάγει και την πολιτική συζήτηση είναι πώς όλα αυτά καθρεπτίζονται στη συνείδηση των ανθρώπων και νομίζω ότι χρησιμοποιήσατε μία διατύπωση πολύ επιγραμματική, «έχουμε μία κοινωνία η οποία είναι ανασφαλής, δυσαρεστημένη, φοβισμένη, οι πολίτες δεν αγοράζουν τα κυρίαρχα αφηγήματα και είναι εξαιρετικά καχύποπτοι».
Έκανα αυτή την πολύ γρήγορη σύνοψη αυτού που εγώ κατάλαβα και νομίζω ότι αυτή ήταν μία μεγάλη προσφορά αυτού του συνεδρίου, ότι συνόψισε χωρίς καταστροφολογικές τάσεις, με αρκετή ακρίβεια και ψυχραιμία αυτό που θα λέγαμε ελληνικό ζήτημα. Για εσάς ποια είναι η κρίσιμη πτυχή αυτού του ζητήματος;
Ευ. Βενιζέλος: Νομίζω ότι το βασικό ζήτημα το οποίο τίθεται ή για να ακολουθήσω την ορολογία σας, η βασική πτυχή του ελληνικού ζητήματος είναι η αδυναμία μας να το προσεγγίζουμε με τον ρεαλιστικό, διεισδυτικό και ειλικρινή τρόπο που απαιτείται, δηλαδή επικρατεί μία υποκριτική και επιπόλαια αναπαραγωγή στερεοτύπων σε πάρα πολλά θέματα. Για αυτό νομίζω ότι ο βασικός στόχος του συνεδρίου αυτού που εκπληρώνεται, ελπίζω δηλαδή και εύχομαι να εκπληρωθεί, είναι να απευθύνει μία έκκληση να αλλάξουμε τον τρόπο προσέγγισης. Αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία, για αυτό και πρότεινα ως τίτλο αυτής της καταληκτήριας συζήτησης μαζί σας, αυτό το παράδοξο ερώτημα, δεν ξέρουμε τι μας επιφυλάσσει το παρελθόν. Γιατί πράγματι σε πάρα πολλά ζητήματα είμαστε εγκλωβισμένοι στο παρελθόν και σε ένα παρελθόν που δεν το αντιμετωπίζουμε ως παρελθόν, γιατί έχει εισχωρήσει και στο παρόν και φοβούμαι ότι προδιαγράφει σε πάρα πολλά θέματα το μέλλον.
Για να αρχίσουμε από τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, ασφάλειας και από τη θέση της χώρας μέσα στο νέο διεθνές περιβάλλον το οποίο είναι ρευστό, αβέβαιο, ολισθηρό, επικίνδυνο, πρέπει να πω για πολλοστή φορά, αλλά είναι υποχρέωσή μου στη φάση που έχουμε φτάσει και στη θέση που βρίσκομαι εγώ τώρα, με απόλυτη σαφήνεια και ευθύτητα όλα όσα σκέφτομαι και όλα όσα έχω συμπεράνει από τη μακρά πορεία μου στον δημόσιο βίο, ότι εξακολουθεί η χώρα να είναι αιχμάλωτη αυτού που ονομάζω σύνδρομο Ζυρίχης-Λονδίνου. Το σύνδρομο Ζυρίχης-Λονδίνου του 1959-1960, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο συνήφθη η διεθνής Συνθήκη δυνάμει της οποίας αναγνωρίστηκε ως ανεξάρτητο κράτος η Κυπριακή Δημοκρατία με αποτέλεσμα ο Κωνσταντίνος Καραμανλής να λέει ότι «υπέγραψα τη Συνθήκη αυτή και κατηγορήθηκα ως προδότης», καθοδηγεί υποδόρια τις αντιλήψεις όλων των πολιτικών κομμάτων, όλων των κυβερνήσεων από το 1974 έως σήμερα. Δεν έχουμε κάνει ποτέ με ακρίβεια και ευθύτητα έναν απολογισμό αυτής της μακράς περιόδου των 52 ετών, δεν έχουμε κάνει το ισοζύγιο των θετικών και των αρνητικών που μας έχει προσφέρει η πάροδος του χρόνου και η επιλογή να μεταθέτουμε πάντα την ευθεία και οριστική αντιμετώπιση του θεμελιώδους προβλήματος που αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, γιατί εμείς έχουμε μία υβριδική, όπως είπαμε και προχθές, αντίληψη για την ασφάλεια και για την απειλή. Θεωρούμε βεβαίως ότι η απειλή είναι η Τουρκία, ποτέ δεν ευθυγραμμιστήκαμε με την απειλή όπως την ορίζει η Δύση, όπως την ορίζει το ΝΑΤΟ, όπως την ορίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση στην Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας που για εμάς πάντα…
Π. Τσίμας: Αυτό είναι ένα ζήτημα τώρα, γιατί δεν είμαστε σίγουροι πώς το ορίζει η Δύση και το ΝΑΤΟ.
Ευ. Βενιζέλος: Βεβαίως. Και τώρα δεν είμαστε καθόλου βέβαιοι για το εάν η Δύση έχει μία ενιαία αντίληψη, εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη έχουν την ίδια αντίληψη για το ποιος είναι απειλή, ποιος είναι εχθρός, ποιος είναι ο πρώτος στόχος και αυτό βεβαίως δημιουργεί, όπως αντιλαμβάνεστε, μία αβεβαιότητα ως προς τα δεδομένα δυνάμει των οποίων ή επί τη βάσει των οποίων καλούμαστε να επικαιροποιήσουμε την εθνική μας στρατηγική. Άρα λοιπόν πρέπει να ξεκινήσουμε από αυτό.
Και πάλι τώρα που συζητάμε, στην πραγματικότητα κανείς δεν προτείνει να αντιμετωπίσουμε με άλλη αντίληψη του χρόνου τα ζητήματα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, πάλι θέλουμε να τα αφήσουμε για μία καταλληλότερη περίσταση, για έναν καλύτερο συσχετισμό, όταν θα έχουμε ολοκληρώσει την προετοιμασία μας, όταν θα θεωρούμε ότι είμαστε απολύτως ας το πούμε έτσι εξοπλισμένοι και ότι η άλλη πλευρά θα συνεκτιμήσει το βαρύ κόστος που συνεπάγεται μία στρατιωτικού χαρακτήρα προσέγγιση των θεμάτων αυτών.
Εάν δείτε τον κοινό παρονομαστή όλων των συζητήσεων, θα δείτε ότι ο κοινός παρονομαστής είναι μία θεωρία περί επεισοδίου, ακόμη και η συζήτηση συμβολικού χαρακτήρα που έγινε την πρώτη ημέρα και που προκάλεσε αντιδράσεις, ποιος τηλεφωνεί στον Έλληνα Πρωθυπουργό και σε ποιον τηλεφωνεί ο Έλληνας Πρωθυπουργός. Αυτή η συζήτηση είναι μία συζήτηση εντός του πλαισίου της πρακτικής και της θεωρίας του επεισοδίου. Μα η εμπειρία των επεισοδίων τα τελευταία 52 χρόνια μας έχει οδηγήσει, ας το πούμε ευθέως, σε σταδιακές διολισθήσεις. Διολισθήσαμε μία πρώτη φορά στη δεκαετία του 1970, μετά το 1974 με τη μεγάλη κρίση του 1976, όπου ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έκανε τα πάντα φοβούμενος, νιώθοντας ότι δεν έχει πίσω του μία χώρα στρατιωτικά εξοπλισμένη και έτοιμη, άρα προσέφυγε στο Συμβούλιο Ασφαλείας, προσέφυγε στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και με κύρια προσφυγή και απεδέχθη τις συνομιλίες με την Τουρκία που κατέληξαν στο Πρωτόκολλο της Βέρνης. Από αυτές τις τρεις κινήσεις, απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας, μη αποδοχή της δικαιοδοσίας του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης και Πρωτόκολλο της Βέρνης, έχει εξαρτηθεί σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό η στάση μας 52 χρόνια. Διολισθήσαμε στη δεκαετία του 1980, διολισθήσαμε στη δεκαετία του 1990 και οι διολισθήσεις σταματούν και μετά συνεχίζονται, αλλά με πιο αργό ρυθμό τη μακρά περίοδο Ερντογάν. Η μακρά περίοδος Ερντογάν είναι η μισή Μεταπολίτευση, είναι τα 24 από τα 52 χρόνια και ακόμη και εάν τη διχοτομήσουμε σε μία περίοδο έως το 2016, την περίοδο δηλαδή μέχρι την απόπειρα πραξικοπήματος και σε μία περίοδο μετά το 2016, εγώ θα έλεγα ότι και τα δύο αυτά ημίχρονα είναι εξίσου σημαντικά και πάντως έχουν ως κοινό παρονομαστή ότι δεν είχαμε ποτέ μείζονα κρίση. Δεν αξιοποιήσαμε όμως αυτή τη μακρά περίοδο γιατί δεν είχαμε ποτέ το εσωτερικό θάρρος για να το κάνουμε, δεν είχαμε την πραγματική εσωτερική συναίνεση, δεν συμφωνήσαμε ποτέ στο τι σημαίνει πραγματικά πατριωτισμός.
Άρα αυτό νομίζω ότι πρέπει τώρα να το δούμε μέσα σε ένα περιβάλλον πολύ πιο απαιτητικό, γιατί το παλιό τρίγωνο, Ελλάδα-Τουρκία-Ηνωμένες Πολιτείες οι οποίες παρεμβαίνουν και μετατρέπουν κάθε στρατιωτική κρίση, ένταση, τριβή σε διπλωματική διαδικασία, εκτονώνουμε την κατάσταση και συνεχίζουμε, αλλά συνεχίζουμε, συνεχίζουμε, συνεχίζουμε, έχουμε φτάσει στο να διατηρείται το casus belli, εμείς να μην έχουμε δώσει μία οριστική απάντηση στο ζήτημα των χωρικών υδάτων. Να έχουμε μόνοι εμείς χωρικά ύδατα 6 ναυτικών μιλίων, όχι στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Μεσόγειο όπου όλοι οι άλλοι έχουν 12 πλην της Τουρκίας που πρακτικά επιφυλάσσεται στα σημεία τα οποία είναι εγγύτερα προς τα ελληνικά νησιά, αλλά η Αίγυπτος, η Ιταλία, η Αλβανία, η Λιβύη, όλοι οι συνομιλητές μας έχουν 12 και εμείς έχουμε 6, στο μεγαλύτερο μέρος πλην των προσφάτων επεκτάσεων, οι οποίες έγιναν μετά την οριοθέτηση της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης. Άρα έχουμε αποδεχτεί στην πρακτική μας και αυτό, ότι πρώτα μπορούμε να οριοθετούμε την ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα, που με την Αίγυπτο αυτό δεν ισχύει κατά νομική ακριβολογία, γιατί έχουμε οριοθετήσει την ΑΟΖ και μετά να επεκτείνουμε κατά περίπτωση, σημειακά.
Άρα πρέπει να τα αξιολογήσουμε όλα αυτά μέσα σε ένα νέο περιβάλλον και επαναλαμβάνω και τώρα αυτό που είχα πει και την πρώτη ημέρα, με αφορμή τη δημοσκόπηση της Metron Analysis, ότι ο χρόνος είναι μία καθοριστική παράμετρος στην εξωτερική πολιτική και στην πολιτική ασφάλειας, δεν μπορούμε να αντιμετωπίζουμε αυτή την παράμετρο παθητικά, δηλαδή να την αντιμετωπίζουμε ως μία κατάσταση η οποία έχει διαμορφωθεί και εμείς απλώς ζούμε μέσα σε αυτήν.
Π. Τσίμας: Περιγράψατε με αυτό που έχετε πολλές χρησιμοποιήσει ως έκφραση, το σύνδρομο της Ζυρίχης και του Λονδίνου, δηλαδή μία κατάσταση στην οποία στο όνομα ενός πατριωτισμού που δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί του, το εθνικό συμφέρον απομειώνεται και βλάπτεται στην πράξη και αυτό έχει συμβεί με περιστάσεις όπου είχαμε την ευκαιρία και παραλίγο αλλά και αυτές χάθηκαν, για παράδειγμα η διαδικασία του Ελσίνκι που θα μπορούσε να πει κανείς και να το συζητήσει.
Ευ. Βενιζέλος: Δηλαδή ηθικό δίδαγμα, πρέπει στην εξωτερική πολιτική και σε αυτό που λέμε εθνική στρατηγική να φύγουμε από το πολύ στενό πλαίσιο της θεωρίας των επεισοδίων και να δούμε τα θέματα αυτά με έναν τρόπο πιο δημιουργικό και πιο αποτελεσματικό για το εθνικό συμφέρον, διότι τι λέμε τώρα; Διακηρύσσουμε την κυριαρχία μας και την προστατεύουμε απολύτως και τη θέτουμε εκτός συζητήσεως και διαπραγματεύσεως προφανώς, αλλά δεν επεκτείνουμε τα χωρικά ύδατα, διακηρύσσουμε ρητορικά τα κυριαρχικά μας δικαιώματα αλλά δεν έχουμε ανακηρύξει την ΑΟΖ και η υφαλοκρηπίδα βεβαίως ισχύει ab initio και ipso facto αλλά πρέπει να οριοθετηθεί, δεν έχουμε οριοθετήσει την υφαλοκρηπίδα και την αποκλειστική οικονομική ζώνη, άρα είμαστε σε μία αβεβαιότητα. Όλη αυτή η συζήτηση γίνεται για τα ορυκτά καύσιμα, γίνεται για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας off-shore, επάνω σε τεχνητές πλατφόρμες στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο; Πρέπει κάποια στιγμή να μιλήσουμε με μία στοιχειώδη ευθύτητα και να πούμε τι θέλουμε να κάνουμε στα θέματα αυτά και αυτό βέβαια αφορά και άλλα απλούστερα ζητήματα, όπως είναι οι αγωγοί και τα καλώδια, χωρίς να θέλω τώρα να μπω σε λεπτομέρειες, πάντως τα πρακτικά αποτελέσματα τα αντιλαμβανόμαστε.
Π. Τσίμας: Δεν ξέρω εάν μπορεί κανείς να είναι αισιόδοξος ότι αυτό που δεν κατάφερε όλα αυτά τα χρόνια ένα ισχυρό, ανταγωνιστικό, αλλά σταθερό πολιτικό σύστημα, να το επιτύχει τώρα ένα ασταθές, κατατμημένο, αβέβαιο και ασύντακτο σχεδόν.
Ευ. Βενιζέλος: Αυτό είναι το σταυρικό ζήτημα των σύγχρονων δημοκρατιών και της Ελληνικής Δημοκρατίας, το έχω πει πολλές φορές, είναι ο τίτλος ενός βιβλίου μου του 2018, «Η δημοκρατία κινείται μεταξύ συγκυρίας και Ιστορίας». Άρα έχουμε κινηθεί όλα αυτά τα χρόνια συγκυριακά, χωρίς μία αίσθηση Ιστορίας, χωρίς να προσβλέπουμε στον λεγόμενο μακρύ ιστορικό χρόνο και τα επτά αυτά χρόνια τα τελευταία, χρόνια σταθερότητας, υποτιθέμενης επιστροφής στην κανονικότητα, αυτό που δεν έκανε η χώρα είναι ότι δεν κινήθηκε με ιστορική θεώρηση, αλλά κινήθηκε και κινείται με συγκυριακή θεώρηση.
Άρα όταν η δημοκρατία σε καθιστά πανίσχυρο, όταν η δημοκρατία σου δίνει εντολή, πρέπει να απαντήσεις κάποια στιγμή στο ποια είναι καταρχάς η ηθική επιλογή σου, η ηθική με την έννοια της ηθικής των θεσμών και της ηθικής της Ιστορίας. Είναι η θεώρησή σου ιστορική; Θέλεις να γραφτείς στην Ιστορία ή θέλεις να έχεις κερδίσει μία, δύο, τρεις εκλογές και να έχεις κυβερνήσει πολλά χρόνια; Είναι σεβαστή αυτή η επιλογή, αλλά αυτή η επιλογή δεν δημιουργεί νέα δεδομένα στα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας. Στο μεταξύ ο κόσμος αλλάζει, ξεκινήσαμε με άλλες βεβαιότητες το 2019 και ξημερωνόμαστε με άλλες αβεβαιότητες το 2026. Αυτή είναι η επταετία.
Π. Τσίμας: Άρα παίρνω από αυτό για να κλείσουμε τη συζήτηση για τα θέματα ασφάλειας, εξωτερικής πολιτικής, αισθήματος ασφάλειας, το είπατε και τώρα, έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση η συζήτηση με το περίφημο τηλεφώνημα στις 3 η ώρα τα ξημερώματα, νομίζω ότι ο πρώτος που το χρησιμοποίησε ήταν κάποτε ο Πρόεδρος Λύντον Τζόνσον ως πολιτικό ας πούμε επιχείρημα. Το ερώτημα δεν είναι ούτε ποιος θα σηκώσει το τηλέφωνο στο Μέγαρο Μαξίμου, είναι περισσότερο ποιος θα είναι στην άλλη μεριά του τηλεφωνήματος, είναι προπάντων ποιο είναι το περιεχόμενο αυτού του τηλεφωνήματος, διότι μεταξύ μας, εάν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, όλα αυτά τα χρόνια είχε διαμορφωθεί και εμπεδωθεί ένα αίσθημα στοιχειώδους ασφάλειας βασισμένο σε αυτό που είπατε, το σύνδρομο του επεισοδίου, ότι ό,τι και να γίνει, κάποια στιγμή θα χτυπήσει ένα τηλέφωνο, θα είναι στην άλλη γραμμή κάποιος Αμερικανός αξιωματούχος, Αμερικανός κύριος ο οποίος θα παρέμβει και η κρίση θα εκτονωθεί και το status quo θα διατηρηθεί. Επειδή αυτό νομίζω και ο λιγότερο ενημερωμένος πολίτης είναι πια βέβαιος ότι δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα συμβεί, ότι δεν έχουμε ιδέα ποιο είναι το περιεχόμενο του τηλεφωνήματος, το κεντρικό ερώτημα είναι ποιος, ποια πολιτική δύναμη, ποιος συνδυασμός πολιτικών δυνάμεων, ποια συναίνεση μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων μπορεί να υποκαταστήσει το παλιό αίσθημα ασφάλειας, το παλιό σύστημα ασφάλειας που ήταν ότι είμαστε μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέλη του ΝΑΤΟ, έχουμε μία ισχυρή αμυντική συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες και αυτό είναι μία επαρκής θωράκιση της χώρας, εάν αυτό δεν είναι πια επαρκές, ποιος δημιουργεί και υπό ποιες προϋποθέσεις, εννοώ πολιτικά στο εσωτερικό της χώρας, τις προϋποθέσεις ενός καινούριου συστήματος ασφάλειας, στρατηγικής ασφάλειας και αισθήματος ασφάλειας;
Ευ. Βενιζέλος: Θα σας απαντήσω σε αυτό. Εάν περιμένουμε να χτυπήσει το τηλέφωνο, θα είναι σε κάθε περίπτωση αργά, πρέπει να έχουμε αποτρέψει αυτού του είδους τα τηλεφωνήματα και για αυτό χρειαζόμαστε άλλου τύπου, επίκαιρη και επιχειρησιακή εθνική στρατηγική. Ξέρετε τι θυμίζει ή πού παραπέμπει ή από πού εμπνέεται το τηλέφωνο 3 η ώρα τη νύχτα; Από την επίσκεψη του Ιταλού Πρέσβη στον Ιωάννη Μεταξά το ξημέρωμα της 28ης Οκτωβρίου 1940, ότι πήγε ο Πρέσβης, σηκώθηκε ο Πρωθυπουργός, ο Πρωθυπουργός μίας δικτατορικής κυβέρνησης, φόρεσε την robe de chambre, τον δέχτηκε και του είπε το τελεσίγραφο ο Γκράσι και απάντησε ο Μεταξάς, alors, c’est la guerre, αυτό που εμείς έχουμε συμβολίσει ως «όχι». Ωραία, αυτό ήταν κάτι το οποίο κυοφορήθηκε, κάτι το οποίο το περιμέναμε, κάτι το οποίο αφορούσε τους συσχετισμούς των δυνάμεων. Ο Μεταξάς απεφάσισε τότε αυτοστιγμεί να κάνει μία επιλογή υπέρ των συμμάχων, στην πραγματικότητα να αποδεχθεί τις στρατηγικές επιλογές του Ελευθερίου Βενιζέλου και στην πραγματικότητα να κηρύξει τη λήξη του εθνικού διχασμού, αποδεχόμενος τις επιλογές του μεγάλου αντιπάλου του και αυτό έγινε εκείνη τη στιγμή, στο φτερό, επειδή είχε καλά αντανακλαστικά; Αυτό είναι αποτέλεσμα μίας μακράς διεργασίας. Θέλετε να πάρουμε ένα παράδειγμα πολύ πρόσφατο κρίσης; Η κρίση των Ιμίων έγινε το βράδυ που ξέρουμε, το βράδυ που συνεδρίασε το ΚΥΣΕΑ, το βράδυ που έγινε η τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ; Όχι, κυοφορήθηκε επί σχεδόν ένα μήνα.
Άρα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι και η καλύτερη διαχείριση κρίσης είναι αυτή που αποφεύγει την εξέλιξη της κρίσης, την εμφάνιση της κρίσης, την εμφάνιση. Και μπορείς να κάνεις κινήσεις οι οποίες αποτρέπουν την εμφάνιση της κρίσης, πάντα στη λογική του επεισοδίου όμως, αυτή είναι η λογική του επεισοδίου, δεν είναι η λογική των μεγάλων κινήσεων που αλλάζουν το πλαίσιο αναφοράς και απελευθερώνουν τη χώρα από έναν βραχνά ο οποίος την κρατά καθηλωμένη 52 χρόνια με το καταγωγικό τραύμα της Μεταπολίτευσης, γιατί το καταγωγικό τραύμα της Μεταπολίτευσης είναι η ήττα στην Κύπρο λόγω της προδοσίας από τη χούντα. Αυτό δεν το έχουμε ξεπεράσει, να γιατί πρέπει να δούμε τι μας επιφυλάσσει το παρελθόν.
Π. Τσίμας: Τελευταίο ερώτημα, γιατί συζητήθηκε πολύ και επανέρχεται στη συζήτηση γιατί ακριβώς το περιμένουμε να γίνει.
Ευ. Βενιζέλος: Στην εξωτερική πολιτική;
Π. Τσίμας: Ναι. Εννοώ αυτό το περίφημο σχέδιο νόμου που υποτίθεται ότι θα έρθει, θα έρθει, όχι υποτίθεται, βεβαιώνεται ότι θα έρθει, απλώς δεν ξέρουμε το περιεχόμενό του, αρχές Ιουνίου στην Τουρκική Εθνοσυνέλευση. Υπάρχει μία ανάγκη να καταλάβουμε, να ερμηνεύσουμε την κίνηση της άλλης πλευράς για να σκεφτούμε καλύτερα τους όρους της δικής μας αντίδρασης. Έχω ακούσει πολλές εκδοχές και εσείς, την εκδοχή ότι είναι μία κίνηση της Τουρκίας, απάντηση σε αυτό το αίσθημα περικύκλωσης που της έχει δημιουργηθεί από τις κινήσεις που έχουν γίνει κυρίως στο μέτωπο Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, ότι είναι μία κίνηση η οποία έχει προεκλογική στόχευση γιατί πλησιάζουν οι εκλογές και ο Πρόεδρος Ερντογάν πρέπει να διατηρήσει τον θρησκευτικο-εθνικιστικό συνασπισμό του οποίου ηγείται. Έχω ακούσει την άποψη επίσης ότι αυτή είναι μία κίνηση η οποία γίνεται απλώς για να προετοιμάσει άλλο ένα καλοκαίρι έντασης στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο ή, τέλος, την άποψη ότι επειδή και η Τουρκία αισθάνεται ότι είναι πιθανόν οι εξελίξεις οι διεθνείς στην περιοχή να φέρουν γρήγορα, υποχρεωτικά σχεδόν, μία μεγάλη διαπραγμάτευση για την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών στην Ανατολική Μεσόγειο, κάνει μία κίνηση στο εσωτερικό της Δίκαιο ώστε να κάτσει στο τραπέζι έχοντας και αυτό. Τι να πιστέψουμε;
Ευ. Βενιζέλος: Κάνατε λοιπόν μία πάρα πολύ ωραία κωδικοποίηση πιθανών λόγων για τους οποίους η Τουρκία ετοιμάζεται να ψηφίσει έναν εσωτερικό νόμο, το ακριβές περιεχόμενο του οποίου δεν το ξέρουμε αλλά πάντως σχετίζεται με το ζήτημα των οριοθετήσεων των θαλασσίων ζωνών και των διμερών και πολυμερών σχέσεων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο και εμείς το παρακολουθούμε αυτό. Εγώ δεν έχω την απαίτηση από την κυβέρνηση και τους χειριστές, τον Πρωθυπουργό, τον Υπουργό Εξωτερικών, τον Υπουργό Αμύνης, να πουν δημόσια τι κάνουν, αλλά θεωρώ ότι κάνουν ό,τι πρέπει να κάνουν. Σίγουρα ως χώρα δεν περιμένουμε παθητικά τις εξελίξεις, δεν περιμένουμε τη στιγμή που θα ψηφιστεί ο νόμος, θα δημοσιευτεί στην τουρκική εφημερίδα της κυβερνήσεως και θα τον διαβάσουμε. Άρα πρέπει να μετατρέψουμε αυτή τη συγκυρία η οποία φαίνεται να είναι αρνητική, σχεδόν απειλητική, σε μία ευκαιρία. Καταρχάς πρέπει να κερδίσουμε το περιθώριο της συζήτησης και, δεύτερον, πρέπει να είμαστε έτοιμοι να κάνουμε μία συζήτηση. Ποιος λοιπόν θα κάνει την επαφή με την Τουρκία, λέγοντας ότι αντί να ψηφίσετε το νόμο, ελάτε να συζητήσουμε, να δούμε μήπως έχουμε περιθώριο να κινηθούμε στον δικό μας ρυθμό, χωρίς να αφήνουμε το δικαίωμα καθορισμού του ρυθμού σε οποιονδήποτε άλλο.
Θα μπορούσε να παρέμβει σε αυτή την περίπτωση κάποιος που βρίσκεται πέραν των Ηνωμένων Πολιτειών και της administration; Θα μπορούσε ας πούμε να παρέμβει μία ευρωπαϊκή κυβέρνηση; Θα μπορούσε να παρέμβει η Ευρωπαϊκή Ένωση θεσμικά; Θα μπορούσε να παρέμβει το Ισραήλ που είναι ένας σύμμαχος στον οποίο αποδίδουμε πάρα πολύ μεγάλη σημασία; Αυτό εννοούσα λέγοντας σε ποιον θα τηλεφωνήσει ο εκάστοτε Έλληνας πρωθυπουργός. Το Ισραήλ δεν μπορεί να παρέμβει, έτσι δεν είναι; Θα έλεγα ότι και οι χώρες του Κόλπου που είναι κοντά μας, δεν μπορούν να παρέμβουν αποτελεσματικά. Θα μπορούσε να παρέμβει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεσμικά; Δύσκολο και πάντως, εάν προταθεί από την άλλη πλευρά μία διαδικασία διπλωματική, αυτή θα κριθεί με ευρωπαϊκά ας το πούμε έτσι κριτήρια και όχι με κριτήρια εθνικά που εμείς είμαστε πάρα πολύ αυστηροί στο τι αποδεχόμαστε ως αντικείμενο συζήτησης και τι δεν αποδεχόμαστε. Θα μπορούσε μονομερώς κάποια κυβέρνηση; Η γαλλική κυβέρνηση;
Θα έλεγα ότι το απλούστερο είναι η ίδια η ελληνική κυβέρνηση να επικοινωνήσει με την τουρκική στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο και να πει ότι επειδή διαβάζουμε αυτά, μήπως είναι μία ευκαιρία να συζητήσουμε, να δούμε, αντί να επιβαρύνουμε τις σχέσεις μας, πώς μπορούμε να κάνουμε ένα βήμα συζήτησης στο πλαίσιο που ήδη έχουμε διαμορφώσει, της Διακήρυξης των Αθηνών, των διερευνητικών γύρων, των μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης, το Διεθνούς Δικαίου που το αποδέχεται η Τουρκία αναφερόμενη στο σώμα της νομολογίας των διεθνών δικαστηρίων για την οριοθέτηση και εν πάση περιπτώσει χωρίς να αλλάζουμε τις θέσεις μας. Αλλά σας διαβεβαιώνουμε ότι εμείς δεν κάνουμε καμία κίνηση η οποία θίγει την ασφάλειά σας, διαβεβαιώστε μας και εσείς ότι δεν έχετε καμία πρόθεση να θίξετε την ασφάλειά μας και ελάτε να συζητήσουμε, αντί να περιμένουμε την κορύφωση της έντασης και τη λειτουργία μας ως επιμηθέων. Αυτό δεν το λέει κανείς στην Ελλάδα. Δηλαδή περιμένουμε να φτάσουμε την τρίτη ημέρα του συνεδρίου του Κύκλου που είναι μία δεξαμενή σκέψης, για να το πούμε συζητώντας τώρα οι δυο μας. Καταλάβατε ποιο είναι το θέμα;
Π. Τσίμας: Αυτό είναι καλό για τη συζήτηση που κάνουμε οι δυο μας.
Ευ. Βενιζέλος: Ναι.
Π. Τσίμας: Ωραία. Νομίζω ότι αυτή η παρατήρηση έχει ένα βάρος και πάμε παρακάτω. Θεσμοί, αυτό είναι το θέμα που συζητήθηκε περισσότερο. Θα σας πω μία λιγάκι αυθαίρετη ανάγνωση που έκανα των δεδομένων και της δημοσκόπησης της Metron Analysis και κυρίως, αυτό που είναι εντυπωσιακό στην ανάλυση, του τι είναι αυτό που θεωρείτε ότι είναι πρόβλημα στο σύμπαν το θεσμικό, κράτος δικαίου. Μακράν πρώτον είναι το θέμα της λογοδοσίας, δηλαδή αυτή η αίσθηση ότι δεν δίνουν λογαριασμό.
Υπάρχει μία αμφισβήτηση της δικαιοσύνης, είναι φανερό. Δηλαδή όταν ρωτάς για τις μεγάλες υποθέσεις, πόσοι πιστεύουν ότι θα αποδοθεί δικαιοσύνη και απαντά ένας στους πέντε στην καλύτερη περίπτωση, είναι φανερό ότι εδώ έχουμε ένα κολοσσιαίο πρόβλημα. Υπόθεση, αυτή η αμφισβήτηση δεν προέρχεται τόσο από την καθημερινή εμπειρία του πολίτη που έχει βρεθεί κάποτε σε ένα δικαστήριο, δεν είναι δηλαδή συμπέρασμα μίας εκτεταμένης κατάστασης όπου οι άνθρωποι πάνε στα δικαστήρια και αδικούνται, δεν βρίσκουν το δίκιο τους.
Ευ. Βενιζέλος: Όχι.
Π. Τσίμας: Τα δικαστήρια είναι διεφθαρμένα ή οτιδήποτε. Προέρχεται από ένα και μόνο πράγμα, από το σε κοινή θέα φαινόμενο, η δικαιοσύνη και μάλιστα στο υψηλότερο επίπεδο να μοιάζει να κάνει τα χατίρια της Κυβέρνησης.
Ευ. Βενιζέλος: Ναι.
Π. Τσίμας: Αντί να την υποχρεώνει σε λογοδοσία, να κάνει κινήσεις που μοιάζει στα μάτια της κοινής γνώμης να την απαλλάσσει από την ευθύνη της λογοδοσίας.
Ευ. Βενιζέλος: Το θέσατε εξαιρετικά. Μα αυτό το οποίο κατέγραψε η δημοσκόπηση δεν είναι τα προβλήματα λειτουργίας της δικαιοσύνης, δεν αντιδρά η κοινή γνώμη στις καθυστερήσεις ή στα δικαστικά λάθη ή στις δικαστικές αδικίες, αντιδρά στη σχέση μεταξύ των θεσμών. Αντιδρά στο γεγονός ότι δεν λειτουργεί η διάκριση των εξουσιών και η δικαιοσύνη, πράγματι, δεν πιέζει την εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία ώστε να λειτουργήσουν μηχανισμοί λογοδοσίας. Αυτό είναι προϊόν της αντιπαράθεσης με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και του χειρισμού των μεγάλων εμβληματικών υποθέσεων, υποκλοπές, Τέμπη, ΟΠΕΚΕΠΕ, είναι σαφές στη δημοσκόπηση.
Όταν έχεις μία κυβέρνηση εθνική η οποία αντιδικεί ανοικτά με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία- εγώ δεν λέω νομικά έχει σε όλα δίκιο η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και σε όλα άδικο η ελληνική κυβέρνηση ή το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, έχω να πω πολλά από πλευράς νομικής – αλλά πολιτικά η εικόνα είναι αυτή. Είναι ότι υπάρχει ένα εισαγγελικό όργανο το οποίο έχει χειριστεί την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και αυτό προκαλεί μία δυσφορία στην ελληνική κυβέρνηση και στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία η οποία εκούσα άκουσα αντιδρά και δεν αποδέχεται την κίνηση μίας έρευνας. Το ίδιο έχει συμβεί και στα Τέμπη, διότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διαχειρίστηκε ένα σημείο πολύ κρίσιμο στο υπόβαθρο της υπόθεσης των Τεμπών που είναι η περιβόητη σύμβαση 717. Όλα αυτά, όπως έχουμε ξαναπεί, κωδικοποιούνται στο άρθρο 86 για την ποινική ευθύνη των υπουργών που είναι μία λανθασμένη και άδικη εντύπωση, γιατί θέλω να εξηγήσω για μία ακόμη φορά ότι τα προηγούμενα χρόνια δεν εφαρμόστηκε το άρθρο 86 σε πολύ μεγάλες και πολύκροτες περιπτώσεις ευθύνης υπουργών. Δεν εφαρμόστηκε το άρθρο 86 όταν διερευνήθηκαν μέλη κυβερνήσεων, και του ΠΑΣΟΚ και άλλων κομμάτων, για αδικήματα που σχετίζονται με τη νομιμοποίηση εσόδων τα οποία δεν υπάγονται στο άρθρο 86 και βεβαίως δεν εφαρμόστηκε το άρθρο 86 στην κορυφαία υπόθεση της σκευωρίας Novartis η οποία επηρέασε και την έκβαση της Συνθήκης των Πρεσπών, διότι δεν ζητήθηκε η συναίνεση της αντιπολίτευσης και πώς θα μπορούσε να ζητηθεί και η συμβολή της στη διαπραγμάτευση όταν είχαμε παραλλήλως τη σκευωρία σε απόλυτη εξέλιξη.
Για να ανοίξω μία παρένθεση και να θυμίσω ότι, φυσικά δεν εφαρμόζεται η Συνθήκη των Πρεσπών διότι δεν ανοίγουν τα κεφάλαια της προ-ενταξιακής διαπραγμάτευσης της Βόρειας Μακεδονίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση και άρα δεν εφαρμόζεται το σύνθετο όνομα εσωτερικά. Πρέπει δε να σας πω ότι έχω δημοσιεύσει επιστημονική μελέτη την οποία με πολύ μεγάλη επιμέλεια συνέταξα, για το πώς υπερισχύει η Συνθήκη των Πρεσπών του Συντάγματος της Βόρειας Μακεδονίας και δεν μπορεί να ανατραπεί από το Σύνταγμα. Αλλά παρακολουθούμε την εξέλιξη της περιβόητης ας πούμε προοπτικής ένταξης των δυτικών Βαλκανίων και ιδίως της Βόρειας Μακεδονίας που συνδέεται με την εφαρμογή και τις ισορροπίες της Συνθήκης των Πρεσπών; Κλείνει η παρένθεση, για να δείτε πώς συνδέονται τα θέματα.
Άρα εδώ ο κόσμος πια παρακολουθεί τώρα τις εξελίξεις αυτές που βλέπουμε, δηλαδή μία συζήτηση για το αν η ανανέωση της θητείας των εντεταλμένων ευρωπαίων Εισαγγελέων θα είναι πενταετής ή διετής, για το αν θα ψηφιστεί διάταξη για τη λεγόμενη επιτάχυνση των δικών που αφορούν βουλευτές, διάταξη στην οποία αντέδρασε η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία,εάν θα γίνει Εξεταστική για τις υποκλοπές ή δεν θα γίνει, εάν θα έρθει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας ή αν θα την αγνοήσει θεσμικά. Ακόμα και αν δεν έλεγε τίποτα για τις αρμοδιότητές του, ακόμη και αν πήγαινε και έλεγε, ήρθα για λόγους θεσμικού σεβασμού, αλλά δεν μπορώ να σας πω τίποτα για τη διάταξή μου. Θα του έλεγαν οι βουλευτές της αντιπολίτευσης, μήπως είχατε λόγο εξαιρέσεως ή γιατί δεν ρωτήσατε το Δικαστικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου; Θα έλεγε αυτός, έκρινα ότι δεν είχα λόγο εξαιρέσεως. Ωραία, τελείωσε η ακρόαση, αλλά εντός ενός πλαισίου θεσμικού σεβασμού.
Τώρα δείτε πώς εξελίσσεται η δίκη για τα Τέμπη στη Λάρισα. Υπάρχουν οι ποινικές προδικασίες για τον κ. Τριαντόπουλο και τον κ. Κώστα Καραμανλή στον Άρειο Πάγο, στο Ειδικό Δικαστήριο, και βεβαίως όλες οι υποθέσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ όπου κανείς Υπουργός, για τον οποίο εστάλη φάκελος δικογραφίας, δεν παραπέμπεται ούτε καν σε προκαταρκτική επιτροπή στη Βουλή, δεν κινείται ούτε καν η κοινοβουλευτική διαδικασία, απορρίπτονται οι αιτήσεις των βουλευτών, βεβαίως, τυπικά της αντιπολίτευσης, αλλά ουσιαστικά της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας χωρίς καμία περαιτέρω εξέταση. Άρα δεν είναι ότι υπάρχει μία κατάσταση, είναι ότι συνεχίζεται αυτό και εντός του πλαισίου αυτού λέει η κυβέρνηση και αυτό πρέπει να το αξιολογήσουμε, θα κάνουμε όμως μία καταπληκτική αναθεώρηση του Συντάγματος, θα τα λύσουμε όλα αυτά με την αναθεώρηση του Συντάγματος.
Κάναμε και εμείς εδώ πολυτελείς συζητήσεις για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Αγαπώ όλους τους συμμετέχοντες και τις συμμετέχουσες, τους θεωρώ επιστήμονες υψηλοτάτου επιπέδου, μαθαίνω πολλά από αυτούς που είναι μαθητές μου οι περισσότεροι, αλλά πρέπει να σας πω ότι, δεν πρόκειται να γίνει καμία αναθεώρηση του Συντάγματος. Γιατί πώς θα γίνει αναθεώρηση του Συντάγματος, από ποια επόμενη Βουλή θα γίνει αναθεώρηση του Συντάγματος που θα είναι η αναθεωρητική Βουλή, ποια θα είναι;
Π. Τσίμας: Αν το αφήσουμε αυτό, γιατί αυτό είναι πράγματι ένα πρακτικό θέμα, ότι ενδεχομένως όλη αυτή η συζήτηση να καταλήξει σε μία μαύρη τρύπα διότι…
Ευ. Βενιζέλος: Όχι, μένει όμως το ζήτημα του σεβασμού του Συντάγματος.
Π. Τσίμας: Μπράβο, αυτό.
Ευ. Βενιζέλος: Γιατί αναθεώρηση δεν πρόκειται να γίνει με βάση τους καταγεγραμμένους συσχετισμούς και την προοπτική που έχουμε για την επόμενη, τη μεθεπόμενη ή την τρίτη Βουλή, διότι πρέπει η Βουλή να αναδείξει κυβέρνηση, άρα χρειάζεται μία πρώτη φάση συναίνεσης για να έχεις κυβέρνηση και μία δεύτερη φάση συναίνεσης ώστε να βρεις 180 ψήφους να κάνεις αναθεώρηση.
Με συγχωρείτε, αυτό δεν το θεωρώ πιθανό ή μπορεί να καταστεί πιθανό εάν πάμε σε μία πολύ μεγάλη πολιτική ανατροπή, αλλά επειδή η πολιτική ανατροπή μπορεί να είναι, ας το πούμε έτσι, και αντί-συστημική, πάλι δεν μπορούμε να πάμε σε πλειοψηφίες 180 ψήφων. Είναι λοιπόν εξαιρετικά ανεύθυνο αυτό που λέει η κυβερνητική πλειοψηφία ότι ελάτε να ψηφίσουμε τώρα την ανάγκη αναθεώρησης με 180, ώστε η επόμενη Βουλή με 151 να μπορεί να αναθεωρήσει το Σύνταγμα. Δηλαδή θα κινηθούμε προς την απόλυτη πολιτική και εκλογική αβεβαιότητα ηρτημένης της αυστηρότητος του Συντάγματος. Δηλαδή η χώρα θα έχει ένα Σύνταγμα το οποίο θα μπορεί να τροποποιηθεί από μία πλειοψηφία απλή που δεν ξέρουμε ποια θα είναι και παραδίδουμε σε αυτήν τη θεσμική και ιστορική αβεβαιότητα το Σύνταγμα της χώρας. Γιατί; Για να λέμε ότι παίρνουμε μία πρωτοβουλία και ότι το ΠΑΣΟΚ δεν είναι υπεύθυνο και δεν συναινεί να ψηφίσει από τώρα την ανάγκη αναθεώρησης με 180, ώστε να μην ξέρουμε ποιοι 151 θα αναθεωρήσουν το Σύνταγμα. Μα ποτέ, ποτέ, 180 στη δεύτερη Βουλή, την αναθεωρητική, μέχρι να ανατείλει ο ήλιος από τη Δύση, για να προστατεύσουμε το Σύνταγμα της χώρας.
Π. Τσίμας: Καταλαβαίνουμε, καταλαβαίνω εγώ, τουλάχιστον έτσι το καταλαβαίνω, την επικοινωνιακή διάσταση της συζήτησης για την αναθεώρηση. Δηλαδή αναγνωρίζουμε ότι κάτι δεν πάει καλά, ότι κακομεταχειριζόμαστε τις ανεξάρτητες αρχές, κακομεταχειριζόμαστε τη λογοδοσία, τις επιτροπές της Βουλής κ.λπ., αλλά εντάξει ανεχθείτε ή ας μην το πολυσυζητήσουμε αυτό, διότι θα κάνουμε μία μεγάλη αναθεώρηση που θα τα διορθώσει όλα. Καταλαβαίνω την ένσταση ότι αυτά τα πράγματα δεν θα είχαν ανάγκη αναθεώρησης για να λειτουργούν σωστά. Παρόλα αυτά όταν έχει τόσο πολύ τραυματιστεί η εμπιστοσύνη, μία κίνηση, μία αναθεώρηση, έστω και για λόγους πολιτικού συμβολισμού, στα μάτια μου θα ήταν αναγκαία.
Ευ. Βενιζέλος: Βεβαίως. Ωραία, πρέπει να αναθεωρηθεί το άρθρο 86 άνευ ετέρου, άνευ ετέρου το άρθρο 86, διότι δεν μπορεί να σταθεί το πολιτικό σύστημα πλέον έναντι της κοινής γνώμης και πρέπει, βεβαίως, να περιοριστεί δραστικά η συμμετοχή μη δικαστικών οργάνων. Είπα σε μία σχετική συζήτηση που είχε οργανωθεί πριν από μερικούς μήνες, ότι το μόνο το οποίο μπορεί να κάνει η Βουλή είναι να κάνει κάτι αντίστοιχο με την άρση της ασυλίας των βουλευτών. Εφόσον αποδεχόμαστε ότι οι βουλευτές έχουν ασυλία και αίρεται η ασυλία τους από τη Βουλή και μετά επιλαμβάνεται η κοινή δικαιοσύνη και στους υπουργούς πρέπει να υπάρχει η μεταχείριση του βουλευτή ας το πούμε έτσι, και μετά να επιλαμβάνεται η δικαιοσύνη από την πρώτη στιγμή, χωρίς προκαταρκτικές επιτροπές, χωρίς τίποτα, να επιλαμβάνεται το Ειδικό Δικαστήριο και το Συμβούλιο του και ο ανακριτής του, που θα είναι Αεροπαγίτης, από την πρώτη στιγμή. Αλλά εδώ έχουμε προβλέψει στον Κανονισμό της Βουλής και στον νόμο, εδώ και πολλά χρόνια, την ύπαρξη ενός Εισαγγελικού Συμβουλίου από τρεις εισαγγελείς οι οποίοι κληρώνονται και οι οποίοι ελέγχουν τους φακέλους πριν εισαχθεί στη συζήτηση της Ολομέλειας της Βουλής η πρόταση για σύσταση προκαταρκτικής επιτροπής και δεν έχει ενεργοποιηθεί αυτή η διαδικασία, παρότι υπάρχει.
Π. Τσίμας: Ναι, σωστό.
Ευ. Βενιζέλος: Δηλαδή λέμε συνεχώς ανακρίβειες. Υπάρχει. Προηγείται η εισαγγελική έρευνα από την απόφαση της Βουλής για το αν θα κινηθεί η διαδικασία και θα συσταθεί προκαταρκτική επιτροπή ή αν θα απορριφθεί η πρόταση επειδή κρίνεται, κατά πλάσμα Δικαίου, ως προδήλως αβάσιμη. Μα προβλέπεται αυτό, γιατί λοιπόν η υπόθεση των υποκλοπών, η υπόθεση των Τεμπών και η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν πήγε στο τριμελές Εισαγγελικό Συμβούλιο;
Π. Τσίμας: Λογικό ερώτημα.
Ευ. Βενιζέλος: Δηλαδή τώρα, με συγχωρείτε, κάνουμε μία συζήτηση η οποία είναι 100% irrelevant για να χρησιμοποιήσω τον γνωστό όρο. Λοιπόν, ευτυχώς το άρθρο 86 θα αναθεωρηθεί από την επόμενη Βουλή, εάν διαμορφωθεί πλειοψηφία 180. Για το άρθρο 86 πιστεύω ότι μπορεί και να διαμορφωθεί εύκολα, αλλά δεν θεωρώ ότι υπάρχει καμία άλλη διάταξη η οποία είναι φοβερά επείγουσα. Ενδεχομένως η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, αλλά βλέπετε πώς αντιδρούν οι δικαστές. Κανείς δικαστής δεν λέει, θέλω να αλλάξει η διαδικασία επιλογής, δηλαδή ούτε καν η επιλογή να γίνει από την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας με πλειοψηφία 3/5, ώστε να ψηφήσει η πλειοψηφία και ένα μέρος της αντιπολίτευσης, όπως κάνουμε για τις ανεξάρτητες αρχές. Δηλαδή ο Πρόεδρος της Ανεξάρτητης Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων επιλέγεται με 3/5 και ο Πρόεδρος το Αρείου Πάγου και του Συμβουλίου Επικρατείας μόνον από τους 151 που αντιστοιχούν στην πλειοψηφία της κυβέρνησης.
Θα μπορούσαμε να βρούμε λύσεις, καλοπροαίρετες λύσεις, όλα μπορούν να γίνουν. Έχω παρουσιάσει ένα πλήρες σχέδιο στην Εταιρία Δικαστικών Μελετών, έχει δημοσιευθεί σε επιστημονικό περιοδικό, στην «Ελληνική Δικαιοσύνη», έχω πει τις απόψεις μουγια όλα αυτά τα θέματα, πράγματι αυτά όλα μπορούν να συζητηθούν. Το βασικό είναι να ξέρουμε ότι δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε την αναθεώρηση σε κάτι που δεν γνωρίζουμε ποιο θα είναι.
Π. Τσίμας: Αυτή η αίσθηση, η αμφισβήτηση των θεσμών, η υψηλή ιεράρχηση των θεμάτων λογοδοσίας, δικαιοσύνης, κράτους Δικαίου κ.λπ., πάλι κάνω μία αυθαίρετη ερμηνεία, ένα αυθαίρετο συμπέρασμα, στα μάτια μου συνδέεται επίσης με το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια και νομίζω με αυξανόμενη ελαφρώς πλειοψηφία, οι πολίτες τάσσονται υπέρ των κυβερνήσεων συνεργασίας, όχι γιατί θεωρούν ότι θα είναι πιο αποτελεσματικές, θα κάνουν πιο καλά τη δουλειά, ενδεχομένως αγνοώντας και το ενδεχόμενο μία κυβέρνηση συνεργασίας να είναι λιγότερο αποτελεσματική γιατί θέλει χρόνο συνεννόησης που είναι ένα επιχείρημα υπέρ της αυτοδυναμίας, αλλά γιατί έχουν την ελπίδα ότι μία κυβέρνηση συνεργασίας στην οποία συμμετέχουν περισσότερα κόμματα θα προσφέρει μεγαλύτερο έλεγχο και λογοδοσία, όπου το ένα κόμμα θα συγκρατεί το άλλο και θα ελέγχει το άλλο.
Ευ. Βενιζέλος: Αυτό είναι προφανές. Έχω διατελέσει Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης σε δύο κυβερνήσεις συνεργασίας. Στην κυβέρνηση συνεργασίας ΠΑΣΟΚ-Νέας Δημοκρατίας και Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού τον Νοέμβριο του 2011, με Πρωθυπουργό τον Λουκά Παπαδήμο αλλά εκπροσωπούσα στην Κυβέρνηση την απόλυτη ακόμη πλειοψηφία του ΠΑΣΟΚ, το οποίο παρόλα αυτά θεώρησε αναγκαίο να σχηματιστεί κυβέρνηση συνεργασίας. Η κυβέρνηση αυτή προέβη στην αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους, με βάση την οποία πορεύεται η χώρα και υπάρχει, ζει, όχι μόνο οικονομικά και θεσμικά ζει. Μία κυβέρνηση συνεργασίας με έναν Πρωθυπουργό ο οποίος δεν ήταν πολιτικό πρόσωπο, δεν ήταν μία κυβέρνηση που είχε καμία σχέση με το πρωθυπουργοκεντρικό μοντέλο. Καμία, ένας πρωθυπουργός ο οποίος επελέγη λόγω των τεχνικών ιδιοτήτων του, αλλά εγώ ήμουν ο Υπουργός Οικονομικών. Και στην κυβέρνηση στην οποία ήμουν κυβερνητικός εταίρος και όχι απλώς Αντιπρόεδρος, άρα δεν μπορούσε ο Πρωθυπουργός της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου να λειτουργήσει ως Πρωθυπουργός μίας μονοκομματικής κυβέρνησης, για όλα τα θέματα έπρεπε να μετέχουμε στην άσκηση της πρωθυπουργικής εξουσίας. Αυτό δεν είναι εγγύηση διαφάνειας ή είχαμε προβλήματα εμείς επιτελικού κράτους;
Δηλαδή τι μεγαλύτερο έχει συμβεί σε επίπεδο επιτελικού κράτους από την οργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων ας πούμε, στην οποία ήμουν αρμόδιος Υπουργός για το συντονισμό της προετοιμασίας της χώρας για τους Ολυμπιακούς Αγώνες; Τι σημαντικότερο έχει γίνει από την αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους; Λοιπόν, να έχουμε μία αίσθηση των πραγμάτων, οι κυβερνήσεις συνεργασίας έχουν κάνει πολλά και σημαντικά πράγματα και εν πάση περιπτώσει η Γερμανία ηγείται της Ευρώπης και έχει κάνει το γερμανικό οικονομικό θαύμα, με υποχρεωτική απλή αναλογική συνταγματικά και με κυβερνήσεις συνεργασίας εξ ορισμού, δεν σχηματίζεται αυτοδύναμη μονοκομματική κυβέρνηση στη Γερμανία μετά τον πόλεμο, δεν έχει σχηματιστεί ποτέ, δεν μπορεί δηλαδή να σχηματιστεί. Λοιπόν, μπορεί όμως πολιτικά να γίνει;
Π. Τσίμας: Αυτό θέλω να ρωτήσω, διότι εδώ μοιάζει να είμαστε σε έναν φαύλο κύκλο, πάλι με βάση τα στοιχεία των δημοσκοπήσεων και αυτής που παρουσιάστηκε προχθές από τον Στράτο. Δηλαδή αυτός ο σχεδόν μηδενικός βαθμός εμπιστοσύνης και προς το πολιτικό σύστημα και προς τους θεσμούς από τη μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας εμποδίζει μία συγκρότηση, ένα συσχετισμό πολιτικών δυνάμεων που να μπορεί να συνεννοηθεί, να μπορεί να σχηματίσει μία λειτουργική κυβέρνηση και να λύσει προβλήματα τα οποία θα αποκαθιστούσαν και την εμπιστοσύνη που έλειπε, διότι αν μία κυβέρνηση έρθει και σεβαστεί τους θεσμούς, λειτουργήσει αποτελεσματικά, αυτό που λείπει, ως εμπιστοσύνη, θα γυρίσει. Αλλά το ένα εμποδίζει το άλλο και δεν είναι εύκολο να βρει κανείς τον κρίκο με τον οποίο θα γυρίσει αυτή τη φορά της αλυσίδας.
Ευ. Βενιζέλος: Νομίζω τα αφηγήματα είναι δύο εδώ, δύο συγκλίνοντα αφηγήματα. Το ένα αφήγημα είναι ότι οι αυτοδύναμες κυβερνήσεις είναι η πρώτη προτίμηση. Σταθερότητα, ασφάλεια, πρόοδος σημαίνει αυτοδύναμη κυβέρνηση, άρα σου λέει η Νέα Δημοκρατία διεκδικώ τρίτη αυτοδύναμη θητεία και το ΠΑΣΟΚ ως αξιωματική αντιπολίτευση λέει, εντάξει, και εγώ έχω στόχο την αυτοδυναμία, για να είμαι πρώτο και αυτοδύναμο και θα δω μετά από το εκλογικό αποτέλεσμα. Αφού μου λέτε ότι πάμε σε πρώτες εκλογές καταγραφής δυνάμεων και τοποθέτησης των προϊόντων, θα δούμε τι θα πει το εκλογικό σώμα και θα πορευθούμε είτε σε μία κυβέρνηση, είτε σε επόμενες εκλογές και μετά σε μία κυβέρνηση. Προς το παρόν λοιπόν έχουμε ένα αφήγημα αυτοδυναμίας το οποίο είναι προσωρινού, μεταβατικού χαρακτήρα, έτσι δεν είναι; Το ένα αφήγημα είναι αυτό, το οποίο θα τα απαντήσει ο ελληνικός λαός και επί τη βάση της απάντησης θα επανατοποθετηθούν τα κόμματα προφανώς.
Υπάρχει και το δεύτερο αφήγημα ότι η χώρα διαθέτει μόνον ένα πρόσωπο το οποίο μπορεί να ασκήσει τα πρωθυπουργικά καθήκοντα, ότι όλη η χώρα αυτή δεν έχει δεύτερο πρόσωπο ικανό να ασκήσει τα καθήκοντα αυτά. Αυτό είναι ας πούμε ένα έλλειμμα το οποίο αφορά το έθνος, την κοινωνία, το εκλογικό σώμα, τα κόμματα και η δημοκρατία μας είναι κολοβή γιατί δεν έχει έναν λογικό αριθμό, ανάλογο με τον πληθυσμό, ικανών να ασκήσουν τα καθήκοντα αυτά.
Κάποτε λοιπόν λέγαμε στο ΠΑΣΟΚ ότι υπάρχουν στο ΠΑΣΟΚ οκτώ πρωθυπουργήσιμοι, στη Νέα Δημοκρατία άλλοι οκτώ πρωθυπουργήσιμοι, τώρα ένας, δεν αναγνωρίζεται η ύπαρξη δεύτερου, ο δεύτερος είναι ο κανένας λένε οι δημοσκοπήσεις. Ο κανένας μας πηγαίνει στα ομηρικά έπη, ο Κανένας, μας πηγαίνει στην Οδύσσεια, τη σκηνή τη θυμάστε, πότε αναγκάσθηκε να δώσει την απάντηση για τον Κανένα. Λέω να δείτε ποια είναι τα αφηγήματα, οπότε όταν η κοινωνία ακούει τα αφηγήματα αυτά βεβαίως νιώθει ότι δεν της έχει δοθεί μία πλήρης πειστική απάντηση, έτσι δεν είναι;
Π. Τσίμας: Βλέπετε διέξοδο πρακτικά;
Ευ. Βενιζέλος: Διέξοδος υπάρχει, δεν την βλέπουμε αλλά υπάρχει, θα υπάρξει. Πιστεύω λοιπόν ότι από ένα σημείο και μετά ο ελληνικός λαός θα κάνει επιλογές οι οποίες μπορεί να φαίνονται μη ορθολογικές διά γυμνού οφθαλμού, αλλά έχουν ίσως μία βαθύτερη λογική. Πρέπει βεβαίως και τα κόμματα να μιλήσουν και αυτά, εννοώ τα κόμματα όλα, συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης, με έναν πιο ειλικρινή και πρωτότυπο τρόπο.
Ένα πολύ σοβαρό θέμα το οποίο τίθεται είναι ότι μιλάμε για τα κόμματα θεσμούς και για τη θεσμική λειτουργία και πράγματι η χώρα είναι γεμάτη από προσωποκεντρικά κόμματα και νομίζω ότι προσωποκεντρικό κόμμα εμφανίζεται να είναι και η Νέα Δημοκρατία, η συμπολίτευση. Αυτό λοιπόν είναι ένα άλλο σύνδρομο, είναι μία άλλη φωνή από το παρελθόν, είναι το σύνδρομο της αποστασίας. Το σύνδρομο της αποστασίας λέει μην αμφισβητείτε τον πρωθυπουργό διότι ζήσαμε το 1965. Το «Μην αμφισβητείτε τον πρωθυπουργό», μετατρέπεται σε μην αμφισβητείτε τον αρχηγό του κόμματος που είναι ή που θα γίνει πρωθυπουργός, άρα απόλυτη πειθαρχία. Σχετίζεται αυτό με καμία κοινοβουλευτική παράδοση;
Η μεγάλη χώρα του κοινοβουλευτισμού είναι το Ηνωμένο Βασίλειο. Στο Ηνωμένο Βασίλειο ο πρωθυπουργός δεινοπαθεί, τον ρίχνουν συνεχώς. Ρίχνουν τους πρωθυπουργούς οι βουλευτές τους, δεν έχουν καμία υποχρέωση να ψηφίσουν με κομματική πειθαρχία παρά μόνο τα λεγόμενα manifesto bills, δηλαδή μερικά σχέδια νόμων που τα υποσχέθηκε το κόμμα προεκλογικά και δεσμεύθηκε σε αυτά, οπότε οι εκλεγόμενοι με το manifesto αυτό είναι υποχρεωμένοι με νέα συνθήκη του πολιτεύματος να τα ψηφίσουν, αλλά βεβαίως μετά μαζεύουν 80 υπογραφές και κάνουν ψηφοφορία στην κοινοβουλευτική ομάδα και τον ρίχνουν. Όχι στα δύο χρόνια, στα πέντε χρόνια, στις 49 ημέρες έριξαν πρωθυπουργό. Άρα δεν υπάρχει αγγλική παράδοση. Υπάρχει μήπως παράδοση ιταλική; Καλά δεν μιλώ για το ημιπροεδρικό πολίτευμα το γαλλικό. Άρα εμείς εδώ είμαστε το πιο συμπαγές κοινοβουλευτικό πολίτευμα, πρωσικού χαρακτήρα κοινοβουλευτικό πολίτευμα και αυτό οφείλεται βεβαίως στο σύνδρομο της αποστασίας, μην τυχόν και πει κανείς τίποτα, μην τυχόν και αμφισβητηθεί ο πρωθυπουργός.
Π. Τσίμας: Αναφερθήκατε ήδη σε δύο σύνδρομα, το σύνδρομο της αποστασίας και το σύνδρομο της Ζυρίχης και του Λονδίνου. Οπότε για να φθάσουμε στον επίλογο, τι μας επιφυλάσσει το παρελθόν;
Ευ. Βενιζέλος: Όχι, έχουμε και το κοινωνικό συμβόλαιο.
Π. Τσίμας: Μπράβο, αυτή ήταν η συζήτηση που τέλος πάντων την περάσαμε πολύ γρήγορα προηγουμένως. Είναι φανερό –έχει ειπωθεί πολλές φορές, το έχουμε κουβεντιάσει και μαζί, το έχετε πει πολλές φορές– ότι υπήρχε ένα κοινωνικό συμβόλαιο που σχηματίσθηκε, δεν ήταν ποτέ ρητό, αλλά σχηματίσθηκε στο μακρύ χρόνο της Μεταπολίτευσης.
Ευ. Βενιζέλος: Ένα επίχρυσο κοινωνικό συμβόλαιο το οποίο το ξύσαμε και φάνηκε ότι δεν είναι χρυσός, έχει μπρούντζο από πίσω, που ήταν η οικονομική κρίση.
Π. Τσίμας: Το ξύσαμε βιαίως.
Ευ. Βενιζέλος: Ναι.
Π. Τσίμας: Συνεπώς, αυτή τη στιγμή το επίχρυσο κοινωνικό συμβόλαιο της Μεταπολίτευσης έχει καταρρεύσει εδώ και χρόνια, στη θέση του δεν υπάρχει άλλο και αυτό αντανακλάται ακόμη και στην απάντηση που δίνουν οι πολίτες στην ερώτηση της δημοσκόπησης εάν έχουμε επιστρέψει στην κανονικότητα, όπου η πλειοψηφία λέει όχι, αλλά τι εννοεί, ότι δεν έχουμε καινούριο κοινωνικό συμβόλαιο.
Ευ. Βενιζέλος: Θα μου επιτρέψετε να αναδείξω από όλες τις συζητήσεις δύο σημεία. Ο πλούτος των συζητήσεων είναι εντυπωσιακός πρέπει να σας πω. Δηλαδή το τι ακούστηκε αυτές τις τρεις ημέρες είναι εντυπωσιακά σημαντικό και εάν το αποκωδικοποιήσουμε και το συνοψίσουμε έχουμε πραγματικά ένα εθνικό σχέδιο δράσης. Θα αναδείξω μόνο δύο σημεία, με την άδειά σας. Το ένα σημείο το παρουσίασε ο Ηλίας Παπαϊωάννου χθες, καθηγητής στο London Business School, ειδικός στα αναπτυξιακά οικονομικά, είναι ότι έτσι όπως είμαστε αυτή τη στιγμή, εάν καταφέρουμε να έχουμε μέσο ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ 2% το χρόνο, σε 60 χρόνια πάλι θα είμαστε ουραγοί στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν θα φτάσουμε ποτέ στον μέσο όρο. Διότι οι άλλοι προχωρούν και εμείς για να κερδίσουμε το χαμένο έδαφος και να κερδίσουμε και θέσεις στην ευρωπαϊκή κατάταξη πρέπει να έχουμε πολύ υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης, άρα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό του ΑΕΠ σε επενδύσεις, διότι στην πραγματικότητα το επενδυτικό μας κενό είναι πάρα πολύ μεγάλο. Διότι δεν είναι ότι χάσαμε αυτά που χάσαμε στην κρίση, είναι ότι χάσαμε και τη σχέση με τους άλλους τα επτά χρόνια μετά την κρίση, τώρα είμαστε εγκλωβισμένοι σε αυτό, ένας φαύλος κύκλος. Αυτό προϋποθέτει μία αναπτυξιακή συμμαχία, μία εθνική κινητοποίηση για να αλλάξουμε τους ρυθμούς ανάπτυξης που επηρεάζει τα πάντα. Δηλαδή κανονικά θα έπρεπε να επηρεάσει την οικονομική πολιτική, τη φορολογική πολιτική, πάντα στο πλαίσιο της δημοσιονομικής σωφροσύνης και πειθαρχίας, και πρέπει βεβαίως να επηρεάσει και τη συμπεριφορά των πολιτικών κομμάτων και των πολιτών, είναι πολύ σημαντικό. Δηλαδή δεν φθάνει να έχουμε ένα κοινωνικό συμβόλαιο για τα κοινωνικά δικαιώματα και το μέσο επίπεδο διαβίωσης, χρειαζόμαστε και ένα αναπτυξιακού χαρακτήρα συμβόλαιο, διότι αλλιώς δεν παράγεται ο πλούτος και δεν παράγεται και το προϊόν το οποίο πρέπει να διανείμουμε. Αυτή είναι η μία παρατήρηση, την οποία θεώρησα πάρα πολύ σημαντική.
Το δεύτερο το οποίο αφορούσε όλες τις συζητήσεις που κάναμε για την Τεχνητή Νοημοσύνη, την τεχνολογία, τη βιοτεχνολογία. Εδώ παρέλασαν άνθρωποι εντυπωσιακής τεχνογνωσίας, πραγματικά. Εδώ μας μίλησαν χθες το βράδυ για τα νευροδικαιώματα που με εντυπωσίασαν οι ιατροί που τα ήξεραν, γιατί αυτό είναι μία εξεζητημένη συνεισφορά της Χιλής και της Βραζιλίας στο Συνταγματικό Δίκαιο. Πράγματι προβλέπεται στο Σύνταγμα της Χιλής το νευροδικαίωμα, δηλαδή το δικαίωμα στην ακεραιότητα του εγκεφάλου, της μνήμης, των σκέψεων, που εμείς ευτυχώς έχουμε μία γενική διάταξη βάλει το 2001, ότι δεν μπορεί να θιγεί η γενετική ταυτότητα και απαγορεύονται οι βιοτεχνολογικές επεμβάσεις. Από εκεί στην πραγματικότητα έχουμε κατοχυρώσει και τα νευροδικαιώματα, αλλά το είπαν οι άνθρωποι εδώ και ήταν γιατροί.
Λοιπόν, το βασικό που εγώ βλέπω ως κοινό παρονομαστή αυτών των συζητήσεων επί ώρες είναι μία συγκλονιστική ιστορική αλλαγή. Η πρόοδος της τεχνολογίας ήταν στα χέρια των φιλελεύθερων δημοκρατιών, τώρα η πρόοδος της τεχνολογίας είναι και στα χέρια αυταρχικών και ολοκληρωτικών καθεστώτων, αυτή είναι μία αλλαγή η οποία συνιστά ιστορική τομή. Δηλαδή ο αγώνας για το ποιος θα κάνει την ατομική βόμβα στο τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου μεταξύ των συμμάχων, κυρίως των Αμερικανών και των ναζιστών, ήταν ένας αγώνας πολιτευμάτων. Κέρδισαν αυτοί που πίστευαν στη φιλελεύθερη δημοκρατία, που είχαν ανοιχτά πολιτεύματα, ανοιχτά πανεπιστήμια, ανοιχτά μυαλά και έχασε η πρωσική οργάνωση του στρατού και το εθνικο-σοσιαλιστικό καθεστώς του Χίτλερ. Στη μεγάλη σύγκρουση του Ψυχρού Πολέμου κέρδισαν οι Δυτικοί και έχασε η Σοβιετική Ένωση τη μάχη της τεχνολογίας, διότι απεδείχθη ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία κατισχύει τεχνολογικά.
Η σύγκρουση τώρα μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας για την Τεχνητή Νοημοσύνη, όπου είναι ακόμη πρώτη η Αμερική, αλλά είναι δεύτερη και σε κοντινή απόσταση η Κίνα, δείχνει ότι ο έλεγχος των τεχνολογικών εξελίξεων δεν συναρτάται με την ποιότητα του πολιτεύματος. Αυτό είναι μία αλλαγή συγκλονιστική, η οποία στην πραγματικότητα αυτή μας πηγαίνει στο Θουκυδίδη, όχι η παγίδα, μας πηγαίνει η πολιτειακή σύγκρουση που υφήρπε στον Πελοποννησιακό πόλεμο.
Π. Τσίμας: Αυτό που είναι ενδιαφέρον σαν διάσταση αυτής της συζήτησης, έτσι όπως έγινε εδώ, είναι αυτή η υποψία ότι και οι Ηνωμένες Πολιτείες κινδυνεύουν να προσχωρήσουν στην ιδέα ότι για να κερδίσουν την τεχνολογική μάχη πρέπει να μειώσουν τα δικαιώματα.
Ευ. Βενιζέλος: Αυτό ήταν το θέμα της ομιλίας μου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών πριν από λίγες ημέρες, σε αυτή την τελετή της αναγόρευσής μου τη λεγόμενη, η οποία πραγματικά είναι ανησυχητική. Είχε ένα ανησυχητικό περιεχόμενο, γιατί κατέληγα στο συμπέρασμα ότι η σύγκρουση γύρω από την Τεχνητή Νοημοσύνη είναι σύγκρουση γύρω από τη φιλελεύθερη δημοκρατία. Αυτό είναι το πρώτο θέμα και μετά βεβαίως, όπως είπε και ο ΣΕΒ χθες, πρέπει πρακτικά να βοηθήσουμε τις επιχειρήσεις μας να αξιοποιήσουν την Τεχνητή Νοημοσύνη, έδωσε στη δημοσιότητα έναν πρακτικό οδηγό προς επιχειρήσεις για την ενσωμάτωση των δυνατοτήτων της τεχνητής νοημοσύνης.
Π. Τσίμας: Οπότε τώρα μπορούμε να επανέλθουμε στο ερώτημα το ακροτελεύτιο, τι μας επιφυλάσσει το παρελθόν;
Ευ. Βενιζέλος: Μας επιφυλάσσει λοιπόν τη γνώση ότι η Ιστορία δεν τελειώνει, η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ως φάρσα, αλλά επαναλαμβάνεται παιδαγωγικά, δηλαδή μπορεί να σε οδηγήσει στον ίδιο πόνο, στον ίδιο κόπο, στην ίδια οπισθοχώρηση, εάν δεν τη μελετήσεις και εάν δεν διδαχθείς από αυτή. Εδώ εμείς, επειδή είμαστε ένα έθνος ιστορικό, επειδή θεωρούμε ότι έχουμε προνομιακή θέση στην Ιστορία, πρέπει αυτό να το αποδείξουμε, δηλαδή πρέπει πράγματι να δείξουμε ότι έχουμε μία προνομιακή σχέση με την ιστορία, διδασκόμενοι από την ιστορία. Τα κόμματα πρέπει να αποδείξουν ότι μπορούν να λειτουργήσουν παιδαγωγικά, δηλαδή να παίξουν αυτόν τον ρόλο τους που συνδέεται με τη λεγόμενη ηγεμονία, να αναπτύξουν άλλου τύπου σχέση με την κοινή γνώμη, με το ακροατήριό τους. Δυστυχώς έχουμε μία μείωση του περιεχομένου του πολιτικού λόγου, όχι μόνο στην Ελλάδα, παντού, και εμείς βεβαίως το έχουμε αποδεχθεί αυτό και έτσι η συζήτηση είναι μία συζήτηση πολύ μικρού φάσματος, στενού φάσματος, ενώ έχουμε ανάγκη από μία ιστορική αντιβίωση ευρέως φάσματος, για να το πω έτσι.
Π. Τσίμας: Νομίζω ότι αυτή μπορεί να είναι η τελευταία φράση της συζήτησης. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ και εσάς για την προσοχή σας.
Άρθρο του Ινδού Υποστράτηγου ε.α. Δρ. Rajan Kochhar για το IIS
Η Ανατολική Μεσόγειος έχει αναδειχθεί για άλλη μια φορά ως ένα από τα πιο ασταθή γεωπολιτικά θέατρα στον κόσμο. Στο επίκεντρο αυτής της αναταραχής βρίσκεται η μακροχρόνια σύγκρουση που αφορά την Τουρκία, την Ελλάδα και την Κύπρο — μια διαμάχη που διαμορφώνεται από την ιστορία, τον εθνικισμό, τον θαλάσσιο ανταγωνισμό, την ενεργειακή πολιτική και την στρατηγική ανασφάλεια. Αν και αυτές οι εντάσεις υπάρχουν εδώ και δεκαετίες, οι πρόσφατες εξελίξεις που αφορούν τις ανακαλύψεις υπεράκτιων κοιτασμάτων φυσικού αερίου, τον στρατιωτικό εκσυγχρονισμό, τις μεταβαλλόμενες συμμαχίες και τον ευρύτερο γεωπολιτικό ανταγωνισμό έχουν μετατρέψει την περιοχή σε ένα σημαντικό πεδίο διεθνούς στρατηγικής αμφισβήτησης.
Οι διαμάχες δεν περιορίζονται μόνο σε εδαφικές διαφωνίες. Αντιπροσωπεύουν ανταγωνιστικά οράματα κυριαρχίας, ασφάλειας και περιφερειακής τάξης. Για την Τουρκία, το ζήτημα αφορά τη στρατηγική πρόσβαση, τα θαλάσσια δικαιώματα και την προστασία των Τουρκοκυπρίων. Για την Ελλάδα και την Κύπρο, η σύγκρουση περιστρέφεται γύρω από την εδαφική ακεραιότητα, το διεθνές δίκαιο και την αντίσταση σε αυτό που θεωρούν τουρκικό επεκτατισμό. Το αποτέλεσμα είναι μια βαθιά ριζωμένη αντιπαλότητα που περιοδικά ωθεί τους συμμάχους του ΝΑΤΟ, Ελλάδα και Τουρκία, στα πρόθυρα στρατιωτικής αντιπαράθεσης.
Όπως παρατήρησε κάποτε ο πρώην υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Χένρι Κίσινγκερ, «Η ιστορία είναι η μνήμη των κρατών». Λίγες περιοχές το καταδεικνύουν αυτό καλύτερα από την Ανατολική Μεσόγειο, όπου αιώνιες ιστορικές διαμάχες συνεχίζουν να διαμορφώνουν τη σύγχρονη πολιτική και στρατιωτική στρατηγική.
Ιστορικές Ρίζες της Αντιπαλότητας
Οι ρίζες της διαμάχης Τουρκίας-Ελλάδας βρίσκονται στην κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την άνοδο ανταγωνιστικών εθνικισμών στις αρχές του εικοστού αιώνα. Μετά τον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1919-1922, η σύγχρονη Τουρκία αναδύθηκε υπό τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, ενώ η Ελλάδα εδραίωσε την εθνική της ταυτότητα γύρω από εδάφη που κατοικούνταν από Έλληνες. Η Συνθήκη της Λωζάνης του 1923 καθιέρωσε επίσημα τα σύγχρονα σύνορα μεταξύ των δύο κρατών και προσπάθησε να διευθετήσει πολλά αμφιλεγόμενα ζητήματα. Ωστόσο, η συνθήκη άφησε ανεπίλυτες ασάφειες σχετικά με τις θαλάσσιες ζώνες, τα νησιά και τις μελλοντικές ρυθμίσεις ασφαλείας στο Αιγαίο Πέλαγος.
Η ιστορική μνήμη συνεχίζει να επηρεάζει τις αντιλήψεις και των δύο πλευρών. Στην Ελλάδα, οι οθωμανικοί αιώνες συχνά θυμούνται ως περίοδος κατοχής και καταστολής. Στην Τουρκία, τα σχέδια διχοτόμησης μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις και η ελληνική στρατιωτική επέμβαση εξακολουθούν να συνδέονται με υπαρξιακές απειλές για την τουρκική κυριαρχία. Αυτές οι ιστορικές αφηγήσεις εξακολουθούν να διαμορφώνουν την πολιτική ρητορική και την κοινή γνώμη.
Το Κυπριακό ζήτημα αργότερα έγινε η πιο συναισθηματική και πολιτικά εκρηκτική διάσταση της αντιπαλότητας. Η Κύπρος, στρατηγικά τοποθετημένη στο σταυροδρόμι της Ευρώπης, της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής, έγινε σύμβολο ανταγωνιστικών εθνικών φιλοδοξιών. Οι Ελληνοκύπριοι επιδίωκαν την ένωση με την Ελλάδα υπό την έννοια της «Ένωσης», ενώ οι Τουρκοκύπριοι φοβόντουσαν την περιθωριοποίηση και απαιτούσαν εγγυήσεις πολιτικής ισότητας και ασφάλειας.
Το Αιγαίο Πέλαγος: Γεωγραφία ως Μοίρα
Η γεωγραφία του Αιγαίου Πελάγους βρίσκεται στην καρδιά της αντιπαλότητας Ελλάδας-Τουρκίας. Χιλιάδες νησιά διάσπαρτα στο Αιγαίο ελέγχονται κυρίως από την Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων αρκετών που βρίσκονται μόλις λίγα χιλιόμετρα από την τουρκική ηπειρωτική χώρα. Αυτή η μοναδική γεωγραφία δημιουργεί επικαλυπτόμενες εδαφικές, θαλάσσιες και εναέριες διεκδικήσεις.
Η διαμάχη για τα χωρικά ύδατα παραμένει ένα από τα πιο επικίνδυνα ζητήματα μεταξύ των δύο χωρών. Σύμφωνα με το διεθνές ναυτικό δίκαιο, τα παράκτια κράτη μπορούν να επεκτείνουν τα χωρικά ύδατα έως και δώδεκα ναυτικά μίλια. Η Ελλάδα υποστηρίζει ότι κατέχει αυτό το κυριαρχικό δικαίωμα βάσει της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας. Η Τουρκία, ωστόσο, θεωρεί μια τέτοια επέκταση στρατηγικά απαράδεκτη. Η Άγκυρα υποστηρίζει ότι η επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα δώδεκα ναυτικά μίλια θα μετέτρεπε ουσιαστικά το μεγαλύτερο μέρος του Αιγαίου σε ελληνικά ελεγχόμενα ύδατα, περιορίζοντας σοβαρά την τουρκική ναυτική κίνηση και την πρόσβαση στις διεθνείς θάλασσες.
Η Τουρκία έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι μια τέτοια κίνηση θα αποτελούσε casus belli — αιτία πολέμου. Αυτό αντικατοπτρίζει τον τρόπο με τον οποίο το ναυτικό δίκαιο στην περιοχή είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με ζητήματα εθνικής ασφάλειας και στρατηγικής επιβίωσης.
Η διαμάχη εκτείνεται πέρα από τα χωρικά ύδατα, στις Αποκλειστικές Οικονομικές Ζώνες και στα δικαιώματα υφαλοκρηπίδας. Η ανακάλυψη σημαντικών υπεράκτιων αποθεμάτων φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο μετέτρεψε αυτές τις διαφωνίες σε γεωπολιτικούς αγώνες υψηλού διακυβεύματος. Η Ελλάδα επιμένει ότι τα νησιά της παράγουν πλήρη θαλάσσια δικαιώματα βάσει του διεθνούς δικαίου. Η Τουρκία απορρίπτει αυτήν την ερμηνεία, ιδίως όσον αφορά τα νησιά που βρίσκονται πολύ κοντά στις ακτές της.
Ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει επανειλημμένα τονίσει την αποφασιστικότητα της Άγκυρας να υπερασπιστεί αυτό που αποκαλεί δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» — μια στρατηγική αντίληψη που επιβεβαιώνει εκτεταμένα τουρκικά ναυτικά δικαιώματα στις γύρω θάλασσες. «Η Τουρκία δεν θα υποκύψει στις προσπάθειες φυλάκισής της κατά μήκος των ακτών της», δήλωσε ο Ερντογάν κατά τη διάρκεια των αυξημένων εντάσεων στην Ανατολική Μεσόγειο.
Για την Ελλάδα, οι τουρκικές θαλάσσιες αξιώσεις θεωρούνται αναθεωρητικές και αποσταθεροποιητικές. Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας, Νίκος Δένδιας, παρατήρησε κάποτε: «Η Ελλάδα θα υπερασπιστεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και τις ευρωπαϊκές αρχές».
Κύπρος: Το Νησί Διχασμένο
Κανένα ζήτημα δεν συμβολίζει την περιφερειακή σύγκρουση πιο βαθιά από την Κύπρο. Το νησί παραμένει διχασμένο για περισσότερες από πέντε δεκαετίες μετά την τουρκική στρατιωτική επέμβαση του 1974.
Η κρίση ξεκίνησε όταν ένα πραξικόπημα, υποστηριζόμενο από την στρατιωτική χούντα της Ελλάδας, επιχείρησε να προσαρτήσει την Κύπρο στην Ελλάδα. Η Τουρκία απάντησε στρατιωτικά, επικαλούμενη την ιδιότητά της ως εγγυήτριας δύναμης βάσει των συνθηκών του 1960 που διέπουν την Κύπρο. Οι τουρκικές δυνάμεις κατέλαβαν το βόρειο τρίτο του νησιού, οδηγώντας στον εκτοπισμό χιλιάδων και στην ουσιαστική διχοτόμηση της Κύπρου.
Σήμερα, το νότιο τμήμα του νησιού αποτελεί τη διεθνώς αναγνωρισμένη Κυπριακή Δημοκρατία και είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το βόρειο τμήμα παραμένει υπό τον έλεγχο της αυτοανακηρυγμένης Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου, η οποία αναγνωρίζεται μόνο από την Τουρκία. Μια ζώνη ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών εξακολουθεί να διαιρεί το νησί και μάλιστα διασχίζει την πρωτεύουσα Λευκωσία.
Για τους Ελληνοκύπριους, η τουρκική στρατιωτική παρουσία αντιπροσωπεύει κατοχή. Για την Τουρκία και τους Τουρκοκύπριους, η επέμβαση θεωρείται ως μια νόμιμη επιχείρηση ασφαλείας που απέτρεψε τις εθνοτικές συγκρούσεις και προστάτευσε τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων.
Η αποτυχία των επαναλαμβανόμενων ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων υπογραμμίζει το βάθος της δυσπιστίας. Οι Ελληνοκύπριοι γενικά υποστηρίζουν μια επανενωμένη ομοσπονδιακή Κύπρο, ενώ η Τουρκία υποστηρίζει ολοένα και περισσότερο μια λύση δύο κρατών που αναγνωρίζει τον πολιτικό διαχωρισμό του νησιού.
Ο πρώην Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Κόφι Ανάν προειδοποίησε κάποτε: «Η Κύπρος δεν μπορεί να παραμείνει για πάντα διαιρεμένη στην καρδιά της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Ωστόσο, παρά τις δεκαετίες διπλωματίας, το νησί παραμένει μια από τις πιο διαρκείς παγωμένες συγκρούσεις στον κόσμο.
Ενεργειακή Πολιτική και Στρατηγικός Ανταγωνισμός
Η ανακάλυψη μεγάλων υπεράκτιων αποθεμάτων φυσικού αερίου μετέτρεψε την Ανατολική Μεσόγειο σε ένα σημαντικό γεωπολιτικό πεδίο μάχης. Η Κύπρος, η Ελλάδα, το Ισραήλ και η Αίγυπτος ανέπτυξαν πλαίσια ενεργειακής συνεργασίας με στόχο την αξιοποίηση των περιφερειακών πόρων φυσικού αερίου και την κατασκευή υποδομών εξαγωγής προς την Ευρώπη.
Η Τουρκία θεώρησε αυτές τις πρωτοβουλίες ως προσπάθειες απομόνωσης και στρατηγικής συγκράτησης της Άγκυρας. Σε απάντηση, η Τουρκία έστειλε πλοία γεώτρησης και ναυτικές συνοδείες σε αμφισβητούμενα ύδατα, κλιμακώνοντας δραματικά τις εντάσεις. Οι τουρκικές ναυτιλιακές συμφωνίες με τη Λιβύη ενέτειναν περαιτέρω τη σύγκρουση αμφισβητώντας τις ελληνικές θαλάσσιες αξιώσεις.
Ο ενεργειακός ανταγωνισμός συγχωνεύτηκε έτσι με ευρύτερες γεωπολιτικές αντιπαλότητες. Η Ανατολική Μεσόγειος συνδέθηκε ολοένα και περισσότερο με τις προσπάθειες ενεργειακής διαφοροποίησης της Ευρώπης, ειδικά εν μέσω προσπαθειών μείωσης της εξάρτησης από τις ρωσικές ενεργειακές προμήθειες.
Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν υποστήριξε σθεναρά την Ελλάδα και την Κύπρο σε περιόδους αυξημένης έντασης, δηλώνοντας: «Η Μεσόγειος δεν μπορεί να γίνει πεδίο δράσης για μονομερείς φιλοδοξίες».
Το ενεργειακό ζήτημα βάθυνε επίσης τις στρατιωτικές ευθυγραμμίσεις. Η Ελλάδα επέκτεινε τις αμυντικές συνεργασίες με τη Γαλλία, το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ η Τουρκία επιτάχυνε τα εγχώρια προγράμματα αμυντικής παραγωγής και ναυτικού εκσυγχρονισμού.
Εναέριος χώρος, στρατιωτικοποίηση
Η αντιπαλότητα εκδηλώνεται ολοένα και περισσότερο μέσω στρατιωτικής σηματοδότησης και επιχειρησιακών αντιπαραθέσεων. Ελληνικά και τουρκικά μαχητικά αεροσκάφη αναχαιτίζουν συχνά το ένα το άλλο πάνω από αμφισβητούμενο εναέριο χώρο, δημιουργώντας συνεχή κίνδυνο ατυχημάτων ή κλιμάκωσης. Οι ναυτικές αναπτύξεις, οι στρατιωτικές ασκήσεις και οι επιχειρήσεις επιτήρησης έχουν γίνει ρουτίνα.
Ένα άλλο αμφιλεγόμενο ζήτημα αφορά τη στρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών κοντά στις ακτές της Τουρκίας. Η Τουρκία υποστηρίζει ότι προηγούμενες συνθήκες απαιτούσαν αυτά τα νησιά να παραμείνουν αποστρατιωτικοποιημένα. Η Ελλάδα αντιτείνει ότι οι τουρκικές στρατιωτικές αναπτύξεις και οι απειλές απαιτούν αμυντικά μέτρα.
Η ίδια η στρατιωτική ισορροπία έχει εξελιχθεί σημαντικά. Η Ελλάδα έχει εκσυγχρονίσει τις ένοπλες δυνάμεις της μέσω της απόκτησης προηγμένων γαλλικών μαχητικών αεροσκαφών Rafale, ναυτικών συστημάτων και της διευρυμένης αμυντικής συνεργασίας με δυτικούς εταίρους. Η Τουρκία, εν τω μεταξύ, έχει αναδειχθεί σε μια σημαντική δύναμη πολέμου με μη επανδρωμένα αεροσκάφη και συνεχίζει να επενδύει σε μεγάλο βαθμό σε εγχώριες πυραυλικές, αεροδιαστημικές και ναυτικές δυνατότητες. Αυτή η αυξανόμενη στρατιωτικοποίηση αντανακλά ευρύτερες στρατηγικές ανησυχίες. Και οι δύο πλευρές φοβούνται τη στρατηγική περικύκλωση και τη διάβρωση της αξιοπιστίας της αποτροπής.
Μετανάστευση και Πολιτική Πίεση
Η μετανάστευση έχει αναδειχθεί ως ένα ακόμη μέσο γεωπολιτικής μόχλευσης. Η Τουρκία φιλοξενεί εκατομμύρια πρόσφυγες, κυρίως από τη Συρία, και έχει κατηγορήσει περιοδικά την Ευρώπη ότι δεν μοιράζεται το βάρος δίκαια. Η Ελλάδα, ωστόσο, κατηγορεί την Τουρκία ότι διευκολύνει τις μεταναστευτικές ροές προς τα ελληνικά νησιά και τα σύνορα ως μέσο πολιτικής πίεσης.
Το ζήτημα της μετανάστευσης ενέτεινε τις εντάσεις μεταξύ Τουρκίας και Ευρωπαϊκής Ένωσης, περιπλέκοντας περαιτέρω το ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον που περιβάλλει την Ελλάδα και την Κύπρο.
Η Εσωτερική Γραμμή Ρήγματος του ΝΑΤΟ
Ένα από τα παράδοξα της διαμάχης είναι ότι η Ελλάδα και η Τουρκία είναι και οι δύο μέλη του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, η αντιπαλότητά τους αποτελεί μια από τις πιο επικίνδυνες εσωτερικές διαιρέσεις της συμμαχίας. Η ικανότητα του ΝΑΤΟ να διαχειρίζεται κρίσεις μεταξύ των δύο μελών του παραμένει περιορισμένη επειδή οι διαφωνίες αφορούν την κυριαρχία, τα εδαφικά δικαιώματα και βαθιά συναισθηματικές εθνικές αφηγήσεις.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπαθούν συνεχώς να αποτρέψουν την κλιμάκωση, αποφεύγοντας παράλληλα την πλήρη ευθυγράμμιση με οποιαδήποτε πλευρά. Η Ουάσινγκτον θεωρεί και τις δύο χώρες στρατηγικά σημαντικές για την περιφερειακή σταθερότητα, την ασφάλεια στη Μαύρη Θάλασσα και τις επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή.
Ωστόσο, η μεταβαλλόμενη γεωπολιτική δυναμική περιπλέκει ολοένα και περισσότερο αυτή την εξισορρόπηση. Η περιφερειακή παρουσία της Ρωσίας, οι ευρωπαϊκές ενεργειακές ανησυχίες, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή και οι αναδυόμενες ινδο-μεσογειακές ευθυγραμμίσεις έχουν αναβαθμίσει τη στρατηγική σημασία της Ανατολικής Μεσογείου πολύ πέρα από μια τοπική περιφερειακή διαμάχη.
Διαβάστε επίσης:Ο Ερντογάν χτίζει ένα στρατηγικό τόξο – Από το Αιγαίο μέχρι την Ερυθρά Θάλασσα
Το Μέλλον της Σύγκρουσης
Παρά τις επαναλαμβανόμενες διπλωματικές προσπάθειες και τις προσωρινές περιόδους ύφεσης, καμία από τις θεμελιώδεις διαφορές μεταξύ Τουρκίας, Ελλάδας και Κύπρου δεν έχει επιλυθεί. Τα θαλάσσια σύνορα παραμένουν αμφισβητούμενα. Η Κύπρος παραμένει διαιρεμένη και η στρατιωτική δυσπιστία επιμένει.
Ωστόσο, ο άμεσος πόλεμος παραμένει απίθανος λόγω πολλών ανασταλτικών παραγόντων. Η ένταξη στο ΝΑΤΟ, η οικονομική αλληλεξάρτηση, τα έσοδα από τον τουρισμό και οι δυνητικά καταστροφικές συνέπειες της στρατιωτικής σύγκρουσης λειτουργούν ως αποτρεπτικά μέσα έναντι της πλήρους κλίμακας αντιπαράθεσης.
Ωστόσο, η πιθανότητα κρίσεων παραμένει πολύ πραγματική. Μια ναυτική σύγκρουση, ένα περιστατικό στον εναέριο χώρο ή μια αμφισβητούμενη επιχείρηση γεώτρησης θα μπορούσε να κλιμακώσει γρήγορα τις εντάσεις. Σε μια εποχή αυξανόμενου εθνικισμού και εντεινόμενου γεωπολιτικού ανταγωνισμού, η Ανατολική Μεσόγειος παραμένει μια περιοχή όπου οι τοπικές διαμάχες μπορούν γρήγορα να αποκτήσουν διεθνείς συνέπειες.
Όπως σημείωσε κάποτε ο γεωπολιτικός αναλυτής Robert Kaplan, «Η γεωγραφία ήταν η κύρια δύναμη πίσω από το πεπρωμένο των εθνών». Στην Ανατολική Μεσόγειο, η γεωγραφία συνεχίζει να διαμορφώνει τη στρατηγική, την ταυτότητα και τις συγκρούσεις με αξιοσημείωτη ένταση.
Η διαμάχη Τουρκίας-Ελλάδας-Κύπρου δεν είναι επομένως απλώς μια περιφερειακή διαφωνία για νησιά και θαλάσσια σύνορα. Είναι μια σύνθετη διαμάχη που περιλαμβάνει ιστορία, κυριαρχία, ενεργειακή ασφάλεια, στρατιωτική αποτροπή και ανταγωνιστικά οράματα για την περιφερειακή τάξη. Μέχρι να αντιμετωπιστούν αυτές οι βαθύτερες δομικές εντάσεις, η Ανατολική Μεσόγειος θα παραμείνει ένα από τα πιο στρατηγικά εύθραυστα ρήγματα στον κόσμο.
Ο Επεκτεινόμενος Ρόλος της Ινδίας στην Ανατολική Μεσόγειο
Μια ολοένα και πιο σημαντική διάσταση του γεωπολιτικού τοπίου της Ανατολικής Μεσογείου είναι η αυξανόμενη στρατηγική εμπλοκή μεταξύ Ινδίας, Ελλάδας και Κύπρου. Αυτό που κάποτε ήταν μια μακρινή διπλωματική σχέση έχει σταδιακά εξελιχθεί σε μια ευρύτερη στρατηγική σύγκλιση που διαμορφώνεται από θαλάσσια συμφέροντα, αμυντική συνεργασία, πρωτοβουλίες συνδεσιμότητας και κοινές ανησυχίες σχετικά με τη δυναμική της περιφερειακής ασφάλειας.
Για δεκαετίες, η Ινδία διατήρησε ένα σχετικά χαμηλό στρατηγικό προφίλ στη Μεσόγειο. Ωστόσο, η μεταβαλλόμενη παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων, η άνοδος της γεωπολιτικής Ινδίας-Ειρηνικού και η ολοένα και στενότερη ευθυγράμμιση της Τουρκίας με το Πακιστάν έχουν αλλάξει τους στρατηγικούς υπολογισμούς του Νέου Δελχί. Η Ινδία σήμερα θεωρεί την Ελλάδα και την Κύπρο όχι απλώς ως Ευρωπαίους εταίρους αλλά και ως σημαντικές πύλες προς τη Μεσόγειο και την ευρύτερη ευρωπαϊκή στρατηγική αρχιτεκτονική.
Η σχέση έχει αποκτήσει ιδιαίτερη δυναμική τα τελευταία χρόνια. Ο Πρωθυπουργός Ναρέντρα Μόντι και ο Έλληνας Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ανέβασαν τους διμερείς δεσμούς σε στρατηγική εταιρική σχέση, δίνοντας έμφαση στην άμυνα, τη θαλάσσια ασφάλεια, την εμπορική συνδεσιμότητα και την τεχνολογική συνεργασία. Η εμβέλεια της Ινδίας αντανακλά τη φιλοδοξία της να αναδειχθεί ως ένας πολυπεριφερειακός στρατηγικός παράγοντας ικανός να λειτουργεί πέρα από τον Ινδικό Ωκεανό.
Η Ελλάδα κατέχει μια στρατηγικά κρίσιμη τοποθεσία που συνδέει την Ευρώπη, τη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Για την Ινδία, η Αθήνα προσφέρει έναν σημαντικό ναυτιλιακό και υλικοτεχνικό εταίρο στο πλαίσιο αναδυόμενων πρωτοβουλιών συνδεσιμότητας, όπως ο Οικονομικός Διάδρομος Ινδίας-Μέσης Ανατολής-Ευρώπης. Η Κύπρος, εν τω μεταξύ, έχει τεράστια γεωπολιτική αξία λόγω της θέσης της στο σταυροδρόμι μεγάλων θαλάσσιων οδών που συνδέουν την Ευρώπη, τη Δυτική Ασία και τη Βόρεια Αφρική.
Η αυξανόμενη εμπλοκή της Ινδίας και με τις δύο χώρες αντικατοπτρίζει επίσης γεωπολιτικά σήματα προς την Τουρκία. Η επανειλημμένη υποστήριξη της Άγκυρας προς το Πακιστάν στο Κασμίρ και η διευρυνόμενη στρατιωτική σχέση της με το Ισλαμαμπάντ έχουν προκαλέσει ανησυχία στο Νέο Δελχί. Τα τουρκικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη, η συνεργασία στην αμυντική τεχνολογία και η πολιτική υποστήριξη προς το Πακιστάν κατά τη διάρκεια των κρίσεων Ινδίας-Πακιστάν έχουν συμβάλει στην επανεκτίμηση του ρόλου της Τουρκίας από την Ινδία στη δυναμική της περιφερειακής ασφάλειας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αμυντική συνεργασία της Ινδίας με την Ελλάδα και την Κύπρο έχει αποκτήσει αυξανόμενη στρατηγική σημασία.
Αμυντική Συνεργασία μεταξύ Ινδίας και Ελλάδας
Η Ινδία και η Ελλάδα έχουν επεκτείνει σημαντικά τη στρατιωτική εμπλοκή μέσω ναυτικών ασκήσεων, αμυντικών διαλόγων και συζητήσεων για τη βιομηχανική συνεργασία στον τομέα της άμυνας. Η αυξανόμενη επιχειρησιακή παρουσία του Ινδικού Ναυτικού στη Μεσόγειο έχει ενισχύσει τη θαλάσσια διαλειτουργικότητα μεταξύ των δύο χωρών.
Το ελληνικό ενδιαφέρον για τις ινδικές αμυντικές τεχνολογίες έχει αυξηθεί παράλληλα με τις προσπάθειες της Αθήνας να εκσυγχρονίσει τις στρατιωτικές της δυνατότητες σε απάντηση στην τουρκική στρατιωτική επέκταση και τις δυναμικές ναυτιλιακές πολιτικές. Η ανάδειξη της Ινδίας ως σημαντικού κατασκευαστή πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών έχει καταστήσει τα ινδικά συστήματα ολοένα και πιο ελκυστικά λόγω της οικονομικής τους αποδοτικότητας και της επιχειρησιακής τους αξιοπιστίας.
Ιδιαίτερη προσοχή έχει δοθεί στην πιθανότητα η Ινδία να προσφέρει προηγμένα πυραυλικά συστήματα και δυνατότητες κρούσης μεγάλου βεληνεκούς στην Ελλάδα. Αν και αρκετές αναφορές παραμένουν εικασίες και δεν έχουν επιβεβαιωθεί επίσημα, οι τουρκικοί στρατηγικοί κύκλοι έχουν εκφράσει ανησυχία σχετικά με πιθανές αναπτύξεις πυραύλων κρουζ ινδικής προέλευσης στην Ανατολική Μεσόγειο.
Για την Ελλάδα, η ινδική αμυντική συνεργασία προσφέρει στρατηγική διαφοροποίηση πέρα από τους παραδοσιακούς δυτικούς προμηθευτές. Η Αθήνα επιδιώκει να ενισχύσει τις δυνατότητες αποτροπής, αποφεύγοντας παράλληλα την υπερβολική εξάρτηση από ένα περιορισμένο σύνολο εταίρων. Η Ινδία, εν τω μεταξύ, αποκτά ένα σημείο εισόδου στην ευρωπαϊκή αγορά άμυνας και μια ευκαιρία να προβάλει στρατηγική επιρροή στη Μεσόγειο.
Οι στρατιωτικές ασκήσεις μεταξύ των δύο χωρών έχουν επίσης αποκτήσει συμβολική σημασία. Οι κοινές ναυτικές επιχειρήσεις ενισχύουν την εικόνα της Ινδίας ως ναυτικής δύναμης πρόθυμης να συμμετάσχει σε εταιρικές σχέσεις ασφαλείας πέρα από την περιοχή Ινδο-Ειρηνικού. Η Ελλάδα θεωρεί την Ινδία ως έναν ανερχόμενο στρατηγικό παράγοντα ικανό να συμβάλει στην περιφερειακή ισορροπία και τη θαλάσσια σταθερότητα.
Όπως δήλωσε ο Έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης κατά τη διάρκεια συζητήσεων για τη διμερή συνεργασία, «Η Ελλάδα βλέπει την Ινδία ως στρατηγικό εταίρο με αυξανόμενο παγκόσμιο ρόλο και κοινή δέσμευση για σταθερότητα και διεθνές δίκαιο».
Σχέσεις Ινδίας-Κύπρου και Στρατηγική Σημασία
Η σχέση της Ινδίας με την Κύπρο έχει ιστορική και σύγχρονη σημασία. Η Κύπρος παραδοσιακά υποστηρίζει την Ινδία σε θέματα όπως το Κασμίρ σε διεθνή φόρουμ, ενώ η Ινδία έχει υποστηρίξει την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου.
Τα τελευταία χρόνια, η στρατηγική διάσταση της σχέσης έχει αυξηθεί σημαντικά. Η Κύπρος θεωρεί την Ινδία ως μια ανερχόμενη παγκόσμια δύναμη και έναν πιθανό αμυντικό και επενδυτικό εταίρο. Για το Νέο Δελχί, η Κύπρος προσφέρει ένα σημαντικό έρεισμα στην Ανατολική Μεσόγειο και μια οδό για συνεργασία με τις ευρωπαϊκές θαλάσσιες δομές.
Οι συζητήσεις για την αμυντική συνεργασία φέρεται να περιλαμβάνουν ενδιαφέρον για ινδικά πυραυλικά συστήματα, πλατφόρμες αεράμυνας και τεχνολογίες επιτήρησης. Η Κύπρος επιδιώκει να ενισχύσει την αποτρεπτική της στάση εν μέσω συνεχιζόμενων εντάσεων με την Τουρκία και ανησυχιών σχετικά με την τουρκική ναυτική δραστηριότητα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η πιθανότητα ινδικών εξαγωγών άμυνας στην Κύπρο έχει προσελκύσει ιδιαίτερη προσοχή λόγω των συμβολικών συνεπειών. Οποιαδήποτε σημαντική ινδική στρατιωτική συνεργασία με την Κύπρο θεωρείται στην Άγκυρα όχι απλώς ως μια σχέση όπλων, αλλά ως ένα γεωπολιτικό μήνυμα ότι η Ινδία είναι πρόθυμη να εμπλακεί πιο ενεργά στη στρατηγική γειτονιά της Τουρκίας.
Οι φιλοδοξίες της αμυντικής βιομηχανίας της Ινδίας ευθυγραμμίζονται επίσης με αυτές τις εξελίξεις. Το Νέο Δελχί επιδιώκει να επεκτείνει τις εξαγωγές άμυνας στο πλαίσιο του ευρύτερου στρατηγικού της οράματος να γίνει ένας σημαντικός παγκόσμιος παραγωγός όπλων. Η συνεργασία με την Ελλάδα και την Κύπρο παρέχει στην Ινδία ευκαιρίες να παρουσιάσει εγχώριες πλατφόρμες, συμπεριλαμβανομένων πυραυλικών συστημάτων, εξοπλισμού επιτήρησης, drones και ναυτιλιακών τεχνολογιών.
Στρατηγικές επιπτώσεις για την περιφερειακή ισορροπία
Οι επεκτεινόμενοι αμυντικοί δεσμοί της Ινδίας με την Ελλάδα και την Κύπρο συμβάλλουν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο στρατηγικής εξισορρόπησης που αναδύεται στην Ανατολική Μεσόγειο. Παράλληλα με τη Γαλλία, το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Ινδία θεωρείται όλο και περισσότερο ως μέρος ενός ευρύτερου δικτύου κρατών που υποστηρίζουν έμμεσα την Ελλάδα και την Κύπρο ενάντια στην αντιληπτή τουρκική αυτοπεποίθηση.
Για την Τουρκία, αυτή η τάση είναι στρατηγικά άβολη, επειδή διεθνοποιεί διαφορές που η Άγκυρα ιστορικά επιδίωκε να διαχειριστεί σε περιφερειακά ή νατοϊκά πλαίσια. Η εμπλοκή της Ινδίας εισάγει μια σημαντική ασιατική δύναμη στη γεωπολιτική της Μεσογείου, συνδέοντας τις στρατηγικές αντιπαλότητες της Νότιας Ασίας με τις εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ταυτόχρονα, η Ινδία είναι απίθανο να εμπλακεί άμεσα σε περιφερειακές στρατιωτικές αντιπαραθέσεις. Το Νέο Δελχί συνεχίζει να επιδιώκει στρατηγική αυτονομία και αποφεύγει τις επίσημες δομές συμμαχιών. Η προσέγγισή της είναι επομένως βαθμονομημένη – ενισχύοντας τις συνεργασίες, επεκτείνοντας την αμυντική διπλωματία και αυξάνοντας τη στρατηγική παρουσία χωρίς να εισχωρεί σε εμφανείς πολιτικές μπλοκ.
Παρ’ όλα αυτά, ο αυξανόμενος ρόλος της Ινδίας αντανακλά έναν σημαντικό γεωπολιτικό μετασχηματισμό. Η Ανατολική Μεσόγειος δεν είναι πλέον απλώς ένα περιφερειακό θέατρο που περιορίζεται στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή. Συνδέεται όλο και περισσότερο με τη γεωπολιτική Ινδίας-Ειρηνικού, τους παγκόσμιους εμπορικούς διαδρόμους και τις αναδυόμενες πολυπεριφερειακές στρατηγικές ευθυγραμμίσεις.
Καθώς η Ινδία επεκτείνει τη ναυτική της εμβέλεια, τις αμυντικές εξαγωγές και το γεωπολιτικό της αποτύπωμα, οι συνεργασίες της με την Ελλάδα και την Κύπρο είναι πιθανό να εμβαθύνουν περαιτέρω. Για την Ελλάδα και την Κύπρο, η Ινδία προσφέρει τεχνολογική συνεργασία, στρατηγική διαφοροποίηση και διπλωματική υποστήριξη. Για την Ινδία, η σχέση παρέχει στρατηγική πρόσβαση, γεωπολιτική μόχλευση και ισχυρότερο ρόλο στη διαμόρφωση της αναδυόμενης αρχιτεκτονικής ασφαλείας της ευρύτερης περιοχής της Μεσογείου.
Ο Υποστράτηγος Δρ. Rajan Kochhar είναι διακεκριμένος πρώην αξιωματικός του Ινδικού Στρατού, αναλυτής στρατηγικών υποθέσεων και συγγραφέας με εκτεταμένη εμπειρία στην εθνική ασφάλεια, τη στρατιωτική εφοδιαστική και τις γεωπολιτικές μελέτες. Κατά τη διάρκεια μιας μακράς στρατιωτικής καριέρας, υπηρέτησε σε βασικές επιχειρησιακές και επιτελικές θέσεις, αποκτώντας βαθιά γνώση της αμυντικής ετοιμότητας, της διαχείρισης των συνόρων και του στρατηγικού περιβάλλοντος της Ινδίας.
Έχει γράψει εκτενώς για τις σύγχρονες προκλήσεις ασφαλείας, τον υβριδικό πόλεμο, τον στρατιωτικό εκσυγχρονισμό της Ινδίας, την περιφερειακή γεωπολιτική και τις αναδυόμενες αμυντικές τεχνολογίες. Το αναλυτικό του έργο εξετάζει συχνά τη διασταύρωση της στρατηγικής, της διπλωματίας και των στρατιωτικών υποθέσεων, με ιδιαίτερη έμφαση στη Νότια Ασία, την Ινδο-Ειρηνική και την εξελισσόμενη δυναμική της παγκόσμιας ισχύος.
Ο Υποστράτηγος Δρ. Rajan Kochhar ασχολείται επίσης με ακαδημαϊκή και πολιτική έρευνα για την άμυνα και τις διεθνείς σχέσεις. Τα γραπτά του αντανακλούν ένα μείγμα επιχειρησιακής στρατιωτικής εμπειρίας και στρατηγικής ακαδημαϊκής γνώσης, καθιστώντας το έργο του σχετικό τόσο για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, τους επαγγελματίες της άμυνας όσο και για τους φοιτητές γεωπολιτικής.
Ως συγγραφέας και σχολιαστής, είναι γνωστός για την παρουσίαση σύνθετων στρατηγικών ζητημάτων με σαφή και δομημένο τρόπο, προσφέροντας παράλληλα ισορροπημένες αξιολογήσεις των περιφερειακών και παγκόσμιων εξελίξεων ασφαλείας.
Θεσμική εκτροπή και επίθεση κατά της συνδικαλιστικής ελευθερίας εξελίσσεται η πρόσφατη συνεδρίαση του Ανώτατου Υπηρεσιακού Συμβουλίου (ΑΥΣ) του Υπουργείου Εξωτερικών. Με μια αυθαίρετη και νομικά μετέωρη απόφαση, η ηγεσία του Υπουργείου πέταξε έξω από τη συνεδρίαση τον νόμιμο εκπρόσωπο της Ένωσης Διπλωματικών Υπαλλήλων (ΕΔΥ), την ώρα που κρινόταν το εξαιρετικά κρίσιμο θέμα των μεταθέσεων.
Η δικαιολογία που επιστρατεύτηκε για να φιμωθεί η ΕΔΥ ήταν ο υπηρεσιακός βαθμός του αιρετού εκπροσώπου της (Πληρεξούσιος Υπουργός Β’). Το Συμβούλιο επικαλέστηκε μια υποτιθέμενη «αδυναμία» του να συμμετέχει στις κρίσεις υπαλλήλων με ανώτερο βαθμό.
Πρόκειται για ένα έωλο νομικό τέχνασμα. Η ΕΔΥ αντέδρασε ακαριαία, καταθέτοντας επίσημη ένσταση στα πρακτικά και ξεκαθαρίζοντας ότι η συνδικαλιστική ιδιότητα του εκπροσώπου υπερέχει της υπηρεσιακής του ιεραρχίας. Ο εκπρόσωπος των διπλωματών βρίσκεται εκεί για να διασφαλίζει τη νομιμότητα και την αξιοκρατία για όλα τα μέλη, και η παρουσία του δεν μπορεί να τεμαχίζεται ή να απαγορεύεται κατά το δοκούν.
Με μια σκληρή ανακοίνωση, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΔΥ θυμίζει στην κυβέρνηση και την ηγεσία του Υπουργείου ότι η συνδικαλιστική ελευθερία προστατεύεται από το Σύνταγμα. Η απόπειρα αποκλεισμού των εργαζομένων από τα κέντρα αποφάσεων:
Ακυρώνει στην πράξη τον αντιπροσωπευτικό ρόλο της Ένωσης.
Δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο αυθαιρεσίας για όλα τα υπηρεσιακά όργανα του κράτους.
Ναρκοθετεί τη διαφάνεια και τη θεσμική τάξη.
Η Ένωση Διπλωματικών Υπαλλήλων λέει ότι δεν πρόκειται να δεχθεί τετελεσμένα, δηλώνει ότι θα παρακολουθεί στενά το ζήτημα και επιφυλάσσεται πάσης νομίμου δικαιώματός της απέναντι σε μεθοδεύσεις που πλήττουν τον πυρήνα των δικαιωμάτων των Ελλήνων διπλωματών.
Η ανακοινωσή τους:
Η ΕΔΥ ενημερώνει τα μέλη της ότι, κατά τη συνεδρίαση του Ανώτατου Υπηρεσιακού Συμβουλίου της 22ας Μαΐου, ζητήθηκε, από τον νόμιμοσυνδικαλιστικό εκπρόσωπο της Ένωσης, ανατρέποντας την μέχρι τώρα σχετική πρακτική, να αποχωρήσει από μέρος της συνεδρίασης που αφορούσε στο θέμα των μεταθέσεων, με την επίκληση του βαθμού του (ΠΥΒ’) και της φερόμενης αδυναμίας συμμετοχής του σε κρίσεις υπαλλήλων ανώτερου βαθμού.
Ως εκ τούτου, ο εκπρόσωπος της ΕΔΥ παρενέβη εγκαίρως ζητώντας να καταχωριστεί η ένστασή του στα πρακτικά της συνεδρίασης, επιφυλασσόμενος παντός νόμιμου δικαιώματος της Ένωσης και των μελών της. Η βασική θέση που διατυπώθηκε ήταν ότι η συνδικαλιστική του ιδιότητα και η νόμιμη εκπροσώπηση της ΕΔΥ δεν μπορούν να τίθενται υπό αμφισβήτηση βάσει μιας στενά τυπικής ερμηνείας, της οποίας η νομική εγκυρότητα τελεί υπό εξέταση.
Η ΕΔΥ υπενθυμίζει ότι η συνδικαλιστική ελευθερία προστατεύεται συνταγματικά και ότι το κράτος οφείλει να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την ανεμπόδιστη άσκησή της. Κατά συνέπεια, η παρουσία του αιρετού εκπροσώπου της Ένωσης σε διαδικασίες που αφορούν τα μέλη της δεν δύναται να περιορίζεται κατά τρόπο που να ακυρώνει, στην πράξη, τον προβλεπόμενο αντιπροσωπευτικό του ρόλο.
Η ΕΔΥ επισημαίνει ότι τέτοιοι περιορισμοί δημιουργούν επικίνδυνο προηγούμενο για την εύρυθμη λειτουργία της συνδικαλιστικής εκπροσώπησης και για την προστασία των δικαιωμάτων των μελών της.
Επιφυλασσόμενη των νόμιμων δικαιωμάτων της, η ΕΔΥ θα συνεχίσει να παρακολουθεί στενά το ζήτημα έχοντας υπόψη ότι η προστασία της συνδικαλιστικής εκπροσώπησης και η τήρηση της θεσμικής τάξης αποτελούν προϋπόθεση για τη διαφάνεια, τη νομιμότητα και την ορθή λειτουργία των υπηρεσιακών οργάνων.
“Μια ακόμη Κυριακή που ο κ. Μητσοτάκης περιγράφει μια χώρα που υπάρχει μόνο στις αναρτήσεις του. Μιλά για «επιτυχίες» και ευημερία, την ώρα που η κοινωνία στενάζει από την ακρίβεια και την ανασφάλεια. Και φυσικά, ούτε λέξη για τις υποκλοπές, τον ΟΠΕΚΕΠΕ, τη διαφθορά, τη δημογραφική κατάρρευση.
Μιλά για το «Σπίτι μου ΙΙ» ως κορυφαία… ευκαιρία για το Στεγαστικό, αλλά η πραγματικότητα για χιλιάδες νέους είναι τελείως διαφορετική. Οι τιμές αγοράς και τα ενοίκια έχουν εκτοξευτεί, επειδή η ίδια η πολιτική του άφησε ανεξέλεγκτη την αγορά και μετέτρεψε τη στέγη σε είδος πολυτελείας. Όταν ένας εργαζόμενος δίνει το μισό μηνιάτικο μόνο για νοίκι, δεν μπορείς να μιλάς για «ευκαιρίες». Δεν είναι λύση να φορτώνεις τους νέους με δάνεια σε μια αγορά που έχει ξεφύγει. Λύση είναι να πέσουν οι τιμές, να υπάρξει προστασία της κατοικίας και πραγματική στήριξη για όσους σήμερα δεν μπορούν ούτε να νοικιάσουν αξιοπρεπώς, πόσο μάλλον να αγοράσουν σπίτι.
Πανηγυρίζει ο κ. Μητσοτάκης για ανακαινισμένα ΤΕΠ στα νοσοκομεία, ενώ οι πολίτες συνεχίζουν να περιμένουν ώρες στα επείγοντα και οι υγειονομικοί εγκαταλείπουν το ΕΣΥ εξουθενωμένοι και υποαμειβόμενοι.
Επικαλείται αυξήσεις και συλλογικές συμβάσεις, όταν η Ελλάδα παραμένει στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης σε αγοραστική δύναμηκαι τα χρήματα του εργαζόμενου τελειώνουν από τα μέσα του μήνα.
Ανακοινώνει νέα λεωφορεία και συρμούς, αλλά οι πολίτες βιώνουν καθημερινά χάος, καθυστερήσεις και εγκατάλειψη στις μεταφορές.
Για το Ταμείο Ανάκαμψης και τις «επενδύσεις», η αλήθεια είναι ότι οι πολλοί στενάζουν και οι λίγοι ευνοούνται. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις ασφυκτιούν, ενώ στρατηγικοί τομείς της οικονομίας παραδίδονται σταδιακά σε μεγάλα συμφέροντα.
Πίσω λοιπόν από τους αριθμούς, τις εξαγγελίες Μητσοτάκη και τα επικοινωνιακά συνθήματα, οι πολίτες βλέπουν μια χώρα όπου η στέγη έγινε πολυτέλεια, η δημόσια υγεία δοκιμάζεται, οι μισθοί εξανεμίζονται και η νέα γενιά οδηγείται στη φυγή.
Ο πρωθυπουργός είναι εκτός πραγματικότητας. Όσο περισσότερο προσπαθεί να εξωραΐσει την κατάσταση στη χώρα με επικοινωνιακά παραμύθια, τόσο περισσότερο εξοργίζει την κοινωνία.
Οι πολίτες δεν θέλουν άλλες ωραιοποιημένες αναρτήσεις. Ζητούν ασφάλεια, δικαιοσύνη, προοπτική και αξιοπρέπεια”.
Έχει μέλλον η Αριστερά στην Ευρώπη; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μονολεκτική. Άλλωστε δεν υπάρχει μία μόνο έκφραση της Αριστεράς. Ο όρος καλύπτει κόμματα, κινήσεις και ομάδες ενός ευρύτερου φάσματος. Οι ιδεολογίες της Κομμουνιστικής Αριστεράς, της Ανανεωτικής Αριστεράς, τη Σοσιαλδημοκρατίας, των Οικολογικών κινημάτων και άλλων προσπαθειών, όπως πχ η Ανυπότακτη Γαλλία του Μελανσόν, έχουν σαφείς διαφορές μεταξύ τους, αλλά εντάσσονται στη μεγάλη οικογένεια της Αριστεράς.
Ο χώρος γενικά βρίσκεται σε συρρίκνωση και υποχώρηση. Στην Ανατολική Ευρώπη, όπου είναι πρόσφατα τα αρνητικά βιώματα των κομμουνιστικών καθεστώτων, βλέπουμε την εξαφάνιση της Αριστεράς από τα Κοινοβούλια της Ουγγαρίας, της Τσεχίας και της Βουλγαρίας.
Σε άλλες χώρες, κυρίως Σκανδιναβικές, η Αριστερά επιβιώνει έχοντας όμως υποστεί μεταμόρφωση. Θα μπορούσε κάποιος να μιλήσει για μετάλλαξη λόγω μεταναστευτικού. Οι Σοσιαλδημοκράτες της Σουηδίας κατέβασαν τον Στρατό στους δρόμους για να σταματήσουν τις συγκρούσεις μεταξύ συμμοριών μεταναστών. Στη Δανία πάλι οι Σοσιαλδημοκράτες ηγούνται της στροφής προς μία πιο σκληρή πολιτική περιορισμού της μετανάστευσης και κατάργησης των αποτυχημένων πολυπολιτισμικών μοντέλων.
Οι λόγοι αυτών των τάσεων είτε υποχώρησης είτε μεταμόρφωσης είναι κυρίως οι εξής:
Α) Η αποτυχία των κομμουνιστικών συστημάτων όπου και αν εφαρμόσθηκαν.
Β) Η αντίδραση των κοινωνιών κατά της πολιτικής ανοιχτών συνόρων και αθρόας εισόδου μεταναστών.
Γ) Η αδιαφορία των αριστερών κομμάτων για τη διαφύλαξη της ευρωπαϊκής ταυτότητας και η ανοχή ή υποστήριξη στις απόψεις ακραίων ισλαμιστών.
Δ) Η αδυναμία τους να συνειδητοποιήσουν τη δύναμη των εθνικών, πολιτιστικών και θρησκευτικών παραδόσεων κάθε λαού. Η μεταεθνική εποχή είναι ουτοπία. Αμφιβάλλω αν θα έλθει. Τα έθνη και τα εθνικά κράτη είναι το παρόν και το μέλλον της Ευρώπης. Η Ορθοδοξία και γενικότερα οι Χριστιανικές αξίες ελκύουν μεγάλα τμήματα της κοινωνίας στην Ελλάδα και σε όλη την Ευρώπη. Η πλειοψηφία των αριστερών κομμάτων έχει μείνει αγκυλωμένη σε παρωχημένους διεθνισμούς και συχνά παρουσιάζει τάσεις εθνοαποδόμησης και εθνομηδενισμού.
Σημαντικό ρόλο παίζει η κρίση των παραδοσιακών ΜΜΕ. Πολλές ευρωπαϊκές αναλύσεις αναφέρονται στη βαθιά πόλωση του δημοσίου λόγου και στη μετατόπιση μέρους των μέσων προς άλλες κατευθύνσεις, γεγονός που ενισχύει τις συντηρητικές ιδεολογίες. Η Αριστερά, η οποία για δεκαετίες είχε ισχυρή παρουσία σε πανεπιστήμια, συνδικάτα και στον χώρο της Τέχνης, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με την άνοδο των κοινωνικών δικτύων και εναλλακτικών μορφών ενημέρωσης, όπου κυριαρχούν αντισυστημικές και περισσότερο εθνοκεντρικές φωνές.
Η περίπτωση της Βρετανίας είναι χαρακτηριστική και ιδιόμορφη. Το Εργατικό Κόμμα, η παραδοσιακή Αριστερά της χώρας, δεν έχει ούτε σαφή προσανατολισμό ούτε ηγετικές φυσιογνωμίες και παραχωρεί έδαφος σε υπερσυντηρητικούς και αντιευρωπαϊστές.
Στην Ελλάδα η επανεμφάνιση προσώπων που ασέβησαν στην Ιστορία και στους αγώνες της Μακεδονίας δεν πρόκειται να φέρει την άνοιξη στην Αριστερά. Το όραμα της κυβερνώσας Αριστεράς είναι όνειρο απατηλό μετά τη διακυβέρνηση των ετών 2015-2019.
Χωρίς επαναπροσδιορισμό της σχέσης της με την ιστορία, την παράδοση και τη θρησκευτική ταυτότητα της Ευρώπης και κάθε λαού ξεχωριστά, η Αριστερά θα συνεχίσει να χάνει πολιτικό έδαφος. Η σημερινή κρίση της δεν αφορά μόνο τα ποσοστά στις κάλπες, αλλά και το ερώτημα αν μπορεί να εκφράσει ξανά ένα πειστικό όραμα για την ευρωπαϊκή κοινωνία του 21ου αιώνα. Ομολογώ ότι αμφιβάλλω.
Οι σχέσεις Ελλάδας–Ρωσίας δεν μπορούν να αναλυθούν μόνο με όρους διπλωματικών επεισοδίων. Είναι σχέσεις ιστορικά φορτισμένες, πολιτισμικά οικείες, θρησκευτικά συμβολικές, αλλά ταυτόχρονα βαθιά πολιτικές και γεωστρατηγικές. Για δεκαετίες, στην ελληνική δημόσια συζήτηση κυριάρχησε η ιδέα ότι η Ρωσία αποτελεί έναν σχεδόν «φυσικό» φίλο της Ελλάδας, λόγω της Ορθοδοξίας, της κοινής βυζαντινής κληρονομιάς, της ιστορικής αντιπαλότητας με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και της ρωσικής παρουσίας στα Βαλκάνια και στη Μαύρη Θάλασσα. Όμως η πραγματικότητα υπήρξε πάντοτε πιο σύνθετη. Οι σχέσεις Αθήνας–Μόσχας δεν ήταν ποτέ γραμμικά φιλικές. Ήταν σχέσεις που πέρασαν από φάσεις προσέγγισης, απογοήτευσης, καχυποψίας, ρεαλιστικής συνεργασίας και, σήμερα, σχεδόν ανοιχτής ψυχρότητας.
Η ιστορική μνήμη έχει παίξει καθοριστικό ρόλο. Η Ρωσία παρουσιάστηκε συχνά ως δύναμη που βοήθησε τους ορθόδοξους λαούς απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Παράλληλα, η ελληνική διασπορά στη Μαύρη Θάλασσα, οι εμπορικές σχέσεις, οι πνευματικές ανταλλαγές και η βυζαντινή επίδραση στη ρωσική ταυτότητα δημιούργησαν ένα βαθύ υπόστρωμα πολιτισμικής επικοινωνίας. Το 2016, μάλιστα, είχε ανακηρυχθεί «Έτος Ελλάδας στη Ρωσία» και «Έτος Ρωσίας στην Ελλάδα», με στόχο να αναδειχθούν οι ιστορικοί, πολιτιστικοί και πνευματικοί δεσμοί ανάμεσα στις δύο κοινωνίες.
Ωστόσο, άλλο η πολιτισμική συγγένεια και άλλο η ταύτιση στρατηγικών συμφερόντων. Αυτό είναι ίσως το πρώτο μεγάλο μάθημα των ελληνορωσικών σχέσεων. Η Ελλάδα είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ. Η Ρωσία, ιδίως μετά το 2014 και πολύ περισσότερο μετά την εισβολή στην Ουκρανία το 2022, βρίσκεται σε σύγκρουση με τη Δύση. Άρα η Αθήνα δεν μπορούσε να μείνει εκτός του ευρύτερου δυτικού πλαισίου κυρώσεων, στρατιωτικής στήριξης προς την Ουκρανία και πολιτικής καταδίκης της ρωσικής εισβολής. Από τη ρωσική πλευρά, αυτό ερμηνεύθηκε ως εχθρική στάση. Από την ελληνική πλευρά, παρουσιάστηκε ως υπεράσπιση του διεθνούς δικαίου και της εδαφικής ακεραιότητας ενός κυρίαρχου κράτους.
Η ρήξη όμως δεν ξεκίνησε το 2022. Είχε προετοιμαστεί ήδη από το 2018, όταν η Ελλάδα απέλασε Ρώσους διπλωμάτες με την κατηγορία ότι επιχείρησαν να επηρεάσουν τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις γύρω από τη Συμφωνία των Πρεσπών. Η υπόθεση εκείνη έδειξε ότι η Ρωσία δεν αντιμετώπιζε την Ελλάδα μόνο ως φιλική ορθόδοξη χώρα, αλλά και ως πεδίο επιρροής σε ένα κρίσιμο βαλκανικό ζήτημα. Η Μόσχα απάντησε με αντίποινα, ενώ η διπλωματική αντιπαράθεση έφτασε να εμπλέξει ακόμη και εκκλησιαστικά ζητήματα, όπως η έκδοση βίζας σε Ρώσους κληρικούς.
Από εκεί και μετά, η σχέση δεν επανήλθε ποτέ πλήρως. Η εισβολή στην Ουκρανία επιτάχυνε μια ήδη υπάρχουσα απομάκρυνση. Η Ελλάδα στήριξε την Ουκρανία πολιτικά, ανθρωπιστικά και στρατιωτικά. Η Μόσχα άρχισε να αντιμετωπίζει την Αθήνα ως μέρος του αντιρωσικού δυτικού μετώπου. Ο Ρώσος πρέσβης στην Ελλάδα Αντρέι Μάσλοβ δήλωσε το 2025 ότι οι σχέσεις Ρωσίας–Ελλάδας βρίσκονται στο χειρότερο σημείο εδώ και πάνω από τρία χρόνια και ότι η έννοια της «εποικοδομητικής συνεργασίας» ανήκει πλέον στην ιστορία.
Η σημερινή εικόνα είναι αυτή ενός πραγματικού «πολικού ψύχους». Η Καθημερινή σημείωσε το 2026 ότι, όσο συνεχίζεται ο πόλεμος στην Ουκρανία, δεν πρέπει να αναμένεται ουσιαστική βελτίωση των ελληνορωσικών σχέσεων. Παρά την ύπαρξη κάποιων διαύλων επικοινωνίας λόγω της ελληνικής συμμετοχής ως μη μόνιμου μέλους στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, οι πολιτικές επαφές παραμένουν περιορισμένες και η Μόσχα δεν φαίνεται διατεθειμένη να χαμηλώσει τους τόνους.
Στο κέντρο της σύγκρουσης βρίσκεται η Ουκρανία. Για την Ελλάδα, η ρωσική εισβολή δημιουργεί ένα ζήτημα αρχής: εάν αποδεχθεί κανείς την αλλαγή συνόρων με τη βία στην Ουκρανία, τότε αποδυναμώνεται συνολικά το επιχείρημα του διεθνούς δικαίου, το οποίο η Ελλάδα επικαλείται διαχρονικά για την Κύπρο, το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Η ελληνική θέση υπέρ της ουκρανικής εδαφικής ακεραιότητας δεν είναι μόνο ιδεολογική ή ευρωπαϊκή. Συνδέεται με τον πυρήνα της ελληνικής ασφάλειας.
Από τη ρωσική πλευρά, όμως, αυτό το επιχείρημα απορρίπτεται. Ο Ρώσος πρέσβης αρνήθηκε ότι υπάρχει συσχετισμός ανάμεσα στην Ουκρανία και την Κύπρο, επιχειρώντας να αποσυνδέσει τη ρωσική εισβολή από την τουρκική κατοχή στη βόρεια Κύπρο. Αυτή η θέση είναι ιδιαίτερα σημαντική, γιατί δείχνει τα όρια της παλαιάς ελληνικής προσδοκίας ότι η Ρωσία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως σταθερός υποστηρικτής των ελληνικών και κυπριακών θέσεων. Στην πράξη, η Μόσχα ενεργεί με βάση τα δικά της στρατηγικά συμφέροντα, όχι με βάση ιστορικές συμπάθειες.
Ένα δεύτερο κρίσιμο ζήτημα είναι η σχέση Ρωσίας–Τουρκίας. Για την Ελλάδα, η σύγκλιση Μόσχας–Άγκυρας αποτελεί σοβαρή γεωπολιτική παράμετρο. Παρότι Ρωσία και Τουρκία συγκρούονται ή ανταγωνίζονται σε ορισμένα πεδία, όπως η Συρία, ο Καύκασος και η Μαύρη Θάλασσα, έχουν αναπτύξει έναν λειτουργικό πραγματισμό. Η Τουρκία αγοράζει ρωσικά οπλικά συστήματα, διατηρεί ενεργειακές σχέσεις με τη Μόσχα, συνομιλεί με όλες τις πλευρές και επιχειρεί να αναβαθμίσει τον ρόλο της ως αυτόνομης περιφερειακής δύναμης. Αναλυτές έχουν επισημάνει ότι η βελτίωση των ρωσοτουρκικών σχέσεων συμπίπτει με την επιδείνωση των ελληνορωσικών, γεγονός που επηρεάζει τους συσχετισμούς ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο.
Η Ελλάδα, αντίθετα, έχει κινηθεί πιο καθαρά προς τον δυτικό άξονα. Η στρατηγική συνεργασία με τις ΗΠΑ, η ελληνογαλλική αμυντική συμφωνία, η ενίσχυση της Σούδας, της Αλεξανδρούπολης και άλλων κρίσιμων υποδομών, καθώς και η ενεργειακή απεξάρτηση από τη Ρωσία, εντάσσονται σε αυτή τη νέα πραγματικότητα. Για την Αθήνα, αυτή η επιλογή έχει οφέλη: ενισχύει τη θέση της στο ΝΑΤΟ, αυξάνει τη στρατηγική αξία της έναντι των ΗΠΑ και της ΕΕ και της δίνει ρόλο σε μια νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο και στα Βαλκάνια. Έχει όμως και κόστος: μειώνει τα περιθώρια αυτόνομης επικοινωνίας με τη Μόσχα και καθιστά την Ελλάδα πιο εμφανή στόχο στη ρωσική ρητορική.
Η ένταση κορυφώθηκε εκ νέου όταν η Ρωσία αντέδρασε στις συμφωνίες Ελλάδας–Ουκρανίας για θαλάσσια μη επανδρωμένα συστήματα. Η Μαρία Ζαχάροβα κατηγόρησε την Ελλάδα ότι ακολουθεί συγκρουσιακή πολιτική απέναντι στη Ρωσία και ότι έχει προβεί σε εχθρικές ενέργειες. Το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών απάντησε ότι η Ελλάδα ενεργεί με προσήλωση στο διεθνές δίκαιο και ότι οι απειλές κατά κυρίαρχων κρατών απορρίπτονται.
Εδώ φαίνεται ότι οι ελληνορωσικές σχέσεις έχουν περάσει από το επίπεδο της διπλωματικής ψυχρότητας στο επίπεδο της στρατηγικής καχυποψίας. Η Ρωσία δεν βλέπει πλέον την Ελλάδα ως ουδέτερη ή φιλική χώρα, αλλά ως μέρος ενός δυτικού μηχανισμού που στηρίζει την Ουκρανία. Η Ελλάδα, από την άλλη, βλέπει τη Ρωσία ως αναθεωρητική δύναμη που παραβιάζει την εδαφική ακεραιότητα ενός κράτους και απειλεί τη συνολική ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Παράλληλα, υπάρχει και η διάσταση της ενέργειας. Για πολλά χρόνια, η Ρωσία υπήρξε σημαντικός ενεργειακός προμηθευτής της Ελλάδας. Οι αγωγοί, το φυσικό αέριο και οι ενεργειακές επενδύσεις αποτέλεσαν βασικό πεδίο συνεργασίας. Όμως μετά το 2022, η Ευρώπη επιδίωξε τη μείωση της εξάρτησής της από τη ρωσική ενέργεια. Η Ελλάδα ενίσχυσε τον ρόλο της ως κόμβος LNG, προώθησε υποδομές στην Αλεξανδρούπολη και συνδέθηκε περισσότερο με τη λογική της ενεργειακής διαφοροποίησης. Αυτό σημαίνει ότι οι ελληνορωσικές σχέσεις έχασαν έναν από τους βασικούς πρακτικούς τους πυλώνες.
Δεν πρέπει όμως να αγνοηθεί ότι η πλήρης αποκοπή από τη Ρωσία δεν είναι απλή υπόθεση. Η Ρωσία παραμένει μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Έχει ρόλο στη Συρία, στη Λιβύη, στον Καύκασο, στη Μαύρη Θάλασσα και σε πολλά ζητήματα που επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα τα ελληνικά συμφέροντα. Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να αγνοεί τη Μόσχα, ακόμη και όταν διαφωνεί ριζικά μαζί της. Αυτό δεν σημαίνει αλλαγή στρατοπέδου. Σημαίνει ρεαλιστική διπλωματία.
Το λάθος της ελληνικής δημόσιας συζήτησης είναι ότι συχνά κινείται ανάμεσα σε δύο άκρα. Το πρώτο άκρο είναι ο ρομαντικός φιλορωσισμός, που βλέπει τη Ρωσία ως αιώνιο σύμμαχο λόγω Ορθοδοξίας και ιστορίας. Το δεύτερο άκρο είναι η πλήρης δαιμονοποίηση, που θεωρεί ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος επικοινωνίας με τη Μόσχα. Και τα δύο είναι ανεπαρκή. Η εξωτερική πολιτική δεν γίνεται ούτε με συναισθηματισμούς ούτε με τιμωρητικές εμμονές. Γίνεται με αξιολόγηση συμφερόντων, συσχετισμών ισχύος και μακροπρόθεσμων κινδύνων.
Η Ελλάδα πρέπει να παραμείνει σταθερά προσανατολισμένη στο ευρωπαϊκό και δυτικό πλαίσιο, γιατί εκεί ανήκει θεσμικά, αμυντικά και οικονομικά. Δεν μπορεί να κρατήσει ίσες αποστάσεις ανάμεσα στη Δύση και τη Ρωσία, ειδικά όταν υπάρχει πόλεμος στην Ευρώπη. Μπορεί όμως να διατηρεί θεσμικούς διαύλους επικοινωνίας, να αποφεύγει αχρείαστες ρητορικές υπερβολές, να προστατεύει τα συμφέροντα της ελληνικής ομογένειας στη Μαύρη Θάλασσα και να αξιοποιεί κάθε διπλωματικό περιθώριο όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν.
Το μέλλον των ελληνορωσικών σχέσεων θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την έκβαση του πολέμου στην Ουκρανία. Όσο ο πόλεμος συνεχίζεται, η εξομάλυνση είναι δύσκολη. Ακόμη και μετά το τέλος του, όμως, η σχέση δεν θα επιστρέψει εύκολα στην προηγούμενη εποχή. Η εμπιστοσύνη έχει διαρραγεί. Η Ελλάδα έχει ενισχύσει τον δυτικό της προσανατολισμό. Η Ρωσία έχει στραφεί περισσότερο προς μια αντιδυτική, ευρασιατική και πολυπολική στρατηγική. Η Τουρκία επιχειρεί να κερδίσει από όλους. Και η Ευρώπη αναζητά νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας.
Συμπερασματικά, οι σχέσεις Ελλάδας–Ρωσίας βρίσκονται σε ιστορικό σημείο καμπής. Δεν πρόκειται απλώς για μια προσωρινή διπλωματική κρίση. Πρόκειται για βαθιά μεταβολή του πλαισίου μέσα στο οποίο οι δύο χώρες αντιλαμβάνονται η μία την άλλη.
Η παλαιά αφήγηση της «παραδοσιακής φιλίας» δεν αρκεί πλέον. Η νέα πραγματικότητα απαιτεί ψυχραιμία, στρατηγική σκέψη και αποφυγή αυταπατών. Η Ελλάδα πρέπει να υπερασπιστεί το διεθνές δίκαιο, να παραμείνει αξιόπιστη στους συμμάχους της, αλλά και να μη χάσει την ικανότητα να συνομιλεί με δυνάμεις που, ακόμη και όταν είναι αντίπαλες, παραμένουν σημαντικές για την περιφερειακή και διεθνή ισορροπία.
Πρωτόγνωρες καταστάσεις για συνάντηση διπλωματικού επιπέδου που ταυτόχρονα απεικονίζουν και την κατάρρευση της ελληνικής διπλωματίας δείχνουν φωτογραφίες της λιβυκής Διοίκησης ανατολικής Λιβύης.
Σύμφωνα με ανακοίνωσή της ο Έλληνας πρόξενος Αθανάσιος Αναστόπουλος συναντήθηκε με Λίβυους επισήμους.
Το πρωτόγνωρο είναι ότι οι Λίβυοι επίσημοι δεν είχαν και πολύ όρεξη για να συζητήσουν με τον πρόξενο και έτσι είχαν ταυτόχρονα ανοικτή την τηλεόραση την ώρα που έδειχνε ένα σημαντικό ποδοσφαιρικό αγώνα για το τοπικό πρωτάθλημα μεταξύ της Αλ-Νασρ και της Αλ Αχλί, στον οποίο νίκησε η Αλ-Νασρ με τρομερή κεφαλιά του Denis Nya μόλις στο 5΄ λεπτό.
Με αυτή τη νίκη η Αλ-Νασρ πήρε 3 πολύ σημαντικούς βαθμούς στο πλαίσιο του Championship Group της Λιβύης. Δείτε τη φάση του γκολ.
Επανερχόμενοι στη συνάντηση το γεγονός δείχνει και την βαρύτητα που έχει η ελληνική διπλωματία στο εξωτερικό και ιδιαίτερα σε χώρες όπως η Λιβυή: Χαμηλότερο και απο αυτό ενός ποδοσφαιρικού αγώνα, οποίος όμως ήταν πολύ σημαντικός για την πορεία της Αλ-Νασρ στο τοπικό πρωτάθλημα.
«Ο Γενικός Γραμματέας της Γενικής Διοίκησης, Αντιστράτηγος Khairi Al-Tamimi, υποδέχτηκε τον Γενικό Πρόξενο της Ελλάδας στη Λιβύη, κ. Αθανάσιο Αναστόπουλο, στο αρχηγείο της Γενικής Διοίκησης στη Βεγγάζη. Η συνάντηση, που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της ενίσχυσης της συνεργασίας μεταξύ των δύο φιλικών χωρών, εξέτασε διάφορα θέματα, κυρίως τη διμερή συνεργασία και την εδραίωση των σχέσεων Λιβύης-Ελλάδας.
Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο Έλληνας Πρόξενος εξέφρασε τη μεγάλη του χαρά που παρευρέθηκε στην στρατιωτική άσκηση «Ασπίδα της Αξιοπρέπειας 2» που διεξήχθη στην περιοχή Ras Al-Alba, επαινώντας το προηγμένο επίπεδο ακρίβειας, οργάνωσης και αποτελεσματικότητας που επέδειξαν οι ένοπλες δυνάμεις.»