Μετά τη δημοσίευση στο ‘’ΔΙΑΥΛΟ’’ του παρακάτω κειμένου https://www.facebook.com/groups/251193938274850/permalink/27241402528827292/υπήρξε μεγάλο ενδιαφέρον από φίλους και αρκετές ερωτήσεις (άλλες στο messenger, άλλες ως σχόλια, άλλες τηλεφωνικά). Λόγω και των πυκνών εξελίξεων (νέα κόμματα, νέο σκηνικό κλπ), καθώς και των ‘’ανατροπών’’ από τις πολλές δημοσκοπήσεις της τελευταίας περιόδου, το ενδιαφέρον αυξήθηκε κατακόρυφα και οι προβληματισμοί αναζητούν απαντήσεις.
Απαντώ, λοιπόν -και πιστεύω να είμαι χρήσιμος- ομαδοποιώντας τα θέματα:
Α. Για το ΠΑΣΟΚ.
Β. Για το ‘’κόμμα Τσίπρα’’ («Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη» – ΕΛ.Α.Σ.).
Γ. Για το ‘’κόμμα Καρυστιανού’’ («Ελπίδα για τη Δημοκρατία»)
Μιλώντας όσο γίνεται πιο συνοπτικά:
Α. Για το ΠΑΣΟΚ.
1ον. Το τμήμα (το κεφάλαιο) του κειμένου μου της 9ης/12. 2025 με επικεφαλίδα ”Το ΠΑΣΟΚ: τι σκέφτεται, τι θα κάνει;” πρέπει να ξαναδιαβαστεί με προσοχή στο σύνολό του (βλ. συνημμένο-συνοδευτικό το άρθρο της 9ης/12.)
2ον. Στο χθεσινό μου κείμενο πριν το άρθρο της 9ης/12.2025 -πριν δηλαδή από την ανάγνωση του- κάνω ορισμένες προτάσεις ξανά (για το σήμερα) που πρέπει να πραγματοποιήσει το ΠΑΣΟΚ. Αντί για ”κύκλους στελεχών” που παρακολουθούν και κρίνουν, προτείνω τον τρόπο με τον οποίο το ΠΑΣΟΚ το ισχυρό πλεονέκτημα του διαθέτει ( = την προγραμματική του επάρκεια, την πρόταση διακυβέρνησης ) μπορεί να την επιβάλει ως δημόσιο πλαίσιο αντιπαράθεσης και ανάκτησης της πολιτικής υπεροχής. Δηλαδή, να μετακινήσει δραστικά το πεδίο συζήτησης (από το κουτσομπολιό και τα νούμερα των δημοσκοπήσεων) στο πραγματικό έδαφος της πολιτικής στο οποίο το ίδιο (το ΠΑΣΟΚ) έχει ισχυρό, σχεδόν μοναδικό, πλεονέκτημα. Και έτσι, στο έδαφος αυτό να προκαλέσει αντιπαράθεση επί των πολιτικών και του περιεχομένου τους. Καθιστώντας μ΄αυτόν τον τρόπο, όλη αυτή την προσπάθεια χρήσιμη και για τους πολίτες που επιτέλους θα ακούσουν και θα μπουν σε θέματα και διάλογο ουσίας για τις ανάγκες και το Αύριο. Δείτε, την πρότασή μου στο link (για τη Βουλή, για τα social media, για τις τηλεοπτικές εμφανίσεις, για την ευκαιρία του Συνεδρίου, για τα σπότ στην τηλεόραση, για το πρόβλημα της ηγεσίας, για την πορεία στο Λαό -πως και με ποιους).
Β. Για ”κόμμα Τσίπρα”
(α). Ισχύει ό,τι έχω γράψει στο κείμενο από 9/12.2025 ( = θα συμμαζέψει ό,τι προκάλεσε με τη στάση του και τις διασπάσεις που τροφοδότησε, αυτήν την πράξη του δράματος παρακολουθούμε τώρα στον χώρο αυτό).
(β). Θα βαθύνει τα ρήγματα με τους υπόλοιπους (Ζ. Κωνσταντοπούλου, Γ. Βαρουφάκη, Π. Πολάκη, Στ. Κασελλάκη κλπ). Ορισμένοι εξ αυτών δεν είναι για την ιστορία, το status και την εκλογική απήχηση αυτού του ”χώρου”, αλλά και ευρύτερα, ασήμαντοι παράγοντες. Σε κάθε περίπτωση, ο Α. Τσίπρας, παρά το ακριβοπληρωμένο και ανοιχτά από μερίδες της ολιγαρχίας προωθούμενο rebranding δεν θα καταγραφεί ως πόλος σύγκλισης και ενότητας, ως πόλος για τη Δημοκρατική Παράταξη, αλλά ως σημείο κρίσης (έντασης και ανανέωσης της κρίσης) και ανταγωνισμών (με ακραίες, σε περιπτώσεις, αποκαλύψεις και κατηγορίες)!
(γ). Ο Α. Τσίπρας πολιτικά -συγκρίνοντας κύρος/απήχηση/ δυναμική (και με τα τρία αυτά κριτήρια)- βρίσκεται σε χειρότερη θέση και από κείνη του 2012, και εκείνη του 2015. Την ίδια στιγμή, που ο κύριος αντίπαλος (Κ. Μητσοτάκης) καταγράφει 75% απόρριψη από την κοινωνία! Δηλαδή, ο Α. Τσίπρας δεν αποτέλεσε και δεν μπορεί να αποτελέσει πραγματικό ”αντίπαλο δέος” για τον Μητσοτάκη και τη ”Ν.Δ.” (τουλάχιστον στη φάση αυτή των εξελίξεων και ασφαλώς στις επικείμενες εκλογές). Την εκτίμηση αυτή είχα αναπτύξει και στο κείμενό της 9ης/12.2025.
(δ). Ο στόχος του Α. Τσίπρα στις ερχόμενες εκλογές, είναι να κερδίσει το ΠΑΣΟΚ, δηλαδή να τερματίσει δεύτερος, κι όχι να νικήσει τον Μητσοτάκη. Πιστεύοντας ότι έτσι θα έχει ”καθαρίσει” το τοπίο στην Κεντροαριστερά υπέρ του και υπέρ του ”κόμματός του” και στον επόμενο κύκλο, δηλαδή στις εκλογές του 2030 ή 2031(!!) (”ζήσε μαύρε μου να φας τριφύλλι” που λέει κι Λαός ) να διεκδικήσει κυβέρνηση… Γι αυτό όσοι από το ΠΑΣΟΚ μιλάνε για συνεργασία με τον Τσίπρα στις δεύτερες εκλογές (μετά την ακυβερνησία στις πρώτες) -πέρα από ”καλές προθέσεις” κλπ- δεν διαθέτουν την αναγκαία σωστή ανάλυση και αυτό το λάθος τους λειτουργεί υπέρ της τακτικής Τσίπρα που, επίσης, του παραχωρεί και το πρωτείο πρωτοβουλιών στο χώρο της Κεντροαριστεράς, βοηθούσης και της συγκυριακής/συγκριτικής δημοσκοπικής εικόνας του.
(ε). Ένα καθοριστικό στοιχείο που εξακολουθεί να διαφεύγει για το ‘’κόμμα Τσίπρα’’ είναι ότι πρόκειται για το πλέον αρχηγικό -αρχηγοκεντρικό- κόμμα που υπήρξε ποτέ στην Αριστερά της Ελλάδας. Δεν πρόκειται για ‘’κόμμα ΙΧ’’ -και δεν μπορώ, είναι αλήθεια, επακριβώς να εννοήσω αυτόν τον χαρακτηρισμό- αλλά για κόμμα που δημιουργεί ένα στέλεχος, στο οποίο όλα και όλοι -σχεδόν τα πάντα- έχουν οριστεί, διοριστεί και προσδιοριστεί από τον αρχηγό. Ανέφερα μόλις πιο πριν «- σχεδόν τα πάντα-», θέλοντας να εξαιρέσω την οικονομική υποστήριξή για την οποία δεν έχουμε στοιχεία και για την οποία αδυνατεί ο νους μέσου πολίτη να αποδεχτεί, λόγω και του ύψους του, ότι χρηματοδοτήθηκε αποκλειστικά από τον αρχηγό, Α. Τσίπρα (αν δούμε και το «πόθεν έσχες» του). Ο Α. Τσίπρας δείχνει να παίρνει εκδίκηση απέναντι σε όλους εκείνους τους συντρόφους του της περιόδου ΣΥΡΙΖΑ (από το 2007 και μέχρι 2023) -εκείνη την τεράστια πλειοψηφία όλων των πτερύγων- που τους θεωρούσε ‘’πλούτο’’, ‘’στελέχη και δημιουργούς μέσα από την πολυφωνία’’, όλους εκείνους που τους είχε εγκαταστήσει και αποδεχτεί καταστατικά ως ‘’τάσεις’’. Και τώρα, αφού τους μετατρέψει και τους μεταφέρει σε ονόματα μιας Λίστας Αναμονής, τους περνάει από face control για την είσοδο τους στο Ιερό!… Πάντως, αυτό και μόνο το στοιχείο (του αρχηγισμού)- μ΄ αυτήν την ένταση και σ΄ αυτή την έκταση- θα αρκούσε για να θεωρηθεί ότι το ‘’κόμμα Τσίπρα’’ , πέρα από την ακραία λαθροχειρία του με τον τίτλο «ΕΛ.Α.Σ.», δεν αποτελεί για τα ήθη και την κουλτούρα της αριστεράς κόμμα Αριστερό! Το γεγονός αυτό -θα πρέπει να το υπογραμμίσουμε- δεν πρόκειται να είναι, σε βάθος χρόνου, χωρίς επιπτώσεις και κόστος, πέρα από τις τωρινές καιροσκοπικές στάσεις και συμπεριφορές…
Γ. Για το ”κόμμα Καρυστιανού”
(α). Το ”κόμμα Καρυστιανού” δεν είναι ένα αντισυστημικό κόμμα, ούτε επί της ουσίας, ούτε με την τρέχουσα έννοια (του συρμού, δηλαδή, δημαγωγώντας/λαϊκίζοντας ενάντια στο σύστημα).
(β). Η μη ταύτιση, η αδυναμία ταυτολογικού προσδιορισμού του ”κόμματος” αυτού με τους τυπικούς όρους στον άξονα Δεξιά – Αριστερά προέρχεται από το γεγονός ότι κυρίως η Αριστερά έχει προκαλέσει -με τις πολιτικές της και τις μεταπτώσεις της- σύγχυση ιδεολογική και θόλωση στην ακρίβεια των όρων. Επομένως από αυτή την κατάσταση προέρχεται και η αδυναμία στην ακριβολογία ορισμού της ταυτότητας ενός κόμματος (και του ‘’κόμματος Καρυστιανού’’ –«Ελπίδα για τη Δημοκρατία»). Πάντως, παρά την ενσωμάτωση στοιχείων από κόμματα που γεννήθηκαν και βρίσκονται υπό την επήρεια εκκλησιαστικών συντηρητικών κύκλων (π.χ., ‘’Νίκη’’), το ‘’κόμμα Καρυστιανού’’ δεν περιορίζεται σ΄αυτούς τους κύκλους, και δεν μπορεί τεκμηριωμένα -ούτε είναι σωστό- να υποστηριχθεί ότι το πολιτικό του προφίλ παραπέμπει σε κόμματα αυτού του φάσματος (δηλαδή, της ακροδεξιάς). Τα περισσότερα πάντως μέχρι τώρα στοιχεία του -μέχρι την παρουσίαση των αναλυτικών πολιτικών, προγραμματικών του θέσεων- το τοποθετηθεί στον χώρο του Κέντρου με αποχρώσεις κοινωνικής ατζέντας στο κράτος δικαίου και το κράτος πρόνοιας και ευαισθησία σε εθνικά ζητήματα .
(γ). Τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα αυτού του ”κόμματος” είναι:
– πρώτο, η απουσία οποιασδήποτε σχέσης του με τα Μνημόνια, τις μνημονιακές πολιτικές και τις καταστροφικές τους επιπτώσεις (επ΄ αυτού έχω επανειλημμένα τονίσει ότι: η διακίνηση και μάλιστα με έπαρση της άποψης ότι ”με τα μνημόνια σώσαμε τη χώρα!” είναι η καλύτερη υπενθύμιση προς το Λαό και σε τεράστιο αριθμό κοινωνικών ομάδων ”ποιός ήταν -μεταξύ και άλλων- ο ολετήρας του”!… Δεύτερη δηλαδή, αυτοχειρία, με πρώτη εκείνη των Μνημονίων!),
– δεύτερο πλεονέκτημα, το ηθικό απόθεμα, η ηθική αγωνιστική καταξίωση, που αποτυπώνεται με ένταση και φέρει σημαντικό βαθμό αξιοπιστίας -λόγω της διετούς προϊστορίας- στο στόχο για Δικαιοσύνη. Δικαιοσύνη, όχι μόνο στην δικαστική της διάσταση (ασφαλώς, πρωτίστως σ΄ αυτήν), αλλά γενικότερα (Κοινωνική Δικαιοσύνη)!
– τρίτο πλεονέκτημα, ότι το ”κόμμα Καρυστιανού” περισσότερο από κάθε άλλον πολιτικό φορέα θα μετακινήσει κόσμο (εκλογείς) από την αποχή στη συμμετοχή τους στις εκλογές. ”Θα σηκώσει σημαντική μερίδα πολιτών από τους καναπέδες, από το καφενείο και την εκδρομή τους και θα τους φέρει στην κάλπη’‘. Το γεγονός αυτό θα έχει θετική εκλογική επίπτωση όχι μόνο στο ”κόμμα Καρυστιανού” (εδώ και για τα ποσοστά της ”Ν.Δ.” οι δημοσκοπήσεις πέφτουν, σίγουρα, έξω!). Επιπτώσεις όμως θα υπάρξουν και στα ποσοστά όλων των κομμάτων, τα οποία η αυξημένη συμμετοχή ψηφοφόρων θα διαφοροποιήσει προς χαμηλότερα επίπεδα. Διότι με την αύξηση του αριθμού των εκλογέων ( = μείωση αποχής) αυξάνει το εκλογικό σώμα και διαφοροποιείται χαμηλότερα το ποσοστό των κομμάτων ιδιαίτερα των μεγαλύτερων. (Το πλήθος στον παρονομαστή του κλάσματος αυξάνει ελαττώνοντας την τιμή του κλάσματος όταν ο αριθμητής του διατηρείται αμετάβλητος ή πολύ περισσότερο όταν γίνεται μικρότερος).
(δ). Τα σημαντικότερα μειονεκτήματα:
– πρώτο, η Μαρία Καρυστιανού δεν διαθέτει σημαντικά στοιχεία πολιτικής διαδρομής, άσκησης εξουσίας και ουσιαστικής εμπειρίας. Η συνολικότερη πολιτική της παιδεία υπήρξε μάλλον ένα αποτέλεσμα ζύμωσης, συμμετοχής και αγωνιστικής δράσης που λειτούργησαν και (εκ)παιδευτικά κατά τα τελευταία χρόνια, σ΄ένα υπόστρωμα επαγγελματικού ιατρικού βίου και μιας γυναίκας-μέσου πολίτη της ελληνικής κοινωνίας. Ως εκ τούτων, οι διαπιστούμενες ηγετικές αδυναμίες μπορούν να αναγνωρισθούν και να κατανοηθούν, ταυτόχρονα μ΄ ένα οικείο προφίλ μιας γυναίκας που μάχεται, χωρίς να είναι -τουλάχιστον προς το παρόν- ηγετική προσωπικότητα.
– δεύτερο μειονέκτημα, τα κενά, οι αδυναμίες και οι αντιφάσεις του πολιτικού-διακηρυκτικού λόγου. Κενά που επιτρέπουν την εμφάνιση ανεπεξέργαστων απόψεων προερχόμενων από βιώματα ή/και συντηρητικές επιρροές (π.χ., εκτρώσεις), αδυναμίες που δημιουργούν αμηχανία και στασιμότητα (π.χ., οικονομία), αντιφάσεις ως προς τις προοπτικές, την σαφήνεια των στόχων και τις δυνάμεις στήριξης (π.χ. διεκδίκηση της κυβέρνησης χωρίς προγραμματική και στελεχιακή ετοιμότητα). Η κατάσταση αυτή είναι εξαιρετικά κρίσιμη, με την έννοια ότι λόγω της ρευστότητας μπορεί στην τελική αποκρυστάλλωση των θέσεων και στόχων το κόμμα να οδηγηθεί σε μείζονες ασάφειες ή/και σε αδυναμία ελκτικού αλλά και συγκεκριμένου, σύγχρονου προγραμματικού πλαισίου.
– τρίτο μειονέκτημα, η οργάνωση και η οργανωτική διάρθρωση του κόμματος. Η αδυναμία στον τομέα αυτό είναι φανερή και θα αποβεί κρίσιμη. Ενώ ο Α. Τσίπρας, θα καλύπτει το πεδίο αυτό, κυρίως, με οργανωτικά δάνεια και δανεικά από τα σχήματα της κρίσης του ΣΥΡΙΖΑ – παρά τα βαρύγδουπα περί αυτοοργάνωσης που μέχρι τώρα δεν έχει τίποτα πραγματικά αυτοδύναμο (από τον ίδιο και το διορισμένο επιτελείο του) να επιδείξει, η Μ. Καρυστιανού πρέπει να χτίσει οργανώσεις και οργανωτικό πανελλαδικό κορμό (όργανα, κάθετη δομή, διαδικασίες κλπ) από τη βάση, κυριολεκτικά από μηδενική βάση. Την ίδια στιγμή που οι εξελίξεις θα πιέζουν εν όψει μάλιστα εκλογών.
Υπάρχει και ένα ακόμα πολύ σημαντικό θέμα σε εξέλιξη –το ‘’κόμμα Σαμαρά’’! Πιστεύοντας ότι ο Α. Σαμαράς θα δημιουργήσει κόμμα -έχω επ΄αυτού σχετική εκτίμηση εδώ και παραπάνω από έναν χρόνο- θα γράψω ορισμένα πράγματα εντός των ημερών. Προκαταβολικά, σημειώνω ότι θα πρόκειται για μείζονα μεταβολή/ανακατάταξη σε όλο το φάσμα της Κεντροδεξιάς, αλλά όχι μόνον εκεί… Εξέλιξη που σχετίζεται και με τις μετεκλογικές ισορροπίες και τις επιδιώξεις δημιουργίας κυβερνήσεων συνεργασίας, χωρίς τον Μητσοτάκη.
Πείτε το, όπως θέλετε, αγαπητοί & αγαπητές μου…
Όμως, το κείμενο που αναδημοσιεύεται παρακάτω -ακριβώς στη μορφή και με το τίτλο που το βλέπετε- είχε γραφεί στις 9 Δεκεμβρίου 2025! Στις 9 Δεκεμβρίου 2025!…
Εκτός από αυτήν εδώ την ιστοσελίδα (του ”ΔΙΑΥΛΟΥ”) είχε λάβει έκταση με τη δημοσίευση του και σε μεγάλο αριθμό άλλων μέσων και ιστοσελίδων (SLpress, AΝΙΧΝΕΥΣΕΙΣ, εφημ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, Times News, HUFFPOST κλπ) και την αναπαραγωγή του σε περιφερειακά sites.
Στο κείμενο αυτό δεν υπήρχε μόνο η εκτίμηση και οι αξιολογήσεις για το ”κόμμα Τσίπρα” (κυρίως), καθώς και το ”κόμμα Καρυστιανού”, οι οποίες σήμερα επιβεβαιώνονται με απόλυτο -προφητικό λένε ορισμένοι- τρόπο. Αλλά κυρίως γίνονταν μια σοβαρή, αντικειμενική ανάλυση των πραγμάτων στο ΠΑΣΟΚ σε συνάρτηση και με τις εξελίξεις που σωστά σταθμίζονταν.
Το σημαντικότερο: λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω και την πρόβλεψη της διοργάνωσης του Συνεδρίου (στις 9 Δεκεμβρίου 2025 που γράφονταν το άρθρο δεν είχε προσδιοριστεί το Συνέδριο), στο κείμενο γίνονταν συγκεκριμένες προτάσεις για την θετική, αποτελεσματική, ελπιδοφόρα κίνηση του ΠΑΣΟΚ προς τα εμπρός για την περίοδο που θα ακολουθούσε (και τώρα με σκεπτικισμό βλέπουμε να εξελίσσεται μπροστά μας…).
Το κείμενο αυτό, όπως και άλλα για τα οποία θα μπορούσα να μιλήσω, το επαναφέρω και ζητώ να προσεχθεί, όχι για την ατομική δικαίωσή μου αλλά για να υπογραμμίσω τη σημασία, την αξία εκείνων των απόψεων/προτάσεων (συνήθως τολμηρών αλλά και εύκολα χαρακτηριζόμενων ως ”αιρετικών΄΄) που οι κατεστημένες αυτάρεσκες ηγετικές αντιλήψεις προσπερνούν ή παρακάμπτουν ή/και απαξιώνουν, και τα οποία είχαν και εξακολουθούν να έχουν σημασία και βάρος. Μιλώντας για δικαίωση, πρέπει να σημειώσω και τούτο: πέρα από κάθε τι ατομικό (μεταξύ των οποίων και η δικαίωση), την δικαίωση για αυτές τις υποθέσεις (τις πολιτικές) την εννοώ -πάντα και τώρα- συνταυτισμένη με τη συλλογική, πολιτική-κοινωνική δικαίωση, κι αυτός είναι ο χαρακτήρας κάθε επιμέρους συμβολής-παρέμβασης.
Πριν περάσετε στην ανάγνωση του κειμένου, σημειώνω τα παρακάτω, και παρακαλώ να προσεχθούν:
1. Ορισμένες από τις προτάσεις μου (στο κείμενο) εξακολουθούν να είναι επίκαιρες, έχουν αξία και είναι χρήσιμες, -και
2. Έχω τονίσει, πολλές φορές, ότι το ΠΑΣΟΚ οφείλει να θέσει με πρωτοβουλία του, επιθετικά την πολιτική-κοινωνική ατζέντα της περιόδου (και της επόμενης 4ετίας). Να μετακινήσει ενεργητικά τη συζήτηση από το καθημερινό κουτσομπολιό των δημοσκοπήσεων και των ρηχών ρουτινιάρικων πάνελ στα πραγματικά διακυβεύματα και στην ουσία της πολιτικής.
Λόγω, δυστυχώς, της πλήρους απουσίας ουσιαστικού, δημόσιου διαλόγου, υπάρχει μόνον ένας τρόπος να βρεθεί στη δημοσιότητα και να κυριαρχήσει στην κοινή γνώμη αυτή η ατζέντα ώστε να αναδειχθούν τα πραγματικά προτάγματα και οι δεσμεύσεις του ΠΑΣΟΚ και να προκληθούν άπαντες να κινηθούν σ΄ αυτά, να απαντήσουν για αυτά. Δείχνοντας, επιβεβαιώνοντας, έτσι, στην πράξη ότι το ΠΑΣΟΚ έχει την πολιτική επάρκεια, την προγραμματική κυριαρχία και την κοινωνική υπευθυνότητα.
Ο τρόπος αυτός είναι: τηλεοπτικά σπότ με τις θέσεις, τις προγραμματικές δεσμεύσεις του ΠΑΣΟΚ.
Τηλεοπτικά σπότ -τώρα (άμεσα τώρα)- για όλα τα μεγάλα και κρίσιμα ζητήματα με τις πολιτικές θέσεις/προτάσεις/δεσμεύσεις του ΠΑΣΟΚ (ακρίβεια, ενέργεια, στέγαση, ανάπτυξη, φορολογία, περιφέρεια, κοινωνικό κράτος, άμυνα, αποκέντρωση, μισθοί, συντάξεις, κράτος δικαίου, παιδεία, υγεία, υποδομές, τράπεζες).
Μόνον έτσι -εδώ που φτάσαμε- ανοίγει, σε πρώτο στάδιο, πλατιά ένας δρόμος διαφορετικός, χρήσιμος και αποδοτικός. Μόνον έτσι η ατζέντα επιβάλλεται, η κοινή γνώμη μετακινείται στην ουσία και όλοι (”νέοι” επίδοξοι και καθεστωτικοί) πιέζονται, εγκαλούνται στο πραγματικό πεδίο, της κοινωνίας και των αναγκών της, και της Πολιτικής. Ο συνδυασμός με αυτή την τηλεοπτική επιβολή της ατζέντας, δεν μπορεί παρά να είναι η …σάρωση της επικράτειας βήμα-βήμα, σημείο-σημείο, παντού -ΕΞΩ, εκεί είναι το πραγματικό πεδίο!
>> Ακολουθεί το κείμενο της 9ης/12… Διαβάστε το.
( Πόσο, αλήθεια, διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν -έστω όχι όλα- άλλα τα σημαντικότερα αποτελούσαν πλαίσιο κίνησης και οι προτάσεις είχαν γίνει αποφάσεις… )
Τσίπρας, ΠΑΣΟΚ, Κεντροαριστερά: στο ημισφαίριο των ανακατατάξεων (ποιες και προς τα που)
του Ελευθερίου Τζιόλα
Δεν λέμε κάτι νέο, ούτε κάτι σπουδαίο, αν πούμε ότι ο χώρος της Κεντροαριστεράς –και της Κεντροδεξιάς/Δεξιάς, βέβαια, αλλά σε μείζονα βαθμό της Κεντροαριστεράς- έχει εισέλθει σε περίοδο σοβαρών αναταράξεων, ανακατατάξεων.
Αναλυτές φτάνουν να εκτιμήσουν ότι η περίοδος που αναδύεται θα εμφανίσει χαρακτηριστικά «νέας μεταπολίτευσης». Με την έννοια της ολοκλήρωσης και δύσης του κύκλου του υφιστάμενου πολιτικού-κομματικού συστήματος και της δημιουργίας, ανάδυσης ενός νέου σκηνικού με νέα πολιτικά σχήματα και πρωταγωνιστές σε νέους ρόλους.
Το εγχείρημα Τσίπρα: μπορεί ο Τσίπρας να πρωταγωνιστήσει;
Με δυο λόγια, στο χώρο της Κεντροαριστεράς ο Α. Τσίπρας και, πιθανόν, η Μ. Καρυστιανού με ότι και όσα έκαναν, κάνουν και θα κάνουν αποτελούν -μαζί μ΄εκείνο το δυναμικό που κινητοποιούν και την όποια και όποιας μορφής υποστήριξη τους παρέχεται- τους κρίσιμους παράγοντες. Και οι ίδιοι, αλλά και τα πράγματα δείχνουν, ότι θα αποτελέσουν καθοριστικούς παίκτες στο σκηνικό που διαμορφώνεται. Το οποίο (σκηνικό) θα επιδιώξουν να το διαμορφώσουν με τους δικούς τους όρους και τις δικές τους αναφορές. Τα παραπάνω ισχύουν με βεβαιότητα για τον Α. Τσίπρα, ο οποίος διαθέτει και εμπειρία (ό ίδιος) αλλά και είναι φανερό ότι συγκεντρώνει -υπάρχει πίσω του- ένα «σύστημα δυνάμεων στήριξης», και επικοινωνιακής και υλικών μέσων. Το ποσοστό αβεβαιότητας για την Μ. Καρυστιανού σχετίζεται κυρίως με την ίδια και τις αποφάσεις της, και όχι τόσο με την κοινωνική της αποδοχή και την δυναμική. Η οποία (δυναμική) δείχνει να είναι εκλογικά εξασφαλισμένη και μεσοπρόθεσμα σημαντική αναζητώντας, ωστόσο, την αναγκαία στελεχιακή δόμηση.
Απέναντι σ΄ αυτά, στον χώρο της Κεντροαριστεράς, τα στελέχη που έχουν εκτεθεί σε κριτική από τον Α. Τσίπρα -κατά το κοινώς λεγόμενο «έχουν αδειαστεί»- από τη μια, αλλά και ορισμένα στελέχη που διατηρούν επιφυλάξεις ή/και αρνητική άποψη στις πρωτοβουλίες του -από την άλλη, δίνουν χαμένες μάχες, μάχες οπισθοφυλακών. Παίζοντας στο γήπεδο του, και με απολογητική τακτική, παρά τους απαξιωτικούς -δικαιολογημένους ή μη- σε βάρος του χαρακτηρισμούς, μάλλον επιβεβαιώνουν την «απόρριψη» τους από τον Α. Τσίπρα παρά πλήττουν την στρατηγική του. Εξάλλου, στην κοινωνία βασικά συμπεράσματα έχουν εξαχθεί, και εκλογικά έχουν αποδοθεί, εδώ και αρκετό καιρό…
Στον χώρο αυτό, σημαντικά πλέον συρρικνωμένο, πολύ χαμηλότερα από την τελευταία επίδοση του 17%, η πλειοψηφική τάση είναι ότι θα ακολουθήσουν, θα υποστηρίξουν το εγχείρημα Τσίπρα. Τάση, όμως, που για τα σχέδια και τους στόχους Τσίπρα είναι οριακή, χαμηλού βεληνεκούς, γιαυτό και ο ίδιος με κάθε τρόπο επιμένει να σηματοδοτεί μια φυγή-κίνηση υπέρβασης, τοποθετώντας συμβολικά το ‘’παλιό-ξεπερασμένο και λίγο’’ στις πίσω γραμμές, στον «εξώστη». Και προβάλλει μια άλλη λογική, κίνησης προς τα εμπρός, αυτό που ονομάζει «συμμετοχή της βάσης, των πολιτών», (αυτοοργάνωση, κλπ) για ανασύσταση της δημοκρατικής παράταξης.
Το συνολικό εγχείρημα Τσίπρα, καθώς βρίσκεται στο αρχικό στάδιο ξεδιπλώματος του, δεν μπορεί με ασφάλεια να κριθεί και να προσεγγισθεί η κατάληξή του, καθώς μάλιστα εξαρτάται και από τις αντιδράσεις και κινήσεις και των άλλων παικτών του ευρύτερου χώρου της Κεντροαριστεράς.
Ωστόσο, αξιολογώντας σειρά στοιχείων, επιλογών και απόψεων του, ιδιαίτερα το διάστημα μετά το 2023 στο οποίο κεντρικό σημείο είναι η «Ιθάκη» και τα περί αυτήν, μπορούμε να πούμε ότι ο Τσίπρας ακόμη και με αυτό το «νέο» προφίλ είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρεθεί στη θέση και να αναλάβει το ρόλο του ηγέτη μιας ευρείας προοδευτικής παράταξης στο ορατό τουλάχιστον μέλλον και επίσης πολύ δύσκολο να πετύχει τη φιλοδοξία του να επανέλθει ως εναλλακτικός πόλος εξουσίας. Το πιθανότερο είναι να μείνει για καιρό μια μεσαία δύναμη σε έναν τεμαχισμένο, ρευστό αντιπολιτευτικό χώρο. Ο πρώτος και κύριος -ο πραγματικός του- στόχος θα είναι να επιβληθεί στην πρώτη φάση και να επιβεβαιωθεί από τις ερχόμενες εκλογές ως η κυρίαρχη δύναμη στον χώρο της Κεντροαριστρεράς.
Δείχνει δυνατό ότι θα δομήσει, θα δώσει μια μορφή -νέα τουλάχιστον ως προς τον υπάρχοντα κερματισμό- στον αντιπολιτευτικό χώρο ιδιαίτερα του πάλαι ποτέ εκλογικά ισχυρού ΣΥΡΙΖΑ (το κοινώς εννοούμενο «θα τον συμμαζέψει») επιτυγχάνοντας μια δομική ανασύνθεση έναντι της τωρινής πανσπερμίας του ασήμαντου πολιτικού αποτελέσματος.
Ταυτόχρονα, ως σημαντικό παράγωγο θα προκύψει παράπλευρα αλλά πιεστικά η ανάγκη να αντιμετωπίσει το ΠΑΣΟΚ τον εαυτό του. Να δει στην ουσία την αποστολή και το ρόλο του, ως δύναμη-κορμός της Δημοκρατικής Αριστεράς, και όχι ως ένα ακόμα μεσαίο (ή μικρομεσαίο) κόμμα στην βουλή, με οριακούς στόχους την αύξηση βουλευτικών εδρών. Την ανάγκη, το ΠΑΣΟΚ να διεκδικήσει και να δρομολογήσει πρωταγωνιστικά την ανασυγκρότησή της με λαϊκά, περιφερειακά και παραγωγικά χαρακτηριστικά, με πολιτικά χαρακτηριστικά για μια πατριωτική, δημοκρατική και σύγχρονη σοσιαλιστική προοπτική.
Όσα αναφέρονται για το ΠΑΣΟΚ, θα έπρεπε, εδώ και καιρό, να έχουν γίνει κατανοητά, να το έχουν απασχολήσει σε βάθος και να έχει αναλάβει στη βάση ενός ανάλογου σχεδίου σειρά σχετικών πρωτοβουλιών.
Με άλλα λόγια, αν το ΠΑΣΟΚ είχε κατοχυρωθεί στη συνείδηση της κοινωνίας ως η ανερχόμενη δύναμη έλκοντας μαζί του και άλλες δυνάμεις, ως ο αδιαμφισβήτητος εναλλακτικός πόλος εξουσίας απέναντι στη ‘’ΝΔ’’, αν, δηλαδή, είχε εκφράσει με ευρύτητα, αξιοπιστία και ηγετική επάρκεια την εναλλακτική πρόταση, τότε, ακόμα κι αν υπήρχαν οποιεσδήποτε σκοπιμότητες συμφερόντων, κανένα από τα εγχειρήματα που εμφανίζονται -του Α. Τσίπρα πρωτίστως- δεν θα είχε εμφανιστεί και μάλιστα με τέτοιο αέρα και προσδοκίες.
Σε περιδίνηση -επιβεβαιώνοντας τις αναταράξεις πριν την επικράτηση νέων συσσωματώσεων- βρίσκονται τα δύο κύρια σχήματα που πρόκυψαν από τον ενιαίο ΣΥΡΙΖΑ: ο ΣΥΡΙΖΑ με πρόεδρο τον Σ. Φάμελο και η ‘’Νέα Αριστερά’’ με πρόεδρο τον Α. Χαρίτση. Είναι φανερό ότι τα αισθήματα πολιτικής επιβίωσης θα οδηγήσουν σε επιλογές σύμπλευσης με τον Α. Τσίπρα και με τους νέους όρους του ιδίου. Η σφήνα του ΠΑΣΟΚ στην ρευστή κατάσταση του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΕ-ΑΡ για την είσπραξη μέρους από τις ισχνές δυνάμεις τους, είναι ζητούμενη -και σχετίζεται τόσο από την πολιτική γραμμή και τις επιλογές του Ν. Ανδρουλάκη όσο και από τις αντι-σύριζα εσωτερικές λογικές στο ΠΑΣΟΚ. Η «Πλεύση Ελευθερίας» εξελισσόμενο σ΄ένα πρωσοποκεντρικό κόμμα θα πληγεί αλλά περιορισμένα, το ‘’Κίνημα Δημοκρατίας’’ του Σ. Κασσελάκη φθίνοντας θα περάσει στο περιθώριο, ενώ αντοχές, στη βάση της συνεχούς ιδεολογικοπολιτικής προσπάθειας του (ανεξάρτητα από συμφωνίες ή όχι), θα δείξει το «ΜέΡΑ 25» του Γ. Βαρουφάκη.
Το ΠΑΣΟΚ: τι σκέφτεται, τι θα κάνει;
Εν όψει όλων αυτών, και ενώ το «σχέδιο Τσίπρα» εξελίσσεται και δημιουργεί κλίμα και προσδοκία -και, πάντως, ωθεί σε ανακατατάξεις και ανα-μορφώσεις, το κύριο ζήτημα είναι: ΤΙ σκέφτεται, ΤΙ θα κάνει το ΠΑΣΟΚ;
– Θα αφήσει το «σχέδιο Τσίπρα» να εξελιχθεί χωρίς ουσιαστική αντίδραση, πολιτική αντιπαράθεση;
– Αν επιλέξει την απάντηση, την αναμέτρηση γιατί καθυστέρησε και εξακολουθεί επί της ουσίας να καθυστερεί; Σε ποιο (ποια) πεδίο (πεδία), με ποια πολιτική γραμμή μάχης, θα απαντήσει; Αρκεί η κριτική για πεπραγμένα του πρωθυπουργού Τσίπρα, όταν μάλιστα υπάρχουν και αντίστοιχα πεπραγμένα μνημονιακών κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ (για τα οποία η κυρίαρχη κομματική λογική -δικαιολόγησής τους- είναι ότι «έσωσαν την Ελλάδα», λογική στην προέκτασή της οποίας κινείται και ο Τσίπρας); Απέναντι στην κριτική ότι το ΠΑΣΟΚ υποστηρίζει τον Μητσοτάκη αφού αντιπολιτεύεται την «νέα» κατά Τσίπρα δημοκρατική παράταξη -κριτική που τώρα απευθύνει το ΠΑΣΟΚ προς τον Τσίπρα- πως θα απαντήσει; Πως απαντά -ένα αντιδεξιό κόμμα όπως το ΠΑΣΟΚ (που παγιδεύτηκε παραμένοντας αντιδεξιό και ασκώντας μια οριακή «συνδικαλιστική αντιπολίτευση»)- στο ερώτημα: «Ο διμέτωπος αγώνας, ποιόν βλάπτει και ποιον ωφελεί; Πότε έκανε το ΠΑΣΟΚ διμέτωπο;»
– Είναι οι κινήσεις για συνεργασία σε κοινοβουλευτικό επίπεδο (ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, ΝΕ-ΑΡ), όπως αυτή για την αναθεώρηση του άρθρου 86 του Συντάγματος, ικανές να διαμορφώσουν εκείνη την επιρροή και την απήχηση που θα αντισταθμίσουν τη δυναμική και τις προσδοκίες των πρωτοβουλιών Τσίπρα (ή, ακόμα και Σαμαρά, και πιθανόν Καρυστιανού); Ποιος, αλήθεια μπορεί να το πιστεύει!
Ωστόσο, υπάρχει -και γιατί καθυστέρησε- σχέδιο/πρόγραμμα συνεργασιών και ποιο, σε ποιους τομείς, σε ποια πεδία, με ποιο χρονικό ορίζοντα; Υπάρχει, θα παρουσιασθεί;
– Τι σήμαινε πριν και τι σημαίνει τώρα, στις νέες συνθήκες «αυτόνομη πορεία»; Συσχετίζεται -κι αν ναι- με ποια πολιτική και με ποιον τρόπο η «αυτόνομη πορεία» με την ανασύνθεση, με την αναδόμηση της Δημοκρατικής Αριστεράς (της Κεντροααριστεράς) ως προοδευτικού πλειοψηφικού πόλου, πέρα από τις αμφισβητούμενου αποτελέσματος ηγετικά επιλεγμένες μεταγραφές προσώπων; Ποιον έχει απασχολήσει αυτό το κεντρικό ζήτημα, ποιες είναι οι επεξεργασίες και ποιες οι απαντήσεις; Ας το πούμε με τρέχοντες όρους: απέναντι στο «σχέδιο Τσίπρα» της «νέας δημοκρατικής παράταξης» το ΠΑΣΟΚ πως απαντά; Η «αυτόνομη πορεία» πως συσχετίζεται με τη διαμόρφωση Δημοκρατικής Παράταξης και την κοινωνική πλειοψηφία του εναλλακτικού πόλου; Ποιο όργανο στο ΠΑΣΟΚ -όπου συχνά, πυκνά μιλούν για «θεσμικότητα» και «δημοκρατικό θεσμικό κόμμα»- έχει συνέλθει, έχει συζητήσει και συλλογικά έχει αποφασίσει για τη στρατηγική του, για το πολιτικό-προγραμματικό του πλαίσιο, για τις μείζονες (εθνικές, κοινωνικές και περιφερειακές) πολιτικές του;
– Τέλος -όχι όμως τελευταίο, μάλλον το αντίθετο- όλοι βλέπουν με αγωνία, όλοι μεταξύ τους – ή κατά μόνας ή με φίλους ή σε συναντήσεις- συζητούν, αλλά και συνολικότερα η κοινωνία βλέπει τη στασιμότητα (δημοσκοπική). Ποια είναι η ανάλυση, έχει μελετηθεί με αξιόπιστη επαγγελματική υπευθυνότητα και ποια είναι η απάντηση για το μακράς διάρκειας αυτό φαινόμενο; Που βρίσκεται το πρόβλημα, έχει μελετηθεί με αντικειμενικότητα και ειλικρίνεια, υπάρχουν συμπεράσματα; Μπορεί με τεκμηρίωση, υπεύθυνα να λεχθεί από ποια (ποια) σημείο (σημεία) μπορεί να υπάρξει, να ξετυλιχθεί στην πράξη, συντεταγμένα η απάντησή του; Πως οργανώνεται και υλοποιείται μια τέτοια απάντηση;
Αν, σε προηγούμενη φάση, η απάντηση στην στασιμότητα ήταν η ανάγκη παρουσίασης και προβολής πρότασης Κυβερνητικού Προγράμματος, αυτή, μετά την ΔΕΘ, έχει καλυφθεί. Και επί τρεις μήνες έχει αναληφθεί και προωθηθεί μια σοβαρή προσπάθεια παρουσίασης της κυβερνητικής πρότασης με γεωγραφική ευρύτητα. Όμως, το πρόβλημα της στασιμότητας εξακολουθεί να υπάρχει. Επομένως, το πρόβλημα όχι μόνο δεν έχει επιλυθεί αλλά καθίσταται οξύτερο και έχει κατεπείγοντα χαρακτήρα, αν μάλιστα συνεκτιμηθούν οι εξελίξεις που έχουν δρομολογηθεί για το νέο σκηνικό που περιγράφουμε παραπάνω.
Ένα Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ που αλλάζει τα δεδομένα: μπορεί να υπάρξει και πως;
– Το Συνέδριο που έχει εξαγγελθεί να πραγματοποιηθεί μπορεί να αποτελέσει, λόγω των εξουσιών του ως το κυρίαρχο θεσμικό κομματικό σώμα, τον τόπο και το όργανο για τη συζήτηση και τις αποφάσεις επίλυσης τέτοιας σημασίας και βάρους ζητημάτων και, μ΄αυτή την έννοια, αυτού του καίριου προβλήματος/ζητήματος για το ξεμπλοκάρισμα και για την ανοδική, ελπιδοφόρα πορεία του ΠΑΣΟΚ, στο σήμερα και για το αύριο του.
– Το Συνέδριο που θα πραγματοποιηθεί θα μπορούσε επίσης να αποτελέσει, με την κατάλληλη προετοιμασία, τόπο συνάντησης, διαλόγου και (συν)απόφασης, σύγκλισης και ένταξης τμημάτων, ομάδων και στελεχών της ευρείας Κεντροαριστεράς και κυρίως κινήσεων με περιφερειακές, κοινωνικές αναφορές και διαδρομή στα πλαίσια μιας μεγάλης Ενοποιητικής διαδικασίας και μιας μεγάλης, δεσμευτικής Προγραμματικής Συμφωνίας για τον Παραγωγικό, Δημοκρατικό Μετασχηματισμό, την Οικονομική Ανόρθωση και την Κοινωνική Δικαιοσύνη.
– Το Συνέδριο θα ήταν η κορύφωση. Η κορύφωση μιας πορείας συνάντησης, σμιξίματος με το Λαό.
Μιας πορείας μυρμηγκιού, με γνήσιο, τίμιο διάλογο από πόλη σε πόλη, από συνοικία σε συνοικία, από πανεπιστήμιο σε πανεπιστήμιο κι από σχολή σε σχολή, από εργοστάσιο σε εργοστάσιο κι από καφενείο σε καφενείο, από αγορά σε αγορά κι από ίδρυμα σε ίδρυμα.
Στη βάση, όχι από καθέδρας, όχι με τους «αντιπροσώπους», αλλά με τους πολίτες, τους παραγωγούς, τους επιστήμονες, τους αγρότες, τους σπουδαστές, όχι με τις «γραφειοκρατίες».
Στη βάση, όχι αφ΄ υψηλού!
Αυτό το σμίξιμο με το λαό, όπως το περιγράφω, αφορά πρωτίστως την ηγεσία!
Γιατί η ηγεσία, η ίδια η ηγεσία -πρέπει και οφείλει- να επιλύσει η ίδια και το πρόβλημα της ηγεσίας!
Ένα βαν με την ηγεσία -κι αμέσως μετά, όσα βαν επιτρέπουν τα πραγματικά οικονομικά του ΠΑΣΟΚ με στελέχη πρώτης γραμμής και εμπειρίας- εσωτερικά κατάλληλα εξοπλισμένο (για τηλεοπτικές ανταποκρίσεις, internet-wifi, ακόμα και διαμονή), από πόλη σε κωμόπολη σε πόλη, σε όλη την Ελλάδα, από την Ορεστιάδα, στη Φλώρινα, στο Καστελόριζο, την Ιεράπετρα και τη Ζάκυνθο.
Αυτή θα είναι η κινητή μονάδα του ζωντανού ανταμώματος με την κοινωνική βάση, η εμπροσθοφυλακή ενός νέου Κινήματος Λαϊκής Βάσης, του ΠΑΣΟΚ, που καθώς θα κινείται στον γεωγραφικό χώρο της Πατρίδας πίσω του το αποτύπωμα θα είναι οι νέες ζωντανές οργανώσεις του.
Εξάλλου, όπως έχουν τα πράγματα σήμερα, παρά την οργανωτική καχεξία, το ΠΑΣΟΚ διαθέτει ένα υπολογίσιμο κομματικό δυναμικό που μπορεί να αναλάβει την οργανωτική προετοιμασία μιας τέτοιας πρωτόγνωρης προσπάθειας, μεγάλης σε αξία και έκταση και σημειακής στη γεωγραφία και την κοινωνία της Χώρας.
Αλήθεια, πόσο μας έχει τυφλώσει, η μηντιακή εξαπάτηση!
Πόσο το «μέσον-media» έχει γίνει ο σκοπός…– -Η κοινοβουλευτική δραστηριότητα όπως πραγματοποιείται είναι καπελωμένη, στην πράξη ακυρωμένη, αναποτελεσματική. Μην παγιδεύεστε στη «θεσμικότητα». Χρειάζεται να την πιστεύει και ο κυβερνήτης και το κόμμα του για να λειτουργήσει στοιχειωδώς, και τίποτα τέτοιο, εκ μέρους του, δεν υπάρχει. Αυτή εξάλλου ήταν και η αυτοκριτική πριν από χρόνια των σοσιαλδημοκρατών στη Γερμανία όταν παραδόθηκαν πλήρως στη Δεξιά και την Μέρκελ. Ή, να θυμηθούμε τον Ανδρέα Παπανδρέου, όπως πρέπει να κάνουμε πάντα, ιδιαίτερα στα δύσκολα. Έλεγε ο Α. Παπανδρέου: «Αγώνα μέσα και ΕΞΩ απ΄ τη Βουλή!». Τώρα, είμαστε μάλλον στο ΕΞΩ, ή τουλάχιστον πολύ περισσότερο στο ΕΞΩ.
-Τα τηλεοπτικά πάνελ. Μια χάβρα, ένα απέραντο αλαλούμ, με ρηχή ή στημένη θεματολογία, με εθισμό στην «ατάκα» και στο λούστρο. Αποτέλεσμα, τελικά, μηδενικό. Οι ελάχιστες περιπτώσεις ποιότητας δεν αξίζουν αν είναι να διαθέσεις τόσο και τέτοιο προσωπικό κεφάλαιο και κεφάλαιο χρόνου.
-Τα social media σ΄ένα ηλίθιο κυνηγητό των likes, με την εύκολη απόλαυση του στιγμιαίου και της «ατάκας» έχουν εξουδετερώσει οτιδήποτε ουσιαστικό και αληθινό.
Τι απέμεινε, λοιπόν;
Η επαφή, η ζωντανή επαφή, η άμεση σχέση με το λαό. Μόνο αυτό!
Η πορεία προς το Λαό, όχι ως σλόγκαν, ως πράξη.
Ως συγκεκριμένη πράξη, ως επικοινωνία πρόσωπο με πρόσωπο, σημείο προς σημείο!
Χρονοβόρο, μπορεί και βασανιστικό. Αλλά το μόνο αληθινό και ουσιώδες.
Και, πολλαπλά απελευθερωτικό!
Σε αδρές γραμμές, θεωρώ ότι αυτή θα ήταν μια δημιουργική και αποτελεσματική κατεύθυνση.
Πρέπει να υπογραμμίσουμε, κλείνοντας, ότι οι θεσμικές πρόνοιες για ένα τέτοιο Συνέδριο υπάρχουν και είναι κατοχυρωμένες και καταστατικά.
Επίσης, το Συνέδριο έχει εξαγγελθεί.
Υπάρχει, άραγε, η πολιτική βούληση με ένα τέτοιο περιεχόμενο, για μια πορεία όπως περιγράφηκε με κορύφωση ένα Συνέδριο που θα είχε από τη φύση του Ιδρυτικό (ή επανιδρυτικό, αν προτιμάτε) χαρακτήρα.
Θα ήταν, πάντως, ένα άλμα.
Ιδού!
Θεσσαλονίκη, 9 Δεκεμβρίου 2025
Το παραπάνω άρθρο, διαρκεί στην ανάγνωση 4′. Θα παρακαλούσα να διαβαστεί με προσοχή, πριν από κάθε άλλη αντίδραση. Περιττό να σημειώσω ότι, όπως πάντα, είμαι ανοιχτός στον ουσιαστικό διάλογο αναζητώντας και τις καλύτερες δυνατές επιλογές.
Ο πολιτικός λόγος αποτυγχάνει όταν γίνεται κατάλογος υποσχέσεων, τεχνικών μέτρων και αφηρημένων εννοιών και παύει να λειτουργεί ως πρόσκληση συμμετοχής. Μπορεί να είναι ορθός, τεκμηριωμένος, ακόμη και αναγκαίος, αλλά να μένει άψυχος, ένα απλό κείμενο προς ανάγνωση, όχι εμπειρία προς βίωση. Να μην αγγίζει τον πολίτη. Να μην τον μετακινεί εσωτερικά. Να μην τον κάνει να αισθανθεί ότι αφορά τη δική του ζωή. Εκεί βρίσκεται το μεγάλο πρόβλημα της σύγχρονης πολιτικής. Η δημοκρατία δεν ζει μόνο από θεσμούς και νόμους. Ζει και από τη μέθεξη των πολιτών, από την ικανότητά τους να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους μέσα στο κοινό δράμα της πόλης.
Οι αρχαίοι Έλληνες, με την τραγωδία, μας κληροδότησαν την επίγνωση ότι η αλήθεια δεν περνά μόνο μέσα από την απόδειξη, αλλά και μέσα από την εμπειρία. Το θέατρο δεν ήταν διασκέδαση με τη σημερινή έννοια. Ήταν πολιτική παιδεία. Στην τραγωδία, ο θεατής δεν παρακολουθούσε απλώς την πτώση του Οιδίποδα, την αγωνία της Αντιγόνης ή την ύβρη του Κρέοντα. Συμμετείχε ψυχικά. Αναγνώριζε μέσα στους ήρωες τα όρια της ανθρώπινης βούλησης, τη σύγκρουση νόμου και ηθικής, την αλαζονεία της εξουσίας, την αναμέτρηση του ανθρώπου με τη μοίρα και την ευθύνη. Αυτή η μέθεξη οδηγούσε στην κάθαρση. Και η κάθαρση δεν ήταν απλώς συγκίνηση. Ήταν επίγνωση.
Αυτό ακριβώς λείπει συχνά από τον σύγχρονο πολιτικό λόγο. Μιλά για δημοκρατία χωρίς να δείχνει το τραύμα της. Μιλά για θεσμούς χωρίς να δείχνει τον πολίτη που συνθλίβεται από την αυθαιρεσία. Μιλά για ανάπτυξη χωρίς να δείχνει τον νέο που φεύγει, τον επαγγελματία που εξοντώνεται, τον έντιμο άνθρωπο που αισθάνεται ανόητος μέσα σε μια κοινωνία εξαιρέσεων. Χωρίς πρόσωπο, δεν υπάρχει δράμα. Χωρίς δράμα, δεν υπάρχει μέθεξη. Χωρίς μέθεξη, δεν υπάρχει πολιτική αφύπνιση.
Η λογοτεχνία μάς διδάσκει ότι οι μεγάλες ιδέες χρειάζονται ανθρώπινο σώμα και πλοκή. Ο Ντοστογιέφσκι δεν γράφει αφηρημένα περί ενοχής· δημιουργεί τον Ρασκόλνικοφ. Ο Καμύ δεν εξηγεί απλώς το παράλογο αλλά μας το δείχνει στον Μερσώ. Ο Κάφκα δεν κάνει διάλεξη για τη γραφειοκρατική εξουσία αλλά βάζει τον άνθρωπο απέναντι σε έναν αόρατο, απρόσωπο μηχανισμό που τον καταδικάζει χωρίς να του εξηγεί γιατί. Εκεί βρίσκεται η δύναμη της τέχνης. Μετατρέπει την έννοια σε εμπειρία.
Και στην πολιτική δεν αρκεί η καλή πρόθεση. Ο λόγος οφείλει να δώσει στην ουσία μορφή, ένταση και αναγνωρισιμότητα. Χρειάζεται αφήγηση μεταβολής. Από πού ξεκινά η κοινωνία, ποια παθογένεια την κρατά δέσμια, ποια σύγκρουση πρέπει να αναλάβει, ποια επιλογή έχει μπροστά της και ποια νέα κατάσταση μπορεί να δημιουργήσει. Ένα πρόγραμμα χωρίς αυτή τη διαδρομή μοιάζει με σκηνή χωρίς κίνηση.
Μία χώρα δεν αλλάζει επειδή κάποιος παραθέτει εκατό μέτρα. Μπορεί όμως να αρχίσει να αλλάζει όταν οι πολίτες δουν καθαρά τη σκηνή στην οποία ζουν, το κράτος ως μηχανισμό πελατείας, την εξουσία ως προνόμιο, τον πολίτη ως θεατή, την αξιοκρατία ως εξαίρεση, τη λογοδοσία ως απειλή για τους ισχυρούς. Ο πολίτης δεν συγκινείται από την απλή περιγραφή μιας αδικίας, αλλά από τη στιγμή που βλέπει έναν άνθρωπο να συγκρούεται με αυτήν. Τότε το πολιτικό πρόγραμμα δεν είναι κατάλογος. Είναι αφήγηση μετάβασης, από την ταπείνωση στην αξιοπρέπεια, από την ανοχή στην ευθύνη, από τον πελάτη στον πολίτη.
Η δραματουργία του πολιτικού λόγου απαιτεί πρωταγωνιστή, σύγκρουση, δίλημμα και προοπτική. Πρωταγωνιστής δεν είναι ο αρχηγός ούτε το κόμμα. Είναι ο πολίτης. Ο πολίτης πρέπει να πάψει να είναι στατιστικό μέγεθος και να γίνει υποκείμενο ευθύνης και συμμετοχής. Εκεί γεννιέται η δημοκρατική μέθεξη.
Ιδίως στην Ελλάδα, όπου η σχέση πολίτη και εξουσίας παραμένει βαθιά παθογενής, ο πολιτικός λόγος οφείλει να αποκαλύψει τη μεγάλη σύγκρουση. Από τη μία ο πολίτης που ζητά δικαιοσύνη, αξιοκρατία και λογοδοσία και από την άλλη ένα κράτος που συχνά λειτουργεί ως μηχανισμός εξυπηρετήσεων, εξαιρέσεων και προνομίων. Αυτή δεν είναι απλώς διοικητική δυσλειτουργία. Είναι προδημοκρατικό υπόλειμμα. Είναι η αντίληψη ότι η εξουσία βρίσκεται πάνω από τον πολίτη, όχι υπόλογη απέναντί του.
Ένας ζωντανός πολιτικός λόγος δεν κολακεύει τον πολίτη, αλλά τον αναγνωρίζει. Δεν λέει απλώς «έχουμε λύσεις». Λέει, αυτό που ζεις έχει όνομα, έχει αιτία, έχει υπεύθυνους, αλλά έχει και διέξοδο. Δεν σου ζητούμε να χειροκροτήσεις. Σου ζητούμε να σταθείς μέσα στη σκηνή της Δημοκρατίας ως πολίτης, όχι ως απλός θεατής. Η δημοκρατία δεν χρειάζεται θεατές της παρακμής. Χρειάζεται πολίτες που αντιλαμβάνονται ότι έχουν ρόλο στην έκβαση του δράματος.
Το δίλημμα είναι σαφές. Θα συνεχίσουμε ως κοινωνία που ζητά δικαιοσύνη όταν αδικείται, αλλά εξαίρεση όταν τη συμφέρει; Ή θα οικοδομήσουμε μια δημοκρατία όπου η εξουσία υπηρετεί και λογοδοτεί;
Γιατί τελικά η Δημοκρατία δεν πεθαίνει μόνο όταν καταλύονται οι θεσμοί. Φθείρεται και όταν οι πολίτες παύουν να αισθάνονται ότι η υπόθεσή της είναι δική τους. Και η αποστολή του πολιτικού λόγου είναι ακριβώς αυτή. Να μετατρέψει την αδιαφορία σε συμμετοχή, την αγανάκτηση σε ευθύνη και την ιδέα σε κοινή πράξη.
«Εν αρχή ην ὁ Λόγος». Ο πολιτισμός στηρίζεται πάντοτε στην πειθαρχημένη χρήση της γλώσσας: στην ικανότητα να ορίζεις, να πείθεις, να συγκρατείς και να προσδίδεις νόημα στην άσκηση της εξουσίας. Στη διπλωματία, οι λέξεις διαμορφώνουν αποτελέσματα.
Η πρόσφατη ομιλία του Βασιλιά Καρόλου Γ΄ ενώπιον του Κογκρέσου των Ηνωμένων Πολιτειών, παράλληλα με το Επίσημο Δείπνο στον Λευκό Οίκο, υπενθύμισε αυτή τη διαχρονική αλήθεια. Αν αφαιρέσει κανείς την τελετουργία των εκδηλώσεων μένει κάτι πολύ πιο ουσιώδες: η διαχείριση των λέξεων.
Οι αρχαίοι Έλληνες το ονόμασαν λόγο: λέξη, λογική και τάξη. Στη διπλωματία, η ορθή χρήση του δεν είναι ευγένεια. Είναι ισχύς.
Η ομιλία παρουσιάστηκε ως μη πολιτική. Τυπικά, αυτό είναι ορθό. Συνταγματικά, δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά. Στη σύγχρονη εποχή, ένας Βρετανός μονάρχης δεν χαράσσει πολιτική. Δεν συμμετέχει σε εκλογικές ή κομματικές αντιπαραθέσεις. Και όμως, η ομιλία του προς τους προς τους εκπροσώπους του αμερικανικού λαού ήταν γεμάτη ουσία.
Έκανε αναφορές στην Magna Carta, στο ΝΑΤΟ, στην Ουκρανία, στο κράτος δικαίου, στα όρια της εκτελεστικής εξουσίας, στον κίνδυνο του εφησυχασμού και στην κλιματική αλλαγή. Κάθε αναφορά ήταν προσεκτικά τοποθετημένη. Κάθε λέξη έφερε το βάρος του περιεχομένου της.
Στη σοβαρή διπλωματία, ελάχιστα είναι τυχαία.
Η μέθοδος της ομιλίας του Βρετανού Βασιλιά ήταν κλασική: δεν περιείχε καμία άμεση κριτική, καμία κατονομασία, παρά μόνο επίκληση — στην ιστορία, στο δίκαιο, σε συμμαχίες, στην αυτοσυγκράτηση. Το αποτέλεσμα ήταν να λεχθεί το ουσιώδες χωρίς άμεσες αιχμές ή κατηγορίες. Όσοι έπρεπε να ακούσουν, άκουσαν. Όσοι θα ήθελαν να αντιδράσουν, βρήκαν λίγα να απορρίψουν.
Η ομιλία λειτούργησε σε πολλαπλά επίπεδα. Απευθυνόταν στα μέλη του Κογκρέσου, αλλά και σε ευρύτερα ακροατήρια: στην αμερικανική κοινή γνώμη, στους Ευρωπαίους συμμάχους, στην Ουκρανία, στο βρετανικό κοινό και σε όσους αμφισβήτησαν τον ίδιο τον σκοπό της επίσκεψης.
Ένα μήνυμα. Πολλούς αποδέκτες — ο καθένας άκουγε αυτό που χρειαζόταν.
Αυτή είναι η διπλωματία στην πιο εκλεπτυσμένη της μορφή.
Το χιούμορ έπαιξε και αυτό το ρόλο του. Ήρθε νωρίς — και όχι τυχαία. Ακόμη και ιστορικά δύσκολες περίοδοι μεταξύ ΗΒ και ΗΠΑ, αντιμετωπίστηκαν με τακτ: αναφορές σε παλαιές συγκρούσεις μεταπλάστηκαν με έναν τόνο που αποφόρτιζε αντί να διχάζει.
Οι Βρετανοί, μάστορες στην τέχνη του λόγου και της διπλωματίας, το έχουν κατανοήσει εδώ και καιρό: ένα μήνυμα, όταν μεταδίδεται με ελαφρύ άγγιγμα, συχνά ταξιδεύει μακρύτερα από μια ωμή δήλωση.
Παρούσα στην ομιλία ήταν και η πολιτική — αλλά ποτέ ως πολιτική. Πλαισιώθηκε ως αρχή. Πράγματι, ως αρχή πρώτης τάξεως. Η υπενθύμιση ότι οι συμμαχίες δεν μπορούν να επαναπαύονται μόνο στα επιτεύγματα του παρελθόντος δεν διατυπώθηκε ως υπόδειξη. Προσφέρθηκε ως σκέψη.
Κάποιοι θα πουν ότι όλα αυτά είναι ωραία λόγια. Ευγένειες. Ότι οι πράξεις μιλούν δυνατότερα από τις λέξεις.
Σωστό.
Αλλά οι λέξεις καθορίζουν αν μια πράξη θα γίνει κατανοητή, αποδεκτή ή θα προκαλέσει αντίσταση. Η κακή γλώσσα περιορίζει επιλογές. Η άγαρμπη γλώσσα κλείνει πόρτες. Η ακριβής γλώσσα δημιουργεί χώρο. Στη διπλωματία, αυτός ο χώρος μπορεί να είναι καθοριστικός. Ενίοτε κρίνει αν μια πράξη θα πετύχει ή εάν θα αποτύχει.
Στα 43 χρόνια μου στη διπλωματική υπηρεσία, έμαθα ότι τα πιο αποτελεσματικά μηνύματα σπανίως είναι τα πιο θορυβώδη. Μεταδίδονται με αυτοσυγκράτηση — επιτρέποντας στον αποδέκτη να απορροφήσει το νόημα χωρίς απώλεια αξιοπρέπειας, μεταβάλλοντας την ατμόσφαιρα στην αίθουσα χωρίς να αφήνουν ορατά ίχνη. Η σιωπή συχνά κάνει τα υπόλοιπα.
Εδώ ακριβώς το Στέμμα παραμένει ένα από τα αποτελεσματικότερα μέσα διπλωματίας του Ηνωμένου Βασιλείου — η πιο εκλεπτυσμένη μορφή ήπιας ισχύος του.
Όχι επειδή διατάζει. Δεν διατάζει.
Όχι επειδή κυβερνά. Δεν κυβερνά.
Αλλά επειδή ενσαρκώνει συνέχεια. Μιλά από θέση υπεράνω κομμάτων και πέρα από εκλογικούς κύκλους. Αυτό του προσδίδει ιδιαίτερη αυθεντία — ριζωμένη όχι στη δύναμη, αλλά στην παράδοση και τη νομιμοποίηση.
Ένας μονάρχης, εκ του συνταγματικού του ρόλου, δεν διαπραγματεύεται πολιτική. Ακριβώς όμως αυτός ο περιορισμός δημιουργεί χώρο. Μπορεί να κινηθεί εκεί όπου οι κυβερνήσεις δυσκολεύονται και να επικοινωνήσει σε επίπεδα απρόσιτα στην επίσημη διπλωματία. Η πρόσβαση γίνεται επιρροή. Η παρουσία γίνεται μήνυμα.
Οι κυβερνήσεις επιχειρηματολογούν. Οι θεσμοί υπενθυμίζουν.
Αυτό δεν σημαίνει εξωραϊσμό της ιστορίας. Η κληρονομιά της αυτοκρατορίας — και η δύσκολα κερδισμένη ανεξαρτησία πολλών κρατών, συχνά μέσα από αγώνα και καταναγκασμό — παραμένει μέρος του πλαισίου μέσα στο οποίο προσλαμβάνονται τέτοιοι συμβολισμοί.
Κατά τη θητεία μου ως Ύπατος Αρμοστής της Κύπρου στο Ηνωμένο Βασίλειο, είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τον Βασιλιά Κάρολο όταν ήταν ακόμη Πρίγκιπας της Ουαλίας, καθώς και την αείμνηστη μητέρα του, Βασίλισσα Ελισάβετ Β΄. Είχα επίσης επαφές με το Παλάτι στο πλαίσιο εργασιών της Κοινοπολιτείας — ενός πλαισίου που αντανακλά την Κοινοπολιτεία ως ελεύθερη ένωση κυρίαρχων κρατών. Εκείνο που ξεχώριζε δεν ήταν μόνο η προσωπικότητά του, αλλά η πειθαρχία του: ο τόνος, η ακρόαση και η καλλιεργημένη επίγνωση ότι ο θεσμός πρέπει πάντοτε να προηγείται.
Αυτό δεν είναι κολακεία. Είναι παρατήρηση.
Η αείμνηστη Βασίλισσα Ελισάβετ Β΄ το κατανοούσε ενστικτωδώς. Άσκησε μια μορφή διπλωματίας ορισμένη από την αυτοσυγκράτηση, πετυχαίνοντας συχνά όσα πιο άμεσες μέθοδοι δεν μπορούσαν.
Ο Βασιλιάς Κάρολος Γ΄ λειτουργεί σήμερα σε ένα πιο ασταθές περιβάλλον: συμμαχίες υπό πίεση, γλώσσα χονδροειδέστερη, η διεθνής τάξη κανόνων συχνά επικαλούμενη αλλά λιγότερο σταθερά εφαρμοζόμενη.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η ήπια ισχύς δεν είναι ήπια επειδή είναι αδύναμη. Είναι ήπια επειδή λειτουργεί μέσω μνήμης, νομιμοποίησης και παραδείγματος.
Η αναφορά στη Magna Carta δεν ήταν διακοσμητική. Ήταν μήνυμα. Ήταν υπενθύμιση μιας συνταγματικής κληρονομιάς παλαιότερης από κάθε κυβέρνηση: ότι η εξουσία πρέπει να περιορίζεται, πρέπει να ελέγχεται, ότι η ελευθερία στηρίζεται στον νόμο, ότι η αυθεντία — όσο ισχυρή και αν είναι — πρέπει να παραμένει οριοθετημένη.
Η ομιλία του Βασιλιά δεν ήταν διάλεξη. Δεν ήταν διδακτισμός. Ήταν υπενθύμιση.
Ένας πρωθυπουργός που θα μετέφερε το ίδιο μήνυμα θα προκαλούσε κομματική αντίδραση. Ένας υπουργός Εξωτερικών θα προσέδιδε πολιτική διάσταση. Ένας πρέσβης θα το μετέφερε ως επίσημη θέση της κυβέρνησής του.
Ο Βασιλιάς είπε λιγότερα — και μετέφερε περισσότερα.
Αυτό είναι το παράδοξο της συνταγματικής μοναρχίας στη διπλωματία: ο θεσμικός της περιορισμός μετατρέπεται σε πρακτικό πλεονέκτημα.
Στην ομιλία του ο Βρετανός Μονάρχης δεν αντιπαρατέθηκε. Όρισε. Και στη διπλωματία, ο ορισμός είναι ισχύς.
Το γνωστό απόφθεγμα — που συχνά, αλλά λανθασμένα, αποδίδεται στον Winston Churchill — λέει ότι διπλωματία είναι η τέχνη να στέλνεις κάποιον στην κόλαση με τέτοιο τρόπο ώστε να σου ζητά οδηγίες.
Η γλώσσα του Βασιλιά δεν έστειλε κανέναν πουθενά. Απευθύνθηκε σε πολλούς αποδέκτες, χωρίς να προσβάλει κανέναν. Υπενθύμισε σε όλους τη γλώσσα με την οποία η ισχύς κάποτε συμφώνησε να μιλά — μέσα σε κανόνες και όρια.
Ήταν ένα μάθημα υψηλής διπλωματικής γλώσσας — πώς να μιλάς χωρίς να μιλάς.
Ο χάρτης υπήρχε ήδη.
Ο Βασιλιάς απλώς τον ξεδίπλωσε.
*Πρέσβης επί τιμή. Ανώτερος Ερευνητικός Συνεργάτης, Κυπριακό Κέντρο Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας.
Πού είναι η Σβέρνιτσα; Υπάρχουν εκεί μέλη της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας; Αυτά τα ερωτήματα απασχολούν κατά τις τελευταίες ημέρες τα ελληνικά και αλβανικά ΜΜΕ. Η απάντηση είναι απλή: Η Ελληνική Μειονότητα βρίσκεται διεσπαρμένη σε διάφορα σημεία της Αλβανίας και όχι μόνο στον χώρο της Βορείου Ηπείρου. Βεβαίως στο βόρειο τμήμα της ιστορικής Ηπείρου εντοπίζονται αρχέγονες ελληνικές κοιτίδες, αλλά τα εθνολογικά όρια του Ελληνισμού βρίσκονται βορειότερα από τα σημεία που θέλει να παρουσιάσει η προπαγάνδα του αλβανικού κράτους.
Ορθώς αντέδρασε το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών για την καταπάτηση ελληνικών περιουσιών στις περιοχές Σβέρνιτσας και Νάρτας βορείως του Αυλώνα. Αξιοπρεπής ήταν και η αντίδραση αρκετών κομμάτων και προσώπων της αντιπολίτευσης. Το πρόβλημα είναι ότι και στις δύο απογραφές του αλβανικού κράτους, του 2012 και του 2023, η αριθμητική δύναμη των Ελλήνων δεν κατεγράφη αντικειμενικά. Άλλοτε δεν ρωτήθηκε η εθνικότητα και το θρήσκευμα (η απάντηση είναι προαιρετική, αλλά η ερώτηση είναι υποχρεωτική). Άλλοτε τα αποτελέσματα αλλοιώθηκαν. Άλλοτε δεν λειτουργούσαν τα τάμπλετ των υπαλλήλων της απογραφής, ειδικά όταν πήγαιναν σε περιοχές με ελληνικό στοιχείο.
Το 2012 η ΟΜΟΝΟΙΑ, η Οργάνωση της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας, κατήγγειλε την επίσημη απογραφή και διοργάνωσε τη δική της. Κατέγραψε 280.000 Αλβανούς πολίτες ελληνικής εθνικής καταγωγής και συνειδήσεως. Πολλοί από αυτούς έχουν πάρει την κάρτα Ομογενούς από την Ελλάδα. Περίπου 4000 από αυτούς κατοικούν ή έχουν γη στην επίμαχη περιοχή Σβέρνιτσας και Νάρτας. Το 2023 η απογραφή πάλι καταγγέλθηκε από τους επίσημους φορείς της Μειονότητας, καθώς και από το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών.
Πρέπει οπωσδήποτε να απαιτήσουμε να γίνει υπό την αιγίδα διεθνών Οργανισμών μία ακριβής και όχι πλαστογραφημένη αριθμητική και γεωγραφική καταγραφή των ομοεθνών μας της Αλβανίας. Να τους ψάξουμε παντού και όχι μόνο στις αυθαίρετες μειονοτικές ζώνες του κομμουνιστικού καθεστώτος.
Ακόμη και σήμερα η Αλβανία διατηρεί τον όρο «μειονοτικές ζώνες» που είχαν θεσπίσει οι κομμουνιστικές κυβερνήσεις του Χότζα και του Αλία για να περιορίσουν τους Έλληνες γεωγραφικά και αριθμητικά. Αυτή η ορολογία – και τα όσα συνεπάγεται- πρέπει να καταργηθεί. Δεν περιορίζεται σε ζώνες ο Ελληνισμός. Η Νάρτα, η Σβέρνιτσα, αλλά και η Σελενίτσα είναι κωμοπόλεις με ιστορική και εθνολογική ταυτότητα ελληνική. Αρκετοί από αυτούς ζουν σήμερα στην Ελλάδα, αλλά διατηρούν την περιουσία τους και τα εκλογικά τους δικαιώματα. Όπως και στη Χειμάρρα έτσι και σε αυτές τις περιοχές γίνεται μία συστηματική παραβίαση των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων. Μερικές φορές αδικούνται και άλλοι πλην των Ελλήνων. Όμως τα περισσότερα θύματα των καταπατήσεων και των άδικων διοικητικών μέτρων είναι ομοεθνείς μας.
Έλληνες είναι και οι Βλαχόφωνοι της Αλβανίας, οι οποίοι ανέδειξαν σπουδαία πνευματικά κέντρα επί Τουρκοκρατίας, όπως ήταν η Μοσχόπολη, και σημαντικούς Εθνικούς Ευεργέτες. Ας τους πλησιάσουμε περισσότερο, διότι διεκδικούνται από εθνικές και εκκλησιαστικές προπαγάνδες άλλων βαλκανικών χωρών. Να δώσουμε έμφαση στην περιοχή της Κορυτσάς. Οι Βλαχόφωνοι Έλληνες στη Βόρειο Ήπειρο – και στην Ελλάδα- έχουν δώσει αγώνες για την Ελευθερία, την Ορθοδοξία και την Ελληνική Παιδεία. Ας μην τους εγκαταλείψουμε.
Θέλουμε τη φιλία και τη συνεργασία με την Αλβανία. Αλλά πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η ευρωπαϊκή πορεία της εξαρτάται από τον σεβασμό στα δικαιώματα της Ελληνικής Μειονότητας.
Καθίσταται ολοένα και πιο εμφανές ότι ο 21ος αιώνας θα είναι ένας θαλάσσιος αιώνας ή, ακριβέστερα, η εποχή της ναυτικής διπλωματίας. Η συντριπτική πλειονότητα του παγκόσμιου εμπορίου διακινείται διά θαλάσσης, το μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού κατοικεί κοντά στις ακτές, η επισιτιστική ασφάλεια εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τους θαλάσσιους πόρους, ενώ οι ωκεανοί βρίσκονται στον πυρήνα των παγκόσμιων ενεργειακών δικτύων και των εξελίξεων που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή. Κατά συνέπεια, η ικανότητα των κρατών να διαχειρίζονται τις διαφορές στη θάλασσα, να προστατεύουν τα θαλάσσια συμφέροντά τους και να διαμορφώνουν τους κανόνες της θαλάσσιας διακυβέρνησης θα αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα ισχύος στο διεθνές σύστημα.
Για την Ελλάδα, ένα έθνος του οποίου η ιστορία, η οικονομία, ο πολιτισμός και η ασφάλεια είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τη θάλασσα, η πραγματικότητα αυτή συνιστά ταυτόχρονα ευκαιρία και στρατηγική αναγκαιότητα. Η ναυτική διπλωματία δεν αποτελεί νέα έννοια για τον Ελληνισμό. Από τις αρχαίες ελληνικές πόλεις-κράτη και τα βυζαντινά θαλάσσια δίκτυα μέχρι το σύγχρονο Πολεμικό Ναυτικό, το Λιμενικό Σώμα – Ελληνική Ακτοφυλακή και την ελληνόκτητη εμπορική ναυτιλία, η Ελλάδα ασκούσε διαχρονικά επιρροή μέσω του θαλάσσιου χώρου. Σήμερα, όμως, η αυξανόμενη γεωπολιτική σημασία της Ανατολικής Μεσογείου, σε συνδυασμό με τις αναθεωρητικές πολιτικές περιφερειακών δυνάμεων όπως η Τουρκία, επιβάλλουν μια περισσότερο ολοκληρωμένη και συνεκτική θαλάσσια στρατηγική.
Μια πραγματική ελληνική Υψηλή Στρατηγική οφείλει να τοποθετήσει τη θαλάσσια ισχύ στο επίκεντρό της. Μια τέτοια στρατηγική δεν περιορίζεται στον εκσυγχρονισμό του στόλου ή στην απόκτηση προηγμένων οπλικών συστημάτων. Αντιθέτως, κινητοποιεί όλα τα μέσα εθνικής ισχύος, διπλωματικά, στρατιωτικά, οικονομικά, βιομηχανικά, τεχνολογικά, νομικά και πολιτιστικά με σκοπό την προάσπιση των μακροπρόθεσμων ελληνικών συμφερόντων
Στο πλαίσιο αυτό, η δημιουργία μιας Ελληνικής Ακτοφυλακής ως αυτοτελούς κλάδου των Ενόπλων Δυνάμεων καθίσταται στρατηγική αναγκαιότητα. Η Ακτοφυλακή θα λειτουργεί ως μόνιμο εργαλείο ναυτικής διπλωματίας και θαλάσσιας διακυβέρνησης, επιχειρώντας στη διαρκώς διευρυνόμενη «γκρίζα ζώνη» μεταξύ ειρήνης και πολέμου. Ενώ το Πολεμικό Ναυτικό θα διατηρεί την ευθύνη της θαλάσσιας κυριαρχίας, της προβολής ισχύος και των επιχειρήσεων υψηλής έντασης, η Ακτοφυλακή θα αναλαμβάνει τις καθημερινές αποστολές που απαιτούνται για την άσκηση κυριαρχίας και την προστασία των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας.
Η στρατηγική αξία μιας τέτοιας δύναμης έγκειται στην ικανότητά της να συνδυάζει την επιβολή του νόμου, την ασφάλεια στη θάλασσα και τη διπλωματική δράση. Μέσω της συνεχούς παρουσίας στις ελληνικές θαλάσσιες ζώνες, της προστασίας κρίσιμων ενεργειακών υποδομών, της επιτήρησης μεταναστευτικών ροών, της καταπολέμησης της παράνομης, λαθραίας και άναρχης αλιείας, της αστυνόμευσης της αλιευτικής δραστηριότητας, των επιχειρήσεων έρευνας και διάσωσης, της προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος και της συμμετοχής σε πολυεθνικές αποστολές, η Ακτοφυλακή θα αποτελέσει τον κύριο εκτελεστή της ελληνικής ναυτικής διπλωματίας και της καθημερινής άσκησης κρατικής εξουσίας στη θάλασσα.
Η ναυτική διπλωματία είναι πολύ περισσότερα από την απλή ανάπτυξη ναυτικών δυνάμεων. Περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων, από ανθρωπιστικές αποστολές, επιχειρήσεις απομάκρυνσης αμάχων και επισκέψεις σε λιμένες, μέχρι κοινές ασκήσεις, μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, συνεργασία για τη θαλάσσια ασφάλεια και επιχειρήσεις αποτροπής. Μέσω αυτών των ενεργειών τα κράτη επικοινωνούν τις προθέσεις τους, επιδεικνύουν τις δυνατότητές τους, καθησυχάζουν συμμάχους και επηρεάζουν ανταγωνιστές χωρίς να προσφεύγουν στη χρήση ένοπλης βίας.
Η Ανατολική Μεσόγειος αποτελεί σήμερα χαρακτηριστικό παράδειγμα της σημασίας αυτής της προσέγγισης. Η παρουσία ναυτικών δυνάμεων περιφερειακών και παγκόσμιων δρώντων, οι διαφορές σχετικά με τις θαλάσσιες ζώνες δικαιοδοσίας, η εκμετάλλευση υποθαλάσσιων ενεργειακών πόρων, οι μεταναστευτικές πιέσεις και η εμφάνιση υβριδικών απειλών έχουν μετατρέψει την περιοχή σε ένα από τα σημαντικότερα γεωστρατηγικά θαλάσσια θέατρα του πλανήτη. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η Ελλάδα χρειάζεται μια δύναμη ικανή να ασκεί καθημερινά τα νόμιμα δικαιώματά της χωρίς να οδηγεί αυτομάτως σε στρατιωτική κλιμάκωση.
Η Ελληνική Ακτοφυλακή θα επιχειρεί επομένως ως στρατηγικός συνδετικός κρίκος μεταξύ της διπλωματίας και της πολεμικής ισχύος. Αποστολή της θα είναι να διασφαλίζει ότι η Ελλάδα ασκεί αποτελεσματικά τα δικαιώματά της που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, ενώ ταυτόχρονα θα συμβάλλει στη σταθερότητα και στη μείωση του κινδύνου κρίσεων. Μέσω της συνεχούς παρουσίας και της νόμιμης επιβολής των κρατικών αρμοδιοτήτων, θα ενισχύει τις ελληνικές θέσεις και θα υπηρετεί τον ευρύτερο στόχο της διατήρησης της ειρήνης μέσω της αποτροπής.
Μια τέτοια δύναμη θα ενίσχυε επίσης τη δυνατότητα της Ελλάδας να συνεργάζεται με περιφερειακούς εταίρους όπως η Κύπρος, η Αίγυπτος και το Ισραήλ. Η ναυτική διπλωματία βασίζεται στην οικοδόμηση εμπιστοσύνης, στη συνεργασία και στη διαμόρφωση κοινών κανόνων συμπεριφοράς. Οι κοινές περιπολίες, η συντονισμένη θαλάσσια επιτήρηση, οι ασκήσεις έρευνας και διάσωσης και η προστασία κρίσιμων υποδομών θα συμβάλουν στη δημιουργία μιας περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφάλειας που θα στηρίζεται στα κοινά συμφέροντα και στο διεθνές δίκαιο.
Παράλληλα, η δημιουργία μιας στρατιωτικά οργανωμένης Ακτοφυλακής θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μοχλός ανάπτυξης της ελληνικής αμυντικής και ναυπηγικής βιομηχανίας. Ένα μακροπρόθεσμο πρόγραμμα ναυπήγησης περιπολικών ανοικτής θαλάσσης, μη επανδρωμένων συστημάτων, τεχνολογιών επιτήρησης και δικτυοκεντρικών συστημάτων διοίκησης και ελέγχου θα μπορούσε να αναζωογονήσει τα ελληνικά ναυπηγεία και να δημιουργήσει ένα βιώσιμο οικοσύστημα καινοτομίας. Με αυτόν τον τρόπο, η θαλάσσια ισχύς μετατρέπεται όχι μόνο σε εργαλείο εθνικής ασφάλειας αλλά και σε μοχλό οικονομικής ανάπτυξης και τεχνολογικής προόδου.
Πάνω απ’ όλα, μια ισχυρή Ελληνική Ακτοφυλακή θα ενσάρκωνε τη θεμελιώδη αρχή ότι η κυριαρχία στη θάλασσα δεν διασφαλίζεται μόνο με νομικά επιχειρήματα ή διπλωματικές δηλώσεις. Το διεθνές δίκαιο παρέχει δικαιώματα, αλλά η αποτελεσματική άσκηση και προστασία τους προϋποθέτει διαρκή παρουσία, δυνατότητα επιβολής και αξιόπιστη αποτρεπτική ισχύ. Η ικανότητα επιτήρησης, περιπολίας και προστασίας των θαλάσσιων χώρων αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της κρατικής κυριαρχίας.
Για την Ελλάδα, η πρόκληση δεν περιορίζεται στην επίλυση θαλάσσιων διαφορών. Συνίσταται στη διαμόρφωση ενός θαλάσσιου περιβάλλοντος που θα προάγει τη σταθερότητα, την ευημερία και την ειρήνη. Η επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά σε νομικές ερμηνείες ή σε στρατιωτικές ισορροπίες. Απαιτείται παράλληλα ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο ναυτικής διπλωματίας που θα μειώνει τις εντάσεις, θα ενισχύει την εμπιστοσύνη και θα προωθεί μια περιφερειακή τάξη βασισμένη στους κανόνες του διεθνούς δικαίου.
Η ίδρυση της Ελληνικής Ακτοφυλακής ως τέταρτου κλάδου των Ενόπλων Δυνάμεων θα αποτελούσε, επομένως, κάτι πολύ περισσότερο από μια διοικητική μεταρρύθμιση. Θα συνιστούσε την επιχειρησιακή έκφραση ενός ευρύτερου εθνικού οράματος, μιας θαλάσσιας Υψηλής Στρατηγικής που θα συνδυάζει τη ναυτική ισχύ, τη ναυτική διπλωματία, την οικονομική ανάπτυξη, τη βιομηχανική ανασυγκρότηση και τη διεθνή συνεργασία σε μια ενιαία εθνική προσπάθεια για τη διασφάλιση του μέλλοντος του Ελληνισμού στην Ανατολική Μεσόγειο.
Πέραν των παραδοσιακών αποστολών ασφάλειας, η Ελληνική Ακτοφυλακή θα διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην προστασία των θαλάσσιων φυσικών πόρων της χώρας. Η επιβολή του νόμου κατά της παράνομης αλιείας, ιδιαίτερα εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων, της υφαλοκρηπίδας και της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, αποτελεί ουσιώδη έκφραση εθνικής κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων. Η δυνατότητα επιτήρησης, ελέγχου και αποτροπής παράνομων αλιευτικών δραστηριοτήτων από ξένα ή μη εξουσιοδοτημένα σκάφη ενισχύει την ελληνική παρουσία στη θάλασσα, προστατεύει την εθνική οικονομία και συμβάλλει στη διατήρηση της περιβαλλοντικής και επισιτιστικής ασφάλειας της χώρας. Υπό αυτή την έννοια, η αλιευτική αστυνόμευση δεν αποτελεί απλώς διοικητική λειτουργία, αλλά εργαλείο θαλάσσιας διακυβέρνησης, αποτροπής και ναυτικής διπλωματίας.
Καθώς ο 21ος αιώνας εξελίσσεται σε εποχή εντεινόμενου θαλάσσιου ανταγωνισμού αλλά και ναυτικής διπλωματίας, η Ελλάδα οφείλει να διαθέτει όχι μόνο ένα ισχυρό Πολεμικό Ναυτικό αλλά και μια εξειδικευμένη Ακτοφυλακή ικανή να επιχειρεί αποτελεσματικά στο σύνθετο περιβάλλον μεταξύ ειρήνης και πολέμου. Με τον τρόπο αυτό θα ενισχύσει την ικανότητά της να προστατεύει την κυριαρχία και τα κυριαρχικά της δικαιώματα, να στηρίζει τη σταθερότητα της περιοχής και να προωθεί μια νέα μεγάλη στρατηγική ιδέα του σύγχρονου Ελληνισμού: την επίτευξη ολοκληρωμένης θαλάσσιας υπεροχής μέσω της διπλωματίας, της διαρκούς παρουσίας και της εθνικής θαλάσσιας ισχύος.
Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. ΣήμεραείναισυνεργάτηςκαιερευνητήςτουInstitute for National and International Security(INIS), καιτουStrategy International (SI)καιτουResearch Institute for European and American Studies (RIEAS).
Τα μυστικά ζωής εκείνων που παραπατούσαν στην αρχή, αλλά πέτυχαν σε μεγαλύτερη ηλικία
Του David Brooks
Εικονογράφηση: The Atlantic. Πηγή: Archivio GBB / Redux.
26 Ιουνίου 2024
Ο Πολ Σεζάν πάντα ήξερε ότι ήθελε να γίνει καλλιτέχνης. Ο πατέρας του τον ανάγκασε να μπει στη Νομική Σχολή, αλλά ύστερα από δύο άτονα και χωρίς ενδιαφέρον χρόνια την εγκατέλειψε. Το 1861, σε ηλικία 22 ετών, πήγε στο Παρίσι για να ακολουθήσει τα καλλιτεχνικά του όνειρα, αλλά απορρίφθηκε από την École des Beaux-Arts, δυσκολεύτηκε ως ζωγράφος και επέστρεψε στη γενέτειρά του, στη νότια Γαλλία, όπου εργάστηκε ως υπάλληλος στην τράπεζα του πατέρα του.
Την επόμενη χρονιά επέστρεψε στο Παρίσι και απορρίφθηκε ξανά από τη Σχολή. Οι πίνακές του απορρίπτονταν από το Salon de Paris κάθε χρόνο από το 1864 έως το 1869. Συνέχισε να υποβάλλει έργα μέχρι το 1882, αλλά κανένα δεν έγινε δεκτό. Ενώθηκε με τους Ιμπρεσιονιστές, πολλά από τα έργα των οποίων επίσης απορρίπτονταν, αλλά σύντομα σταμάτησε να εκθέτει και μαζί τους.
Στη μέση ηλικία, είχε αποθαρρυνθεί. Έγραψε σε έναν φίλο του: «Σχετικά με αυτό το ζήτημα, πρέπει να σου πω ότι οι πολυάριθμες μελέτες στις οποίες αφιερώθηκα παρήγαγαν μόνο αρνητικά αποτελέσματα και, φοβούμενος την κριτική που είναι υπερβολικά δικαιολογημένη, αποφάσισα να εργαστώ σιωπηλά, μέχρι την ημέρα που θα νιώσω ικανός να υπερασπιστώ θεωρητικά τα αποτελέσματα των προσπαθειών μου».
Κανένας πίνακας του Σεζάν δεν εκτέθηκε δημόσια όταν ήταν ανάμεσα στα 46 και τα 56 του χρόνια — ηλικίες που θεωρούνται κορυφαίες για πολλούς καλλιτέχνες, ανάμεσά τους και ορισμένοι από τους σημαντικότερους συγχρόνους του Σεζάν.
Το 1886, όταν ο Σεζάν ήταν 47 ετών, ο διάσημος συγγραφέας Εμίλ Ζολά, ο πιο στενός φίλος του καλλιτέχνη από την εφηβεία, δημοσίευσε ένα μυθιστόρημα με τίτλο Το Έργο. Ήταν η ιστορία δύο νέων ανδρών: ο ένας γίνεται διάσημος συγγραφέας και ο άλλος ένας αποτυχημένος ζωγράφος που αυτοκτονεί. Ο χαρακτήρας του ζωγράφου βασιζόταν, τουλάχιστον εν μέρει, στον Σεζάν.
«Είχα μεγαλώσει σχεδόν στην ίδια κούνια με τον φίλο μου, τον αδελφό μου, Πολ Σεζάν», θα έγραφε αργότερα ο Ζολά σε γαλλική εφημερίδα, «στον οποίο αρχίζει κανείς μόλις σήμερα να αντιλαμβάνεται τις πινελιές ιδιοφυΐας ενός μεγάλου ζωγράφου που κατέληξε στο τίποτα».
Όταν εκδόθηκε το μυθιστόρημα, ο Ζολά έστειλε ένα αντίτυπο στον Σεζάν, ο οποίος απάντησε με μια σύντομη, ευγενική επιστολή. Μετά από αυτό, επικοινώνησαν σπάνια.
Τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν το 1895, όταν, σε ηλικία 56 ετών, ο Σεζάν έκανε την πρώτη του ατομική έκθεση. Δύο χρόνια αργότερα, ένας από τους πίνακές του αγοράστηκε από μουσείο στο Βερολίνο — η πρώτη φορά που κάποιο μουσείο έδειχνε τέτοιου είδους ενδιαφέρον για το έργο του. Όταν έφτασε τα 60, οι πίνακές του είχαν αρχίσει να πωλούνται, αν και σε πολύ χαμηλότερες τιμές από εκείνες που έπιαναν τα έργα του Μανέ ή του Ρενουάρ. Σύντομα έγινε διάσημος, σεβαστός. Συνάδελφοι καλλιτέχνες έκαναν προσκυνήματα για να τον παρακολουθήσουν να εργάζεται.
Τι ήταν αυτό που ώθησε αυτόν τον άνθρωπο μέσα σε όλες εκείνες τις δεκαετίες αποτυχιών και αφάνειας; Ένας βιογράφος το απέδωσε στην inquiétude του — στην εσωτερική του ανησυχία, την ορμή, την ταραχή, το άγχος του. Απλώς συνέχιζε να πιέζει τον εαυτό του για να γίνει καλύτερος.
Η διαρκής αίσθηση ανικανοποίητου που τον χαρακτήριζε φαίνεται σε μια επιστολή που έγραψε στον γιο του το 1906, σε ηλικία 67 ετών, έναν μήνα πριν πεθάνει:
«Θέλω να σου πω ότι, ως ζωγράφος, γίνομαι πιο διορατικός απέναντι στη φύση, αλλά μου είναι πάντα πολύ δύσκολο να αποδώσω τα συναισθήματά μου. Δεν μπορώ να φτάσω την ένταση που ξεδιπλώνεται μπροστά στις αισθήσεις μου. Δεν διαθέτω εκείνον τον υπέροχο πλούτο χρώματος που ζωντανεύει τη φύση».
Ακόμη και την ημέρα που πέθανε, συνέχιζε. Εξακολουθούσε να εργάζεται στους πίνακές του, εξακολουθούσε να διδάσκει τον εαυτό του πώς να βελτιώνεται.
Τον επόμενο χρόνο μετά τον θάνατό του, οργανώθηκε στο Παρίσι μια αναδρομική έκθεση του έργου του. Δεν άργησε να αναγνωριστεί ευρέως ως ένας από τους θεμελιωτές της μοντέρνας τέχνης. «Ο Σεζάν είναι ο πατέρας όλων μας», λέγεται ότι δήλωσαν τόσο ο Ματίς όσο και ο Πικάσο.
Σήμερα ζούμε σε μια κοινωνία δομημένη έτσι ώστε να προωθεί όσους ανθίζουν νωρίς. Το σχολικό μας σύστημα έχει ήδη ταξινομήσει τους ανθρώπους μέχρι την ηλικία των 18 ετών, χρησιμοποιώντας βαθμούς και αποτελέσματα στις εξετάσεις SAT. Κάποιοι από αυτούς εκτοξεύονται προς ακαδημαϊκές αφετηρίες κύρους, ενώ άλλοι μένουν πίσω.
Πολλά από τα πιο προβεβλημένα πρότυπα επιτυχίας μας πέτυχαν μεγάλα πράγματα σε νεαρή ηλικία — ο Μπιλ Γκέιτς, ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ, ο Έλον Μασκ, η Τέιλορ Σουίφτ, ο Μάικλ Τζόρνταν. Τα περιοδικά δημοσιεύουν λίστες με τίτλους όπως «30 κάτω των 30», για να εξιδανικεύσουν τους νεαρούς ανερχόμενους σούπερ σταρ. Οι ηλικιακές διακρίσεις είναι γεγονός της ζωής. Στην Καλιφόρνια, για παράδειγμα, το 2010, περισσότεροι άνθρωποι υπέβαλαν καταγγελίες στο πολιτειακό Τμήμα Δίκαιης Απασχόλησης και Στέγασης για διακρίσεις λόγω ηλικίας απ’ ό,τι για φυλετικές διακρίσεις ή σεξουαλική παρενόχληση.
«Οι νέοι άνθρωποι είναι απλώς πιο έξυπνοι», είπε κάποτε ο Ζάκερμπεργκ, σε μια δήλωση που ίσως είναι η πιο ανόητη στην αμερικανική ιστορία. «Δεν υπάρχουν δεύτερες πράξεις στις αμερικανικές ζωές», παρατήρησε κάποτε ο Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ, σε αυτό που ίσως είναι η αμέσως επόμενη πιο ανόητη δήλωση.
Όμως για πολλούς ανθρώπους, τα ταλέντα που ανθίζουν αργότερα στη ζωή είναι πιο σημαντικά από εκείνα που ανθίζουν νωρίς. Μια μελέτη του 2019 από ερευνητές στη Δανία διαπίστωσε ότι, κατά μέσο όρο, οι βραβευμένοι με Νόμπελ έκαναν τις καθοριστικές ανακαλύψεις τους στην ηλικία των 44 ετών. Ακόμη και οι λαμπροί άνθρωποι φαίνεται πως χρειάζονται τουλάχιστον δύο δεκαετίες για να κατακτήσουν πλήρως το πεδίο τους.
Η μέση ηλικία ενός αιτούντος για δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στις ΗΠΑ είναι τα 47 έτη. Ένας 45χρονος έχει διπλάσιες πιθανότητες να παράγει μια επιστημονική ανακάλυψη σε σχέση με έναν 25χρονο. Μια μελέτη που δημοσιεύθηκε στο The American Economic Review διαπίστωσε ότι τα 45 είναι η μέση ηλικία ενός επιχειρηματία — και επιπλέον ότι η πιθανότητα επιτυχίας μιας νεοφυούς επιχείρησης αυξάνεται σημαντικά μεταξύ των ηλικιών 25 και 35, με τις πιθανότητες επιτυχίας να συνεχίζουν να ανεβαίνουν μέχρι και αρκετά μετά τα 50.
Ένας ιδρυτής τεχνολογικής εταιρείας που είναι 50 ετών έχει διπλάσιες πιθανότητες να δημιουργήσει μια επιτυχημένη εταιρεία από έναν που είναι 30. Μια μελέτη ερευνητών από το Northwestern University, το MIT και το Γραφείο Απογραφής των ΗΠΑ διαπίστωσε ότι οι ταχύτερα αναπτυσσόμενες νεοφυείς επιχειρήσεις ιδρύθηκαν από ανθρώπους των οποίων η μέση ηλικία ήταν 45 ετών όταν ξεκίνησαν την εταιρεία τους. Το Information Technology and Innovation Foundation παρήγαγε μια μελέτη που διαπίστωσε ότι η ηλικία κορύφωσης της καινοτομίας είναι τα τέλη της δεκαετίας των 40.
Οι επιτυχημένοι άνθρωποι που άνθισαν αργά βρίσκονται παντού γύρω μας. Ο Μόργκαν Φρίμαν έκανε τους ρόλους που τον καθιέρωσαν στα Street Smart και Driving Miss Daisy στις αρχές της δεκαετίας των 50. Ο συνταγματάρχης Χάρλαντ Σάντερς ξεκίνησε τα Kentucky Fried Chicken στα 60 του. Η Ίσακ Ντίνεσεν δημοσίευσε το βιβλίο που θεμελίωσε τη λογοτεχνική της φήμη, Πέρα από την Αφρική, στα 52 της. Ο Μόρις Τσανγκ ίδρυσε την Taiwan Semiconductor Manufacturing, την κορυφαία κατασκευάστρια εταιρεία μικροτσίπ στον κόσμο, στα 55 του.
Αν ο Σάμιουελ Τζόνσον είχε πεθάνει στα 40, λίγοι θα τον θυμούνταν, όμως σήμερα θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς στην ιστορία της αγγλικής γλώσσας. Ο Κοπέρνικος διατύπωσε τη θεωρία του για την κίνηση των πλανητών στα 60 του. Η Grandma Moses άρχισε να ζωγραφίζει στα 77. Ο Νώε ήταν περίπου 600 ετών όταν κατασκεύασε την κιβωτό του — αν και οι αμφισβητίες του Νώε διαφωνούν με το πιστοποιητικό γέννησής του.
Γιατί κάποιοι άνθρωποι φτάνουν στην κορύφωσή τους αργότερα από άλλους; Στο βιβλίο του Late Bloomers, ο δημοσιογράφος Ριτς Κάρλγκαρντ επισημαίνει ότι αυτό είναι στην πραγματικότητα δύο ερωτήματα: Πρώτον, γιατί αυτοί οι άνθρωποι δεν άνθισαν νωρίτερα; Δεύτερον, ποια χαρακτηριστικά ή δεξιότητες διέθεταν που τους επέτρεψαν να ανθίσουν αργά;
Αποδεικνύεται ότι όσοι ανθίζουν αργά δεν είναι απλώς άνθρωποι που θα άνθιζαν νωρίς, αλλά με καθυστέρηση — δεν έκαναν δηλαδή απλώς τα ίδια πράγματα που έκαναν όσοι άνθισαν νωρίς, αλλά σε μεγαλύτερη ηλικία. Εκείνοι που ανθίζουν αργά τείνουν να είναι ποιοτικά διαφορετικοί, διαθέτοντας ένα διαφορετικό σύνολο ικανοτήτων, οι οποίες είναι ως επί το πλείστον αόρατες στο σημερινό εκπαιδευτικό μας σύστημα ή αποθαρρύνονται από αυτό. Συνήθως πρέπει να επινοήσουν τους δικούς τους δρόμους.
Οι άνθρωποι που ανθίζουν αργά «εκπληρώνουν συχνά τις δυνατότητές τους με νέους και απροσδόκητους τρόπους», γράφει ο Κάρλγκαρντ, «εκπλήσσοντας ακόμη και τους πιο κοντινούς τους ανθρώπους».
Αν εξετάσει κανείς την ιστορία, αναδύεται μια ταξινόμηση της επιτυχίας. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν εκείνοι που ανθίζουν νωρίς, οι πρόωρες ιδιοφυΐες. Είναι άνθρωποι όπως ο Πικάσο ή ο Φιτζέραλντ, που πέτυχαν σε νεαρή ηλικία. Όπως έχει επισημάνει ο οικονομολόγος του Πανεπιστημίου του Σικάγου Ντέιβιντ Γκάλενσον, αυτοί οι πολύ επιτυχημένοι άνθρωποι συνήθως έκαναν μια εννοιολογική τομή. Συνέλαβαν μια νέα ιδέα και στη συνέχεια την υλοποίησαν. Ο Πικάσο είχε ήδη μια καθαρή ιδέα για τον κυβισμό, και για το πώς θα επαναστατικοποιούσε την τέχνη, στα μέσα της δεκαετίας των 20 του. Έπειτα πήγε και ζωγράφισε τις Δεσποινίδες της Αβινιόν.
Έπειτα υπάρχουν οι άνθρωποι του «δεύτερου βουνού», όπως για παράδειγμα ο Άλμπερτ Σβάιτσερ. Πρώτα κατακτούν το βουνό της καριέρας τους· ο Σβάιτσερ, για παράδειγμα, ήταν καταξιωμένος μουσικός και λόγιος. Όμως αυτοί οι άνθρωποι βρίσκουν την επαγγελματική τους επιτυχία ανεπαρκή, οπότε εγκαταλείπουν το βουνό της καριέρας τους για να υπηρετήσουν την ανθρωπότητα — ολόκληρη η δομή των κινήτρων τους μετατοπίζεται από την απόκτηση προς τον αλτρουισμό. Ο Σβάιτσερ έγινε γιατρός στα φτωχότερα μέρη της Αφρικής και κέρδισε το Νόμπελ Ειρήνης για το έργο του το 1952.
Τέλος, υπάρχουν οι άνθρωποι που ο Γκάλενσον αποκαλεί «οι δάσκαλοι». Στο βιβλίο του Old Masters and Young Geniuses, γράφει για ανθρώπους όπως ο Σεζάν, ο Άλφρεντ Χίτσκοκ ή ο Κάρολος Δαρβίνος, οι οποίοι δεν ήταν ιδιαίτερα επιτυχημένοι — και σε ορισμένες περιπτώσεις δεν ήταν καν πολύ καλοί σε αυτό που έκαναν — όταν ήταν νέοι. Αυτό θα μπορούσε να τους είχε αποθαρρύνει, αλλά εκείνοι συνέχισαν απλώς να βελτιώνονται.
Αυτοί οι άνθρωποι δεν κάνουν τόσο πολύ εκ των προτέρων σχεδιασμό όσο οι εννοιολογικές ιδιοφυΐες, αλλά αντιμετωπίζουν ολόκληρη τη ζωή τους ως ένα πείραμα. Δοκιμάζουν κάτι και μαθαίνουν· έπειτα δοκιμάζουν κάτι άλλο και μαθαίνουν περισσότερα. Η προσοχή τους δεν βρίσκεται στο τελικό έργο τους, το οποίο συχνά πετούν στην άκρη κάπως πρόχειρα. Η προσοχή τους βρίσκεται στην ίδια τη διαδικασία της μάθησης: Είμαι πιο κοντά στην κατανόηση, στην κατάκτηση;
Ζουν τη ζωή τους ως μια μακρά περίοδο δοκιμής και λάθους, δοκιμάζοντας το ένα και το άλλο, μέσα από μια αργή διαδικασία συσσώρευσης και επεξεργασίας, έτσι ώστε η ποιότητα του έργου τους να κορυφώνεται αργά στη ζωή. Είναι τα ασχημόπαπα της ανθρώπινης επιτυχίας, που μέσα στις δεκαετίες μεταμορφώνουν τον εαυτό τους σε κύκνους.
Ας δούμε μερικά από τα χαρακτηριστικά που τείνουν να διακρίνουν όσους ανθίζουν αργά από όσους ανθίζουν νωρίς — τις ιδιότητες που τους κάνουν να υστερούν στην αρχή της ζωής τους, αλλά να εκτινάσσονται μπροστά σε βάθος χρόνου.
Εσωτερικό κίνητρο. Τα περισσότερα σχολεία και εργασιακά περιβάλλοντα είναι χτισμένα γύρω από το εξωτερικό κίνητρο: αν δουλέψεις σκληρά, θα ανταμειφθείς με καλούς βαθμούς, καλύτερους μισθούς και μπόνους απόδοσης. Τα συστήματα εξωτερικού κινήτρου βασίζονται στην υπόθεση ότι, παρόλο που η εργασία είναι δυσάρεστη, αν δώσεις στους ανθρώπους εξωτερικά κίνητρα για να αποδώσουν, εκείνοι θα ανταποκριθούν παραγωγικά.
Οι άνθρωποι που υποτάσσονται σε αυτά τα συστήματα εξωτερικών ανταμοιβών ενθαρρύνονται να αναπτύξουν μια νοοτροπία «παρασήμων αξίας». Γίνονται καλοί στο να συμμορφώνονται με τα πρότυπα των άλλων, να ακολουθούν τις μεθόδους των άλλων και να επιδιώκουν τους στόχους των άλλων. Εκείνοι που ευδοκιμούν σε τέτοια συστήματα είναι καλοί στο να αποκτούν υψηλούς βαθμούς — έχουν την αυτοπειθαρχία να παίρνουν άριστα σε όλα τα μαθήματα, ακόμη και σε εκείνα που δεν τους ενδιαφέρουν. Είναι πολύτιμοι για τις εταιρείες ακριβώς επειδή είναι καλοί στο να ολοκληρώνουν με επάρκεια όποια καθήκοντα τούς ανατίθενται.
Οι άνθρωποι που κινούνται από εσωτερικό κίνητρο δεν είναι έτσι. Δεν είναι καλοί στο να προσέχουν αυτά που οι άλλοι τους λένε να προσέξουν. Ο Ουίνστον Τσόρτσιλ ήταν κακός μαθητής ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο. «Εκεί όπου η λογική μου, η φαντασία μου ή το ενδιαφέρον μου δεν ενεργοποιούνταν, δεν ήθελα ή δεν μπορούσα να μάθω», έγραψε στην αυτοβιογραφία του My Early Life.
Όμως τέτοιοι άνθρωποι μπορούν να είναι εξαιρετικοί στο να προσέχουν πράγματα που τους ενδιαφέρουν πραγματικά. Όσοι κινούνται από εσωτερικό κίνητρο έχουν έντονη ανάγκη για αυτονομία. Τους οδηγεί η δική τους περιέργεια, οι δικές τους εμμονές — και η δύναμη αυτού του κινήτρου επισκιάζει τα μικρότερα κίνητρα που πυροδοτούνται από εξωτερικές ανταμοιβές.
Οι άνθρωποι που κινούνται από εξωτερικά κίνητρα τείνουν να προπορεύονται στα πρώτα χρόνια της ενηλικίωσης, όταν το ζητούμενο είναι να ευχαριστήσουν δασκάλους, προϊσταμένους και άλλους μεγαλύτερους ανθρώπους. Όμως συχνά σταματούν να εργάζονται τόσο σκληρά μόλις πετύχουν αυτόν τον στόχο. Είναι επίσης πιο πιθανό να χρησιμοποιήσουν συντομεύσεις, αν αυτές μπορούν να τους οδηγήσουν πιο γρήγορα στον στόχο.
Ακόμη χειρότερα, όπως έχει δείξει η έρευνα μελετητών όπως ο ψυχολόγος Edward L. Deci, αν ανταμείβεις τους ανθρώπους εξωτερικά, μπορεί τελικά να συνθλίψεις την ικανότητά τους για εσωτερικό κίνητρο. Αν πληρώνεις τα παιδιά για να διαβάζουν, μπορεί βραχυπρόθεσμα να διαβάσουν περισσότερο — αλλά με τον καιρό θα αρχίσουν να βλέπουν το διάβασμα ως δυσάρεστη εργασία, που καλύτερα να αποφεύγεται. Μια μελέτη του London School of Economics το 2009, η οποία εξέτασε 51 εταιρικά προγράμματα αμοιβής βάσει απόδοσης, διαπίστωσε ότι τα οικονομικά κίνητρα «μπορούν να έχουν αρνητική επίδραση στη συνολική απόδοση».
Κάποτε ρώτησα μια ομάδα φοιτητών, την τελευταία τους ημέρα σε ένα πανεπιστήμιο υψηλού κύρους, ποιο βιβλίο είχε αλλάξει τη ζωή τους τα προηγούμενα τέσσερα χρόνια. Ακολούθησε μια μακρά, αμήχανη σιωπή. Τελικά, ένας φοιτητής είπε: «Πρέπει να καταλάβετε, δεν διαβάζουμε έτσι. Παίρνουμε μόνο όσα δείγματα από κάθε βιβλίο χρειάζονται για να περάσουμε το μάθημα».
Αυτοί οι φοιτητές έσπευδαν να είναι αρκετά καλοί ώστε να αποκτήσουν τα «παράσημα» της επίδοσης, αλλά δεν εμβάθυναν αρκετά σε κανένα αντικείμενο ώστε να μεταμορφωθούν από αυτό. Δεν αγαπούσαν την ίδια τη διαδικασία της μάθησης — κάτι που είναι απαραίτητο αν θέλεις να συνεχίσεις να μορφώνεις τον εαυτό σου δεκαετία μετά τη δεκαετία. Και αυτό, με τη σειρά του, είναι απαραίτητο για να συνεχίσεις να προοδεύεις όταν ο κόσμος δεν σε ανταμείβει πλέον με εντυπωσιακούς βαθμούς και βραβεία.
Αντίθετα, οι άνθρωποι που κινούνται από εσωτερικό κίνητρο είναι αυτοκατευθυνόμενοι και συχνά εμμονικοί, βυθίζοντας τον εαυτό τους βαθιά σε κάποιο αντικείμενο ή καθήκον. Βρίσκουν τη μελέτη ενός θέματος ή την άσκηση μιας δραστηριότητας ως ανταμοιβή από μόνη της, οπότε είναι λιγότερο πιθανό να κάνουν εκπτώσεις ή να κόβουν δρόμο.
Όπως έγραψε ο Βίνσεντ βαν Γκογκ — ένα είδος πρώιμου «late bloomer», που δυσκολεύτηκε να βρει τον δρόμο του και δεν δημιούργησε τα περισσότερα από τα χαρακτηριστικά του έργα παρά μόνο στα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του, πριν πεθάνει στα 37 — στον αδελφό του: «Αναζητώ. Αγωνίζομαι. Είμαι μέσα σε αυτό με όλη μου την καρδιά».
Στο Drive, ο συγγραφέας Daniel Pink υποστηρίζει ότι τα μοντέλα εξωτερικού κινήτρου λειτουργούν καλά όταν τα καθήκοντα είναι ρουτινιάρικα, βαρετά και τεχνικά. Όμως επικαλείται ένα τεράστιο σώμα ερευνών που δείχνει ότι οι άνθρωποι με εσωτερικό κίνητρο είναι πιο παραγωγικοί, πιο επίμονοι και λιγότερο πιθανό να εξουθενωθούν. Εμφανίζουν επίσης υψηλότερα επίπεδα ευημερίας. Μακροπρόθεσμα, καταλήγει ο Pink, «οι άνθρωποι με εσωτερικό κίνητρο συνήθως πετυχαίνουν περισσότερα από τους ομολόγους τους που κυνηγούν ανταμοιβές».
Πρώιμες αποτυχίες. Εκείνοι που ανθίζουν αργά συχνά δεν ταιριάζουν στα υπάρχοντα συστήματα. Για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του William Deresiewicz, δεν είναι καλοί στο να είναι «εξαιρετικά πρόβατα» — δεν είναι καλοί στο να ακολουθούν τους συμβατικούς κανόνες της επιτυχίας. Ή, για να το πούμε αλλιώς, μπορεί να είναι δύστροποι άνθρωποι.
Ο Buckminster Fuller αποβλήθηκε δύο φορές από το κολέγιο, έχασε τη δουλειά του στον οικοδομικό κλάδο όταν ήταν 32 ετών και αργότερα σκέφτηκε να αυτοκτονήσει ώστε η οικογένειά του να ζήσει από την ασφάλεια ζωής του. Όμως στη συνέχεια μετακόμισε στο Greenwich Village, ανέλαβε θέση διδασκαλίας στο Black Mountain College και τελικά αναδείχθηκε σε αρχιτέκτονα, σχεδιαστή, φουτουριστή και τιμήθηκε με το Προεδρικό Μετάλλιο της Ελευθερίας.
Ο συνταγματάρχης Sanders απολύθηκε για απειθαρχία όταν ήταν μηχανικός στους σιδηροδρόμους και έπειτα απολύθηκε ξανά επειδή πιάστηκε στα χέρια με έναν συνάδελφο ενώ εργαζόταν ως θερμαστής. Η καριέρα του ως δικηγόρου τελείωσε όταν ήρθε στα χέρια με έναν πελάτη, ενώ έχασε και τη δουλειά του ως ασφαλιστής επειδή δεν ήταν κατάλληλος να εργάζεται για άλλους ανθρώπους. Έπειτα, στα 62 του, δημιούργησε τη συνταγή που έγινε αργότερα τα Kentucky Fried Chicken, άρχισε να πετυχαίνει ως δικαιοπάροχος στα 69 του και πούλησε την εταιρεία για 2 εκατομμύρια δολάρια όταν ήταν 73 ετών.
Όσοι ανθίζουν αργά συχνά έχουν μια αιχμή στον χαρακτήρα τους, μια διάθεση να συγκρουστούν με την εξουσία.
«Διασπορική περιέργεια». Η κουλτούρα μας πιέζει τους ανθρώπους να εξειδικευτούν νωρίς: να είναι σαν τον Τάιγκερ Γουντς, που χτυπούσε μπάλες του γκολφ από νήπιο. Συγκεντρώσου σε ένα πράγμα και γίνε πολύ καλός, πολύ γρήγορα — είτε αυτό είναι το γκολφ είτε η φυσική είτε οι επενδύσεις. Στον ακαδημαϊκό κόσμο, η εξειδίκευση ανταμείβεται: μην είσαι μελετητής της Ευρώπης· γίνε μελετητής της ολλανδικής καλαθοπλεκτικής του 16ου αιώνα.
Ωστόσο, όταν ο δημοσιογράφος David Epstein εξέτασε τις ζωές επαγγελματιών αθλητών, διαπίστωσε ότι οι περισσότεροι από αυτούς έμοιαζαν λιγότερο με τον Τάιγκερ Γουντς και περισσότερο με τον Ρότζερ Φέντερερ, ο οποίος έπαιζε πολλά διαφορετικά αθλήματα όταν ήταν νέος. Αυτοί οι αθλητές πέρασαν από αυτό που οι ερευνητές αποκαλούν «περίοδο δοκιμής» και μόνο αργότερα περιόρισαν την εστίασή τους σε ένα άθλημα.
Στο βιβλίο του Range, ο Epstein γράφει ότι οι άνθρωποι που πέρασαν από μια περίοδο δοκιμών κατέληξαν να έχουν μεγαλύτερη επιτυχία μακροπρόθεσμα: «Μια μελέτη έδειξε ότι όσοι εξειδικεύτηκαν νωρίς στην καριέρα τους πήραν αρχικά προβάδισμα στις αποδοχές μετά το πανεπιστήμιο, αλλά όσοι εξειδικεύτηκαν αργότερα κάλυψαν αυτό το προβάδισμα βρίσκοντας εργασία που ταίριαζε καλύτερα στις δεξιότητες και την προσωπικότητά τους».
Jessica Lahey και Tim Lahey: Πώς οι αποτυχίες στο γυμνάσιο οδηγούν σε επιτυχία στην ιατρική σχολή
Πολλοί άνθρωποι που ανθίζουν αργά περνούν μια σκληρή περίοδο περιπλάνησης, καθώς ψάχνουν να βρουν την κλίση τους. Η Julia Child έφτιαχνε καπέλα, εργάστηκε για τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες — όπου συμμετείχε σε μια ομάδα που προσπαθούσε να αναπτύξει ένα αποτελεσματικό απωθητικό καρχαριών — και σκέφτηκε να γίνει μυθιστοριογράφος πριν εγγραφεί σε γαλλική σχολή μαγειρικής στα 37 της.
Ο Βαν Γκογκ υπήρξε έμπορος έργων τέχνης, δάσκαλος, βιβλιοπώλης και ιεροκήρυκας του δρόμου πριν στραφεί στη ζωγραφική στα 27 του. Κατά τη διάρκεια εκείνων των χρόνων περιπλάνησης, ήταν μια οικτρή αποτυχία. Η οικογένειά του παρακολουθούσε με αμηχανία τις επαναλαμβανόμενες καθοδικές του πορείες.
Στη διάρκεια αυτών των πρώτων περιόδων, όσοι ανθίζουν αργά δοκιμάζουν και εγκαταλείπουν τόσες πολλές δουλειές, ώστε οι άνθρωποι γύρω τους μπορεί να συμπεράνουν ότι τους λείπει η ανθεκτικότητα. Όμως αυτά ακριβώς είναι τα χρόνια κατά τα οποία οι late bloomers αναπτύσσουν αυτό που οι ψυχολόγοι αποκαλούν «διασπορική περιέργεια» — την ικανότητα να περιπλανώνται σε ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερόντων, με τρόπο που φαίνεται να μην έχει ούτε ειρμό ούτε λογική.
Τα οφέλη αυτού του είδους περιέργειας μπορεί να είναι δύσκολο να φανούν βραχυπρόθεσμα, αλλά γίνονται προφανή μόλις ο άνθρωπος που ανθίζει αργά αρχίσει να αξιοποιεί το εύρος των γνώσεών του, συνδυάζοντας ασύμβατες ιδέες με νέους τρόπους.
Όταν ο ψυχολόγος Howard Gruber μελέτησε τα ημερολόγια του Καρόλου Δαρβίνου, διαπίστωσε ότι στις δεκαετίες πριν δημοσιεύσει την Καταγωγή των Ειδών, ο Δαρβίνος αλληλογραφούσε —όπως το θέτει ο David Epstein— με τουλάχιστον 231 επιστήμονες, των οποίων το έργο εκτεινόταν σε 13 ευρείες κατευθύνσεις: από την οικονομία έως τη γεωλογία, από τη βιολογία των βαλάνων έως τη σεξουαλική ζωή των πτηνών. Ο Δαρβίνος δεν θα μπορούσε να είχε γράψει τα μεγάλα αριστουργήματά του αν δεν ήταν ικανός να συνδυάσει αυτά τα τόσο διαφορετικά πνευματικά ρεύματα.
Ο Epstein σημειώνει ότι πολλοί από τους πιο επιτυχημένους επιστήμονες είχαν ποικίλα ενδιαφέροντα, ιδίως σε διαφορετικά είδη παραστατικής τέχνης. Οι βραβευμένοι με Νόμπελ έχουν 22 φορές περισσότερες πιθανότητες να αφιερώνουν μεγάλα διαστήματα ως ερασιτέχνες ηθοποιοί, μουσικοί, ταχυδακτυλουργοί ή άλλου είδους περφόρμερ, σε σύγκριση με επιστήμονες που δεν έχουν βραβευθεί με Νόμπελ.
Ο Epstein παραθέτει τον Santiago Ramón y Cajal, τον θεμελιωτή της σύγχρονης νευροεπιστήμης: «Σε εκείνον που τους παρατηρεί από μακριά, φαίνεται σαν να διασκορπίζουν και να σπαταλούν τις δυνάμεις τους», έγραψε ο Cajal, μιλώντας για αυτούς τους Νομπελίστες που άνθισαν αργά, «ενώ στην πραγματικότητα τις διοχετεύουν και τις ενισχύουν».
Οι άνθρωποι που ανθίζουν αργά τείνουν να έχουν μεγάλη αντοχή στην ασάφεια και μπορούν να εφαρμόζουν πολλούς διαφορετικούς τρόπους σκέψης πάνω σε ένα και μόνο σύνθετο πρόβλημα. Έχουν επίσης μεγάλη αντοχή στην αναποτελεσματικότητα. Περπατούν μέσα στη ζωή σαν ένας περίεργος άνθρωπος που περιδιαβαίνει ένα βιβλιοπωλείο. Στα γηρατειά του, ο ιστορικός Daniel Boorstin έγραψε: «Το πνεύμα του ερασιτέχνη καθοδήγησε τη σκέψη και τη γραφή μου». Σε όλη του τη ζωή περιπλανιόταν από θέμα σε θέμα, παίζοντας και δοκιμάζοντας.
Η ικανότητα της αυτοδιδασκαλίας. Όσοι ανθίζουν αργά δεν βρίσκουν την κλίση τους παρά μόνο όταν είναι πια πολύ μεγάλοι για τα παραδοσιακά εκπαιδευτικά συστήματα. Έτσι, πρέπει να διδάξουν οι ίδιοι τον εαυτό τους. Οι επιτυχημένοι αυτοδίδακτοι ξεκινούν με αυτό που οι ψυχολόγοι αποκαλούν «υψηλή ανάγκη για γνώση» — με άλλα λόγια, τους αρέσει να σκέφτονται πολύ.
Στο βιβλίο του Curious, ο Ian Leslie παρουσιάζει μια σειρά από δηλώσεις οι οποίες, όταν κάποιος απαντά καταφατικά, δείχνουν υψηλή ανάγκη για γνώση: «Θα προτιμούσα τα σύνθετα προβλήματα από τα απλά»· «Προτιμώ η ζωή μου να είναι γεμάτη γρίφους που δεν μπορώ να λύσω»· «Βρίσκω ικανοποίηση στο να συλλογίζομαι δύσκολα ζητήματα για πολλές ώρες».
Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι είναι το χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της υψηλής ανάγκης για γνώση. Σκεφτείτε τις διάσημες λίστες του με ερευνητικά σχέδια που ανέθετε ο ίδιος στον εαυτό του: «Ρώτησε τον δάσκαλο της αριθμητικής πώς τετραγωνίζεται ένα τρίγωνο… εξέτασε μια βαλλίστρα… ρώτησε για τη μέτρηση του ήλιου… σχεδίασε το Μιλάνο».
Ο Βενιαμίν Φραγκλίνος ήταν παρόμοιος. Αφού διορίστηκε πρεσβευτής των ΗΠΑ στη Γαλλία, θα μπορούσε να χαλαρώνει στα υπερατλαντικά ταξίδια του ανάμεσα στην πατρίδα και την εργασία του. Αντί γι’ αυτό, τα μετέτρεψε σε επιστημονικές αποστολές, μετρώντας τη θερμοκρασία του νερού καθώς ταξίδευε, πράγμα που του επέτρεψε να ανακαλύψει και να χαρτογραφήσει το Ρεύμα του Κόλπου.
Οι επιτυχημένοι άνθρωποι που ανθίζουν αργά συνδυάζουν αυτή την υψηλή ανάγκη για γνώση με ένα φαινομενικά αντιφατικό χαρακτηριστικό: την επιστημική ταπεινότητα. Είναι επιθετικοί στην επιθυμία τους να αποκτήσουν γνώση και να μάθουν — αλλά είναι επίσης μετριόφρονες, έχοντας ακριβή επίγνωση του πόσα δεν γνωρίζουν.
Αυτή η νοοτροπία συνδυάζει υψηλή πίστη στον εαυτό τους —«μπορώ να το καταλάβω μόνος μου· ξέρω ότι τα δικά μου κριτήρια είναι σωστά και τα κριτήρια του κόσμου είναι λάθος»— με υψηλή αυτοαμφιβολία —«υπάρχουν πολλά που δεν ξέρω και υστερώ με πολλούς τρόπους».
Ο συνδυασμός υψηλής ανάγκης για γνώση και επιστημικής ταπεινότητας είναι συνταγή για διά βίου μάθηση. Όσοι ανθίζουν αργά μαθαίνουν πιο αργά, αλλά και πιο βαθιά, ακριβώς επειδή εξερευνούν μόνοι τους. Τα οφέλη αυτής της αυτοδίδακτης γνώσης συσσωρεύονται με τον χρόνο. Όσο περισσότερα ξέρεις για ένα θέμα, τόσο πιο γρήγορα μπορείς να μάθεις. Ένας γκραν μετρ στο σκάκι, με χιλιάδες παρτίδες αποθηκευμένες στο μυαλό του, θα δει μια νέα στρατηγική πολύ πιο γρήγορα από έναν αρχάριο. Η γνώση γεννά γνώση.
Οι ερευνητές το αποκαλούν «φαινόμενο του Ματθαίου»: «Διότι εις όποιον έχει, θα του δοθεί, και θα έχει ακόμη περισσότερη αφθονία». Πολύ σύντομα, ο άνθρωπος που ανθίζει αργά αρχίζει να απογειώνεται.
Η ικανότητα να δεσμευτείς τελικά. Φυσικά, όσοι ανθίζουν αργά δεν μπορούν να περιπλανώνται για πάντα. Κάποια στιγμή πρέπει να πιαστούν από μια πρόκληση που ενεργοποιεί την ισχυρή εσωτερική τους ορμή. Πρέπει να δεσμευτούν.
Ο Ray Kroc πέρασε μια κλασική περίοδο περιπλάνησης. Έπιασε δουλειά πουλώντας κορδέλες. Έπαιζε πιάνο σε οίκο ανοχής. Διάβαζε την ταινία τιμών στο χρηματιστήριο του Σικάγου. Πουλούσε χάρτινα ποτήρια και έπειτα μηχανές για μιλκσέικ. Σε εκείνη την τελευταία δουλειά παρατήρησε ότι ένα εστιατόριο παρήγγελνε έναν τεράστιο αριθμό μηχανών για μιλκσέικ. Από περιέργεια, οδήγησε διασχίζοντας τη μισή χώρα για να το δει και βρήκε ένα εστιατόριο γρήγορου φαγητού που παρήγαγε γεύματα πιο αποτελεσματικά από οποιοδήποτε είχε συναντήσει ποτέ.
«Υπήρχε κάτι σχεδόν θρησκευτικό στη στιγμή έμπνευσης του Kroc όταν ανακάλυψε τα McDonald’s», γράφει ο Henry Oliver στο επερχόμενο βιβλίο του Second Act. Ο Kroc απλώς νοιαζόταν για τα χάμπουργκερ, τις πατάτες και τα μιλκσέικ περισσότερο από τους περισσότερους ανθρώπους. Αγόρασε το εστιατόριο και έφερε σε αυτό τη δική του μορφή ιδιοφυΐας: την ικανότητα να το μετατρέψει σε τεράστιο δίκτυο franchise.
Το μυαλό του εξερευνητή. Μέχρι τη μέση ηλικία, πολλοί άνθρωποι που ανθίζουν αργά έχουν ήδη απογειωθεί και απολαμβάνουν τις χαρές της συγκεντρωμένης προσπάθειας. Είναι απορροφημένοι, γοητευμένοι. Αλλά επειδή είναι πιο ελεύθεροι από δεσμούς και εξαρτήσεις σε σύγκριση με όσους πέτυχαν νωρίς, μπορούν επίσης να αλλάζουν γνώμη και να ανανεώνουν τα νοητικά τους μοντέλα χωρίς να ανησυχούν ότι προδίδουν κάποιους επαγγελματικούς κανόνες.
Έχουμε την αντίληψη ότι οι πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι είναι εκείνοι που έχουν κατευθύνει τη ζωή τους προς έναν στόχο και έπειτα τον έχουν πετύχει — όπως το να κερδίσουν ένα πρωτάθλημα ή να αποκτήσουν φήμη. Όμως οι καλύτερες στιγμές της ζωής μπορούν να βρεθούν μέσα στην ίδια τη διά βίου μάθηση ή την αναζήτηση. Είναι το να κάνεις κάτι τόσο βαθιά ικανοποιητικό ώστε η ίδια η εργασία να αποτελεί την ανταμοιβή της.
«Η προσπάθεια είναι το μόνο πράγμα που δίνει νόημα στη ζωή», έγραψε κάποτε η ψυχολόγος του Στάνφορντ Carol Dweck. «Προσπάθεια σημαίνει ότι νοιάζεσαι για κάτι».
«Το μυστικό της ζωής είναι να έχεις ένα έργο, κάτι στο οποίο αφιερώνεις ολόκληρη τη ζωή σου, κάτι στο οποίο φέρνεις όλο σου το είναι, κάθε λεπτό της ημέρας, για το υπόλοιπο της ζωής σου», είπε κάποτε ο γλύπτης Henry Moore στον ποιητή Donald Hall. «Και το πιο σημαντικό είναι αυτό: πρέπει να είναι κάτι που είναι αδύνατον να το κάνεις πλήρως».
Η γκρίνια στα γηρατειά. Μέχρι τώρα, περιέγραφα όσους ανθίζουν αργά σαν να ήταν όλοι γεμάτοι ανοιχτόκαρδη περιέργεια και θαυμασμό. Αλλά ας θυμηθούμε ότι πολλοί από αυτούς συγκρούονταν με καθιερωμένους θεσμούς σε όλη τους τη ζωή — και φυσικά ανέπτυξαν αντιθετικές, πικραμένες, ακόμη και θυμωμένες νοοτροπίες.
Στο δοκίμιό του «Ο Καλλιτέχνης Γερνά», ο μεγάλος κριτικός τέχνης Sir Kenneth Clark έγραψε για ζωγράφους —όπως ο Τισιανός, ο Μιχαήλ Άγγελος, ο Ρέμπραντ και ο Σεζάν— που παρήγαγαν το καλύτερο έργο τους στο τέλος της ζωής τους, μερικές φορές στα 80 ή ακόμη και στα 90 τους. Παρατήρησε ότι, ενώ αυτοί οι μεγαλύτεροι καλλιτέχνες ζωγράφιζαν με πάθος, αυτό το πάθος ήταν χρωματισμένο από αυτό που ονόμασε «υπερβατικό πεσιμισμό».
Οι καλλιτέχνες που φτάνουν στην κορύφωσή τους αργά, διαπίστωσε, «έχουν πολύ κακή άποψη για την ανθρώπινη ζωή». Τους ενεργοποιεί μια ιερή οργή. Ο Βρετανός καλλιτέχνης William Turner ένιωθε τόσο απελπισμένος στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ώστε σχεδόν δεν μιλούσε. «Οι γέροι καλλιτέχνες είναι μοναχικοί», γράφει ο Clark. «Όπως όλοι οι γέροι άνθρωποι, βαριούνται και εκνευρίζονται από την παρέα των συνανθρώπων τους, αλλά ταυτόχρονα βρίσκουν την απομόνωσή τους καταθλιπτική. Είναι επίσης καχύποπτοι απέναντι σε κάθε παρέμβαση».
Οι θυμωμένοι γέροι καλλιτέχνες αντεπιτίθενται με τα πινέλα τους. Αποσύρονται από τον ρεαλισμό. Ο τρόπος που χειρίζονται το χρώμα γίνεται πιο ελεύθερος. «Ο Σεζάν, που στη μέση ηλικία ζωγράφιζε με τη λεπτότητα ενός υδατογράφου και σχεδόν φοβόταν, όπως έλεγε, να λερώσει τη λευκότητα ενός καμβά, κατέληξε να του επιτίθεται με βαριές και παθιασμένες πινελιές», γράφει ο Clark. «Η αυξημένη ζωτικότητα ενός γερασμένου χεριού είναι δύσκολο να εξηγηθεί».
Οι νεότεροι ζωγράφοι, όπως και οι νεότεροι εργαζόμενοι σε οποιοδήποτε πεδίο, προσπαθούν να μάθουν τη γλώσσα της τέχνης τους. Οι μεγαλύτεροι ζωγράφοι, όπως και οι μεγαλύτεροι ειδικοί σε άλλα πεδία, έχουν κατακτήσει τη γλώσσα και είναι πρόθυμοι να τη λυγίσουν. Οι μεγαλύτεροι ζωγράφοι αισθάνονται ελεύθεροι να πετάξουν τους κανόνες που πνίγουν την προφητική τους φωνή. Μπορούν να εκφράσουν αυτό που χρειάζονται πιο καθαρά.
Η ανάλυση του Clark είναι διορατική, αλλά νομίζω ότι ίσως γενικεύει υπερβολικά. Η θεωρία του εφαρμόζεται σε έναν θυμωμένο, απαισιόδοξο πίνακα όπως το ύστερο έργο του Μιχαήλ Αγγέλου Η Σταύρωση του Αγίου Πέτρου, έναν πίνακα ενός γέροντα που οργίζεται απέναντι στην απανθρωπιά του κόσμου. Όμως η θεωρία του Clark δεν εφαρμόζεται πραγματικά, ας πούμε, στο ύστερο έργο του Ρέμπραντ Η Επιστροφή του Ασώτου Υιού.
Όταν το ζωγράφισε, ο Ρέμπραντ ήταν γέρος, χρεοκοπημένος και εκτός μόδας· η γυναίκα του και πολλά από τα παιδιά του είχαν ήδη πεθάνει. Όμως ο Άσωτος Υιός είναι διαποτισμένος από ένα πνεύμα ιερής συγχώρεσης. Δείχνει έναν πατέρα που προσφέρει άπειρη αγάπη σε έναν παραστρατημένο, αποστεωμένο και ευγνώμονα γιο. Δεν θα μπορούσε να είναι πιο τρυφερό.
Σοφία. Μετά από μια ολόκληρη ζωή πειραματισμού, ορισμένοι άνθρωποι που ανθίζουν αργά υπερβαίνουν την τέχνη ή την καριέρα τους και φτάνουν σε ένα είδος συνολικής σοφίας.
Η σοφία είναι ένα σύνθετο χαρακτηριστικό. Ξεκινά με την αναγνώριση προτύπων — με τη χρήση της εμπειρίας για να καταλάβεις τι πραγματικά συμβαίνει. Ο νευροεπιστήμονας Elkhonon Goldberg προσφέρει μια κλασική περιγραφή αυτής της ικανότητας στο βιβλίο του The Wisdom Paradox.
«Συχνά, όταν βρίσκομαι αντιμέτωπος με κάτι που απ’ έξω θα φαινόταν ως απαιτητικό πρόβλημα, ο επίπονος νοητικός υπολογισμός κάπως παρακάμπτεται, γίνεται, σαν από μαγεία, περιττός», γράφει. «Η λύση έρχεται αβίαστα, ομαλά, φαινομενικά από μόνη της. Αυτό που έχω χάσει με την ηλικία στην ικανότητά μου για σκληρή νοητική εργασία, φαίνεται πως το έχω κερδίσει στην ικανότητά μου για στιγμιαία, σχεδόν άδικα εύκολη διορατικότητα».
Όμως το χαρακτηριστικό που ονομάζουμε σοφία είναι κάτι περισσότερο από απλή αναγνώριση προτύπων. Είναι η ικανότητα να βλέπεις τα πράγματα από πολλές οπτικές γωνίες, να συνθέτεις προοπτικές και να παραμένεις μέσα στις εντάσεις που υπάρχουν ανάμεσά τους.
Όταν ήταν στα 60 του, ο Σεζάν έχτισε ένα εργαστήριο στην Προβηγκία και ζωγράφισε μια σειρά πινάκων ενός και μόνο βουνού, του Mont Sainte-Victoire, οι οποίοι σήμερα συχνά θεωρούνται τα σπουδαιότερα έργα του. Ζωγράφισε το βουνό σε διαφορετικές ώρες της ημέρας, μέσα σε διαφορετικά είδη φωτός. Δεν ζωγράφιζε τόσο το βουνό όσο τον χρόνο. Ζωγράφιζε επίσης την ίδια την αντίληψη: τη συνεχή ροή της, τις αβεβαιότητες και τις μεταβολές της.
«Προχωρώ πολύ αργά», έγραψε στον ζωγράφο Émile Bernard, «γιατί η φύση μου αποκαλύπτεται με σύνθετους τρόπους· και η πρόοδος που χρειάζεται είναι ατελείωτη».
«Οι γέροι άνδρες πρέπει να είναι εξερευνητές», έγραψε ο T. S. Eliot στο East Coker. «Το εδώ και το εκεί δεν έχει σημασία / Πρέπει να είμαστε ακίνητοι και ταυτόχρονα να κινούμαστε / Προς μια άλλη ένταση / Για μια βαθύτερη ένωση, μια βαθύτερη κοινωνία».
Για ορισμένους ανθρώπους που ανθίζουν αργά, η εξερεύνηση δεν τελειώνει ποτέ. Έχουν έναν ιδιαίτερο, ξεχωριστό τρόπο να υπάρχουν μέσα στον κόσμο, αλλά εκφράζουν αυτόν τον τρόπο ύπαρξης σε όλο και μεγαλύτερα επίπεδα πολυπλοκότητας καθώς μεγαλώνουν.
Η σοφία είναι πνευματικό χαρακτηριστικό — η ικανότητα να βλέπεις την πραγματικότητα όπως πραγματικά είναι. Αλλά είναι επίσης ηθικό χαρακτηριστικό· δεν θα αποκαλούσαμε σοφό έναν εγωκεντρικό άνθρωπο. Είναι ακόμη και πνευματικό, σχεδόν ψυχικό χαρακτηριστικό· ο σοφός άνθρωπος διαθέτει μια ορισμένη γαλήνη, την ικανότητα να παραμένει ήρεμος όταν οι άλλοι κατακλύζονται από αρνητικά συναισθήματα.
Κανένας από τους δύο άνδρες δεν κατάλαβε καν την ερώτησή μου. Δεν ησύχαζαν ποτέ· πίεζαν αδιάκοπα για αυτό που θεωρούσαν καλύτερη κοινωνία, όλες τις ημέρες της ζωής τους.
Ο φίλος μου Tim Keller, ο εκλιπών πάστορας, κατά κάποιον τρόπο δεν ήταν ένας κλασικός άνθρωπος που «άνθισε αργά» — τα ταλέντα του ήταν ήδη φανερά όταν ήταν νέος. Όμως αυτά τα ταλέντα δεν είχαν μεγάλο δημόσιο πεδίο έκφρασης στην εκκλησία της αγροτικής Βιρτζίνια, όπου τον είχε οδηγήσει η κλήση του.
Ο Tim δεν ένιωθε αρκετά έτοιμος να δημοσιεύσει το πρώτο του σημαντικό βιβλίο παρά μόνο όταν ήταν 58 ετών. Μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια δημοσίευσε σχεδόν τρεις δεκάδες ακόμη, θερίζοντας τη σοφία που συγκέντρωνε σε όλη του τη ζωή. Τα βιβλία του έχουν πουλήσει περισσότερα από 25 εκατομμύρια αντίτυπα. Την ίδια περίοδο ίδρυσε τη Redeemer, την πιο επιδραστική εκκλησία στη Νέα Υόρκη και ίσως σε ολόκληρη την Αμερική.
Όταν ο Tim διαγνώστηκε με καρκίνο στο πάγκρεας σε ηλικία 70 ετών, βρισκόταν ακόμη στην ακμή της ζωής του ως ανθρώπου που άνθιζε αργά. Κάτω από τη σκιά του θανάτου, όπως έγραψε στο The Atlantic, η πνευματική του επίγνωση βάθυνε. Βίωσε περισσότερη λύπη, αλλά και περισσότερη χαρά.
Αυτό όμως που θα θυμάμαι πάντα από εκείνα τα τελευταία χρόνια είναι πόσο περισσότερο πρόθυμος ήταν ο Tim να μιλά για την κατάσταση του κόσμου παρά για την κατάσταση της ίδιας του της υγείας. Είχε ακόμη περισσότερα να δώσει και εργάστηκε πυρετωδώς μέχρι το τέλος. Άφησε πίσω του μια ατζέντα για το πώς μπορεί να επιδιορθωθεί η αμερικανική Εκκλησία — ένα συγκεκριμένο σχέδιο δράσης για το πώς μπορεί να αποκατασταθεί η χριστιανική παρουσία σε μια διχασμένη χώρα.
Έχω παρατηρήσει αυτό το μοτίβο ξανά και ξανά: αργοί στην αρχή, οι άνθρωποι που ανθίζουν αργά εξακολουθούν να τρέχουν με όλη τους τη δύναμη στον τελευταίο γύρο — δεν επιβραδύνουν καθώς η ηλικία φέρνει τη φθορά της. Αναζητούν. Αγωνίζονται. Είναι μέσα σε αυτό με όλη τους την καρδιά.
Σχετικά με τον συγγραφέα
David Brooks
Ο David Brooks είναι αρθρογράφος στο The Atlantic και συγγραφέας του βιβλίου How to Know a Person: The Art of Seeing Others Deeply and Being Deeply Seen — Πώς να γνωρίσεις έναν άνθρωπο: Η τέχνη να βλέπεις τους άλλους βαθιά και να σε βλέπουν βαθιά.
Ζημιές σε σπίτι στη Δαφνούσα Ευβοίας μετά τις σεισμικές δονήσεις 4,8 και 5,2 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ, Κυριακή 7 Ιουνίου 2026. Σεισμική δόνηση 5,2 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ σημειώθηκε στις 13:02 το μεσημέρι με εστιακό βάθος 5 χλμ. με επίκεντρο 2 χλμ. Ανατολικά Νότιοανατολικά του Προκοπίου Ευβοίας, σύμφωνα με στοιχεία του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου. Νωρίτερα, σεισμική δόνηση μεγέθους 4,8 βαθμών σημειώθηκε στις 12:58 6 χλμ. νότια της ιδίας τοποθεσίας. ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΣΒΕΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
Κυριακή 7 Ιουνίου 2026 Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Κλειστές θα παραμείνουν αύριο προληπτικά οι σχολικές μονάδες Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης του Δήμου Μαντουδίου-Λίμνης-Αγίας Άννας, καθώς και το Γυμνάσιο Προκοπίου στην Εύβοια λόγω των σεισμικών δονήσεων που σημειώθηκαν σήμερα στην ευρύτερη περιοχή, όπως ανέφερε ο δήμαρχος Μαντουδίου-Λίμνης-Αγίας Άννας, Γιώργος Τσαπουρνιώτης.
Ο κ. Τσαπουρνιώτης δήλωσε στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ότι οι μεγάλες ζημιές εντοπίζονται στη μικρή κοινότητα της Δαφνούσας, ενώ ρωγμές καταγράφονται σε σπίτια στο Προκόπι που είχαν υποστεί ζημιές και από τον σεισμό του 2025.
«Οι μεγάλες ζημιές εντοπίζονται στη μικρή κοινότητα της Δαφνούσας, όπου εκεί έχουν καταρρεύσει τοίχοι από σπίτια και στο Προκόπι έχουμε ρωγμές σε σπίτια που είχαν υποστεί και πέρυσι ζημιές από τον σεισμό. Σε όλο τον Δήμο έχουμε ζημιές περιορισμένης κλίμακας με ρωγμές, όχι όμως καταρρεύσεις. Είναι ελεγχόμενη η κατάσταση», τόνισε ο δήμαρχος.
Σημειώνεται ότι στη Βόρεια Εύβοια έχει μεταβεί ο υπουργός Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, Ευάγγελος Τουρνάς, μαζί με τον γγ Αποκατάστασης Φυσικών Καταστροφών και Κρατικής Αρωγής, Πέτρο Καμπούρη, για επιτόπια ενημέρωση σε Προκόπι και Δαφνούσα, έπειτα από τις σεισμικές δονήσεις που σημειώθηκαν σήμερα στην ευρύτερη περιοχή. Παράλληλα, σε εξέλιξη βρίσκεται η διασπορά πυροσβεστικών δυνάμεων στην ευρύτερη περιοχή της Βόρειας Εύβοιας, ενώ, με εντολή του αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος, αντιστράτηγου Θεόδωρου Βάγια, έχουν τεθεί σε αυξημένη επιχειρησιακή ετοιμότητα οι Πυροσβεστικές Υπηρεσίες της Εύβοιας και της Αττικής, καθώς και η 1η και η 7η Ε.Μ.Α.Κ.
Ειδικότερα, 20 πυροσβεστικά οχήματα και τα πληρώματά τους πραγματοποιούν συνεχείς περιπολίες και ελέγχους στο οδικό δίκτυο, καθώς και καταγραφή τυχόν ζημιών που έχουν προκληθεί από τις σεισμικές δονήσεις, σε συνεργασία με την Ελληνική Αστυνομία και τους αρμόδιους φορείς.
Το ερευνητικό Ινστιτούτο Τεχνητής Νοημοσύνης INSAIT της Βουλγαρίας ιδρύθηκε τον Απρίλιο του 2022 από τον διακεκριμένο Βούλγαρο ερευνητή Μάρτιν Βέτσεφ. Η βουλγαρική κυβέρνηση επένδυσε περίπου 85 εκατ. ευρώ για τα πρώτα δέκα χρόνια λειτουργίας του, ενώ το 2025 συγχρηματοδότησε με επιπλέον 45 εκατ. ευρώ την ευρωπαϊκή AI factory BRAIN++, την οποία ενέταξε στο INSAIT.
Επίσης το 2022 στην Ελλάδα, ο Κωνσταντίνος Δασκαλάκης, ο Χρίστος Παπαδημητρίου και ο Τίμος Σελλής πρότειναν την ίδρυση ερευνητικού ινστιτούτου τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ) στη χώρα μας. Την πρόταση υπεστήριξε η Eπιτροπή για το 1821 και η πρόεδρός της Γιάννα Αγγελοπούλου-Δασκαλάκη, και η κυβέρνηση πείσθηκε να εντάξει την πρόταση στο πακέτο αιτημάτων προς το Ταμείο Ανάκαμψης, το οποίο τη χρηματοδότησε με περίπου 22 εκατ. ευρώ.
Ωστόσο, η κυβέρνηση έθεσε έναν κρίσιμο όρο: το νέο ινστιτούτο να μη λειτουργεί ως ανεξάρτητος φορέας —όπως είχε ρητώς υποσχεθεί— αλλά ως μονάδα του Ερευνητικού Κέντρου «Αθηνά», υπαγόμενο στην ασφυκτική κρατική γραφειοκρατία. Σε πλήρη αντίθεση, δηλαδή, με το βουλγαρικό INSAIT.
Έτσι, ο «Αρχιμήδης» λειτουργεί από το καλοκαίρι του 2022 υπό την ηγεσία των τριών: ο Σελλής ως επιστημονικός διευθυντής, οι Δασκαλάκης και Παπαδημητρίου ως επικεφαλής ερευνητές. Η ελληνική κυβέρνηση δεν έκανε καμία απολύτως επένδυση στον «Αρχιμήδη» — απλώς επέτρεψε στους τρεις να διεκδικήσουν τα κονδύλια από το Ταμείο.
Με πάνω από εξήντα συνεργαζόμενους ερευνητές από ελληνικά και ξένα πανεπιστήμια, πάνω από πενήντα υποψήφιους διδάκτορες, και δεκάξι μεταδιδακτορικούς ερευνητές, ο «Αρχιμήδης» έχει μεταμορφώσει το ερευνητικό τοπίο της ΤΝ στην Ελλάδα. Η επιτυχία του αποτυπώνεται με αριθμούς: το NeurIPS θεωρείται μακράν το σημαντικότερο συνέδριο ΤΝ παγκοσμίως. Τα τρία χρόνια πριν από την ίδρυση του «Αρχιμήδη», ερευνητές από την Ελλάδα παρουσίαζαν κατά μέσο όρο 22 εργασίες ετησίως.
Τα τρία επόμενα χρόνια —2023, 2024 και 2025— ο αριθμός εκτοξεύτηκε σε 31, 60 και 34 εκ των οποίων 11, 38 και 11 αντίστοιχα προέρχονταν από τον «Αρχιμήδη». Το INSAIT, για σύγκριση, είχε 7, 7 και 6 αποδεκτές εργασίες τα ίδια χρόνια — δηλαδή, η μισή χρηματοδότηση παράγει τριπλάσια αποτελέσματα, παρ’ όλη την αδιαφορία και τη γραφειοκρατία. Ακόμα πιο σημαντική, όμως, είναι η άλλη συνεισφορά του «Αρχιμήδη»: κράτησε στην Ελλάδα εβδομήντα άριστους νέους ερευνητές στην ΤΝ, οι οποίοι διαφορετικά θα είχαν αναζητήσει το μέλλον τους στο εξωτερικό.
Στα τέσσερα χρόνια της λειτουργίας του, ο «Αρχιμήδης» αντιμετώπιζε διαρκώς σοβαρές δυσχέρειες, απόρροιες της πλήρους κρατικής αδιαφορίας. Για κάθε πρόσκληση ξένου ερευνητή, π.χ., απαιτούνταν προκήρυξη, ενώ οι φοιτητές μας δεν έχουν πάρει ακόμα τα λάπτοπ τους γιατί η προμήθειά τους εκκρεμεί, τέσσερα χρόνια αργότερα, στα δικαστήρια. Τρεις φορές η γραφειοκρατία πάγωσε τη ροή χρηματοδότησης για μήνες, αναγκάζοντας τον «Αρχιμήδη» να δανείζεται για να συνεχίσει να καταβάλλει τις υποτροφίες. Αυτή τη στιγμή, η χρηματοδότηση έχει και πάλι σταματήσει…
Έχει και χειρότερα: Πριν από ένα χρόνο, η κυβέρνηση πέρασε από την αδιαφορία στην ενεργητική παρεμπόδιση. Αποφάσισε ότι ο «Αρχιμήδης» έπρεπε να παύσει να δαπανά κονδύλια τον Δεκέμβριο του 2025 —μόλις τέσσερα από τα προβλεπόμενα πέντε χρόνια— με πρόσχημα τους χρονοβόρους λογιστικούς ελέγχους που έπρεπε να γίνουν, ενώ τα αδιάθετα ποσά θα επέστρεφαν στα ταμεία της για να τα διαθέσει με το γνωστό σε όλους τρόπο. Ο Χρίστος Παπαδημητρίου κατήγγειλε δημόσια την απόφαση σε συνέντευξή του στην «Καθημερινή». Άλλες εφημερίδες έκαναν λόγο για «ΟΠΕΚΕΠΕ στην έρευνα», ακολούθησε επερώτηση στη Βουλή, και η κυβέρνηση τελικά υποχώρησε, παρατείνοντας την προθεσμία κατά έξι μήνες. Αυτοί οι έξι μήνες λήγουν στα τέλη Ιουνίου — και σημαντικό μέρος των κονδυλίων που κέρδισαν οι τρεις ερευνητές για τον «Αρχιμήδη» θα επιστραφεί τελικά στην κυβέρνηση, η οποία αρνείται να επεκτείνει τη χρηματοδότηση.
Έτσι ο «Αρχιμήδης» —το καύχημα της Ελλάδας σε έναν εθνικά κρίσιμο τομέα— θα απολύσει όλους τους διακεκριμένους συνεργαζόμενους ερευνητές του από την Ελλάδα και από το εξωτερικό, θα σταματήσει να εκπαιδεύει στην Ελλάδα τα εξαιρετικά νέα παιδιά που ενδιαφέρονται για την ΤΝ, και θα εισέλθει σε μια περίοδο επιβίωσης, βασισμένος αποκλειστικά σε έσοδα από ερευνητικές συμφωνίες με επιχειρήσεις και οργανισμούς. Για να συνεχίσει να ανθίζει, και να κρατάει στην Ελλάδα τα πιο φωτισμένα μυαλά σε αυτόν τον κρίσιμο τομέα, θα αρκούσε περίπου το ένα τέταρτο από τα 8,5 εκατ. ευρώ που η Βουλγαρία επενδύει κάθε χρόνο, μέχρι το 2032, στο INSAIT.
Αιδώς.
Επιμύθιο: Το 2023, η ελληνική κυβέρνηση συγκρότησε με φανφάρες μια επιτροπή εμπειρογνωμόνων για τη χάραξη εθνικής στρατηγικής στην ΤΝ, με πρόεδρο τον Κωνσταντίνο Δασκαλάκη και μέλος τον Τίμο Σελλή. Ένα χρόνο αργότερα, η επιτροπή παρέδωσε ένα εντυπωσιακά εμπνευσμένο πόρισμα με πέντε εμβληματικές προτάσεις, που η κυβέρνηση το υποδέχτηκε με μεγαλόστομες υποσχέσεις και με άπλετη παρουσία στα ΜΜΕ. Από τις πέντε προτάσεις, μόνο δύο έχουν προχωρήσει — και αυτές χάρη σε ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες, όχι με κυβερνητική βούληση. Η σημαντικότερη από τις προτάσεις που δεν προχώρησαν αφορά τη δημιουργία ενός κέντρου αριστείας στη μεταπτυχιακή εκπαίδευση και βασική έρευνα στην ΤΝ. Ο «Αρχιμήδης» θα ήταν η ιδανική βάση για την οικοδόμηση του κέντρου αυτού. Αλλά η ίδια κυβέρνηση που ανέθεσε στην επιτροπή να χαράξει τη στρατηγική τώρα διακόπτει τη χρηματοδότηση του μόνου φορέα που είναι σε θέση να την υλοποιήσει!
Ο Χρίστος Παπαδημητρίου είναι Καθηγητής Πληροφορικής στην τιμητική έδρα της οικογένειας Donovan, Πανεπιστήμιο Columbia, και συνιδρυτής του ελληνικού ερευνητικού ινστιτούτου για την τεχνητή νοημοσύνη «Αρχιμήδης».
Αν δεν αλλάξουν τα κόμματα πολιτική, η χώρα θα ερημώσει
Η Ελλάδα δεν έγινε υδροκέφαλη τυχαία. Η πολιτική που ακολουθήθηκε μεταπολεμικά ήταν συνειδητή. Θέλησαν να δημιουργήσουν ένα αστικό κέντρο και ένα συμπληρωματικό. Το βασικό αστικό κέντρο αποδείχθηκε τόσο βουλημικό που δεν κατάπιε, μόνο, όλη την Ελλάδα αλλά και το συμπληρωματικό. Σήμερα στον ελλαδικό χώρο δεν υπάρχει τίποτε άλλο πέραν της Αθήνας.
Στα χαρτιά, όλες οι κυβερνήσεις αγάπησαν την περιφέρεια. Στην πράξη, σχεδόν όλες κυβέρνησαν σαν να τελειώνει η Ελλάδα λίγο έξω από την Αττική.
Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, στην Ελλάδα, δήμοι και περιφέρειες, αντιστοιχούσαν το 2021 μόλις στο 6,9% της συνολικής δημόσιας δαπάνης και στο 7,7% των συνολικών δημόσιων εσόδων. Στον ΟΟΣΑ, ο αντίστοιχος μέσος όρος είναι γύρω στο 40% της δημόσιας δαπάνης. Η απόσταση δεν είναι μικρή. Είναι χαώδης.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι ότι περίπου το 80% της δημόσιας επενδυτικής δαπάνης στην Ελλάδα υλοποιείται από την κεντρική κυβέρνηση. Δηλαδή, ακόμη και όταν μιλάμε για έργα που αφορούν την περιφέρεια, το κέντρο κρατάει το ταμείο, το σχέδιο και την τελική υπογραφή. Η Ελλάδα δεν έχει απλώς ισχυρό κράτος. Έχει κράτος συγκεντρωμένο στην πρωτεύουσα.
Η Αθήνα ως μηχανή αναρρόφησης
Η μεταπολεμική Ελλάδα χτίστηκε πάνω σε μια τεράστια εσωτερική μετακίνηση. Χωριά άδειασαν, μικρές πόλεις έχασαν ανθρώπους, οικογένειες μετακινήθηκαν προς τα μεγάλα αστικά κέντρα. Η Αθήνα δεν μεγάλωσε απλώς. Τράβηξε πάνω της πληθυσμό, χρήμα, διοίκηση, ευκαιρίες και κοινωνικό κύρος.
Από περίπου 1,4-1,5 εκατομμύριο κατοίκους το 1951, η μητροπολιτική Αθήνα έφτασε πάνω από τα 3 εκατομμύρια το 1981. Την ίδια ώρα, το ποσοστό του αστικού πληθυσμού στην Ελλάδα ανέβηκε από 38,6% το 1951 σε 58,3% το 1981 και σε 64,1% το 2011. Δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο η αστικοποίηση. Όμως στην ελληνική περίπτωση πήρε ακραία αθηνοκεντρική μορφή.
Η χώρα δεν δημιούργησε ένα ισχυρό δίκτυο περιφερειακών πόλων. Δεν έκανε τη Θεσσαλονίκη πραγματική δεύτερη πρωτεύουσα. Δεν στήριξε σοβαρά την Πάτρα, τη Λάρισα, το Ηράκλειο, τα Ιωάννινα, την Αλεξανδρούπολη, την Καλαμάτα, την Κοζάνη, τη Ρόδο, τη Μυτιλήνη. Δεν έχτισε μια Ελλάδα πολλών κέντρων. Άφησε την Αθήνα να γίνει το σχεδόν μοναδικό σημείο όπου «συμβαίνουν τα πράγματα».
Η μεταπολίτευση δεν ανέτρεψε αυτό το μοντέλο. Το συνέχισε. Το έντυσε με μεταρρυθμιστική γλώσσα, με σχέδια, με διοικητικές αλλαγές, με «Καλλικράτη», με «Κλεισθένη», με νέους χάρτες δήμων και περιφερειών. Αλλά η ουσία έμεινε σχεδόν ίδια: οι τοπικές κοινωνίες απέκτησαν περισσότερες ευθύνες, όχι αντίστοιχη εξουσία.
Μειώθηκαν οι δήμοι. Μεγάλωσαν οι διοικητικές μονάδες. Δημιουργήθηκαν περιφέρειες. Όμως το κρίσιμο ερώτημα έμεινε αναπάντητο: ποιος έχει τα λεφτά; Ποιος αποφασίζει; Ποιος μπορεί να χαράξει πολιτική χωρίς να ζητάει διαρκώς άδεια από την Αθήνα;
Η απάντηση είναι απογοητευτική.
Μισή χώρα συγκεντρωμένη στην πρωτεύουσα
Σήμερα η Αττική έχει πάνω από 3,8 εκατομμύρια κατοίκους. Η μητροπολιτική Αθήνα στεγάζει σχεδόν το 40% του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Αν προστεθεί και η μητροπολιτική Θεσσαλονίκη, οι δύο μεγάλοι πόλοι συγκεντρώνουν περίπου τη μισή Ελλάδα.
Αυτό από μόνο του λέει πολλά. Μισή χώρα σε δύο μεγάλα αστικά συστήματα. Η άλλη μισή απλωμένη σε νησιά, ορεινούς όγκους, παραμεθόριες περιοχές, μικρές πόλεις και χωριά που παλεύουν με τη γήρανση, την έλλειψη υπηρεσιών και την αίσθηση ότι το κράτος τους θυμάται κυρίως προεκλογικά ή μετά από μια καταστροφή.
Δεν είναι «φυσική εξέλιξη της αγοράς». Η αγορά ακολουθεί τις υποδομές, τις υπηρεσίες, τα πανεπιστήμια, τα νοσοκομεία, τις δουλειές, τα δίκτυα. Όταν όλα αυτά συγκεντρώνονται στο κέντρο, ο πολίτης δεν επιλέγει ελεύθερα την Αθήνα. Σπρώχνεται προς αυτήν.
Και όταν φεύγει ο νέος από το χωριό ή τη μικρή πόλη, δεν φεύγει μόνο ένα άτομο. Φεύγει ένας πιθανός εργαζόμενος, ένας πιθανός γονιός, ένας φορολογούμενος, ένας άνθρωπος που θα μπορούσε να κρατήσει ζωντανή μια τοπική κοινωνία.
Η περιφέρεια δεν αδειάζει απλώς. Χάνει τη δύναμη να ξαναγεννηθεί.
Οι πιο πρόσφατες μελέτες για την ελληνική ύπαιθρο δείχνουν κάτι πολύ πιο βαθύ από μια απλή μείωση πληθυσμού. Οι ορεινοί, απομακρυσμένοι και βόρειοι αγροτικοί δήμοι βρίσκονται στον μεγαλύτερο κίνδυνο αποπληθυσμού. Αντίθετα, ανθεκτικότητα εμφανίζεται κυρίως γύρω από τα περιαστικά τόξα Αθήνας και Θεσσαλονίκης, καθώς και σε ορισμένες τουριστικές νησιωτικές περιοχές.
Με πιο απλά λόγια: ό,τι είναι κοντά στα μεγάλα κέντρα ή πουλάει τουρισμό έχει περισσότερες πιθανότητες να αντέξει. Ό,τι βρίσκεται μακριά, σε βουνό, σε σύνορο ή σε μη τουριστική ενδοχώρα, γερνάει και αδειάζει.
Το δημογραφικό κάνει την κατάσταση ακόμη χειρότερη. Το 2024 η Ελλάδα κατέγραψε 68.467 γεννήσεις και 126.916 θανάτους. Δηλαδή φυσική μείωση 58.449 ανθρώπων μέσα σε έναν χρόνο. Οι γεννήσεις έχουν πέσει από 91.847 το 2015 σε 68.467 το 2024. Αυτή η πτώση είναι βαριά για όλη τη χώρα. Για την περιφέρεια, όμως, είναι σχεδόν θανατηφόρα.
Λιγότερα παιδιά σημαίνει λιγότερα σχολεία. Λιγότερα σχολεία σημαίνει λιγότερες οικογένειες. Λιγότερες οικογένειες σημαίνει λιγότερες δουλειές, λιγότερη κατανάλωση, λιγότερη ζωή. Και όσο μειώνεται η ζωή, τόσο πιο εύκολα φεύγουν και οι επόμενοι.
Στην Ορεστιάδα καταγράφηκε μείωση πληθυσμού 16% μεταξύ 2011 και 2021. Στο Ορμένιο, μια κοινότητα περίπου 300 κατοίκων, τα δύο τρίτα είναι άνω των 70 ετών. Ένας 13χρονος γίνεται σχεδόν σύμβολο του μέλλοντος που φεύγει. Αυτά δεν είναι ψυχρά στατιστικά. Είναι σπίτια που κλείνουν. Καφενεία που αδειάζουν. Γονείς που δεν ρωτούν πια αν θα μείνουν τα παιδιά τους, αλλά σε ποια πόλη ή σε ποια χώρα θα φύγουν.
Το πρόβλημα είναι εθνικό, όχι τοπικό
Η εγκατάλειψη της περιφέρειας δεν είναι ένα ακόμη κοινωνικό πρόβλημα. Είναι ζήτημα εθνικής συνοχής. Μια χώρα που αφήνει τις παραμεθόριες περιοχές της να γερνούν, τα χωριά της να αδειάζουν, τα νησιά της να εξαρτώνται από εποχική οικονομία και την ύπαιθρο να χάνει πληθυσμό, δεν διαχειρίζεται απλώς λάθος την ανάπτυξή της. Αδυνατίζει τον ίδιο της τον χώρο.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη συνδέσει το στεγαστικό, τις περιφερειακές ανισότητες και το αστικό-αγροτικό χάσμα. Όταν η κατοικία γίνεται ακριβή στα μεγάλα κέντρα, όταν η περιφέρεια δεν προσφέρει σταθερές δουλειές και υπηρεσίες, όταν η ανάπτυξη συγκεντρώνεται σε λίγα σημεία, τότε το πρόβλημα παύει να είναι μόνο δημογραφικό. Γίνεται κοινωνικό, αναπτυξιακό και εθνικό μαζί.
Η Ελλάδα έχει μάθει να μιλά για την περιφέρεια με συγκίνηση. Για τα χωριά, τις ρίζες, την παράδοση, τα σύνορα, την ελληνική ύπαιθρο, τον αγρότη, τον νησιώτη, τον ακρίτα. Όμως η συγκίνηση δεν αρκεί. Ούτε κρατάει ανοιχτό ένα σχολείο. Ούτε στελεχώνει ένα κέντρο υγείας. Ούτε φέρνει νέες οικογένειες σε έναν τόπο που δεν έχει δουλειές, γιατρούς, συγκοινωνίες και αξιοπρεπή στέγη.
Οι κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης και η μεγάλη συνενοχή
Η ευθύνη δεν ανήκει σε μία μόνο κυβέρνηση. Αυτό είναι το πιο δύσκολο και ίσως το πιο ενοχλητικό συμπέρασμα. Η αθηνοκεντρική Ελλάδα δεν είναι έργο ενός κόμματος. Είναι έργο ενός ολόκληρου πολιτικού συστήματος.
ΝΔ και ΠΑΣΟΚ κυβέρνησαν το μεγαλύτερο μέρος της μεταπολίτευσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ κυβέρνησε επίσης σε κρίσιμη περίοδο. Όλοι μίλησαν για αποκέντρωση. Όλοι μίλησαν για περιφερειακή ανάπτυξη. Όλοι υποσχέθηκαν ότι η Ελλάδα δεν θα είναι μόνο η Αθήνα. Όμως η βασική δομή έμεινε στη θέση της.
Το ΠΑΣΟΚ έχει ειδικό βάρος σε αυτή την ιστορία. Ο «Καλλικράτης» παρουσιάστηκε ως μεγάλη διοικητική μεταρρύθμιση. Αλλά διέλυσε κωμοπόλεις που επιβίωναν. Οι δήμοι μεγάλωσαν, αλλά δεν έγιναν πραγματικά ισχυροί. Οι περιφέρειες απέκτησαν ρόλο, αλλά όχι την οικονομική και πολιτική δύναμη που θα χρειαζόταν για να σχεδιάσουν σοβαρά το μέλλον τους.
Η ΝΔ, από την άλλη, δεν μπορεί να εμφανίζεται σαν να παρέλαβε ένα άγνωστο πρόβλημα. Στα χρόνια της, η χώρα παραμένει ακραία συγκεντρωτική. Η κυβέρνηση μιλά για «Εθνική Στρατηγική για την Περιφερειακή και Τοπική Ανάπτυξη» και για σχέδια ανά Περιφερειακή Ενότητα. Αυτά μπορεί να έχουν ενδιαφέρον. Αλλά όσο η κεντρική κυβέρνηση κρατάει το 80% της δημόσιας επενδυτικής δαπάνης, η συζήτηση μένει μισή. Γιατί δεν αρκεί να πηγαίνει το κέντρο στην περιφέρεια με παρουσιάσεις και εξαγγελίες. Το θέμα είναι να μεταφερθεί πραγματική ισχύς στην περιφέρεια.
Και με τον ΣΥΡΙΖΑ υπάρχει το ίδιο πρόβλημα αξιοπιστίας. Όταν κυβέρνησε, δεν ανέτρεψε τη συγκεντρωτική λογική του κράτους.
Το πρόβλημα είναι ότι σχεδόν κανείς δεν τόλμησε να πειράξει την πραγματική εξουσία του κέντρου.
Η αποκέντρωση ως σύνθημα
Στην Ελλάδα η αποκέντρωση έγινε μια λέξη για ομιλίες. Ταιριάζει παντού. Σε συνέδρια, σε προγράμματα κομμάτων, σε προεκλογικές περιοδείες, σε αναπτυξιακά σχέδια. Όλοι είναι υπέρ της. Μέχρι να φτάσει η ώρα να μοιραστούν τα λεφτά, οι αρμοδιότητες και οι αποφάσεις.
Εκεί αρχίζει η σιωπή.
Γιατί πραγματική αποκέντρωση σημαίνει ότι το κέντρο χάνει κάτι. Χάνει έλεγχο. Χάνει δυνατότητα μικροδιαχείρισης. Χάνει την εξάρτηση των τοπικών κοινωνιών από υπουργούς, βουλευτές, γενικούς γραμματείς και κομματικούς μηχανισμούς. Και αυτό το πολιτικό σύστημα δεν θέλησε ποτέ να το κάνει.
Η περιφέρεια στην Ελλάδα δεν ζητάει φιλανθρωπία. Ζητάει εξουσία. Ζητάει να μπορεί να σχεδιάζει, να εισπράττει, να επενδύει, να αποφασίζει, να λογοδοτεί. Ζητάει να μην είναι κάθε τοπικό πρόβλημα όμηρος μιας κεντρικής διοίκησης που συχνά ούτε γνωρίζει ούτε ενδιαφέρεται πραγματικά για τις τοπικές ανάγκες.
Τι λένε σήμερα τα κόμματα
Στα κόμματα υπάρχουν αναφορές, προτάσεις και προγράμματα. Το πρόβλημα, όμως, είναι άλλο: η περιφέρεια δεν έχει γίνει κεντρικό κριτήριο εξουσίας. Κανένα κόμμα δεν έχει κάνει την περιφέρεια κεντρικό μέτρο αξιολόγησης της ίδιας της εξουσίας. Υπάρχουν λέξεις. Υπάρχουν ενότητες προγραμμάτων. Υπάρχουν εξαγγελίες. Αλλά η κατανομή της ισχύος παραμένει αθηναϊκή.
Η περιφέρεια υπάρχει στα κείμενα. Όχι αρκετά στον προϋπολογισμό. Όχι στη διοίκηση. Όχι στις πραγματικές αποφάσεις.
Η περίπτωση Καρυστιανού
Η Μαρία Καρυστιανού εμφανίζεται πολιτικά σε μια στιγμή βαθιάς δυσπιστίας προς το κράτος και τα παραδοσιακά κόμματα. Αυτό της δίνει χώρο.
Στην ιδρυτική διακήρυξη του κινήματός της υπάρχει αναφορά στο δημογραφικό, στη στήριξη της οικογένειας και των νέων. Αυτά είναι σημαντικά. Αλλά πρέπει να αναμένουμε το πρόγραμμα-και όχι την διακήρυξη- για να εκτιμήσουμε την πολιτική της. Το ερώτημα είναι πού θα ζήσουν αυτοί οι νέοι, με τι δουλειές, σε ποια σχολεία θα πάνε τα παιδιά τους, με ποια νοσοκομεία, με ποια πρόσβαση, με ποια στεγαστική πολιτική.
Αν η Καρυστιανού θέλει να ξεχωρίσει πραγματικά, πρέπει να μιλήσει για συγκεκριμένα μέτρα: φορολογική αποκέντρωση, μεταφορά φορέων εκτός Αθήνας, μόνιμη στελέχωση σχολείων και κέντρων υγείας, ειδική στέγη για δημόσιους λειτουργούς στην επαρχία, προστασία αγροτικής γης, κίνητρα για νέες οικογένειες, σοβαρή πολιτική για νησιά και σύνορα.
Οι ξένες αγορές γης και το πραγματικό ερώτημα
Το θέμα των ξένων αγορών ακινήτων στην Ελλάδα χρειάζεται προσοχή. Υπάρχει αυξημένο ενδιαφέρον από ξένους επενδυτές για ελληνικά ακίνητα. Οι Ισραηλινοί αγοραστές εμφανίζονται ανάμεσα στους ενεργούς παίκτες της αγοράς, κυρίως στην Αθήνα και την Αττική. Υπάρχουν επίσης συζητήσεις για το Golden Visa, για τη στέγη, για την πίεση στις τιμές και για τη μακροχρόνια εγκατάσταση ξένων κεφαλαίων στη χώρα.
Αυτές οι ανησυχίες είναι θεμιτές. Αλλά πρέπει να διατυπώνονται σοβαρά. Το πρόβλημα δεν είναι η εθνότητα του αγοραστή. Το πρόβλημα είναι αν το ελληνικό κράτος έχει πολιτική γης, κατοικίας και περιφερειακής προστασίας.
Δεν υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία που να αποδεικνύουν οργανωμένο σχέδιο δημιουργίας «ισραηλινών πόλεων» στην Ελλάδα. Υπήρξε παλαιότερη πρόταση Ισραηλινού πολιτικού παράγοντα για αγορά ελληνικών νησιών ως καταφυγίου έκτακτης ανάγκης, αλλά δεν προκύπτει ότι αυτό έγινε ελληνική κρατική πολιτική ή εγκεκριμένο σχέδιο.
Το πραγματικό θέμα είναι αλλού. Έχει η Ελλάδα σαφείς κανόνες για το ποιος αγοράζει τι, πού και με ποιες συνέπειες; Προστατεύει την αγροτική γη; Ελέγχει τη συγκέντρωση ακινήτων; Έχει πολιτική κατοικίας για τους Έλληνες πολίτες; Διασφαλίζει ότι τα νησιά και οι παραμεθόριες περιοχές δεν θα γίνουν απλώς πεδίο επενδυτικής εκμετάλλευσης; Υπάρχει διαφάνεια; Υπάρχει κτηματολόγιο που λειτουργεί σωστά; Υπάρχει χωρικό σχέδιο;
Αν η απάντηση είναι όχι, τότε κάθε ισχυρό ξένο ενδιαφέρον —ισραηλινό, αμερικανικό, κινεζικό, αραβικό ή ευρωπαϊκό— θα βρει χώρο. Όχι επειδή οι ξένοι είναι το βασικό πρόβλημα. Αλλά επειδή η Ελλάδα είναι θεσμικά απροετοίμαστη.
Η χώρα δεν χρειάζεται φοβική συζήτηση. Χρειάζεται πολιτική γης. Να ξέρει τι πουλάει, πού το πουλάει, σε ποιους όρους, με ποιες επιπτώσεις και με ποιο όφελος για τις τοπικές κοινωνίες.
Η ελληνική περιφέρεια χρησιμοποιήθηκε πολλές φορές ως εικόνα. Ως σκηνικό. Ως φόντο για πατριωτικές ομιλίες. Ως τόπος καταγωγής των πολιτικών. Ως πεδίο συγκίνησης. Ως καρτ ποστάλ τουρισμού. Ως επιχείρημα όταν μιλάμε για σύνορα.
Αλλά δεν αντιμετωπίστηκε ως ισότιμος πυλώνας της χώρας.
Όταν οι νέοι φεύγουν από τον τόπο τους επειδή δεν έχουν δουλειά, δεν είναι ατομική αποτυχία. Όταν ένα χωριό χάνει το σχολείο του, δεν είναι απλώς τοπικό πρόβλημα. Όταν μια ακριτική περιοχή μένει με ηλικιωμένους, δεν είναι στατιστική μεταβολή. Είναι εθνική υποχώρηση.
Η Ελλάδα έχει συνηθίσει να μιλά για απειλές από έξω. Όμως υπάρχει και μια εσωτερική απειλή: η αργή συρρίκνωση της κατοικημένης χώρας. Η Ελλάδα που δεν φαίνεται στα δελτία ειδήσεων, δεν ακούγεται στα υπουργικά γραφεία και δεν μετράει αρκετά στα σχέδια ανάπτυξης.
Το κεντρικό κράτος αντιμετώπισε την περιφέρεια σαν μέρος από όπου αντλούσε ψήφους, εργατικά χέρια, τουριστική εικόνα και εθνική συγκίνηση, αλλά όχι σαν τόπο στον οποίο πρέπει να μεταφερθούν πραγματικές δυνατότητες ζωής.
Γι’ αυτό η συζήτηση δεν μπορεί να μείνει σε μερικά επιδόματα, σε αποσπασματικά έργα ή σε όμορφες εξαγγελίες. Χρειάζεται αλλαγή μοντέλου.
Να μεταφερθούν αρμοδιότητες μαζί με πόρους. Να υπάρξουν ισχυρές περιφέρειες με πραγματικό σχεδιασμό. Να στηριχθούν οι μικρές και μεσαίες πόλεις ως περιφερειακά κέντρα. Να στελεχωθούν μόνιμα σχολεία, νοσοκομεία, δικαστήρια και δημόσιες υπηρεσίες. Να δοθούν σοβαρά κίνητρα εγκατάστασης σε νέες οικογένειες. Να προστατευθεί η γη από άναρχη επενδυτική πίεση. Να πάψει η Αθήνα να είναι ο μοναδικός φυσικός προορισμός κάθε φιλοδοξίας.
Η Ελλάδα δεν θα σωθεί αν συνεχίσει να στοιβάζει πληθυσμό, υπηρεσίες και ευκαιρίες σε ένα υπερφορτωμένο κέντρο, ενώ η υπόλοιπη χώρα γερνάει. Δεν θα σωθεί με νοσταλγία για τα χωριά. Ούτε με φωτογραφίες πολιτικών σε καφενεία. Θα σωθεί μόνο αν αποφασίσει ότι η περιφέρεια δεν είναι συμπλήρωμα της πρωτεύουσας, αλλά όρος επιβίωσης του ελληνικού κράτους.
Οι Ευθύνες της Γενιάς μου για την Ελλάδα που παραδίδουμε.
Μια επιστολή αυτοκριτικής από τη Γενιά Χ: Τι παραλάβαμε, Τι χάσαμε και Τι αφήνουμε πίσω μας
του Θεόδωρου Ατματζίδη, Υποστρατήγου ε.α.
Υπάρχουν στιγμές στην ιστορική διαδρομή μιας κοινωνίας όπου η αυτοκριτική δεν αποτελεί πολυτέλεια, αλλά ηθική υποχρέωση. Μία τέτοια στιγμή είναι και η σημερινή για τη γενιά μου.
Εμείς, οι άνθρωποι της γενιάς Χ (Generation X), όσοι δηλαδή γεννηθήκαμε περίπου μεταξύ 1965 και 1980, βρισκόμαστε πλέον σε μια ηλικία όπου δεν μπορούμε να μιλάμε ως παρατηρητές των εξελίξεων. Είμαστε μέρος τους. Τις διαμορφώσαμε, τις ανεχθήκαμε, τις επηρεάσαμε και σε πολλές περιπτώσεις επωφεληθήκαμε από αυτές.
Δεν είμαστε η μόνη γενιά που ευθύνεται για τα προβλήματα της σύγχρονης Ελλάδας. Καμία ιστορική περίοδος δεν δημιουργείται από μία μόνο γενιά. Όμως είμαστε η γενιά που ενηλικιώθηκε κατά τη Μεταπολίτευση, που βρέθηκε στα πανεπιστήμια, στις δημόσιες υπηρεσίες, στις επιχειρήσεις, στα συνδικάτα, στα μέσα ενημέρωσης, στα πολιτικά κόμματα, στις διοικήσεις οργανισμών και στους θεσμούς όταν η χώρα διέθεται ιστορικά πρωτοφανείς ευκαιρίες ανάπτυξης και ευρωπαϊκής σύγκλισης.
Και σήμερα οφείλουμε να αναρωτηθούμε: παραδίδουμε στα παιδιά μας μια καλύτερη Ελλάδα από εκείνη που παραλάβαμε;
Η απάντηση, όσο επώδυνη κι αν είναι, δεν μπορεί να είναι καταφατική σε πολλούς κρίσιμους τομείς.
Οι γονείς μας, η γενιά που βίωσε πόλεμο, κατοχή, εμφύλιο, φτώχεια και μετανάστευση, μας κληροδότησαν μια χώρα με τεράστιες αδυναμίες αλλά και με σημαντικά κοινωνικά αποθέματα. Υπήρχε μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στις ανθρώπινες σχέσεις, ισχυρότερη αίσθηση κοινότητας, μεγαλύτερη συνοχή στις γειτονιές και στις οικογένειες. Οι άνθρωποι διέθεταν λιγότερα υλικά αγαθά, αλλά συχνά περισσότερα κοινωνικά στηρίγματα.
Εμείς παραλάβαμε μια κοινωνία που αναπτυσσόταν. Αντί όμως να χρησιμοποιήσουμε αυτή την ανάπτυξη για να ενισχύσουμε τους θεσμούς, την παιδεία, την κοινωνική συνοχή και τη συλλογική ευημερία, συχνά μετατρέψαμε την οικονομική πρόοδο σε αυτοσκοπό.
Από την Οικογένεια στην Ατομικότητα.
Η Generation X μεγάλωσε σε μια περίοδο κοινωνικών αλλαγών, όπου η επαγγελματική επιτυχία, η οικονομική ασφάλεια και η ατομική εξέλιξη απέκτησαν πρωταγωνιστικό ρόλο. Μέσα σε αυτή τη μετάβαση, ο θεσμός της οικογένειας άρχισε να χάνει μέρος της συνοχής και της δύναμής του.
Κοιτάζοντας πίσω, αναρωτιέμαι πολλές φορές αν, στην προσπάθειά μας να εξασφαλίσουμε μια καλύτερη ζωή για τα παιδιά μας, χάσαμε χρόνο που δεν αναπληρώνεται. Εργαστήκαμε περισσότερο, κυνηγήσαμε επαγγελματικούς στόχους, προσπαθήσαμε να προσφέρουμε όσα εμείς στερηθήκαμε. Όμως συχνά λείπαμε από στιγμές που είχαν μεγαλύτερη αξία από όσα αποκτήσαμε.
Τα παιδιά μας μεγάλωσαν σε πιο άνετα σπίτια, αλλά όχι πάντα με την παρουσία που είχαν ανάγκη. Και οι σχέσεις μας δοκιμάστηκαν από μια καθημερινότητα που γινόταν όλο και πιο απαιτητική. Δεν πρόκειται για ευθύνη μιας μόνο γενιάς. Είναι όμως μια αλήθεια που αξίζει να παραδεχτούμε αν θέλουμε να αφήσουμε κάτι καλύτερο πίσω μας.
Ο καταναλωτισμός ως υποκατάστατο της υπαρξιακής πληρότητας
Ίσως το μεγαλύτερο πολιτισμικό λάθος της γενιάς μας ήταν ότι ταυτίσαμε την ευημερία με την κατανάλωση.
Κατά τις δεκαετίες του 1980, του 1990 και των αρχών του 2000, η ελληνική κοινωνία γνώρισε μια πρωτόγνωρη επέκταση του βιοτικού επιπέδου. Αντί όμως να μετατρέψουμε τον πλούτο σε επένδυση για το μέλλον, τον μετατρέψαμε σε επίδειξη κοινωνικής επιτυχίας.
Το μεγαλύτερο σπίτι, το ακριβότερο αυτοκίνητο, οι διακοπές κύρους, η κοινωνική προβολή, η δημόσια εικόνα και αργότερα η ψηφιακή αναγνωρισιμότητα έγιναν βασικοί δείκτες κοινωνικής μας αξίας.
Η κοινωνιολογία περιγράφει αυτό το φαινόμενο ως μετατόπιση από την κοινωνία της κοινότητας στην κοινωνία της κατανάλωσης. Η προσωπική ταυτότητα έπαψε να θεμελιώνεται κυρίως στο ποιος είναι κάποιος και άρχισε να καθορίζεται από το τι διαθέτει και πώς παρουσιάζεται.
Στην πορεία αυτή χάθηκαν θεμελιώδεις αξίες: η εγκράτεια, η απλότητα, η αλληλεγγύη και η αίσθηση του κοινού μέτρου.
Η κανονικοποίηση της διαφθοράς
Άγαλμα στην Αθήνα, έξω από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, φωτογραφημένο τον Φεβρουάριο του 2012, μέσα στο κλίμα των μνημονιακών διαδηλώσεων και της κοινωνικής έντασης. Το Getty το περιγράφει ως “statue with ‘fight now’ graffiti on it outside the University of Athens”.
Ακόμη πιο οδυνηρή είναι η αυτοκριτική που οφείλουμε να κάνουμε για τη διαφθορά.
Η διαφθορά στην Ελλάδα δεν περιορίστηκε ποτέ μόνο στα μεγάλα οικονομικά σκάνδαλα ή στις πολιτικές υποθέσεις που απασχόλησαν τη δημοσιότητα. Το βαθύτερο πρόβλημα ήταν η κοινωνική της κανονικοποίηση.
Το ρουσφέτι έγινε αποδεκτό ως μηχανισμός επίλυσης προβλημάτων. Η προσωπική γνωριμία θεωρήθηκε συχνά σημαντικότερη από την αξιοκρατία. Ο πολίτης δεν ζητούσε ίσους κανόνες για όλους αλλά συχνά αναζητούσε εξαίρεση για τον εαυτό του.
Ως γενιά συμμετείχαμε σε αυτή τη διαδικασία, είτε ενεργητικά είτε παθητικά. Μάθαμε να λειτουργούμε μέσα σε ένα σύστημα ,όπου η παραβίαση των κανόνων δεν θεωρούνταν πάντα ηθικό πρόβλημα αλλά ένδειξη «εξυπνάδας».
Το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό. Η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς διαβρώθηκε. Η αξιοκρατία αποδυναμώθηκε. Οι νέοι άνθρωποι έμαθαν ότι η προσπάθεια δεν αρκεί πάντοτε και ότι οι διασυνδέσεις συχνά αποδίδουν περισσότερο από την αξία.
Η αποτυχία οικοδόμησης ισχυρών θεσμών
Οι ώριμες δημοκρατίες δεν στηρίζονται στους ηγέτες αλλά στους θεσμούς τους.
Η δική μας γενιά είχε τη δυνατότητα να συμβάλει στην ενίσχυση της θεσμικής αξιοπιστίας της χώρας. Αντί γι’ αυτό, επιτρέψαμε συχνά τη διαρκή κομματικοποίηση της δημόσιας ζωής.
Τα πανεπιστήμια, η δημόσια διοίκηση, τα συνδικάτα, οι επαγγελματικοί φορείς και αρκετοί οργανισμοί μετατράπηκαν πολλές φορές σε πεδία κομματικών ανταγωνισμών.
Η θεσμική συνέχεια θυσιάστηκε στον βωμό της πολιτικής σκοπιμότητας. Κάθε κυβέρνηση επιχειρούσε να καταστρεψειι όσα είχε κάνει η προηγούμενη. Οι μακροπρόθεσμες στρατηγικές αντικαταστάθηκαν από βραχυπρόθεσμες πολιτικές επιβίωσης.
Έτσι δημιουργήθηκε μια κοινωνία που δυσκολεύεται να εμπιστευθεί τους ίδιους τους μηχανισμούς της.
Για να μην κατηγορηθώ ότι δεν αναφέρω “τα του οίκου μου”, η αυτοκριτική δεν θα μπορούσε να εξαιρέσει και τις Ένοπλες Δυνάμεις, έναν θεσμό τον οποίο υπηρέτησα επί 38 χρόνια και στον οποίο είχα την ελπίδα ότι η δική μου γενιά —η γενιά των πανελλαδικών εξετάσεων— θα μπορούσε να κάνει τη διαφορά. Εναν θεσμό που διαχρονικά όφειλε να αποτελεί πρότυπο αξιοκρατίας, καθήκοντος, ήθους και προσφοράς προς την πατρίδα.
Η δική μας γενιά δεν κατάφερε πάντοτε να προστατεύσει αυτό το πρότυπο. Πίστεψα ότι θα συμβάλουμε σε μια πορεία όπου η αξιοκρατία, το ήθος και η προσφορά προς την πατρίδα θα αποτελούσαν αδιαπραγμάτευτες αρχές.
Ωστόσο, στην πορεία φάνηκε ότι αυτό δεν ήταν δεδομένο. Σε αρκετές περιπτώσεις αναπτύχθηκαν μηχανισμοί προσωπικής επιρροής και πολιτικές και πελατειακές λογικές που επηρέασαν την εμπιστοσύνη και την αίσθηση δικαιοσύνης μέσα στον θεσμό.
Όταν η εξέλιξη δεν βασίζεται αποκλειστικά στην αξία, την επάρκεια και την προσφορά, αλλά πολλές φορές (για πολλούς στις περισσότερες) στις γνωριμίες, τις ισορροπίες και τις προσωπικές εξαρτήσεις, τότε δεν διαβρώνεται μόνο η λειτουργική αποτελεσματικότητα ενός οργανισμού· διαβρώνεται ο ίδιος ο ηθικός του πυρήνας. Πολλά άξια στελέχη βρέθηκαν αντιμέτωπα με την απογοήτευση, την αίσθηση αδικίας και την πεποίθηση ότι η αφοσίωση στην αποστολή δεν αρκούσε πάντοτε για να αναγνωριστεί η προσφορά τους. Και όταν ένας θεσμός που στηρίζεται στην εμπιστοσύνη, στην πειθαρχία και στο παράδειγμα της ηγεσίας αρχίζει να χάνει την ηθική του συνοχή, τότε η ζημιά δεν περιορίζεται στο εσωτερικό του· αντανακλάται σε ολόκληρη την κοινωνία και αφήνει πίσω του απογοήτευση σε άξιους ανθρώπους που υπηρέτησαν με αφοσίωση, αλλά δεν είδαν πάντα την προσφορά τους να αναγνωρίζεται όπως θα άξιζε.
Η παιδεία που δεν αλλάξαμε. Μία χαμένη ευκαιρία.
Ένας από τους σημαντικότερους τομείς όπου αποτύχαμε είναι η εκπαίδευση.
Παρά τις μεγάλες θυσίες των ελληνικών οικογενειών, η παιδεία συχνά παρέμεινε εγκλωβισμένη σε λογικές του προηγούμενου αιώνα.
Δώσαμε έμφαση στην απομνημόνευση αντί στην κριτική σκέψη. Στις εξετάσεις αντί στη μάθηση. Στο πτυχίο αντί στη γνώση.
Καλλιεργήσαμε γενιές νέων ανθρώπων που εκπαιδεύτηκαν να απαντούν σωστά σε ερωτήσεις αλλά όχι απαραίτητα να θέτουν τις σωστές ερωτήσεις.
Η καινοτομία, η δημιουργικότητα, η συνεργασία και η διαθεματική σκέψη δεν βρέθηκαν ποτέ στο επίκεντρο όσο θα έπρεπε.
Και όταν χιλιάδες νέοι επιστήμονες αναζήτησαν ευκαιρίες στο εξωτερικό, αναρωτηθήκαμε γιατί φεύγουν, χωρίς να εξετάσουμε επαρκώς τι δεν καταφέραμε να τους προσφέρουμε.
Η αγορά εργασίας και η προδομένη υπόσχεση της κοινωνικής ανόδου
Η γενιά μας μεγάλωσε με την πεποίθηση ότι κάθε επόμενη γενιά θα ζήσει καλύτερα από την προηγούμενη.
Αυτή ήταν ίσως η μεγαλύτερη κοινωνική υπόσχεση της μεταπολεμικής Ευρώπης.
Σήμερα, για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, πολλοί νέοι αμφιβάλλουν αν θα μπορέσουν να αποκτήσουν κατοικία, οικονομική ασφάλεια ή οικογένεια με τους όρους που θεωρούνταν φυσιολογικοί πριν από λίγες δεκαετίες.
Η ανασφάλεια της εργασίας, οι χαμηλοί μισθοί, η αδυναμία αποταμίευσης και η διαρκής αβεβαιότητα αποτελούν πλέον χαρακτηριστικά της καθημερινότητας.
Δεν δημιουργήσαμε τις συνθήκες που θα επέτρεπαν στις νεότερες γενιές να αισθανθούν ότι το μέλλον τους ανήκει.
Η κρίση του κοινωνικού κεφαλαίου
Ο κοινωνιολόγος Robert Putnam περιέγραψε το φαινόμενο της μείωσης του κοινωνικού κεφαλαίου ως τη σταδιακή αποδυνάμωση των δεσμών εμπιστοσύνης και συνεργασίας μεταξύ των ανθρώπων.
Αυτό ακριβώς συνέβη και στην ελληνική κοινωνία.
Οι γειτονιές έγιναν πιο ανώνυμες. Οι συλλογικότητες ασθένησαν. Οι πολίτες απομακρύνθηκαν από τη συμμετοχή στα κοινά. Η καχυποψία έγινε κυρίαρχο συναίσθημα.
Οι άνθρωποι έμαθαν να λειτουργούν περισσότερο ως μονάδες παρά ως κοινότητες.
Η κοινωνική μοναξιά, η αποξένωση και η δυσπιστία αποτελούν πλέον δομικά χαρακτηριστικά της εποχής μας.
Η δημογραφική κρίση
Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που αφήνουμε πίσω μας είναι το δημογραφικό.
Η Ελλάδα γερνά. Οι γεννήσεις μειώνονται. Οι νέοι καθυστερούν να δημιουργήσουν οικογένεια ή επιλέγουν να μην αποκτήσουν παιδιά.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθιά κοινωνικό και πολιτισμικό.
Όταν μια κοινωνία δεν εμπνέει αισιοδοξία για το μέλλον, δυσκολεύεται να αναπαραχθεί όχι μόνο βιολογικά αλλά και πολιτισμικά.
Το περιβάλλον που αντιμετωπίσαμε ως ανεξάντλητο
Η γενιά μας μεγάλωσε σε μια εποχή όπου η περιβαλλοντική ευαισθησία ήταν περιορισμένη.
Χτίσαμε άναρχα. Καταναλώσαμε αλόγιστα φυσικούς πόρους. Επιβαρύναμε οικοσυστήματα που χρειάστηκαν αιώνες για να δημιουργηθούν.
Σήμερα οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής είναι ορατές παντού.
Οι επόμενες γενιές θα κληθούν να διαχειριστούν προβλήματα που εμείς συμβάλαμε να δημιουργηθούν.
Η κοινωνία της εικόνας
Ίσως το πιο ύπουλο λάθος μας να ήταν η αντικατάσταση της ουσίας από την εικόνα.
Σταδιακά μάθαμε να δίνουμε μεγαλύτερη αξία στο φαίνεσθαι παρά στο είναι.
Η δημόσια αναγνώριση έγινε πιο σημαντική από την κοινωνική προσφορά. Η δημοφιλία συχνά απέκτησε μεγαλύτερη βαρύτητα από τη γνώση. Η προβολή θεωρήθηκε απόδειξη αξίας.
Ο Αμερικανός συγγραφέας Κερτ Βόνεγκατ έγραψε στο μυθιστόρημά του «Mother Night» μια φράση που μοιάζει να περιγράφει με ανατριχιαστική ακρίβεια τη διαδρομή της εποχής μας: «Είμαστε αυτό που προσποιούμαστε ότι είμαστε, γι’ αυτό πρέπει να είμαστε προσεκτικοί σχετικά με το τι προσποιούμαστε ότι είμαστε». Ως κοινωνία, και ιδιαίτερα ως γενιά, συχνά προσποιηθήκαμε ότι ήμασταν πιο επιτυχημένοι από όσο πραγματικά ήμασταν, πιο ευημερούντες από όσο αντέχαμε να είμαστε, πιο σύγχρονοι από όσο ουσιαστικά γινόμασταν. Προσποιηθήκαμε ότι η ανάπτυξη ήταν πρόοδος, ότι η κατανάλωση ήταν ευτυχία, ότι η προβολή ήταν καταξίωση. Και τελικά κινδυνεύσαμε να μετατραπούμε σε αυτό ακριβώς που παριστάναμε.
Οι νέοι άνθρωποι μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον όπου η ορατότητα συχνά ανταμείβεται περισσότερο από την ουσιαστική δημιουργία.
Και αυτό αποτελεί ίσως μια από τις πιο επικίνδυνες πολιτισμικές παρακαταθήκες που αφήνουμε πίσω μας.
Μια συγγνώμη που δεν είναι εύκολη
Όλα τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι η Ελλάδα δεν προόδευσε. Προόδευσε σε πολλούς τομείς. Έγινε πιο δημοκρατική, πιο ανοιχτή, πιο ανεκτική σε πολλές κοινωνικές διαφοροποιήσεις. Βελτίωσε τις υποδομές της, ενίσχυσε τα δικαιώματα και πέτυχε σημαντικές κατακτήσεις.
Όμως η πρόοδος αυτή δεν αναιρεί τις αποτυχίες μας.
Η γενιά μας είχε ιστορικές ευκαιρίες που καμία προηγούμενη γενιά δεν είχε σε τέτοιο βαθμό: ευρωπαϊκή ένταξη, χρηματοδοτικούς πόρους, πρόσβαση στη γνώση, τεχνολογική ανάπτυξη, δημοκρατική σταθερότητα.
Και παρ’ όλα αυτά δεν καταφέραμε να μετατρέψουμε αυτά τα πλεονεκτήματα σε ένα διαχρονικά βιώσιμο κοινωνικό μοντέλο.
Γι’ αυτό η συγγνώμη που οφείλουμε στις νεότερες γενιές δεν είναι μια πράξη ενοχής αλλά μια πράξη ευθύνης.
Δεν τους χρωστάμε ωραιοποιημένες αφηγήσεις για το παρελθόν. Δεν τους χρωστάμε δικαιολογίες. Δεν τους χρωστάμε εξηγήσεις για το γιατί «έτσι ήταν τα πράγματα».
Τους χρωστάμε την αλήθεια.
Και η αλήθεια είναι ότι σε πολλές περιπτώσεις παραδώσαμε μια κοινωνία πλουσιότερη σε τεχνολογία αλλά φτωχότερη σε εμπιστοσύνη. Πλουσιότερη σε πληροφορία αλλά φτωχότερη σε σοφία. Πλουσιότερη σε δυνατότητες αλλά φτωχότερη σε συλλογικό όραμα.
Αν υπάρχει ακόμη ελπίδα, αυτή βρίσκεται στην ειλικρινή αναγνώριση των λαθών μας. Διότι μόνο μια κοινωνία που έχει το θάρρος να κοιτάξει κατάματα τις αποτυχίες της μπορεί να διεκδικήσει ένα καλύτερο μέλλον.
Ο Χρόνης Μίσσιος, ένας άνθρωπος που γνώρισε την ιστορία, την ήττα, την ελπίδα και την αξιοπρέπεια, είχε γράψει κάποτε: «Όταν συνειδητοποίησα ότι δεν μπορώ να αλλάξω το σύστημα, άρχισα να αγωνίζομαι να μην με αλλάξει αυτό. Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωπος. Και αυτό είναι η κορυφαία πολιτική μάχη. Να μπορείς να αποφεύγεις τη βαρβαρότητα αυτής της εποχής. Να μπορείς να παραμένεις άνθρωπος με τρυφερότητα. Με το δικό σου βλέμμα».
Ίσως αυτή να είναι και η βαθύτερη αυτοκριτική που οφείλουμε να κάνουμε ως Generation X. Δεν αποτύχαμε μόνο σε οικονομικούς ή πολιτικούς στόχους. Σε αρκετές περιπτώσεις επιτρέψαμε στο ίδιο το σύστημα αξιών της εποχής να μας μεταμορφώσει. Επιτρέψαμε στον ανταγωνισμό να γίνει σημαντικότερος από τη συνεργασία, στην ιδιοτέλεια να υπερισχύσει της αλληλεγγύης, στην εικόνα να υπερισχύσει της ουσίας. Δεν κατορθώσαμε πάντα να παραμείνουμε οι άνθρωποι που πιστεύαμε ότι θα γίνουμε όταν ήμασταν νέοι.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι το μόνο ερώτημα που θα έχει πραγματική σημασία όταν η γενιά μας περάσει οριστικά στο περιθώριο της ιστορίας.
Όχι τι αποκτήσαμε.
Όχι τι καταναλώσαμε.
Όχι τι χτίσαμε για τον εαυτό μας.
Αλλά τι αφήσαμε πίσω μας στους άλλους.
Γιατί, στο τέλος κάθε εποχής, οι κοινωνίες δεν κρίνονται από τον πλούτο τους ούτε από τους δείκτες ανάπτυξής τους.
Κρίνονται από το μέγεθος της ανθρωπιάς που κατάφεραν να διασώσουν.
Και γι’ αυτό το ερώτημα επιστρέφει ακόμη και σήμερα, αμείλικτο:
Μέσα σε αυτή τη διαδρομή, καταφέραμε άραγε να παραμείνουμε άνθρωποι;
Και γι’ αυτό, ως μέλη της γενιάς X, οφείλουμε να πούμε μια λέξη που ακούστηκε πολύ σπάνια στη δημόσια ζωή της χώρας μας:
Συγγνώμη.
Θεόδωρος Ατματζίδης
Ο Υποστράτηγος ΕΑ Θεόδωρος Ατματζίδης, έχει υπηρετήσει σε ανώτατες θέσεις στρατηγικής ασφάλειας, πληροφοριών, διοίκησης και διεθνών σχέσεων, με πολυετή υπηρεσία στο ΝΑΤΟ, στο ΓΕΣ και στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας. Υπηρέτησε ως Director – Assistant Chief of Staff (ACOS) (2019–2021), καθώς και ως Executive Officer στο Public Affairs Office (2006–2009) στο NATO SHAPE Mons- Βέλγιο , με ευθύνη στη στρατηγική επικοινωνία και διεθνή εκπροσώπηση. Διετέλεσε επίσης ως Τμηματάρχης στην Διεύθυνση Εξοπλισμών του ΓΕΣ , ως Διευθυντής Πληροφοριών και Ασφάλειας και Διευθυντής Αντικατασκοπείας στο ΓΕΕΘΑ, ενώ έχει διατελέσει και καθηγητής στη Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Διαθέτει μεταπτυχιακούς τίτλους στις Στρατηγικές Σπουδές και στη Διοίκηση .
Ο πρώην επικεφαλής της Διεύθυνσης Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος μιλά για τις σύγχρονες απειλές, την ανάγκη οικοδόμησης ψηφιακής ανθεκτικότητας και εξηγεί γιατί η μεγαλύτερη πρόκληση είναι βαθιά…
Ο πρώην επικεφαλής της Διεύθυνσης Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος μιλά για τις σύγχρονες απειλές, την ανάγκη οικοδόμησης ψηφιακής ανθεκτικότητας και εξηγεί γιατί η μεγαλύτερη πρόκληση είναι βαθιά πολιτισμική.
Συνέντευξη στην Χριστίνα Μπαλτούνα
Σε μια περίοδο όπου η ψηφιακή τεχνολογία διεισδύει σε κάθε πτυχή της κοινωνικής και οικονομικής ζωής, οι απειλές που αναδύονται στον κυβερνοχώρο γίνονται ολοένα πιο σύνθετες και απαιτητικές. Από την προστασία των ανηλίκων στο διαδίκτυο έως την εξάπλωση νέων μορφών διαδικτυακής απάτης, η ανάγκη για αποτελεσματική θωράκιση πολιτών και θεσμών βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης.
Με αφορμή τις πρόσφατες νομοθετικές παρεμβάσεις για την προστασία των ανηλίκων και τις διαρκώς μεταβαλλόμενες προκλήσεις της ψηφιακής εποχής, συζητάμε με τον κύριο Γιώργο Παπαπροδρόμου, Αντιστράτηγο ε.α. και πρώην Διευθυντή της Διεύθυνσης Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας.
Μέσα από την πολυετή εμπειρία του, εξηγεί γιατί η αντιμετώπιση των ψηφιακών κινδύνωνδεν μπορεί να περιορίζεται στη θέσπιση νέων νόμων, αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο της παιδείας, της οικογένειας και των ίδιων των ψηφιακών πλατφορμών και καταθέτει τις απόψεις του για την οικοδόμηση μιας κοινωνίας με μεγαλύτερη ψηφιακή ανθεκτικότητα απέναντι σε ένα διεθνές οικοσύστημα εγκληματικότητας που εξελίσσεται διαρκώς και απειλεί την ίδια την δημοκρατία.
Πρόσφατα ανακοινώθηκε από την κυβέρνηση το νέο νομοσχέδιο για την προστασία των ανηλίκων στο διαδίκτυο. Ποια είναι η αποτίμησή σας για την συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία; Θεωρείται ότι καλύπτει επαρκώς τις σύγχρονες προκλήσεις ή εντοπίζετε κενά και αδυναμίες; Και κυρίως, εκτιμάτε ότι μπορεί να εφαρμοστεί αποτελεσματικά στην πράξη;
Σε μια γενική προσέγγιση δεν θα μπορούσε κανείς να απαντήσει μονολεκτικά, θετικά ή αρνητικά, για μια τέτοια πρωτοβουλία. Αν στο επίκεντρο τίθεται το ερώτημα με τον τρόπο αυτό είμαστε αποτελεσματικοί αναφορικά με την προστασία των παιδιών μας από τους κινδύνους και τις προκλήσεις ως αυτοί αναδύονται μέσα στο σύγχρονο περιβάλλον, εκτιμώ ότι το ζήτημα δεν εξαντλείται μόνο σε επίπεδο νομοθέτη και πολιτών, έχει βαθύτερα αίτια.
Όλα ξεκινούν από εμάς, τους ίδιους τους γονείς, την σχέση με τα παιδιά μας αλλά και το πώς στεκόμαστε απέναντι στο νέο ψηφιακό περιβάλλον και κυρίως στις πλατφόρμες που φιλοξενούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Αναφέρομαι στους μεγάλους τεχνολογικούς κολοσσούς, οι οποίοι μέχρι σήμερα απέτυχαν να προστατεύσουν με αποτελεσματικό τρόπο τα παιδιά από τις όποιες προκλήσεις έχουν προκύψει.
Ακόμα και στο προγενέστερο στάδιο όπου υπήρχε το πλαίσιο της αυτορρύθμισης, δηλαδή η καλή πρόθεση των πλατφορμών να προστατεύσουν τα παιδιά ακόμη κι από την ηλικία των 13 ετών και κάτω, σύμφωνα με το νομικό πλαίσιο που ισχύει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Κυρίως της χώρας αυτής, καθώς εκεί έχουν τις έδρες τους οι συγκεκριμένες πλατφόρμες (και συγκεκριμένα κυρίως στην πολιτεία Καλιφόρνια). Όπως αποδείχθηκε στην πράξη τελικά δεν το κατάφεραν οι ίδιες οι πλατφόρμες.
Στον αντίποδα, υπάρχουμε εμείς οι γονείς που οι ίδιοι χρησιμοποιούμε τα social media. Είναι αξιοσημείωτο ότι μόνο την τελευταία πενταετία, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, προστέθηκαν 1,5 δισεκατομμύρια χρήστες στα social media. Γεγονός που δείχνει μια ανοδική τάση με τον συνολικό αριθμό των χρηστών στα social media να εκτιμάται ότι θα πλησιάσει τα 6 δισεκατομμύρια μέσα στον επόμενο χρόνο.
Δηλαδή την ώρα που ως ενήλικη πραγματικότητα δείχνουμε ότι χρησιμοποιούμε όλο και περισσότερο τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, εμείς ερχόμαστε και συζητάμε σήμερα για ποιους. Τα σημερινά παιδιά που είναι οι αυριανοί πολίτες, είναι ήδη πολίτες αυτού του κόσμου, το παρόν και το μέλλον του.
Και δεν συζητάμε για την εκπαίδευση, για την κουλτούρα, τις καλές πρακτικές που πρέπει εμείς να δείξουμε ως γονείς στα παιδιά μας. Αντίθετα, ερχόμαστε με μια, θα έλεγα, ψυχολογία ότι υπάρχει μια μαγική λύση, η οποία θα μας απαλλάξει από όλα αυτά τα πράγματα. Προσωπικά το θεωρώ μια αποτυχία, συλλογική αποτυχία τη χαρακτηρίζω, υπό την έννοια ότι δεν έχουμε πάρει τις ευθύνες μας ως γονείς νωρίτερα και δεν αποτελούμε ένα καλό παράδειγμα για τα παιδιά μας.
Στις ομιλίες σας επανέρχεστε στο θέμα ότι “οι κυβερνοεγκληματίες εκμεταλλεύονται τις αδυναμίες του συστήματος στην Ελλάδα”. Ποια είναι η μία αδυναμία που αν διορθωνόταν αύριο το πρωί θα άλλαζε πραγματικά τα δεδομένα; Και γιατί δεν έχει διορθωθεί μέχρι σήμερα;
Για να καταλάβουμε το που και με ποιον τρόπο δρούνε οι κυβερνοεγκληματίες, πρέπει να καταλάβουμε τις ιδιαιτερότητες του κυβερνοχώρου, αυτού του υβριδικού περιβάλλοντος στο οποίο ζούμε, που είναι συνάρτηση του φυσικού περιβάλλοντος και του περιβάλλοντος που διαμορφώνουν οι νέες τεχνολογίες.
Αυτή είναι σήμερα η πραγματικότητα. Και όταν μιλάμε για αυτόν τον χώρο, μιλάμε για μια διαχείριση χαοτικών καταστάσεων, όπου το μόνο βέβαιο είναι οι αβεβαιότητες που αυτό το σύστημα το ίδιο παρουσιάζει για πολλούς και διάφορους λόγους.
Πρώτα απ’ όλα, ένα κεφάλαιο είναι οι συσκευές, οι ψηφιακές συσκευές τις οποίες χρησιμοποιούμε, τα πληροφοριακά συστήματα τα οποία χρησιμοποιούμε και θα έλεγα, οι εφαρμογές τις οποίες χρησιμοποιούμε. Όλες αυτές οι πλατφόρμες που είναι στη διάθεσή μας. Και από την άλλη, έχει να κάνει σε ατομικό επίπεδο εδώ με τις ψηφιακές δεξιότητες και ικανότητες που έχουμε ή δεν έχουμε ή θα έπρεπε να είχαμε. Και αυτό, φυσικά, διαφοροποιείται από άτομο σε άτομο, διαμορφώνοντας ένα ανθρωπογενές περιβάλλον το οποίο είναι διαβαθμισμένο, με περισσότερο ή λιγότερη εξοικείωση στη τεχνολογία.
Υπάρχουν ευάλωτες ομάδες, όπως είναι τα παιδιά που μαθαίνουν τον κόσμο στον οποίο γεννιούνται πλέον ως ψηφιακά γηγενείς αλλά και οι γενιές της μετάβασης από τη μη τεχνολογική σε μια καθαρά τεχνολογική εποχή. Όλα αυτά διαμορφώνουν ένα πολύ σύνθετο και πολύπλοκο περιβάλλον, όπου αντιλαμβανόμαστε ότι οι τρωτότητες έχουν διακεκριμένα και πολλαπλά επίπεδα.
Από τη μία τα ίδια τα συστήματα που αναφέρονται στην τεχνολογία και από την άλλη το ανθρωπογενές περιβάλλον, το οποίο και αυτό, για διαφορετικούς λόγους κάθε φορά, παρουσιάζει αδυναμίες.
Αν αυξήσουμε τις τεχνολογικές δικαιότητες και δεξιότητες, αντιλαμβανόμαστε ότι στεγανοποιούμε αυτό το χώρο που λέγεται κυβερνοχώρος και συμβάλλουμε σε αυτό που σήμερα αναφέρουμε ως αντίσταση της κοινωνίας, τη λεγόμενη ψηφιακή ανθεκτικότητα. Δηλαδή, να μπορούμε να σταθούμε σε αυτό το περιβάλλον χωρίς να δημιουργούνται οποιαδήποτε προβλήματα.
Από την μικρότερη μορφή κυβερνοεγκλήματος, που είναι περισσότερο αντιληπτή σε όλους μας, μέχρι τα σοβαρά θέματα που εξελίσσονται σήμερα στον κυβερνοχώρο όπως είναι η διακίνηση ναρκωτικών και νέων ψυχοδραστικών ουσιών, η διακίνηση παράνομων φαρμάκων, ο διαδικτυακός τζόγος, η σεξουαλική εκμετάλλευση ανηλίκων, η ρητορική του μίσους, τα θέματα διανοητικής ιδιοκτησίας, οι διαδικτυακές απάτες. Μια σειρά ζητημάτων που αντιμετωπίζουμε σήμερα στην πράξη, δεν μένουν απλά στην σφαίρα του υποθετικού.
Υπηρετήσατε ως πρώτος Διευθυντής της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος Βορείου Ελλάδος το 2015 και αργότερα της κεντρικής Διεύθυνσης του Αρχηγείου ΕΛ.ΑΣ.. Σε τι διέφερε η Ελλάδα του 2015 από αυτή του 2026 σε θέμα κυβερνοεγκλήματος, βρίσκεται προς το καλύτερο ή το χειρότερο, και σε ποιους τομείς;
Το ερώτημα έχει διπλή κατεύθυνση θα έλεγα. Από την οπτική αν είμαστε ασφαλέστεροι σε επίπεδο κυβερνοασφάλειας, αν έχουν αλλάξει, αν έχουν διαφοροποιηθεί τα πράγματα.
Σαφέστατα έχουμε μια ποσοτική και ποιοτική διαφοροποίηση από την εποχή αυτή, γιατί μιλάμε πια για μια δεκαετία και παραπάνω που έχουν λάβει χώρα κάποια σημαντικά γεγονότα και έχουν διαφοροποιηθεί κάποια μεγέθη.
Πρώτα απ’ όλα το ποσοστό των συμμετεχόντων στην τεχνολογική πραγματικότητα σε παγκόσμιο επίπεδο έχει διαφοροποιηθεί, έχει διευρυνθεί.
Αυτή την στιγμή που μιλάμε στον παγκόσμιο πληθυσμό, που αγγίζει τα 8,2 δισεκατομμύρια, περίπου τα 6 δισεκατομμύρια, το 73% ας το πούμε συγκριτικά, είναι συνδεδεμένο σε κάποια τεχνολογική εφαρμογή.
Επιπρόσθετα, έχει αλλάξει η ίδια η τεχνολογία με τον έντονο δυναμικό χαρακτήρα που την διακρίνει. Με απλά λόγια, η τεχνολογία αλλάζει από δευτερόλεπτο σε δευτερόλεπτο.
Όταν αναφερόμαστε σε μια χρονική φάση διαφοράς δεκαετίας, αντιλαμβανόμαστε ότι έχουν τρέξει πολλά πράγματα. Βλέπουμε για παράδειγμα, όλο και περισσότερες εξελίξεις, σε μεγαλύτερο βαθμό σε σχέση με εκείνη την εποχή, για τα θέματα της τεχνητής νοημοσύνης, των μαζικών δεδομένων, των βιοτεχνολογιών, της υβριδικής υπολογιστικής, των κβαντικών τεχνολογιών, δεδομένου ότι έχουν κάποιες παραμέτρους που έχουν διαφοροποιηθεί και αλλάζουν το κοινωνικοοικονομικό τοπίο.
Επομένως, έχουμε σημειώσει προόδους και προς τη θετική κατεύθυνση της τεχνολογικής και κοινωνικοοικονομικής ισχύος. Ταυτόχρονα έχουν δημιουργηθεί και καινούργιες προκλήσεις που πρέπει να τις αντιμετωπίσουμε ως οργανωμένη κοινωνία και ως άτομα.
Το κυβερνοέγκλημα εκτιμάται ότι κοστίζει παγκοσμίως πάνω από $10 τρισ. ετησίως και ήδη τα “deepfake” και τα AI–generatedphishingemails έχουν μπει στην καθημερινότητα. Πού βλέπετε την “επόμενη μεγάλη απειλή” που ακόμα δεν συζητάμε αρκετά; Ή έχουμε ξεκινήσει και δεν το έχουμε συζητήσει ακόμα όσο θα έπρεπε;
Θα έλεγα πρώτα απ’ όλα ο αντίκτυπος είναι όντως πολύ εντυπωσιακός. Συγκροτεί μάλιστα την τρίτη παγκόσμια οικονομία, κατά την χρονιά που διαλύουμε, ενδεχομένως, να πλησιάζει και τα 11 τρισεκατομμύρια. Υπάρχει μια αυξητική τάση, λαμβάνοντας υπόψη μάλιστα ότι υπάρχει και μια αδυναμία καταγραφής σε απόλυτο βαθμό των περιστατικών του συμβαίνουν στον κυβερνοχώρο, όχι μόνο στη χώρα μας, όχι μόνο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο, για πολλούς και διάφορους λόγους.
Επίσης, θα πρέπει να επισημανθεί ότι απουσιάζουν ενδεχομένως θεσμικά πλαίσια και εργαλεία τα οποία έχουμε ανάγκη για να αντιμετωπίσουμε το ίδιο το κυβερνοέγκλημα. Κυρίως θα έλεγα στην κατεύθυνση της πρόληψης πρώτα απ’ όλα και της ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης.
Από κει και πέρα, στο πυρήνα του θέματος αυτού, εκείνο που θα ήθελα να τονίσω δεν είναι μόνο τα οικονομικά μεγέθη που μπορούν να αποσταθεροποιήσουν τις κοινωνίες.
Έχετε προειδοποιήσει για τις deepfake απάτες. Αλλά το πρόβλημα μπορεί να πηγαίνει βαθύτερα: αν ο πολίτης δεν μπορεί πλέον να εμπιστευτεί ούτε αυτά που βλέπει ούτε αυτά που ακούει, δεν κλονίζεται και η ίδια η εμπιστοσύνη στους δημόσιους θεσμούς, στη δημοκρατία, στα ΜΜΕ; Πώς αντιμετωπίζουμε ένα πρόβλημα που δεν είναι πλέον μόνο ποινικό αλλά πολιτειακό;
Θα πρέπει να βλέπουμε ότι πίσω από την προστασία των προσωπικών δεδομένων, για παράδειγμα, βρίσκεται ο άνθρωπος. Και είναι στο επίκεντρο ο άνθρωπος καθώς η τεχνολογία έχει έρθει με μια υπόσχεση ότι θα μας προσφέρει μια καλύτερη ημέρα, μια ευημερία, κάτι καλύτερο, κάτι θετικό.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε, ωστόσο, την ετυμολογία της λέξης τεχνολογία που απαρτίζεται από δύο πολύ ωραίες λέξεις ελληνικές που είναι παγκόσμιες, την τέχνη και τον λόγο. Ο πραγματικός λόγος ύπαρξης της τεχνολογίας, είναι ακριβώς για να φέρει αυτή την ευημερία. Εάν αυτό το πράγμα δεν το επιτυγχάνει, αντιλαμβανόμαστε ότι απομακρυνόμαστε από την έννοια της τεχνολογίας και δεν έχει καμία σχέση με την ανθρωποκεντρική προσέγγιση.
Υπό το πρίσμα αυτό θεωρώ ότι η μεγαλύτερη πρόκληση για τα άτομα και τις κοινωνίες είναι η προάσπιση της δημοκρατίας, το δικαίωμα ελευθερίας της έκφρασης.
Να εκφράζονται οι άνθρωποι μέσα από τις δυνατότητες που τους προσφέρει η τεχνολογία, να εκφράζουν τον εαυτό τους και ταυτόχρονα οι ίδιοι να προσθέτουν στη συλλογική, θα έλεγα, διάσταση αυτού που συγκροτεί τις κοινωνίες. Για αυτό άλλωστε φτιάξαμε τις κοινωνίες, τον πολιτισμό μας κλπ.
Θεωρώ περισσότερο την πολιτισμική διάσταση ως τη μεγαλύτερη πρόκληση και την ίδια την προστασία της δημοκρατίας. Πέρα από τα οικονομικά μεγέθη που σίγουρα έχουν σχέση με την ανάπτυξη, την επιβίωση, αυτό που λέμε τη βιωσιμότητα, το sustainability, δηλαδή το να επιβιώσουν οι κοινωνίες μας να είναι ανθεκτικές και να μπορούν να σταθούν στις προκλήσεις.
Επίσης θεωρώ σημαντικό την κατεύθυνση και των άλλων προκλήσεων που πρέπει να έχουμε υπόψη μας, για τις οποίες η τεχνολογία μπορεί να βοηθήσει, όπως είναι τα θέματα της προστασίας του περιβάλλοντος, και άλλα σχετικά θέματα τα οποία βρίσκονται στην ατζέντα. Γιατί η χρήση της τεχνολογίας έχει και ένα περιβαλλοντικό αντίκτυπο, θα λέγαμε, χαρακτηριστικά.
Στατιστικά της Europol δείχνουν ότι τα κυβερνοεγκλήματα όλο και περισσότερο τελούνται από οργανωμένες εγκληματικές επιχειρήσεις με τμήματα HR, helpdesk και affiliate προγράμματα – σαν νόμιμες εταιρείες. Εσείς, που ήσασταν τακτικό μέλος της ειδικής μονάδας EC3 της Europol, πού εντοπίζετε την ποιοτική διαφορά: πότε σταμάτησε να είναι ζήτημα “χάκερ στο υπόγειο” και έγινε επιχειρηματικό μοντέλο;
Σαφέστατα, όλες οι εκθέσεις του Ευρωπαϊκού Κέντρου για το Κυβερνοέγκλημα, αλλά και αντίστοιχα σε επίπεδο Interpol και άλλων χωρών όπως οι ΗΠΑ, το ΗΒ, ο Καναδάς και η Αυστραλία, αναδεικνύουν αυτή τη διάσταση και την επιλογή επιχειρηματικών μοντέλων, στην αρνητική τους, ωστόσο, έκφανση. Αντιλαμβάνεστε, στην αρνητική διάσταση, με την οργάνωση, την ευελιξία που τα διακρίνει.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν μιλάμε για μια υγιή επιχειρηματική δράση, αναφερόμαστε στην αντίστροφη διάστασή της, της εκμετάλλευσης θα λέγαμε. Μάλιστα το κίνητρο που χαρακτηρίζει αυτή τη δράση και στα ελληνικά και στα αγγλικά αποδίδεται με μία λέξη με έξι γράμματα, το profit. Δεν αναφερόμαστε, όμως, στο κέρδος το θεμιτό, μιλάμε για το κέρδος της γκρίζας οικονομίας. αυτή που προηγουμένως περιγράψαμε ως τρίτη παγκόσμια οικονομία.
Σίγουρα το κυβερνοέγκλημα είναι κομμάτι του σοβαρού οργανωμένου εγκλήματος και μαζί με την τρομοκρατία συνιστούν τις δύο κύριες απειλές σήμερα στον πλανήτη μας. Δεν γνωρίζει σύνορα, ξεπερνά σύνορα, υπάρχει μια ευελιξία κινήσεων των ομάδων αυτών, γι’ αυτό και δραστηριοποιούνται σε διαφορετικά σημεία στον πλανήτη. Επιλέγουν, ως φαίνεται, και χώρες όπου το νομικό καθεστώς τους ευνοεί (απουσία κανόνων και φορολογικούς παραδείσους).
Επίσης, μεγάλη σημασία έχουν τα θέματα των φορολογικών παραδείσων, όπου κρύβεται αυτό το έγκλημα, είτε αφορά τη διακίνηση των ναρκωτικών, που διακινούνται πλέον μέσω του διαδικτύου, είτε και των άλλων δράσεων που λαμβάνουν χώρα, σε όλες τις μορφές και με όλους τους τρόπους. Όλα τα mondus operandi που ακολουθούν, πολλές φορές με πολυμορφικά μοντέλα, χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι απάτες που έχουν αυτήν την πολυμορφία στον τρόπο δράσης τους. Όλα αυτά τα πράγματα συνθέτουν ένα τοπίο δύσκολο να το αντιμετωπίσουν οι αρχές αν δεν έχουν την απαραίτητη οργάνωση και τα απαιτούμενα εργαλεία.
Και φυσικά κάτι το οποίο πρέπει να υπάρχει είναι το κομμάτι της συνεργασίας. Θεωρώ κομβικής σημασίας την επαύξηση της διεθνούς αστυνομικής συνεργασίας αλλά κυρίως της δικαστικής συνεργασίας. Θα ήθελα να θυμίσω σε αυτό το σημείο ότι, αντίστοιχα με την Europol, λειτουργεί ένα άλλος σημαντικός οργανισμός, η Eurojust (με ειδικό τομέα για το Κυβερνοέγκλημα ECJN), στην οποία έχω συμμετάσχει με ομιλίες και παρεμβάσεις τον καιρό που υπηρετούσα προς την κατεύθυνση αυτή. Θεωρώ αυτή την εμπειρία πολύ σημαντική γιατί υπάρχει διαρκώς η ανάγκη ανταλλαγής αυτής της τεχνογνωσίας και των πληροφοριών.
Πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η ακαδημαϊκή κοινότητα, τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα, χωρίς τη βοήθεια των οποίων κανείς μηχανισμός αντιμετώπισης του κυβερνοεγκλήματος δεν μπορεί να δράσει. Επομένως, έχει μεγάλη σημασία το να επενδύσουμε στη γνώση. Και ασφαλώς πρέπει να επενδύσουμε και στον ανθρώπινο παράγοντα (humanware). Το human resourcing δεν αφορά μόνο τις εγκληματικές ομάδες, αφορά και την πλευρά των μηχανισμών που καλούνται να αντιμετωπίσουν το κυβερνοέγκλημα.
Το ερώτημα που ίσως παραμένει αναπάντητο είναι το ποιοι προηγούνται πρώτοι και γιατί. Σίγουρα οι εγκληματικές ομάδες δεν κινούνται με γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και δεν περιμένουνε κάποια εγκύκλιο για να προχωρήσουν στο επόμενο βήμα τους.
Στην Ελλάδα έχουν αποκαλυφθεί τέτοια επιχειρηματικά μοντέλα; Ποια είναι η εικόνα που παρατηρείται σήμερα;
Από πλευράς εγκληματικών ομάδων και δραστηριοτήτων, οι επιτυχίες τελευταία των υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας (κεντρικών και περιφερειακών) έχουν αναδείξει τέτοιες ομάδες με διακριτούς ρόλους, με οργάνωση, με συνεργασία με δράστες εκτός της χώρας μας, ένα μεικτό μοντέλο θα λέγαμε.
Φυσικά υπάρχουν εγκληματικές ομάδες και εντός της Ελλάδας αλλά και στις χώρες της Βαλκανικής και ευρύτερα. Γενικότερα, σε κάθε σημείο του πλανήτη μπορούμε να συναντήσουμε τέτοιου είδους εγκληματικές δραστηριότητες.
Τέτοιες δράσεις δεν περιορίζονται, θα πρέπει να καταλάβουμε ότι ζούμε σε μια παγκόσμια αντιφατική πραγματικότητα, σε ένα παγκόσμιο χωριό, που ανά πάση στιγμή αυτό που φαίνεται μακρινό είναι πολύ κοντά μας και αυτό που είναι κοντά μας μπορεί να είναι πολλές φορές πολύ μακρινό.
Έχετε μιλήσει για το “απαρχαιωμένο νομικό πλαίσιο” απέναντι στις σύγχρονες κυβερνοαπάτες. Η Ελλάδα μόλις ενσωμάτωσε την Οδηγία NIS 2 (ν. 5160/2024) και εγκρίθηκε νέα Εθνική Στρατηγική Κυβερνοασφάλειας 2026-2030. Αρκεί αυτό ή παραμένουμε νομικά εκτεθειμένοι;
Υπό το πρίσμα του δυναμικού χαρακτήρα του κυβερνοχώρου και των προκλήσεών του, ποτέ δεν θα είναι αρκετό το νομικό πλαίσιο, υπό την έννοια ότι η γραφειοκρατία δεν μπορεί να παρακολουθήσει την ταχύτητα των τεχνολογικών εξελίξεων.
Θα σας αναφέρω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για να γίνει κατανοητό. Την πρώτη νομοθεσία γύρω από το κυβερνοέγκλημα την έχουμε από το Συμβούλιο της Ευρώπης με τη λεγόμενη Cyber Crime Convention η οποία ενσωματώθηκε στη χώρα μας το 2016 και τροποποίησε το ποινικό κώδικα (Ν 4411/2016). Φανταστείτε ότι το διαδίκτυο δημιουργήθηκε τη δεκαετία του 1990 και μιλάμε πάνω από δυόμισι δεκαετίες. Έχουμε το πρώτο κείμενο, διεθνές κείμενο, στο οποίο και η χώρα μας ευτυχώς συμμετείχε και το έχει ενσωματώσει.
Πρόσθετα να θυμίσω ότι τον περασμένο Οκτώβριο η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του Κυβερνοεγκλήματος, η πρώτη παγκόσμια διεθνής νομική συνθήκη που στοχεύει στην πρόληψη και καταπολέμηση του κυβερνοεγκλήματος διεθνώς (Hanoi Convention on Cybercrime). Η σημαντική αυτή είδηση δεν έτυχε καμία αναφοράς από τα μέσα ενημέρωσης στην Ελλάδα, παρότι μάλιστα η χώρα μας προσυπέγραψε τη Διεθνή Σύμβαση για το Κυβερνοέγκλημα.
Δηλαδή φτάσαμε το 2025, τρεις δεκαετίες μετά το 1995 όπου καταγράφεται το πρώτο γνωστό κυβερνοέγκλημα, για να προχωρήσει η διεθνής κοινότητα σε μια σημαντική παρέμβαση για την καταπολέμησή του.
Και τούτο το αναφέρω γιατί έχει τη σημασία του και τον συμβολισμό. Διαπιστώνουμε, λοιπόν, ξεκάθαρα τόσο την απουσία ενός εναρμονισμένου διεθνούς νομικού πλαισίου όσο και τις διαφορετικές ταχύτητες αλλά και τον τρόπο αντίληψης στην αντιμετώπιση των προκλήσεων αυτών.
Επομένως, είναι κομβικής σημασίας να φτάσουμε σε μια ομοιόμορφη κατάσταση θεσμικών αντιλήψεων και θετικών προτάσεων, ωστόσο σίγουρα απέχουμε ακόμα από αυτό.
Θα παραθέσω και ένα άλλο παράδειγμα, για το οποίο δίνω αγώνα τα τελευταία περίπου 9 χρόνια και αφορά τη σύμβαση για τα φάρμακα που διακινούνται παράνομα στο διαδίκτυο.
Την Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης, την λεγόμενη MediCrime Convention, την οποία η χώρα μας – μέσω του υπουργείου Εξωτερικών – έχει υπογράψει εδώ και τέσσερα χρόνια.
Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν έχει επικυρωθεί από το Ελληνικό Κοινοβούλιο, γεγονός το οποίο δεν δύναμαι να εξηγήσω με κανόνες κοινής λογικής. Αφορά τη δημόσια υγεία, ένα θέμα μείζονος σημασίας, το οποίο έπρεπε να συγκεντρώνει την απόλυτη πλειοψηφία, το αυτονόητο δηλαδή. Η συγκεκριμένη σύμβαση προσφέρει πρόσθετα εργαλεία στους μηχανισμούς αντιμετώπισης του εγκλήματος, στην ίδια τη δικαιοσύνη θα λέγαμε, και στις αρχές, να αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικά τη συγκεκριμένη μορφή εγκλήματος.
Επίσης θα ήθελα να αναφέρω ότι με τους συνεργάτες μου είχαμε δημιουργήσει μια πλατφόρμα στην οποία μπορεί κάθε πολίτης να καταγγείλει μια σειρά από παράνομες πράξεις στον Κυβερνοχώρο. Φυσικά ως ένας “ζωντανός” οργανισμός επιδέχεται βελτιώσεων γιατί όσο καλά και να έχει σχεδιαστεί πάντοτε θα υπάρχει η ανάγκη για εξέλιξη και καλυτέρευση. Επιπρόσθετα, έχω ζητήσει την παρουσία ειδικού εισαγγελέα που θα επιβλέπει την λειτουργία της πλατφόρμας για λόγους διαφάνειας, λογοδοσίας και αμεσότητας. Να ξέρει, δηλαδή, ο πολίτης ότι ο πρώτος που ενημερώνεται είναι ο εισαγγελέας, από οποιοδήποτε σημείο της χώρας και να βρίσκεται, είτε είναι το κέντρο της χώρας είτε τα περιφερειακά σημεία. Και έτσι να περιορίζονται και οι γραφειοκρατικές αγκυλώσεις.
Έχω μιλήσει και για την ύπαρξη άυλης δικογραφίας στο μοντέλο της άυλης συνταγογράφησης. Αυτή τη στιγμή το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης της χώρας μας με τον τρόπο που είναι σχεδιασμένο, το θεωρώ παρωχημένο και στοιχίζει. Είναι σαν προσπαθούμε ν’ αντιμετωπίσουμε τα θέματα, κρατώντας το ποντίκι ανάποδα από τον υπολογιστή μας. Δηλαδή με πρακτικές που έχουν ήδη ξεπεραστεί.
Άλλο σημείο, για το οποίο επίσης έχω εκφραστεί, είναι η ανάγκη εξειδίκευση των δικαστών μας, πολύ σημαντική παράμετρος για την εύρυθμη λειτουργία της δικαιοσύνης. Πρόσθετα, θα πρέπει να υπάρχει ένας εξειδικευμένος εισαγγελέας που θα ασχολείται αποκλειστικά με τα ζητήματα του κυβερνοεγκλήματος, θα βοηθήσει σίγουρα για την αποτελεσματική αντιμετώπισή του.
Σημαντικό σημείο αποτελεί και η αύξηση της διεθνούς συνεργασίας της χώρας μας σε αυτά τα κρίσιμα ζητήματα, καθώς αυτό προσθέτει μια ισχύ, ένα θετικό πρόσημο στην εικόνα της Ελλάδας και στην αποτελεσματικότητα της. Αυτό βοηθάει και την ίδια την κοινωνία, γιατί νοιώθει μια ασφάλεια και βεβαιότητα ότι είναι σε μια χώρα στην οποία προστατεύεται με το μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, ενεργοποιούνται μηχανισμοί που θα αντιμετωπίσουν τα ζητήματα του κυβερνοεγκλήματος.
Από την άλλη πλευρά θα πρέπει να ενεργοποιηθούν διαδικασίες που αφορούν την ευαισθητοποίηση. Για παράδειγμα, εξαιρετικά σημαντικός είναι ο ρόλος των πανεπιστημίων της χώρας μας, τα οποία θα πρέπει επιτέλους να συνεργάζονται μεταξύ τους και όχι να λειτουργούν ανταγωνιστικά. Συνεργασία που θα πρέπει να επεκτείνεται τόσο μεταξύ τμημάτων σε ένα πανεπιστήμιο, μεταξύ κεντρικών και περιφερειακών πανεπιστημίων αλλά και ελληνικών πανεπιστημίων με διεθνή ιδρύματα. Πιστεύω πολύ σε αυτό, η χώρα μας έχει να κερδίσει πάρα πολλά.
Και σίγουρα χρειαζόμαστε μια αλλαγή κουλτούρας ως προς την κυβερνοασφάλεια αλλά και του πολιτισμού του ίδιου.
Τις εξαιρετικά σημαντικές αυτές προτάσεις τις έχετε υποβάλει στο υπουργείο Δικαιοσύνης, στο υπουργείο Υγείας, ώστε να ξεκινήσει η συζήτηση και να προχωρήσουν διαδικασίες προς μια θετική κατεύθυνση;
Έχω μιλήσει για τα θέματα αυτά στα δημόσια fora και συνέδρια. Για παράδειγμα, έχω μιλήσει στην Ιατρική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και στο Πανελλήνιο Συνέδριο Φαρμακευτικής Φροντίδας, στο Μέγαρο Μουσικής. Οι θέσεις μου έχουν εκφραστεί μέσα από αρθρογραφίες μου σε εφημερίδες και έντυπα της χώρας, τις οποίες εύκολα μπορεί κάποιος να αναζητήσει.
Προτάσεις μου έχουν υποβληθεί σε κόμματα όλων των ιδεολογικών χώρων ενώ έχει κατατεθεί και σχετική επερώτηση στην Βουλή από βουλευτή του κόμματος της κυβερνητικής πλειοψηφίας για το θέμα των φαρμάκων.
Εξαιρετικά σημαντική είναι η ενεργοποίηση των συλλογικών φορέων. Για παράδειγμα στο θέμα των φαρμάκων που συζητάμε, είναι πολύ σημαντικό οι φαρμακευτικοί σύλλογοι της χώρας και οι πανεπιστημιακές σχολές να μαθαίνουν και να ευαισθητοποιούνται πρώτοι. Και αυτό κουμπώνει σε εκείνο που έλεγε ο νομπελίστας Ναγκίμπ Μαχφούζ, στην τριλογία του Νείλου, ότι η σιωπή του επιστήμονα ισοδυναμεί με έγκλημα. Άρα θα πρέπει οι επιστήμονες, ο κάθε φορέας, στον τομέα τους ο καθένας να τοποθετούνται υπεύθυνα και με παρρησία.
Να σημειώσω ότι έχω μιλήσει – δίδω έμφαση σε αυτό – σε επιμελητήρια της χώρας σε διάφορες σχολές πανεπιστημιακές, σε συλλογικούς φορείς, πέρα από τις πολλές ενημερώσεις που γίνονται σε παιδιά και γονείς. Θεωρώ ότι όταν μιλάς απευθείας με την κοινωνία, μιλάς ουσιαστικά, από τη βάση προς τα πάνω και όχι από πάνω προς τα κάτω.
Η επερώτηση έχει συζητηθεί στην Βουλή; Και εάν ναι ποιο ήταν το αποτέλεσμα της συζήτησης;
Ναι, έχει συζητηθεί με την απάντηση ότι η σύμβαση θα υλοποιηθεί. Υπάρχει δέσμευση από το υπουργείο Υγείας και το υπουργείο Δικαιοσύνης. Είναι μια ευχάριστη εξέλιξη, ωστόσο, καλόπιστα θα ήθελα να σημειώσω ότι εκείνο που με προβληματίζει είναι η γραφειοκρατική αγκύλωση και κατ επέκταση η αργοπορημένη και ασθμαίνουσα ανταπόκριση. Δηλαδή, τα αντανακλαστικά του γραφειοκρατικού μηχανισμού, ένα διαχρονικό πρόβλημα για την χώρα μας.
Και τούτο δεν έχει χαρακτηριστικά επικαιρότητας, το ποια εξουσία είναι σήμερα στα πράγματα ή οτιδήποτε άλλο. Παρατηρώ μια διαχρονικότητα σε αυτές τις αγκυλώσεις, η οποία εκτιμώ ότι είναι και ο μεγάλος αντίπαλος για την χώρα που την καθυστερεί στην ανάπτυξή της.
Θα πρέπει να βλέπουμε την ουσία των πραγμάτων ακούγοντας τους ανθρώπους που έχουν τη γνώση γύρω από αυτά τα πράγματα και όχι να παθιαζόμαστε με διθυράμβους μηδενικής αξίας και όχι ουσίας. Την ουσία των πραγμάτων πρέπει να κοιτάμε, σε μια εποχή μάλιστα που θα πρέπει να υπάρχει η κριτική σκέψη. Είναι πολύ σημαντική η παιδεία και το τονίζω ιδιαίτερα αυτό.
Μια κοινωνία τα μέλη της οποίας δεν διαβάζουν ούτε ένα βιβλίο τον χρόνο δεν μπορεί να μιλάει για κοινωνική, ανθρώπινη και κριτική σκέψη. Δεν γίνεται αυτό και να αναιρείται σε μια εποχή που θεοποιούμε την τεχνητή νοημοσύνη. Φοβάμαι ότι ενισχύουμε τη φυσική ανοημοσύνη και ουσιαστικά απαξιώνουμε την απόλυτη προοπτική μας που είναι ο ίδιος ο καθαρός ανθρωποκεντρικός λόγος, ο οποίος πρέπει να μας διακρίνει.
Φυσικά για να μην είμαστε άδικοι, θα ήθελα να επισημάνω ότι από την επικοινωνία με τα παιδιά, αντιλαμβάνομαι ότι πολλές φορές δεν τους δίνουμε τον λόγο, δεν τα ακούμε. Πάντοτε υπήρχαν τα φωτεινά μυαλά, το πιστεύω αυτό σε όλες τις γενιές. Αλλά θα πρέπει να διακρίνουμε το άτομο στην ουσία του. Και ένα πράγμα που χάνει η κοινωνία μας, είναι η αξία του κάθε ατόμου, δεν του δίνει το βήμα να επικοινωνήσει και να ακουστεί. Και αυτό το πράγμα είναι συλλογική η απώλεια. Όταν δεν ακούμε τους ανθρώπους που πρέπει, τη στιγμή που πρέπει, σίγουρα όλοι χάνουν.
Μιλήσατε πριν για την γραφειοκρατία και γεννάται ένα εύλογο ερώτημα. Υπάρχει κίνδυνος το νέο θεσμικό πλαίσιο να γίνει τελικά μια γραφειοκρατική ασπίδα, να φαίνεται ότι κάνουμε κάτι χωρίς να κάνουμε κάτι; Στην ουσία θα βοηθήσει στην αντιμετώπιση του κυβερνοεγκλήματος;
Οφείλουμε να έχουμε σαφείς και ξεκάθαρους κανόνες γύρω από τα μείζονα θέματα. Πιστεύω ότι αυτό θα βοηθήσει. Θα πρέπει να υπάρχουν απλουστευμένες διαδικασίες γενικότερα και όχι περίπλοκες καταστάσεις ως επίσης και υιοθέτηση καλών πρακτικών. Ζούμε σε μια εποχή που δεν χρειάζεται να ανακαλύψει κανείς το φεγγάρι, να ανακαλύψει τον τροχό. Σίγουρα για τις καλές πρακτικές θα πρέπει να έχουμε ανοιχτούς ορίζοντες και να βλέπουμε τα μοντέλα που επιτυγχάνουν περισσότερο την αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα.
Και φυσικά το τρίπτυχο αξιοκρατία, διαφάνεια, δικαιοσύνη θα πρέπει να διέπει οριζόντια και κάθετα όλες τις εκφάνσεις είτε ιδιωτικού είτε δημόσια τομέα σε μια χώρα για να μπορεί αυτή να ορθοποδήσει και να σταθεί στο νέο περιβάλλον. Οι χώρες που περισσότερο υιοθετούν το μοντέλο αξιοκρατίας, διαφάνειας και δικαιοσύνης σίγουρα είναι μπροστά και αποτελούν θα έλεγα και οδοδείκτη για τους υπόλοιπες.
Έχετε επισημάνει ότι η τεχνολογία δεν μπορεί να αντικαταστήσει την κουλτούρα. Αλλά στατιστικά, πάνω από το 80% των επιτυχημένων κυβερνοεπιθέσεων περνά μέσα από ανθρώπινο λάθος — phishing, αδύναμοι κωδικοί, επιπολαιότητα. Αν ο αδύναμος κρίκος είναι ο άνθρωπος και όχι η τεχνολογία, γιατί συνεχίζουμε να επενδύουμε κυρίως σε τεχνολογικές λύσεις;
Θα έλεγα ότι το νόμισμα έχει διπλή όψη. Την ώρα που ο άνθρωπος είναι ο αδύναμος κρίκος, ταυτόχρονα μπορεί να γίνει και ο δυνατός κρίκος. Και αυτό φυσικά μέσα από την ενημέρωση, την ευαισθητοποίηση, το χτίσιμο αυτής της κουλτούρας. Οπότε είναι θέμα επιλογών θα έλεγα, χωρίς να είμαστε όμως απόλυτοι.
Όπως προανέφερα, απόλυτα 100% ασφαλές περιβάλλον πλέον δεν πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας, αντίθετα να έχουμε το μοντέλο του όσον το δυνατόν περισσότερο ασφαλέστερου περιβάλλοντος. Δηλαδή, αυτό που λέει και ο λαός μας, τα παθήματα να γίνονται μαθήματα. Να αποτελούν μια αφορμή για να κλείνουμε τα κενά, να επιλέγουμε την ασφαλέστερη προσέγγιση. Αυτό είναι μια διαρκής διαδικασία.
Η κυβερνασφάλεια είναι η υπόθεση όλων μας. Ο καθένας θα πρέπει από εκεί που είναι – τον οργανισμό που βρίσκεται, την επιχείρησή του, την οικογένεια του – να συμβάλλει στην, θα μπορούσα να πω, στεγανοποίηση του κυβερνοχώρου. Όλα αυτά συνθέτουν μια συνολική εικόνα, την οποία εισπράττει το ίδιο το κράτος, η κοινωνική οντότητα. Προσδίδουν ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα όλα αυτά που περιγράφω.
Όμως δεν θεωρώ ότι είναι μια υπόθεση που γίνεται τόσο απλά. Είναι μια διαρκής προσπάθεια. Και το πρώτο πράγμα που διακρίνω σε αυτό είναι να υπάρχει όραμα και θέληση να υλοποιήσουμε αυτά τα πράγματα, γνωρίζοντας φυσικά όλες τις παραμέτρους. Όταν θα μας τύχει το οποιοδήποτε περιστατικό να έχουμε τον μηχανισμό επανάκαμψης και επαναφοράς των πραγμάτων στην κανονική λειτουργία.
Φανταστείτε, για παράδειγμα, μια κυβερνοεπίθεση σε ένα κρίσιμο τομέα της εφοδιαστικής αλυσίδας, το οποίο είναι δυνατό να συμβεί. Το είδαμε σε κυβερνοεπιθέσεις που έγιναν το προηγούμενο διάστημα σε αεροδρόμια, σε εταιρείες που υποστηρίζουν το αερομεταφορικό έργο. Επίσης, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα στο οποίο έχω αναφερθεί, είναι ότι αν είχαμε εφαρμόσει το μοντέλο κυβερνασφάλειας στις σιδηροδρομικές μεταφορές, δεν θα μιλούσαμε σήμερα για την τραγωδία των Τεμπών και το αδιέξοδο στο οποίο έχει φέρει σε ατομικό επίπεδο στις οικογένειες που θρηνούν τους ανθρώπους τους αλλά και όλη την κοινωνία. Γιατί το γεγονός αυτό μας πληγώνει όλους.
Και δεν μπορούμε να μιλάμε για κάτι τέτοιο σε μια εποχή που υπάρχουν αισθητήρες, υπάρχουν τα πάντα, ακόμη και το ανθρώπινο λάθος να προλαμβάνεται από την τεχνολογία. Το θεωρώ αδιανόητο ενώ βρισκόμαστε στον 21ο αιώνα και έχοντας διαβεί ήδη το ¼ του αιώνα αυτού.
Οφείλουμε από τα παθήματα να βγαίνουμε κερδισμένοι, υπό την έννοια ότι μέσα από οδυνηρά γεγονότα πρέπει να μάθουμε να μην έχουμε άλλες τέτοιες δυσμενείς συνέπειες τόσο για την κοινωνία όσο και για την χώρα.
Σε παλαιότερη συνέντευξή σας επισημάνατε ότι ο κανονιστικός πυλώνας “δεν μπορεί να παρακολουθήσει με την ίδια ταχύτητα τις τεχνολογικές εξελίξεις”. Αλλά η ΕΕ ήδη ψηφίζει νόμους (AIAct, NIS2) που εφαρμόζονται σε τεχνολογίες που αύριο μπορεί να έχουν ξεπεραστεί. Πιστεύετε ότι χρειαζόμαστε διαφορετικό μοντέλο νομοθέτησης, ήτοι αρχές αντί κανόνων, ευέλικτο αντί στατικό δίκαιο;
Καταρχήν, μην ξεχνάμε ότι η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα περιφερειακό σημείο του πλανήτη μας. Θεωρώ οι πρωτοβουλίες που έχει πάρει, όχι μόνο για την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά και η digital services Act (DSA) πρόσφατα, είναι πάρα πολύ σημαντικές. Θυμίζω όμως και τον Γενικό Κανονισμό για τα Προσωπικά Δεδομένα (GDPR), κάτι που αποτελεί για το πλανήτη ένα πυλώνα καλής πρακτικής σε επίπεδο θεσμικής προσέγγισης.
Είναι ευτύχημα για τη χώρα μας που συμμετέχει στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, το λέω ξεκάθαρα, γιατί μας δίνεται η δυνατότητα να αξιοποιήσουμε μηχανισμούς, που δεν θα είχαμε από μόνοι μας. Για παράδειγμα, σας αναφέρω το Ευρωπαϊκό Κέντρο Αντιμετώπισης του Κυβερνοεγκλήματος στην οποία είχα και την τιμή και δυνατότητα να συμμετέχω.
Όλα αυτά βέβαια απαιτούν και διάθεση πόρων δυσανάλογα πολλές φορές με τις δυνατότητες μιας χώρας, κυρίως με τα χαρακτηριστικά που έχει και η χώρα μας. Γιατί υπάρχει μια ανομοιομορφία και εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις χώρες του βορρά να είναι μπροστά στα θέματα της τεχνολογίας και αντίστοιχα τις χώρες του νότου, του μεσογειακού νότου να δρουν σε ένα διαφορετικό περιβάλλον.
Από εκεί και πέρα όμως το θέμα είναι παγκόσμιο, υπάρχουν συσχετισμοί αυτή τη στιγμή και σε επίπεδο τεχνολογίας και σε επίπεδο οικονομίας. Σας θυμίζω τις δύο μεγάλες πραγματικότητες τεχνολογικές και οικονομικές που είναι οι ΗΠΑ και η Κίνα αυτή τη στιγμή με την Ευρωπαϊκή Ένωση να βρίσκεται κάπου στο ενδιάμεσο. Ενδεχομένως να υπάρχουν και άλλες αναδυόμενες δυνάμεις τις οποίες ακόμη δεν έχουμε υπόψη μας αλλά έχουν σημαντικό ρόλο, λόγο και παρουσία που θα γίνεται εμφανέστερο όλο και περισσότερα από εδώ και πέρα.
Τα επίσημα στατιστικά κυβερνοεγκλήματος αφορούν στα καταγγελθέντα περιστατικά. Πόσα δεν καταγγέλλονται, από ντροπή, αμάθεια, δυσπιστία στο σύστημα; Ποια είναι η πραγματική κλίμακα στην Ελλάδα και τι θα άλλαζε αν ξέραμε το αληθινό νούμερο;
Σίγουρα ο βαθμός που τα στατιστικά στοιχεία αγγίζουν περισσότερο την πραγματικότητα βοηθούν τους ανθρώπους που παίρνουν τις αποφάσεις, τους decision makers να λαμβάνουν σωστότερα και ορθότερα τις αποφάσεις και σε θεσμικό και σε άλλο επίπεδο. Αντίστοιχα, συμβάλλει στην ενίσχυση των μηχανισμών και την βελτίωση των όποιων κενών.
Θα έλεγα επίσης ότι πολλοί είναι οι λόγοι που μπορεί να υπάρχουν για τους οποίους οι ίδιοι οι πολίτες αγνοούν τους μηχανισμούς καταγγελιών. Για παράδειγμα η πλατφόρμα gov.gr, για την οποία εάν ο καθένας στον περίγυρο του κάνει μια απλή ερώτηση πόσοι το γνωρίζουν ή όχι, θα διαπιστώσετε ότι υπάρχει ένα σημαντικό ποσοστό συνανθρώπων μας που δεν το γνωρίζουν. Σε αυτό φυσικά την ευθύνη έχει η πολιτεία που υιοθετεί τα συγκεκριμένα εργαλεία, αλλά θα πρέπει ταυτόχρονα να κάνει γνωστό την δυνατότητα που έχει ο πολίτης.
Επίσης η πολιτεία θα μπορούσε να εκσυγχρονίσει, για παράδειγμα, τον κώδικα ποινικής δικονομίας έτσι ώστε η καταγγελία πλέον να περνάει άμεσα και να μην αναγκάζεται γραφειοκρατικά να δίνει πρόσθετες καταθέσεις ο καταγγέλλων. Οι πολλές αναβολές των δικαστηρίων αποθαρρύνουν τον κόσμο να καταγγείλει πολλές φορές γιατί ο άλλος χάνει τη δουλειά του, δεν ενημερώνεται έγκαιρα για τις αναβολές με το υπάρχον δικονομικό σύστημα, κανείς δεν αναλαμβάνει το κόστος. Δηλαδή, αν κάποιος προκαλέσει αναβολή σε ένα δικαστήριο, δεν ευθύνεται αστικά. Το κόστος που επιβαρύνεται ο κάθε άνθρωπος που εμπλέκεται σε μια τέτοια διαδικασία, σίγουρα δεν λειτουργεί υπέρ μιας πολιτείας που εκφράζει το κράτος δικαίου.
Άρα χρειαζόμαστε ένα νέο μοντέλο πιο ευέλικτο και ουσιαστικό που να αφουγκράζεται αυτές τις ανησυχίες. Αυτά σίγουρα προϋποθέτει έναν ουσιαστικό διάλογο μέσα στην κοινωνία. Γι’ αυτό και το λόγο θα πρέπει οι φορείς της δικαιοσύνης, οι δικηγορικοί σύλλογοι, της χώρας, οι επιστημονικοί σύλλογοι, οι νομικές σχολές της χώρας, να δουν νέες πρωτοβουλίες που πρέπει να παρθούν και να υποδείξουν λύσεις σε αυτούς που λαμβάνουν τις αποφάσεις.
Οι λύσεις προέρχονται μέσα από το διάλογο σε μια δημοκρατία. Δεν είναι υπόθεση ή ευχή του καθένας ατομικά. Θα πρέπει να μάθουμε να σεβόμαστε τη θεσμική διαδικασία και τον ρόλο του καθενός. Εγώ μιλώντας ως πολίτης, αυτό που θεωρώ για την πατρίδα ότι προσφέρω στον δημόσιο λόγο είναι ακριβώς το να καλλιεργήσω αυτό το διάλογο, να συμβάλλω σε αυτό το διάλογο με τις δυνάμεις μου, να ευαισθητοποιήσω τον κόσμο και όταν φυσικά ωριμάσουν οι συνθήκες, αυτά τα πράγματα να υλοποιηθούν.
Ενδεικτικά θα αναφέρω μια περίπτωση υλοποίησης μιας τέτοιας θεσμικής παρέμβασης, η οποία ήταν ο νόμος για την αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας. Όπου η Διεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος μετονομάστηκε σε Διεύθυνση Δίωξης Κυβερνοεγκλήματος. Αποτέλεσε επιλογή μου, με το που ανέλαβα αμφισβήτησα και τον τίτλο της υπηρεσίας. Γιατί είμασταν οι μόνοι που το λέγαμε ηλεκτρονικό έγκλημα παγκοσμίως, την ώρα που λεγόταν cybercrime και ήταν έγκλημα στον κυβερνοχώρο. Θεωρούσα ότι έπρεπε σε αυτό να τεκμηριώσω την άποψή μου και εισακούστηκε[1].
Στη διαβούλευση τοποθετήθηκα συγκεκριμένα και αυτό που λέει ο λαός μας με το πες πες κάτι μένει. Το πιστεύω αυτό το πράγμα και γι’ αυτό επιμένω πολλές φορές στην προσέγγιση μου αυτή. Είναι σημαντική και η διαβούλευση, κάτι που παρατηρούμε και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που πλέον βάζουν και τους πολίτες σε αυτή τη διαδικασία, για παράδειγμα σε ένα νομοσχέδιο να πουν την άποψή τους. Έτσι ουσιαστικά γίνεται πολύ καλύτερο ένα νομοσχέδιο, μια οδηγία. Σίγουρα ο πλουραλισμός, από την άποψη αυτή, βοηθά σημαντικά, γιατί ουσιαστικά υλοποιεί αυτό που είναι και η ετυμολογία της λέξης δημοκρατία, ότι κρατεί ο δήμος, κρατεί μέσα από τις φωνές, τις απόψεις και τις αγωνίες των ανθρώπων.
Αυτό πρέπει να αναδειχθεί και μην το ξεχνάμε όπως δεν πρέπει να ξεχνάμε και την λέξη τεχνολογία σε αυτόν τον τόπο. Όπως πρόσφατα ανέφερα σε μαθητές, σε παρουσίαση που έγινε στην Καρδίτσα με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα για την Ελληνική Γλώσσα, αυτό που λέμε κυβερνοχώρος και απολαμβάνουμε, δεν θα ήταν πραγματικότητα αν δεν είχαμε τρεις λέξεις πολύ σημαντικές: τη δημοκρατία, την οικονομία και την τεχνολογία. Όλα αυτά συγκεντρώνονται στην έννοια του κυβερνοχώρου, λέξη η οποία παρεμπιπτόντως προέρχεται από τη λέξη κυβερνήτης, που σημαίνει ο πηδαλιούχος ενός πλεούμενου σκάφους. Έμπνευση του μαθηματικού και φιλοσόφου Νόρμπερτ Βίνερ (Norbert Wiener) και μιας σειράς άλλων επιστημόνων που είχαν ασχοληθεί με την κυβερνητική, την σχέση έμβιων όντων και μηχανών, σχέση ελέγχου και επικοινωνίας.
Ως προκύπτει δράσεις που αφορούν την αντιμετώπιση του κυβερνοεγκλήματος δεν επικοινωνούνται ουσιαστικά. Υπό το πρίσμα τούτο ποιος είναι ο ρόλος των μέσων ενημέρωσης σε αυτό, αν υπάρχει ενδιαφέρον ώστε να παρουσιάζουν τέτοια θέματα και γενικότερα πόσο βοηθάνε σε αυτή την διαδικασία;
Θα έλεγα, για να μην τα αδικούμε, τα μέσα ενημέρωσης περιλαμβάνουν στην ατζέντα τους περιστατικά, μικρότερα ή μεγαλύτερα, και αναδεικνύονται ουσιαστικά. Από εκεί και πέρα, με αφορμή αυτά τα περιστατικά, προβάλλουν κατά καιρούς τις καμπάνιες που υλοποιούν οι θεσμικοί φορείς, όπως η Εθνική Αρχή Κυβερνοασφάλειας, το Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας, η Europol και άλλοι φορείς.
Την ίδια στιγμή όμως, φοβάμαι πως εγκλωβίζονται σε αυτή την προσέγγιση ή για να το θέσω καλύτερα υπάρχει μια “βεγγαλική” αντιμετώπιση του θέματος. Δηλαδή, συμβαίνει ένα περιστατικό και μετά από λίγο το ξεχνάμε. Δεν υπάρχει μια αντιμετώπιση σε βάθος χρόνου και με συνέπεια, όταν μάλιστα τα θέματα αυτά είναι εκ των πραγμάτων συνεχώς στην επικαιρότητα. Δεν υπάρχει μέρα που να μην είμαστε συνδεδεμένοι στο διαδίκτυο, άρα δεν υπάρχει περίπτωση να μην έχουμε προκλήσεις εξαιτίας της συνδεσιμότητας αυτής.
Θεωρώ ότι αυτό πρέπει να γίνει βίωμα. Και σίγουρα τα μέσα ενημέρωσης συμβάλλουν στη διαμόρφωση αυτής της κουλτούρας. Από εκεί και πέρα όμως και τα ίδια τα μέσα ενημέρωσης χρειάζονται αυτή την παιδεία, την εξειδικευμένη. Σε καμία περίπτωση δεν στοχοποιώ τα μέσα, γιατί πίσω από αυτά είναι άνθρωποι και η κουλτούρα που κουβαλούν. Δεν είναι κάτι απρόσωπο τα μέσα. Έίναι ένα ολόκληρο σύστημα το οποίο διαμορφώνουν οι άνθρωποι.
Επομένως είναι σημαντικό να επενδύσουμε στην παιδεία. Και όταν λέω παιδεία αναφέρομαι στο πρώτο σχολείο που λέγεται σπίτι και το δεύτερο σπίτι που λέγεται σχολείο. Και αν αυτοί οι δύο φορείς δεν συνεργαστούν, δεν μάθουν να έχουν μια λειτουργική σχέση συνεργασίας και ουσίας των πραγμάτων, φοβάμαι ότι αυτό μετά θα απηχεί σε όλες τις εκφράσεις της κοινωνικής ζωής, μέρος των οποίων είναι και τα μέσα ενημέρωσης.
Ένα θέμα για το οποίο δεν πρέπει να περιοριζόμαστε και να καλυπτόμαστε πίσω από υψηλές επιστημονικές έννοιες και προσεγγίσεις αλλά περισσότερο να υπάρχει μια εκλαΐκευση με έναν τρόπο κατανοητό αλλά χωρίς να χάνεται η ουσία των πραγμάτων. Γιατί η απλότητα είναι η ουσία των πραγμάτων, ωστόσο σήμερα είναι δύσκολο να την υπηρετούμε.
Σε μια εποχή που η κυβέρνηση υπόσχεται θεσμούς κυβερνοασφάλειας, κινδυνεύουμε να αναπτύξουμε μια ψευδή αίσθηση ασφάλειας, ότι “κάποιος άλλος φροντίζει για μένα”. Πώς ισορροπούμε θεσμική προστασία και ατομική ευθύνη; Και έχει αποτύχει αυτή η ισορροπία στην Ελλάδα;
Η προσέγγιση που έχουμε στα πράγματα των απειλών και προκλήσεων του Κυβερνοχώρου θα πρέπει να είναι η μηδενική προσέγγιση, το zero approach. Δηλαδή να μην θεωρούμε τίποτα δεδομένο. Και τελικά εκεί που είμαστε εφησυχασμένοι, εκεί μπορεί να υπάρχει το πρόβλημα. Άρα η διαρκής εγρήγορση και επαγρύπνηση νομίζω είναι ο καλύτερος, θα λέγαμε, σύμβουλος για όλους μας.
Η ρουτίνα είναι αυτή η οποία μας ξεγελά όλους μας και μπορεί να οδηγήσει ώστε ο καθένας να πέσει θύμα μιας κυβερνοεπίθεσης, μιας παραβατικής συμπεριφοράς στον κυβερνοχώρο. Όλα αυτά τα πράγματα προϋποθέτουν μια διαφορετική σχέση κι αντίληψη. Θα έλεγα ότι η καθημερινότητά μας πρέπει να περιλαμβάνει ένα σενάριο κυβερνοασφάλειας κάθε μέρα εξειδικευμένο πάντοτε στις δικές μας απαιτήσεις, του οργανισμού στον οποίο είμαστε. γενικότερα στην κοινωνία στην οποία ζούμε.
Από τη μία θέλουμε να είμαστε συνδεδεμένοι, δεν μπορούμε να το αποφύγουμε αυτό, από την άλλη όμως οφείλουμε να διασφαλίσουμε, με το δυνατό περισσότερο ανθρώπινο τρόπο, ότι αυτή η συνδεσιμότητα λειτουργεί με ένα πλαίσιο ασφάλειας και προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ίδιας της Δημοκρατίας, όπως είπα προηγουμένως. Σίγουρα, η πράξη θα αποδείξει και το αποτέλεσμα, αν είμαστε στη σωστή ή όχι κατεύθυνση, κάθε φορά θα δοκιμαζόμαστε.
Το dark web είναι συχνά ο χώρος όπου αγοράζονται κλεμμένα δεδομένα Ελλήνων πολιτών. Εσείς, ως πρώην επικεφαλής Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, είδατε εκεί πράγματα που ο μέσος πολίτης δεν φαντάζεται. Τι σας εξέπληξε περισσότερο και τι από αυτά πιστεύετε ότι ο κόσμος πρέπει να ξέρει αλλά δεν ξέρει;
Όταν αναφερόμαστε στο dark web είναι μια άλλη πτυχή της διαδικτυακής πραγματικότητας, η οποία δεν αφορά τον άνθρωπο της καθημερινότητας, υπό την έννοια που προσεγγίζει το διαδίκτυο και τη σχέση που έχει με αυτό. Σίγουρα υπάρχουν και εκεί πράγματα που έχουν σχέση με το οργανωμένο έγκλημα, θέματα που έχουν σχέση με τη σεξουαλική κακοποίηση παιδιών – κι όχι παιδικής πορνογραφίας – θέματα που έχουν σχέση με τη διακίνηση ναρκωτικών, και άλλων προκλήσεων, δεδομένων που προσφέρονται εκεί.
Υπάρχει ένας μύθος γύρω από αυτό. Θεωρώ ότι οι τελευταίες επιτυχίες των υπηρεσιών ασφαλείας σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και σε άλλες περιοχές του πλανήτη, καταρρίπτει αυτό το μύθο. Γιατί σίγουρα χρειάζονται συγκεκριμένες επιχειρήσεις που οργανώνονται και έχουν φέρει αποτελέσματα αυτή την στιγμή με συλλήψεις και κατασχέσεις μεγάλων ποσών και οτιδήποτε άλλο. Ανακοινώνονται φυσικά, είναι προσβάσιμα τα στοιχεία αυτά στον καθένα, μπορεί να τα δει μέσα από τις ανακοινώσεις των αρχών.
Απαιτούν ειδική θα έλεγα προσέγγιση, σίγουρα απαιτούν χρόνο και εξειδικευμένη γνώση. Όμως στην ουσία είναι ένας μύθος ο οποίος για μένα ενδεχομένως καλώς τον πιστεύουν, εξακολουθούν να τον πιστεύουν οι κυβερνοεγκληματίες, αλλά αυτό σε καμία περίπτωση δεν εμποδίζει τις αρχές να προχωρούν στο έργο τους. Άρα είτε εμφανές είτε μη εμφανές στο διαδίκτυο οι συμπεριφορές που πρέπει να επιδεικνύουμε θα πρέπει να είναι τέτοιες έτσι ώστε να μη προσβάλλουν έννομα αγαθά και να μη προσβάλλουν ευάλωτα άτομα. Αυτό είναι το σημαντικό πράγμα που πρέπει να κρατήσουμε.
Τώρα για την ιστορία να πούμε ότι το Darknet από την εποχή που δημιουργήθηκε, τη ρομαντική εποχή, ήταν ένας χώρος φιλοξενίας των αντικαθεστωτικών απόψεων εναντίων των ολιγαρχικών καθεστώτων. Στην εποχή που ζούμε υπάρχουν σημεία που ο καθένας δεν μπορεί να εκφράσει την άποψή του με την ίδια ευκολία που έχει σε άλλα σημεία, γι’ αυτό και μιλάω για την ελευθερία έκφρασης του ατόμου. Κάτι που εμείς το θεωρούμε δεδομένο δεν σημαίνει ότι είναι δεδομένο για όλους τους ανθρώπους. Εκεί ήταν ένας δίαυλος επικοινωνίας και προστασίας της ιδιωτικότητας από φωνές που είχαν ανησυχίες και ήθελαν να τις εκφράσουν.
Ένα βήμα ελευθερίας, όχι ασυδοσίας, γιατί άλλο ελευθερία της έκφρασης, άλλο ασυδοσία. Υπάρχει και ο τοξικός λόγος που διαβρώνει την κοινωνία και τη συνοχή της, ένα σημείο που πρέπει να μελετήσουμε. Κι εδώ είναι θέμα κουλτούρας, η ρητορική του μίσους που πρέπει να αποφεύγεται. Πράγματα, τα οποία η ανθρωπότητα έχει πληρώσει ακριβά. Θυμίζω τους δύο παγκοσμίους πολέμους, τις ολοκληρωτικές εκφάνσεις εξουσιών που διαφορετικά αντιλαμβάνονταν, όπου η ελευθερία του ατόμου ήταν κάτι αδιανόητο. Αυτό που σήμερα εμείς θεωρούμε δεδομένο και έχουμε καταλήξει σε κάποια δικαιώματα, η ανθρωπότητα το έχει πληρώσει με θυσίες. Δεν τα κατακτήσαμε έτσι.
Τελικά, ποια είναι η ελάχιστη “ψηφιακή υγιεινή” που αρκεί για έναν απλό άνθρωπο – όχι για μία εταιρεία, όχι για έναν κρατικό φορέα – αλλά για τον 65χρονο που έχει smartphone και διαδικτυακό τραπεζικό λογαριασμό; Και γιατί αυτά τα πράγματα δεν διδάσκονται ακόμα συστηματικά στο σχολείο;
Είναι δύσκολο να δοθεί μια απάντηση γιατί αφορά στην εξατομικευμένη χρήση της τεχνολογίας και ο κάθε άνθρωπος δεν είναι στο ίδιο επίπεδο, διαφοροποιείται η σχέση αυτή στα βασικά πράγματα.
Αυτό που θα έλεγα ως βασική αρχή είναι πρώτα απ’ όλα οι πολίτες να ενδιαφέρονται για τις συσκευές τις οποίες κρατούν στα χέρια τους. Τι προδιαγραφές έχει δώσει ο κατασκευαστής ο ίδιος, τι προγράμματα κατεβάζουμε, πόσο εξοικειωνόμαστε με τις καθημερινές συνήθειες.
Δηλαδή, μπορεί ένα άτομο της ίδιας ηλικίας που αναφέρετε προηγουμένως περισσότερο να χρησιμοποιεί την συσκευή για θέματα της άυλης συνταγογράφησης και λιγότερο για την τραπεζική συναλλαγή. Αυτό δεν σημαίνει κάτι, και τα δύο έχουν τη δική τους σημασία και αξία. Σίγουρα να αναζητούν βοήθεια στο εγγύς περιβάλλον, δηλαδή από άτομα που μπορούν να τους βοηθήσουν ή θεσμούς που μπορούν να τους βοηθήσουν, και εδώ μπορούν να παίξουν πολύ σημαντικό ρόλο οι τοπικές κοινωνίες, ο τρόπος με τον οποίο οργανώνονται.
Για παράδειγμα η τοπική αυτοδιοίκηση είναι ένας θεσμός που μπορεί να βοηθήσει ευάλωτα άτομα με στοχευμένη ενημέρωση. Το σχολείο το ίδιο, μπορεί να αναπτύξει δράσεις που να περιλαμβάνουν όχι μόνο τους μαθητές αλλά και τους γονείς για ενημέρωση και βελτιστοποίηση. Αλλά και οι γονείς θα πρέπει να αγκαλιάζουν τις πρωτοβουλίες του σχολείου. Οι ανεξάρτητες αρχές έχουν πολύ σημαντικό υλικό να μας δώσουν όπως και η Εθνική Ακαδημία Ψηφιακών Ικανοτήτων. Σας αναφέρω ενδεικτικά κάποια εργαλεία, τα οποία θα δείξουμε και στην προσεχή εκδήλωση που θα πραγματοποιηθεί στα Τρίκαλα.
Εργαλεία, τα οποία να καταλαβαίνει ο κόσμος και να έχει την αίσθηση ότι δεν είναι μόνο του τελικά σε όλο αυτό το χάος. Ίσως η μεγαλύτερη συνεισφορά της πολιτείας – όπως και οι θεσμικοί φορείς, τα επιμελητήρια, οι επιστημονικοί φορείς – είναι ακριβώς να περάσει αυτό το μήνυμα, ότι κανείς δεν είναι μόνος του σε αυτές τις χαοτικές καταστάσεις. Και όταν είμαστε δίπλα ένας στον άλλον, έχουμε πιθανότητες να αντιμετωπίσουμε καλύτερα τους κινδύνους.
Και σίγουρα εκείνο που θέλω να κρατήσουμε όλοι μας είναι ότι δεν δίνουμε τα προσωπικά μας δεδομένα. Αυτό θέλει ιδιαίτερη προσοχή. Κάτι που δεν κάνουμε στη φυσική πραγματικότητα, μην το κάνουμε με ευκολία στην εικονική. Όταν το κάνουμε εύκολα με ένα κλικ – το πατήσουμε για πολλούς λόγους – δεν επαναφέρει τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση. Για αυτό θα πρέπει όλοι να δείχνουν ιδιαίτερη προσοχή.
Μιλάτε συχνά για το “λογισμικό ζωής” που μεταδίδουν γονείς και εκπαιδευτικοί. Αλλά ένα παιδί 12 ετών σήμερα έχει ήδη ψηφιακή ζωή παλαιότερη από πολλούς αστυνομικούς που καλούνται να το προστατεύσουν. Υπάρχει κάποιο σημείο όπου η ίδια η πρόληψη χρειάζεται να αναδιαρθρωθεί, να μεταβεί από την “προστασία του παιδιού” σε “εκπαίδευση του παιδιού ώστε να προστατεύει τον εαυτό του”;
Θα έλεγα σήμερα, το λογισμικό της ζωής πρέπει να συμπεριλαμβάνει τον ίδιο τον άνθρωπο, την προστασία του ανθρώπου σε όλες του τις φάσεις. Είτε είναι παιδί, είτε αργότερα που κουβαλά το παιδί μέσα του. Γιατί ο άνθρωπος δεν σταματά ποτέ να κουβαλά το παιδί μέσα του. Το ξεχνάμε εμείς οι μεγαλύτεροι και πολλές φορές αγνοούμε αυτό που θέλουν να μας πουν τα παιδιά. Πάντοτε ο άνθρωπος θα κουβαλά το παιδί μέσα του και όσο θα το κουβαλά θα είμαι αισιόδοξος.
Λέγοντας λογισμικό ζωής αναφερόμαστε σε έναν αξιακό κώδικα που διαμορφώνεται στην πορεία του χρόνου. Οι ανθρώπινες κοινωνίες προχώρησαν σε διάφορες φάσεις που εκδηλώθηκε η τεχνολογία η οποία ήταν σύμμαχος στην ανάπτυξη των ανθρώπινων κοινωνιών. Ταυτόχρονα όμως οι άνθρωποι κινούνταν πάντοτε σε έναν αξιακό κώδικα ανεξάρτητα από την τεχνολογία.
Αυτό είναι το βασικό μήνυμα. Η τεχνολογία είναι ένα εργαλείο στη διάθεση του ανθρώπου. Δεν θα υποκαταστήσει τον αξιακό κώδικα. Και αυτό είναι το σημαντικό σήμερα ζητούμενο. Φοβάμαι ότι αν δεν καλλιεργείται η κριτική σκέψη, δεν καλλιεργούνται οι ανθρωπιστικές προσεγγίσεις των πραγμάτων. Ο πολιτισμός είναι για μένα στο επίκεντρο και στην κορυφή των πραγμάτων.
Όπως διαρκώς διαμορφώνεται πολιτισμός, δεν είναι μόνο το βιβλίο, δεν είναι μόνο το θέατρο, δεν είναι μόνο όλες οι πτυχές της τέχνης που έχει αναπτύξει ο άνθρωπος, τόσο κοινωνικά όσο και πέρα από την οθόνη και μέσα από την οθόνη.
Επίσης, είναι ένα στοιχείο ανθρωποποίησης της ζωής μας, υπό την έννοια της καλλιέργειας του πνεύματος και του σώματος (μέσω του αθλητισμού, των φυσικών δραστηριοτήτων, της περιήγησης στη φύση, του σεβασμού στο περιβάλλον στο οποίο ζούμε). Μια, θα έλεγα, πολιτιστική προσέγγιση της ζωής και του περιβάλλοντος στο οποίο κινούμαστε. Εκεί βρίσκεται σήμερα το ζητούμενο. Και δεν ξέρω αν αυτό το μήνυμα επικαιροποιείται στις σημερινές απαιτήσεις που ουσιαστικά καθορίζουν και τον σκοπό της ζωής ενός ανθρώπου.
Για το λόγο αυτό θέτω στο επίκεντρο των θεμάτων, πέρα από την ανάπτυξη της θεματολογίας κυβερνοασφάλειας, τα λεγόμενα θέματα τεχνοηθικής και βιοηθικής.
Γιατί αυτό έχουμε ανάγκη ένα διεπιστημονικό πεδίο, αφού δεν είναι υπόθεση μιας μόνο επιστήμης, δεν είναι υπόθεση μόνο της πληροφορικής, δεν είναι υπόθεση των τεχνολογιών επικοινωνιών και πληροφορικής. Δεν είναι υπόθεση αυστηρά τεχνολογικής προσέγγισης, είναι ευρύτερης προσέγγισης για την οποία πρέπει ο καθένας μας να προβληματιστεί, να ενδιαφέρεται περισσότερο. Και το λογισμικό ζωής είναι κάτι το οποίο θα είναι πάντοτε το διαρκώς ζητούμενο.
Το είχα γράψει αυτό το άρθρο με αφορμή την ημέρα των Τριών Ιεραρχών, αφιερωμένη στους δασκάλους που είχα στη ζωή μου, γιατί όλοι μας είχαμε κάποιους δασκάλους στους οποίους οφείλουμε κάτι, ότι είμαστε, όπως οφείλουμε και στους συμμαθητές μας. Οφείλουμε και στους ανθρώπους μας.
Σήμερα η λέξη δάσκαλος αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή που ο ορισμός της θα μπορούσε να είναι μαθητής εσαεί. Δάσκαλος για μένα είναι εκείνος που μας μαθαίνει κάτι χρήσιμο, κάτι ωφέλιμο και αυτό να δεν το κάνει μόνο για τον εαυτό του. Θα πρέπει να έχουμε μια διάθεση προσφοράς. Ό,τι είμαστε το οφείλουμε στους άλλους ανθρώπους. Ποτέ δεν είμαστε κάτι το ελιτίστικο, κάτι το διαφορετικό. Είμαστε το ίδιο με όλους τους συνανθρώπους μας και θα πρέπει αυτό το σεβόμαστε και να σεβόμαστε περισσότερο τους ανθρώπους που δυσκολεύονται στη ζωή τους.
Σήμερα το μήνυμα που περνάει είναι το τι θεωρείται επιτυχημένο στην εποχή μας. Σπάνια θα ακούσει κάποιος την έκφραση ότι αυτός ο άνθρωπος προσπαθεί, αυτός ο άνθρωπος έχει μπροστά του αντιξοότητες.
Σήμερα το μοντέλο που πρέπει να περάσουμε θα πρέπει να είναι των ανθρώπων που δίνουν καθημερινό και πολλές φορές άνισο αγώνα. Αυτό για μένα θα πρέπει να κρατήσουμε. Και αυτό φυσικά θα βοηθήσει στο να χτίσουμε και το λογισμικό ζωής.
Έχετε μιλήσει σε Σχολές Γονέων και σε σχολικά περιβάλλοντα για την ψηφιακή ασφάλεια παιδιών. Ποια είναι η πιο κοινή παρανόηση που έχετε συναντήσει σε γονείς σχετικά με το πώς κινδυνεύουν τα παιδιά τους online, κάτι που τους εκπλήσσει όταν το ακούν;
Εκείνο που περισσότερο συναντώ είναι ότι οι γονείς πολλές φορές αγνοούν τις δυνατότητες που έχουν τα παιδιά. Και γι’ αυτό επεσήμανα ότι πρέπει να ακούμε τα παιδιά μας. Πολλές φορές αυτό το πράγμα δεν γίνεται γιατί υπάρχει η κούραση της ημέρας, υπάρχουν υποχρεώσεις, υπάρχουν στο σύγχρονο μοντέλο διαβίωσης των ανθρώπων που συνήθως δουλεύουν και οι δύο γονείς, υπάρχουν παιδιά που μεγαλώνουν σε μονογονεϊκά περιβάλλοντα και όχι μόνο, υπάρχουν πολλές δυσκολίες και απαιτήσεις.
Το άλλο σημείο που θα ήθελα να σημειώσω είναι το γεγονός ότι οι γονείς δεν συνεργάζονται με το σχολείο, κάτι που το κάνουν τα παιδιά με ευκολότερο τρόπο με τους συμμαθητές τους.
Γι’ αυτό πολλές φορές νιώθουν μια πίεση, για παράδειγμα, στην εποχή που θέλουν να πάρουν την πρώτη κινητή συσκευή τους, το πρώτο κινητό τηλέφωνο. Οι γονείς συνεργάζονται λίγο πιο αργά, πιο καθυστερημένα και μεμονωμένα, θα έλεγα, σε αντίθεση με τα παιδιά που βρίσκουν τρόπους και επικοινωνούν πιο γρήγορα. Δεν υπάρχει συνεργασία που θα έπρεπε να υπάρχει με το σχολείο. Οι μεν γονείς κοιτούν τους εκπαιδευτικούς, οι δε εκπαιδευτικοί κοιτούν τους γονείς και στη μέση είναι το παιδί στο πουθενά. Το λέω αυτό από την πράξη.
Στις δυσάρεστες εκβάσεις υποθέσεων, όπως τα θέματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης και όχι μόνο, οι γονείς το μαθαίνουν τελευταίοι και πέφτουν από τα σύννεφα. Δηλαδή υπάρχει ένα διάστημα κατά το οποίο κάτι δεν έχει πάει καλά. Δεν υπάρχει αυτή η επικοινωνία. Το παιδί έχει δικαίωμα να κάνει λάθος, αλλά πρέπει ανά πάσα στιγμή να το διαχειριστούμε αυτό το λάθος, μέσα από ειλικρίνεια. Και να βρίσκουμε μηχανισμούς που μπορούν να μας υποστηρίξουν.
Και οι γονείς πολλές φορές νιώθουν αυτή την αίσθηση μοναξιάς ότι τελικά δεν μπορούν να τα καταφέρουν σε αυτό το δύσκολο περιβάλλον. Και αυτό είναι μια πραγματικότητα. Εδώ θα πρέπει να προβληματιστεί η ελληνική πολιτεία και γι’ αυτό και μίλησα πρόσφατα ότι θα πρέπει να γίνουν περισσότερα πράγματα γιατί η παρέμβαση δεν τελειώνει με την εκπαίδευση σε επίπεδο εκπαιδευτικής πραγματικότητας. Θα πρέπει να απευθύνεται και στους πολίτες ως κομμάτι βιωματικής μάθησης. Άρα θα πρέπει να βρεθούν οι μηχανισμοί που θα υποστηρίξουν συνολικά τις ανάγκες της κοινωνίας.
Στην ομιλία σας “Τεχνολογία και Οικουμενικότητα” θίξατε τη φιλοσοφική διάσταση: “τεχνολογία που δεν υπηρετεί τον άνθρωπο δεν την έχει ανάγκη η ανθρωπότητα”. Πώς μεταφράζεται αυτή η αρχή σε πρακτικές επιλογές για έναν γονέα που δίνει για πρώτη φορά smartphone στο παιδί του;
Πρώτα απ’ όλα να επισημάνω ότι η ομιλία αυτή δόθηκε σε ένα χώρο ιδιαίτερου συμβολισμού και σημασίας, και συγκεκριμένα στο νέο Μουσείο των Αιγών στην Βεργίνα που μόλις είχε εγκαινιαστεί.
Με είχε καλέσει ο Σύλλογος Φίλων του Μουσείου και η αρχαιολόγος κυρία Αγγελική Κοταρρίδη, μια σπουδαία επιστήμονας, η οποία έχει αναδείξει μέσα από το πολύχρονο έργο της, σπουδαία και σημαντικά πράγματα, συμβάλλοντας με την παρουσία την δική της και των συνεργατών της, στην πολιτιστική και πολιτισμική ταυτότητα του τόπου μας.
Αναφορικά με το θέμα της εισήγησης «Τεχνολογία και Οικουμενικότητα» αυτό επιλέχθηκε αφού η λέξη Οικουμενικότητα βρίσκει πλήρη αντιστοιχία στη λέξη Τεχνολογία, καθόσον αυτή σήμερα είναι παγκόσμια.
Κατέστη παγκόσμια η λέξη τεχνολογία (τέχνη και λόγος) εξαιτίας του «ταξιδιού» του Αλεξάνδρου Γ΄, που το προετοίμασε ο πατέρας του Φίλιππος, και πέρασε η ελληνική γλώσσα στα πέρατα της τότε οικουμένης, πέρα από όλα τα άλλα. Ήταν μια πολιτισμική παρέμβαση που άφησε ισχυρό αντίκτυπο. Πρώτη μορφή παγκοσμιοποίησης τότε καθώς η ελληνική γλώσσα είχε ως εργαλείο τη θέση που κατέχει σήμερα η αγγλική γλώσσα. Είναι η γλώσσα με την οποία γράφτηκαν τα κείμενα του Ευαγγελίου και όχι μόνο. Άρα το πέρασμα αυτό έχει την ιδιαίτερη σημασία του και τον συμβολισμό του, για να το καταλάβουμε, να το κατανοήσουμε.
Γιατί διάλεξα την οικουμενικότητα; Γιατί εκφράζεται σήμερα μέσα από την τεχνολογία που επικράτησε παγκοσμίως ως όρος. Την βλέπουμε να ενσαρκώνει και να μετασχηματίζει αυτή την οικουμενικότητα, να γίνεται πλέον αντιληπτή η οικουμενικότητα. Αγγίζει τα πάντα η τεχνολογία. Το ίδιο συμβαίνει και με τις προκλήσεις που προκύπτουν από αυτήν.
Πώς εμείς τώρα αυτή την οικουμενικότητα που έχει πλέον πρακτική εφαρμογή την ενσωματώνουμε; Την ενσωματώνουμε μέσα από τις ψηφιακές συσκευές που έχουμε δίπλα μας, που έχουμε στο σπίτι μας, από τις έξυπνες συσκευές. Δεν ξέρω αν είναι έξυπνες και οι τακτικές που ακολουθούμε. Οι συσκευές μπορεί να χαρακτηρίζονται έξυπνες αλλά δεν ξέρω κατά πόσο έξυπνες είναι οι προσεγγίσεις που κάνουμε.
Και αναφέρω, ως παράδειγμα, το κινητό που ουσιαστικά είναι αυτή τη στιγμή η πιο κοινή συσκευή, η οποία σε απόλυτα μεγέθη υπερβαίνει τον πληθυσμό της ανθρωπότητας. Αυτή τη στιγμή τα κινητά που υπάρχουν στον πλανήτη υπερβαίνουν τα 8,2 δις, όσοι είναι και οι άνθρωποι. Και με δεδομένο ότι οι 2,2 δις δεν έχουν τεχνολογία, δεν έχουν πρόσβαση στην τεχνολογία.
Το λέω γιατί πρακτικά εξελίσσεται αυτός ο κόσμος σταδιακά μέσα από τις πλατφόρμες που αναπτύσσονται και εμείς μπαίνουμε σε αυτές μέσα από τις συσκευές. Άρα εδώ χρειάζονται συγκεκριμένες δεξιότητες και ικανότητες. Η κουλτούρα προστασίας των προσωπικών δεδομένων θεωρώ ότι είναι η πρώτη μεγάλη πρόκληση που έχουμε μπροστά μας.
Ο λόγος που διατυπώνουμε, καθορίζεται και διαμορφώνεται μέσα στο νέο αυτό περιβάλλον, πρέπει να έχει το στοιχείο του σεβασμού στον συνάνθρωπο, του αλληλοσεβασμού κι αυτοσεβασμού. Και μετά περνάμε στις καλές πρακτικές που αφορούν οικονομικές συναλλαγές, διαδικτυακές αγορές, όλα αυτά τα πράγματα που τα έχουμε ανάγκη σε μια κοινωνία καθώς εξαρτόμαστε και από τα υλικά αγαθά, αλλά όλα αυτά με ένα μέτρο.
Επίσης θα ήθελα να θίξω και το θέμα του υπερκαταναλωτισμού. Την ευκολία με την οποία αλλάζουμε συσκευές χωρίς να εξαντλούμε τις δυνατότητες που έχουν. Την ευκολία με την οποία αλλάζουμε συσκευές, μη λαμβάνοντας υπόψη το περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Το να χρησιμοποιούμε παραπάνω χρόνο τις συσκευές μας από όσο χρειάζεται μη γνωρίζοντας ότι δεσμεύουμε πόρους, για παράδειγμα, στην ενέργεια. Ζούμε σε μια εποχή που αν την κατανάλωση των πόρων την βάλουμε σε επίπεδο έτους, το μήνα Αύγουστο έχουμε εξαντλήσει τα ενεργειακά αποθέματα που μας αναλογούν για ένα χρόνο. Άρα δεσμεύουμε πόρους από τις επόμενες γενιές. Και αυτό είναι ένα στοιχείο ατομικής και συλλογικής ανευθυνότητας.
Θα πρέπει να δούμε την τεχνολογία με μια άλλη θεώρηση των πραγμάτων, με μια πολυοπτική προσέγγιση, όχι μονόπλευρη ματιά. Όχι μόνο από την πλευρά ότι μας κάνει τη δουλειά εκείνη τη στιγμή, και τελειώσαμε. Θα πρέπει να το δούμε συνολικά.
Έχετε συνεργαστεί με το Εμπορικό Επιμελητήριο Πέλλας και τον Δήμο Νάουσας για θέματα κυβερνοασφάλειας. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις της επαρχίας – σε σχέση με τις αθηναϊκές – είναι πιο ή λιγότερο ευάλωτες; Και γιατί συχνά δεν το ξέρουν;
Θα έλεγα ότι στον κυβερνοχώρο δεν υπάρχει διάκριση επαρχίας και κέντρου, γιατί απλούστατα όλα τα σημεία έχουν την ίδια αξία και σημασία. Οπότε, μια επιχείρηση μικρή ή μεγάλη μπορεί να εδρεύει οπουδήποτε.
Είναι σημειολογική, θα έλεγα, η προσέγγιση, αλλά σημειολογική με την έννοια του ισοδυνάμου των σημείων. Όταν μιλάμε για το παγκόσμιο χαρακτήρα του διαδικτύου, μιλάμε για ισοδύναμα σημεία, επί της ουσίας. Επομένως, το θέμα αυτό ενδιαφέρει όλα τα σημεία και δεν περιορίζεται εκεί.
Η πρωτοβουλία που είχαμε με το Επιμελητήριο Πέλλας – και εν συνεχεία με το Επιμελητήριο Ηρακλείου – είναι ότι αποτέλεσε το πρώτο Επιμελητήριο που φιλοξένησε στην επίσημη σελίδα του μια γωνιά για την κυβερνοασφάλεια. Στην ίδια κατεύθυνση ο Δήμος Νάουσας είναι ο πρώτος δήμος στην χώρα που φιλοξένησε αντίστοιχη γωνιά στην ιστοσελίδα του, με αφιέρωμα στα θέματα κυβέρνοασφάλειας.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθούν άλλες δύο αντίστοιχες πολύ σημαντικές πρωτοβουλίες. Της Διεύθυνσης Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Άρτας ως η πρώτη δημόσια υπηρεσία στην Ελλάδα που δημιούργησε στη σελίδα της αφιέρωμα για την κυβερνοασφάλεια αλλά και του Γυμνασίου στο Σουφλί Έβρου, που έκανε αντίστοιχη κίνηση, με τον Σύλλογο Διδασκόντων, τον Διευθυντή, τον κύριο Φακούδη Ευάγγελο και τους μαθητές κι εκπαιδευτικούς, οι οποίοι βοήθησαν στη διαμόρφωση αυτής της σελίδας.
Βλέπετε καλά παραδείγματα τα οποία δεν προέρχονται από το κέντρο, ούτε από την Αθήνα ούτε από τη Θεσσαλονίκη. Αυτό αποδεικνύει ότι πολλές φορές αυτό που λέμε «επαρχία» μπορεί να καταστεί το πραγματικό κέντρο και το πραγματικό κέντρο να φαντάζει «επαρχία». Το λέω αυτό υπό την έννοια ότι όλα τα σημεία έχουν τη σημασία τους και την αξία τους, αυτό δεν αναιρεί τίποτα.
Από την άλλη όμως διαπιστώνουμε για την χώρα μας, ότι παρατηρείται υπερσυγκέντρωση πληθυσμού σε δύο μόνο σημεία δηλαδή του 70% του πληθυσμού της χώρας. Το στοιχείο αυτό το θεωρώ αδυναμία σε μια χώρα, γιατί πρώτον φανερώνει αποτυχία αποκεντρωτικού μοντέλου και περιφερειακής ανάπτυξης, και από την άλλη αφαιρεί ζωτικό χώρο στην ποιότητα ζωής των ανθρώπων που ζουν στους χώρους αυτούς και που την δικαιούνται. Δηλαδή κάθε τόπος έχει κάποιες αντοχές για τις υποδομές που διαθέτει κλπ.
Φοβάμαι ότι η υπερσυγκέντρωση πληθυσμού σε συγκεκριμένες περιοχές δεν είναι ίδιον μόνο της χώρας μας, αλλά παρατηρείται σε όλον τον πλανήτη και συνδέεται άμεσα με τις τεχνολογικές επαναστάσεις που προηγήθηκαν. Πλέον εξαπλώνεται σε 400 -500 μεγάλες πόλεις σε όλον τον κόσμο. Αφαιρεί από την ποιότητα ζωής των ανθρώπων και την προοπτική τους για βιώσιμη ανάπτυξη κι ευημερία.
Υπάρχει κάποια υπόθεση – χωρίς να αποκαλύψετε απόρρητα στοιχεία – που σας έχει επηρεάσει προσωπικά ως άνθρωπο, και σας έδωσε μια διαφορετική οπτική για το τι πραγματικά “κοστίζει” το κυβερνοέγκλημα στα θύματά του;
Όλες οι υποθέσεις έχουν την ιδιαιτερότητά τους και τη σημασία τους ακόμα και η υπεξαίρεση των οικονομιών ενός ηλικιωμένου ζευγαριού από έναν απατεώνα γιατί τους στερεί πόρους για την υγεία τους ή οτιδήποτε άλλο. Επομένως και αυτό είναι πολύ σημαντικό θέμα.
Εξαιρετικά σημαντικά είναι και τα θέματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Όσοι εμπλέκονται σε τέτοιες υποθέσεις και ασχολούνται με την αντιμετώπισή τους και να οδηγήσουν τους δράστες ενώπιον της δικαιοσύνης, σίγουρα όλο αυτό έχει ένα ψυχικό κόστος. Δυστυχώς δεν είμαστε σε έναν κόσμο αγγελικά πλασμένο.
Οι μηχανισμοί πρέπει να είναι εκεί παρόντες για να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τέτοια ζητήματα και σίγουρα πρέπει να συνεργαζόμαστε και να ευαισθητοποιούμε. Θεωρώ ότι η ευαισθητοποίηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Είναι ένα στοίχημα που έπρεπε να βάλουν οι αρχές παντού για να αποφεύγουμε τα παθήματα που δεν μας γίνονται μαθήματα.
Οπουδήποτε συμβαίνει κάτι πρέπει να μας ενδιαφέρει. Αυτό που συμβαίνει στη γειτονιά μας συμβαίνει στο σπίτι μας. Αυτό θα πρέπει να το περάσουμε σαν μήνυμα. Μια κοινωνία που πρέπει να σπάει την σιωπή της, γιατί αφορά την βία σε όλες τις μορφές της. Και η βία δεν είναι ούτε σχολική ούτε διαδικτυακή, γιατί κανένα σχολείο και κανένα διαδίκτυο δεν εκφοβίζει. Εμείς κουβαλάμε θετικές ή αρνητικές συμπεριφορές. Η τεχνολογία είναι ουδέτερη. Ο άνθρωπος θα καθορίσει σε ποια κατεύθυνση θέλει να την πάει.
Σε κάθε περίπτωση να περάσουμε και ένα αισιόδοξο μήνυμα στον κόσμο ότι όταν χρησιμοποιούμε σωστά την τεχνολογία αυτή πράγματι μας βοηθά να έχουμε μια καλύτερη επόμενη ημέρα.
Αντί επιλόγου
Η συνομιλία με τον κύριο Γιώργο Παπαπροδρόμου αναδεικνύει μια κρίσιμη πραγματικότητα: η ασφάλεια στον ψηφιακό κόσμο δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την τεχνολογία, τους νόμους ή τους μηχανισμούς επιβολής, αλλά πρωτίστως από τον ίδιο τον άνθρωπο. Η γνώση, η κριτική σκέψη, η υπευθυνότητα και η καλλιέργεια μιας υγιούς ψηφιακής κουλτούρας αποτελούν τα ισχυρότερα εφόδια απέναντι στις σύγχρονες απειλές.
Σε μια εποχή ταχύτατων τεχνολογικών εξελίξεων και σε ένα περιβάλλον που θεοποιείται η τεχνητή νοημοσύνη, η πραγματική πρόκληση παραμένει η διατήρηση των αξιών, της εμπιστοσύνης και της ανθρώπινης κρίσης που επιτρέπουν στις κοινωνίες να παραμένουν ανθεκτικές και δημοκρατικές.
Ο κύριος Παπαπροδρόμου ορθά επιμένει σε κάτι παλαιομοδίτικο: στον καθαρό ανθρώπινο λόγο. Στην παιδεία που ξεκινά από το σπίτι. Στη διαφάνεια που δεν διαπραγματεύεται. Ίσως γιατί, μετά από χρόνια στην πρώτη γραμμή, γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα: ο πιο επικίνδυνος κυβερνοχώρος δεν βρίσκεται σε κάποιον server αλλά στην απουσία κουλτούρας.
Ο Γιώργος Παπαπροδρόμου, Αντιστράτηγος ε.α. διετέλεσε Διευθυντής στην νεοιδρυθείσα Υποδιεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος Βορείου Ελλάδος (2015), και στη συνέχεια (2016-2018) Διευθυντής στην Διεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας.
Έχει διατελέσει τακτικό μέλος στο European Cybercrime Task Force (EUCTF) του Ευρωπαϊκού Κέντρου Αντιμετώπισης του Κυβερνοεγκλήματος (European Cybercrime Center -EC3) της Europol (2016-2018).
#Constantinople:Στο βίντεο μιλάει κυρίως ο Prof. Dr. Cüneyt Kanat. (Τούρκος ιστορικός, ειδικός σε μεσαιωνική ιστορία και Τιμούρ/Ταμερλάνο), σε εκπομπή του Haber Türk (HT Bilim-Tarih-Felsefe / Tarihin Arka Odası). Ο Mεχμετ Φάτιχ, όπως ισχυρίζονται οι Τούρκοι ιστορικοί, δεν πίστευε ότι οι πρόγονοί του ήρθαν από την περιοχή [Κεντρική Ασία] των Τατάρων-Μογγόλων-Ογούζων ως νομάδες ποιμενικοί νομάδες. Ο Φάτιχ Σουλτάνος Μεχμέτ (Μουχάμμεντ) πίστευε ότι η οικογένειά του κατάγεται από την Ρωμαικη (βυζαντινή) αυτοκρατορική οικογένεια των #Κομνηνών» Γι’ αυτό, έχει κόψει νομίσματα με την επιγραφή «Είμαι Αυτοκράτορας της Ρωμαικης Αυτοκρατορίας». Βυζαντινός Ιστορικός Σπαντούνης (Πηγή: Theodor Spandounes, On The Origin of The Ottoman Emperors – μτφ: Lena Umay Ευχαριστίες στον Selim Sarısoy.
Η κατηγορία του Τιμούρ κατά του Μπαγιαζίτ για «ρωμαϊκοποίηση» πριν από τη Μάχη της Αγκύρας ήταν, στην πραγματικότητα, η πρώτη διάγνωση της οπτικής του Φάτιχ μισό αιώνα αργότερα. Για τον Τιμούρ, η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν ένα «ρωμαϊκό βασίλειο» που είχε αποκοπεί από την ταυτότητα της στέπας· ο Φάτιχ, ωστόσο, μετέτρεψε αυτή την κατηγορία σε αυτοκρατορικό στέμμα, προβάλλοντας τη σύνδεση με τη Βυζαντινή/Κομνηνή παράδοση και κόβοντας νομίσματα με τον τίτλο «Καίσαρ του Ρουμ»,«Kayser-i Rûm».
Μεσα απο Τουρκικες πηγες για το τι πραγματικα συνεβη στο Ανατολικο ζητημα …
#Αποδεικνύεται ότι τα άρθρα της Συνθήκης της Λωζάνης είναι αποσπάσματα από τη Συνθήκη των Σεβρών… Παιχνίδι για παιδιά… Όσοι δεν το πιστεύουν μπορούν να το κατεβάσουν και να το διαβάσουν… Όσοι θέλουν μια υπόδειξη μπορούν να δουν το πρωτότυπο κείμενο των άρθρων στην εικόνα εξωφύλλου… http://robottopub.com .
Ναι, το όνομα “Χουσεΐν Φεϊζουλλάχ” (Hüseyin Feyzullah) ειναι το πραγματικό όνομα του #Donme Alparslan Türkeş.
#Γεννήθηκε στις 25 Νοεμβρίου 1917 στη Λευκωσία (Nicosia) της Βρετανικής Κύπρου.Ο πατέρας του ήταν ο Ahmet Hamdi Bey (από την περιοχή Tuzla/Famagusta) και η μητέρα του η Fatma Zehra Hanım (από τη Λάρνακα). Ο προπάππους του από την πατρική γραμμή είχε μεταναστεύσει στην Κύπρο από την Καισάρεια (Pınarbaşı, Kayseri) της Ανατολίας γύρω στα 1860.Το όνομα ΑρσλάνAlparslan το πήρε αργότερα (εμπνευσμένο από τον Σελτζούκο σουλτάνο Alp Arslan).
**Από τον Yaşar Gören, η δόση της γιορτής** Ο ΑΛΠΑΡΣΛΑΝ ΤOΥΡΚΕΣ ΉΤΑΝ #ΕΒΡΑΙΟΣ ΠΟΛΙΤΗΣ ΤΟΥ ΗΝΩΜΕΝΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ο ΕΒΡΑΙΟΣ ΑΡΧΗΓΟΣ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟΥ ΦΕΒΖΙ ΤΣΑΚΜΑΚ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΤΟΝ ΕΓΓΡΑΨΕ ΣΤΟ ΚΟΛΕΓΙΟ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ ΚΑΔΕΤΩΝ ΚΟΥΛΕΛΙ ΠΑΡΑΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΝΟΜΟΥΣ. Φωτογραφία: Ο Κύπριος Εβραίος Αλπαρσλάν Τουρκες ήταν πάντα ευγνώμων στον Φεβζί Τσακμάκ… Ναι, η εγγραφή του Αλπαρσλάν Τουρκες στο Κολλέγιο Στρατιωτικών Κadetών Κουλέλι ήταν μια εβραϊκή επιχείρηση. Την επιχείρηση τη διηύθυνε προσωπικά ο Αρχηγός Γενικού Επιτελείου Φεβζί Τσακμάκ, ο οποίος ήταν επίσης Εβραίος. Στην επιχείρηση διείσδυσης του 1933, μαζί με τον Τουρκες, καταχωρίστηκαν στο Κολλέγιο Στρατιωτικών Κadetών Κουλέλι άλλοι 9 νέοι Κύπριοι Εβραίοι που έφεραν βρετανικά διαβατήρια. Ήξεραν άριστα Αγγλικά. Θα ανέβαιναν εύκολα στην τουρκική στρατιωτική ιεραρχία. Ο παππούς του Τουρκες ήταν επίσης πραξικοπηματίας. Στις 13 Σεπτεμβρίου 1859, υπήρξε η υπόθεση Κουλέλι, γνωστή ως αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος. Η κυβέρνηση έμαθε για την απόπειρα πραξικοπήματος λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Ο Αρίφ Μπέι (ο παππούς του Αλπαρσλάν Τουρκες, γνωστός με το παρατσούκλι Ντιντόν Αρίφ), ένας από τους κλητήρες του Αρχηγείου Πυροβολικού, πήγε στον Σερασκέρη Ριζά Πασά και του είπε ότι «έχει συσταθεί μια μυστική εταιρεία για να διαπράξει δολοφονία κατά του Σουλτάνου, ότι κατά την επίσκεψη του Σουλτάνου Αμπντουλμετζίτ στο Τophane, μερικοί θα άνοιγαν πυρ εναντίον του ηγεμόνα, ότι η εταιρεία συγκεντρώνεται εδώ και λίγες ώρες στο Τζαμί Κılıç Αλί Πασά στο Τophane και ότι ο ίδιος είναι μέλος αυτής της εταιρείας, καλώντας και τον Ριζά Πασά να ενταχθεί σε αυτούς». Ο Σερασκέρης Ριζά Πασά, προσποιούμενος ότι είναι μαζί τους για να μάθει τα μυστικά του πραξικοπήματος, τους έκανε να ομολογήσουν τα πάντα και στη συνέχεια έγινε άμεση επιδρομή στο Τζαμί Κılıç Αλί Πασά, όπου 41 άτομα που βρίσκονταν σε συνέλευση συνελήφθησαν, οδηγήθηκαν στο κτίριο του «Σερασκερείου» στο Μπαγιζίντ (που σήμερα χρησιμοποιείται ως Πρυτανεία του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης) για ανάκριση και από εκεί κλείστηκαν στο στρατόπεδο Κουλέλι στο Τσενγκέλκιοϊ.
#Γιασάρ Γκιορέν δόσεις συνεχίζονται Ο Αλπασλάν Τούρκες, που διόρισε τον εαυτό του Μουστέσαρ του Πρωθυπουργού και κατέλαβε το γραφείο του Μεντερές καθιστώντας τον εαυτό του στην καρέκλα του, ΣΠΑΣΤΙΚΕ ΤΟ ΚΑΣΑΚΙ ΤΟΥ ΜΕΝΤΕΡΕΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΥΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ. 1) ΔΕΙΧΝΕΙ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ ΧΡΗΜΑ ΣΤΟ ΚΑΣΑΚΙ 2) ΣΚΑΕΙ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΤΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΜΕΝΤΕΡΕΣ. 2 Ιουνίου 1960. 66 χρόνια πριν σήμερα. Η 7η ημέρα του αμερικανόφιλου στρατιωτικού πραξικοπήματος. Ο ισχυρός άντρας της Εθνικής Ενωτικής Επιτροπής και νέος Μουστέσαρ του Πρωθυπουργού Συνταγματάρχης Αλπασλάν Τούρκες, διέταξε να σπάσουν το κασάκι του Μεντερές στο πρωθυπουργικό γραφείο μπροστά στα μάτια μαρτύρων και του Τύπου. Εντούτοις, τα κλειδιά και τους κωδικούς τους είχε πάρει πριν από 2 ημέρες από τον πρώην υφυπουργό Salih Korur και είχε ανοίξει το χρηματοκιβώτιο. Στο χρηματοκιβώτιο βρέθηκαν χρήματα από τον Κρυφό Προϋπολογισμό / 270 χιλιάδες δολάρια ΗΠΑ και 250 χιλιάδες τουρκικές λίρες, στα οποία είχε βάλει χέρι. Επομένως, όταν σπάστηκε το χρηματοκιβώτιο, φάνηκε ότι δεν υπήρχαν χρήματα μέσα. Έτσι, ο Türkeş, λέει «Δεν είμαι κλέφτης». Επιπλέον, για όλα εκείνα τα πράγματα που βρέθηκαν στο χρηματοκιβώτιο, είπε «Ήταν εκεί. Τα είδατε κι εσείς. Αυτά βγήκαν» και το απέδειξε. Εντούτοις, εκείνα τα γυναικεία εσώρουχα, τα νάιλον κάλτσες, τις εικόνες με γυμνές γυναίκες, τα χρήματα του Κρυφού Προϋπολογισμού, τα είχε βάλει στο χρηματοκιβώτιο ο Türkeş κατά τη διάρκεια της επιχείρησης κάλυψης. Πώς σας φαίνεται η επιχείρηση; Πηγές: . Καθ. Δρ. Emine Gürsoy Naskali, Πρακτικά της Γιαχιά-Αντά, Δίκη Κρυφού Προϋπολογισμού 1 . Burhan Apaydın, δικηγόρος του Menderes, δηλώσεις Τύπου.
#Μεχμετ Αιντιν: Χρόνια αργότερα, ρώτησα έναν μεγαλύτερο αδερφό μου, ο οποίος ήταν ο στενός σωματοφύλακας του Τουρκές για χρόνια, ποιος ήταν ο Τουρκές, και μου είπε ότι ήταν ο δεύτερος άνθρωπος της #CIA στην Τουρκία.
Όταν ανοιχτούν όλα τα «ανεξερεύνητα» απομνημονεύματα, η ιστορία της Δημοκρατίας θα πρέπει να ξαναγραφεί. Ιστορικός/Συγγραφέας: Said Alpsoy.
#Επίσκεψη του Türkeş το 1992 σε τελετή/restoration event στην Ahrida Synagogue (Balat, Istanbul). Συνοδευόταν από τον βοηθό του Rıza Müftüoğlu. Στο τέλος της τελετής, Εβραίοι νέοι τον χαιρέτησαν με bozkurt selamı (λύκο-σήμα των Ülkücü/Γκρίζων Λύκων) και φωνάζοντας «Başbuğ Türkeş». Ο ίδιος τους αποκάλεσε χαρακτηριστικά «Musa’nın #Bozkurtları» (Bozkurtlar του Μωυσή).
#Ιran: Κύμα της Επιχείρησης «#Αληθινή_Υπόσχεση_4»
Χθες το βράδυ, οι #ΗΠΑ επιτέθηκαν ξανά στο Ιράν στοχεύοντας το νησί Κεσμ. Στη συνέχεια, το Ιράν στόχευσε τις αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στο Κουβέιτ και το Μπαχρέιν με drones και βαλλιστικά. Καπνός ανεβαίνει από το αρχηγείο του 5ου Στόλου του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ στο Μπαχρέιν.
Το #CNN δημοσιεύει βίντεο που δείχνει ότι η ζημιά στο USS Ford ήταν πιο σοβαρή από ό,τι υποστήριζε το Ναυτικό.
Ο #ειδικός σε στρατηγικά ζητήματα Μοχάμεντ Μαραντί: «Το Ιράν είναι πλήρως έτοιμο αν η Ουάσινγκτον επιστρέψει στην επιλογή της στρατιωτικής δράσης και η περιοχή θα πυρποληθεί ολόκληρη και θα προκληθεί παγκόσμια καταστροφή για τον τομέα του πετρελαίου».
#Ιρανικά ταχύπλοα βρίσκονται ακόμα εκεί έξω, περιπολώντας το Στενό του Ορμούζ σαν να είναι ανοιξιάτικες διακοπές στο Μαϊάμι.
-#North_Epirus / Albania: Η παράδοση ενός νησιού στην Αλβανία στον γαμπρό του Τραμπ προκάλεσε μαζικές διαδηλώσεις. Οι διαδηλώσεις συνεχίζονται για 5 ημέρες. Συμμετέχουν περίπου 500 χιλιάδες άτομα. O Rama εφευρισκει εχθρους ..,την Ελλαδα,το Ιραν κλπ για να δικαιολογησει τα αδικαιολογητα.Ο πρωθυπουργός της Αλβανίας Έντι Ράμα απειλεί τους διαδηλωτές που αντιτίθενται στο αμφιλεγόμενο έργο θερέτρου Τραμπ-Κούσνερ: «Ούτε 5.000 διαδηλωτές στους δρόμους, ούτε καν 500.000 διαδηλωτές μπορούν να με σταματήσουν».
-#US:Το Κογκρέσο ενέκρινε αθόρυβα απόψε τον Νόμο Υποστήριξης της Ουκρανίας, ο οποίος στέλνει πάνω από 9 δισεκατομμύρια δολάρια από φορολογητέα αμερικανικά δολάρια στο εξωτερικό.
«Η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών των ΗΠΑ συμμετείχε επίσης στο σχέδιο για τον εξοπλισμό των κουρδικών πολιτοφυλακών, αλλά τελικά ακυρώθηκε από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ μετά από πιέσεις του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν».
-#Syria: Άγνωστοι ένοπλοι δολοφόνησαν έναν ξένο τζιχαντιστή στις τάξεις των τρομοκρατών της HTS, ονόματι «Μουσταφά αλ-Ρούσι», στον δρόμο Ιντλίμπ-Μααρέτ Μισρίν.
9 #νεκροί και τραυματίες ως αποτέλεσμα έκρηξης σε αποθήκη πυρομαχικών που ανήκει σε τρομοκράτες της HTS στην πόλη Καφρ Μπαχάμ στην νότια επαρχία Χάμα.
Οι θάνατοι 3 ηγετών του τρομοκρατικού καθεστώτος Τζουλάνι μετά από «αιφνίδιες καρδιακές προσβολές». Ο Ταξίαρχος Ζουχάιρ Γιουσέφ Χαμίντι, ο Ταξίαρχος Αϊμάν Σαράρα, αναπαύονται στο Πις. Ο Γιασίν αλ-Μουχάμαντ, ηγέτης της 62ης Μεραρχίας των τρομοκρατών του HTS, πέθανε από ξαφνική «καρδιακή προσβολή». Ήταν επίσης ο πρώην διοικητής της φατρίας «Αχράρ αλ-Χας».
-#Hellas: H ελληνική κυβέρνηση έχει διαμαρτυρηθεί προς τη γαλλική για τη συμφωνία της Safran με την Baykar, που προβλέπει ενσωμάτωση του γαλλικής τεχνολογίας ηλεκτροοπτικού συστήματος Euroflir στα UAV Bayraktar ΤΒ-2. Η γαλλοτουρκική συνεργασία περιλαμβάνει ακόμη συστήματα πλοήγησης και εντοπισμού, καθώς και τα λεγόμενα «έξυπνα» πυρομαχικά.
-#Rojava: Η συμφωνία της 29ης Ιανουαρίου μεταξύ των SDF και της Δαμασκού βρίσκεται σε αδιέξοδο. Η Δαμασκός απαιτεί την «παράδοση» των πάντων, από την εκπαίδευση και την οικονομία έως τα συνοριακά περάσματα και τους διοικητικούς μηχανισμούς.
Οι ταξιαρχίες, οι οποίες αριθμούσαν 6.000 άτομα, έχουν μειωθεί σε περίπου 1.200. Επιπλέον, η πιθανότητα οι μαχητές των SDF να πολεμούν εκτός της Ροζάβα έχει μετατραπεί σε σοβαρή κρίση. Η Δαμασκός εξακολουθεί να μην αναγνωρίζει το καθεστώς των YPJ.
-#Cyprus:Ο Διοικητής της Ισραηλινής Πολεμικής Αεροπορίας, Υποστράτηγος Ομέρ Τισλερ, φιλοξένησε τους Διοικητές της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας και την Κυπριακή Πολεμική Αεροπορία για κοινή επίσκεψη εργασίας.
-#Israel: IDF: Κατά τη διάρκεια της τελευταίας εβδομάδας: Στον βόρειο τομέα, η Πολεμική Αεροπορία εξουδετέρωσε περισσότερους από 650 στόχους της τρομοκρατικής οργάνωσης Χεζμπολάχ και εξουδετερώθηκαν με καθοδήγηση της Στρατιωτικής Πληροφορίας περισσότεροι από 125 τρομοκράτες στο νότιο Λίβανο.
-#Lebanon: Ο Λιβανέζικος Στρατός ανακοίνωσε τον θάνατο αρκετών στρατιωτών, συμπεριλαμβανομένου του Ταξίαρχου Γουισάμ Σάμπρα της 7ης Ταξιαρχίας Πεζικού και του οδηγού του, σε ισραηλινή επιδρομή στο στρατιωτικό τους όχημα στον δρόμο Χαρντάλι-Ναμπάτιεχ στο νότιο Λίβανο.
#Κurdistan / Iraq: Ο Μπάφελ Ταλαμπανί παρουσίασε ανοιχτά μια φωτογραφία της πρώτης κουρδικής κυβέρνησης μπροστά στον Τούρκο πρέσβη. Η φωτογραφία χρονολογείται από το 1922, όταν ο Σεΐχης Μαχμούντ Χαφίντ ανακήρυξε την πρώτη κουρδική κυβέρνηση.
Ο #φιλοτουρκος Τομ Μπαρακ καλεί στη διάλυση των δυνάμεων των Πεσμεργκά και στην ενσωμάτωσή τους στις κυβερνητικές δυνάμεις ασφαλείας, παρόμοια με τις ένοπλες φατρίες, κάτι που μπορεί να ερμηνευτεί ως προετοιμασία για την κατάργηση της ιδιαιτερότητας της Αυτόνομης Περιφέρειας του Κουρδιστάν και την επιστροφή στο μοντέλο του κεντρικού κράτους, όπως συμβαίνει σε ορισμένες χώρες της περιοχής.
-#Azerbaijan:Σύμφωνα με το CNN, το Ισραήλ ανέπτυξε κρυφά αρκετές δεκάδες επίλεκτες στρατιωτικές μονάδες, μονάδες της Μοσάντ και μονάδες πληροφοριών στο Αζερμπαϊτζάν κατά τη διάρκεια του πολέμου με το Ιράν. Αυτό θα αποτελούσε την τέταρτη χώρα που αναφέρεται ότι επέτρεψε στα ισραηλινά στρατεύματα να επιχειρήσουν στο έδαφός του εναντίον του Ιράν.
-#China: Η Κίνα έχει αναπτύξει 100 φορτηγά εξόρυξης χωρίς οδηγό που τροφοδοτούνται από τεχνητή νοημοσύνη.
-#Turkey: Η Koç Holding, της οποίας Επίτιμος Πρόεδρος είναι ο Rahmi Koç, συνεργάζεται με την ισραηλινή εταιρεία πληρωμών Nayax από το 2023.
Ο Ράχμι Κοτς είπε: «Μια Κούρδισσα πήγε στο νοσοκομείο. Ο γιατρός ρώτησε: “Ποια είναι τα παράπονά σας;” Η γυναίκα απάντησε: “Γιατρέ, όλα πονάνε. Όπου αγγίζω, πονάει. Αγγίζω το γόνατό μου, πονάει. Αγγίζω το στήθος μου, πονάει. Αγγίζω την κοιλιά μου, πονάει”. Ο γιατρός είπε: “Η ασθένειά σας είναι κουρδική ασθένεια”».
Η εισαγγελία έχει ξεκινήσει έρευνα εναντίον του Ράχμι Κοτς.
-#Rum_Pontos: #Επιθεση σε τουρκικό αλιευτικό σκάφος Duru 67 στη Μαύρη Θάλασσα κοντά στη Σεβαστούπολη, με αποτέλεσμα να βυθιστεί, 1 νεκρό και 4 τραυματίες.
Το περιστατικό συνέβη στις 5 Ιουνίου 2026, οι τραυματίες διασώθηκαν από άλλο τουρκικό σκάφος και μεταφέρθηκαν με πλοίο της Ακτοφυλακής στην Ινεμπόλου.Η ρωσια με ηλεκτρονικα αντιμετρα βγαζει εκτος πορειας Ουκρανικα ντροουν ,κατι που ειδαμε σε Ελλαδα και Ρουμανια και στις ακτες του Ρουμ Ποντου.
Όσοι θέλετε να κοινοποιείτε την σελίδα διότι η κρατική ΕΡΤ και τα λεγόμενα μεγάλα κανάλια δεν τα δείχνουν αυτά προς το παρόν. “Ουδέν νεότερον από το Ανατολικό Μέτωπο”