Οι Ευθύνες της Γενιάς μου για την Ελλάδα που παραδίδουμε.
Μια επιστολή αυτοκριτικής από τη Γενιά Χ: Τι παραλάβαμε, Τι χάσαμε και Τι αφήνουμε πίσω μας
του Θεόδωρου Ατματζίδη, Υποστρατήγου ε.α.
Υπάρχουν στιγμές στην ιστορική διαδρομή μιας κοινωνίας όπου η αυτοκριτική δεν αποτελεί πολυτέλεια, αλλά ηθική υποχρέωση. Μία τέτοια στιγμή είναι και η σημερινή για τη γενιά μου.
Εμείς, οι άνθρωποι της γενιάς Χ (Generation X), όσοι δηλαδή γεννηθήκαμε περίπου μεταξύ 1965 και 1980, βρισκόμαστε πλέον σε μια ηλικία όπου δεν μπορούμε να μιλάμε ως παρατηρητές των εξελίξεων. Είμαστε μέρος τους. Τις διαμορφώσαμε, τις ανεχθήκαμε, τις επηρεάσαμε και σε πολλές περιπτώσεις επωφεληθήκαμε από αυτές.
Δεν είμαστε η μόνη γενιά που ευθύνεται για τα προβλήματα της σύγχρονης Ελλάδας. Καμία ιστορική περίοδος δεν δημιουργείται από μία μόνο γενιά. Όμως είμαστε η γενιά που ενηλικιώθηκε κατά τη Μεταπολίτευση, που βρέθηκε στα πανεπιστήμια, στις δημόσιες υπηρεσίες, στις επιχειρήσεις, στα συνδικάτα, στα μέσα ενημέρωσης, στα πολιτικά κόμματα, στις διοικήσεις οργανισμών και στους θεσμούς όταν η χώρα διέθεται ιστορικά πρωτοφανείς ευκαιρίες ανάπτυξης και ευρωπαϊκής σύγκλισης.
Και σήμερα οφείλουμε να αναρωτηθούμε: παραδίδουμε στα παιδιά μας μια καλύτερη Ελλάδα από εκείνη που παραλάβαμε;
Η απάντηση, όσο επώδυνη κι αν είναι, δεν μπορεί να είναι καταφατική σε πολλούς κρίσιμους τομείς.

Οι γονείς μας, η γενιά που βίωσε πόλεμο, κατοχή, εμφύλιο, φτώχεια και μετανάστευση, μας κληροδότησαν μια χώρα με τεράστιες αδυναμίες αλλά και με σημαντικά κοινωνικά αποθέματα. Υπήρχε μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στις ανθρώπινες σχέσεις, ισχυρότερη αίσθηση κοινότητας, μεγαλύτερη συνοχή στις γειτονιές και στις οικογένειες. Οι άνθρωποι διέθεταν λιγότερα υλικά αγαθά, αλλά συχνά περισσότερα κοινωνικά στηρίγματα.
Εμείς παραλάβαμε μια κοινωνία που αναπτυσσόταν. Αντί όμως να χρησιμοποιήσουμε αυτή την ανάπτυξη για να ενισχύσουμε τους θεσμούς, την παιδεία, την κοινωνική συνοχή και τη συλλογική ευημερία, συχνά μετατρέψαμε την οικονομική πρόοδο σε αυτοσκοπό.
Από την Οικογένεια στην Ατομικότητα.
Η Generation X μεγάλωσε σε μια περίοδο κοινωνικών αλλαγών, όπου η επαγγελματική επιτυχία, η οικονομική ασφάλεια και η ατομική εξέλιξη απέκτησαν πρωταγωνιστικό ρόλο. Μέσα σε αυτή τη μετάβαση, ο θεσμός της οικογένειας άρχισε να χάνει μέρος της συνοχής και της δύναμής του.
Κοιτάζοντας πίσω, αναρωτιέμαι πολλές φορές αν, στην προσπάθειά μας να εξασφαλίσουμε μια καλύτερη ζωή για τα παιδιά μας, χάσαμε χρόνο που δεν αναπληρώνεται. Εργαστήκαμε περισσότερο, κυνηγήσαμε επαγγελματικούς στόχους, προσπαθήσαμε να προσφέρουμε όσα εμείς στερηθήκαμε. Όμως συχνά λείπαμε από στιγμές που είχαν μεγαλύτερη αξία από όσα αποκτήσαμε.
Τα παιδιά μας μεγάλωσαν σε πιο άνετα σπίτια, αλλά όχι πάντα με την παρουσία που είχαν ανάγκη. Και οι σχέσεις μας δοκιμάστηκαν από μια καθημερινότητα που γινόταν όλο και πιο απαιτητική. Δεν πρόκειται για ευθύνη μιας μόνο γενιάς. Είναι όμως μια αλήθεια που αξίζει να παραδεχτούμε αν θέλουμε να αφήσουμε κάτι καλύτερο πίσω μας.
Ο καταναλωτισμός ως υποκατάστατο της υπαρξιακής πληρότητας
Ίσως το μεγαλύτερο πολιτισμικό λάθος της γενιάς μας ήταν ότι ταυτίσαμε την ευημερία με την κατανάλωση.
Κατά τις δεκαετίες του 1980, του 1990 και των αρχών του 2000, η ελληνική κοινωνία γνώρισε μια πρωτόγνωρη επέκταση του βιοτικού επιπέδου. Αντί όμως να μετατρέψουμε τον πλούτο σε επένδυση για το μέλλον, τον μετατρέψαμε σε επίδειξη κοινωνικής επιτυχίας.
Το μεγαλύτερο σπίτι, το ακριβότερο αυτοκίνητο, οι διακοπές κύρους, η κοινωνική προβολή, η δημόσια εικόνα και αργότερα η ψηφιακή αναγνωρισιμότητα έγιναν βασικοί δείκτες κοινωνικής μας αξίας.
Η κοινωνιολογία περιγράφει αυτό το φαινόμενο ως μετατόπιση από την κοινωνία της κοινότητας στην κοινωνία της κατανάλωσης. Η προσωπική ταυτότητα έπαψε να θεμελιώνεται κυρίως στο ποιος είναι κάποιος και άρχισε να καθορίζεται από το τι διαθέτει και πώς παρουσιάζεται.
Στην πορεία αυτή χάθηκαν θεμελιώδεις αξίες: η εγκράτεια, η απλότητα, η αλληλεγγύη και η αίσθηση του κοινού μέτρου.
Η κανονικοποίηση της διαφθοράς

Ακόμη πιο οδυνηρή είναι η αυτοκριτική που οφείλουμε να κάνουμε για τη διαφθορά.
Η διαφθορά στην Ελλάδα δεν περιορίστηκε ποτέ μόνο στα μεγάλα οικονομικά σκάνδαλα ή στις πολιτικές υποθέσεις που απασχόλησαν τη δημοσιότητα. Το βαθύτερο πρόβλημα ήταν η κοινωνική της κανονικοποίηση.
Το ρουσφέτι έγινε αποδεκτό ως μηχανισμός επίλυσης προβλημάτων. Η προσωπική γνωριμία θεωρήθηκε συχνά σημαντικότερη από την αξιοκρατία. Ο πολίτης δεν ζητούσε ίσους κανόνες για όλους αλλά συχνά αναζητούσε εξαίρεση για τον εαυτό του.
Ως γενιά συμμετείχαμε σε αυτή τη διαδικασία, είτε ενεργητικά είτε παθητικά. Μάθαμε να λειτουργούμε μέσα σε ένα σύστημα ,όπου η παραβίαση των κανόνων δεν θεωρούνταν πάντα ηθικό πρόβλημα αλλά ένδειξη «εξυπνάδας».
Το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό. Η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς διαβρώθηκε. Η αξιοκρατία αποδυναμώθηκε. Οι νέοι άνθρωποι έμαθαν ότι η προσπάθεια δεν αρκεί πάντοτε και ότι οι διασυνδέσεις συχνά αποδίδουν περισσότερο από την αξία.
Η αποτυχία οικοδόμησης ισχυρών θεσμών

Οι ώριμες δημοκρατίες δεν στηρίζονται στους ηγέτες αλλά στους θεσμούς τους.
Η δική μας γενιά είχε τη δυνατότητα να συμβάλει στην ενίσχυση της θεσμικής αξιοπιστίας της χώρας. Αντί γι’ αυτό, επιτρέψαμε συχνά τη διαρκή κομματικοποίηση της δημόσιας ζωής.
Τα πανεπιστήμια, η δημόσια διοίκηση, τα συνδικάτα, οι επαγγελματικοί φορείς και αρκετοί οργανισμοί μετατράπηκαν πολλές φορές σε πεδία κομματικών ανταγωνισμών.
Η θεσμική συνέχεια θυσιάστηκε στον βωμό της πολιτικής σκοπιμότητας. Κάθε κυβέρνηση επιχειρούσε να καταστρεψειι όσα είχε κάνει η προηγούμενη. Οι μακροπρόθεσμες στρατηγικές αντικαταστάθηκαν από βραχυπρόθεσμες πολιτικές επιβίωσης.
Έτσι δημιουργήθηκε μια κοινωνία που δυσκολεύεται να εμπιστευθεί τους ίδιους τους μηχανισμούς της.
Για να μην κατηγορηθώ ότι δεν αναφέρω “τα του οίκου μου”, η αυτοκριτική δεν θα μπορούσε να εξαιρέσει και τις Ένοπλες Δυνάμεις, έναν θεσμό τον οποίο υπηρέτησα επί 38 χρόνια και στον οποίο είχα την ελπίδα ότι η δική μου γενιά —η γενιά των πανελλαδικών εξετάσεων— θα μπορούσε να κάνει τη διαφορά. Εναν θεσμό που διαχρονικά όφειλε να αποτελεί πρότυπο αξιοκρατίας, καθήκοντος, ήθους και προσφοράς προς την πατρίδα.
Η δική μας γενιά δεν κατάφερε πάντοτε να προστατεύσει αυτό το πρότυπο. Πίστεψα ότι θα συμβάλουμε σε μια πορεία όπου η αξιοκρατία, το ήθος και η προσφορά προς την πατρίδα θα αποτελούσαν αδιαπραγμάτευτες αρχές.
Ωστόσο, στην πορεία φάνηκε ότι αυτό δεν ήταν δεδομένο. Σε αρκετές περιπτώσεις αναπτύχθηκαν μηχανισμοί προσωπικής επιρροής και πολιτικές και πελατειακές λογικές που επηρέασαν την εμπιστοσύνη και την αίσθηση δικαιοσύνης μέσα στον θεσμό.
Όταν η εξέλιξη δεν βασίζεται αποκλειστικά στην αξία, την επάρκεια και την προσφορά, αλλά πολλές φορές (για πολλούς στις περισσότερες) στις γνωριμίες, τις ισορροπίες και τις προσωπικές εξαρτήσεις, τότε δεν διαβρώνεται μόνο η λειτουργική αποτελεσματικότητα ενός οργανισμού· διαβρώνεται ο ίδιος ο ηθικός του πυρήνας. Πολλά άξια στελέχη βρέθηκαν αντιμέτωπα με την απογοήτευση, την αίσθηση αδικίας και την πεποίθηση ότι η αφοσίωση στην αποστολή δεν αρκούσε πάντοτε για να αναγνωριστεί η προσφορά τους. Και όταν ένας θεσμός που στηρίζεται στην εμπιστοσύνη, στην πειθαρχία και στο παράδειγμα της ηγεσίας αρχίζει να χάνει την ηθική του συνοχή, τότε η ζημιά δεν περιορίζεται στο εσωτερικό του· αντανακλάται σε ολόκληρη την κοινωνία και αφήνει πίσω του απογοήτευση σε άξιους ανθρώπους που υπηρέτησαν με αφοσίωση, αλλά δεν είδαν πάντα την προσφορά τους να αναγνωρίζεται όπως θα άξιζε.

Η παιδεία που δεν αλλάξαμε. Μία χαμένη ευκαιρία.
Ένας από τους σημαντικότερους τομείς όπου αποτύχαμε είναι η εκπαίδευση.
Παρά τις μεγάλες θυσίες των ελληνικών οικογενειών, η παιδεία συχνά παρέμεινε εγκλωβισμένη σε λογικές του προηγούμενου αιώνα.
Δώσαμε έμφαση στην απομνημόνευση αντί στην κριτική σκέψη. Στις εξετάσεις αντί στη μάθηση. Στο πτυχίο αντί στη γνώση.
Καλλιεργήσαμε γενιές νέων ανθρώπων που εκπαιδεύτηκαν να απαντούν σωστά σε ερωτήσεις αλλά όχι απαραίτητα να θέτουν τις σωστές ερωτήσεις.
Η καινοτομία, η δημιουργικότητα, η συνεργασία και η διαθεματική σκέψη δεν βρέθηκαν ποτέ στο επίκεντρο όσο θα έπρεπε.
Και όταν χιλιάδες νέοι επιστήμονες αναζήτησαν ευκαιρίες στο εξωτερικό, αναρωτηθήκαμε γιατί φεύγουν, χωρίς να εξετάσουμε επαρκώς τι δεν καταφέραμε να τους προσφέρουμε.
Η αγορά εργασίας και η προδομένη υπόσχεση της κοινωνικής ανόδου
Η γενιά μας μεγάλωσε με την πεποίθηση ότι κάθε επόμενη γενιά θα ζήσει καλύτερα από την προηγούμενη.
Αυτή ήταν ίσως η μεγαλύτερη κοινωνική υπόσχεση της μεταπολεμικής Ευρώπης.
Σήμερα, για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, πολλοί νέοι αμφιβάλλουν αν θα μπορέσουν να αποκτήσουν κατοικία, οικονομική ασφάλεια ή οικογένεια με τους όρους που θεωρούνταν φυσιολογικοί πριν από λίγες δεκαετίες.
Η ανασφάλεια της εργασίας, οι χαμηλοί μισθοί, η αδυναμία αποταμίευσης και η διαρκής αβεβαιότητα αποτελούν πλέον χαρακτηριστικά της καθημερινότητας.
Δεν δημιουργήσαμε τις συνθήκες που θα επέτρεπαν στις νεότερες γενιές να αισθανθούν ότι το μέλλον τους ανήκει.

Η κρίση του κοινωνικού κεφαλαίου
Ο κοινωνιολόγος Robert Putnam περιέγραψε το φαινόμενο της μείωσης του κοινωνικού κεφαλαίου ως τη σταδιακή αποδυνάμωση των δεσμών εμπιστοσύνης και συνεργασίας μεταξύ των ανθρώπων.
Αυτό ακριβώς συνέβη και στην ελληνική κοινωνία.
Οι γειτονιές έγιναν πιο ανώνυμες. Οι συλλογικότητες ασθένησαν. Οι πολίτες απομακρύνθηκαν από τη συμμετοχή στα κοινά. Η καχυποψία έγινε κυρίαρχο συναίσθημα.
Οι άνθρωποι έμαθαν να λειτουργούν περισσότερο ως μονάδες παρά ως κοινότητες.
Η κοινωνική μοναξιά, η αποξένωση και η δυσπιστία αποτελούν πλέον δομικά χαρακτηριστικά της εποχής μας.
Η δημογραφική κρίση
Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που αφήνουμε πίσω μας είναι το δημογραφικό.
Η Ελλάδα γερνά. Οι γεννήσεις μειώνονται. Οι νέοι καθυστερούν να δημιουργήσουν οικογένεια ή επιλέγουν να μην αποκτήσουν παιδιά.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθιά κοινωνικό και πολιτισμικό.
Όταν μια κοινωνία δεν εμπνέει αισιοδοξία για το μέλλον, δυσκολεύεται να αναπαραχθεί όχι μόνο βιολογικά αλλά και πολιτισμικά.
Το περιβάλλον που αντιμετωπίσαμε ως ανεξάντλητο
Η γενιά μας μεγάλωσε σε μια εποχή όπου η περιβαλλοντική ευαισθησία ήταν περιορισμένη.
Χτίσαμε άναρχα. Καταναλώσαμε αλόγιστα φυσικούς πόρους. Επιβαρύναμε οικοσυστήματα που χρειάστηκαν αιώνες για να δημιουργηθούν.
Σήμερα οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής είναι ορατές παντού.
Οι επόμενες γενιές θα κληθούν να διαχειριστούν προβλήματα που εμείς συμβάλαμε να δημιουργηθούν.

Η κοινωνία της εικόνας
Ίσως το πιο ύπουλο λάθος μας να ήταν η αντικατάσταση της ουσίας από την εικόνα.
Σταδιακά μάθαμε να δίνουμε μεγαλύτερη αξία στο φαίνεσθαι παρά στο είναι.
Η δημόσια αναγνώριση έγινε πιο σημαντική από την κοινωνική προσφορά. Η δημοφιλία συχνά απέκτησε μεγαλύτερη βαρύτητα από τη γνώση. Η προβολή θεωρήθηκε απόδειξη αξίας.
Ο Αμερικανός συγγραφέας Κερτ Βόνεγκατ έγραψε στο μυθιστόρημά του «Mother Night» μια φράση που μοιάζει να περιγράφει με ανατριχιαστική ακρίβεια τη διαδρομή της εποχής μας: «Είμαστε αυτό που προσποιούμαστε ότι είμαστε, γι’ αυτό πρέπει να είμαστε προσεκτικοί σχετικά με το τι προσποιούμαστε ότι είμαστε». Ως κοινωνία, και ιδιαίτερα ως γενιά, συχνά προσποιηθήκαμε ότι ήμασταν πιο επιτυχημένοι από όσο πραγματικά ήμασταν, πιο ευημερούντες από όσο αντέχαμε να είμαστε, πιο σύγχρονοι από όσο ουσιαστικά γινόμασταν. Προσποιηθήκαμε ότι η ανάπτυξη ήταν πρόοδος, ότι η κατανάλωση ήταν ευτυχία, ότι η προβολή ήταν καταξίωση. Και τελικά κινδυνεύσαμε να μετατραπούμε σε αυτό ακριβώς που παριστάναμε.
Οι νέοι άνθρωποι μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον όπου η ορατότητα συχνά ανταμείβεται περισσότερο από την ουσιαστική δημιουργία.
Και αυτό αποτελεί ίσως μια από τις πιο επικίνδυνες πολιτισμικές παρακαταθήκες που αφήνουμε πίσω μας.
Μια συγγνώμη που δεν είναι εύκολη
Όλα τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι η Ελλάδα δεν προόδευσε. Προόδευσε σε πολλούς τομείς. Έγινε πιο δημοκρατική, πιο ανοιχτή, πιο ανεκτική σε πολλές κοινωνικές διαφοροποιήσεις. Βελτίωσε τις υποδομές της, ενίσχυσε τα δικαιώματα και πέτυχε σημαντικές κατακτήσεις.
Όμως η πρόοδος αυτή δεν αναιρεί τις αποτυχίες μας.
Η γενιά μας είχε ιστορικές ευκαιρίες που καμία προηγούμενη γενιά δεν είχε σε τέτοιο βαθμό: ευρωπαϊκή ένταξη, χρηματοδοτικούς πόρους, πρόσβαση στη γνώση, τεχνολογική ανάπτυξη, δημοκρατική σταθερότητα.
Και παρ’ όλα αυτά δεν καταφέραμε να μετατρέψουμε αυτά τα πλεονεκτήματα σε ένα διαχρονικά βιώσιμο κοινωνικό μοντέλο.
Γι’ αυτό η συγγνώμη που οφείλουμε στις νεότερες γενιές δεν είναι μια πράξη ενοχής αλλά μια πράξη ευθύνης.
Δεν τους χρωστάμε ωραιοποιημένες αφηγήσεις για το παρελθόν. Δεν τους χρωστάμε δικαιολογίες. Δεν τους χρωστάμε εξηγήσεις για το γιατί «έτσι ήταν τα πράγματα».

Τους χρωστάμε την αλήθεια.
Και η αλήθεια είναι ότι σε πολλές περιπτώσεις παραδώσαμε μια κοινωνία πλουσιότερη σε τεχνολογία αλλά φτωχότερη σε εμπιστοσύνη. Πλουσιότερη σε πληροφορία αλλά φτωχότερη σε σοφία. Πλουσιότερη σε δυνατότητες αλλά φτωχότερη σε συλλογικό όραμα.
Αν υπάρχει ακόμη ελπίδα, αυτή βρίσκεται στην ειλικρινή αναγνώριση των λαθών μας. Διότι μόνο μια κοινωνία που έχει το θάρρος να κοιτάξει κατάματα τις αποτυχίες της μπορεί να διεκδικήσει ένα καλύτερο μέλλον.
Ο Χρόνης Μίσσιος, ένας άνθρωπος που γνώρισε την ιστορία, την ήττα, την ελπίδα και την αξιοπρέπεια, είχε γράψει κάποτε: «Όταν συνειδητοποίησα ότι δεν μπορώ να αλλάξω το σύστημα, άρχισα να αγωνίζομαι να μην με αλλάξει αυτό. Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωπος. Και αυτό είναι η κορυφαία πολιτική μάχη. Να μπορείς να αποφεύγεις τη βαρβαρότητα αυτής της εποχής. Να μπορείς να παραμένεις άνθρωπος με τρυφερότητα. Με το δικό σου βλέμμα».
Ίσως αυτή να είναι και η βαθύτερη αυτοκριτική που οφείλουμε να κάνουμε ως Generation X. Δεν αποτύχαμε μόνο σε οικονομικούς ή πολιτικούς στόχους. Σε αρκετές περιπτώσεις επιτρέψαμε στο ίδιο το σύστημα αξιών της εποχής να μας μεταμορφώσει. Επιτρέψαμε στον ανταγωνισμό να γίνει σημαντικότερος από τη συνεργασία, στην ιδιοτέλεια να υπερισχύσει της αλληλεγγύης, στην εικόνα να υπερισχύσει της ουσίας. Δεν κατορθώσαμε πάντα να παραμείνουμε οι άνθρωποι που πιστεύαμε ότι θα γίνουμε όταν ήμασταν νέοι.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι το μόνο ερώτημα που θα έχει πραγματική σημασία όταν η γενιά μας περάσει οριστικά στο περιθώριο της ιστορίας.
Όχι τι αποκτήσαμε.
Όχι τι καταναλώσαμε.
Όχι τι χτίσαμε για τον εαυτό μας.
Αλλά τι αφήσαμε πίσω μας στους άλλους.

Γιατί, στο τέλος κάθε εποχής, οι κοινωνίες δεν κρίνονται από τον πλούτο τους ούτε από τους δείκτες ανάπτυξής τους.
Κρίνονται από το μέγεθος της ανθρωπιάς που κατάφεραν να διασώσουν.
Και γι’ αυτό το ερώτημα επιστρέφει ακόμη και σήμερα, αμείλικτο:
Μέσα σε αυτή τη διαδρομή, καταφέραμε άραγε να παραμείνουμε άνθρωποι;
Και γι’ αυτό, ως μέλη της γενιάς X, οφείλουμε να πούμε μια λέξη που ακούστηκε πολύ σπάνια στη δημόσια ζωή της χώρας μας:
Συγγνώμη.
Θεόδωρος Ατματζίδης
Ο Υποστράτηγος ΕΑ Θεόδωρος Ατματζίδης, έχει υπηρετήσει σε ανώτατες θέσεις στρατηγικής ασφάλειας, πληροφοριών, διοίκησης και διεθνών σχέσεων, με πολυετή υπηρεσία στο ΝΑΤΟ, στο ΓΕΣ και στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας. Υπηρέτησε ως Director – Assistant Chief of Staff (ACOS) (2019–2021), καθώς και ως Executive Officer στο Public Affairs Office (2006–2009) στο NATO SHAPE Mons- Βέλγιο , με ευθύνη στη στρατηγική επικοινωνία και διεθνή εκπροσώπηση. Διετέλεσε επίσης ως Τμηματάρχης στην Διεύθυνση Εξοπλισμών του ΓΕΣ , ως Διευθυντής Πληροφοριών και Ασφάλειας και Διευθυντής Αντικατασκοπείας στο ΓΕΕΘΑ, ενώ έχει διατελέσει και καθηγητής στη Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Διαθέτει μεταπτυχιακούς τίτλους στις Στρατηγικές Σπουδές και στη Διοίκηση .



Σε τι θα διαφέρει -το υπέροχο και πληρέστατο άρθρο του Στρατηγού-από μια Έκθεση Ιδεών -σαν αυτές που γράφαμε στις μεγαλύτερες τάξεις του 8ταξίου Γυμνασίου ,(από το οποίο απεφοίτησα το σωτήριο έτος 196), αφού -όπως εκείνες -περιγράφει καταστάσεις και κοινωνικές ”εικόνες” ,χωρίς να εξηγεί πότε ,πως και από ποιους δημιουργήθηκαν αυτές οι δυσμενείς για τον Ελλαδικό ελληνισμό;;;. Γιατί -καλοί μου άνθρωποι –
ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΜΟΙΡΑΙΟ ΝΑ ΜΑΣ ΕΠΙΣΥΜΒΟΥΝ και ούτε οι μισοί -σαν εμένα-Έλληνες (που καταλαβαίναμε τι μας περιμένει )θέλαμε να μας επισυμβούν ΚΑΙ ΠΑΡ’ΟΤΙ ΑΝΤΙΔΡΟΥΣΑΜΕ ΜΕ ΤΗΝ ΨΗΦΟ ΜΑΣ να μη μας επισυμβούν ΔΕΝ ΜΑΣ ΑΚΟΥΓΕ ΚΑΝΕΙΣ ΓΙΑΤΊ (μας έλεγαν)
”το ποτάμι δεν γυρνάει πίσω ”;;;.
Οι δύο γενιές των Ελληνίδων και των Ελλήνων, που γεννήθηκαν μετά το 1965-που και ο στρατηγός αναφέρει-να είμαστε βέβαιοι (το ακούμε κιόλας) ότι κατακρίνουν και βρίζουν μετά το 2010 και το 2015 τις κυβερνήσεις , που υποσχέθηκαν και επιχείρησαν αλλαγές ΠΑΝΤΟΥ ,αλλά άφησαν ΜΟΝΟ καταστροφές για όλους τους Έλληνες και τον ελληνισμό ΠΑΛΙ ΠΑΝΤΟΥ .
Είναι σε πολύ δύσκολη θέση ιδίως οι γονείς και οι γονείς των γονέων τους , ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ στα παιδιά και τα εγγόνια τους , γιατί εννέα φορές μετά το 1981 ως το 2009 ψήφιζαν το ΠΑΣΟΚ , που μας δημιούργησε την πληθώρα των προβλημάτων που ζούμε και περιγράφει το άρθρο του στρατηγού ,ως ψηφιακή ακτινογραφία της προηγούμενης 45ετίας. .
Υ.Γ Να λέμε, αγαπητοί μου, ” και του στραβού το δίκιο” .
Απεδείχθη ότι δεν είχαν συναίσθηση οι ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ και των άλλων ”δημοκρατικών” πολιτικών δυνάμεων (που συνέπραξαν ΣΤΟ ΧΑΜΗΛΩΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΞΗΛΩΜΑ της κοινωνίας και των Ελλήνων) και ούτε περνούσαν από το μυαλό τους αυτές οι ιδέες ,που αναφέρονται στο άρθρο .
Όλους αυτούς ένα τους δονούσε την καρδιά ,
ΝΑ ΦΥΓΕΙ Η ΔΕΞΙΑ και να περνάμε καλά .
Θα τα γράψουν όλα αυτά στα χαρτιά στην ουδέτερη Ιστορία τα παιδιά και εγγόνια μας ,που βδελύσσονται πια την κυβερνώσα δύο φορές ΑΡΙΣΤΕΡΑ ,να είμαστε καλά.
Σταύρος Αθαν.Ναλμπάντης.
«Τρώγε την πρόοδο και με τα φλούδια και με τα κουκούτσια της» λέει ο ποιητής.
Ὁ ἐκσυγχρονισμὸς καὶ ἡ πρόοδος στὶς δυτικὲς κοινωνίες ποὺ ἦταν αὐτὰ τὰ χρόνια ὑπόδειγμα ἀνάπτυξης, ἔχει καὶ ἐκεῖ ὁδηγηθεῖ σὲ τεχνολογικὴ μόνο ἀνάπτυξη.
Στὰ ἐσωτερικά μας ἡ ` μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στὶς ανθρώπινες σχέσεις `καὶ ἡ `ισχυρότερη αίσθηση κοινότητας ` δὲν ἦταν γενικὴ γιατί ὁ πληθυσμὸς ἐρχόταν ἀπὸ τὶς πληγὲς τοῦ ἐμφυλίου καὶ μία ὑποβόσκουσα ἀντιπαλότητα σὲ κάθε συλλογικὴ προσπάθεια καὶ μόλις τὸ 1974 νομιμοποιήθηκε τὸ ΚΚΕ καὶ μετὰ τὸ 1985 ἄλλαξε τὸ καθεστὼς στὴν Ρωσία.
Αὐτὰ εἶχαν ἀντίκτυπο στὴν ἐσωτερικὴ πολιτική καί στόν λαό. Ἡ οἰκονομικὴ πρόοδος ἦταν γενικὴ μετά γιατί ἀφοροῦσε ὅλο τὸν πληθυσμό. Αὐτὸ φαίνεται στὶς κατοικίες ποὺ κτίσθηκαν ἢ ἀνακαινίσθηκαν καὶ τώρα ἀποτελοῦν τὴν ὑποδομὴ γιὰ τουριστικὴ ἀνάπτυξη τῆς χώρας. Ἀξιοποιήθηκαν δηλαδή.
Παράλληλα οἱ Βορειοηπειρῶτες καὶ Ἀλβανικῆς προέλευσης ποὺ ἦρθαν ἀπὸ μιὰ κλειστὴ κοινωνία ἔχουν προσαρμοστεῖ στὴν σύγχρονη ζωή, ἔχουν νοικοκυρευτεὶ εἴτε ἐδῶ εἴτε πίσω στὶς περιοχές τους ποὺ ἀναπτύσσονται κι αὐτὲς τουριστικά. Ἐπίσης ἕνα μεγάλο δυναμικὸ ἀπὸ Νότιες καὶ Ἀνατολικὲς χῶρες τροφοδοτεῖται ἀπὸ τὴν οἰκονομία τῆς χώρας.
Οἱ πτυχιοῦχοι τῆς γενιᾶς αὐτῆς δὲν ἔχουν προηγούμενο στὴν χώρα καὶ ἀξιοποιοῦνται σὲ ξένες χῶρες ἀλλὰ καὶ ἐντός, ἐκεῖ πού πρίν πήγαιναν ξενιτεμένοι ἀπό ἀνάγκη.
Τὰ ἔργα ποὺ ἔχουν γίνει στὴ χώρα, κέντρα Ὑγείας, σχολεῖα, Τεχνικὰ σχολεῖα, Ἀνώτατες Σχολές, ὁδικὸ δίκτυο, ἀεροδρόμια, μετρό, λιμάνια, ἀρχαιολογικοῦ ἐνδιαφέροντος Μουσεῖα καί ἀποκαταστάσεις, Ὀλυμπιακά ἔργα κλπ καλύπτουν μόνιμες ἀνάγκες.
Λείπουν ἀρκετὰ ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ μὴν ἀναγνωρίζουμε τὸ σημεῖο ποὺ βρισκόμαστε. Οἱ ἀνθρώπινες σχέσεις εἶναι πολὺ καλύτερες ἀπὸ πολλὲς δυτικὲς χῶρες, ὅπως καὶ ἡ εὐαισθησία τοῦ λαοῦ.
Ὑστερεῖ ἡ ἐποχὴ σὲ πνευματικότητα ἔναντι τῆς ὑπερεπάρκειας καταναλωτικῶν ἀγαθῶν. Αὐτὸ συμβαίνει σὲ ὅλο τὸν δυτικὸ πολιτισμό. Ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ παιδεία ποὺ ἔχουν αὐτὸ τὸν ρόλο τῆς πνευματικῆς μόρφωσης τοῦ ἀνθρώπου, ἔχουν ὑπερκερασθεῖ ἀπὸ τὸν σύγχρονο τρόπο ζωῆς, ἀλλὰ ὑπάρχουν ἀρκετοὶ ποὺ διατηροῦν τὶς ἀρχές τους μέσα σὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ζωῆς. Ἐπίσης ἡ τόση ἀνάπτυξη χωρὶς μέτρο, χωρὶς σεβασμὸ στὸ περιβάλλον δείχνει τὰ προβλήματά της γιὰ ὅσους βλέπουν. Χρειάζονται δράσεις ἐπίκαιρες, καινοτόμες καὶ νὰ ὑπάρξει παιδεία κατάλληλη ἀπὸ δασκάλους καὶ πνευματικοὺς ἀνθρώπους, μέ τήν γνώση ὅτι ἡ κάθε πράξη ἔχει ἀντίκτυπο καὶ ἀνταπόδοση.