Η Ελλάδα πρέπει να επιλέξει τι είδους ναυτική ισχύ θέλει

του Δημήτρη Τσαϊλά, Υποναυάρχου ε.α.

Το πραγματικό δίλημμα για το Πολεμικό Ναυτικό δεν είναι Στόλος ή Ασπίδα του Αχιλλέα. Είναι αν οι περιορισμένοι πόροι θα επενδυθούν κυρίως σε λίγες ακριβές πλατφόρμες ή σε ένα πολυεπίπεδο ναυτικό που θα μπορεί να ελέγχει, να επιχειρεί και να αντέχει.

Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια απόφαση που δεν μπορεί πλέον να κρυφτεί πίσω από τεχνικούς όρους. Το ερώτημα για το Πολεμικό Ναυτικό του 2035 είναι συγκεκριμένο:

Θα διαθέσουμε το μεγαλύτερο μέρος των διαθέσιμων πόρων για έναν μικρότερο αριθμό εξαιρετικά προηγμένων πολεμικών πλοίων ή θα επιδιώξουμε έναν μεγαλύτερο και πιο κατανεμημένο στόλο, συνδυάζοντας φρεγάτες, κορβέτες, υποβρύχια, μη επανδρωμένα συστήματα, αισθητήρες, πυρομαχικά, υποδομές και υποστήριξη;

Αυτό είναι το πραγματικό δίλημμα. Και δεν είναι τεχνικό. Είναι πολιτικό. Διότι η Ελλάδα δεν μπορεί να αποκτήσει τα πάντα στον μέγιστο δυνατό βαθμό. Οι πόροι είναι πεπερασμένοι. Κάθε επιλογή υπέρ μιας δυνατότητας περιορίζει αναγκαστικά τη δυνατότητα επένδυσης σε κάποια άλλη. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να φύγει από το ερώτημα «ποιο πλοίο είναι καλύτερο;» και να περάσει στο πολύ δυσκολότερο. Ποιο ναυτικό μπορεί να παράγει περισσότερη πραγματική ισχύ ανά ευρώ και να τη διατηρεί επιχειρησιακά διαθέσιμη σε βάθος χρόνου;

Το δίλημμα πρέπει να ειπωθεί καθαρά

Υπάρχουν δύο διαφορετικές λογικές. Η πρώτη λέει, λιγότερες αλλά εξαιρετικά προηγμένες μονάδες, με μεγάλη ισχύ πυρός και προηγμένα συστήματα. Η δεύτερη λέει, συνδυασμός προηγμένων μονάδων με περισσότερες μικρότερες μονάδες, μη επανδρωμένα μέσα, αισθητήρες και δικτυωμένες δυνατότητες, ώστε η παρουσία να κατανέμεται σε μεγαλύτερο χώρο.

Καμία από τις δύο λογικές δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως απόλυτη. Το ζήτημα είναι ποια αναλογία μπορεί να υπηρετήσει καλύτερα τις ελληνικές επιχειρησιακές ανάγκες και ταυτόχρονα να παραμείνει οικονομικά βιώσιμη. Εδώ όμως υπάρχει μία κρίσιμη παράμετρος. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς δύναμη πρώτης ημέρας. Χρειάζεται δύναμη που μπορεί να παραμένει διαθέσιμη και τη δεύτερη, την τρίτη και την εικοστή ημέρα μιας κρίσης. Αυτό αλλάζει ολόκληρο τον υπολογισμό.

Η ακριβότερη πλατφόρμα δεν είναι πάντα η ακριβότερη επιλογή Μία προηγμένη φρεγάτα μπορεί να προσφέρει δυνατότητες που καμία μικρότερη μονάδα δεν μπορεί να αναπαράγει. Αλλά η πραγματική της αξία δεν εξαντλείται στο κόστος αγοράς. Χρειάζεται πλήρωμα. Χρειάζεται εκπαίδευση. Χρειάζεται ανταλλακτικά. Χρειάζεται πυρομαχικά. Χρειάζεται συντήρηση. Χρειάζεται αναβαθμίσεις. Χρειάζεται υποδομές. Χρειάζεται ασφαλείς επικοινωνίες και διασύνδεση με το υπόλοιπο σύστημα.

Άρα το πολιτικό ερώτημα δεν είναι, «Μπορούμε να αγοράσουμε το συγκεκριμένο πλοίο;» Αλλά «Μπορούμε να υποστηρίξουμε αυτό το πλοίο και όσα άλλα χρειάζονται για να λειτουργεί ως μέρος ενός αποτελεσματικού στόλου για τις επόμενες τρεις δεκαετίες;» Αν η απάντηση είναι όχι, τότε το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο πλοίο. Βρίσκεται στον σχεδιασμό.

Το δεύτερο δίλημμα, λίγες μονάδες παντού ή περισσότερες μονάδες σε περισσότερα σημεία;

Η ελληνική γεωγραφία κάνει το ζήτημα ακόμη πιο συγκεκριμένο. Το Αιγαίο απαιτεί συνεχή επίγνωση και παρουσία σε έναν χώρο με μεγάλο αριθμό νησιών, θαλάσσιων διαύλων και σημείων ενδιαφέροντος. Η Ανατολική Μεσόγειος απαιτεί δυνατότητα παρουσίας σε μεγαλύτερες αποστάσεις. Οι θαλάσσιες υποδομές απαιτούν επιτήρηση. Οι γραμμές επικοινωνιών απαιτούν προστασία. Οι συμμαχικές υποχρεώσεις απαιτούν διαθεσιμότητα δυνάμεων. Ένας μικρός αριθμός εξαιρετικά προηγμένων μονάδων μπορεί να συγκεντρώνει μεγάλη ισχύ. Δεν μπορεί όμως να βρίσκεται ταυτόχρονα παντού. Αυτό είναι το πρόβλημα της διαθεσιμότητας και της διασποράς.

Εδώ οι μικρότερες μονάδες, τα UAV, τα USV και τα UUV αποκτούν διαφορετική σημασία. Δεν αντικαθιστούν τη φρεγάτα. Μπορούν όμως να επιτρέψουν στη φρεγάτα να χρησιμοποιείται εκεί όπου η ισχύς της είναι πραγματικά αναγκαία. Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από το να αγοράζουμε απλώς περισσότερα πλοία.

Το Αιγαίο δεν χρειάζεται έναν στόλο που περιμένει την κρίση Χρειάζεται έναν στόλο που βλέπει πριν από την κρίση. Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο σημαντική αλλαγή. Η Ελλάδα πρέπει να γνωρίζει τι συμβαίνει στον θαλάσσιο χώρο όσο το δυνατόν νωρίτερα.

Αυτό απαιτεί ένα πλέγμα:

  • UAV για εναέρια επιτήρηση,
  • USV για επίμονη παρουσία στην επιφάνεια,
  • UUV για τον υποβρύχιο χώρο,
  • παράκτιους αισθητήρες,
  • δορυφορικά δεδομένα,
  • αεροπορικά μέσα,
  • πλοία επιφανείας,
  • υποβρύχια,
  • ασφαλείς επικοινωνίες,
  • κέντρα διοίκησης και ελέγχου.

Ο στόχος είναι ένας, να δημιουργηθεί μία ενιαία θαλάσσια εικόνα.

Έτσι η φρεγάτα δεν θα χρειάζεται να είναι ταυτόχρονα περιπολικό, αισθητήρας, πλατφόρμα διοίκησης και μέσο συνεχούς επιτήρησης. Θα είναι μέρος ενός μεγαλύτερου συστήματος. Αυτό επιτρέπει στην Ελλάδα να χρησιμοποιεί κάθε πλατφόρμα για αυτό που πραγματικά αξίζει.

Επομένως, το πραγματικό δίλημμα είναι και «πλοίο ή δίκτυο»

Αν ένας σημαντικός πρόσθετος πόρος μπορεί να χρηματοδοτήσει είτε μία ακόμη πολύ ακριβή πλατφόρμα είτε ένα ολοκληρωμένο πακέτο αισθητήρων, μη επανδρωμένων συστημάτων, επικοινωνιών, πυρομαχικών και υποστήριξης, τότε η πολιτική απόφαση δεν μπορεί να ληφθεί μόνο με βάση το ποια επιλογή φαίνεται εντυπωσιακότερη. Πρέπει να εξεταστεί ποια επιλογή αυξάνει περισσότερο τη συνολική επιχειρησιακή ικανότητα.

Αυτό είναι το σημείο όπου αλλάζει η έννοια της εξοπλιστικής πολιτικής. Δεν αγοράζουμε «ένα πλοίο». Αγοράζουμε μια νέα δυνατότητα. Και αυτή η δυνατότητα πρέπει να μετριέται σε επιχειρησιακά αποτελέσματα όπως παρακάτω:

Πόσο μεγαλύτερη περιοχή μπορούμε να επιτηρούμε;

Πόσο ταχύτερα μπορούμε να αντιδράσουμε;

Πόσο περισσότερο μπορούμε να παραμείνουμε σε επιχειρήσεις;

Πόσες μονάδες μπορούμε να διατηρήσουμε διαθέσιμες;

Πόσο γρήγορα μπορούμε να αναπληρώσουμε απώλειες ή να επισκευάσουμε βλάβες;

Αυτές είναι οι πραγματικές μετρήσεις της ναυτικής ισχύος.

Το πιο δύσκολο πολιτικό ερώτημα: τι θυσιάζουμε;

Εδώ βρίσκεται η ουσία. Κάθε αμυντική επιλογή έχει κόστος ευκαιρίας. Εάν επιλεγεί ένας στόλος με πολύ μεγάλο βάρος σε λίγες και ακριβές μονάδες, τότε πρέπει να απαντηθεί πώς θα εξασφαλιστούν η διασπορά, η επίμονη παρουσία, η επαρκής διαθεσιμότητα και η κάλυψη πολλών περιοχών.

Εάν επιλεγεί μεγαλύτερη κατανομή πόρων σε μικρότερες μονάδες και μη επανδρωμένα συστήματα, τότε πρέπει να απαντηθεί πώς θα εξασφαλιστεί η απαιτούμενη ισχύς πυρός, η βιωσιμότητα, η διοίκηση και η δυνατότητα διεξαγωγής επιχειρήσεων υψηλής έντασης.

Αυτό είναι το πραγματικό δίλημμα.

Και δεν λύνεται με συνθήματα υπέρ της «ποιότητας» ή της «ποσότητας». Λύνεται με συγκεκριμένη επιχειρησιακή αρχιτεκτονική. Η Ελλάδα πρέπει να αγοράζει δυνατότητες, όχι αριθμούς. Ένα πλοίο δεν πρέπει να αξιολογείται μόνο ως «μία μονάδα». Πρέπει να αξιολογείται ως τμήμα ενός επιχειρησιακού συνόλου. Μία κορβέτα που συνδέεται με UAV, παράκτιους αισθητήρες και κέντρο διοίκησης μπορεί να παράγει μεγαλύτερη επίγνωση από μία απομονωμένη μονάδα. Μία φρεγάτα που λαμβάνει δεδομένα από πολλαπλές πηγές μπορεί να αξιοποιήσει καλύτερα τους αισθητήρες και τα όπλα της. Ένα υποβρύχιο που εντάσσεται σε ευρύτερο δίκτυο επιτήρησης αποκτά διαφορετική επιχειρησιακή αξία. Ένα UUV που παρακολουθεί μια κρίσιμη υποθαλάσσια υποδομή μπορεί να λειτουργεί ως μέρος μιας μόνιμης αρχιτεκτονικής προστασίας.

Το ζητούμενο επομένως δεν είναι ο αριθμός των μέσων. Είναι η ικανότητα που παράγουν μαζί. Και εδώ μπαίνει η πολιτική ευθύνη

Η πολιτική ηγεσία δεν μπορεί να μεταφέρει αυτή την απόφαση αποκλειστικά στους επιτελείς ή στους κατασκευαστές. Οι στρατιωτικοί μπορούν να προσδιορίσουν τις επιχειρησιακές απαιτήσεις. Η βιομηχανία μπορεί να προσφέρει λύσεις. Αλλά η τελική απόφαση για το πού θα κατευθυνθούν οι περιορισμένοι εθνικοί πόροι είναι πολιτική. Γι’ αυτό χρειάζεται να τεθεί δημόσια και καθαρά. Θέλουμε ένα Πολεμικό Ναυτικό που θα διαθέτει λίγες κορυφαίες πλατφόρμες ή ένα Πολεμικό Ναυτικό που θα μπορεί να παράγει επίμονη, κατανεμημένη και δικτυωμένη θαλάσσια ισχύ;

Η απάντηση δεν χρειάζεται να είναι «το ένα ή το άλλο». Αλλά πρέπει να είναι συγκεκριμένη ως προς την ισορροπία. Πόσες μεγάλες μονάδες; Πόσες μικρότερες; Πόσα μη επανδρωμένα μέσα; Πόσοι αισθητήρες; Πόσα πυρομαχικά; Ποια επίπεδα διαθεσιμότητας; Ποια υποδομή; Ποια εγχώρια υποστήριξη; Ποιος ρυθμός αναβάθμισης;

Χωρίς απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, δεν υπάρχει ακόμη ναυτική στρατηγική. Υπάρχει εξοπλιστικός σχεδιασμός.

Το Πολεμικό Ναυτικό του 2030 πρέπει να σχεδιαστεί ανάποδα

Η διαδικασία πρέπει να ξεκινήσει από την αποστολή. Τι πρέπει να μπορεί να κάνει η Ελλάδα; Μετά να προσδιοριστούν οι απαιτούμενες δυνατότητες. Μετά η αρχιτεκτονική του στόλου. Και μόνο στο τέλος οι συγκεκριμένες πλατφόρμες.

Αποστολή → δυνατότητα → αρχιτεκτονική → πλατφόρμα.

Όχι:

πλατφόρμα → αγορά → και μετά αναζήτηση αποστολής.

Η διαφορά φαίνεται μικρή.

Στην πραγματικότητα είναι τεράστια.

Η επιλογή του μέλλοντος είναι επιλογή αντοχής

Το Πολεμικό Ναυτικό που θα έχει η Ελλάδα το 2030 θα πρέπει να μπορεί να λειτουργεί όχι μόνο στην πρώτη φάση μιας κρίσης αλλά σε παρατεταμένο περιβάλλον πίεσης. Αυτό σημαίνει ότι η διαθεσιμότητα μπορεί να είναι εξίσου σημαντική με την ονομαστική ισχύ. Η εκπαίδευση εξίσου σημαντική με την αγορά. Τα πυρομαχικά εξίσου σημαντικά με τους εκτοξευτές. Τα ανταλλακτικά εξίσου σημαντικά με το πλοίο. Τα δεδομένα εξίσου σημαντικά με τον αισθητήρα. Και το δίκτυο εξίσου σημαντικό με τον κόμβο. Εδώ βρίσκεται η νέα έννοια της ναυτικής ισχύος.

Το πραγματικό πολιτικό δίλημμα

Η Ελλάδα δεν καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε «καλά» και «κακά» πλοία. Καλείται να επιλέξει πού θέλει να βρίσκεται το βάρος της ναυτικής της ισχύος. Σε λίγες, πολύ ακριβές και εξαιρετικά ισχυρές πλατφόρμες; Σε μεγαλύτερο αριθμό μικρότερων μονάδων; Σε μη επανδρωμένα συστήματα και αισθητήρες; Σε πυρομαχικά και διαθεσιμότητα; Σε υποδομές και ανθρώπινο δυναμικό; Ή σε έναν συνδυασμό όλων αυτών, σχεδιασμένο ως ενιαίο σύστημα;

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι «όλα». Γιατί το «όλα» δεν είναι στρατηγική όταν οι πόροι είναι περιορισμένοι. Στρατηγική είναι να γνωρίζεις τι βάζεις πρώτο  και τι αποδέχεσαι ότι δεν μπορείς να έχεις στον ίδιο βαθμό.

Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό δίλημμα του Πολεμικού Ναυτικού. Και γι’ αυτό η συζήτηση για το 2030 δεν πρέπει να αρχίσει από τα ναυπηγεία. Πρέπει να αρχίσει από την πολιτική απόφαση. Τι θαλάσσια ισχύ θέλει να διαθέτει η Ελλάδα και ποιο κόστος είναι διατεθειμένη να αναλάβει για να την έχει πραγματικά διαθέσιμη;

Από εκεί πρέπει να προκύψουν οι φρεγάτες. Οι κορβέτες. Τα υποβρύχια. Τα UAV. Τα USV. Τα UUV. Οι αισθητήρες. Τα πυρομαχικά. Οι υποδομές. Και η βιομηχανική βάση. Όχι το αντίστροφο.

Γιατί στο τέλος, το Πολεμικό Ναυτικό του 2030 δεν θα κριθεί από το πόσα συμβόλαια υπεγράφησαν. Θα κριθεί από το εάν, όταν χρειαστεί, η Ελλάδα θα διαθέτει αρκετές μονάδες, αρκετή πληροφορία, αρκετά πυρομαχικά, αρκετό προσωπικό, αρκετή διαθεσιμότητα και αρκετή αντοχή ώστε η ναυτική της ισχύς να είναι πραγματική.

Το δίλημμα, λοιπόν, δεν είναι «ποιο πλοίο θα αγοράσουμε». Είναι «τι είδους ναυτική δύναμη θέλουμε να είμαστε σε θέση να χρησιμοποιήσουμε όταν πραγματικά θα τη χρειαστούμε».

Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).

 

spot_img

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
50,600ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα