Η ΝΕΑ ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΑΞΗ
του Δημήτρη Τσαϊλά, Υποναυάρχου ε.α.
Σε μια εκτεταμένη ανάλυσή του για το www.rieas.gr, ο Δημήτρης Τσαϊλάς περιγράφει τη Μεσόγειο ως έναν χώρο που εισέρχεται σε νέα στρατηγική εποχή. Η μεταψυχροπολεμική τάξη, η οποία στηρίχθηκε για δεκαετίες στην αμερικανική κυριαρχία, στην ευρωπαϊκή οικονομική επιρροή και σε μια σχετικά σταθερή θαλάσσια ισορροπία, υποχωρεί πλέον μπροστά σε ένα πιο ρευστό, ανταγωνιστικό και επικίνδυνο γεωπολιτικό περιβάλλον.
Οι πόλεμοι στη Γάζα και στη Συρία, η αντιπαράθεση Ισραήλ–Ιράν, η άνοδος περιφερειακών δυνάμεων και η επιστροφή του ανταγωνισμού των μεγάλων ισχύων διαμορφώνουν ένα νέο μεσογειακό σύστημα. Σε αυτό το σύστημα, η ισχύς, η τεχνολογία, η θάλασσα και η αποτρεπτική ικανότητα επιστρέφουν στο κέντρο της πολιτικής.
Η βασική διαπίστωση της ανάλυσης είναι ότι η Μεσόγειος δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως περιφερειακός χώρος δευτερεύουσας σημασίας. Αντιθέτως, μετατρέπεται σε κεντρικό πεδίο αντιπαράθεσης, όπου διασταυρώνονται ενεργειακά συμφέροντα, στρατιωτικές δυνατότητες, θαλάσσιοι διάδρομοι, υποθαλάσσιες υποδομές, μεταναστευτικές πιέσεις, τεχνολογικά δίκτυα και ανταγωνιστικές εθνικές στρατηγικές.
Τρεις εξελίξεις καθορίζουν αυτή τη μετάβαση.
Πρώτον, η σκληρή ισχύς επιστρέφει ως βασικό νόμισμα της διεθνούς πολιτικής. Η στρατιωτική ικανότητα, η αποτροπή, η τεχνολογική υπεροχή και η δυνατότητα προβολής ισχύος δεν αποτελούν πλέον κατάλοιπα μιας παλαιότερης εποχής. Αντιθέτως, γίνονται ξανά αποφασιστικοί παράγοντες για την επιβίωση, την επιρροή και την πολιτική αυτονομία των κρατών.
Δεύτερον, αναδύονται πιο αυτόνομοι και πιο διεκδικητικοί περιφερειακοί δρώντες. Η Τουρκία, το Ισραήλ, η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Μαρόκο δεν περιμένουν πλέον παθητικά τις πρωτοβουλίες των μεγάλων δυνάμεων. Οικοδομούν δικές τους ζώνες επιρροής, χρησιμοποιούν στρατιωτικά, οικονομικά και τεχνολογικά εργαλεία και επιδιώκουν να καθορίσουν οι ίδιες τους όρους του περιφερειακού παιχνιδιού.
Τρίτον, ο θαλάσσιος χώρος επανέρχεται ως κεντρικό πεδίο ανταγωνισμού. Ενεργειακοί διάδρομοι, λιμάνια, υποθαλάσσια καλώδια, κρίσιμες υποδομές, εμπορικοί κόμβοι και θαλάσσιες ζώνες αποκτούν τεράστια στρατηγική αξία. Η θάλασσα δεν είναι απλώς πεδίο μεταφορών ή οικονομικής δραστηριότητας. Είναι χώρος κυριαρχίας, αποτροπής, ελέγχου και γεωπολιτικής επιρροής.
Μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον, η έννοια της κυριαρχίας αποκτά πιο πρακτικό και πιο απαιτητικό περιεχόμενο. Δεν αρκεί πλέον η κυριαρχία να νοείται μόνο ως νομικό δικαίωμα. Δεν αρκεί η διεθνής αναγνώριση, ούτε η επίκληση των συνθηκών, ούτε η προσφυγή στο διεθνές δίκαιο, όσο αναγκαία και αν είναι όλα αυτά. Πραγματική κυριαρχία σημαίνει ικανότητα ενός κράτους να υπερασπίζεται τα σύνορά του, να προστατεύει τις θαλάσσιες ζώνες του, να διασφαλίζει τις κρίσιμες υποδομές του, να διατηρεί ελευθερία κινήσεων και να αποτρέπει αποτελεσματικά κάθε απειλή.
Εδώ επανέρχεται η κλασική γεωπολιτική σκέψη. Η ιστορία, η γεωγραφία και η ισχύς εξακολουθούν να καθορίζουν την τύχη των κρατών, ακόμη και στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Τα κράτη που αντιλαμβάνονται εγκαίρως τις μεταβολές του διεθνούς περιβάλλοντος προσαρμόζονται, ενισχύουν τα μέσα ισχύος τους και διεκδικούν ρόλο. Όσα παραμένουν εγκλωβισμένα σε παθητικές αναγνώσεις της πραγματικότητας κινδυνεύουν να μετατραπούν από δρώντες σε αντικείμενα των στρατηγικών άλλων.
Σημαντική θέση στην ανάλυση καταλαμβάνει και η αναδιάταξη της αμερικανικής ισχύος. Η Ουάσινγκτον δεν αποσύρεται από τη Μέση Ανατολή και τη Μεσόγειο. Αλλάζει τρόπο εμπλοκής. Το νέο μοντέλο δεν στηρίζεται σε μεγάλες κατοχές, μακροχρόνια κρατικά οικοδομήματα ή ιδεολογικές σταυροφορίες. Στηρίζεται σε επιλεκτική παρουσία, διμερείς σχέσεις, στρατηγικές συνεργασίες, οικονομική πίεση και ισχυρή αποτροπή.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι Συμφωνίες του Αβραάμ αποκτούν ευρύτερη στρατηγική σημασία. Δεν αποτελούν μόνο μηχανισμό προσέγγισης μεταξύ Ισραήλ και αραβικών μοναρχιών. Δημιουργούν έναν νέο άξονα συνεργασίας που συνδέει το Ισραήλ, τις μοναρχίες του Κόλπου και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο άξονας αυτός αφορά ασφαλώς το Ιράν, αλλά δεν περιορίζεται σε αυτό. Επεκτείνεται στην τεχνολογία, στην ενέργεια, στην κυβερνοασφάλεια, στις επενδύσεις, στη θαλάσσια ασφάλεια και στον έλεγχο κρίσιμων δικτύων.
Το Ισραήλ αναδεικνύεται έτσι σε ανερχόμενη στρατηγική δύναμη της Ανατολικής Μεσογείου. Παρά το σοκ της 7ης Οκτωβρίου 2023 και τα σοβαρά προβλήματα ασφαλείας που αποκαλύφθηκαν, επέδειξε ικανότητα ταχείας ανάκτησης αποτροπής και προβολής ισχύος σε πολλαπλά μέτωπα: στη Γάζα, στον Λίβανο, στη Συρία και έναντι του Ιράν.
Η ισραηλινή ισχύς στηρίζεται σε τέσσερις πυλώνες: στρατιωτική υπεροχή, τεχνολογική καινοτομία, ισχυρές υπηρεσίες πληροφοριών και διευρυνόμενο δίκτυο συμμαχιών. Η σύζευξη ισραηλινής τεχνολογίας, αραβικού κεφαλαίου και αμερικανικής στρατηγικής υποστήριξης δημιουργεί έναν νέο πόλο ισχύος, με επιρροή που ξεπερνά τα όρια της Μέσης Ανατολής και αγγίζει ολόκληρη τη Μεσόγειο.
Για την Ελλάδα, η σχέση με το Ισραήλ αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η συνεργασία στους τομείς της ενέργειας, της άμυνας, των πληροφοριών, της κυβερνοασφάλειας και της θαλάσσιας ασφάλειας δεν είναι απλώς διμερής επιλογή. Είναι μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής προσαρμογής σε έναν χώρο όπου οι ισορροπίες αλλάζουν γρήγορα.
Απέναντι σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, η Τουρκία προβάλλει ως ο σημαντικότερος αναθεωρητικός παράγοντας για τον Ελληνισμό. Η τουρκική πρόκληση δεν είναι συγκυριακή, ούτε εξαρτάται αποκλειστικά από τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Είναι δομική, διότι απορρέει από τη γεωγραφία, το δημογραφικό μέγεθος, τη στρατιωτική ισχύ, την ιστορική φιλοδοξία και το μακροπρόθεσμο όραμα της Άγκυρας να καταστεί αυτόνομη περιφερειακή δύναμη.
Η Τουρκία επιδιώκει επιρροή στη Συρία, στη Λιβύη, στα Βαλκάνια, στην Αφρική, στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μαύρη Θάλασσα. Η στρατηγική της συνδυάζει στρατιωτική ισχύ, οικονομική διείσδυση, διπλωματία, ιδεολογική επιρροή και αξιοποίηση γεωγραφικών πλεονεκτημάτων. Δεν πρόκειται για αποσπασματική πολιτική, αλλά για συστηματική προσπάθεια αναβάθμισης της Τουρκίας σε δύναμη με λόγο σε πολλαπλά γεωπολιτικά θέατρα.
Κεντρικό σημείο αυτής της στρατηγικής είναι η «Γαλάζια Πατρίδα» — Mavi Vatan. Δεν πρόκειται απλώς για ναυτικό δόγμα. Πρόκειται για ολοκληρωμένο γεωπολιτικό όραμα που συνδέει κυριαρχία, ενέργεια, ναυτική ισχύ, θαλάσσιες δικαιοδοσίες και εθνική ταυτότητα. Για την Ελλάδα, η «Γαλάζια Πατρίδα» είναι επικίνδυνη επειδή αμφισβητεί το ισχύον θαλάσσιο καθεστώς, το διεθνές δίκαιο και τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα.
Η απάντηση σε αυτή την πρόκληση δεν μπορεί να είναι μόνο ρητορική. Απαιτεί αξιόπιστη αποτροπή, ναυτική υπεροχή, μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχεδιασμό και ισχυρές συμμαχίες. Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να αντιμετωπίζει τη θάλασσα ως δευτερεύον πεδίο πολιτικής. Για τον Ελληνισμό, η θάλασσα είναι χώρος επιβίωσης.
Ιδιαίτερο βάρος έχει και η άνοδος των μοναρχιών του Κόλπου. Η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα δεν είναι πλέον μόνο εξαγωγείς υδρογονανθράκων. Μετατρέπουν τον οικονομικό τους πλούτο σε γεωπολιτική επιρροή μέσω επενδύσεων, υποδομών, τεχνολογίας, λιμανιών, ενεργειακών διαδρόμων και χρηματοδότησης ανοικοδόμησης.
Η επιρροή τους απλώνεται σε χώρες όπως η Αίγυπτος, ο Λίβανος και η Λιβύη, αλλά αγγίζει και την Ελλάδα. Η νέα γεωπολιτική δεν ασκείται μόνο με στρατούς. Ασκείται και με κεφάλαια, τεχνολογικές συνεργασίες, ενεργειακά δίκτυα, logistics και έλεγχο κρίσιμων οικονομικών υποδομών. Όποιος ελέγχει τα δίκτυα, τις ροές και τους κόμβους, αποκτά στρατηγικό βάθος.
Αντιθέτως, η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται στρατηγικά αμήχανη και συχνά απούσα. Παραμένει οικονομικός γίγαντας, αλλά δεν διαθέτει αντίστοιχη γεωπολιτική βαρύτητα στη Μεσόγειο. Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει στρέψει την ευρωπαϊκή προσοχή προς τα ανατολικά, αφήνοντας το νότιο μέτωπο σε δεύτερη μοίρα. Όμως η Μεσόγειος επηρεάζει άμεσα την ευρωπαϊκή ασφάλεια: ενέργεια, μετανάστευση, τρομοκρατία, εμπόριο, θαλάσσιες οδοί και πολιτική σταθερότητα.
Για την Ελλάδα, η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει πολύτιμη. Δεν μπορεί όμως να υποκαταστήσει την εθνική ισχύ. Η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη μπορεί να λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής ισχύος, αλλά όχι ως υποκατάστατο της ελληνικής αποτροπής. Η ασφάλεια ενός κράτους δεν ανατίθεται. Οικοδομείται.
Το σημαντικότερο συμπέρασμα αφορά τη θαλάσσια ισχύ ως ιστορική και στρατηγική προϋπόθεση του Ελληνισμού. Από τη Σαλαμίνα μέχρι το Βυζάντιο, από τη ναυτοσύνη της διασποράς μέχρι το σύγχρονο ελληνικό κράτος, η θάλασσα υπήρξε ο χώρος όπου κρίθηκαν η επιβίωση, η ευημερία και η πολιτική αυτονομία των Ελλήνων.
Στον 21ο αιώνα, όμως, η θαλάσσια ισχύς δεν σημαίνει μόνο πολεμικό ναυτικό. Περιλαμβάνει ενεργειακές υποδομές, υποθαλάσσια καλώδια, κυβερνοασφάλεια, λιμάνια, logistics, αεροναυτική ισχύ, πληροφορίες, δορυφορική επιτήρηση, τεχνολογική ανθεκτικότητα και διεθνείς συνεργασίες. Η θάλασσα είναι πλέον ταυτόχρονα στρατιωτικό, οικονομικό, τεχνολογικό και πληροφοριακό πεδίο.
Το τελικό μήνυμα είναι σαφές. Η Ελλάδα δεν πρέπει να βλέπει τον εαυτό της ως παθητικό παρατηρητή ή ως απλό σύνορο της Ευρώπης. Βρίσκεται στο κέντρο του νέου μεσογειακού αιώνα. Η γεωγραφία της είναι πλεονέκτημα, αλλά μόνο εφόσον μετατραπεί σε στρατηγική ισχύ.
Αυτό απαιτεί ναυτικό εκσυγχρονισμό, αξιόπιστη αποτροπή, τεχνολογική καινοτομία, προστασία κρίσιμων υποδομών, εθνική ανθεκτικότητα, κοινωνική συνοχή και συνεκτικό στρατηγικό όραμα. Η ελληνική επιταγή είναι να αναλάβει η χώρα τον ρόλο της ως θαλάσσια δύναμη, να ενισχύσει τα μέσα εθνικής κυριαρχίας και να συμβάλει ενεργά στη διαμόρφωση της νέας μεσογειακής τάξης.
Διότι αν η Ελλάδα δεν καθορίσει η ίδια τη θέση της στη νέα Μεσόγειο, θα το κάνουν άλλοι για λογαριασμό της.
ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΑΝΑΛΥΣΗ ΕΔΩ
The New Mediterranean Strategic Order