Της καθηγήτριας Efrat Aviv
21 Ιουνίου 2026
BESA Center Perspectives Paper No. 2.390, 21 Ιουνίου 2026
ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗ ΣΥΝΟΨΗ: Το Ισραήλ έχει διαδραματίσει αξιοσημείωτο ρόλο στον πολιτικό λόγο του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν από τις 7 Οκτωβρίου 2023. Δεν έχει λειτουργήσει απλώς ως στόχος κριτικής στο πλαίσιο της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, αλλά και ως κεντρικό εργαλείο στη διαμόρφωση της εσωτερικής πολιτικής της Τουρκίας και του περιφερειακού της οράματος. Παρουσιάζοντας το Ισραήλ ως απειλή για την περιφερειακή και παγκόσμια σταθερότητα, ο Ερντογάν επιδιώκει να τοποθετήσει την Τουρκία ως υπερασπιστή των Παλαιστινίων και ηγέτιδα δύναμη του μουσουλμανικού κόσμου. Οι λόγοι πίσω από την αντι-ισραηλινή ρητορική του υπερβαίνουν τη συμβατική εξήγηση ότι πρόκειται για μια ανάγκη αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης από τις εσωτερικές κρίσεις. Έχει καταστεί πλέον μόνιμο στοιχείο της πολιτικής ταυτότητας που έχει οικοδομήσει ο Ερντογάν για τον εαυτό του και του ρόλου που οραματίζεται για την Τουρκία στην περιοχή.
Επί αιώνες, το θέατρο σκιών του Καραγκιόζη και του Χατζηαβάτη κατείχε κεντρική θέση στην οθωμανική-τουρκική κουλτούρα. Πέρα από το ότι αποτελούσε μια δημοφιλή μορφή ψυχαγωγίας, λειτουργούσε και ως πεδίο κοινωνικής και πολιτικής κριτικής. Πρόκειται για μια σάτιρα που στρέφεται εναντίον όσων βρίσκονται σε θέσεις εξουσίας και λειτουργεί ως χώρος όπου μπορούν να εκφραστούν κατηγορίες και ιδέες που δεν είναι πάντοτε δυνατόν να διατυπωθούν ανοιχτά στη δημόσια σφαίρα.
Η ρητορική του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν απέναντι στο Ισραήλ λειτουργεί συχνά με παρόμοιο τρόπο. Το Ισραήλ αναλαμβάνει τον ρόλο ενός κεντρικού χαρακτήρα στην πολιτική σκηνή, μέσω του οποίου μεταφέρονται ευρύτερα μηνύματα για την ηγεσία, την ταυτότητα, την αντιπολίτευση και την περιφερειακή τάξη. Το ερώτημα είναι εάν το Ισραήλ αποτελεί πράγματι το πραγματικό επίκεντρο της πολιτικής ή εάν είναι απλώς μία από τις φιγούρες σε ένα θέατρο σκιών, μέσω του οποίου διαμορφώνεται η εσωτερική πολιτική αρένα της Τουρκίας.
Στις 10 Ιουνίου 2026, κατά τη διάρκεια συνάντησης των υπουργών Εξωτερικών του Οργανισμού Ισλαμικής Συνεργασίας στην Κωνσταντινούπολη, η οποία πραγματοποιήθηκε με φόντο τον πόλεμο Ισραήλ-Ιράν και τη συνεχιζόμενη σύγκρουση στη Γάζα, ο Ερντογάν αναφέρθηκε στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή μέσα στο πλαίσιο του οράματος της περιφερειακής πολιτικής της Τουρκίας. Το κεντρικό επιχείρημα του Ερντογάν ήταν ότι το Ισραήλ αποτελεί το βασικό εμπόδιο στην περιφερειακή σταθερότητα και ότι η ειρήνη δεν μπορεί να επιτευχθεί εάν δεν περιοριστούν οι ισραηλινές στρατιωτικές ενέργειες. Δήλωσε: «Εάν δεν σταματήσει η ληστρική δράση του Ισραήλ, ολόκληρη η περιοχή —και στην πραγματικότητα όλη η ανθρωπότητα— θα πληρώσει το τίμημα».
Οι απειλές του Ερντογάν προς το Ισραήλ, οι οποίες κάθε άλλο παρά νέες είναι, έχουν πολιτικές, οικονομικές, στρατιωτικές και διπλωματικές διαστάσεις. Τον Νοέμβριο του 2023, μετά τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου, ο Ερντογάν δήλωσε ότι όσοι σιωπούν μπροστά στα εγκλήματα του Ισραήλ είναι συνένοχοι σε αυτά. Τον Μάιο του 2024, η Τουρκία ανέστειλε τις εμπορικές σχέσεις με το Ισραήλ. Στις 28 Ιουλίου 2024, μιλώντας ενώπιον υποστηρικτών του AKP στην πόλη Ρίζε, ο Ερντογάν διατύπωσε ίσως την πιο άμεση απειλή του μέχρι τότε, δηλώνοντας: «Όπως μπήκαμε στο Καραμπάχ, όπως μπήκαμε στη Λιβύη, μπορούμε να κάνουμε το ίδιο και σε αυτούς». Αργότερα τον ίδιο μήνα, περιέγραψε το Ισραήλ ως απειλή για την ανθρωπότητα και για τον κόσμο στο σύνολό του. Τον Σεπτέμβριο του 2024, υποστήριξε ότι ο μόνος τρόπος να σταματήσει αυτό που αποκάλεσε ισραηλινή «κρατική τρομοκρατία» είναι μέσω μιας συμμαχίας μουσουλμανικών κρατών. Τον Μάρτιο του 2026, δήλωσε ότι, αν και ο πόλεμος με το Ιράν ήταν πόλεμος του Ισραήλ, ολόκληρος ο κόσμος πλήρωνε το κόστος του. Μέχρι τον Ιούνιο του 2026, είχε επιστρέψει στο γνώριμο μοτίβο παρουσίασης του Ισραήλ ως περιφερειακής και παγκόσμιας απειλής που πρέπει να περιοριστεί.
Πολλοί σχολιαστές ερμηνεύουν αυτή τη ρητορική ως προσπάθεια αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης από την παρατεταμένη οικονομική κρίση της Τουρκίας και τις πολιτικές δυσκολίες της κυβέρνησης. Ωστόσο, αυτή η εξήγηση από μόνη της δεν επαρκεί για να κατανοηθεί η θέση που κατέχει το Ισραήλ στον πολιτικό λόγο του Ερντογάν.
Στην ομιλία της 10ης Ιουνίου 2026, ο Ερντογάν επέκρινε επίσης τη στάση του βασικού κόμματος της αντιπολίτευσης έναντι του AKP, του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος, CHP. Από το 38ο Συνέδριο του CHP, τον Νοέμβριο του 2023, στο οποίο ο Οζγκιούρ Οζέλ νίκησε τον Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου και τον αντικατέστησε στην ηγεσία του κόμματος, το CHP βρίσκεται σε μια παρατεταμένη εσωτερική διαμάχη σχετικά με την ταυτότητά του και τα εσωτερικά κέντρα ισχύος του. Η εκλογή του Οζέλ συμβόλισε την απαίτηση για γενεακή ανανέωση και στρατηγική αλλαγή, ύστερα από μια σειρά εκλογικών ηττών σε εθνικό επίπεδο.
Οι εσωτερικές εντάσεις εντάθηκαν λόγω διαφωνιών γύρω από τη νομιμότητα του Συνεδρίου και την πολιτική θέση του Κιλιτσντάρογλου. Μια συμβολική στιγμή σημειώθηκε όταν η ηγεσία του κόμματος ταξίδεψε στη Μανίσα για να παραστεί σε τελετή μνήμης για τον εκλιπόντα δήμαρχο Φερντί Ζεϊρέκ, ο οποίος συνδεόταν με το στρατόπεδο του Οζέλ. Ενώ η δημόσια προσοχή ήταν στραμμένη στην εκδήλωση, ο Κιλιτσντάρογλου και οι υποστηρικτές του επιχείρησαν να προωθήσουν μια πολιτική πρωτοβουλία με στόχο την ενίσχυση της θέσης τους στη συνεχιζόμενη μάχη για την ηγεσία του κόμματος. Μεταξύ των υποστηρικτών του Οζέλ, αυτή η κίνηση εκλήφθηκε ως πολιτικός ελιγμός και ως ένδειξη της συνεχιζόμενης σύγκρουσης ανάμεσα στην παλιά ελίτ και τη νέα ηγεσία.
Οι εξελίξεις αυτές αντανακλούν μια θεσμική κρίση, χαρακτηριστική των μεγάλων κομμάτων της αντιπολίτευσης, όπου τα ερωτήματα που αφορούν την αντικατάσταση της ελίτ συγκρούονται με ζητήματα οργανωτικής νομιμότητας και με αγώνες για πολιτικούς και συμβολικούς πόρους.
Καθ’ όλη αυτή την περίοδο, παράλληλα με την κρίση στο εσωτερικό της αντιπολίτευσης, η Άγκυρα επιδίωξε να τοποθετηθεί ως περιφερειακή δύναμη που υπερασπίζεται τους Παλαιστινίους και προωθεί την περιφερειακή σταθερότητα, ενώ ταυτόχρονα υποστηρίζει ότι το Ισραήλ παρεμποδίζει τις προσπάθειες για την επίτευξη εκεχειριών και διπλωματικών διευθετήσεων.
Στο πλαίσιο του επίσημου τουρκικού λόγου το 2026, το Ισραήλ επιτελεί τρεις βασικές λειτουργίες:
Το Ισραήλ ως ενοποιητικός παράγοντας στην εσωτερική πολιτική σκηνή της Τουρκίας
Η σκληρή κριτική κατά του Ισραήλ είναι ευρέως αποδεκτή σε όλο το τουρκικό πολιτικό φάσμα, ακόμη και μεταξύ μελών του CHP. Χαρακτηριστικό παράδειγμα υπήρξε η προσπάθεια του Ισραηλινού υπουργού Άμυνας, Ισραέλ Κατζ, τον Απρίλιο του 2026, να παρακάμψει την τουρκική κυβέρνηση και να απευθυνθεί απευθείας στους ηγέτες της αντιπολίτευσης μέσω μιας έντονα διατυπωμένης ανάρτησης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εναντίον του Ερντογάν. Στην Τουρκία, η κίνηση αυτή εκλήφθηκε ως προσπάθεια εκμετάλλευσης των εσωτερικών εντάσεων στο CHP και εμβάθυνσης του χάσματος ανάμεσα στην αντιπολίτευση και την κυβέρνηση.
Το αποτέλεσμα ήταν το αντίθετο. Ο Οζγκιούρ Οζέλ, ο Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου, ο Εκρέμ Ιμάμογλου και άλλα ανώτερα στελέχη της αντιπολίτευσης καταδίκασαν όλοι τις δηλώσεις του Κατζ, υποστηρίζοντας ότι συνιστούσαν απαράδεκτη παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της Τουρκίας. Ο Κιλιτσντάρογλου χαρακτήρισε την ξένη παρέμβαση στην τουρκική πολιτική ως «απαράδεκτη πράξη θρασύτητας», ενώ ο Οζέλ την αποκάλεσε «πλήρη αναίδεια» — tam bir hadsizlik. Αντί να διχάσει την αντιπολίτευση, το περιστατικό προκάλεσε ευρεία αντίδραση και κατέδειξε ότι ακόμη και σκληροί πολιτικοί αντίπαλοι μπορούν να ενωθούν όταν εμπλέκεται το Ισραήλ.
Η περίπτωση αυτή αποτελεί μόνο ένα παράδειγμα του βαθμού στον οποίο οι αρνητικές στάσεις απέναντι στο Ισραήλ υπερβαίνουν πολιτικά στρατόπεδα, κόμματα και ιδεολογικές διαιρέσεις στην Τουρκία. Παρά τις βαθιές διαφωνίες ανάμεσα στην κυβέρνηση και την αντιπολίτευση σε πολλά ζητήματα, η κριτική κατά του Ισραήλ παραμένει ένας από τους ευρύτερους χώρους συναίνεσης στην τουρκική πολιτική ζωή.
Το Ισραήλ ως εργαλείο περιφερειακής τοποθέτησης
Ο Ερντογάν παρουσιάζει την Τουρκία τόσο ως υπερασπιστή των Παλαιστινίων όσο και ως «σωτήρα» του μουσουλμανικού κόσμου. Σε πολλές περιπτώσεις, έχει περιγράψει την Τουρκία ως «τη φωνή της συνείδησης της ανθρωπότητας», σε αντίθεση με αυτό που ο ίδιος παρουσιάζει ως δυτική σιωπή. Στις συνόδους του Οργανισμού Ισλαμικής Συνεργασίας, έχει επανειλημμένα πλαισιώσει το παλαιστινιακό ζήτημα ως δοκιμασία για τον μουσουλμανικό κόσμο και έχει καλέσει τα μουσουλμανικά κράτη να ενωθούν πίσω από συλλογική δράση, με την Τουρκία να διαδραματίζει ηγετικό ρόλο σε τέτοιες πρωτοβουλίες.
Καθ’ όλη τη διάρκεια του 2024 και του 2025, ο Ερντογάν αποκαλούσε συχνά την Τουρκία «την ελπίδα των καταπιεσμένων» — mazlumların umudu —, «τη φωνή της ανθρωπότητας» και «τον προστάτη της Ιερουσαλήμ». Τέτοιες διατυπώσεις τοποθετούν την Τουρκία σε έναν ρόλο που υπερβαίνει τα συμβατικά εθνικά συμφέροντα και της αποδίδουν μια περιφερειακή —ακόμη και παγκόσμια— θρησκευτική και ηθική αποστολή.
Ο ρόλος αυτός, μάλιστα, δεν περιορίζεται στη ρητορική ούτε αποκλειστικά στο παλαιστινιακό ζήτημα. Συνοδεύεται από συγκεκριμένες πολιτικές, όπως ανθρωπιστική βοήθεια, διπλωματική εμπλοκή και στρατιωτική παρέμβαση. Στη Σομαλία, η Τουρκία έχει κατασκευάσει νοσοκομεία, υποδομές και μια μεγάλη στρατιωτική βάση εκπαίδευσης. Στη Λιβύη, παρενέβη στρατιωτικά υπέρ της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης. Στη Βοσνία, η Άγκυρα συνεχίζει να τονίζει τη δέσμευσή της στη διατήρηση της κληρονομιάς και της μνήμης των Βόσνιων μουσουλμάνων υπό τη σκιά του πολέμου της Βοσνίας. Στο Ιράκ και τη Συρία, η Τουρκία δικαιολογεί τις στρατιωτικές και οικονομικές της δραστηριότητες ως μέτρα που αποσκοπούν στη διαφύλαξη της σταθερότητας και την προστασία μουσουλμανικών πληθυσμών.
Πέρα από αυτές τις συγκεκριμένες περιπτώσεις, η Άγκυρα φαίνεται να προετοιμάζεται ώστε να καταστεί ο σημαντικότερος περιφερειακός δρων μετά την τρέχουσα περιφερειακή αναταραχή και ενδεχομένως να καταλάβει την ηγεμονική θέση που επί μακρόν συνδεόταν με το Ιράν. Από την οπτική της Τουρκίας, ακόμη και αν η αποδυνάμωση του Ιράν δεν είναι κατ’ ανάγκην επιθυμητή αυτή καθαυτή, μπορεί τελικά να συμβάλει στην ενίσχυση της περιφερειακής και παγκόσμιας θέσης της Τουρκίας.
Το Ισραήλ ως μέσο πλαισίωσης των εσωτερικών κρίσεων
Στο πλαίσιο της κριτικής του κατά του CHP, ο Ερντογάν συνδέει σταθερά την αδυναμία της αντιπολίτευσης με την ανάγκη ισχυρής ηγεσίας, η οποία ενσαρκώνεται από το AKP και από τον ίδιο προσωπικά, απέναντι στις περιφερειακές κρίσεις. Όπως το Ισραήλ παρουσιάζεται ως εξωτερική απειλή όχι μόνο για την Τουρκία και τη Μέση Ανατολή, αλλά και για την παγκόσμια σταθερότητα, έτσι και το CHP παρουσιάζεται συχνά ως εσωτερική απειλή για τη σταθερότητα και τη δημοκρατική τάξη της Τουρκίας.
Και στις δύο περιπτώσεις, ο Ερντογάν τοποθετεί τον εαυτό του ως την αναντικατάστατη μορφή που είναι ικανή να προστατεύσει το έθνος.
Ωστόσο, το κεντρικό ζήτημα δεν είναι απλώς η παρουσίαση του Ισραήλ ως κοινού εχθρού της Τουρκίας και του ευρύτερου κόσμου, ούτε η απεικόνιση του Ισραήλ ως πηγής αστάθειας και σύγκρουσης, συγκρίσιμης με τις εσωτερικές προκλήσεις που αντιπροσωπεύει η αντιπολίτευση. Ούτε το βασικό ζήτημα είναι το γνωστό επιχείρημα ότι ο Ερντογάν χρησιμοποιεί τόσο την εσωτερική όσο και την εξωτερική πολιτική ως αντιπερισπασμό από τις οικονομικές δυσκολίες της Τουρκίας και άλλα εσωτερικά προβλήματα. Αυτή η συμβατική υπόθεση γίνεται λιγότερο πειστική όταν εξεταστεί υπό το φως της σοβαρής κρίσης στο εσωτερικό της ίδιας της τουρκικής αντιπολίτευσης. Ο Ερντογάν έχει ελάχιστη ανάγκη από αντιπερισπασμούς όταν οι βασικοί πολιτικοί του αντίπαλοι είναι ήδη βαθιά διχασμένοι και απορροφημένοι από εσωτερικές συγκρούσεις. Με άλλα λόγια, υπάρχει μικρή ανάγκη για αποπροσανατολισμό όταν η αντιπολίτευση βιώνει τόσο βαθιά αναταραχή. Αυτό υποδηλώνει ότι το Ισραήλ έχει καταστεί μόνιμο συστατικό της πολιτικής ταυτότητας που επιδιώκει να οικοδομήσει ο Ερντογάν. Ακόμη και όταν η αντιπολίτευση είναι αδύναμη και κατακερματισμένη, και ακόμη και απουσία άμεσης εκλογικής απειλής, η αντι-ισραηλινή ρητορική όχι μόνο επιμένει, αλλά συχνά εντείνεται.
Οι δηλώσεις αυτές δεν αφορούν πλέον απλώς τη Γάζα. Το Ισραήλ παρουσιάζεται ολοένα περισσότερο ως δύναμη που απειλεί τη συνολική περιφερειακή τάξη. Ο Ερντογάν δεν επικαλείται το Ισραήλ απλώς για να εξηγήσει ένα συγκεκριμένο γεγονός· το χρησιμοποιεί για να ορίσει ποιος ανήκει στον «λαό», ποιος συνιστά «τον εχθρό» και γιατί η ισχυρή ηγεσία παραμένει αναγκαία.
Επομένως, το ερώτημα δεν είναι πλέον τι λέει ο Ερντογάν για το Ισραήλ, αλλά ποιον ρόλο διαδραματίζει το Ισραήλ στην πολιτική ταυτότητα που επιδιώκει να κατασκευάσει. Εάν το Ισραήλ ήταν κάποτε πρωτίστως ζήτημα εξωτερικής πολιτικής, από τις 7 Οκτωβρίου και μετά έχει μετατραπεί σε κεντρικό εργαλείο διαμόρφωσης της εσωτερικής πολιτικής της Τουρκίας και του περιφερειακού της οράματος.
Πίσω από τον μπερντέ του θεάτρου σκιών, το Ισραήλ δεν είναι απλώς ένας δρων στη Μέση Ανατολή. Είναι ένας από τους βασικούς χαρακτήρες μέσω των οποίων παίζεται το πολιτικό θέατρο του Ερντογάν. Από αυτή την οπτική, το Ισραήλ δεν λειτουργεί απλώς ως αντικείμενο εξωτερικής πολιτικής, αλλά ως επαναλαμβανόμενη φιγούρα στο πολιτικό δράμα μέσω του οποίου ο Ερντογάν ορίζει την ηγεσία, τη νομιμοποίηση και τη θέση της Τουρκίας στην περιφερειακή τάξη.
Η καθηγήτρια Efrat Aviv είναι ανώτερη ερευνήτρια στο Begin–Sadat Center for Strategic Studies και αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Τμήμα Ιστορίας του Πανεπιστημίου Bar-Ilan.
Οι δημοσιεύσεις και η έρευνα του BESA Center καθίστανται δυνατές
εν μέρει χάρη στη γενναιοδωρία του Saul Koschitzky και της οικογένειάς του.


