του Χρήστου Καπούτση, δημοσιογράφου
Η απόφαση του ιδιαίτερα ταλαντούχου ποδοσφαιριστή Γιάννη Κωνσταντέλια –του «Ντέλια», όπως εύστοχα τον αποκαλούν οι φίλαθλοι, γιατί πραγματικά «ζωγραφίζει» με τις κινήσεις και τις εμπνεύσεις του στο γήπεδο– να μην αγωνίζεται πλέον με την Εθνική ομάδα, προκαλεί εύλογες συζητήσεις και διαφορετικές προσεγγίσεις.
Πριν από οτιδήποτε άλλο, οφείλω να αναγνωρίσω το αυτονόητο: κάθε επαγγελματίας, κάθε ελεύθερος Έλληνας πολίτης, έχει δικαίωμα να αποφασίζει για τη σταδιοδρομία του. Η προσωπική επιλογή είναι απολύτως σεβαστή, ακόμη κι όταν διαφωνούμε μαζί της. Ωστόσο, δεν μπορώ να μην διατυπώσω ορισμένες απορίες.
Θα μπορούσε άραγε να διανοηθεί κάποτε ο Δομάζος, ο Σιδέρης, ο Δεληκάρης, ο Αντωνιάδης, ο Παπαϊωάννου, ο Κούδας, ο Χάιτας, ο Σαράφης, ο Λουκανίδης ή ο Οικονομόπουλος –ποδοσφαιριστές αντίστοιχου μεγέθους για την εποχή τους–, αλλά και ψυχωμένοι παιχταράδες οι 16 που κέρδισαν το EYRO το 2004, να αρνηθούν μια κλήση στην Εθνική ομάδα, ανεξαρτήτως προπονητή, συστήματος ή αγωνιστικού χρόνου;
Για τη δική τους γενιά, η πρόσκληση στην Εθνική δεν ήταν μια επαγγελματική υποχρέωση. Ήταν πρώτα μια ύψιστη τιμή. Το εθνόσημο δεν αποτελεί συμβόλαιο. Δεν αγοράζεται ούτε διαπραγματεύεται. Κερδίζεται. Από εκεί και πέρα, ποιος θα αγωνιστεί, ποιος θα ξεκινήσει βασικός και ποιος θα μείνει στον πάγκο αποτελεί αποκλειστική ευθύνη του ομοσπονδιακού προπονητή. Αυτός αξιολογείται για τις επιλογές του και, αν κριθεί ανεπαρκής, αντικαθίσταται από την ομοσπονδία. Όχι από τις εξέδρες, ούτε από τους επισήμους στις VIP θέσεις, ούτε από τις τηλεοπτικές εκπομπές, ούτε από τους παντογνώστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
Στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου υπήρξαν μεγάλοι ποδοσφαιριστές που διαφώνησαν με προπονητές, παράγοντες ή διοικήσεις. Είναι όμως εξαιρετικά σπάνιες οι περιπτώσεις όπου ένας κορυφαίος διεθνής έθεσε ως προϋπόθεση της συμμετοχής του στην Εθνική τον τρόπο με τον οποίο θα χρησιμοποιηθεί.
Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση, περισσότερο ανησυχητική. Ορισμένοι επιχειρούν να μετατρέψουν ένα αθλητικό ζήτημα σε αντιπαράθεση ανάμεσα στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, ανάμεσα στο λεγόμενο «αθηνοκεντρικό κράτος» και τη Βόρεια Ελλάδα. Ακούγονται εκφράσεις όπως «Εθνική του Κολωνακίου» ή υπαινιγμοί ότι οι Μακεδόνες δεν έχουν θέση στην Εθνική.
Αυτός ο δρόμος είναι επικίνδυνος. Η Εθνική ομάδα δεν ανήκει ούτε στην Αθήνα ούτε στη Θεσσαλονίκη. Δεν ανήκει σε καμία περιοχή, σε καμία ομάδα και σε κανέναν παράγοντα. Ανήκει σε όλους τους Έλληνες. Γι’ αυτό χρειάζεται ψυχραιμία, αυτοσυγκράτηση και μέτρο.
Οι διαφωνίες είναι θεμιτές. Οι διαφορετικές απόψεις επίσης. Εκείνο που δεν πρέπει να χαθεί είναι ο συμβολισμός της Εθνικής. Γιατί το εθνόσημο δεν φοριέται επειδή το επιβάλλει κάποιος. Φοριέται επειδή αποτελεί τη μεγαλύτερη τιμή που μπορεί να γνωρίσει ένας ποδοσφαιριστής. Και ακριβώς γι’ αυτό, όταν κάποιος αποφασίζει να το αποχωριστεί, η επιλογή του είναι απολύτως δική του, αλλά η δημόσια συζήτηση γύρω από αυτήν είναι εξίσου θεμιτή, αρκεί να γίνεται με σεβασμό, χωρίς διχασμούς και χωρίς να λησμονούμε τι συμβολίζει η Εθνική ομάδα.



Τόσες και τόσες συνεντεύξεις ”παίρνονται στα κανάλια”, ας πάρουν μια συνέντευξη -και εν ανάγκη και επί πληρωμή -και από τον κ. Κωνσταντέλια -τον υπερτιμημένο ως ποδοσφαιριστή μιας 3ετίας-για να μας εξομολογηθεί για την εθελουσία αποχή του από την Εθνική ποδοσφαιρική ομάδα.
Προφανέστατα οι γονείς του νεαρού ζεύγους δεν διατίθενται για βοήθεια ”στο μεγάλωμα” των δύο νηπίων τέκνων του και αυτό τους κατατάσσει στα πρότυπα γονέων , που μέχρι και την καριέρα τους εγκαταλείπουν για τα παιδιά τους .
Υ.Γ ”Μη χάσει η Βενετιά βελόνι” για την Εθνική μας.
Είναι θέμα πολιτικής κ εύνοιας για το ποιος παίζει στην εθνική οδό ( πχ περίπτωση Χατζηπαναγή) , τα εννοούμενα περί ιερής υποχρέωσης , δεν ξέρω αν είναι εκτός τόπου κ χρόνου, , από μια τετράγωνη λογικη του κ Χ Παπουτσή , λες και δεν γνωρίζουμε πως προσλαμβάνονται οι ομοσπονδιακοί προπονητής από την εκάστοτε ηγεσία, τα ταλέντα πάντα υπάρχουν αλλά δεν αξιοποιούνται, , διότι το ρουσφέτι υπερισχύει του ταλέντου.
Ρουσφέτι ίσως υπάρχει για τον διορισμό των αθλητικών ηγεσιών ,αλλά για το ποιοι θα παίξουν σε ομαδικά αθλήματα είναι αποκλειστική ευθύνη των προπονητών των Εθνικών ομάδων .
Αν αυτοί οι προπονητές επιλέγουν με κομματικά ή άλλα κριτήρια -και όχι αξιοκρατικά -είναι θέμα δικό τους και λειτουργούν ως οιονεί γιατροί και δικαστικοί που δεν αλλάζουν τις γνωματεύσεις και αποφάσεις τους με παρεμβάσε2ι πολιτικών ΚΑΙ ΣΕ ΟΠΟΙΟΥΣ ΑΡΕΣΟΥΝ .
Υ.Γ Ο κ. Χατζηπαναγής δεν έπαιξε στην Εθνική Ελλάδος , γιατί πριν έλθει στην Ελλάδα το 1975 , είχε παίξει με την Εθνική Ελπίδων της Σοβιετικής Ενώσεως και αυτό αποτελούσε τυπικό κώλυμα για την μη πρόσκληση του στην Εθνική Ελλάδος.