Όταν η ελληνική αυτοϋποτίμηση γίνεται το ισχυρότερο όπλο της Άγκυρας

του Αχιλλέα Ταουξή, Υποστρατήγου ε.α.

Έχω διαπιστώσει ότι υπάρχει μια κατηγορία πολιτικών που έχουν αναγάγει την αυτοϋποτίμηση σε εθνικό σπορ. Γνωρίζουν να αναλύουν, να προειδοποιούν, να επικαλούνται τον ρεαλισμό και στο τέλος καταφέρνουν να προσφέρουν στην Τουρκία αυτό που εκείνη προσπαθεί εδώ και δεκαετίες να πετύχει χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Την παραδοχή ότι η Ελλάδα δεν μπορεί…

Αρχικά είχαμε την Συνθήκη της Λωζάννης. Ο κ. Συρίγος, που κάποτε τη χαρακτήριζε «ιερή» και μη αναθεωρήσιμη, ανακάλυψε ότι είναι κατά 97% «παρωχημένη» και ότι χρειάζεται επικαιροποίηση. Την ώρα που η Άγκυρα επιδιώκει συστηματικά να ανοίξει τη συζήτηση για την αναθεώρηση του υφιστάμενου καθεστώτος, ένας Έλληνας βουλευτής της συμπολίτευσης βάζει στο τραπέζι ακριβώς τη συζήτηση που εξυπηρετεί τις τουρκικές επιδιώξεις. Η Συνθήκη που καθόρισε τα σύνορα και το καθεστώς της περιοχής μετατρέπεται σε αντικείμενο επαναδιαπραγμάτευσης, έστω και μέσα από μια δημόσια τοποθέτηση.

Μετά ήρθε η σειρά της ΑΟΖ… Σε πρόσφατη τηλεοπτική συζήτηση τέθηκε ένα απολύτως εύλογο ερώτημα. Γιατί δεν προχωράμε στην οριοθέτηση της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης με την Κύπρο, όταν η Λευκωσία έχει ζητήσει επανειλημμένα να ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία. Επίσης τέθηκε το ζήτημα γιατί αφήνουμε εκκρεμή μια στρατηγική και νομική υπόθεση που αφορά τη σύνδεση των δύο χωρών, τη λεκάνη του Ηροδότου και τις ευρύτερες ενεργειακές προοπτικές της Ανατολικής Μεσογείου.

Η απάντηση που δόθηκε ήταν αποκαλυπτική. Δεν προχωράμε, επειδή δεν θα μπορούμε να εφαρμόσουμε τη συμφωνία. Επειδή το σημείο βρίσκεται μακριά, επειδή ο στόλος είναι αυτός που είναι και επειδή, εάν οι Τούρκοι πραγματοποιήσουν άσκηση ή έρευνα στην περιοχή, «δεν θα μπορείς να τους διώξεις». Μάλιστα, σύμφωνα με τη χαρακτηριστική διατύπωσή του, η Τουρκία θα μπορούσε να κάνει τη συμφωνία «κόσκινο».

Ας σταθούμε λίγο σε αυτές τις δύο φράσεις. «Δεν θα μπορείς να τους διώξεις» και «θα την κάνει κόσκινο». Δεν πρόκειται απλώς για απαισιόδοξες εκτιμήσεις, αλλά δημόσια προεξόφληση αδυναμίας της χώρας να υπερασπιστεί μια συμφωνία που κατοχυρώνει κυριαρχικά της δικαιώματα.

Αλήθεια, με ποια στοιχεία προεξοφλεί ένας Έλληνας βουλευτής ότι η Τουρκία θα μπορεί να παραβιάζει ανεμπόδιστα μια τέτοια συμφωνία; Ποιο μήνυμα εκπέμπει προς την Άγκυρα, τους συμμάχους μας, και κυρίως τις Ένοπλες Δυνάμεις; Ποιος τελικά αναλαμβάνει την ευθύνη όταν μια τέτοια δημόσια τοποθέτηση μετατρέπεται σε επιχείρημα της τουρκικής προπαγάνδας;

Με αυτή τη λογική, όσο μεγαλύτερη είναι η τουρκική απειλή τόσο μικρότερη πρέπει να είναι η ελληνική διεκδίκηση. Εάν η Άγκυρα απειλεί δεν προχωράμε, εάν αντιδρά υποχωρούμε. Επίσης αν διαθέτει ισχυρότερο στόλο σε συγκεκριμένα πεδία, εγκαταλείπουμε ακόμη και τη νομική κατοχύρωση των δικαιωμάτων μας.

Αυτό δεν είναι στρατηγικός ρεαλισμός, αλλά μια αντίληψη που κινδυνεύει να καταστήσει την τουρκική απειλή εργαλείο διαμόρφωσης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

Η οριοθέτηση ΑΟΖ δεν είναι διαταγή μάχης ούτε σημαίνει ότι την επόμενη ημέρα θα πρέπει να σταλεί μια φρεγάτα στο μέσο του πελάγους για να απομακρύνει οποιοδήποτε τουρκικό πλοίο. Πρώτιστα αποτελεί νομική πράξη, η οποία προσδιορίζει τα κυριαρχικά δικαιώματα των δύο χωρών και δημιουργεί σαφέστερο πλαίσιο για την υπεράσπισή τους. Δεν εξασφαλίζει από μόνη της την εφαρμογή, αλλά αποτελεί αναγκαίο μέρος της κατοχύρωσης. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η στρατιωτική διάσταση απουσιάζει. Αν χρειαστεί να υποστηριχθούν στην πράξη αυτά τα δικαιώματα, το Πολεμικό Ναυτικό έχει αποστολή να ενεργήσει με όλα τα διαθέσιμα μέσα και τις επιχειρησιακές του δυνατότητες. Η στρατιωτική παρουσία, η επιτήρηση, η αποτροπή και η αποφασιστικότητα αποτελούν μέρος της ίδιας εθνικής στρατηγικής. Δεν κατοχυρώνουμε δικαιώματα για να τα αφήσουμε απροστάτευτα, αλλά ούτε εγκαταλείπουμε την κατοχύρωσή τους επειδή κάποιος προεξοφλεί ότι δεν θα μπορέσουμε να τα υποστηρίξουμε.

Το επιχείρημα, όμως, ότι δεν προχωράμε επειδή δεν μπορούμε να επιβάλουμε τη συμφωνία, εξασφαλίζει ότι δεν θα αποκτήσουμε ποτέ το πλήρες πλαίσιο για να υπερασπιστούμε τα δικαιώματά μας. Η Άγκυρα δεν χρειάζεται να κερδίσει μια αντιπαράθεση, αλλά αρκεί να μας πείσει ότι κάθε πρωτοβουλία είναι επικίνδυνη και κάθε διεκδίκηση ανεφάρμοστη.

Επίσης υπάρχει και μια άλλη διάσταση που δεν πρέπει να παραβλέπουμε. Το ελληνικό θαλάσσιο χωροταξικό σχέδιο αποτυπώνει τη γεωγραφική συνέχεια των θαλάσσιων ζωνών με την κυπριακή περιοχή. Η λεκάνη του Ηροδότου, η ηλεκτρική διασύνδεση και η ενεργειακή συνεργασία Ελλάδας και Κύπρου δεν είναι ανεξάρτητα ζητήματα. Συνθέτουν ένα ευρύτερο γεωπολιτικό πεδίο, στο οποίο η απουσία ελληνικών πρωτοβουλιών αφήνει χώρο στην τουρκική στρατηγική.

Ωστόσο, το σοβαρότερο σημείο της συγκεκριμένης τοποθέτησης βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται η επιχειρησιακή ικανότητα του Πολεμικού Ναυτικού.

Εδώ δεν χωρούν υπεκφυγές. Η προσωπική του εκτίμηση περί υπαρκτών επιχειρησιακών δυσκολιών και ελλείψεων είναι εντελώς διαφορετικό θέμα από την δημόσια προεξόφληση ότι ο ελληνικός στόλος δεν θα μπορέσει να εκτελέσει την αποστολή του. Η δεύτερη προσέγγιση δεν είναι απλώς απαισιόδοξη, αλλά προσβάλει και αδικεί τους ανθρώπους που υπηρετούν στα πλοία, εκπαιδεύονται, επιχειρούν και γνωρίζουν πολύ καλά τι σημαίνει να βρίσκεσαι απέναντι σε έναν αντίπαλο. Θα μπορούσε άραγε να κάνει αυτές τις δηλώσεις εάν μπροστά του στέκονταν ο Καραθανάσης, ο Γιαλοψός και ο Βλαχάκος;

Η ιστορία του ελληνικού στόλου δεν είναι ένας εθνικός μύθος που επιστρατεύουμε στις επετείους, αλλά φωτεινή ιστορία πραγματικών ναυτικών νικών, επιχειρησιακής τόλμης και θυσιών. Η Έλλη και η Λήμνος το 1912, με τον ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη, αποτελούν μέρος μιας ναυτικής παράδοσης που διαμόρφωσε την ιστορία της χώρας. Προφανώς κανείς δεν ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχουν ελλείψεις ή ότι ένας σύγχρονος ναυτικός πόλεμος είναι εύκολη υπόθεση. Αυτό όμως δεν δίνει σε κανέναν το δικαίωμα να προεξοφλεί την αποτυχία και την αποτελεσματικότητα του Ελληνικού Στόλου!

Πιθανά υπάρχει κάτι που ξεχνούν ή ακόμα χειρότερο δεν γνωρίζουν,όσοι μιλούν τόσο εύκολα για αδυναμία των Ενόπλων Δυνάμεων. Όταν ο Έλληνας στρατιωτικός λάβει την αποστολή του, δεν την αναλαμβάνει με την προϋπόθεση ότι θα αποτύχει. Την αναλαμβάνει με την αποφασιστικότητα να τη φέρει σε πέρας και να επιτύχει τη νίκη, γνωρίζοντας ότι μπορεί να χρειαστεί να δώσει ακόμη και τη ζωή του. Αυτή είναι η στρατιωτική συνείδηση και η ευθύνη του Στρατιωτικού Όρκου του.

Οι επιχειρησιακές δυσκολίες είναι αντικείμενο σχεδιασμού, προετοιμασίας και ενίσχυσης των δυνατοτήτων. Δεν αποτελούν άλλοθι για να προεξοφλείται η αδυναμία. Οι Ένοπλες Δυνάμεις δεν χρειάζονται πολιτικούς να τις διαβεβαιώνουν ότι είναι αήττητες, αλλά χρειάζονται πολιτική ηγεσία που γνωρίζει τις δυνατότητές τους, εντοπίζει τις ελλείψεις και φροντίζει να τις καλύπτει. Αν υπάρχει επιχειρησιακό κενό, πρέπει να προσδιοριστεί με στοιχεία και να συνοδευτεί από συγκεκριμένο σχέδιο αντιμετώπισης και όχι να μετατρέπεται σε τηλεοπτική διαπίστωση ότι «δεν θα μπορείς να τους διώξεις».

Ο κ. Συρίγος οφείλει μια σαφή διευκρίνιση και αυτό όχι γιατί απαγορεύεται η κριτική προς το Πολεμικό Ναυτικό, αλλά επειδή η δημόσια αμφισβήτηση της ικανότητάς του να εκτελέσει την αποστολή του έχει συνέπειες πολύ πέρα από την εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση. Οι Τούρκοι δεν χρειάζεται να καταβάλουν ιδιαίτερη προσπάθεια για να παρουσιάσουν την Ελλάδα ως αδύναμη, όταν βρίσκουν έτοιμο το επιχείρημα από ελληνικά χείλη.

Ο πραγματικός ρεαλισμός λέει ότι υπάρχει μια δυσκολία και οφείλουμε να βρούμε τον τρόπο να την ξεπεράσουμε. Η αυτοϋποτίμηση λέει ότι υπάρχει μια δυσκολία και επομένως πρέπει να εγκαταλείψουμε την προσπάθεια. Το πρώτο είναι υπεύθυνη εθνική πολιτική. Το δεύτερο είναι η λογική της υποχώρησης, ντυμένη με τον μανδύα του ρεαλισμού.

Κάπου εδώ πρέπει να τελειώνουμε. Η Τουρκία δεν χρειάζεται να μας νικήσει σε κάθε πεδίο, αν καταφέρνει να μας πείθει ότι είμαστε ήδη ηττημένοι. Δεν χρειάζεται να κάμψει τη δική μας ισχύ, εάν εμείς οι ίδιοι αμφισβητούμε δημόσια την ύπαρξή της. Ούτε χρειάζεται να υπονομεύσει το ηθικό των Ενόπλων Δυνάμεων, όταν αυτό γίνεται από εκείνους που θα έπρεπε πρώτοι να το προστατεύουν.

Η μεγαλύτερη υπηρεσία που μπορεί να προσφέρει κάποιος στην τουρκική αναθεωρητική πολιτική δεν είναι να συμφωνήσει με τον Ερντογάν, αλλά να πείσει τους Έλληνες ότι δεν μπορούν να αντισταθούν! Όταν αυτό γίνεται με ελληνική πολιτική υπογραφή, δεν πρόκειται για ρεαλισμό, αλλά για νερό στο μύλο της τουρκικής προπαγάνδας του εσωτερικού, με ελληνικό κοστούμι.

Υποστράτηγος ε.α. Αχιλλεύς Ταούξης

Απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων και με 43 χρόνια υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, υπηρέτησε σε επιχειρησιακές και επιτελικές θέσεις στην Ελλάδα, στο ΝΑΤΟ και σε διεθνείς αποστολές. Διετέλεσε Εκπαιδευτής και Διευθυντής Σπουδών στη ΣΕΘΑ, Διευθυντής Κέντρου Επιχειρήσεων στο ΝΑΤΟϊκό Στρατηγείο Σκοπίων και στέλεχος του ΓΕΣ, του ΓΕΕΘΑ και του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με αντικείμενο την άμυνα, την αμυντική πολιτική, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις διεθνείς σχέσεις.

Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Εφαρμοσμένη Στρατηγική και Διεθνείς Σχέσεις από το University of Plymouth και έχει συμμετάσχει ως ομιλητής σε ημερίδες και εκδηλώσεις. Αρθρογραφεί για θέματα εθνικής ασφάλειας, άμυνας, στρατηγικής και γεωπολιτικής.

spot_img

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
51,100ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα