του Αχιλλέα Ταουξή, Υποστρατήγου ε.α.
Η υπογεννητικότητα και η κατάρρευση των βασικών γνωστικών δεξιοτήτων των νέων δεν είναι δύο ξεχωριστά κοινωνικά προβλήματα που τυχαίνει να συμβαίνουν την ίδια εποχή. Είναι οι δύο όψεις ενός και του αυτού στρατηγικού κινδύνου που απειλεί την ίδια την ικανότητα της χώρας να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Και το μεγαλύτερο λάθος των τελευταίων δεκαετιών είναι ακριβώς ότι αρνηθήκαμε να τις συνδέσουμε με την εθνική ασφάλεια.
Οι αριθμοί κυριολεκτικά μιλούν από μόνοι τους με μια ψυχρή διαύγεια. Από τις περίπου εκατόν δεκαεπτά χιλιάδες γεννήσεις της περιόδου 2008-2009 έχουμε κατρακυλήσει λίγο πάνω από τις εξήντα πέντε χιλιάδες. Ο δείκτης γονιμότητας έχει παγιωθεί γύρω στο 1,24 παιδιά ανά γυναίκα, ενώ η μέση ηλικία στην οποία αποκτούν τα παιδιά τους οι Ελληνίδες έχει ξεπεράσει τα τριάντα δύο έτη.
Παράλληλα, οι επιδόσεις των δεκαπεντάχρονων στο PISA αποκαλύπτουν μια βαθιά γνωστική υποχώρηση, με τετρακόσια τριάντα μονάδες στα μαθηματικά, τετρακόσια τριάντα οκτώ στην ανάγνωση, τετρακόσια σαράντα μία στις φυσικές επιστήμες, με σχεδόν έναν στους δύο μαθητές να μην καταφέρνει καν να φτάσει το βασικό επίπεδο επάρκειας. Δεν πρόκειται απλώς για κακές βαθμολογίες. Πρόκειται για γενιές που εισέρχονται στην ενηλικίωση με σημαντικά περιορισμένες δυνατότητες αφηρημένης σκέψης, λογικής ανάλυσης και κατανόησης σύνθετων πληροφοριών.
Άραγε έχουμε αναρωτηθεί ότι αυτή η διπλή συρρίκνωση, ποσοτική και ποιοτική, πλήττει άμεσα την εθνική ασφάλεια. Λιγότεροι νέοι σημαίνει μικρότερη δεξαμενή στρατευσίμων και επαγγελματιών στις Ένοπλες Δυνάμεις. Ήδη οι πιέσεις στην επάνδρωση είναι ορατές, ιδιαίτερα σε κρίσιμες περιοχές.
Στο γεωπολιτικό περιβάλλον που καλούμαστε να υπάρχουμε λόγω γεωγραφίας, όπου η γειτονική χώρα διατηρεί πολύ μεγαλύτερο και νεανικότερο πληθυσμό, η ασυμμετρία αυτή δεν είναι αφηρημένη, αλλά αποκτά πλέον στρατηγικό χαρακτήρα.
Την ίδια στιγμή, ο σύγχρονος πόλεμος και η αποτροπή δεν βασίζονται μόνο σε αριθμούς. Απαιτούν ανθρώπους ικανούς να χειριστούν πολύπλοκα συστήματα, να κατανοήσουν τεχνολογίες αιχμής, να λειτουργήσουν σε περιβάλλοντα υψηλής πληροφορίας και να πάρουν γρήγορες αποφάσεις υπό πίεση. Όταν όμως οι βασικές δεξιότητες καταρρέουν, η δεξαμενή αυτών των ανθρώπων στενεύει δραματικά. Η διαρροή των ικανότερων στο εξωτερικό επιδεινώνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση.
Πέραν των παραπάνω, εύκολα μπορούμε να αντιληφθούμε ότι εκτός από την καθαρά στρατιωτική διάσταση, υπάρχει και η οικονομική. Ένα συρρικνούμενο και γηράσκον εργατικό δυναμικό, με χαμηλές γνωστικές επιδόσεις, παράγει λιγότερο πλούτο, στηρίζει δυσκολότερα το ασφαλιστικό σύστημα και καθιστά ολοένα και πιο επώδυνη τη χρηματοδότηση υψηλών αμυντικών δαπανών! Η οικονομική ισχύς υπήρξε πάντοτε προϋπόθεση της στρατιωτικής. Όταν αυτή αποδυναμώνεται, η αποτροπή καθίσταται πιο εύθραυστη. Οι περιοχές, που πλήττονται από την πληθυσμιακή έλλειψη, ιδίως στα σύνορα και τα νησιά, γίνονται παράλληλα πιο ευάλωτες σε υβριδικές απειλές και εξωτερικές πιέσεις.
Η δημογραφική και γνωστική αποδυνάμωση δεν είναι λοιπόν μόνο εσωτερική αδυναμία, αλλά αποτελεί παράγοντα που διαβρώνει την ανθεκτικότητα της χώρας στο σύνολό της.
Η άρνηση μας, μέχρι τώρα, να συνδέσουμε αυτά τα φαινόμενα με την εθνική ασφάλεια, μας κόστισε χρόνο και φυσικά ισχύ. Όσο τα αντιμετωπίζαμε ως «κοινωνικά ζητήματα» που θα λύνονταν με αποσπασματικά μέτρα, τύπου καθρεπτάκια για ιθαγενείς, τόσο επιτρέπαμε στη συρρίκνωση να εδραιωθεί.
Τώρα πια όλοι μας καταλαβαίνουμε ότι δεν υπάρχει περιθώριο για άλλη καθυστέρηση. Χρειάζεται μια ολοκληρωμένη εθνική πολιτική, που να αντιμετωπίζει ταυτόχρονα την ποσότητα και την ποιότητα του ανθρώπινου δυναμικού. Μια πολιτική που θα κάνει την απόκτηση παιδιών ουσιαστικά εφικτή για τα νέα ζευγάρια, με γενναία οικογενειακά επιδόματα χωρίς τιμωρητικά κριτήρια, πραγματική στεγαστική στήριξη, πλήρη κάλυψη των δαπανών γονιμότητας και δομές που επιτρέπουν τη συμφιλίωση εργασίας και οικογένειας.
Την ίδια στιγμή, απαιτείται μια ριζική στροφή στην εκπαίδευση με στόχο την αποκατάσταση των βασικών δεξιοτήτων από το δημοτικό ακόμη, με μετρήσιμους στόχους, ενισχυτική διδασκαλία και σύνδεση της μάθησης με τις πραγματικές ανάγκες μιας σύγχρονης κοινωνίας και ενός σύγχρονου στρατού. Πάνω από όλα όμως, χρειάζεται να ενταχθεί ο σχεδιασμός του ανθρώπινου δυναμικού στον πυρήνα της εθνικής στρατηγικής ασφαλείας, ώστε οι δημογραφικές και εκπαιδευτικές προβολές να τροφοδοτούν άμεσα τις αποφάσεις για την άμυνα.
Η εθνική ασφάλεια δεν είναι μόνο εξοπλισμοί, συμμαχίες και γεωπολιτικοί υπολογισμοί, αλλα πρωτίστωςειναι
άνθρωποι, αρκετοί και ικανοί.
Αν συνεχίσουμε να αγνοούμε ότι η υπογεννητικότητα και η γνωστική αποδυνάμωση των νέων αποτελούν δύο όψεις του ίδιου κινδύνου, τότε θα ανακαλύψουμε, όταν πια θα είναι αργά, ότι η χώρα που δεν μπορεί να αναπαράγει και να εκπαιδεύει τους πολίτες της, δεν μπορεί ούτε να υπερασπιστεί τον εαυτό της.
Αχιλλεύς Ταούξης
Υποστράτηγος ε.α.
Εισήχθη στη Σχολή Ευελπίδων το 1981 και αποφοίτησε το 1985 με τον βαθμό του Ανθυπολοχαγού. Υπηρέτησε επί 44 έτη στις Ένοπλες Δυνάμεις, σε Μονάδες, Σχηματισμούς και Επιτελικές Θέσεις του Στρατού Ξηράς, έχοντας αποφοιτήσει από όλα τα προβλεπόμενα σχολεία της υπηρεσιακής του εξέλιξης.
Διετέλεσε Εκπαιδευτής και Διευθυντής Σπουδών στη ΣΕΘΑ, ενώ απέκτησε σημαντική επιχειρησιακή και διεθνή εμπειρία, συμμετέχοντας στην πρώτη ελληνική αποστολή στο Κόσοβο το 1998 ως Επιτελής Τάγματος και στην πρώτη αποστολή Πολυεθνικής Ταξιαρχίας στις συγκρούσεις στα Σκόπια το 2002. Στη συνέχεια υπηρέτησε στο ΝΑΤΟϊκό Στρατηγείο Σκοπίων ως Διευθυντής του Κέντρου Επιχειρήσεων.
Υπηρέτησε επίσης στη Διεύθυνση Επιχειρήσεων του ΓΕΣ, στην Ι Μεραρχία Πεζικού και στην 71 Α/Μ Ταξιαρχία, όπου συμμετείχε ως υπεύθυνος στην ίδρυση του Ευρωπαϊκού Σχηματισμού Μάχης HELBROC. Διετέλεσε Διοικητής Μονάδας στον Μανταμάδο Μυτιλήνης, έχοντας προηγουμένως υπηρετήσει σε Μονάδες Πεζικού στη Μυτιλήνη, τη Σάμο, τον Έβρο και την Πέτρα Μυτιλήνης.
Στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας υπηρέτησε επί τέσσερα έτη στη Γενική Διεύθυνση Πολιτικής Εθνικής Άμυνας, με αντικείμενο την Ευρωπαϊκή Ένωση, ως Διευθυντής Διεθνών Σχέσεων και ως Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής. Στο ΓΕΕΘΑ υπηρέτησε στον Κλάδο Αμυντικής Πολιτικής και διετέλεσε υπεύθυνος της Ελληνικής Γραμματείας κατά την Προεδρία της Ελλάδας στην πρωτοβουλία South East Defence Ministerial (SEDM) την περίοδο 2017–2019.
Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στην Εφαρμοσμένη Στρατηγική και Διεθνείς Σχέσεις από το University of Plymouth.