του Δημήτρη Τσαϊλά, Υποναυάρχου ε.α.
Ο GSI είναι κάτι περισσότερο από ένα καλώδιο. Η Ελλάδα πρέπει να παραμείνει σταθερή χωρίς να οδηγηθεί σε κρίση με την Τουρκία
Η διαμάχη γύρω από τον Great Sea Interconnector (GSI), τη σχεδιαζόμενη υποθαλάσσιαηλεκτρική διασύνδεση μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου και, σε επόμενη φάση, του Ισραήλ, έχει φτάσει σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη στρατηγική καμπή. Αυτό που εκ πρώτης όψεως μοιάζει με ένα τεχνικό ζήτημα ερευνών στον βυθό της θάλασσας έχει εξελιχθεί σε δοκιμασία των θαλάσσιων δικαιωμάτων, της ευρωπαϊκής ενεργειακής ασφάλειας και της ικανότητας της Ελλάδας να υπερασπίζεται τα στρατηγικά της συμφέροντα χωρίς να παρασύρεται σε μια περιττή αντιπαράθεση με την Τουρκία.
Το διακύβευμα είναι σημαντικό. Το έργο, προϋπολογισμού περίπου 1,9 δισεκατομμυρίων ευρώ, έχει σχεδιαστεί ώστε να συνδέσει την Κύπρο με το ευρωπαϊκό δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας, να περιορίσει την ενεργειακή απομόνωση του νησιού και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για ευρύτερες ανταλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Σύμφωνα με τον φορέα υλοποίησης, η προβλεπόμενη μεταφορική ικανότητα ανέρχεται στα 1.000 μεγαβάτ, ενώ το μήκος της καλωδιακής διαδρομής Ελλάδας–Κύπρου υπολογίζεται σε περίπου 898 χιλιόμετρα.
Πρόκειται για σημαντικούς στόχους στον τομέα των υποδομών. Ωστόσο, η υλοποίησή τους δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την τεχνολογία και τη χρηματοδότηση. Προϋποθέτει επίσης ένα σταθερό πολιτικό και θαλάσσιο περιβάλλον.
Η άμεση πρόκληση αφορά την επανέναρξη των ερευνών του βυθού. Στις 15 Οκτωβρίου, η Ελλάδα επιβεβαίωσε ότι ο φορέας υλοποίησης του έργου, ο ΑΔΜΗΕ, μέσω της αναδόχου εταιρείας Nexans, είχε υποβάλει αίτημα για την επανέναρξη των εργασιών.
Στις 16 Οκτωβρίου, η Τουρκία είχε εκδώσει νέες ναυτιλιακές προειδοποιήσεις NAVTEX, “αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία που επικαλούνται η Ελλάδα και η Κύπρος σε περιοχές σχετικές με τις προγραμματισμένες έρευνες”.
Την ίδια στιγμή, η Ουάσιγκτον επανεπιβεβαίωσε την υποστήριξή της στο έργο και δήλωσε έτοιμη να αξιοποιήσει διπλωματικές πρωτοβουλίες για την υπέρβαση των εμποδίων.
Οι εξελίξεις αυτές αναδεικνύουν το κεντρικό ερώτημα. Θα επιτρέψουν η Ελλάδα και οι εταίροι της στην απειλή μιας αντιπαράθεσης να καθορίσει εάν ένα ευρωπαϊκό στρατηγικό έργο μπορεί να προχωρήσει;

Η πραγματική διαμάχη αφορά το προηγούμενο που θα δημιουργηθεί
Η Τουρκία υποστηρίζει ότι οι σχεδιαζόμενες δραστηριότητες απαιτούν προηγούμενο συντονισμό, επειδή η διαδρομή του καλωδίου διέρχεται από θαλάσσιες περιοχές τις οποίες διεκδικεί βάσει της δικής της ερμηνείας του τουρκολιβυκού μνημονίου του 2019.
Η Ελλάδα απορρίπτει τη νομική βάση αυτού του ισχυρισμού και επιμένει ότι η ενημέρωση άλλων κρατών σχετικά με μια προγραμματισμένη θαλάσσια δραστηριότητα δεν ισοδυναμεί με αίτημα χορήγησης άδειας. Η διάκριση αυτή έχει τεράστια σημασία.
Μια ναυτιλιακή προειδοποίηση NAVTEX αποσκοπεί στη γνωστοποίηση πληροφοριών που σχετίζονται με την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας. Δεν μπορεί, από μόνη της, να θεωρείται απόδειξη ότι ένα άλλο κράτος διαθέτει δικαιοδοσία στη συγκεκριμένη περιοχή.
Αντίστοιχα, η πρακτική επικοινωνία μεταξύ κρατών μπορεί να περιορίσει τον κίνδυνο ατυχημάτων χωρίς να απαιτείται από καμία πλευρά να εγκαταλείψει τη νομική της θέση.
Ο κίνδυνος έγκειται στο ενδεχόμενο ο όρος «συντονισμός» να αποκτήσει σταδιακά μια ερμηνεία που θα παραχωρεί ουσιαστικά σε ένα κράτος δικαίωμα αρνησικυρίας, δηλαδή βέτο, επί έργων υποδομής τα οποία υποστηρίζονται από άλλο κράτος και από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η Αθήνα οφείλει, επομένως, να είναι απολύτως σαφής και ακριβής. Πρέπει να διακρίνει μεταξύ της ενημέρωσης για λόγους ασφαλείας, των εθελοντικών μέτρων αποτροπής περιστατικών και οποιασδήποτε απαίτησης προηγούμενης αδειοδότησης, την οποία η Ελλάδα θεωρεί ασύμβατη με τη νομική της θέση. Δεν πρόκειται για μια απλή διαφωνία επί της ορολογίας. Πρόκειται για τα προηγούμενα που ενδέχεται να διαμορφώσουν το μέλλον των ενεργειακών υποδομών, της θαλάσσιας έρευνας και άλλων οικονομικών δραστηριοτήτων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Πέντε πιθανά σενάρια και μία στρατηγική προτεραιότητα
Η διαμάχη γύρω από τον GSI μπορεί να εξελιχθεί με διάφορους τρόπους.
Το πρώτο και πλέον επιθυμητό σενάριο είναι να πραγματοποιηθούν οι έρευνες παρά τις τουρκικές αντιρρήσεις.
Η Ελλάδα και η Κύπρος εκδίδουν τις προβλεπόμενες αναγγελίες, ο ανάδοχος εκτελεί τις εργασίες του και η Άγκυρα περιορίζει την αντίδρασή της σε διπλωματικό και νομικό επίπεδο, αντί να προχωρήσει σε φυσική παρεμπόδιση.
Μια τέτοια εξέλιξη θα αποδείκνυε ότι το έργο μπορεί να προχωρήσει χωρίς η Ελλάδα να χρειαστεί να αποδεχθεί την προβαλλόμενη από την Τουρκία δικαιοδοσία.
Το δεύτερο σενάριο είναι μια παρατεταμένη αντιπαράθεση στη λεγόμενη «γκρίζα ζώνη».
Η Τουρκία συνεχίζει να εκδίδει ανταγωνιστικές ναυτιλιακές αναγγελίες και να διατηρεί αισθητή παρουσία στην περιοχή, ενώ η Ελλάδα, η Κύπρος και οι εταίροι τους εξακολουθούν να παρέχουν νομική, διπλωματική και επιχειρησιακή υποστήριξη στο έργο.
Το καλώδιο δεν δέχεται κατ’ ανάγκην επίθεση, όμως οι επαναλαμβανόμενες καθυστερήσεις και η αβεβαιότητα αυξάνουν το κόστος και υπονομεύουν την εμπιστοσύνη των επενδυτών. Πρόκειται για ένα σενάριο για το οποίο η Αθήνα οφείλει να προετοιμαστεί σοβαρά.

Το τρίτο σενάριο αφορά την εκδήλωση επιχειρησιακού επεισοδίου.
Ένα ερευνητικό σκάφος έρχεται αντιμέτωπο με τουρκικές μονάδες, εκδίδονται αντικρουόμενες οδηγίες και ένας λανθασμένος ελιγμός ή ένας εσφαλμένος υπολογισμός οδηγεί σε πολιτική κρίση.
Δεν χρειάζεται καμία από τις δύο κυβερνήσεις να έχει επιδιώξει την αντιπαράθεση για να προκύψει κλιμάκωση στη θάλασσα.
Αυτό είναι το πλέον επικίνδυνο άμεσο σενάριο, διότι ζητήματα εθνικής αξιοπιστίας και εσωτερικές πολιτικές πιέσεις μπορούν να περιορίσουν πολύ γρήγορα τα περιθώρια συμβιβασμού.
Το τέταρτο σενάριο είναι η επίτευξη μιας περιορισμένης τεχνικής διευθέτησης που θα μειώνει τον κίνδυνο επικίνδυνων συναντήσεων στη θάλασσα, χωρίς να επιλύει την υποκείμενη διαφορά για τις θαλάσσιες ζώνες.
Μια τέτοια διευθέτηση θα μπορούσε να αποδειχθεί χρήσιμη, εφόσον διαχωρίζει με σαφήνεια την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και την πρακτική επικοινωνία από ζητήματα δικαιοδοσίας.
Αντίθετα, θα ήταν αντιπαραγωγική εάν η διατύπωσή της μπορούσε αργότερα να ερμηνευθεί ως αναγνώριση τουρκικού δικαιώματος έγκρισης του έργου.
Το πέμπτο σενάριο αφορά μια ευρύτερη περιφερειακή αντιπαράθεση, στην οποία ο GSI μετατρέπεται σε σύμβολο ανταγωνιστικών στρατηγικών αντιλήψεων για την Ανατολική Μεσόγειο.
Η Ελλάδα, η Κύπρος, η Γαλλία, η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται να αντιμετωπίζουν τη διασύνδεση ως συμβολή στην ενεργειακή ανθεκτικότητα και στην περιφερειακή συνδεσιμότητα.
Η Άγκυρα, από την πλευρά της, ενδέχεται να την αντιλαμβάνεται μέσα από το πρίσμα των ευρύτερων θαλάσσιων διεκδικήσεών της και της ανησυχίας της για τις περιφερειακές συνεργασίες και συμμαχίες.
Η πιο συνετή παραδοχή για τον ελληνικό στρατηγικό σχεδιασμό είναι ότι θα υπάρξει παρατεταμένη πίεση. Με μία σαφή προτεραιότητα: Να αποτραπεί το ενδεχόμενο αυτή η πίεση να οδηγήσει είτε σε ένα ουσιαστικό βέτο επί του έργου είτε σε μια ανεξέλεγκτη κρίση.

Ο ρόλος του Πολεμικού Ναυτικού: Αξιόπιστη παρουσία και πολιτικός έλεγχος
Το Πολεμικό Ναυτικό διαδραματίζει σημαντικό ρόλο σε αυτή την κατάσταση. Ωστόσο, η αποστολή του πρέπει να γίνεται σωστά αντιληπτή. Το ζητούμενο δεν είναι να μετατραπεί μια πολιτικού χαρακτήρα έρευνα του βυθού σε στρατιωτική επίδειξη ισχύος. Ούτε πρέπει να θεωρείται ότι κάθε τουρκική αντίρρηση απαιτεί μια ισοδύναμη στρατιωτική απάντηση.
Η αποστολή είναι η διατήρηση πλήρους επίγνωσης της κατάστασης στο θαλάσσιο πεδίο, η υποστήριξη της νόμιμης διεξαγωγής δραστηριοτήτων, η προστασία των εθνικών συμφερόντων και η διασφάλιση ότι η πολιτική ηγεσία διατηρεί τον έλεγχο της διαδικασίας κλιμάκωσης. Αυτό απαιτεί συντονισμό μεταξύ της κυβέρνησης, του Πολεμικού Ναυτικού, του Λιμενικού Σώματος, της Υδρογραφικής Υπηρεσίας και των αρμόδιων πολιτικών αρχών. Απαιτεί επίσης σαφή επικοινωνία με την Κύπρο και τη Γαλλία, των οποίων οι εταιρείες και οι θεσμοί συμμετέχουν άμεσα στο έργο.
Η Ελλάδα πρέπει να είναι προετοιμασμένη για διαφορετικά ενδεχόμενα, όπως καθυστερήσεις, ανταγωνιστικές ναυτιλιακές αναγγελίες και επικίνδυνα περιστατικά στη θάλασσα. Παράλληλα, οφείλει να διασφαλίσει ότι οι δίαυλοι επικοινωνίας θα παραμένουν ανοικτοί, ώστε ένα μεμονωμένο επεισόδιο να μπορεί να περιοριστεί προτού εξελιχθεί σε ευρύτερη κρίση.Η στρατιωτική ετοιμότητα είναι αποτελεσματικότερη όταν υπηρετεί μια συνεκτική πολιτική στρατηγική.
Μια εμφανής ναυτική παρουσία μπορεί να ενισχύσει την αποτροπή, αλλά δεν μπορεί από μόνη της να επιλύσει μια διαφορά οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών. Αυτό απαιτεί διεθνές δίκαιο, διπλωματία και διαρκή διεθνή κινητοποίηση.

Η Ευρώπη πρέπει να περάσει από τις διακηρύξεις στην πράξη
Ο GSI είναι ένα ευρωπαϊκό έργο, όμως οι πρακτικές συνέπειες των καθυστερήσεων επιβαρύνουν κυρίως την Ελλάδα και την Κύπρο. Η Κύπρος εξακολουθεί να μην είναι διασυνδεδεμένη με τα ηλεκτρικά δίκτυα της υπόλοιπης Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεγονός που καθιστά τη διασύνδεση ιδιαίτερα σημαντική για την ενεργειακή της ασφάλεια. Επομένως, η ευρωπαϊκή υποστήριξη δεν μπορεί να περιορίζεται σε δηλώσεις. Πρέπει να περιλαμβάνει σταθερή πολιτική στήριξη, αξιόπιστη εποπτεία του έργου, διαφανή χρηματοδότηση και σαφή αντίληψη για τον τρόπο με τον οποίο τα συμμετέχοντα κράτη θα ανταποκριθούν σε απόπειρες παρεμπόδισης νόμιμων δραστηριοτήτων του έργου.
Η πρόσφατη εμπλοκή του γαλλικού επενδυτικού ομίλου Meridiam, ως υποψήφιου πλειοψηφικού μετόχου, ενισχύει τη διεθνή επενδυτική βάση του έργου. Παράλληλα, η γαλλική εταιρεία Nexans διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στις εργασίες κατασκευής και εγκατάστασης του καλωδίου.
Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, επανέλαβε δημόσια την υποστήριξη της Ουάσιγκτον και δήλωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αξιοποιήσουν τη διπλωματία για την αντιμετώπιση των εμποδίων. Οι δεσμεύσεις αυτές έχουν σημασία. Όμως η υποστήριξη πρέπει να μεταφραστεί σε συνέχεια και συνέπεια.
Οι επενδυτές χρειάζονται τη βεβαιότητα ότι οι πολιτικές διαφωνίες δεν θα εμποδίζουν επ’ αόριστον τις τεχνικές εργασίες, ενώ οι κυβερνήσεις πρέπει να γνωρίζουν ότι οι εταίροι τους θα παραμένουν ενεργά παρόντες όταν το έργο δέχεται πιέσεις.
Ταυτόχρονα, η Ελλάδα δεν πρέπει να παρουσιάζει τον GSI απλώς ως ένα εργαλείο εναντίον της Τουρκίας. Το ισχυρότερο επιχείρημά της είναι ότι η διασύνδεση εξυπηρετεί συγκεκριμένους ευρωπαϊκούς στόχους, όπως την ενεργειακή ασφάλεια, την ενοποίηση των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας, την ανθεκτικότητα και την αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Ένα έργο που προβάλλεται με βάση αυτά τα οφέλη έχει περισσότερες πιθανότητες να διατηρήσει ευρεία διεθνή υποστήριξη από ένα έργο που παρουσιάζεται πρωτίστως ως πεδίο γεωπολιτικής αντιπαράθεσης.

Η ανθεκτικότητα είναι εξίσου σημαντική με την αποτροπή
Ακόμη και αν οι έρευνες επαναληφθούν και το καλώδιο τελικά εγκατασταθεί, η στρατηγική πρόκληση δεν θα εξαφανιστεί. Οι υποθαλάσσιες υποδομές απαιτούν παρακολούθηση, συντήρηση και επισκευές. Η αξία τους εξαρτάται από την αξιοπιστία τους σε όλη τη διάρκεια της επιχειρησιακής τους ζωής.
Η Ελλάδα και η Κύπρος οφείλουν, συνεπώς, να αντιμετωπίζουν τον GSI ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής προστασίας κρίσιμων υποδομών. Αυτό περιλαμβάνει σχεδιασμό αντιμετώπισης έκτακτων καταστάσεων, τεχνικές συμφωνίες επισκευής, συντονισμό με τον διαχειριστή του καλωδίου και προετοιμασία για ενδεχόμενες διακοπές λειτουργίας, είτε αυτές προκληθούν από ατυχήματα, περιβαλλοντικές συνθήκες είτε από σκόπιμες παρεμβάσεις.
Η ανθεκτικότητα μειώνει τη δυνατότητα άσκησης πίεσης μέσω της πρόκλησης διαταραχών. Παράλληλα, συμβάλλει στην αποτροπή της μετατροπής μιας τεχνικής βλάβης σε πολιτική κρίση. Η ίδια αρχή ισχύει και για την εμπορική βιωσιμότητα του έργου.
Η νομική και γεωπολιτική διαμάχη δεν πρέπει να αποσπά την προσοχή από την ανάγκη για αξιόπιστες εκτιμήσεις κόστους, διαφανή χρηματοδότηση, ρεαλιστικές προβλέψεις ζήτησης και δίκαιη κατανομή των χρηματοοικονομικών κινδύνων.
Η στρατηγική σημασία ενός έργου δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη χρηστή και αποτελεσματική διαχείρισή του.
Αποφασιστικότητα χωρίς κλιμάκωση

Η Ελλάδα δεν πρέπει ούτε να υποχωρήσει από τη διακηρυγμένη νομική της θέση απλώς και μόνο για να αποφύγει την ένταση ούτε να συγχέει τη σταθερότητα με την ανάγκη αντιπαράθεσης. Η ενδεδειγμένη προσέγγιση είναι να προχωρήσει το έργο σε μια νομικά τεκμηριωμένη βάση, με στενό συντονισμό με την Κύπρο και τους Ευρωπαίους εταίρους, σαφή επικοινωνία με την Ουάσιγκτον και πρακτικές δικλίδες ασφαλείας για την αποτροπή επικίνδυνων περιστατικών στη θάλασσα.
Η Ελλάδα οφείλει να επιμείνει ότι η επικοινωνία για λόγους ασφαλείας δεν δημιουργεί δικαίωμα προηγούμενης αδειοδότησης. Ταυτόχρονα, πρέπει να παραμένει ανοικτή σε ρυθμίσεις που μειώνουν ουσιαστικά τον επιχειρησιακό κίνδυνο, χωρίς να θίγουν τη νομική της θέση.
Και η Τουρκία έχει συμφέρον να αποφύγει μια κρίση που θα μπορούσε να βλάψει την περιφερειακή σταθερότητα και την επενδυτική εμπιστοσύνη.
Η πρόκληση είναι να διατηρηθεί ο αναγκαίος χώρος για τη διπλωματία, χωρίς η πιθανότητα διαφωνίας να οδηγεί σε επ’ αόριστον αναστολή του έργου.
Ο GSI αποτελεί, επομένως, μια δοκιμασία της ελληνικής στρατηγικής ωριμότητας.
Μπορεί η Αθήνα να προστατεύσει ένα μείζον εθνικό και ευρωπαϊκό συμφέρον, αποφεύγοντας ταυτόχρονα μια αντιπαράθεση που δεν εξυπηρετεί ούτε την ενεργειακή ασφάλεια ούτε την περιφερειακή σταθερότητα;
Μπορεί να διασφαλίσει ότι η διπλωματία στηρίζεται σε αξιόπιστη επιχειρησιακή ετοιμότητα και ότι αυτή η ετοιμότητα παραμένει υποταγμένη σε έναν σαφή πολιτικό στόχο; Η απάντηση πρέπει να είναι καταφατική.
Ο στόχος δεν είναι να ταπεινωθεί η Τουρκία ούτε να μετατραπεί ένα ηλεκτρικό καλώδιο σε σύμβολο στρατιωτικού ανταγωνισμού.
Ο στόχος είναι να διασφαλιστεί ότι η νόμιμη ανάπτυξη υποδομών δεν θα καθίσταται όμηρος ανταγωνιστικών διεκδικήσεων και ότι οι διαφορές θα αντιμετωπίζονται χωρίς χρήση βίας ή εκφοβισμού.
Ο GSI είναι κάτι περισσότερο από ένα καλώδιο. Είναι μια δοκιμασία για το κατά πόσον η ενεργειακή ασφάλεια, το διεθνές δίκαιο και η περιφερειακή συνεργασία μπορούν να αντέξουν στις γεωπολιτικές πιέσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η Ελλάδα πρέπει να παραμείνει σταθερή στις θέσεις της. Οφείλει, όμως, να το πράξει με στρατηγική πειθαρχία, διεθνή υποστήριξη και σαφή αποφασιστικότητα να αποτρέψει τη μετατροπή μιας διαχειρίσιμης διαφοράς σε επικίνδυνη κρίση.
*Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).


