του Αχιλλέα Ταουξή, Υποστρατήγου ε.α.
Ο Αλέξης Τσίπρας υπέγραψε τις Πρέσπες με μια ελαφρότητα που δύσκολα μπορεί να δικαιολογηθεί όταν απέναντί σου βρίσκεται ένα ζήτημα που συνδέεται με την ιστορική και πολιτιστική ταυτότητα της Μακεδονίας. Παραχώρησε πολιτικό και διπλωματικό χώρο στη γειτονική χώρα να οικοδομήσει τη δική της διεθνή ταυτότητα πάνω σε όρους που για την Ελλάδα έχουν ιδιαίτερο ιστορικό βάρος.
Όμως η ιστορία των Πρεσπών δεν τελειώνει με την υπογραφή του Τσίπρα.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όταν ήταν στην αντιπολίτευση, είχε χαρακτηρίσει τη συμφωνία εθνικά επιζήμια και είχε μιλήσει ακόμη και για εθνική μειοδοσία. Όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση, είχε μπροστά του χρόνο και κρατικούς μηχανισμούς για να καταγράψει συστηματικά κάθε παράβαση, να συγκροτήσει έναν πλήρη φάκελο και να εξετάσει σοβαρά κάθε διαθέσιμη νομική και θεσμική διαδικασία, ακόμη και τη δυνατότητα προσβολής ή και ακύρωσης της συμφωνίας, στον βαθμό που κάτι τέτοιο θα ήταν νομικά δυνατό.
Όμως αντί για μια τέτοια ολοκληρωμένη προσπάθεια, η ελληνική αντίδραση παρέμεινε κυρίως στο επίπεδο των πολιτικών προειδοποιήσεων και των ανακοινώσεων.
Φυσικά η άλλη πλευρά κατάλαβε το μήνυμα. Όταν η παραβίαση μιας συμφωνίας δεν μετατρέπεται σε συγκεκριμένο διπλωματικό, θεσμικό ή πολιτικό κόστος, το όριο παύει να είναι όριο. Γίνεται πρόσκληση για την επόμενη δοκιμή.
Κάπως έτσι φτάσαμε σήμερα να ακούμε από την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, στα Σκόπια, αναφορές για θαθμαδμο σε «ταυτότητα», «γλώσσα» και «μακεδονικό πολιτισμό», σαν να μην υπάρχει πίσω από αυτές τις λέξεις μια ιστορική διαμάχη που αφορά άμεσα την Ελλάδα.
Οι δηλώσεις αυτές δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως μια ακόμη ευρωπαϊκή φιλοφρόνηση. Η κυρία φον ντερ Λάιεν οφείλει εξηγήσεις στον ελληνικό λαό για τη διατύπωσή της. Η Ελλάδα οφειλει άμεσα να ζητήσει σαφή διευκρίνιση για το τι ακριβώς εννοεί όταν αποδίδει σε ένα γειτονικό κράτος συγκεκριμένη «μακεδονική» ταυτότητα, γλώσσα και πολιτισμό εκφράζοντας μάλιστα και τον θαυμασμό της.
Θα ζητήσει η Αθήνα αυτές τις εξηγήσεις; Θα ζητήσει από την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να ανασκευάσει, όπου απαιτείται, μια διατύπωση που αγνοεί την ιστορική ευαισθησία της Ελλάδας; Θα ζητήσει ακόμη και μια συγγνώμη από τον ελληνικό λαό;
Γιατί πλέον το ζήτημα δεν είναι μόνο τι υπεγράφη στις Πρέσπες, αλλα πώς μια συμφωνία που παρουσιάστηκε ως ,”λύση ενός ιστορικού, για μένα ανιστορητου προβλήματος” κατέληξε να χρησιμοποιείται ως αφετηρία για μια νέα διεθνή αφήγηση.
Καπως έτσι επιστρέφει το πιο δύσκολο ερώτημα, για το ποιος θα λογοδοτήσει στον ελληνικό λαό και στους πεσόντες του Μακεδονικού Αγώνα;
Τι θα τους πούμε; Ότι κάποιοι υπέγραψαν και κάποιοι άλλοι, όταν απέκτησαν την εξουσία, περιορίστηκαν να διαχειριστούν τις συνέπειες;
Πώς καταφέραμε ένα κομμάτι της ιστορικής καρδιάς της Ελλάδας να το αφήσουμε να μετατρέπεται, μέσα από τη διεθνή πολιτική και τη δική μας αδράνεια, σε αφήγημα μιας άλλης χώρας;
Η Ιστορία δεν παραδίδεται σε μία μέρα. Παραδίδεται λίγο λίγο, κάθε φορά που εκείνος που οφείλει να την υπερασπιστεί επιλέγει να μη συγκρουστεί. Αυτό είναι ίσως το πιο οδυνηρό μάθημα των Πρεσπών.
Υποστράτηγος ε.α. Αχιλλεύς Ταούξης
Απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων και με 43 χρόνια υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, υπηρέτησε σε επιχειρησιακές και επιτελικές θέσεις στην Ελλάδα, στο ΝΑΤΟ και σε διεθνείς αποστολές. Διετέλεσε Εκπαιδευτής και Διευθυντής Σπουδών στη ΣΕΘΑ, Διευθυντής Κέντρου Επιχειρήσεων στο ΝΑΤΟϊκό Στρατηγείο Σκοπίων και στέλεχος του ΓΕΣ, του ΓΕΕΘΑ και του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με αντικείμενο την άμυνα, την αμυντική πολιτική, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις διεθνείς σχέσεις.
Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Εφαρμοσμένη Στρατηγική και Διεθνείς Σχέσεις από το University of Plymouth και έχει συμμετάσχει ως ομιλητής σε ημερίδες και εκδηλώσεις. Αρθρογραφεί για θέματα εθνικής ασφάλειας, άμυνας, στρατηγικής και γεωπολιτικής.