του Αχιλλέα Ταουξή, Υποστρατήγου ε.α.Η παρουσία ελληνικών φρεγατών και μαχητικών στην Κύπρο έχει ιδιαίτερη σημασία, όχι μόνο για την εικόνα που δημιουργεί, αλλά κυρίως για αυτό που μπορεί να σηματοδοτεί. Για χρόνια η Κύπρος έμοιαζε να βρίσκεται επιχειρησιακά μακριά από τον ελληνικό σχεδιασμό, παρά το γεγονός ότι γεωγραφικά, ιστορικά και στρατηγικά αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ελληνικού χώρου ασφαλείας. Η σημερινή ελληνική παρουσία δείχνει ότι κάτι έχει αρχίσει να αλλάζει. Από μόνη της όμως δεν συνιστά ακόμη ένα νέο Ενιαίο Αμυντικό Δόγμα.
Το Ενιαίο Αμυντικό Δόγμα που διαμορφώθηκε τη δεκαετία του 1990 στηριζόταν σε μια απλή αλλά σημαντική παραδοχή. Ο ελληνικός αμυντικός χώρος δεν σταματά στο Αιγαίο. Η ασφάλεια της Κύπρου συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια της Ελλάδας και μια κρίση στην Ανατολική Μεσόγειο δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν ένα πρόβλημα που αφορά μόνο τη μία πλευρά.
Η σημερινή πραγματικότητα είναι διαφορετική από εκείνη του 1993. Η Ελλάδα διαθέτει μεγαλύτερες επιχειρησιακές δυνατότητες, η Κύπρος έχει ενισχύσει τις δικές της δυνατότητες και η Ανατολική Μεσόγειος έχει μετατραπεί σε έναν χώρο όπου συναντώνται ενέργεια, θαλάσσιες υποδομές, ανταγωνισμοί ισχύος και ένα πυκνότερο δίκτυο περιφερειακών συνεργασιών.
Για αυτό δεν χρειάζεται να επιστρέψουμε στο παλιό μοντέλο. Χρειάζεται να δημιουργήσουμε ένα νέο. Η βάση του θα πρέπει να είναι ένας μόνιμος μηχανισμός ελληνοκυπριακού αμυντικού σχεδιασμού και όχι μια ακόμη γραφειοκρατική δομή, αλλά ένας μηχανισμός που θα επιτρέπει στα δύο επιτελεία να σχεδιάζουν από κοινού, να επικαιροποιούν τα σχέδια αντιμετώπισης κρίσεων και να γνωρίζουν εκ των προτέρων, ποια μέσα και ποιες δυνατότητες μπορούν να αξιοποιηθούν ανάλογα με την εξέλιξη μιας κρίσης.
Το δεύτερο στοιχείο είναι η προδιαγεγραμμένη δυνατότητα ελληνικής ενίσχυσης της Κύπρου. Δεν μπορεί κάθε φορά που δημιουργείται μια κρίση να αρχίζει από μηδενική βάση η συζήτηση για το αν και με ποιον τρόπο θα μετακινηθούν ελληνικές δυνάμεις. Οι κατηγορίες των διαθέσιμων μέσων, οι διαδικασίες ενεργοποίησης, η υποστήριξη και η διατήρηση της παρουσίας τους πρέπει να έχουν μελετηθεί και δοκιμαστεί εκ των προτέρων.
Το ίδιο ισχύει για τις υποδομές. Η Κύπρος μπορεί να αποτελέσει έναν σημαντικό προωθημένο κόμβο επιτήρησης και υποστήριξης στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ η Ελλάδα διαθέτει τη δυνατότητα να λειτουργεί ως βασική πηγή ενισχύσεων και υποστήριξης. Για να έχει όμως αυτό νόημα, χρειάζεται διαλειτουργικότητα σε επικοινωνίες, διοίκηση, επιτήρηση και υποστήριξη.
Επίσης χρειάζεται κάτι λιγότερο θεαματικό αλλά πολύ πιο ουσιαστικό. Κοινή εκπαίδευση που να δοκιμάζει πραγματικές διαδικασίες και όχι μόνο να παράγει φωτογραφίες από ασκήσεις. Η προστασία θαλάσσιων και ενεργειακών υποδομών, η επιτήρηση της Ανατολικής Μεσογείου, η αντιμετώπιση μη επανδρωμένων απειλών και η διαχείριση μιας κρίσης μεγάλης κλίμακας είναι αντικείμενα στα οποία Ελλάδα και Κύπρος πρέπει να έχουν μάθει να λειτουργούν μαζί πριν χρειαστεί να το κάνουν υπό πίεση. Η χρησιμοποίηση στρατηγικών και επιχειρησιακών πολεμικών παιγνίων μεταξύ των επιτελών, από όλους τους φορείς των δύο χωρών, που απαιτούνται να αντιμετωπίσουν μια κρίση, θεωρείται επιβεβλημένη
Όχι επιστροφή στο 1993, αλλά ένα νέο ελληνοκυπριακό αμυντικό πλαίσιο που θα στηρίζεται σε κοινό σχεδιασμό, κοινή επιχειρησιακή εικόνα, διαλειτουργικότητα, προδιαγεγραμμένη δυνατότητα ενίσχυσης, κοινή εκπαίδευση και σύνδεση με το ευρύτερο περιφερειακό δίκτυο ασφαλείας.
Η διαφορά είναι ουσιαστική. Η στρατιωτική παρουσία δείχνει ότι μπορούμε να φτάσουμε στην Κύπρο, αλλά ένα πραγματικό δόγμα αποδεικνύει ότι μπορούμε να είμαστε εκεί όταν χρειαστεί.
Υποστράτηγος ε.α. Αχιλλεύς Ταούξης
Απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων και με 43 χρόνια υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, υπηρέτησε σε επιχειρησιακές και επιτελικές θέσεις στην Ελλάδα, στο ΝΑΤΟ και σε διεθνείς αποστολές. Διετέλεσε Εκπαιδευτής και Διευθυντής Σπουδών στη ΣΕΘΑ, Διευθυντής Κέντρου Επιχειρήσεων στο ΝΑΤΟϊκό Στρατηγείο Σκοπίων και στέλεχος του ΓΕΣ, του ΓΕΕΘΑ και του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με αντικείμενο την άμυνα, την αμυντική πολιτική, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις διεθνείς σχέσεις.
Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Εφαρμοσμένη Στρατηγική και Διεθνείς Σχέσεις από το University of Plymouth και έχει συμμετάσχει ως ομιλητής σε ημερίδες και εκδηλώσεις. Αρθρογραφεί για θέματα εθνικής ασφάλειας, άμυνας, στρατηγικής και γεωπολιτικής.


