του Θεόδωρου Ατματζίδη, Υποστρατήγου ε.α.
Ποιοι αποφασίζουν για την Ουκρανία, ποια συμφέροντα διαμορφώνουν τις αποφάσεις και πώς ελέγχεται η εξουσία
Στα δύο προηγούμενα μέρη της ανάλυσης εξετάστηκαν δύο από τις σημαντικότερες οικονομικές διαστάσεις της Ουκρανίας: η γη και η γεωργική παραγωγή, καθώς και τα κρίσιμα ορυκτά, η ενέργεια και οι φυσικοί πόροι. Στο τρίτο μέρος, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται στο επίπεδο όπου τελικά διαμορφώνονται οι όροι αξιοποίησης όλων αυτών των πόρων: την πολιτική εξουσία και τους θεσμούς.
Το βασικό ερώτημα, δεν είναι μόνο γιατί ξεκίνησε ο πόλεμος, αλλά γιατί, παρά το τεράστιο ανθρώπινο, οικονομικό και γεωπολιτικό κόστος, εξακολουθούν να υπάρχουν ισχυρές πολιτικές δυνάμεις που υποστηρίζουν τη συνέχισή του. Η γη, τα ορυκτά, η ενέργεια, οι υποδομές και η ανοικοδόμηση δεν αποκτούν από μόνα τους οικονομική αξία για έναν συγκεκριμένο επενδυτή ή κράτος. Η πρόσβαση σε αυτά διαμορφώνεται μέσα από πολιτικές αποφάσεις, νομοθετικές ρυθμίσεις, κρατικές εγγυήσεις, χρηματοδοτικά εργαλεία, αμυντικές δαπάνες, δημόσιες συμβάσεις και επενδυτικά πλαίσια.
Γι’ αυτό η πολιτική διάσταση του πολέμου δεν μπορεί να εξετάζεται ανεξάρτητα από την οικονομία. Το ζητούμενο είναι να παρακολουθήσουμε τη διαδρομή από την πολιτική απόφαση μέχρι το οικονομικό αποτέλεσμα: ποιοι διαμορφώνουν τις αποφάσεις, ποιοι συμμετέχουν στη διαδικασία, ποια συμφέροντα επηρεάζονται, ποιος αναλαμβάνει το κόστος και ποιοι ενδέχεται να επωφελούνται από τη συνέχιση του πολέμου και την επόμενη ημέρα της ανοικοδόμησης.
Δεν απαιτείται η υπόθεση ενός ενιαίου, κρυφού σχεδίου για να διερευνηθεί αυτή η σχέση. Αρκεί να εξεταστούν οι αποφάσεις, οι θεσμοί, οι μηχανισμοί χρηματοδότησης και οι οικονομικές διαδρομές που συνδέουν την πολιτική ισχύ με τα συγκεκριμένα αποτελέσματα.
Εκεί ακριβώς συναντώνται η πολιτική ισχύς, το χρήμα και η στρατηγική.

Η Ουκρανία ως ευρωπαϊκή στρατηγική επιλογή
Η θέση της Ουκρανίας στην ευρωπαϊκή πολιτική έχει μεταβληθεί σημαντικά από την έναρξη της ρωσικής εισβολής. Δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως χώρα που χρειάζεται στρατιωτική και οικονομική βοήθεια, αλλά ως τμήμα της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας, της αμυντικής βιομηχανίας, της ενεργειακής ανθεκτικότητας και, σε θεσμικό επίπεδο, της ίδιας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 18ης Ιουνίου 2026, η Ευρωπαϊκή Ένωση επανέλαβε τη δέσμευσή της για μακροπρόθεσμη πολιτική, οικονομική, στρατιωτική και διπλωματική στήριξη της Ουκρανίας, ενώ συνέδεσε την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας με μεταρρυθμίσεις, αμυντική ετοιμότητα, παραγωγική ικανότητα και συνεργασία με την ουκρανική αμυντική βιομηχανία.[1]
Η εξέλιξη αυτή έχει μια σημαντική οικονομική συνέπεια.
Η στρατιωτική υποστήριξη δεν αφορά μόνο την αγορά ή αποστολή οπλικών συστημάτων. Συνδέεται με εργοστάσια, γραμμές παραγωγής, έρευνα και ανάπτυξη, λογιστική υποστήριξη, ανταλλακτικά, συντήρηση, ψηφιακές υποδομές, δίκτυα επικοινωνιών και χρηματοδότηση. Η σταδιακή ενσωμάτωση της ουκρανικής αμυντικής βιομηχανίας σε ευρωπαϊκές και δυτικές αλυσίδες παραγωγής δημιουργεί ένα νέο βιομηχανικό και επενδυτικό περιβάλλον.
Η ίδια λογική θα ισχύσει ακόμη περισσότερο στην ανοικοδόμηση.
Όσο μεγαλώνει το οικονομικό μέγεθος των αποφάσεων, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτούν οι κανόνες με τους οποίους λαμβάνονται και ελέγχονται.

Από την καταστροφή στην οικονομία της ανοικοδόμησης
Η Πέμπτη έκδοση της κοινής εκτίμησης για τις ανάγκες ανάκαμψης και ανοικοδόμησης της Ουκρανίας, που δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 2026 από την κυβέρνηση της Ουκρανίας, την Παγκόσμια Τράπεζα, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα Ηνωμένα Έθνη, υπολογίζει τις ανάγκες της χώρας για την επόμενη δεκαετία σε περίπου 588 δισ. δολάρια, ποσό σχεδόν τριπλάσιο του ονομαστικού ΑΕΠ της Ουκρανίας το 2025.[2]
Οι άμεσες ζημιές ξεπερνούν τα 195 δισ. δολάρια, ενώ οι μεγαλύτερες ανάγκες αφορούν τις μεταφορές, την ενέργεια, την κατοικία, το εμπόριο και τη βιομηχανία, καθώς και τη γεωργία.[2]
Πρόκειται για μια οικονομική διαδικασία τεράστιας κλίμακας.
Η ανοικοδόμηση θα αφορά οδικά και σιδηροδρομικά δίκτυα, ενεργειακές εγκαταστάσεις, κατοικίες, βιομηχανικές μονάδες, λιμάνια, τηλεπικοινωνίες, ψηφιακά συστήματα, ύδρευση και άλλες κρίσιμες υποδομές. Για να υλοποιηθούν αυτά τα έργα θα απαιτηθούν κρατικοί πόροι, διεθνής χρηματοδότηση, ιδιωτικά κεφάλαια, ασφαλιστικές καλύψεις, εγγυήσεις, τεχνική τεχνογνωσία και μηχανισμοί επιμερισμού κινδύνου.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η πολιτική απόφαση και η οικονομική δραστηριότητα βρίσκονται πολύ κοντά.
Οι αποφάσεις για το ποια έργα θεωρούνται προτεραιότητα, ποιοι μηχανισμοί χρηματοδότησης χρησιμοποιούνται, ποιες εγγυήσεις παρέχονται και με ποιους όρους συμμετέχει το ιδιωτικό κεφάλαιο θα επηρεάσουν άμεσα την κατανομή των μελλοντικών οικονομικών ευκαιριών.
Η συμμετοχή επιχειρήσεων και επενδυτικών κεφαλαίων είναι αναπόφευκτη σε μια οικονομία που πρέπει να ανοικοδομηθεί σχεδόν από την αρχή.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι το θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα γίνει αυτή η συμμετοχή.

Η διαφάνεια ως ζήτημα εξουσίας
Η διαφθορά δεν περιορίζεται στην κλασική εικόνα της δωροδοκίας. Στις σύγχρονες πολιτικές και οικονομικές δομές μπορεί να εμφανιστεί μέσα από σύγκρουση συμφερόντων, αθέμιτη επιρροή, προνομιακή πρόσβαση στη λήψη αποφάσεων, χειραγώγηση διαδικασιών, διαρροή εμπιστευτικών πληροφοριών ή μετακίνηση στελεχών μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα χωρίς επαρκείς δικλίδες.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ενισχύσει το θεσμικό της πλαίσιο κατά της διαφθοράς. Τον Μάρτιο του 2026 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε νέο πλαίσιο ποινικοποίησης πράξεων όπως η δωροδοκία, η υπεξαίρεση, η εμπορία επιρροής και ο παράνομος πλουτισμός.[3]
Για την Ουκρανία, η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερο βάρος, καθώς η χώρα βρίσκεται σε διαδικασία βαθύτερης θεσμικής σύνδεσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί ζητούν από την Ουκρανία μεταρρυθμίσεις, ανεξαρτησία των ελεγκτικών μηχανισμών και αποτελεσματική αντιμετώπιση της διαφθοράς. Τα ίδια πρότυπα όμως πρέπει να εφαρμόζονται και στους θεσμούς που χρηματοδοτούν, διαχειρίζονται ή εποπτεύουν την ευρωπαϊκή και διεθνή υποστήριξη.
Η υπόθεση των μηνυμάτων μεταξύ της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του διευθύνοντος συμβούλου μεγάλης φαρμακευτικής εταιρείας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της σημασίας της θεσμικής διαφάνειας. Ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής είχε διαπιστώσει το 2022 κακοδιοίκηση στον χειρισμό αιτήματος πρόσβασης στα σχετικά μηνύματα.[4] Τον Μάιο του 2025 το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής, κρίνοντας ανεπαρκείς τις εξηγήσεις της σχετικά με την αναζήτηση και την ύπαρξη των μηνυμάτων.[5]
Η υπόθεση δεν αποτελεί απόδειξη παράνομης συμφωνίας ή διαφθοράς. Αποτελεί όμως σημαντικό θεσμικό προηγούμενο για το πώς πρέπει να αντιμετωπίζεται η διαφάνεια όταν δημόσια εξουσία και μεγάλα οικονομικά συμφέροντα βρίσκονται σε άμεση επαφή.

Η είσοδος των μεγάλων κεφαλαίων
Ήδη από τον Νοέμβριο του 2022, η BlackRock Financial Markets Advisory και το υπουργείο Οικονομίας της Ουκρανίας υπέγραψαν μνημόνιο συνεργασίας για την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών σχετικά με τη δημιουργία επενδυτικού πλαισίου για την ανοικοδόμηση της χώρας.[6]
Η συνεργασία αφορούσε τον σχεδιασμό της δομής, της εντολής και της διακυβέρνησης ενός μελλοντικού επενδυτικού πλαισίου, ώστε να καταστεί δυνατή η προσέλκυση δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων. Το ουσιαστικό στοιχείο αυτής της εξέλιξης βρίσκεται ακριβώς στη λέξη «διακυβέρνηση».
Η οικονομική αξία της ανοικοδόμησης δεν εξαρτάται μόνο από το ύψος των κεφαλαίων που θα εισρεύσουν. Εξαρτάται και από το :
• πώς θα επιλεγούν τα έργα,
• πώς θα κατανεμηθεί ο κίνδυνος,
• ποιοι θα έχουν πρόσβαση στις επενδυτικές ευκαιρίες και με
• ποια κριτήρια θα παρέχονται κρατικές ή διεθνείς εγγυήσεις.
Στις 24 Σεπτεμβρίου 2026, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι συναντήθηκε στη Νέα Υόρκη με ανώτατα στελέχη της Wall Street και περισσότερες από δύο δωδεκάδες αμερικανικές εταιρείες, στο περιθώριο της 81ης Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών. Σύμφωνα με το Reuters, στη συνάντηση συμμετείχαν μεταξύ άλλων εκπρόσωποι των BlackRock, Franklin Templeton, Lazard, Macquarie, State Street και McKinsey, καθώς και εκπρόσωποι της Παγκόσμιας Τράπεζας, της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης.[7]
Το γεγονός αυτό αποτυπώνει την πραγματική οικονομική διάσταση της επόμενης φάσης.

Η ουκρανική κυβέρνηση χρειάζεται κεφάλαια και τεχνογνωσία. Οι διεθνείς οργανισμοί προσπαθούν να περιορίσουν τους κινδύνους. Οι επενδυτές αναζητούν αποδόσεις και πρόσβαση σε μια μελλοντική αγορά. Οι επιχειρήσεις αναζητούν έργα και συμβόλαια. Οι ευρωπαϊκές και δυτικές κυβερνήσεις επιδιώκουν μια οικονομικά βιώσιμη και γεωπολιτικά ενταγμένη Ουκρανία.
Οι επιδιώξεις αυτές μπορούν να συνυπάρχουν. Γι’ αυτό ακριβώς απαιτούνται σαφείς κανόνες.
Η πολιτική ηγεσία και το δίκτυο γύρω από την εξουσία
Η ουκρανική πολιτική ηγεσία βρίσκεται στο σημείο όπου συναντώνται η στρατιωτική ανάγκη, η διεθνής χρηματοδότηση, η ευρωπαϊκή πορεία, οι επενδύσεις, η αμυντική βιομηχανία, η ενεργειακή ασφάλεια και η μελλοντική ανοικοδόμηση.
Γύρω από την ουκρανική πολιτική εξουσία λειτουργεί ένα ευρύ δίκτυο κρατικών αξιωματούχων, συμβούλων, διεθνών οργανισμών, εταιρειών, επενδυτικών κεφαλαίων και θεσμικών φορέων.
Η ύπαρξη αυτού του δικτύου δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη παρανομίας. Σε μια χώρα που βρίσκεται σε πόλεμο και ταυτόχρονα σχεδιάζει την οικονομική της ανασυγκρότηση, τέτοιες επαφές είναι αναπόφευκτες.
Εκεί όμως βρίσκεται και το ουσιαστικό ερώτημα: μπορούν οι θεσμοί να παρακολουθήσουν αποτελεσματικά τη διαδρομή από την πολιτική απόφαση μέχρι την οικονομική εφαρμογή;

Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν οι ίδιοι άνθρωποι ή οργανισμοί μπορούν να εμφανίζονται σε διαφορετικούς ρόλους: ως σύμβουλοι, ως διαχειριστές κεφαλαίων, ως επιχειρηματίες ή ως κρατικοί αξιωματούχοι. Εκεί η σύγκρουση συμφερόντων και η προνομιακή πρόσβαση χρειάζονται ιδιαίτερη θεσμική αντιμετώπιση.
Η ταχύτητα που απαιτεί ένας πόλεμος συχνά περιορίζει τον χρόνο για τις κανονικές διαδικασίες. Η ανοικοδόμηση όμως θα διαρκέσει δεκαετίες. Αυτό σημαίνει ότι η ανάγκη για τεκμηρίωση, έλεγχο και λογοδοσία δεν θα μειωθεί όταν τελειώσουν οι εχθροπραξίες. Θα αυξηθεί.
Οι κυβερνήσεις που στηρίζουν την Ουκρανία και το εσωτερικό κόστος της πολιτικής επιλογής
Η ευρωπαϊκή υποστήριξη προς την Ουκρανία δεν αποτελεί μια πολιτική που ασκείται σε κενό. Οι κυβερνήσεις και οι πολιτικοί ηγέτες που συμμετέχουν στη στήριξη του Κιέβου αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα εσωτερικές πολιτικές πιέσεις, οικονομικές αντιπαραθέσεις, ζητήματα διαφάνειας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, έρευνες για υποθέσεις διαφθοράς ή σύγκρουσης συμφερόντων.
Η εξέλιξη αυτή είναι σημαντική για την ανάλυση όχι επειδή αποδεικνύει κάποια κοινή σχέση μεταξύ των κυβερνήσεων και των οικονομικών συμφερόντων που δραστηριοποιούνται στην Ουκρανία, αλλά επειδή δείχνει πόσο σημαντικός είναι ο έλεγχος της πολιτικής εξουσίας όταν οι αποφάσεις αφορούν τεράστιες δημόσιες δαπάνες και μελλοντικές επενδύσεις.
Στη Γαλλία, για παράδειγμα, η κυβέρνηση του Εμανουέλ Μακρόν έχει βρεθεί αντιμέτωπη με έρευνες και πολιτικές αντιπαραθέσεις σχετικά με τη χρήση ιδιωτικών συμβουλευτικών εταιρειών από το κράτος και τη σχέση τους με την πολιτική εξουσία. Το 2022 η γαλλική Εθνική Οικονομική Εισαγγελία διεύρυνε τις έρευνες γύρω από τον ρόλο της McKinsey στις προεκλογικές εκστρατείες του 2017 και του 2022. Ο Μακρόν δήλωσε ότι οι λογαριασμοί της εκστρατείας του 2017 είχαν ελεγχθεί και εγκριθεί, ενώ εκείνοι του 2022 βρίσκονταν υπό έλεγχο. [14]
Η υπόθεση αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον αν εξεταστεί και η επαγγελματική διαδρομή του ίδιου του Μακρόν. Πριν εισέλθει στην κορυφή της γαλλικής πολιτικής, εργάστηκε στον χρηματοπιστωτικό τομέα ως επενδυτικός τραπεζίτης στη Rothschild & Cie, από το 2008, πριν επιστρέψει στη δημόσια διοίκηση και αναλάβει κυβερνητικές θέσεις. Η διαδρομή αυτή —από τη δημόσια διοίκηση, στην επενδυτική τραπεζική και στη συνέχεια στην πολιτική εξουσία— αποτελεί ένα ακόμη στοιχείο που αξίζει να εξετάζεται όταν διερευνάται η αλληλεπίδραση μεταξύ πολιτικής, χρηματοπιστωτικού συστήματος και μεγάλων συμβουλευτικών ή επενδυτικών οργανισμών.

Το ζήτημα επανήλθε στο προσκήνιο το 2026. Γαλλικές και βελγικές εισαγγελικές αρχές προχώρησαν σε προσωρινή δέσμευση περίπου 65,2 εκατ. ευρώ στο πλαίσιο έρευνας φορολογικής απάτης που αφορά τη McKinsey. Η υπόθεση συνδέεται με ευρύτερο έλεγχο των δραστηριοτήτων της εταιρείας στη Γαλλία, ενώ η McKinsey αρνείται wrongdoing και δηλώνει ότι συνεργάζεται με τις αρχές.[15]
Παράλληλα, τον Απρίλιο του 2026 γαλλικές αρχές πραγματοποίησαν έρευνες στο πλαίσιο υπόθεσης που αφορούσε καταγγελίες για ευνοιοκρατία, σύγκρουση συμφερόντων, διαφθορά και εμπορία επιρροής σε δημόσιες συμβάσεις. Οι έρευνες αφορούσαν μεταξύ άλλων τελετές στο Παρίσι και εταιρικές σχέσεις με κρατικούς φορείς. Οι ερευνητές δεν συνέδεσαν άμεσα τις καταγγελίες με τον Μακρόν προσωπικά.[16]
Η γαλλική περίπτωση δείχνει κάτι σημαντικό: η πολιτική επιλογή υπέρ της Ουκρανίας και οι εσωτερικές έρευνες για δημόσιες συμβάσεις ή επιχειρηματικές σχέσεις μπορεί να φαίνονται διαφορετικά ζητήματα αλλά μπορούν όμως να συνυπάρχουν στο ίδιο πολιτικό περιβάλλον και να επηρεάζουν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Στη Γερμανία, το ζήτημα εμφανίζεται με διαφορετικό τρόπο. Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς είχε σημαντική επαγγελματική δραστηριότητα στον ιδιωτικό τομέα πριν επιστρέψει στην ενεργό πολιτική, μεταξύ άλλων και ως πρόεδρος του εποπτικού συμβουλίου της BlackRock Germany.[17] Η BlackRock είχε βρεθεί στο επίκεντρο της γερμανικής έρευνας για το σκάνδαλο Cum-Ex, ενώ το 2018 οι γερμανικές αρχές πραγματοποίησαν έρευνες στα γραφεία της εταιρείας στο Μόναχο. Ο Μερτς είχε δηλώσει τότε ότι η εταιρεία θα συνεργαζόταν πλήρως με τις αρχές.[17]
Η προηγούμενη επαγγελματική σχέση ενός πολιτικού προσώπου με μια μεγάλη χρηματοοικονομική εταιρεία αποτελεί μέρος του δημόσιου βιογραφικού του και μπορεί να εξετάζεται στο πλαίσιο των θεσμικών σχέσεων γύρω από αποφάσεις μεγάλης οικονομικής σημασίας.
Την ίδια στιγμή, η γερμανική κυβέρνηση έχει αναλάβει ενεργό ρόλο στην οικονομική και πολιτική στήριξη της Ουκρανίας. Στη Διάσκεψη για την Ανάκαμψη της Ουκρανίας το 2026, ο Μερτς παρουσίασε τη γερμανική και ιδιωτική συμμετοχή στην ανοικοδόμηση ως βασικό μέρος της μελλοντικής συνεργασίας, συνδέοντας την ασφάλεια με τις επενδύσεις, τις μεταρρυθμίσεις και το ανθρώπινο δυναμικό.[22] Τον ίδιο χρόνο η Γερμανία συμμετείχε επίσης στην ευρωπαϊκή πρωτοβουλία κατά της διαφθοράς στην Ουκρανία, με χρηματοδοτική συνεισφορά 3,5 εκατ. ευρώ.[23]
Στην Ισπανία, αντίστοιχα, σειρά ερευνών έχει αγγίξει πρόσωπα του πολιτικού περιβάλλοντος του πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ. Τον Ιούλιο του 2026 το ισπανικό Ανώτατο Δικαστήριο διεύρυνε έρευνα για υπόθεση διαφθοράς ώστε να συμπεριλάβει τον Χουάν Μανουέλ Σεράνο, πρώην επιτελικό συνεργάτη του Σάντσεθ και πρώην επικεφαλής των ισπανικών ταχυδρομείων. Η έρευνα αφορούσε υποψίες για προσπάθεια επηρεασμού ερευνών σχετικών με το κυβερνών Σοσιαλιστικό Κόμμα. Ο ίδιος ο Σάντσεθ δεν περιλαμβανόταν στην έρευνα.[18]

Παράλληλα, η σύζυγος του πρωθυπουργού, Μπεγκόνια Γκόμεθ, οδηγήθηκε σε δίκη σε υπόθεση που αφορά μεταξύ άλλων κατηγορίες για εμπορία επιρροής και κατάχρηση δημοσίων πόρων. Η ίδια αρνείται τις κατηγορίες, ενώ ο Σάντσεθ έχει χαρακτηρίσει την υπόθεση πολιτικά υποκινούμενη. Ο ίδιος δεν είναι κατηγορούμενος στην υπόθεση.[19]
Και εδώ η διάκριση είναι απαραίτητη. Οι δικαστικές υποθέσεις που αφορούν συνεργάτες, συγγενικά πρόσωπα ή στελέχη ενός κυβερνητικού κόμματος δεν αποτελούν αυτομάτως απόδειξη προσωπικής ευθύνης του πρωθυπουργού. Αποτελούν όμως μέρος του πολιτικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο λαμβάνονται αποφάσεις και μπορούν να επηρεάσουν τη δημόσια συζήτηση για τη διαφάνεια και την πολιτική λογοδοσία.
Στην Ελλάδα, το ζήτημα έχει συνδεθεί ιδιαίτερα με την υπόθεση του Οργανισμού Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, ΟΠΕΚΕΠΕ. Τον Ιούλιο του 2026 η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ανακοίνωσε ότι απήγγειλε κατηγορίες σε 22 πρόσωπα στο πλαίσιο της έρευνας για μεγάλης κλίμακας απάτη σχετικά με αγροτικές επιδοτήσεις. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται τέσσερις εν ενεργεία βουλευτές και πρώην υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι και πολιτικά στελέχη. Η έρευνα αφορά πράξεις όπως παράνομες παρεμβάσεις, αλλοιώσεις δεδομένων, παρεμπόδιση ελέγχων και ψευδείς πιστοποιήσεις.[20]
Η έρευνα δεν στρέφεται προσωπικά κατά του πρωθυπουργού. Παράλληλα, όμως, οι εξελίξεις έχουν δημιουργήσει σοβαρή πολιτική πίεση στην κυβέρνηση. Τον Σεπτέμβριο του 2026 το Reuters ανέφερε ότι η κυβέρνηση αντιμετώπιζε υποχώρηση της πολιτικής της στήριξης σε συνδυασμό με την κρίση του κόστους ζωής, τις αγροτικές κινητοποιήσεις και τις πολιτικές επιπτώσεις της υπόθεσης των αγροτικών επιδοτήσεων.[21] Επίσης η υπόθεση του Predator, προκάλεσε σοβαρές πολιτικές και θεσμικές αντιπαραθέσεις σχετικά με τη χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού και την παρακολούθηση πολιτικών προσώπων και δημοσιογράφων. Η υπόθεση εξετάστηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τις ελληνικές δικαστικές αρχές, ενώ έχουν υπάρξει δικαστικές εξελίξεις σε βάρος προσώπων που συνδέθηκαν με την εμπορία και χρήση του λογισμικού. Το ζήτημα παραμένει σημαντικό για τη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ κρατικών μηχανισμών, ιδιωτικών εταιρειών και πολιτικής εξουσίας.[29]
Για την ευρωπαϊκή πολιτική απέναντι στην Ουκρανία, η εξέλιξη αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική. Η οικονομική πίεση από την ενέργεια, οι αμυντικές δαπάνες, η δημοσιονομική επιβάρυνση και οι εσωτερικές υποθέσεις διαφάνειας συνυπάρχουν με τη στρατηγική επιλογή της στήριξης του Κιέβου.

Σε ορισμένες χώρες οι κυβερνήσεις δέχονται πολιτική κριτική για το κόστος των ενεργειακών ή οικονομικών πολιτικών τους. Σε άλλες, η συζήτηση επικεντρώνεται στη διαφάνεια των δημοσίων συμβάσεων, στις σχέσεις πολιτικών προσώπων με επιχειρήσεις ή στις υποθέσεις συνεργατών τους. Τα φαινόμενα αυτά δεν έχουν κοινή αιτία ούτε αποδεικνύουν ενιαίο δίκτυο.
Ωστόσο, δείχνουν γιατί η πολιτική οικονομία της υποστήριξης προς την Ουκρανία χρειάζεται αυξημένο έλεγχο.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο σύνθετη επειδή γύρω από τις κυβερνήσεις που στηρίζουν την Ουκρανία αναπτύσσονται και εκστρατείες παραπληροφόρησης. Έρευνα της NewsGuard έχει καταγράψει ρωσικές επιχειρήσεις επιρροής που στόχευσαν μεταξύ άλλων τον Μακρόν και τον Μερτς με ψευδείς ισχυρισμούς σχετικά με την Ουκρανία και τη χρηματοδότηση της άμυνάς της.[26]
Επομένως, κάθε καταγγελία πρέπει να εξετάζεται ξεχωριστά. Μια πραγματική δικαστική έρευνα δεν πρέπει να συγχέεται με μια διαδικτυακή κατασκευασμένη ιστορία, όπως και μια πολιτική αντιπαράθεση δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως απόδειξη εγκληματικής συμπεριφοράς.

Το ίδιο ισχύει και για την ίδια την Ουκρανία.
Το 2026, ουκρανικές αρχές αντιμετώπισαν νέες σοβαρές υποθέσεις διαφθοράς που αφορούν πρόσωπα κοντά στην πολιτική εξουσία. Το Κέντρο Ανατολικών Σπουδών (OSW) ανέφερε τον Μάιο του 2026 ότι το Εθνικό Γραφείο Καταπολέμησης της Διαφθοράς της Ουκρανίας είχε κατηγορήσει τον πρώην επικεφαλής του Γραφείου του Προέδρου, Αντρίι Γέρμακ, για νομιμοποίηση εσόδων, σε υπόθεση που συνδεόταν με ποσά περίπου 460 εκατ. γρίβνια. Οι σχετικές κατηγορίες αποτελούν μέρος δικαστικής διαδικασίας και όχι τελεσίδικη δικαστική κρίση.[24]
Παράλληλα, δημοσιεύματα σχετικά με την επιχείρηση «Midas» και υποκλαπείσες συνομιλίες έχουν φέρει στο προσκήνιο επιχειρηματίες και πρόσωπα του περιβάλλοντος της ουκρανικής πολιτικής εξουσίας, με αναφορές σε προσπάθειες επηρεασμού κρατικών αποφάσεων και προστασίας οικονομικών ροών.[25]
Το γεγονός ότι τέτοιες υποθέσεις ερευνώνται από τις ουκρανικές αρχές είναι σημαντικό. Εξίσου σημαντικό είναι να διατηρούνται ανεξάρτητοι οι θεσμοί που πραγματοποιούν τις έρευνες.
Το 2026, αξιολόγηση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης για τη διακυβέρνηση των ουκρανικών κρατικών επιχειρήσεων κατέγραψε προβλήματα στην εφαρμογή των κανόνων και περιπτώσεις παραβιάσεων που είχαν εντοπιστεί από τις αρμόδιες αρχές.[27]
Η συνολική εικόνα επομένως είναι πολύ πιο σύνθετη από μια απλή αντιπαράθεση «διεφθαρμένης Ουκρανίας» και «καθαρής Ευρώπης». Υπάρχουν θεσμικά προβλήματα στην Ουκρανία, αλλά υπάρχουν επίσης υποθέσεις διαφθοράς, σύγκρουσης συμφερόντων και αμφισβητούμενων σχέσεων μεταξύ πολιτικής και οικονομικής εξουσίας στις ίδιες τις χώρες που τη στηρίζουν.
Αυτό είναι ακριβώς το σημείο στο οποίο πρέπει να εστιάσει μια σοβαρή στρατηγική ανάλυση.
Δεν αρκεί να εξετάζεται η ροή των χρημάτων προς την Ουκρανία. Χρειάζεται να εξετάζεται και το θεσμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο αποφασίζεται η χρηματοδότηση, σχεδιάζονται τα προγράμματα, ανατίθενται τα έργα και ελέγχεται η εφαρμογή τους.

Η μάχη κατά της διαφθοράς είναι και μάχη για την ανεξαρτησία των θεσμών
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην έκθεση του 2025 για την Ουκρανία, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο κράτος δικαίου, στην καταπολέμηση της διαφθοράς και στη λειτουργία των σχετικών θεσμών.[8]
Ο καθοριστικός ρόλος των θεσμών αυτών έγινε εμφανής τον Ιούλιο του 2025, όταν η ουκρανική κυβέρνηση προώθησε νομοθετικές αλλαγές που περιόριζαν την ανεξαρτησία του Εθνικού Γραφείου Καταπολέμησης της Διαφθοράς της Ουκρανίας (NABU) και της Ειδικής Εισαγγελίας κατά της Διαφθοράς (SAPO). Η κίνηση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό της χώρας και ανησυχία στην Ευρωπαϊκή Ένωση.[9]
Η ανεξαρτησία των θεσμών αυτών έχει ιδιαίτερη σημασία ακριβώς επειδή οι έρευνες μπορεί να αγγίξουν πρόσωπα που βρίσκονται κοντά στην πολιτική εξουσία ή στην κορυφή.
Τον Νοέμβριο του 2025, ουκρανικές αρχές ανακοίνωσαν επίσης κατηγορίες εναντίον προσώπων σε υπόθεση ενεργειακής διαφθοράς ύψους περίπου 100 εκατ. δολαρίων.[10]
Οι υποθέσεις αυτές δείχνουν ότι η διαφθορά δεν αποτελεί περιφερειακό ζήτημα για την Ουκρανία. Συνδέεται άμεσα με την κρατική περιουσία, την ενέργεια, τις δημόσιες συμβάσεις και τις επιχειρήσεις στρατηγικής σημασίας.
Όσο μεγαλύτερη γίνεται η οικονομική αξία της ανοικοδόμησης, τόσο μεγαλύτερη γίνεται και η σημασία της ανεξαρτησίας των ελεγκτικών μηχανισμών.

Και η Ευρώπη βρίσκεται κάτω από το ίδιο μικροσκόπιο
Η ανάγκη θεσμικού ελέγχου δεν αφορά μόνο την Ουκρανία.
Το Qatargate ανέδειξε καταγγελίες για παράνομη επιρροή και διαφθορά στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, [11] ενώ η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν βρέθηκε στο επίκεντρο της υπόθεσης των μηνυμάτων με τον CEO της Pfizer. Παράλληλα, η σημερινή Ύπατη Εκπρόσωπος της ΕΕ Κάγια Κάλας είχε βρεθεί στην Εσθονία αντιμέτωπη με πολιτικές αντιδράσεις για επιχειρηματικές δραστηριότητες του συζύγου της στη Ρωσία, ενώ η ίδια δήλωσε ότι δεν γνώριζε τις συγκεκριμένες δραστηριότητες.[28]
Οι υποθέσεις αυτές δεν συνιστούν από μόνες τους απόδειξη ποινικής ευθύνης ή παράνομης επιρροής.
Αναδεικνύουν όμως ένα συγκεκριμένο ζήτημα: πόσο αποτελεσματικά ελέγχονται οι σχέσεις πολιτικής εξουσίας, θεσμών και οικονομικών συμφερόντων όταν λαμβάνονται αποφάσεις μεγάλης οικονομικής και στρατηγικής σημασίας.
Το ίδιο ερώτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα στην ανοικοδόμηση της Ουκρανίας.

Η αλυσίδα από την πολιτική απόφαση μέχρι το οικονομικό αποτέλεσμα
Σε μια περίοδο πολέμου είναι εύκολο να επικεντρωθεί η δημόσια συζήτηση στο ύψος των ποσών που διατίθενται για την Ουκρανία. Το ουσιαστικότερο όμως βρίσκεται στη διαδικασία που ακολουθεί.
Μια πολιτική απόφαση δημιουργεί ένα πρόγραμμα. Το πρόγραμμα μετατρέπεται σε χρηματοδότηση. Η χρηματοδότηση οδηγεί σε έργα ή προμήθειες. Τα έργα καταλήγουν σε συμβάσεις. Οι συμβάσεις δημιουργούν οικονομικές ροές και επιχειρηματικές ευκαιρίες.
Σε κάθε στάδιο υπάρχουν διαφορετικοί φορείς και διαφορετικοί μηχανισμοί ελέγχου.
Επομένως, μια σοβαρή αξιολόγηση της οικονομίας της ανοικοδόμησης θα πρέπει να εξετάζει ποια υπηρεσία ή ποιος θεσμός εισηγήθηκε μια πολιτική, ποιοι συμμετείχαν στη διαμόρφωσή της, ποια οικονομικά και στρατηγικά δεδομένα χρησιμοποιήθηκαν, ποιες εναλλακτικές εξετάστηκαν και ποιοι είχαν πρόσβαση στη διαδικασία πριν από την τελική απόφαση.
Στη συνέχεια χρειάζεται να παρακολουθείται η εφαρμογή: πώς καθορίστηκαν τα κριτήρια, με ποιον τρόπο έγινε η επιλογή αναδόχων ή επενδυτών, ποιοι ήταν οι όροι των συμβάσεων, ποιοι φορείς παρείχαν εγγυήσεις ή χρηματοδότηση και ποιος είχε την ευθύνη του ελέγχου.
Αυτή η προσέγγιση είναι πολύ πιο ουσιαστική από μια γενική αναζήτηση «ποιος κερδίζει».
Μπορεί να αποκαλύψει νόμιμες επιχειρηματικές δραστηριότητες, πραγματικές συγκρούσεις συμφερόντων, διοικητικές αδυναμίες ή, όπου υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία, φαινόμενα διαφθοράς και αθέμιτης επιρροής.
Και κυρίως μπορεί να διαχωρίσει τις πραγματικές οικονομικές σχέσεις από τις πολιτικές φήμες και τις κατασκευασμένες αφηγήσεις.

Η επόμενη μάχη μπορεί να αφορά τους κανόνες
Όσο ο πόλεμος συνεχίζεται, η στρατιωτική διάσταση παραμένει κυρίαρχη.
Όμως παράλληλα δημιουργείται μια δεύτερη διαδικασία, λιγότερο ορατή αλλά εξαιρετικά σημαντική: η αναδιαμόρφωση της ουκρανικής οικονομίας.
Η αμυντική βιομηχανία θα συνδεθεί περισσότερο με τις ευρωπαϊκές αλυσίδες παραγωγής. Η ενεργειακή υποδομή θα ανασχεδιαστεί. Οι μεταφορές και τα λιμάνια θα χρειαστούν τεράστιες επενδύσεις. Τα ορυκτά και οι πρώτες ύλες θα αποκτήσουν μεγαλύτερη γεωοικονομική σημασία. Η γεωργία θα παραμείνει ένας από τους σημαντικότερους παραγωγικούς τομείς.
Παράλληλα, η ανοικοδόμηση θα δημιουργήσει μια αγορά εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Το αποτέλεσμα δεν θα καθοριστεί μόνο από το ποιο κεφάλαιο θα είναι διαθέσιμο. Θα εξαρτηθεί από το θεσμικό πλαίσιο που θα δημιουργηθεί για την αξιοποίησή του.
Εκεί θα κριθεί μεγάλο μέρος της οικονομικής φυσιογνωμίας της μεταπολεμικής Ουκρανίας.

Το πραγματικό διακύβευμα
Η Ουκρανία διαθέτει γη, ορυκτούς πόρους, ενεργειακές δυνατότητες, βιομηχανική υποδομή και γεωγραφική θέση που αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη αξία μέσα στη νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας.
Η ανοικοδόμηση θα προσθέσει μια ακόμη διάσταση: τεράστιες ανάγκες σε κεφάλαια, τεχνολογία, κατασκευές, ενέργεια, μεταφορές, άμυνα και χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες.
Γι’ αυτό η πολιτική εξουσία αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Δεν χρειάζεται να υποθέσουμε ότι υπάρχει ένα ενιαίο σχέδιο πίσω από όλες τις αποφάσεις. Υπάρχουν διαφορετικά κράτη, οργανισμοί, επιχειρήσεις και επενδυτές με διαφορετικά συμφέροντα. Υπάρχουν επίσης πραγματικές ανάγκες της ουκρανικής κοινωνίας και του κράτους.
Το στρατηγικό ερώτημα είναι πώς θα συναντηθούν αυτά τα συμφέροντα μέσα στους θεσμούς.
Η ιστορία των τελευταίων ετών δείχνει ότι τόσο στην Ουκρανία όσο και στις χώρες που τη στηρίζουν υπάρχουν πραγματικές υποθέσεις διαφθοράς, έρευνες, συγκρούσεις συμφερόντων και πολιτικές αντιπαραθέσεις. Γι’ αυτό η σοβαρή ανάλυση πρέπει να στηρίζεται στα έγγραφα, στις δικαστικές διαδικασίες, στις οικονομικές ροές και στις αποφάσεις των θεσμών.
Το ζητούμενο δεν είναι να αποδειχθεί εκ των προτέρων ότι κάποιος ελέγχει την Ουκρανία.
Το ζητούμενο είναι να γίνει ορατό το σύστημα μέσα στο οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις και να μπορεί να ελεγχθεί η διαδρομή τους μέχρι το τελικό οικονομικό αποτέλεσμα.
Η γη, τα ορυκτά, η ενέργεια, η άμυνα και η ανοικοδόμηση είναι οι μεγάλες οικονομικές διαστάσεις.

Πίσω από αυτές βρίσκεται η πολιτική εξουσία.
Και πίσω από την πολιτική εξουσία βρίσκεται το θεσμικό σύστημα που καθορίζει πόσο διαφανής, ελέγξιμη και λογοδοτούσα θα είναι η διαδικασία.
Ο πόλεμος μπορεί να κριθεί στο πεδίο. Η επόμενη Ουκρανία, όμως, θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό στους κανόνες.
Και ίσως αυτή να είναι η λιγότερο ορατή αλλά μία από τις σημαντικότερες μάχες που θα ακολουθήσουν.
ΠΗΓΕΣ
[1] European Council, European Council conclusions on Ukraine and on European defence and security, 18 June 2026.
[2] World Bank Group, Government of Ukraine, European Commission & United Nations, Updated Ukraine Recovery and Reconstruction Needs Assessment (RDNA5), 23 February 2026.
[3] European Parliament, Parliament greenlights EU anti-corruption rules, 26 March 2026.
[4] European Ombudsman, Decision concerning the European Commission’s handling of a request for public access to text messages between the Commission President and the CEO of a pharmaceutical company, Case 1316/2021/MIG, 12 July 2022.
[5] Court of Justice of the European Union, General Court, Stevi and The New York Times v Commission, Case T-36/23, Judgment of 14 May 2025.
[6] BlackRock Financial Markets Advisory, BlackRock to advise Ukraine’s Ministry of Economy, 16 November 2022.
[7] Reuters, Zelenskiy, Wall Street executives hold talks on Ukraine’s reconstruction, 24 September 2026.
[8] European Commission, Ukraine Report 2025, 4 November 2025.
[9] Reuters, Zelenskiy’s move against Ukraine’s anti-corruption agencies, 23 July 2025.
[10] Reuters, Ukraine charges seven in $100 million energy graft scandal, 11 November 2025.
[11] European Parliament / European Parliamentary Research Service (EPRS), materials concerning the Qatargate affair, transparency and foreign influence, 2025–2026.
[12] European Parliament, Parliamentary Question E-000110/2026 concerning Henrik Hololei and Qatar-related disciplinary proceedings, 13 January 2026.
[13] European Anti-Fraud Office (OLAF), OLAF Report 2025, sections concerning investigations, conflicts of interest and protection of EU funds, 2026.
[14] Reuters, France’s Macron faces scrutiny over McKinsey role in election campaigns, 26 November 2022.
[15] Financial Times, Prosecutors seize €65mn from McKinsey in French tax fraud probe, 4 September 2026.
[16] Reuters, French police search sites in corruption probe, Elysee access denied, 14 April 2026.
[17] Reuters, Friedrich Merz and his long march to the German chancellery, 24 February 2025; Reuters, reporting on the 2018 Cum-Ex investigation and searches of BlackRock’s German offices, 2018.
[18] Reuters, Spain’s High Court widens graft inquiry to include PM Sanchez’s close ally, 10 July 2026.
[19] Reuters, Judge investigating Spanish PM Sanchez’s wife faces disciplinary hearing, 22 June 2026.
[20] European Public Prosecutor’s Office (EPPO), Greece: EPPO indicts 22 in ongoing probe into large-scale agricultural subsidy fraud, 16 July 2026.
[21] Reuters, Greek PM unveils plan to boost incomes ahead of elections, 5 September 2026.
[22] German Federal Government, Speech by Federal Chancellor Friedrich Merz at the Ukraine Recovery Conference 2026, 25 June 2026.
[23] European External Action Service (EEAS), UK and Germany Join EU’s Flagship Anti-Corruption Programme in Ukraine, 26 June 2026.
[24] Centre for Eastern Studies (OSW), Ukraine: corruption scandal involving senior government officials continues, 13 May 2026.
[25] Radio Free Europe/Radio Liberty (RFE/RL), Exclusive: Wiretaps Show Suspects In Ukraine Corruption Case Discussed Enlisting Lawmaker, 12 June 2026.
[26] NewsGuard, Russian Influence Campaign Shifts to Target Ukraine’s European Allies Funding its Defense, 27 February 2026.
[27] OECD, Review of the Corporate Governance of State-Owned Enterprises in Ukraine 2026, 2026.
[28] Reuters, Estonia’s Kallas, fierce Russia critic and new EU foreign policy chief, 15 July 2024.
[29] European Parliament, Rule of law in Greece: MEPs discuss “Predatorgate” convictions, 9 March 2026.
Σημείωση ελέγχου και μεθοδολογίας
Οι αναφορές σε έρευνες, κατηγορίες ή δικαστικές διαδικασίες αποδίδονται στους αρμόδιους θεσμούς ή στα αντίστοιχα δημοσιεύματα και δεν αντιμετωπίζονται ως τελεσίδικες αποδείξεις ενοχής. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στις περιπτώσεις όπου η έρευνα αφορά συνεργάτες, συγγενικά πρόσωπα ή επιχειρηματίες που συνδέονται πολιτικά με έναν ηγέτη, καθώς η ύπαρξη μιας τέτοιας σχέσης δεν τεκμηριώνει από μόνη της προσωπική ευθύνη.
Αντίστοιχα, οι διαδικτυακές καταγγελίες και οι ισχυρισμοί περί οικονομικών ή πολιτικών σχέσεων αξιολογούνται διαφορετικά από τις επίσημες δικαστικές έρευνες. Η ύπαρξη τεκμηριωμένης υπόθεσης και η ύπαρξη μιας πολιτικής αφήγησης δεν αποτελούν ισοδύναμες μορφές αποδεικτικού υλικού.
Η βασική αναλυτική αρχή του παρόντος μέρους είναι συνεπώς η διάκριση μεταξύ πολιτικής απόφασης, οικονομικού συμφέροντος, θεσμικής σχέσης, καταγγελίας, επίσημης έρευνας και αποδεδειγμένης παρανομίας.
Θεόδωρος Ατματζίδης
Ο Υποστράτηγος ΕΑ Θεόδωρος Ατματζίδης, έχει υπηρετήσει σε ανώτατες θέσεις στρατηγικής ασφάλειας, πληροφοριών, διοίκησης και διεθνών σχέσεων, με πολυετή υπηρεσία στο ΝΑΤΟ, στο ΓΕΣ και στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας. Υπηρέτησε ως Director – Assistant Chief of Staff (ACOS) (2019–2021), καθώς και ως Executive Officer στο Public Affairs Office (2006–2009) στο NATO SHAPE Mons- Βέλγιο , με ευθύνη στη στρατηγική επικοινωνία και διεθνή εκπροσώπηση. Διετέλεσε επίσης ως Τμηματάρχης στην Διεύθυνση Εξοπλισμών του ΓΕΣ , ως Διευθυντής Πληροφοριών και Ασφάλειας και Διευθυντής Αντικατασκοπείας στο ΓΕΕΘΑ, ενώ έχει διατελέσει και καθηγητής στη Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Διαθέτει μεταπτυχιακούς τίτλους στις Στρατηγικές Σπουδές και στη Διοίκηση .


