φωτ. Reuters
Οι διαδηλώσεις, κυρίως στη Γαλλία, την Ισπανία και την Αλβανία, παρά τις επιμέρους διαφορές τους, εκφράζουν κοινωνικές αντιθέσεις που οξύνονται στο πλαίσιο μιας παρατεταμένης οικονομικής στασιμότητας. Η τελευταία, αφενός, τροφοδοτεί την κοινωνική δυσαρέσκεια και τις κινητοποιήσεις και, αφετέρου, περιορίζει τη δυνατότητα των κυβερνήσεων να ικανοποιήσουν λαϊκά αιτήματα, εντείνοντας τον ανταγωνισμό για την πολιτική εκπροσώπηση της δυσαρέσκειας. Η οικονομική κρίση, επομένως, δεν οδηγεί αυτομάτως σε προοδευτικές αλλαγές· η έκβασή της εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη δύναμη, την οργάνωση και τον πολιτικό προσανατολισμό των κοινωνικών κινημάτων.
Στη Γαλλία, η κοινωνική δυσαρέσκεια συνδέεται με την πίεση στο βιοτικό επίπεδο, τους δημοσιονομικούς περιορισμούς, την αύξηση του νόμιμου ορίου συνταξιοδότησης από τα 62 στα 64 έτη, καθώς και τα συσσωρευμένα προβλήματα στη δημόσια εκπαίδευση, μεταξύ άλλων. Στην Ισπανία, η στεγαστική κρίση και το αυξανόμενο κόστος ζωής πλήττουν ιδιαίτερα τους εργαζομένους και τη νεολαία. Η βίαιη έξωση μιας 87χρονης από το σπίτι όπου ζούσε επί επτά δεκαετίες και ο θάνατός της λίγες ημέρες αργότερα ανέδειξαν με δραματικό τρόπο τις συνέπειες της στεγαστικής ανασφάλειας. Η κατοικία, από θεμελιώδες κοινωνικό αγαθό, μετατρέπεται έτσι σε αντικείμενο κερδοσκοπίας, αναδεικνύοντας την οξεία σύγκρουση ανάμεσα στις κοινωνικές ανάγκες και την εμπορευματοποίησή της. Στην Αλβανία, οι περιορισμένες προοπτικές της νέας γενιάς και οι οικονομικές δυσκολίες συνδυάζονται με μια βαθιά κρίση πολιτικής νομιμοποίησης, η οποία τροφοδοτείται από τις επανειλημμένες καταγγελίες για διαφθορά. Η μακρά παραμονή του Έντι Ράμα στην πρωθυπουργία, από το 2013, και η επανεκλογή του το 2025 για τέταρτη συνεχόμενη θητεία εγείρουν ερωτήματα σχετικά με την πολιτική εναλλαγή και τη δημοκρατική εν γένει λειτουργία. Μορφές κοινωνικής δυσαρέσκειας, με διαφορετικές αιτίες (στο βάθος η οικονομία) και τρόπους εκδήλωσης, καταγράφονται επίσης στο Βέλγιο, την Ιταλία, τη Σερβία, Πορτογαλία και τη Γερμανία, ενώ σε άλλες χώρες, όπως η Ελλάδα, παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο ανάλογων κινητοποιήσεων.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, περιορίζονται οι δυνατότητες των κοινωνικών κινημάτων να αποσπάσουν ουσιαστικές και διαρκείς κατακτήσεις. Η αντίθεση με το γαλλικό Μάη του 1968 και αντίστοιχα κινήματα είναι χαρακτηριστική: τότε, η μεταπολεμική οικονομική άνθηση και η «Κοινωνία της Αφθονίας», όπως την περιέγραψε ο John Kenneth Galbraith, δημιουργούσαν ευνοϊκότερες προϋποθέσεις για κοινωνικές παραχωρήσεις. Σήμερα, αντίθετα, η ανεργία και, κυρίως, η εργασιακή ανασφάλεια αποδυναμώνουν τη διαπραγματευτική ισχύ των εργαζομένων και περιορίζουν τα περιθώρια διεκδίκησης. Υπό αυτή την έννοια, οι σημερινές κινητοποιήσεις, ιδίως στη Γαλλία, παραπέμπουν στις κοινωνικές εντάσεις της δεκαετίας του 1930, την οποία ο Eric Hobsbawm εύστοχα χαρακτήρισε ως «Εποχή των Άκρων».
* O Λευτέρης Τσουλφίδης είναι Αφ. Καθηγητής ΠΑ.ΜΑΚ.


