
Η κομματικοποίηση των ιατρικών συλλόγων, τα δύο μέτρα και δύο σταθμά και η ιστορική προειδοποίηση από την πολιτική κατάχρηση της Ιατρικής
Η υπόθεση της Μαρίας Καρυστιανού δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια συζήτηση για ένα μηχάνημα βιοσυντονισμού. Αγγίζει ένα βαθύτερο ζήτημα δημοκρατίας: τη δυνατότητα της πολιτικής εξουσίας να επηρεάζει, άμεσα ή έμμεσα, τους επιστημονικούς και επαγγελματικούς θεσμούς που καλούνται να κρίνουν ανθρώπους με έντονη πολιτική δραστηριότητα.
Μια μητέρα που έχασε το παιδί της στην τραγωδία των Τεμπών, που πρωτοστάτησε στη δημόσια διεκδίκηση δικαιοσύνης και που στη συνέχεια αποφάσισε να συμμετάσχει ενεργά στην πολιτική ζωή, βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν έλεγχο για την άσκηση του ιατρικού της επαγγέλματος.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η Μαρία Καρυστιανού δικαιούται να ελέγχεται. Είναι αν ελέγχεται με τα ίδια μέτρα και σταθμά που ισχύουν για κάθε άλλον γιατρό. Μηχάνημα βιοσυντονισμού δεν έχει, μόνο, η Μαρία Καρυστιανού.
Και όταν ένας έλεγχος αποκτά τόσο έντονη πολιτική δημοσιότητα, η ανάγκη θεσμικής διαφάνειας γίνεται ακόμη πιο επιτακτική.
Από τον έλεγχο του ιατρείου στη δημόσια πολιτική αντιπαράθεση
Η υπόθεση ξεκίνησε με τον έλεγχο που πραγματοποίησε ο Ιατρικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης στο ιατρείο της Μαρίας Καρυστιανού, όπου εντοπίστηκε μηχάνημα βιοσυντονισμού.
Το Κεντρικό Συμβούλιο Υγείας, με γνωμοδότηση της 6ης Οκτωβρίου 2026, έκρινε ότι η χρήση τέτοιων συσκευών για διαγνωστικούς ή θεραπευτικούς σκοπούς δεν διαθέτει επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση και δεν αποτελεί αποδεκτή ιατρική πρακτική.
Η γνωμοδότηση δεν αποτελεί από μόνη της απόφαση αφαίρεσης της άδειας άσκησης επαγγέλματος. Η αξιολόγηση ενδεχόμενων πειθαρχικών μέτρων ανήκει στα αρμόδια όργανα του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης.
Υπάρχει, συνεπώς, μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην επιστημονική αξιολόγηση μιας μεθόδου και στην απόδοση προσωπικής ευθύνης σε έναν συγκεκριμένο γιατρό.
Πρέπει να διαπιστωθεί ποια ακριβώς συσκευή χρησιμοποιήθηκε, με ποιον τρόπο, για ποιες ενδείξεις, με ποιους ισχυρισμούς προς τους ασθενείς και εάν υπήρξε συγκεκριμένη παράβαση.
Η υπόθεση έχει εξελιχθεί σε αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης.
Και εδώ προκύπτει μια θεμελιώδης ανησυχία.
Πώς προστατεύεται η ανεξαρτησία μιας επιστημονικής κρίσης όταν η πολιτική εξουσία τοποθετείται δημόσια και με ιδιαίτερη ένταση για την υπόθεση ενός πολιτικά ενεργού προσώπου; Και το πρόσωπο αυτό έχει αναπτύξει και πολιτική δραστηριότητα; Ποιος και τι διασφαλίζει την επιστημονική αντικειμενικότητα των διαδικασιών όταν υπουργός υγείας είναι ο ανεκδιήγητος Άδωνης Γεωργιάδης;
Πού ήταν μέχρι σήμερα οι ιατρικοί σύλλογοι;
Είναι η Μαρία Καρυστιανού η μοναδική γιατρός στην Ελλάδα που διαθέτει μηχάνημα βιοσυντονισμού;
Στη χώρα λειτουργούν κέντρα και επιχειρήσεις που διαφημίζουν υπηρεσίες βιοσυντονισμού. Αυτό δεν αποδεικνύει ότι όλες οι συσκευές ή οι εφαρμογές τους είναι νόμιμες ή επιστημονικά αποτελεσματικές.
Καθιστά όμως απολύτως αναγκαίο να εξεταστεί αν οι έλεγχοι γίνονται με ενιαίους κανόνες.
Πόσοι γιατροί χρησιμοποιούν αντίστοιχες συσκευές;
Πόσα ιατρεία έχουν ελεγχθεί τα τελευταία χρόνια;
Σε πόσες περιπτώσεις διαπιστώθηκαν παραβάσεις;
Ποιες ήταν οι συνέπειες;
Έχουν δημοσιοποιηθεί γενικές οδηγίες προς τους γιατρούς για τη χρήση αυτών των μεθόδων;
Και εφόσον το ΚΕΣΥ θεωρεί ότι η διαγνωστική και θεραπευτική χρήση του βιοσυντονισμού αντιβαίνει στις απαιτήσεις της τεκμηριωμένης ιατρικής πρακτικής, πώς διασφαλίζεται ότι η σχετική αξιολόγηση αφορά το σύνολο του ιατρικού κόσμου;
Η επιστημονική δεοντολογία δεν μπορεί να λειτουργεί επιλεκτικά.
Δεν αρκεί να επικαλείται ένας σύλλογος το δικαίωμα ελέγχου. Πρέπει να μπορεί να παρουσιάζει στοιχεία που επιβεβαιώνουν ότι ασκεί την αρμοδιότητά του με συνέπεια.
Η Καρυστιανού δεν πρέπει να εξαιρεθεί από κανέναν νόμιμο έλεγχο.
Αλλά δεν πρέπει και να γίνει αντικείμενο διαφορετικής μεταχείρισης επειδή αποτελεί πρόσωπο πολιτικού ενδιαφέροντος.
Η κομματικοποίηση των ιατρικών συλλόγων και το ζήτημα της αμεροληψίας
Οι ιατρικοί σύλλογοι είναι επιστημονικοί και επαγγελματικοί θεσμοί με σημαντικές αρμοδιότητες.
Ωστόσο, οι διοικήσεις τους εκλέγονται μέσα από οργανωμένες παρατάξεις, πολιτικές αντιπαραθέσεις και εκλογικούς συσχετισμούς.
Η παρουσία παρατάξεων δημιουργεί την ανάγκη σαφών εγγυήσεων ανεξαρτησίας, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για υποθέσεις με πολιτικές προεκτάσεις.
Όταν ένας επιστημονικός σύλλογος λειτουργεί σε περιβάλλον παραταξιακών ανταγωνισμών, ποιος εγγυάται ότι οι πολιτικές αντιπάθειες δεν επηρεάζουν την κρίση των οργάνων του;
Αρκεί η ιδιότητα του γιατρού για να εξασφαλιστεί αντικειμενικότητα;
Αρκεί μια διοικητική απόφαση για να αποκλειστεί κάθε υπόνοια εξωτερικής επιρροής;
Η απάντηση βρίσκεται στις διαδικασίες.
Στη διαφάνεια των κριτηρίων.
Στην αιτιολόγηση των αποφάσεων.
Στην υποχρέωση αποχής όσων έχουν σύγκρουση συμφερόντων.
Στη δυνατότητα προσφυγής και ουσιαστικής υπεράσπισης.
Και, κυρίως, στην αποδεδειγμένα ίση μεταχείριση όλων των ελεγχόμενων γιατρών.
Η επιστημονική κρίση πρέπει να είναι ανεξάρτητη όχι μόνο από την κυβέρνηση, αλλά και από κάθε κομματική ή παραταξιακή επιρροή.
Διαφορετικά, κινδυνεύει να χαθεί η εμπιστοσύνη στους ίδιους τους θεσμούς.
Η γνωμοδότηση που αντικαταστάθηκε: Γιατί χρειάζονται απαντήσεις;
Ένα ακόμη στοιχείο που αξίζει προσεκτικής εξέτασης αφορά τη διαδικασία διαμόρφωσης της γνωμοδότησης του ΚΕΣΥ.
Σύμφωνα με σχετικά δημοσιεύματα, είχε προηγηθεί γνωμοδότηση τον Φεβρουάριο του 2026, η οποία δεν έγινε αποδεκτή από το υπουργείο Υγείας ως επαρκής.
Ακολούθησε νέα εξέταση και στις 6 Οκτωβρίου εκδόθηκε η γνωμοδότηση που αντικατέστησε την προηγούμενη.
Ποιο ήταν το ακριβές περιεχόμενο της πρώτης γνωμοδότησης;
Ποια σημεία κρίθηκαν ανεπαρκή;
Ποιες επιστημονικές πηγές εξετάστηκαν κατά τη δεύτερη αξιολόγηση;
Υπήρξαν διαφορετικές απόψεις μεταξύ των ειδικών;
Και πώς εξασφαλίστηκε ότι η τελική απόφαση διαμορφώθηκε χωρίς πολιτική επιρροή;
Η πλήρης τεκμηρίωση θα ενίσχυε τόσο το κύρος του ΚΕΣΥ όσο και την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η επιστημονική ανεξαρτησία δεν πρέπει απλώς να διακηρύσσεται. Πρέπει να αποδεικνύεται.
Ο επιστημονικός αντίλογος δεν είναι απειλή για την Ιατρική
Η γνωμοδότηση του ΚΕΣΥ στηρίζεται στην έλλειψη επαρκούς επιστημονικής τεκμηρίωσης για τη διαγνωστική και θεραπευτική αποτελεσματικότητα του βιοσυντονισμού.
Αυτό είναι ένα σοβαρό επιστημονικό ζήτημα και δεν μπορεί να παρακαμφθεί.
Η ύπαρξη μεμονωμένων θετικών ερευνητικών αποτελεσμάτων δεν αρκεί για να αποδειχθεί ότι μια μέθοδος είναι αποτελεσματική.
Η επιστημονική αξιολόγηση οφείλει να εξετάζει την ποιότητα των μελετών, την επαναληψιμότητα των αποτελεσμάτων, την ασφάλεια και τις συγκεκριμένες θεραπευτικές ενδείξεις.
Αλλά η ίδια επιστημονική αυστηρότητα πρέπει να εφαρμόζεται και στην ακριβή περιγραφή της τεχνολογίας.
Ο βιοσυντονισμός δεν πρέπει να συγχέεται αυτομάτως με όλες τις εφαρμογές βιοανάδρασης, οι οποίες αποτελούν διαφορετικό και ευρύτερο επιστημονικό πεδίο.
Η κριτική μιας μεθόδου πρέπει να γίνεται με επιστημονικά κριτήρια.
Η απόδοση προσωπικής ευθύνης σε έναν γιατρό πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένες πράξεις.
Και η πολιτική αντιπαράθεση δεν πρέπει να επηρεάζει κανένα από τα δύο.
Όταν η Ιατρική χρησιμοποιήθηκε για την εξόντωση των διαφωνούντων: Η ιστορία του Βασίλε Παρασκίβ

Υπάρχει πολλά ιστορικά παραδείγματα που δείχνουν πόσο επικίνδυνη μπορεί να γίνει η υποταγή της Ιατρικής στην πολιτική εξουσία. Τυχαία εντοπίσαμε την περίπτωση του Βασίλε Παρασκίβ.
Στην κομμουνιστική Ρουμανία του Νικολάε Τσαουσέσκου, ο εργάτης και συνδικαλιστής Βασίλε Παρασκίβ (Vasile Paraschiv) βρέθηκε επανειλημμένα έγκλειστος σε ψυχιατρικά νοσοκομεία επειδή αντιτάχθηκε στην υποταγή των συνδικάτων στο καθεστώς.
Ο Παρασκίβ είχε γεννηθεί το 1928 και εργαζόταν ως ηλεκτρομηχανολόγος στο Πλοέστι.
Το 1946 είχε ενταχθεί στο Κομμουνιστικό Κόμμα, πιστεύοντας ότι θα υπερασπιζόταν την εργατική τάξη.
Όταν διαπίστωσε ότι τα συνδικάτα δεν είχαν πραγματική ανεξαρτησία και ότι οι εργάτες δεν μπορούσαν να διεκδικούν ελεύθερα τα δικαιώματά τους, αποχώρησε από το κόμμα το 1968.
Έναν χρόνο αργότερα συνελήφθη και εγκλείστηκε σε ψυχιατρικό ίδρυμα.

Το 1971 υπέβαλε έντεκα προτάσεις για την ελευθερία του συνδικαλισμού. Ακολούθησε νέα σύλληψη και νέος εγκλεισμός.
Το 1976 οι ρουμανικές αρχές τον έκλεισαν ξανά σε ψυχιατρικό νοσοκομείο, με ιατρικά έγγραφα που περιλάμβαναν χαρακτηρισμούς όπως «παρανοϊκή ψυχοπάθεια» και «παραληρηματική ψύχωση».
Το 1977, ύστερα από τη συμμετοχή του στο κίνημα για τα ανθρώπινα δικαιώματα του συγγραφέα Πάουλ Γκόμα, εγκλείστηκε σε πτέρυγα ψυχιατρικού νοσοκομείου για ασθενείς που χαρακτηρίζονταν επικίνδυνοι και βίαιοι.
Η πολιτική διαφωνία είχε μετατραπεί σε υποτιθέμενη ψυχιατρική παθολογία.
Αυτή ήταν μια από τις πλέον χαρακτηριστικές μορφές καταστολής στα κομμουνιστικά καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης.
Αντί η εξουσία να απαντά στα επιχειρήματα ενός αντιφρονούντος, μπορούσε να αμφισβητεί την ψυχική του υγεία.
Ο αντίπαλος δεν παρουσιαζόταν ως πολιτικός διαφωνών, αλλά ως ασθενής που χρειαζόταν εγκλεισμό.
Ο Παρασκίβ κατάφερε να ταξιδέψει στη Γαλλία, όπου εξετάστηκε από ανεξάρτητους ειδικούς. Η αξιολόγησή τους το 1978 δεν επιβεβαίωσε τις σοβαρές ψυχικές παθήσεις που είχαν επικαλεστεί οι ρουμανικές αρχές.
Η ιστορία του δεν τελείωσε εκεί. Επέστρεψε στη Ρουμανία, συνέχισε να αγωνίζεται για ανεξάρτητα συνδικάτα και υπέστη νέες διώξεις και κακομεταχείριση από τη Σεκουριτάτε.
Πέθανε το 2011.
Υπάρχει όμως ένα διαχρονικό δίδαγμα.
Όταν η πολιτική εξουσία επιδιώκει να επηρεάσει την επιστημονική κρίση, η ευθύνη των γιατρών και των επιστημονικών θεσμών γίνεται καθοριστική.
Η συνείδηση και η ηθική ευθύνη των γιατρών
Η περίπτωση Παρασκίβ θέτει ένα ερώτημα.
Για να χρησιμοποιηθεί η ψυχιατρική ως εργαλείο καταστολής, χρειάστηκε να λειτουργήσουν ιατρικές δομές μέσα στο σύστημα της πολιτικής καταπίεσης.
Χρειάστηκαν διαγνώσεις, υπογραφές και διοικητικές διαδικασίες.
Ασφαλώς, στο δικτατορικό εκείνο περιβάλλον και οι ίδιοι οι γιατροί μπορούσαν να βρίσκονται υπό πίεση.

Αλλά το ηθικό ερώτημα παραμένει.
Ποια είναι η ευθύνη του γιατρού όταν η επιστημονική του ιδιότητα κινδυνεύει να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς διαφορετικούς από την προστασία της υγείας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας;
Η Ιατρική δεν είναι απλώς ένα επάγγελμα που υπακούει σε διοικητικές ιεραρχίες.
Είναι λειτούργημα συνδεδεμένο με την επιστημονική ανεξαρτησία, την προσωπική ευθύνη και τον σεβασμό στον άνθρωπο.
Ο γιατρός έχει καθήκον να αξιολογεί, να αμφισβητεί και, όπου απαιτείται, να αντιστέκεται σε πιέσεις που στρεβλώνουν την επιστημονική κρίση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι γιατροί οφείλουν να υπερασπίζονται ανεξαιρέτως όλες τις πράξεις ενός συναδέλφου τους.
Σημαίνει ότι οφείλουν να υπερασπίζονται την αμεροληψία των διαδικασιών, το δικαίωμα υπεράσπισης και την ανεξαρτησία της επιστήμης.
Και εδώ η υπόθεση Καρυστιανού θέτει ένα συγκεκριμένο ζήτημα στον ελληνικό ιατρικό κόσμο.
Έχουν οι ιατρικοί σύλλογοι κάνει όσα χρειάζονται για να αποδείξουν ότι ο έλεγχος είναι γενικός, αντικειμενικός και ανεπηρέαστος από την πολιτική αντιπαράθεση;
Έχουν δημοσιοποιήσει συγκριτικά στοιχεία για ανάλογες περιπτώσεις;
Έχουν εξηγήσει τις εγγυήσεις αμεροληψίας;
Έχουν διαχωρίσει με σαφήνεια την επιστημονική αξιολόγηση από τις δημόσιες πολιτικές τοποθετήσεις;
Αυτά είναι τα ερωτήματα στα οποία θα είχε αξία να παρέμβει ο ιατρικός κόσμος.
Όχι με κομματικές ανακοινώσεις, αλλά με επιστημονική και δεοντολογική επιχειρηματολογία.
Η σιωπή απέναντι σε μια αποδεδειγμένη αδικία είναι πρόβλημα συνείδησης. Η καταγγελία, όμως, μιας μη αποδεδειγμένης αδικίας ως βεβαιότητας δεν υπηρετεί ούτε την επιστήμη ούτε τη δικαιοσύνη.
Η ευθύνη των γιατρών είναι να υπερασπίζονται και τις δύο.
Ο κίνδυνος αυταρχικών πρακτικών σε μια δημοκρατία
Η καταστολή στη Ρουμανία του Τσαουσέσκου και πολύ περισσότερο στη Σοβιετική Ένωση και τις άλλες κομμουνιστικές χώρες, ήταν χαρακτηριστικό γνώρισμα ενός δικτατορικού καθεστώτος.
Η σημερινή Ελλάδα υποτίθεται ότι είναι δημοκρατία. Για πολλούς σοβαρούς αναλυτές, το σημερινό ελληνικό πολιτικό σύστημα έχει ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά.
Η διοικητική στοχοποίηση ενός πολιτικού αντιπάλου, αποτελεί αυταρχική πρακτική, ακόμη κι όταν εμφανίζεται με τον τύπο μιας νόμιμης διαδικασίας.
Αυτό είναι το ζήτημα που πρέπει να διερευνηθεί στην περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού.
Υπάρχει συγκεκριμένη παράβαση;
Πώς τεκμηριώνεται;
Ποιοι άλλοι ελέγχθηκαν για ανάλογες πρακτικές;
Εφαρμόστηκαν συγκρίσιμα κριτήρια;
Υπήρξε οποιαδήποτε πολιτική παρέμβαση στο έργο των αρμόδιων οργάνων;
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη και οι αρμόδιοι επιστημονικοί θεσμοί έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν σε αυτά τα ερωτήματα με δημοσιοποίηση στοιχείων και διαφανείς διαδικασίες.
Το δικαίωμα στην εργασία δεν μπορεί να εξαρτάται από την πολιτική συμμόρφωση
Η Μαρία Καρυστιανού είναι πολιτικά ενεργή, αλλά παραμένει και επαγγελματίας γιατρός.
Το δικαίωμά της να εργάζεται δεν πρέπει να εξαρτάται από τις πολιτικές της επιλογές.
Εάν αποδειχθεί συγκεκριμένη παραβίαση της ιατρικής δεοντολογίας, οι αρμόδιοι θεσμοί οφείλουν να ενεργήσουν όπως θα ενεργούσαν για κάθε άλλον γιατρό.
Εάν όμως διαπιστωθεί ότι ασκήθηκαν δυσανάλογες πιέσεις ή ότι εφαρμόστηκαν διαφορετικά κριτήρια λόγω της πολιτικής της δραστηριότητας, τότε θα πρόκειται για ζήτημα πολύ σοβαρότερο από μια επαγγελματική διαφορά.
Η πολιτική ελευθερία και η επαγγελματική αξιοπρέπεια δεν πρέπει να τίθενται σε ανταγωνισμό.
Κανένας άνθρωπος δεν πρέπει να φοβάται ότι η δημόσια αντιπαράθεσή του με μια κυβέρνηση θα επηρεάσει δυσμενώς την επαγγελματική του μεταχείριση.
Και κανένας επιστημονικός φορέας δεν πρέπει να αφήνει περιθώριο να θεωρείται ότι λειτουργεί ως προέκταση της πολιτικής εξουσίας.
Το πραγματικό διακύβευμα της υπόθεσης Καρυστιανού
Στην υπόθεση αυτή συναντώνται τρεις θεμελιώδεις αρχές.
Η πρώτη είναι η προστασία των ασθενών και η υποχρέωση εφαρμογής επιστημονικά τεκμηριωμένων ιατρικών μεθόδων.
Η δεύτερη είναι η επαγγελματική δικαιοσύνη και η ίση μεταχείριση όλων των γιατρών.
Η τρίτη είναι η ανεξαρτησία των επιστημονικών θεσμών από την πολιτική εξουσία.
Καμία από αυτές δεν επιτρέπεται να καταργεί τις άλλες.
Η επιστημονική δεοντολογία δεν μπορεί να παρακάμπτεται λόγω πολιτικής δημοφιλίας.
Αλλά ούτε μπορεί η επίκληση της δεοντολογίας να αρκεί για να αποκλείεται κάθε έλεγχος της αμεροληψίας των θεσμών.
Η ιστορία του Βασίλε Παρασκίβ μάς υπενθυμίζει τις ακραίες συνέπειες που είχε στο παρελθόν η πολιτική υποταγή της Ιατρικής.
Η περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού μάς καλεί να εξετάσουμε τις εγγυήσεις που υπάρχουν σήμερα ώστε οι επιστημονικοί έλεγχοι να μην επηρεάζονται από πολιτικές αντιπαραθέσεις.
Δεν ζητείται ασυλία για την Καρυστιανού. Ζητείται να αποδειχθεί ότι η πολιτική της δράση δεν επηρεάζει ούτε την επιστημονική αξιολόγηση ούτε την επαγγελματική της μεταχείριση.
Και δεν ζητείται από τους γιατρούς να υιοθετήσουν τις απόψεις της.
Ζητείται να υπερασπιστούν την ανεξαρτησία της επιστήμης, την προσωπική τους συνείδηση και το δικαίωμα κάθε συναδέλφου τους σε μια δίκαιη διαδικασία.
Διότι η Ιατρική δεν ανήκει σε καμία κυβέρνηση. Δεν ανήκει σε κανένα κόμμα. Δεν είναι μηχανισμός πολιτικής επιβράβευσης ή τιμωρίας.
Η Ιατρική οφείλει να υπηρετεί τον άνθρωπο. Και η δημοκρατία οφείλει να εγγυάται ότι κανένας άνθρωπος δεν θα αντιμετωπιστεί διαφορετικά επειδή τόλμησε να διαφωνήσει με την εξουσία.




