Αχ. Ταουξής: ο Φιντάν στήνει το τραπέζι και η Αθήνα κοιτάζει το μενού

του Αχιλλέα Ταουξή, Υποστρατήγου ε.α.

Την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου, στην Κωνσταντινούπολη, η Τουρκία φιλοξενεί την πρώτη κοινή συνάντηση της R4 με την E3. Η R4, δηλαδή Τουρκία, Αίγυπτος, Σαουδική Αραβία και Πακιστάν, κάθεται στο ίδιο τραπέζι με την E3, δηλαδή Βρετανία, Γαλλία και Γερμανία. Επτά υπουργοί Εξωτερικών, μια βαριά ατζέντα και μια Άγκυρα που δεν επιδιώκει απλώς να συμμετάσχει στη συζήτηση. Επιδιώκει να την καθοδηγήσει.

Αυτό είναι το πραγματικό μήνυμα της συνάντησης. Η Τουρκία δεν είναι απομονωμένη. Ούτε καν περιθωριοποιημένη. Εκτελεί, με τη δική της μέθοδο, χρέη κεντρικού παράγοντα στην Ανατολική Μεσόγειο και στην ευρύτερη περιοχή. Δεν περιμένει να την καλέσουν. Στήνει το τραπέζι, καλεί τους άλλους και ορίζει, έστω προσωρινά, τι θα συζητηθεί. Το Παλαιστινιακό, η Υεμένη, το Στενό του Χορμούζ, ο πόλεμος Ρωσίας–Ουκρανίας, η ασφάλεια της Σαουδικής Αραβίας. Όλα βρίσκονται στην ατζέντα που φιλοξενεί η Κωνσταντινούπολη.

Η Τουρκία, δυστυχώς, έχει καταφέρει κάτι που λίγες χώρες μπορούν. Μιλά ταυτόχρονα με τη Μόσχα και το ΝΑΤΟ, με το Κάιρο και το Ριάντ, με την Ευρώπη και τις περιφερειακές δυνάμεις, χωρίς να δεσμεύεται πλήρως σε καμία πλευρά. Η στρατηγική της δεν βασίζεται στη συνέπεια. Βασίζεται στη χρησιμότητα. Όσο περισσότερες κρίσεις υπάρχουν γύρω της, τόσο πιο απαραίτητη εμφανίζεται. Όσο πιο βαριά είναι η ατζέντα, τόσο πιο εύκολα η Άγκυρα μετατρέπει τον εαυτό της σε αναγκαίο συνομιλητή.

Γι’ αυτό η συνάντηση δεν είναι απλώς τεχνική διαβούλευση. Είναι προσωπική νίκη του Χακάν Φιντάν. Όταν ένας υπουργός Εξωτερικών κατορθώνει να βάλει στο ίδιο δωμάτιο Ευρωπαίους, Άραβες, Πακιστανούς και Τούρκους, με φόντο πολέμους, ναυτιλιακά περάσματα και ενεργειακές ισορροπίες, δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι η χώρα του έχει βαρύτητα. Την έχει ήδη επιδείξει με την ίδια τη σύνθεση της συνάντησης.

Όμως υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα. Τη στιγμή που η Άγκυρα μιλά για σταθερότητα, συνεργασία και αποκλιμάκωση, η Βουλή της Λιβύης μόλις επικύρωσε το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019. Και η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ελλάδα, η Κύπρος και η Αίγυπτος έχουν απαντήσει με σαφήνεια. Η συμφωνία είναι άκυρη, παραβιάζει κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων και δεν συμμορφώνεται με το Δίκαιο της Θάλασσας, σύμφωνα με τις θέσεις τους. Δεν πρόκειται για μια τεχνική λεπτομέρεια που μπορεί να ταφεί κάτω από κοινές ανακοινώσεις για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας ή τη σταθερότητα της Μέσης Ανατολής. Είναι το ζήτημα που αποκαλύπτει πώς κατανοεί η Τουρκία τη λέξη συνεργασία.

Ο Φιντάν, φυσικά, δεν θα χάσει την ευκαιρία. Θα μιλήσει για νόμιμη συμφωνία, για κοινά συμφέροντα και για γειτονική συνεργασία. Η λέξη γειτονιά, ωστόσο, στην τουρκική διπλωματία έχει μια ιδιαιτερότητα. Περιλαμβάνει και την αυλή του γείτονα. Όταν η Άγκυρα μιλά για οριοθέτηση με τη Λιβύη, δεν μιλά μόνο για δύο χώρες που συμφωνούν μεταξύ τους. Μιλά για θαλάσσιες ζώνες που αγγίζουν κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας, της Κύπρου και της Αιγύπτου. Και όταν η Βουλή της Λιβύης επικυρώνει μια συμφωνία που η Ευρωπαϊκή Ένωση χαρακτηρίζει άνευ νομικής ισχύος, η Τουρκία δεν παρουσιάζεται απλώς ως παράγοντας σταθερότητας. Παρουσιάζεται ως χώρα που επιχειρεί να μετατρέψει τη Μεσόγειο σε πεδίο επιβολής δικών της γεωπολιτικών δεδομένων.

Το πιο ενδιαφέρον δεν είναι καν η αντίδραση της Αθήνας ή των Βρυξελλών. Είναι η θέση του Καΐρου. Η Αίγυπτος είναι μέλος της R4, δηλαδή συνεταίρος της Τουρκίας στο σχήμα που φιλοξενεί η Κωνσταντινούπολη. Και όμως αρνείται κατηγορηματικά το μνημόνιο, χαρακτηρίζοντάς το απολύτως άκυρο και επιβλαβές για τα κυριαρχικά της δικαιώματα. Με άλλα λόγια, η Τουρκία καλεί την Αίγυπτο να συζητήσει την ασφάλεια της περιοχής, ενώ η Αίγυπτος βλέπει την Τουρκία να επιχειρεί να καθορίσει θαλάσσιες ζώνες που την αφορούν άμεσα. Δεν είναι ακριβώς η ιδανική ατμόσφαιρα για περιφερειακή συνεργασία, αλλά είναι μια πολύ χαρακτηριστική εικόνα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.

Η Τουρκία δεν είναι απομονωμένη. Αντίθετα, έχει μάθει να εκμεταλλεύεται κάθε κρίση για να ενισχύει τον ρόλο της. Δεν χρειάζεται να είναι αγαπημένη για να είναι αναγκαία. Αρκεί να βρίσκεται στο κέντρο των εξελίξεων, να μιλά με όλους και να μη δεσμεύεται αποκλειστικά με κανέναν. Αυτό δεν είναι απομόνωση. Είναι άσκηση εξουσίας.

Παρ’ όλα αυτά, ενώ η Άγκυρα οργανώνει συνάντηση επτά υπουργών Εξωτερικών στην Κωνσταντινούπολη, με Ευρωπαίους, Άραβες και Πακιστανούς να συζητούν πόλεμο, ενέργεια και ναυτιλιακά περάσματα, η Αθήνα εξακολουθεί να αντιδρά σαν να πρόκειται για ένα ακόμα δελτίο Τύπου. Εκδίδουμε ανακοινώσεις, ενημερώνουμε το Συμβούλιο Ασφαλείας, ζητάμε σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και περιμένουμε οι άλλοι να καταλάβουν ότι έχουμε δίκιο.

Όμως το διεθνές δίκαιο δεν εφαρμόζεται από μόνο του. Εφαρμόζεται από όσους έχουν τη δύναμη να το επιβάλουν ή τουλάχιστον τη στρατηγική να το αξιοποιήσουν.

Η ελληνική εξωτερική πολιτική έχει καταφέρει το εξής παράδοξο. Έχει δίκιο σε όλα τα κείμενα και χάνει έδαφος σε όλα τα πεδία. Έχει την Ευρωπαϊκή Ένωση με το μέρος της, έχει την Κύπρο αδελφικά στο πλευρό της, έχει ακόμα και την Αίγυπτο να απορρίπτει το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Και όμως η Τουρκία συνεχίζει να καθορίζει τον ρυθμό, να δημιουργεί τετελεσμένα και να εμφανίζεται ως ο αναγκαίος συνομιλητής της περιοχής. Εμείς διαμαρτυρόμαστε για το μενού. Εκείνοι έχουν ήδη επιλέξει το εστιατόριο…

Το πρόβλημα δεν είναι ότι η Τουρκία είναι ισχυρή. Το πρόβλημα είναι ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να πιστεύει ότι η ορθότητα από μόνη της αποτελεί στρατηγική. Ότι μια καλή επιχειρηματολογία αντικαθιστά την πολιτική πρωτοβουλία. Ότι οι δηλώσεις αλληλεγγύης μπορούν να αναπληρώσουν την απουσία σχεδίου. Η Τουρκία δεν κερδίζει επειδή λέει ψέματα. Κερδίζει επειδή ξέρει πότε να μιλά, πότε να σιωπά, πότε να απειλεί και πότε να καλεί όλους στο τραπέζι της.

Η Αθήνα έχει κάθε λόγο να αρνηθεί το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Δεν έχει κανέναν λόγο να μένει στον ρόλο του αιώνιου ενάγοντα. Αν η ελληνική εξωτερική πολιτική συνεχίσει να νομίζει ότι η Μεσόγειος κρίνεται στις αίθουσες των δικαστηρίων, ενώ η Άγκυρα την κρίνει στα γραφεία των υπουργείων Εξωτερικών, τότε θα συνεχίσουμε να έχουμε δίκιο και η Τουρκία θα συνεχίζει να έχει το πάνω χέρι.

Υποστράτηγος ε.α. Αχιλλεύς Ταούξης

Απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων και με 43 χρόνια υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, υπηρέτησε σε επιχειρησιακές και επιτελικές θέσεις στην Ελλάδα, στο ΝΑΤΟ και σε διεθνείς αποστολές. Διετέλεσε Εκπαιδευτής και Διευθυντής Σπουδών στη ΣΕΘΑ, Διευθυντής Κέντρου Επιχειρήσεων στο ΝΑΤΟϊκό Στρατηγείο Σκοπίων και στέλεχος του ΓΕΣ, του ΓΕΕΘΑ και του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με αντικείμενο την άμυνα, την αμυντική πολιτική, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις διεθνείς σχέσεις.

Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Εφαρμοσμένη Στρατηγική και Διεθνείς Σχέσεις από το University of Plymouth και έχει συμμετάσχει ως ομιλητής σε ημερίδες και εκδηλώσεις. Αρθρογραφεί για θέματα εθνικής ασφάλειας, άμυνας, στρατηγικής και γεωπολιτικής.

spot_img

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
51,000ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα