Η Σερβία, οι εκλογές και οι σχέσεις με Ελλάδα-Τουρκία-Ισραήλ

Οι εκλογές της 25ης Οκτωβρίου θέτουν μια σειρά ερωτημάτων.

Η Σερβία προσέρχεται στις πρόωρες βουλευτικές εκλογές έπειτα από σχεδόν δύο χρόνια κινητοποιήσεων. Ο Αλεξάνταρ Βούτσιτς, που παραιτήθηκε από την προεδρία για να διεκδικήσει την πρωθυπουργία, επιδιώκει να διατηρήσει την πολιτική του κυριαρχία. Απέναντί του βρίσκεται μια κοινωνική κινητοποίηση με πρωταγωνιστές τους φοιτητές και κεντρικό αίτημα τη λογοδοσία.

Η αφετηρία ήταν η κατάρρευση του στεγάστρου στον σιδηροδρομικό σταθμό του Νόβι Σαντ, την 1η Νοεμβρίου 2024, που προκάλεσε τον θάνατο δεκαέξι ανθρώπων. Για τους διαδηλωτές, η καταστροφή έγινε σύμβολο ενός συστήματος μέσα στο οποίο η αδιαφάνεια, οι πολιτικές εξαρτήσεις και η αποτυχία των ελέγχων μπορούν να έχουν ανθρώπινο κόστος.

Τα αρχικά αιτήματα ήταν συγκεκριμένα: δημοσιοποίηση ολόκληρης της τεκμηρίωσης για την ανακατασκευή του σταθμού, δίωξη όσων επιτέθηκαν σε φοιτητές και καθηγητές, απόσυρση των κατηγοριών εναντίον συλληφθέντων διαδηλωτών και αύξηση κατά 20% της χρηματοδότησης της ανώτατης εκπαίδευσης. Από τον Μάιο του 2025, οι πρόωρες εκλογές έγιναν κεντρική διεκδίκηση.

Το βαθύτερο αίτημα είναι να λειτουργεί το κράτος χωρίς να εξαρτάται από την προσωπική βούληση του ηγέτη. Να ερευνά η εισαγγελία, να ελέγχει η διοίκηση και να αποδίδει ευθύνες η δικαιοσύνη.

Το φοιτητικό κίνημα δεν αποτελεί ενιαίο ιδεολογικό στρατόπεδο. Ενώνει φιλελεύθερους, αριστερούς και εθνικά συντηρητικούς γύρω από την αποκομματικοποίηση των θεσμών και την αντιμετώπιση της διαφθοράς. Η κοινή απαίτηση αλλαγής δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε κοινή θέση για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τη Ρωσία ή το Κόσοβο.

Η αντοχή του Βούτσιτς

Η έκταση των διαδηλώσεων δεν επιτρέπει ασφαλή συμπεράσματα για το εκλογικό αποτέλεσμα. Αντίστοιχα, το προβάδισμα του Βούτσιτς δεν αποδεικνύει ότι τον υποστηρίζει η πλειονότητα ολόκληρης της κοινωνίας. Μέτρηση της Faktor Plus τον Σεπτέμβριο έδινε στη λίστα του 48,6% και στη φοιτητική 37,1%.

Η στήριξή του έχει πραγματικές κοινωνικές βάσεις. Η χώρα έχει προσελκύσει επενδύσεις, έχει συνδεθεί με ευρωπαϊκές παραγωγικές αλυσίδες και έχει δημιουργήσει θέσεις εργασίας. Αυτά προσφέρουν έδαφος στο αφήγημα της οικονομικής σταθερότητας, ακόμη κι αν η ανάπτυξη δεν κατανέμεται ισότιμα και η ανασφάλεια παραμένει.

Υπάρχει όμως και η δύναμη του μηχανισμού. Το κυβερνών κόμμα διαθέτει εκτεταμένα τοπικά δίκτυα, ενώ οι πελατειακές σχέσεις και η περιορισμένη πρόσβαση στην ανεξάρτητη ενημέρωση ενισχύουν την επιρροή του σε μικρότερες κοινότητες.

Στις εκλογές του 2023, οι παρατηρητές του ΟΑΣΕ κατέγραψαν πίεση σε εργαζομένους του δημόσιου τομέα, χρήση κρατικών πόρων και μεροληπτική ενημέρωση. Οι διαπιστώσεις αφορούν εκείνη την αναμέτρηση, αλλά εξηγούν τη σημερινή επιμονή της αντιπολίτευσης στον έλεγχο της εκλογικής διαδικασίας. Η λαϊκή υποστήριξη και οι συνθήκες άνισου ανταγωνισμού μπορούν να συνυπάρχουν.

 Τι έμεινε μετά τον Μιλόσεβιτς

Ο Βούτσιτς προέρχεται από το υπερεθνικιστικό Ριζοσπαστικό Κόμμα και υπήρξε υπουργός Πληροφοριών επί Μιλόσεβιτς, σε περίοδο καταστολής της ανεξάρτητης ενημέρωσης. Η πολιτική του καταγωγή είναι σαφής. Η σημερινή διακυβέρνηση, ωστόσο, χρειάζεται να εξεταστεί και μέσα στις διαφορετικές οικονομικές και διεθνείς συνθήκες που διαμορφώθηκαν έκτοτε.

Η ανατροπή του Μιλόσεβιτς τον Οκτώβριο του 2000 δεν σήμανε ολοκληρωτική απομάκρυνση των δικτύων που είχαν συγκροτηθεί γύρω από την εξουσία. Η νέα ηγεσία κληρονόμησε διαφθορά, οργανωμένο έγκλημα και ισχυρές διασυνδέσεις ανάμεσα σε κρατικές υπηρεσίες, οικονομικά συμφέροντα και άτυπους μηχανισμούς.

Η σύγκρουση ανάμεσα στον Ζόραν Τζίντζιτς και στον Βόισλαβ Κοστούνιτσα αφορούσε τον έλεγχο της εξουσίας, αλλά και τη συνεργασία με το δικαστήριο της Χάγης, την αντιμετώπιση των εγκληματικών δικτύων και την προσέγγιση με τη Δύση. Η δολοφονία του Τζίντζιτς το 2003, με εμπλοκή στελεχών των ειδικών δυνάμεων και του οργανωμένου εγκλήματος, αποκάλυψε πόσο επικίνδυνη παρέμενε αυτή η κληρονομιά.

Δεν προκύπτει ότι η επιστροφή στον αυταρχισμό ήταν προδιαγεγραμμένη. Προκύπτει ότι η αλλαγή κυβέρνησης δεν αρκεί όταν η πραγματική ισχύς εξακολουθεί να ασκείται και έξω από τους επίσημους θεσμούς*. Το σημερινό αίτημα των φοιτητών συναντά ακριβώς αυτή την εκκρεμότητα.

Η κοινωνία έχει αλλάξει: η οικονομία είναι περισσότερο διεθνοποιημένη και μια νέα γενιά διεκδικεί δημόσιο λόγο και αξιοπρεπή ζωή. Ωστόσο, ο κοινωνικός εκσυγχρονισμός δεν συνεπάγεται αυτόματα δημοκρατική εμβάθυνση.

Ο Μλάντιτς

Η κηδεία του Ράτκο Μλάντιτς στο Βελιγράδι, με στρατιωτική παρουσία και συμμετοχή κυβερνητικών στελεχών, έδειξε πόσο βαθιά παραμένει η διαίρεση γύρω από τους πολέμους. Η απόδοση τιμών προκάλεσε διεθνείς αντιδράσεις.

Η εξύμνησή του μπορεί να ερμηνευθεί μέσα από την εθνική μνήμη: την προβολή των εγκλημάτων που υπέστησαν οι Σέρβοι και την υποβάθμιση εκείνων που διαπράχθηκαν στο όνομά τους. Έτσι, η καταδίκη ενός στρατιωτικού διοικητή παρουσιάζεται σε ορισμένα ακροατήρια ως καταδίκη ολόκληρου του έθνους. Η κοινωνία περιλαμβάνει ανθρώπους και οργανώσεις που αγωνίζονται για την αναγνώριση των εγκλημάτων και τη συμφιλίωση.

Οι γιουγκοσλαβικοί πόλεμοι δεν εξηγούνται επαρκώς από «πανάρχαια μίση». Χρειάζεται να εξετάσουμε ποιοι πολιτικοποίησαν τις διαφορές, υπό ποιες συνθήκες και για ποια συμφέροντα.

Το Κόσοβο ως τόπος και ως σύμβολο

Το ερώτημα αν οι Σέρβοι θεωρούν το Κόσοβο «χαμένο» δεν έχει μία απάντηση. Άλλο η παραδοχή των πραγματικών περιορισμών της σερβικής εξουσίας και άλλο η αποδοχή της επίσημης αναγνώρισης της ανεξαρτησίας του.

Η μνήμη της μάχης του 1389 εξελίχθηκε, μέσα από θρησκευτικά κείμενα, ποίηση και ιστορική αφήγηση, σε εθνικό σύμβολο. Τον 19ο αιώνα, πολιτικές και πνευματικές ελίτ αξιοποίησαν αυτή την παράδοση για τη συγκρότηση ταυτότητας και τη διατύπωση εθνικών επιδιώξεων. Το Κόσοβο απέκτησε έτσι βάρος που υπερβαίνει μια εδαφική διαφορά.

Ο Βούτσιτς απορρίπτει την αναγνώριση, ενώ συμμετέχει στον ευρωπαϊκό διάλογο εξομάλυνσης. Η Ε.Ε. συνδέει την ευρωπαϊκή πορεία των δύο πλευρών με την εφαρμογή των συμφωνημένων δεσμεύσεων. Η πρακτική διέξοδος προϋποθέτει ασφάλεια, δικαιώματα και λειτουργικές εγγυήσεις για τις κοινότητες, μαζί με πολιτικούς συμβιβασμούς που παραμένουν δύσκολοι.

Με την Ευρώπη και τη Ρωσία;

Η πολιτική του Βούτσιτς επιδιώκει να συνδυάσει την ευρωπαϊκή προοπτική με στενές σχέσεις με τη Ρωσία και την Κίνα. Η Σερβία υποστηρίζει την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας, αλλά δεν συμμετέχει στις δυτικές κυρώσεις κατά της Μόσχας.

Η ισορροπία αυτή έχει κοινωνικό έρεισμα. Έρευνα του Friedrich Ebert, με στοιχεία του 2024, κατέγραψε επιθυμία συνεργασίας τόσο με τη Ρωσία και την Κίνα όσο και με την Ε.Ε. Το ίδιο πρόσωπο μπορεί να προσδοκά οικονομικά οφέλη από την Ευρώπη και να αντιμετωπίζει τη Ρωσία ως πολιτικό σύμμαχο.

Η αντιπολίτευση δεν διαθέτει ενιαίο προσανατολισμό. Το Κόμμα Ελευθερίας και Δικαιοσύνης υποστηρίζει ευθυγράμμιση με την ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική, περιλαμβάνοντας κυρώσεις κατά της ρωσικής ηγεσίας. Το Νέο DSS διατηρεί επαφές με Ρώσους εταίρους και προβάλλει σκληρότερη εθνική γραμμή για το Κόσοβο. Το φοιτητικό κίνημα έχει αποφύγει να δεσμευτεί σε ενιαία γεωπολιτική κατεύθυνση. Η ενδεχόμενη αλλαγή εξουσίας θα ανοίξει, επομένως, και μια δύσκολη συζήτηση για τη θέση της Σερβίας στον κόσμο.

 Ελλάδα, Τουρκία, Ισραήλ: οι διασταυρούμενες σχέσεις και το στοίχημα της Ουάσιγκτον

Η θέση της Σερβίας δεν μπορεί να κατανοηθεί αποκλειστικά μέσα από το δίλημμα Ευρώπη ή Ρωσία. Στα Βαλκάνια διασταυρώνονται η ελληνική και η τουρκική παρουσία, η διευρυνόμενη συνεργασία με το Ισραήλ και η αναζήτηση αμερικανικών επενδύσεων. Οι σχέσεις αυτές δημιουργούν ευκαιρίες, αλλά και νέες εξαρτήσεις.

Η Ελλάδα προσφέρει στο Βελιγράδι έναν συνδυασμό πολιτικής υποστήριξης και οικονομικής συνεργασίας: δεν αναγνωρίζει την ανεξαρτησία του Κοσόβου, υποστηρίζει την ευρωπαϊκή ένταξη της Σερβίας και αναπτύσσει ενεργειακές διασυνδέσεις που μπορούν να περιορίσουν την εξάρτησή της από μεμονωμένους προμηθευτές. Η στρατηγική σχέση Αθήνας–Ισραήλ προσθέτει μια ακόμη διάσταση, χωρίς να μετατρέπει αυτομάτως τη Σερβία σε μέρος μιας κοινής συμμαχίας.

Η ελληνοϊσραηλινή αμυντική συνεργασία έχει ενισχυθεί, με εξοπλισμούς, τεχνολογία και βιομηχανικές συμφωνίες. Η Άγκυρα αντιμετωπίζει με ανησυχία την προσέγγιση Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, θεωρώντας ότι μπορεί να περιορίζει τη δική της επιρροή στην Ανατολική Μεσόγειο. Παράλληλα, Ελλάδα και Τουρκία διατηρούν διάλογο για τη διαχείριση των μεταξύ τους διαφορών.

Η συνεργασία της Αθήνας με το Ισραήλ και η συνεννόηση με την Τουρκία εξελίσσονται ταυτόχρονα, μέσα σε μια εύθραυστη περιφερειακή ισορροπία.

Στα Βαλκάνια, όμως, η τουρκική πολιτική είναι ευρύτερη από τις σχέσεις με την Αλβανία, το Κόσοβο και τις μουσουλμανικές κοινότητες. Η Τουρκία καλλιεργεί σχέσεις και με τη Σερβία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγράφει τη διατήρηση καλών διμερών σχέσεων και την πρόθεση ενίσχυσης της αμυντικής συνεργασίας, όπως συμφωνήθηκε στη συνάντηση Ερντογάν–Βούτσιτς το 2024.

Το Βελιγράδι επιδιώκει επομένως να συνεργάζεται με την Αθήνα, την Άγκυρα και το Ισραήλ, ακόμη και όταν οι μεταξύ τους σχέσεις είναι ανταγωνιστικές. Η ερμηνεία που προκύπτει είναι ότι ο Βούτσιτς προσπαθεί να αυξήσει τις διαθέσιμες επιλογές του και να αποφύγει την αποκλειστική πρόσδεση σε έναν εταίρο. Αυτή η ευελιξία μπορεί να αποφέρει οικονομικά και διπλωματικά οφέλη. Δεν εξασφαλίζει, όμως, ότι οι αντιφατικές δεσμεύσεις θα παραμένουν πάντοτε διαχειρίσιμες.

Η υπόθεση του Τζάρεντ Κούσνερ έδειξε χαρακτηριστικά πώς μια επένδυση μπορεί να αποκτήσει πολιτικό βάρος. Το σχέδιο αφορούσε πολυτελές ξενοδοχειακό και οικιστικό συγκρότημα στον χώρο του πρώην γιουγκοσλαβικού Γενικού Επιτελείου, που είχε βομβαρδιστεί από το ΝΑΤΟ το 1999. Ο χώρος αποτελούσε ταυτόχρονα ακίνητο μεγάλης αξίας, αρχιτεκτονικό μνημείο και τόπο φορτισμένης συλλογικής μνήμης.

Η εταιρεία του Κούσνερ ανακοίνωσε την αποχώρησή της τον Δεκέμβριο του 2025, μέσα σε αντιδράσεις και δικαστική διερεύνηση για την άρση της προστασίας των κτιρίων. Οι κατηγορίες αφορούσαν Σέρβους αξιωματούχους.

Η επένδυση συνέδεσε τρεις κρίσιμες εκκρεμότητες της Σερβίας: τη μνήμη των βομβαρδισμών, τη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας και την ανεξαρτησία των θεσμών. Οι αντιδράσεις δεν αφορούσαν απλώς την άφιξη ξένων κεφαλαίων. Έθεταν το ερώτημα αν η πολιτική εξουσία μπορεί να αλλάζει τους κανόνες προστασίας ενός μνημείου για να εξυπηρετήσει ένα συγκεκριμένο επιχειρηματικό σχέδιο. Η Ένωση Αρχιτεκτόνων της Σερβίας συνέχισε να παρεμβαίνει και τον Σεπτέμβριο του 2026, επιμένοντας στη διαφάνεια και στις θεσμικές εγγυήσεις.

Χρειάζεται επίσης να διακρίνουμε το ιδιωτικό σχέδιο του γαμπρού του Αμερικανού προέδρου από την επίσημη πολιτική των ΗΠΑ. Η συγγενική και πολιτική εγγύτητα προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στην υπόθεση, αλλά δεν αρκεί για να χαρακτηρίσουμε μια επιχειρηματική συμφωνία κρατική αμερικανική επένδυση.

Η επιδίωξη του Βελιγραδίου για περισσότερα αμερικανικά κεφάλαια συνεχίζεται. Σύμφωνα με τους “Financial Times”, τον Ιούλιο ο Βούτσιτς δήλωνε ότι αναζητούσε επενδύσεις στην ενέργεια και στα κέντρα δεδομένων, παρά την αποτυχία του ξενοδοχειακού σχεδίου. Αυτό δείχνει την κατεύθυνση που επιδιώκει η σερβική ηγεσία, χωρίς να σημαίνει ότι όλα τα σχέδια έχουν χρηματοδοτηθεί ή οριστικοποιηθεί.

Η αμερικανική επιρροή γίνεται ιδιαίτερα αισθητή στην ενέργεια. Οι κυρώσεις κατά της ρωσικής ιδιοκτησίας της πετρελαϊκής NIS και οι διαπραγματεύσεις για την αλλαγή της μετοχικής της σύνθεσης δείχνουν τα όρια της πολιτικής ισορροπιών του Βούτσιτς. Οι επιλογές της Σερβίας επηρεάζονται από αποφάσεις που λαμβάνονται στην Ουάσιγκτον και στη Μόσχα, όσο κι αν το Βελιγράδι επιδιώκει αυτονομία.

Για τους ψηφοφόρους, το κρίσιμο ερώτημα είναι με ποιους όρους θα αναπτυχθούν αυτές οι συνεργασίες. Οι επενδύσεις μπορούν να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας και να μειώσουν εξαρτήσεις, όταν στηρίζονται σε διαφανείς συμβάσεις και ανεξάρτητους ελέγχους. Όταν βασίζονται κυρίως στις προσωπικές σχέσεις των ηγετών, κινδυνεύουν να ενισχύσουν ακριβώς το σύστημα που αμφισβητεί το φοιτητικό κίνημα.

Αυτή η διάσταση φέρνει τη γεωπολιτική μέσα στην προεκλογική αντιπαράθεση: η Σερβία αναζητεί εταίρους και κεφάλαια, ενώ η κοινωνία της διεκδικεί δικαίωμα ελέγχου στις αποφάσεις που θα καθορίσουν το μέλλον της.

 Το μέλλον και ο κίνδυνος πολέμου

Τα Βαλκάνια δεν είναι καταδικασμένα να επαναλαμβάνουν την ιστορία τους. Οι συγκρούσεις διαμορφώνονται από συγκεκριμένες συνθήκες και επιλογές ανθρώπων, δεν αποτελούν αναπόφευκτη έκφραση μιας υποτιθέμενης βαλκανικής φύσης.

Η διεθνής παρουσία και το οικονομικό κόστος λειτουργούν αποτρεπτικά. Στις 15 Σεπτεμβρίου, το ΝΑΤΟ ανέφερε σταθερή βελτίωση της κατάστασης ασφαλείας στο Κόσοβο, διατηρώντας τη δέσμευσή του μέσω της KFOR. Στη Βοσνία, ωστόσο, η αποσχιστική πολιτική παραμένει πηγή έντασης.

Η κάλπη μπορεί να ανανεώσει τη νομιμοποίηση του Βούτσιτς ή να ανοίξει τον δρόμο για αλλαγή. Σε κάθε περίπτωση, η επόμενη ημέρα θα κριθεί από την αποδοχή του αποτελέσματος, την ανεξαρτησία των θεσμών και την ικανότητα των κοινωνικών δυνάμεων να μετατρέψουν τη διαμαρτυρία σε πρόγραμμα.

Το ζητούμενο που παραμένει ανοιχτό από το 2000 είναι ένα κράτος στο οποίο η εξουσία ελέγχεται και εναλλάσσεται, χωρίς η κοινωνία να χρειάζεται κάθε φορά να εξεγείρεται για να ακουστεί. Αυτό διεκδικούν σήμερα οι νέοι της Σερβίας. Και από την έκβαση αυτής της διεκδίκησης εξαρτάται ένα μέρος της σταθερότητας ολόκληρης της περιοχής.

 

spot_img

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
50,800ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα