Η αντιπαράθεση του Αμερικανού προέδρου με το ΝΑΤΟ δεν έχει οδηγήσει σε μεγάλη αποχώρηση αμερικανικών δυνάμεων. Ωστόσο, μια σημαντική μείωση των στρατευμάτων παραμένει στο τραπέζι, σύμφωνα με πηγές του Πενταγώνου, ενώ οι σύμμαχοι προετοιμάζονται για ένα μέλλον λιγότερο εξαρτημένο από την Ουάσιγκτον.
Των Andrew R.C. Marshall, John Shiffman, Phil Stewart, Humeyra Pamuk, Luiza Ilie και Victoria Waldersee
17 Σεπτεμβρίου 2026, 13:00 ώρα Ελλάδας — Ενημερώθηκε πριν από 34 λεπτά
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ παρευρίσκεται στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα.
Η θέση του Τραμπ για το ΝΑΤΟ —ότι δηλαδή οι υπόλοιπες χώρες επωφελούνται από την αμερικανική προστασία χωρίς να συνεισφέρουν το μερίδιο που τους αναλογεί— παραμένει αξιοσημείωτα σταθερή σε ολόκληρη την τεσσαρακονταετή δημόσια παρουσία του. REUTERS/Jonathan Ernst
ΚΩΝΣΤΑΝΤΖΑ, Ρουμανία — Η αεροπορική βάση Μιχαήλ Κογκαλνιτσεάνου στη Ρουμανία κατασκευάστηκε με τρόπο που θα έκανε τους Αμερικανούς να αισθάνονται σαν στο σπίτι τους. Οι δρόμοι της φέρουν ονόματα όπως Αλαμπάμα, Οχάιο, Αλάσκα και Τζορτζ Ουάσιγκτον. Η βάση φιλοξενεί αμερικανικά στρατεύματα από το 1999 και υποστήριξε τις πολεμικές επιχειρήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν.
Πέρυσι, περίπου οι μισοί από τους σχεδόν 2.000 Αμερικανούς στρατιώτες που βρίσκονταν στη Ρουμανία —οι περισσότεροι από τους οποίους διέμεναν στη συγκεκριμένη βάση— αποχώρησαν, καθώς η κυβέρνηση Τραμπ άρχισε μια ριζική αναδιάταξη της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη. Στη Ρουμανία, χώρα του ΝΑΤΟ που συνορεύει με την Ουκρανία, οι αποχωρήσεις προκάλεσαν ανησυχία: η βάση, γνωστή ως MK, βρίσκεται στην ανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας, σε μια περίοδο κατά την οποία ρωσικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη έχουν εισέλθει επανειλημμένα σε έδαφος του ΝΑΤΟ.
Όταν, όμως, το Reuters επισκέφθηκε τη βάση τον Ιούλιο, η εικόνα που αντίκρισε αποκάλυπτε μια πιο σύνθετη πραγματικότητα σχετικά με την προσπάθεια του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να αναδιαμορφώσει το ΝΑΤΟ. Στη βάση βρίσκονταν σταθμευμένα εννέα αμερικανικά ιπτάμενα τάνκερ KC-135 Stratotanker, τα οποία είχαν αναπτυχθεί για τον εναέριο ανεφοδιασμό αμερικανικών μαχητικών και βομβαρδιστικών κατά τη διάρκεια του πολέμου με το Ιράν. Τα πληρώματα και το προσωπικό υποστήριξής τους είχαν αναπληρώσει εν μέρει τις προηγούμενες αποχωρήσεις στρατευμάτων, υπενθυμίζοντας ότι η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις ευρωπαϊκές βάσεις. Περισσότερους από δύο μήνες αργότερα, τα αεροσκάφη ανεφοδιασμού παρέμεναν εκεί.
Αυτό το παράδοξο βρίσκεται στον πυρήνα της αντιπαράθεσης του Τραμπ με τη Συμμαχία των 32 κρατών. Έχει απειλήσει να μειώσει τις αμερικανικές δυνάμεις, έχει πιέσει επίμονα τους συμμάχους για τις αμυντικές τους δαπάνες και έχει καταγγείλει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επειδή αρνούνται να υποστηρίξουν άνευ όρων τον αμερικανοϊσραηλινό πόλεμο εναντίον του Ιράν. Ωστόσο, έρευνα του Reuters για τις αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Ευρώπη διαπίστωσε ότι η κυβέρνηση Τραμπ εξακολουθεί να επενδύει σε κομβικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις του ΝΑΤΟ και να βασίζεται σε αυτές για την προβολή ισχύος στην Ευρώπη, στη Μέση Ανατολή και ακόμη μακρύτερα.
Για να αξιολογήσει τις συνέπειες της εκστρατείας πίεσης του Τραμπ προς το ΝΑΤΟ, το Reuters πήρε συνεντεύξεις από περισσότερους από 50 εν ενεργεία και πρώην δυτικούς αξιωματούχους, στρατιωτικούς, διπλωμάτες και ειδικούς σε θέματα άμυνας. Μεταξύ αυτών βρίσκονταν υψηλόβαθμα στελέχη της κυβέρνησης Τραμπ, συνεργάτες μελών του Κογκρέσου και πρώην πρεσβευτές των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ. Δημοσιογράφοι του Reuters επισκέφθηκαν επίσης βάσεις που χρησιμοποιούνται από το ΝΑΤΟ στη Ρουμανία και στην Εσθονία και παρακολούθησαν στρατιωτικές ασκήσεις της Συμμαχίας στα ανοικτά των ακτών της Βόρειας Καρολίνας.
Το ρεπορτάζ αποκάλυψε μια Συμμαχία που βρίσκεται υπό πίεση, χωρίς όμως να έχει ακόμη διαρραγεί. Εννέα εν ενεργεία και πρώην Αμερικανοί αξιωματούχοι δήλωσαν στο Reuters ότι Ρεπουμπλικανοί και Δημοκρατικοί στο Κογκρέσο, μαζί με ισχυρές αμερικανικές αμυντικές βιομηχανίες που διαθέτουν σημαντικούς Ευρωπαίους πελάτες, έχουν την πολιτική ισχύ να εμποδίσουν την αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ — ενδεχόμενο με το οποίο ο Τραμπ έχει απειλήσει επανειλημμένα.
Ωστόσο, οι επιθέσεις του Τραμπ προκαλούν ζημιά στην 77χρονη Συμμαχία με τρόπους που, σύμφωνα τόσο με Ευρωπαίους όσο και με Αμερικανούς στρατηγικούς αναλυτές, δύσκολα μπορούν να αντιστραφούν. Όπως διαπίστωσε το Reuters, η Ευρώπη αμφισβητεί ολοένα περισσότερο την αξιοπιστία των Ηνωμένων Πολιτειών ως εταίρου στον τομέα της ασφάλειας. Οι αμφιβολίες αυτές επηρεάζουν πλέον τις αμυντικές δαπάνες, τις προμήθειες οπλικών συστημάτων και τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό ασφάλειας σε ολόκληρη την ήπειρο.
Πολλοί από όσους μίλησαν στο Reuters περιέγραψαν μια σοβαρή υποχώρηση της διατλαντικής εμπιστοσύνης, η οποία έχει αποδυναμώσει τον κεντρικό αποτρεπτικό μηχανισμό του ΝΑΤΟ: το Άρθρο 5, δηλαδή τη δέσμευση ότι μια ένοπλη επίθεση εναντίον ενός κράτους-μέλους θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων.
Ένα ΝΑΤΟ που δεν λειτουργεί, υπό την ηγεσία αναξιόπιστων Ηνωμένων Πολιτειών, θα μπορούσε να αποδειχθεί καταστροφικό για την ασφάλεια της Ευρώπης, την ώρα που η ήπειρος βρίσκεται αντιμέτωπη στα ανατολικά της σύνορα με μια επιθετική και απροκάλυπτα επεκτατική Ρωσία.

Ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ Πιτ Χέγκσεθ μετέβη στις Βρυξέλλες τον Ιούνιο για να ανακοινώσει εξάμηνη επανεξέταση της συνεισφοράς των συμμάχων στο ΝΑΤΟ. REUTERS/Stoyan Nenov
Παρότι οι στρατιωτικές δαπάνες αυξάνονται θεαματικά σε ολόκληρο το ΝΑΤΟ, τουλάχιστον οκτώ κράτη-μέλη —μεταξύ των οποίων ο Καναδάς, η Πολωνία, η Δανία και η Ισπανία— έχουν αρχίσει να περιορίζουν την εξάρτησή τους από αμερικανικά όπλα, τεχνολογία και αμυντικές εταιρείες, σύμφωνα με την έρευνα του Reuters.
Αυτό υποδηλώνει ότι η εκστρατεία του Τραμπ για να αναγκάσει την Ευρώπη να δαπανά περισσότερα για την άμυνα ενδέχεται τελικά να έχει αντίθετα αποτελέσματα, ωθώντας ορισμένους συμμάχους να μειώσουν την εξάρτησή τους από τις αμερικανικές αμυντικές βιομηχανίες και τη στρατιωτική τεχνολογία των ΗΠΑ.
«Η πίεση προς την Ευρώπη απέδωσε, δημιούργησε όμως πραγματική αβεβαιότητα», δήλωσε ο J.C. Lintzenich, υψηλόβαθμος αξιωματούχος των αμερικανικών στρατιωτικών υπηρεσιών πληροφοριών, ο οποίος αποχώρησε από την κυβέρνηση τον Φεβρουάριο, έχοντας προηγουμένως συμβουλεύσει κορυφαία στελέχη του Πενταγώνου, τη διεύθυνση των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών και υπευθύνους χάραξης πολιτικής στο Κογκρέσο.
«Η Ευρώπη δαπανά περισσότερα, αντιμετωπίζει πλέον σοβαρότερα την άμυνα και αναλαμβάνει μεγαλύτερη ευθύνη — αυτό αποτελεί πραγματική επιτυχία. Υπάρχει όμως και ειλικρινής ανησυχία στην Ευρώπη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να την εγκαταλείψουν».
«Ο πρόεδρος Τραμπ έχει προσφέρει στο ΝΑΤΟ περισσότερα από οποιονδήποτε άλλον», δήλωσε η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Ολίβια Γουέιλς. «Θα προασπίζεται πάντοτε και χωρίς απολογητική διάθεση τα συμφέροντα της Αμερικής».
Μολονότι ο Τραμπ έχει πιστωθεί την αύξηση των ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών, αυτή ενισχύθηκε επίσης από την πλήρους κλίμακας ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, η οποία ισοπέδωσε πόλεις, στοίχισε τη ζωή σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους και ανάγκασε εκατομμύρια να εγκαταλείψουν τις εστίες τους και να καταφύγουν σε άλλες περιοχές της Ευρώπης.
«Μια ισχυρή συμμαχία αποτελείται από συμμάχους που απαιτούν αμοιβαία λογοδοσία», δήλωσε στο Reuters ο Μάθιου Γουίτακερ, πρεσβευτής των Ηνωμένων Πολιτειών στο ΝΑΤΟ. Σε ανακοίνωσή του, το ΝΑΤΟ παρέπεμψε σε πρόσφατες δηλώσεις του γενικού γραμματέα Μαρκ Ρούτε, ο οποίος επαίνεσε τον Τραμπ επειδή συνέβαλε στην αύξηση των αμυντικών δαπανών σε ολόκληρη τη Συμμαχία.
Ωστόσο, η δυνατότητα του Τραμπ να αναδιαμορφώσει το ΝΑΤΟ συνάντησε σημαντικά εμπόδια. Πριν αναχωρήσει για τη σύνοδο των υπουργών του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες τον Ιούνιο, ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ σχεδίαζε να ανακοινώσει τη μείωση των αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη κατά περίπου 25.000 στρατιώτες, σύμφωνα με δύο Αμερικανούς αξιωματούχους.
Οι προτεινόμενες περικοπές —η έκταση των οποίων δεν είχε δημοσιοποιηθεί προηγουμένως— θα μείωναν τις αμερικανικές δυνάμεις στην Ευρώπη κάτω από το ελάχιστο όριο των 76.000 στρατιωτών, το οποίο επέβαλε νόμος που ψηφίστηκε από το Κογκρέσο και υπογράφηκε πέρυσι.
Αντί γι’ αυτό, ο Χέγκσεθ συνάντησε αντιδράσεις ακόμη και στο εσωτερικό της κυβέρνησης Τραμπ. Έφθασε στο καμπύλο αρχηγείο του ΝΑΤΟ από ατσάλι και γυαλί στις Βρυξέλλες έχοντας μαζί του μια προειδοποίηση προς τους υπουργούς Άμυνας των συμμάχων.
Το Πεντάγωνο θα πραγματοποιούσε εξάμηνη επανεξέταση της διάταξης των αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη, εξετάζοντας με ιδιαίτερη αυστηρότητα τις χώρες που απαντούν «όχι, ίσως ή περιμένουμε να δούμε» όταν η Ουάσιγκτον ζητά υποστήριξη.
«Αυτή θα είναι μια πραγματική αξιολόγηση», δήλωσε ο Χέγκσεθ. «Ορισμένες χώρες θα αποτύχουν».
Το Πεντάγωνο έχει δημοσιοποιήσει ελάχιστα στοιχεία σχετικά με την επανεξέταση. Τον Αύγουστο, ωστόσο, συνέταξε ένα έγγραφο με 57 ερωτήσεις προς τους συμμάχους, με σκοπό να μετρήσει τη στρατιωτική, οικονομική και ιδεολογική τους προσήλωση στις Ηνωμένες Πολιτείες, σύμφωνα με αντίγραφο του υπομνήματος που εξέτασε το Reuters. Μία από τις ερωτήσεις ζητά, για παράδειγμα, να διευκρινιστεί αν μια χώρα έχει «υποστηρίξει δημοσίως τις προτεραιότητες της εξωτερικής πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών».
Η επανεξέταση ανέδειξε την αντιπαράθεση που διεξάγεται στην Ουάσιγκτον σχετικά με το πόσο μπορεί η Αμερική να περιορίσει τον ρόλο της στην Ευρώπη χωρίς να υπονομεύσει τη δική της στρατιωτική εμβέλεια.
Πέντε υψηλόβαθμοι συνεργάτες μελών του Κογκρέσου —τόσο Ρεπουμπλικανών όσο και Δημοκρατικών— δήλωσαν στο Reuters ότι ενισχύεται η διακομματική δυσπιστία απέναντι στον τρόπο με τον οποίο ο Χέγκσεθ χειρίζεται το ΝΑΤΟ. Ένας από αυτούς ανέφερε ότι γερουσιαστές και από τα δύο κόμματα ανησυχούν μήπως το Πεντάγωνο ανακοινώσει «μια κίνηση που ενδέχεται να μην είναι θετική ούτε για το ΝΑΤΟ ούτε ακόμη και για την εθνική ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών».



Ένα πιθανό αποτέλεσμα της επανεξέτασης της διάταξης των αμερικανικών δυνάμεων είναι ο Χέγκσεθ να προτείνει την ίδια μείωση που σχεδίαζε να ανακοινώσει τον Ιούνιο: την αποχώρηση 25.000 στρατιωτών, σύμφωνα με τρεις ανθρώπους που γνωρίζουν το θέμα.
Ο Λευκός Οίκος έχει δηλώσει ότι η εξάμηνη επανεξέταση θα «διασφαλίσει μια μη αναστρέψιμη δυναμική προς μια ευρωπαϊκή άμυνα της Ευρώπης, υπό ευρωπαϊκή ηγεσία».
Το Πεντάγωνο και ο Χέγκσεθ δεν απάντησαν στα γραπτά αιτήματα για σχόλιο. Ανώτερος αξιωματούχος του Πενταγώνου δήλωσε, ωστόσο, στο Reuters: «Πρόκειται για μια σοβαρή επανεξέταση, σχεδιασμένη ώστε να είναι αυστηρή, διαβουλευτική και βασισμένη σε εμπειρικά δεδομένα».
Οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν περισσότερους από 81.000 στρατιωτικούς στην Ευρώπη. Ο αριθμός αυτός μεταβάλλεται, καθώς στρατιωτικές μονάδες εναλλάσσονται στην ήπειρο στο πλαίσιο αποστολών και ασκήσεων, σύμφωνα με κυβερνητικούς ελέγχους και καταθέσεις στο Κογκρέσο που εξέτασε το Reuters.
Κατά την τετραετία πριν από την πρώτη ανάληψη της προεδρίας από τον Τραμπ, το 2017, οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούσαν κατά μέσο όρο περίπου 65.000 στρατιώτες και άλλο στρατιωτικό προσωπικό στην Ευρώπη. Ο αριθμός αυξήθηκε στους 74.000 κατά την πρώτη προεδρική θητεία του και στη συνέχεια εκτινάχθηκε στους 105.000 επί προεδρίας Τζο Μπάιντεν, μετά την πλήρους κλίμακας ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022. Όταν ο Τραμπ επέστρεψε στην εξουσία το 2025, ο αριθμός είχε μειωθεί και πάλι, προσεγγίζοντας τα σημερινά επίπεδα.
Η αντιπαράθεση για το ΝΑΤΟ αποτελεί μέρος της ευρύτερης ανατροπής, από τον Τραμπ, της διεθνούς τάξης που οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες συνέβαλαν να οικοδομηθεί μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η κυβέρνησή του αμφισβητεί θεσμούς, συμμαχίες και κανόνες που ίσχυαν επί δεκαετίες, υιοθετώντας μια περισσότερο συναλλακτική προσέγγιση υπό το δόγμα «Πρώτα η Αμερική», η οποία δίνει προτεραιότητα στην αμερικανική κυριαρχία έναντι των διεθνών συνθηκών και της πολυμερούς συνεργασίας.
Προηγούμενες έρευνες του Reuters είχαν καταγράψει την επίθεση του Τραμπ εναντίον του διεθνούς συστήματος δικαιοσύνης, μέσω εξουθενωτικών αμερικανικών κυρώσεων σε βάρος του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, καθώς και την αποδιοργάνωση της αμερικανικής διπλωματίας, με την αποδυνάμωση των αμερικανικών πρεσβειών και την εκτόξευση απειλών τόσο προς φίλους όσο και προς αντιπάλους.

ΣΤΡΑΤΕΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ
Οι περισσότεροι σύμμαχοι ανταποκρίθηκαν στις απαιτήσεις του Τραμπ για αύξηση των αμυντικών δαπανών, μετατρέποντας τη δυνητικά εκρηκτική σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, τον Ιούλιο, σε μια συνάντηση την οποία ο ίδιος χαρακτήρισε «πολύ επιτυχημένη».
Ωστόσο, η εξάμηνη επανεξέταση του Πενταγώνου εξακολουθεί να αποτελεί τη βασική αβεβαιότητα που σκιάζει τη Συμμαχία. Ορισμένοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι πιστεύουν ότι η στρατιωτική ηγεσία του ΝΑΤΟ μπορεί να διαχειριστεί μια ενδεχόμενη αποχώρηση αμερικανικών δυνάμεων χωρίς να εκθέσει τις ευάλωτες πλευρές της ηπείρου. Άλλοι φοβούνται ότι η διαδικασία μπορεί να πυροδοτήσει έναν ανταγωνισμό για την εύνοια της Ουάσιγκτον.
Στη Ρουμανία και στην Πολωνία, αξιωματούχοι δήλωσαν στο Reuters ότι έχουν ασκήσει παρασκηνιακές αλλά εντατικές πιέσεις προκειμένου να παραμείνουν αμερικανικά στρατεύματα στο έδαφός τους.
«Γιατί όλες αυτές οι χώρες θέλουν Αμερικανούς στρατιώτες στο έδαφός τους;» διερωτήθηκε ο Τζορτζ Σκουτάρου, Ρουμάνος ειδικός σε θέματα άμυνας και επικεφαλής του New Strategy Center, μιας δεξαμενής σκέψης με έδρα το Βουκουρέστι. «Επειδή αποτελούν την καλύτερη αποτροπή — μια ανθρώπινη ασπίδα».
Ο πόλεμος με το Ιράν υπογραμμίζει πόσο εξαρτημένη παραμένει η Ουάσιγκτον από την ευρωπαϊκή γεωγραφία, ακόμη και όταν οι σχέσεις της με τους συμμάχους είναι τεταμένες.
Στα τέλη Μαρτίου, η Ιταλία αρνήθηκε να επιτρέψει σε ορισμένα αμερικανικά στρατιωτικά αεροσκάφη να προσγειωθούν στην αεροπορική βάση Σιγκονέλα της Σικελίας, πριν κατευθυνθούν προς τη Μέση Ανατολή, όπως είχε μεταδώσει το Reuters.
Μέχρι τα τέλη Ιουνίου, ωστόσο, περισσότερα από 500 αμερικανικά στρατιωτικά αεροσκάφη είχαν διέλθει από ιταλικές βάσεις —343 μέσω της Σιγκονέλα και 211 μέσω του Αβιάνο, στη βόρεια Ιταλία— με πολλά από αυτά να μεταφέρουν πυρομαχικά, σύμφωνα με τρίτο Αμερικανό αξιωματούχο.
Παρά ταύτα, σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στις 20 Ιουνίου, ο Τραμπ επιτέθηκε στην πρωθυπουργό της Ιταλίας Τζόρτζια Μελόνι, λέγοντας ότι «δεν μας επέτρεψε καν να χρησιμοποιήσουμε τους αεροδιαδρόμους ή τους διαδρόμους προσγείωσης της Ιταλίας, προκαλώντας μεγάλη δυσκολία στον ανεφοδιασμό και στις μετακινήσεις». Η ιταλική κυβέρνηση δεν απάντησε σε αίτημα για σχολιασμό.
Από το 1949, το ΝΑΤΟ αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της αμερικανικής ισχύος, επιτρέποντας στις Ηνωμένες Πολιτείες να διατηρούν δυνάμεις σε ολόκληρη την Ευρώπη, να αποτρέπουν αντιπάλους, να προβάλλουν στρατιωτική ισχύ και να ηγούνται ενός συνασπισμού δημοκρατικών συμμάχων.
Σε αντάλλαγμα, η Ευρώπη απέκτησε την προστασία της ισχυρότερης στρατιωτικής δύναμης στον κόσμο, γεγονός που συνέβαλε στη διατήρηση μιας περιόδου ειρήνης και ευημερίας χωρίς προηγούμενο στη σύγχρονη ιστορία της.
«Η Ευρώπη δαπανά περισσότερα, αντιμετωπίζει σοβαρότερα την άμυνα και αναλαμβάνει μεγαλύτερη ευθύνη — αυτό αποτελεί πραγματική επιτυχία. Υπάρχει όμως και ειλικρινής ανησυχία στην Ευρώπη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να την εγκαταλείψουν».
— J.C. Lintzenich, πρώην ανώτερος αξιωματούχος των αμερικανικών στρατιωτικών υπηρεσιών πληροφοριών
Για πολλές γενιές, αυτή η συμφωνία απολάμβανε ευρεία διακομματική υποστήριξη στην Ουάσιγκτον. Όχι όμως από τον Τραμπ. Η θέση του —ότι άλλες χώρες επωφελούνται από την αμερικανική προστασία χωρίς να συνεισφέρουν όσα τους αναλογούν— παραμένει εντυπωσιακά σταθερή σε όλη την τεσσαρακονταετή δημόσια παρουσία του.
«Πολλοί έχουν κουραστεί να βλέπουν άλλες χώρες να εκμεταλλεύονται τις Ηνωμένες Πολιτείες», είχε δηλώσει σε συνέντευξή του στο CNN το 1987.
Κατά την προεκλογική του εκστρατεία το 2016, ο Τραμπ δήλωσε ότι οι σύμμαχοι έπρεπε να πληρώσουν περισσότερα ή «να φύγουν». «Και αν αυτό διαλύσει το ΝΑΤΟ, τότε ας διαλυθεί το ΝΑΤΟ».
Κατά την πρώτη προεδρική θητεία του, απαίτησε από τους συμμάχους να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες από το 2% στο 4% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος. Λίγο πριν επιστρέψει στην εξουσία το 2025, ανέβασε την απαίτηση στο 5%.
«Αν δεν πληρώνουν, δεν πρόκειται να τους υπερασπιστώ», δήλωσε σε δημοσιογράφους τον Μάρτιο του 2025.
Οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι και ο Καναδάς δαπάνησαν συνολικά για την άμυνα το 2,3% του συνδυασμένου ΑΕΠ τους το 2025, σύμφωνα με στοιχεία του ΝΑΤΟ. Όλοι, με εξαίρεση την Ισπανία, έχουν συμφωνήσει να διαθέτουν έως το 2035 ποσοστό 5% για την άμυνα και για ευρύτερες επενδύσεις σχετικές με την ασφάλεια.
Η Κέι Μπέιλι Χάτσισον, πρώην Ρεπουμπλικανή γερουσιαστής και πρέσβειρα του Τραμπ στο ΝΑΤΟ κατά την πρώτη θητεία του, δήλωσε ότι ο Αμερικανός πρόεδρος φαίνεται να πιστεύει πως οι Ηνωμένες Πολιτείες αποκομίζουν περισσότερα από τις προσωπικές του σχέσεις με ηγέτες ανταγωνιστικών δυνάμεων, όπως η Ρωσία και η Κίνα, παρά από συμμαχίες όπως το ΝΑΤΟ.
«Πάντοτε ήθελα να καταλάβει ο πρόεδρος ότι, αν ο μακροπρόθεσμος αντίπαλός μας είναι η Κίνα, τότε χρειαζόμαστε συμμάχους», είπε.
Παρά τις επιθέσεις του εναντίον του ΝΑΤΟ, ο Τραμπ εξακολούθησε κατά τη δεύτερη θητεία του να χρηματοδοτεί μεγάλα έργα υποδομής σε ευρωπαϊκές στρατιωτικές εγκαταστάσεις.
Στην Ισπανία —την οποία ο Τραμπ κατήγγειλε στη σύνοδο της Άγκυρας ως «απαίσιο εταίρο στο ΝΑΤΟ» και «χαμένη υπόθεση»— η Ουάσιγκτον δεν έχει δείξει καμία πρόθεση να περιορίσει την παρουσία της στη ναυτική βάση της Ρότα ή στην αεροπορική βάση Μορόν.

Μόνο τον Μάιο και τον Ιούνιο, οι Ηνωμένες Πολιτείες ανακοίνωσαν την ενίσχυση των αεροπορικών εγκαταστάσεων στη βάση Μορόν και την ανάθεση κατασκευαστικών συμβάσεων ύψους 400 εκατομμυρίων δολαρίων σε ισπανικές εταιρείες, με σκοπό τη συντήρηση και την αναβάθμιση της βάσης κατά την επόμενη δεκαετία.
Οι βάσεις Ρότα και Μορόν είναι δύσκολο να αντικατασταθούν. Προσφέρουν πρόσβαση στον Ατλαντικό και στη Μεσόγειο και διευρύνουν τη δυνατότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να προβάλλουν στρατιωτική ισχύ στη Μέση Ανατολή και στη Βόρεια Αφρική.
Σε συνέντευξη Τύπου κατά τη σύνοδο κορυφής της Άγκυρας, ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ δήλωσε ότι η ανάπτυξη αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη αποτελεί «κυρίαρχη απόφαση» των Ηνωμένων Πολιτειών και ότι οι στρατιωτικές σχέσεις της Ισπανίας με τη χώρα είναι «εξαιρετικές».
Στη Ρουμανία, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επενδύσει περισσότερα από 100 εκατομμύρια δολάρια στη συνεχιζόμενη επέκταση της αεροπορικής βάσης Μιχαήλ Κογκαλνιτσεάνου. Παράλληλα βρίσκεται σε εξέλιξη έργο ύψους περίπου 2,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων, το οποίο χρηματοδοτείται από τη Ρουμανία και αποσκοπεί έως το 2040 να καταστήσει την εγκατάσταση τη μεγαλύτερη αεροπορική βάση του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη, με δυνατότητα φιλοξενίας έως και 20.000 ατόμων.
Τον Μάρτιο, ο Τραμπ επέκρινε σφοδρά τον τότε πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ για την περιορισμένη υποστήριξη της Βρετανίας στα αμερικανικά πλήγματα εναντίον του Ιράν. Ωστόσο, οι Ηνωμένες Πολιτείες δαπανούν περισσότερα από 4,2 δισεκατομμύρια δολάρια για έργα που βρίσκονται σε εξέλιξη ή έχουν προγραμματιστεί σε επτά αεροπορικές βάσεις στη Βρετανία, σύμφωνα με παρουσίαση του Μαρτίου από μονάδα της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ που διαχειρίζεται τις υποδομές των βάσεων.
Αμερικανικά βομβαρδιστικά έχουν πραγματοποιήσει αποστολές εναντίον ιρανικών στόχων από τουλάχιστον μία από αυτές τις βρετανικές βάσεις, επιβεβαιώνοντας τη στρατηγική σημασία της Ευρώπης για αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις πολύ πέρα από τα γεωγραφικά όρια της ηπείρου.
Τουλάχιστον δώδεκα πρώην και εν ενεργεία αξιωματούχοι από την Ευρώπη, τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά προειδοποίησαν, πάντως, ότι ο Τραμπ δεν χρειάζεται να αποσύρει επισήμως τις ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ για να υπονομεύσει τη λειτουργία της Συμμαχίας. Ακόμη και η αντιατλαντική ρητορική του μπορεί να δώσει το μήνυμα στον Ρώσο ηγέτη Βλαντίμιρ Πούτιν ότι η Δύση είναι διχασμένη και περισσότερο ευάλωτη απ’ όσο φαίνεται.
Οι αξιωματούχοι δήλωσαν ότι φοβούνται πως ο Πούτιν δοκιμάζει αυτή την υπόθεση μέσω ενός κύματος περιστατικών δολιοφθοράς σε ολόκληρη την ήπειρο, για τα οποία οι ευρωπαϊκές χώρες κατηγορούν τη Ρωσία.
Μόνο τον Αύγουστο καταγράφηκαν, μεταξύ άλλων, μια απόπειρα επίθεσης με μη επανδρωμένο αεροσκάφος εναντίον γερμανικού αεροδρομίου και μια πυρκαγιά σε πολωνικό εργοστάσιο κατασκευής drones.
Τον Ιούλιο, μόλις δύο ημέρες μετά την επίσκεψη του Reuters στην αεροπορική βάση MK της Ρουμανίας, το ΝΑΤΟ έδωσε εντολή άμεσης απογείωσης σε ρουμανικά μαχητικά αεροσκάφη για την αναχαίτιση ρωσικού drone που είχε εισέλθει στη ρουμανική επικράτεια. Το μη επανδρωμένο αεροσκάφος καταρρίφθηκε από ρουμανικό F-16 που επιχειρούσε από άλλη βάση.
Τις επόμενες ημέρες καταρρίφθηκαν ακόμη δύο drones, τα οποία επίσης θεωρήθηκαν ρωσικά. Στα τέλη Ιουλίου, ένας ρωσικός πύραυλος κρουζ κατέπεσε στην Πολωνία, ακόμη μία χώρα του ΝΑΤΟ στην πρώτη γραμμή.
Όταν ρωτήθηκε για τα περιστατικά στη Γερμανία, στην Πολωνία και στη Ρουμανία, ο πρεσβευτής της Ρωσίας στο Βέλγιο, Ντένις Γκοντσάρ, αρνήθηκε οποιαδήποτε ρωσική εμπλοκή. Χαρακτήρισε τα περιστατικά «βρόμικες προβοκάτσιες» της Ουκρανίας και άλλων που επιδιώκουν να «σύρουν το ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση σε άμεση σύγκρουση με τη Ρωσία».

Οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, ωστόσο, αποδίδουν στη Μόσχα τις ολοένα πιο απροκάλυπτες παραβιάσεις και υποστηρίζουν ότι αποτελούν μέρος μιας εκστρατείας με στόχο την υπονόμευση της υποστήριξης προς την Ουκρανία και τη δοκιμή της συνοχής του ΝΑΤΟ.
Ο Μάριους Λαζούρκα, σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του προέδρου της Ρουμανίας Νικουσόρ Νταν, δήλωσε στο Reuters ότι ένα drone που καταρρίφθηκε πάνω από τη Ρουμανία στις 16 Αυγούστου αναχαιτίστηκε από Ισπανό πιλότο ο οποίος πετούσε με αμερικανικής κατασκευής μαχητικό αεροσκάφος — ένα περιστατικό που, κατά την άποψή του, αποδεικνύει την αλληλεγγύη μεταξύ των μελών του ΝΑΤΟ.
«Είναι σαφές ότι η Ρωσία δοκιμάζει τις αμυντικές δυνατότητες της Ρουμανίας και την αντίδραση του ΝΑΤΟ», δήλωσε ο Σκουτάρου, ο Ρουμάνος ειδικός σε θέματα άμυνας.
Λιγότερο σαφές για πολλούς συμμάχους είναι τι ακριβώς ζητά από αυτούς η Ουάσιγκτον.
Η Πολωνία και η Γερμανία έχουν αυξήσει σημαντικά τις αμυντικές τους δαπάνες, εξακολουθούν όμως να βρίσκονται αντιμέτωπες με το ενδεχόμενο μείωσης των αμερικανικών στρατευμάτων στο έδαφός τους. Η Δανία διαθέτει για την άμυνα μεγαλύτερο ποσοστό του ΑΕΠ της από τις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες, παραμένει όμως στόχος των απειλών του Τραμπ για κατάληψη της Γροιλανδίας.
Εκπρόσωπος του γερμανικού Ομοσπονδιακού Υπουργείου Εξωτερικών δήλωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα εξακολουθήσουν να διαδραματίζουν «ζωτικό ρόλο», καθώς η Ευρώπη αναλαμβάνει μεγαλύτερη ευθύνη για την άμυνά της. Το υπουργείο Άμυνας της Δανίας δεν απάντησε σε αίτημα για σχολιασμό.
Την αβεβαιότητα ενισχύει το γεγονός ότι αξιωματούχοι του Πενταγώνου έχουν εξετάσει τρόπους τιμωρίας συμμάχων τους οποίους ο Τραμπ θεωρεί μη πιστούς.
Σε εσωτερικό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, για το οποίο είχε ήδη γράψει το Reuters, ο υφυπουργός Άμυνας των ΗΠΑ αρμόδιος για θέματα πολιτικής, Έλμπριτζ Κόλμπι, εξέταζε το ενδεχόμενο αναστολής της συμμετοχής της Ισπανίας στο ΝΑΤΟ, μετά την άρνηση της Μαδρίτης να υποστηρίξει τα πλήγματα κατά του Ιράν — παρότι η Συμμαχία δεν διαθέτει κανέναν μηχανισμό αναστολής της ιδιότητας ενός κράτους-μέλους.
Οι σύμμαχοι έφθασαν στη σύνοδο κορυφής της Άγκυρας προετοιμασμένοι για σύγκρουση. Τελικά άκουσαν τον Τραμπ να περνά από τις επιθέσεις εναντίον της Ισπανίας στους επαίνους για την «τεράστια αγάπη» που, όπως είπε, είχε αισθανθεί στο ΝΑΤΟ.
Βίντεο: Ο ανταποκριτής του Reuters Άντριου Μάρσαλ αναλύει την πίεση που ασκεί ο Τραμπ στο ΝΑΤΟ
Η ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ Ο ΚΑΝΑΔΑΣ ΑΝΑΖΗΤΟΥΝ ΑΛΛΕΣ ΕΠΙΛΟΓΕΣ
Σε ολόκληρο το ΝΑΤΟ, οι κυβερνήσεις δεν περιμένουν να ξεκαθαρίσει η στάση της Ουάσιγκτον. Επανεξοπλίζονται με ρυθμό που δεν είχε παρατηρηθεί εδώ και δεκαετίες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, αναζητούν εναλλακτικές λύσεις έναντι της αμερικανικής στρατιωτικής τεχνολογίας.
Οι απειλές του Τραμπ προς το ΝΑΤΟ, σε συνδυασμό με τον πόλεμο της Ρωσίας εναντίον της Ουκρανίας, τροφοδότησαν την απότομη αύξηση των ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών. Σύμφωνα με το ΝΑΤΟ, τα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη και ο Καναδάς αύξησαν συνολικά τις αμυντικές τους δαπάνες κατά 20% το 2025 σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.
Ο Τραμπ προέβλεψε ότι η εξέλιξη αυτή θα απέφερε τεράστια κέρδη στις αμερικανικές αμυντικές βιομηχανίες.
«Εμείς θα τα κατασκευάζουμε και εκείνοι θα πληρώνουν», δήλωσε τον Ιούλιο του 2025, κατά τη διάρκεια συνάντησης στον Λευκό Οίκο με τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε. «Πρόκειται να εισπράξουμε πολλά χρήματα».
Έναν χρόνο αργότερα, στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, ο Τραμπ καυχήθηκε ότι οι σύμμαχοι είχαν αυξήσει τις αμυντικές τους δαπάνες κατά 150 δισεκατομμύρια δολάρια το 2025, προσθέτοντας ότι «όλοι θέλουν αμερικανικής κατασκευής εξοπλισμό».
Το Reuters, ωστόσο, εντόπισε τουλάχιστον οκτώ από τα 32 κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ —τον Καναδά, την Πολωνία, τη Δανία, την Ισπανία, τη Νορβηγία, την Τουρκία, τη Γαλλία και τη Γερμανία— τα οποία εξετάζουν τρόπους περιορισμού της εξάρτησής τους από αμερικανικά όπλα, τεχνολογία και αμυντικές εταιρείες, καθώς ενισχύονται οι αμφιβολίες για τη διάρκεια και την αξιοπιστία της αμερικανικής υποστήριξης.
Οι αμφιβολίες αυτές δεν προκαλούν έκπληξη, δήλωσε η Γουέντι Γκίλμουρ, πρώην βοηθός γενική γραμματέας του ΝΑΤΟ αρμόδια για τις αμυντικές επενδύσεις. Πολλοί θεώρησαν την πρώτη εκλογή του Τραμπ «μια συγκυριακή παρέκκλιση», είπε, και υπέθεσαν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα παρέμεναν αξιόπιστος σύμμαχος.
«Η δεύτερη εκλογή μοιάζει περισσότερο με συνειδητή επιλογή και δημιουργεί την αίσθηση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι πλέον η υποδειγματική δημοκρατία που όλοι πιστεύαμε ότι ήταν».
Παρότι η Ευρώπη εξακολουθεί να μην μπορεί να αντικαταστήσει ορισμένες προηγμένες αμερικανικές στρατιωτικές τεχνολογίες, χώρες όπως ο Καναδάς και η Πολωνία αγοράζουν περισσότερο εξοπλισμό μη αμερικανικής προέλευσης — από συστήματα ραντάρ μέχρι πολεμικά αεροσκάφη — καθώς επιδιώκουν να περιορίσουν μια εξάρτηση δεκαετιών από τις αμυντικές βιομηχανίες των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η τάση αυτή έχει προκαλέσει ανησυχία στο Πεντάγωνο. Σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τον Ιούλιο, ο Κόλμπι, κορυφαίος σύμβουλος πολιτικής του Πενταγώνου, υποστήριξε ότι οι σύμμαχοι θα πρέπει να συνεργάζονται με την αμερικανική αμυντική βιομηχανική βάση, «αντί να προσπαθούν μάταια να την αντιγράψουν ή να την αντικαταστήσουν».
Ο Καναδάς, ο οποίος βρίσκεται σε εμπορικό πόλεμο με τον Τραμπ, προσφέρει μια χαρακτηριστική εικόνα των εντάσεων που αναπτύσσονται στο εσωτερικό της Συμμαχίας.
Τρεις υψηλόβαθμοι Καναδοί κυβερνητικοί αξιωματούχοι, οι οποίοι αποχώρησαν πρόσφατα από τις θέσεις τους, δήλωσαν στο Reuters ότι έχουν λάβει αντιφατικά μηνύματα από το Πεντάγωνο σχετικά με τις προσπάθειες του Καναδά να διαφοροποιήσει τις αμυντικές του προμήθειες.
Τον Ιούνιο, ο Καναδάς επέλεξε ένα αυστραλιανής κατασκευής σύστημα αρκτικού ραντάρ, αξίας 1,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων, αντί ενός αμερικανικού ανταγωνιστικού συστήματος. Πρώην υψηλόβαθμος Καναδός αξιωματούχος, ο οποίος συμμετείχε άμεσα στη λήψη της απόφασης, δήλωσε ότι το Πεντάγωνο υποστήριξε την επιλογή, επειδή η αυστραλιανή εταιρεία υποσχέθηκε να παραδώσει το σύστημα αρκετά χρόνια νωρίτερα από την αμερικανική ανταγωνίστριά της.
Αξιωματούχοι του Πενταγώνου έχουν εκφράσει, όμως, ανησυχίες για την πρόσφατη απόφαση του Καναδά να αγοράσει αεροσκάφη έγκαιρης προειδοποίησης από τη Σουηδία, αντί από τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και για το ενδεχόμενο αγοράς ορισμένων σουηδικών μαχητικών Gripen αντί πρόσθετων αμερικανικών F-35.
Οι ενέργειες αυτές έκαναν έναν αξιωματούχο του Πενταγώνου να αμφισβητήσει κατά πόσο ο Καναδάς αποτελεί «αξιόπιστο εταίρο» για την κοινή άμυνα της Βόρειας Αμερικής, όπως είχε μεταδώσει το Reuters.
Σε ανακοίνωσή του, το καναδικό υπουργείο Άμυνας ανέφερε ότι δεν έχει ακόμη αποφασίσει αν θα αγοράσει περισσότερα F-35, πέρα από την πρώτη παρτίδα που αναμένεται να παραδοθεί φέτος, ή αν θα επιλέξει κάποια εναλλακτική λύση.
«Η επανεξέταση του προγράμματος των F-35 βρίσκεται σε εξέλιξη, ενώ συνεχίζονται οι εργασίες για τη διασφάλιση του μέγιστου δυνατού οικονομικού οφέλους για τις καναδικές επιχειρήσεις και τους εργαζομένους», ανέφερε το υπουργείο.
Οι προσπάθειες περιορισμού της εξάρτησης από τα αμερικανικά όπλα μπορεί να έχουν σημαντικές συνέπειες, δήλωσε ο Χάις Τάουινμαν, υπουργός της Ολλανδίας αρμόδιος για τις προμήθειες οπλικών συστημάτων και το προσωπικό έως τον Φεβρουάριο.
Ο ίδιος εκτίμησε ότι το αντιτραμπικό κλίμα στην Ευρώπη θα μπορούσε τελικά να ωθήσει ορισμένες κυβερνήσεις να επανεξετάσουν τη συμμετοχή τους σε μεγάλα αμερικανικά αμυντικά προγράμματα — μια μεταβολή που, σύμφωνα με ειδικούς, θα μπορούσε να κοστίσει δισεκατομμύρια δολάρια στις αμερικανικές επιχειρήσεις.
«Ο κίνδυνος είναι τεράστιος. Στην πραγματικότητα, βρισκόμαστε στα πρόθυρα μιας τέτοιας εξέλιξης», δήλωσε ο Τάουινμαν σε συνέντευξή του.
Η Lockheed Martin, κατασκευάστρια του F-35, δήλωσε στο Reuters ότι διαπιστώνει «ισχυρή ζήτηση από τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ» για το μαχητικό της αεροσκάφος και για άλλα προϊόντα της.
Η Πολωνία και η Φινλανδία πρόκειται να παραλάβουν τα πρώτα τους F-35 φέτος, ενώ θα ακολουθήσουν ο Καναδάς και η Γερμανία, σύμφωνα με έγγραφο του προϋπολογισμού του Πενταγώνου.
Ο Γκοντσάρ, πρεσβευτής της Ρωσίας στο Βέλγιο, υποστήριξε ότι η ρωσική απειλή διογκώνεται, προκειμένου να ενθαρρυνθούν οι Ευρωπαίοι να συνεχίσουν να αγοράζουν ακριβό αμερικανικό στρατιωτικό εξοπλισμό.

Η αποδέσμευση της Ευρώπης από στρατιωτικές δομές δεκαετιών, οι οποίες είναι στενά συνδεδεμένες με τις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί γρήγορα. Η δημιουργία παραγωγικής ικανότητας απαιτεί χρόνια, ενώ η ανάπτυξη των περισσότερων νέων οπλικών συστημάτων χρειάζεται ακόμη περισσότερο χρόνο.
Ωστόσο, πολλοί Ευρωπαίοι, Αμερικανοί και Καναδοί αξιωματούχοι δήλωσαν στο Reuters ότι αντιμετωπίζουν ολοένα περισσότερο την εξάρτηση από την αμερικανική τεχνολογία, τις αλυσίδες εφοδιασμού και την πολιτική ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών ως στρατηγικό κίνδυνο για την Ευρώπη.
«Δεν πιστεύω ότι ένας υπεύθυνος Ευρωπαίος ηγέτης μπορεί να εναποθέτει εξ ολοκλήρου τη μελλοντική ασφάλεια της χώρας του στα χέρια των Ηνωμένων Πολιτειών — κάτι που, βεβαίως, έκαναν οι ευρωπαϊκές χώρες από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου», δήλωσε ο Κρις Τσίβις, ο ανώτερος αξιωματούχος των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών για την Ευρώπη κατά την πρώτη θητεία του Τραμπ.
«Συντελείται, λοιπόν, μια πραγματικά βαθιά αλλαγή στην Ευρώπη».
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν αποτύπωσε το νέο κλίμα στην ετήσια ομιλία της για την Κατάσταση της Ένωσης, την Τετάρτη.
Σε μια ομιλία διάρκειας 70 λεπτών, κατά την οποία δεν αναφέρθηκε ούτε μία φορά στις Ηνωμένες Πολιτείες, η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Ένωσης προειδοποίησε για «ρήγμα στο διεθνές σύστημα που βασίζεται σε κανόνες» και δήλωσε ότι η Ευρώπη «πρέπει επειγόντως να επαναπροσδιορίσει τις εταιρικές της σχέσεις».
Στη συνέχεια, κάλεσε τον Καναδά να γίνει το πρώτο «συνδεδεμένο μέλος» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σηματοδοτώντας στενότερη συνεργασία στους τομείς της άμυνας, του εμπορίου και σε άλλα ζητήματα.
Μετά την ομιλία, ο πρωθυπουργός του Καναδά Μαρκ Κάρνεϊ, ο οποίος την παρακολούθησε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο Στρασβούργο, έγινε δεκτός με παρατεταμένο χειροκρότημα από όρθιους ευρωβουλευτές.
Η ΕΥΡΩΠΗ ΕΞΕΓΕΙΡΕΤΑΙ
Τουλάχιστον δημοσίως, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εξακολουθούν να εκφράζουν εμπιστοσύνη στη Συμμαχία. Οι τέσσερις κυβερνήσεις που απάντησαν στα αιτήματα του Reuters για σχολιασμό —η Πορτογαλία, η Νορβηγία, η Γερμανία και η Ισπανία— δήλωσαν ότι το ΝΑΤΟ παραμένει ενωμένο παρά τις πρόσφατες εντάσεις.
Η Νορβηγία χαρακτήρισε τις Ηνωμένες Πολιτείες «τον σημαντικότερο σύμμαχό μας», ενώ η Πορτογαλία δήλωσε ότι το ΝΑΤΟ είναι αδιανόητο χωρίς αυτές.
Ο εκπρόσωπος του γερμανικού Ομοσπονδιακού Υπουργείου Εξωτερικών ανέφερε ότι οι αμερικανικές εταιρείες εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν «σημαντικό μερίδιο» των γερμανικών στρατιωτικών προμηθειών.
Για να είναι όμως αποτελεσματική η αποτρεπτική ισχύς του ΝΑΤΟ, πολλοί Ευρωπαίοι αξιωματούχοι δηλώνουν κατ’ ιδίαν ότι η Ρωσία και οι υπόλοιποι αντίπαλοι πρέπει να πιστεύουν πως οι Ηνωμένες Πολιτείες θα υπερασπιστούν την Ευρώπη.
Πολλές πρόσφατες δημοσκοπήσεις έχουν δείξει ότι μεγάλο μέρος των Ευρωπαίων αμφιβάλλει αν οι ΗΠΑ θα προσέτρεχαν στην υπεράσπιση της ηπείρου. Παράλληλα, αριθμός-ρεκόρ Ευρωπαίων δηλώνει ότι αντιπαθεί τον Τραμπ και δεν εμπιστεύεται τη χώρα του.
Έρευνα του Pew Research Center τον Ιούλιο διαπίστωσε ότι η Κίνα αντιμετωπίζεται πλέον ευνοϊκότερα από τις Ηνωμένες Πολιτείες στις περισσότερες από τις 36 χώρες που εξετάστηκαν.
Μεταξύ αυτών βρίσκονται εννέα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ: ο Καναδάς, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ελλάδα, η Ιταλία, η Ολλανδία, η Ισπανία, η Σουηδία και η Τουρκία.
«Αυτό είναι πραγματικά ανησυχητικό», δήλωσε σε συνέντευξή της η γερουσιαστής Τζιν Σαχίν, η υψηλότερα ιστάμενη Δημοκρατική στην Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας και συμπρόεδρος της Ομάδας Παρατηρητών του ΝΑΤΟ στη Γερουσία.
«Δεν θεωρούν πλέον τον πρόεδρο Τραμπ αξιόπιστο σύμμαχο».
Σύμφωνα με δώδεκα εν ενεργεία και πρώην αξιωματούχους δυτικών κυβερνήσεων και ενόπλων δυνάμεων, κανένα ζήτημα δεν έχει πλήξει περισσότερο την εμπιστοσύνη από τα σχέδια του Τραμπ για τη Γροιλανδία.
«Αυτές δεν είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες που γνωρίζαμε», δήλωσε η Τζόντι Τόμας, σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του Καναδά από το 2022 έως το 2024.
«Αυτό που κάνουν δεν είναι πλέον εύλογο· δεν είναι πλέον ορθολογικό».

Σε ομιλία του στο Νταβός τον Ιανουάριο, ο Τραμπ απέκλεισε το ενδεχόμενο να θέσει υπό τον έλεγχό του το έδαφος της Δανίας χρησιμοποιώντας στρατιωτική βία. Εξακολουθεί, όμως, να το επιθυμεί.
Ένα φωτομοντάζ που αναρτήθηκε τον Αύγουστο στον λογαριασμό του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τον παρουσίαζε να δεσπόζει πάνω από τα βουνά και τα σπίτια της περιοχής, συνοδευόμενος από τη φράση: «Γεια σου, Γροιλανδία!». ■
Είναι έτοιμο το ΝΑΤΟ να πολεμήσει; Ο πόλεμος στην Ουκρανία γεννά αμφιβολίες στους στρατιωτικούς αναλυτές
Των Dan Flynn, Max Hunder και Olena Harmash
ΚΙΕΒΟ, Ουκρανία — Η πλήρους κλίμακας εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία έχει σκοτώσει εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους. Παράλληλα, έχει λειτουργήσει ως πεδίο δοκιμών για νέα οπλικά συστήματα και έχει αναδείξει ένα δύσκολο ερώτημα για τον Οργανισμό του Βορειοατλαντικού Συμφώνου: Είναι προετοιμασμένη η Συμμαχία για τον επόμενο πόλεμο που ενδέχεται να χρειαστεί να δώσει;
Πέντε Ουκρανοί και Δυτικοί αξιωματούχοι στον τομέα της άμυνας δήλωσαν στο Reuters ότι οι εξελίξεις στο πεδίο της μάχης συντελούνται τόσο γρήγορα, ώστε ορισμένα όπλα και τακτικές του ΝΑΤΟ κινδυνεύουν να καταστούν παρωχημένα.
Ενώ η Ουκρανία —η οποία δεν αποτελεί μέλος της Συμμαχίας— προσαρμόζεται μέσα σε διάστημα εβδομάδων, το ΝΑΤΟ προμηθεύεται και αναπτύσσει οπλικά συστήματα σε βάθος ετών, ορισμένες φορές ακόμη και δεκαετιών.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι συνεχείς επιπλήξεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ προς τους Ευρωπαίους συμμάχους έχουν ωθήσει πολλά κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ να αυξήσουν θεαματικά τις αμυντικές τους δαπάνες.
Το Πεντάγωνο επανεξετάζει αυτή την περίοδο τη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στις ευρωπαϊκές χώρες, τις οποίες ο Τραμπ έχει κατηγορήσει ότι επωφελούνται από την αμερικανική προστασία χωρίς να συνεισφέρουν επαρκώς και ότι αρνούνται να βοηθήσουν στη διεξαγωγή του αντιδημοφιλούς πολέμου του εναντίον του Ιράν.
Ο Ντένις Στίλερμαν, συνιδιοκτήτης και επικεφαλής σχεδιαστής της Fire Point, μιας από τις σημαντικότερες ουκρανικές εταιρείες κατασκευής πυραύλων και drones, δήλωσε στο Reuters ότι τα άρματα μάχης είναι πλέον «άχρηστα», επειδή ένα drone αξίας περίπου 5.000 δολαρίων μπορεί να καταστρέψει ένα από αυτά.
Ωστόσο, η Ευρώπη εξακολουθεί να δαπανά μεγάλα ποσά για άρματα μάχης — τα οποία, σύμφωνα με πολλούς στρατιωτικούς αναλυτές, συνεχίζουν να έχουν καθοριστικό ρόλο στις πολεμικές αναμετρήσεις του μέλλοντος.

Τα φθηνά drones έχουν μεταμορφώσει τον πόλεμο και με άλλους τρόπους. Οι στρατιώτες που συγκεντρώνονται σε ομάδες, όπως και οι μεγάλες φάλαγγες οχημάτων, αποτελούν πλέον πολύ ευκολότερους στόχους.
«Είναι καλοί στην έφοδο εναντίον θέσεων», δήλωσε ο Ολεξάντρ Πιβνένκο, διοικητής της Εθνικής Φρουράς της Ουκρανίας, αναφερόμενος στα στρατεύματα άλλων χωρών με τα οποία εκπαιδεύτηκαν οι μονάδες του πέρυσι.
«Αν όμως υπάρχει ένα drone από πάνω σου και εσύ δεν κοιτάζεις καν ψηλά, τι νομίζεις ότι θα συμβεί στη διμοιρία σου;»
Τον Ιούνιο, το Reuters παρακολούθησε στρατιωτική άσκηση του ΝΑΤΟ κοντά στο Παλντίσκι της Εσθονίας —μιας μικρής χώρας της Βαλτικής που οχυρώνει πλέον τα μήκους περίπου 338 χιλιομέτρων σύνορά της με τη Ρωσία— κατά την οποία αμερικανικά και ευρωπαϊκά στρατεύματα περιέθαλψαν δεκάδες εικονικούς τραυματίες σε νοσοκομεία εκστρατείας.
Η άσκηση πραγματοποιήθηκε, όμως, με την παραδοχή ότι το ΝΑΤΟ θα είχε τον έλεγχο του εναέριου χώρου πάνω από τα νοσοκομεία. Στην εποχή των φθηνών, δυσδιάκριτων drones μεγάλης εμβέλειας, αυτό δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένο.


Αντί να περιορίζονται στην παθητική λήψη εκπαίδευσης και βοήθειας από το ΝΑΤΟ, Ουκρανοί αξιωματούχοι περιέγραψαν έναν ολοένα σημαντικότερο ρόλο της χώρας τους στη μετάδοση προς τη Συμμαχία των διδαγμάτων που έχουν αντληθεί από τον πόλεμο με τη Ρωσία.
Υποστήριξαν, ωστόσο, ότι η στρατιωτική γραφειοκρατία του ΝΑΤΟ δυσκολεύεται να αφομοιώσει αυτά τα διδάγματα. Ουκρανός αξιωματικός, ο οποίος παρακολούθησε στη Ρουμανία εκπαίδευση του ΝΑΤΟ πάνω στις ψυχολογικές επιχειρήσεις, δήλωσε στο Reuters ότι ορισμένα εκπαιδευτικά εγχειρίδια της Συμμαχίας εξακολουθούσαν να βασίζονται σε μελέτες περιπτώσεων από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το ΝΑΤΟ δεν απάντησε σε ερωτήσεις σχετικά με την κριτική των αξιωματούχων για την εκπαίδευση και τη γραφειοκρατία του.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία αποκάλυψε επίσης μια ευάλωτη πλευρά, την οποία αξιωματούχοι του ΝΑΤΟ θεωρούν πολύ δυσκολότερο να αντιμετωπιστεί: την αεράμυνα και την αντιπυραυλική άμυνα.
Οι αδιάκοποι ρωσικοί βομβαρδισμοί εναντίον ουκρανικών πόλεων ανέδειξαν την εξάρτηση της Ευρώπης από προηγμένα αμερικανικά αντιπυραυλικά συστήματα, όπως το Patriot, το οποίο χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στον Πόλεμο του Κόλπου το 1991. Η Ουκρανία αντιμετωπίζει κρίσιμη έλλειψη αναχαιτιστικών πυραύλων Patriot — των πυραύλων που εκτοξεύονται για να καταστρέψουν τις εισερχόμενες απειλές.
Φοβούμενη ότι η εξάρτησή της από τα Patriot μπορεί να εξελιχθεί σε στρατηγική αδυναμία, η Ευρώπη αναπτύσσει εναλλακτικές λύσεις που δεν προέρχονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η Ουκρανία αναμένει την παράδοση του νέου γαλλοϊταλικού συστήματος αεράμυνας SAMP/T-NG, το οποίο έχει σχεδιαστεί για την αναχαίτιση βαλλιστικών πυραύλων. Η Γαλλία έχει δεσμευτεί να επιταχύνει την ανάπτυξή του στην Ουκρανία, ενώ Ευρωπαίοι διπλωμάτες είχαν δηλώσει προηγουμένως στο Reuters ότι η άφιξή του αναμένεται έως την επόμενη άνοιξη.
Σε ανακοίνωσή του, το ουκρανικό υπουργείο Άμυνας ανέφερε ότι οι στρατιώτες της Ουκρανίας και του ΝΑΤΟ έχουν πολλά να διδαχθούν ο ένας από τον άλλον. Χαρακτήρισε τη χρήση drones και ραδιοηλεκτρονικού πολέμου από την Ουκρανία «ασυναγώνιστη παγκοσμίως» και εξήρε τις ευρωπαϊκές προσπάθειες για την αντιμετώπιση των ρωσικών επιθέσεων με drones και πυραύλους.
Τον Ιούλιο, η Ουκρανία και εννέα Ευρωπαίοι σύμμαχοί της συγκρότησαν έναν συνασπισμό αεράμυνας, στα σχέδια του οποίου περιλαμβάνεται η από κοινού ανάπτυξη ενός νέου αντιβαλλιστικού πυραυλικού συστήματος.
Το πρόγραμμα, γνωστό ως Freyja, αποτελεί κοινοπραξία περίπου δώδεκα εταιρειών, με τη Fire Point ως επικεφαλής εταίρο από τον ιδιωτικό τομέα. Στόχος είναι η κατασκευή ενός συστήματος που θα είναι φθηνότερο και θα παράγεται ταχύτερα από το Patriot, ενώ παράλληλα θα διασφαλίζεται ότι τον έλεγχο της παραγωγής του θα έχει η Ευρώπη και όχι οι Ηνωμένες Πολιτείες.
«Αν δαπανάς 20 δισεκατομμύρια δολάρια για το σύστημα αεράμυνάς σου, πρέπει να είσαι ανεξάρτητος σε ό,τι αφορά την ασφάλειά σου», δήλωσε ο Στίλερμαν της Fire Point.
Το ενημερωτικό δελτίο Misinformation Monitor συγκεντρώνει διεθνή αφηγήματα παραπληροφόρησης και περιλαμβάνει σε κάθε έκδοση ένα κουίζ «Αληθινό ή ψεύτικο;». Μπορείτε να εγγραφείτε εδώ.
Ο Andrew R.C. Marshall μετέδωσε από την Κωνστάντζα και το Παλντίσκι· ο John Shiffman και η Humeyra Pamuk από την Ουάσιγκτον· ο Phil Stewart από την Ουάσιγκτον και τις ακτές της Βόρειας Καρολίνας· η Luiza Ilie από την Κωνστάντζα· και η Victoria Waldersee από τη Μαδρίτη.
Πρόσθετο ρεπορτάζ από τον Andrew Gray στις Βρυξέλλες και τον Idrees Ali στην Ουάσιγκτον. Σχεδιασμός: John Emerson. Παραγωγή βίντεο: Diane To και Vanesse Chan. Επιμέλεια: Jason Szep.
Andrew R.C. Marshall
Thomson Reuters
Ο Andrew R.C. Marshall είναι δημοσιογράφος με έδρα το Λονδίνο και εργάζεται στην παγκόσμια ομάδα πολιτικών ερευνών του Reuters. Καλύπτει θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, διαφθοράς, ναρκωτικών, διαδικτυακών καταχρήσεων και πολιτικών αναταραχών.
Έχει τιμηθεί μαζί με συναδέλφους του στο Reuters με τρία Βραβεία Πούλιτζερ Διεθνούς Ρεπορτάζ για έρευνες σχετικά με τον αιματηρό «πόλεμο κατά των ναρκωτικών» στις Φιλιππίνες και τη βίαιη δίωξη των μουσουλμάνων Ροχίνγκια στη Μιανμάρ.
Είναι συν-συγγραφέας του βιβλίου The Cult at the End of the World, το οποίο πραγματεύεται την αίρεση που πραγματοποίησε επίθεση με νευροπαραλυτικό αέριο στο μετρό του Τόκιο, και συγγραφέας του The Trouser People, σχετικά με έναν Σκωτσέζο εξερευνητή που έφερε το ποδόσφαιρο στη Βιρμανία.
John Shiffman
Thomson Reuters
Ο John Shiffman είναι δημοσιογράφος με έδρα την Ουάσιγκτον και εργάζεται στην παγκόσμια ομάδα πολιτικών ερευνών του Reuters.
Μαζί με συναδέλφους του υπήρξε δύο φορές φιναλίστ για το Βραβείο Πούλιτζερ, ενώ έχει τιμηθεί με το Βραβείο Loeb, το Hillman Prize, το βραβείο του Overseas Press Club και το Shadid Award for Ethics.
Τα ρεπορτάζ του συνέβαλαν στην κατάργηση προγραμμάτων κυβερνητικής παρακολούθησης και εταιρικών επιδοτήσεων, ενώ παράλληλα οδήγησαν σε μεταρρυθμίσεις για την υποστήριξη των πιο ευάλωτων μελών της κοινωνίας.
Έχει συνυπογράψει δύο βιβλία που συμπεριλήφθηκαν στον κατάλογο των ευπώλητων τίτλων των New York Times.
Phil Stewart
Thomson Reuters
Ο Phil Stewart έχει πραγματοποιήσει δημοσιογραφικές αποστολές σε περισσότερες από 60 χώρες, μεταξύ των οποίων το Αφγανιστάν, η Ουκρανία, η Συρία, το Ιράκ, το Πακιστάν, η Ρωσία, η Σαουδική Αραβία, η Κίνα και το Νότιο Σουδάν.
Είναι βραβευμένος ανταποκριτής εθνικής ασφάλειας με έδρα την Ουάσιγκτον. Έχει εμφανιστεί στο NPR, στο PBS NewsHour, στο Fox News και σε άλλες εκπομπές, ενώ έχει συντονίσει εκδηλώσεις σχετικές με την εθνική ασφάλεια, μεταξύ άλλων στο Reagan National Defense Forum και στο German Marshall Fund.
Έχει τιμηθεί με το Edwin M. Hood Award for Diplomatic Correspondence και το Joe Galloway Award.
Humeyra Pamuk
Thomson Reuters
Η Humeyra Pamuk είναι ανώτερη ανταποκρίτρια εξωτερικής πολιτικής με έδρα την Ουάσιγκτον. Καλύπτει το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών και ταξιδεύει τακτικά μαζί με τον εκάστοτε υπουργό Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών.
Κατά τη διάρκεια των 20 ετών της στο Reuters έχει υπηρετήσει στο Λονδίνο, στο Ντουμπάι, στο Κάιρο και στην Τουρκία. Έχει καλύψει θέματα που εκτείνονται από την Αραβική Άνοιξη και τον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας έως τις επανειλημμένες τουρκικές εκλογές και την κουρδική εξέγερση στη νοτιοανατολική Τουρκία.
Το 2017 επελέγη για το πρόγραμμα υποτροφιών Knight-Bagehot της Σχολής Δημοσιογραφίας του Πανεπιστημίου Columbia.
Είναι πτυχιούχος Διεθνών Σχέσεων και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στις σπουδές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.


