Δρ. Ηρακλής Γωνιάδης, Οικονομολόγος
Η αποτυχία της Γερμανίας να εκλεγεί ως μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας έναντι της Αυστρίας και της Πορτογαλίας, αποτελεί αφορμή για μια ευρύτερη αξιολόγηση της στάσης και της συμπεριφοράς της στο πλαίσιο της Ε. Ένωσης. Στάση η οποία συνέβαλε στην απομάκρυνση της προοπτικής συγκρότησης μιας Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Κρατών (European Federation of States–EFS) συνεπεία της οποίας η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ), αντί να εξελιχθεί σε μια πολιτική συμπολιτεία, κατέληξε στον σημαντικό περιορισμό ακόμη και αυτών των ωφελειών της οικονομικής αλληλεξάρτησης.
Οφέλη τα οποία ανακύπτουν υπό την προϋπόθεση μιας ισορροπίας μεταξύ αποδοτικότητας απορρέουσας από την ανοιχτή πρόσβαση στις αγορές και τους πόρους, και ανθεκτικότητας ή στρατηγικής αυτονομίας στηριζόμενης στην ποικιλομορφία και την ύπαρξη εναλλακτικών επιλογών και εφεδρειών. Μια τέτοια ισορροπία απαιτεί στρατηγικές διαφοροποιημένων σχέσεων ικανών να διατηρούν τα πλεονεκτήματα της αλληλεξάρτησης, περιορίζοντας, ταυτόχρονα, τους σχετικούς κινδύνους οι οποίοι είναι πιθανόν να κρύβονται στην επιδίωξη μιας αυτάρκειας ως συνέπεια εκφυλισμού της αυτονομίας σε αλαζονεία και της απομόνωσης και άρνησης της πραγματικότητας· ιδιαίτερα στην τρέχουσα υπέρρευστη περίοδο.
Με άλλα λόγια, τα οικονομικά της αλληλεξάρτησης περιγράφουν ένα σύστημα αμοιβαίας εξάρτησης μεταξύ οικονομικών δρώντων (ατόμων, επιχειρήσεων, κρατών ή περιφερειών) στο οποίο οι αποφάσεις και οι επιδόσεις του καθενός επηρεάζουν άμεσα τους υπόλοιπους μέσω του εμπορίου, των κεφαλαιακών ροών, της τεχνολογίας, της εργασίας και της πληροφορίας. Η αλληλεπίδραση αυτή διαμορφώνει μια δομική πραγματικότητα στην οποία το κόστος της αποσύνδεσης καθίσταται ιδιαίτερα υψηλό αναδεικνύοντας, ταυτόχρονα, ότι η ευημερία κάθε κοινωνίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με εκείνη των εταίρων και των γειτόνων της. Υπό την οπτική αυτή, η μεγάλη πρόκληση του μέλλοντος δεν έγκειται στην απομόνωση, αλλά στη δημιουργία ανθεκτικότερων, ευφυέστερων και αμοιβαία επωφελών δικτύων συνεργασίας. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η κινεζική στρατηγική διεθνούς συνεργασίας η οποία επιδιώκει την ενίσχυση των σχέσεων με άλλες χώρες μέσω της χρηματοδότησης έργων υποδομής βελτίωσης της καθημερινότητας των πολιτών τους, επενδύοντας στην εξίσωση «Δίνω + Δίνεις = Παίρνουμε» κατά την οποία η αμοιβαία προσφορά δημιουργεί κοινό όφελος.
Η πολιτική της οικονομικής αλληλεξάρτησης βρίσκεται πλησιέστερα προς την αρχή της κοινωνικής αλληλεγγύης δεδομένου ότι η πρώτη αποτελεί την υλική βάση της συνεργασίας και η δεύτερη τον συνεκτικό δεσμό διασφάλισης της σταθερότητας, της συνοχής και της δίκαιης λειτουργίας του συστήματος. Η μεταξύ τους σύνδεση είναι και λειτουργική και πολιτική καθώς η οικονομική αλληλεξάρτηση προϋποθέτει την ύπαρξη ενός πλέγματος κοινωνικής προστασίας και αλληλεγγύης ικανού να αποτρέπει τις ανισορροπίες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αποσταθεροποίηση ή κατάρρευση του οικονομικού συστήματος, ενώ η κοινωνική αλληλεγγύη εκφράζει την πολιτική και ηθική επιλογή για τον τρόπο κατανομής του συλλογικά παραγόμενου πλούτου.
Όταν, όμως, η οικονομική αλληλεξάρτηση μεταπίπτει σε μια στενά ωφελιμιστική λογική κυριαρχούν η κερδοσκοπία και οι ασύμμετρες σχέσεις ισχύος, όπως υποστήριξαν πολλοί αναλυτές ότι συνέβη κατά τη διαχείριση της «ελληνικής κρίσης χρέους» και την επιβολή των μνημονιακών πολιτικών. Επιπλέον, όταν η αμοιβαία εξάρτηση εκλαμβάνεται από τις εμπλεκόμενες πλευρές ως απειλή και όχι σαν πηγή κοινών ωφελειών, ενισχύονται οι τάσεις προστατευτισμού, οικονομικού απομονωτισμού και εθνικισμού, υπονομεύοντας τόσο την οικονομική συνεργασία όσο και την κοινωνική συνοχή.
Σε ό,τι αφορά στην Ε. Ένωση, η πολιτική της αλληλεξάρτησης και της εξ αυτής απορρέουσας αλληλεγγύης φαίνεται να έχει περιοριστεί λόγω της συχνά επικρατούσας αντίληψης ότι οι πολιτικές οι οποίες εξυπηρετούν τα γερμανικά συμφέροντα ταυτίζονται με το ευρωπαϊκό συμφέρον στο σύνολό του. Η αυξημένη επιρροή της Γερμανίας στη διαδικασία λήψης αποφάσεων έχει οδηγήσει πολλούς αναλυτές να υποστηρίζουν ότι οι ευρωπαϊκές πολιτικές αντανακλούν, σε σημαντικό βαθμό, τις οικονομικές της προτεραιότητες. Κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους της Ευρωζώνης (σημαντικό μέρος του οποίου φορτώθηκε η «πτωχή πλην τίμια Ελλάς»), η έμφαση στη δημοσιονομική πειθαρχία, τη σταθερότητα των τιμών και τις πολιτικές λιτότητας συνέβαλε στην προστασία της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και των συμφερόντων των πλεονασματικών οικονομιών του ευρωπαϊκού πυρήνα με σημαντικό κοινωνικό και οικονομικό κόστος σε χώρες της περιφέρειας (Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα) εντείνοντας τις ανισότητες εντός της Ένωσης.
Παράλληλα, η συμμετοχή της Γερμανίας στη Νομισματική Ένωση της επέτρεψε να επωφεληθεί από ένα κοινό νόμισμα το οποίο, κατά την άποψη πολλών οικονομολόγων, διατήρησε την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών της σε επίπεδα υψηλότερα εκείνων που θα επέτρεπε το γερμανικό μάρκο, συμβάλλοντας στη δημιουργία και διατήρηση μεγάλων εμπορικών πλεονασμάτων και στην περαιτέρω ενίσχυση της βιομηχανικής της βάσης. Αντίστοιχα, οι ευρωπαϊκές πολιτικές για την ενεργειακή μετάβαση, τις μεταφορές και τη βιομηχανική στρατηγική έχουν συχνά επικριθεί ως ευνοϊκές προς το παραγωγικό πρότυπο της γερμανικής οικονομίας, ενώ η ενεργειακή εξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο μέσω του αγωγού Nord Stream θεωρήθηκε από αρκετούς εταίρους ως επιλογή η οποία παρήγαγε ασύμμετρα οφέλη και κινδύνους.
Σήμερα, η συζήτηση μετατοπίζεται στην ευρωπαϊκή αμυντική πολιτική και στα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία ενίσχυσης της αμυντικής βιομηχανίας, όπως το πρόγραμμα SAFE, αναδύοντας το κρίσιμο ερώτημα του κατά πόσον οι πρωτοβουλίες αυτές υπηρετούν μια πραγματικά κοινή ευρωπαϊκή στρατηγική ασφάλειας ή αναπαράγουν υφιστάμενες ανισορροπίες ισχύος και βιομηχανικής ανάπτυξης στο εσωτερικό της Ένωσης. Η απάντηση του ερωτήματος θα επηρεάσει καθοριστικά τη μελλοντική συνοχή και νομιμοποίηση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος καθώς παραμένει ανοικτό το ζήτημα σε ποιο βαθμό οι ευρωπαϊκές κοινωνίες θα ήταν διατεθειμένες να επωμιστούν το κόστος μιας μακροχρόνιας στρατηγικής αντιπαράθεσης με τη Ρωσία (τον νέο «μπαμπούλα» μετά τον covit) εφόσον δεν έχουν προηγουμένως διασφαλισθεί όροι ισότιμης κατανομής των ωφελειών και των βαρών μεταξύ των μελών.
Οι παρεμβάσεις της Γερμανίας στα τεκταινόμενα της ΕΕ δύσκολα μπορούν να θεωρηθούν πλήρως αμερόληπτες μιας και, πρωτίστως, διαμορφώνονται με γνώμονα τις ανάγκες, τις προτεραιότητες και τα συμφέροντα της δικής της οικονομίας και κοινωνίας. Ως ισχυρότερη οικονομία αντιλαμβάνεται συχνά τον ρόλο της μέσα από το πρίσμα της «ηγετικής ευθύνης» και της προστασίας των εθνικών της συμφερόντων. Ενθυμούμενη δε, κατά περίπτωση, ότι η ευημερία της είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη σταθερότητα, την επιτυχία της ενιαίας αγοράς και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, προχωρεί σε κάποιες παραχωρήσεις όπως αυτή του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας μετά την «πανδημία».
Η ενδεχόμενη μετεξέλιξη της Ε. Ένωσης σε μια πλήρως συγκροτημένη Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία, κατά το πρότυπο άλλων ομοσπονδιακών πολιτειών (π.χ., ΗΠΑ), θα ήταν δυνατόν να μεταβάλει ουσιαστικά το υφιστάμενο πλαίσιο ισχύος και λήψης αποφάσεων καθώς η θεσμική ισχύς των ομοσπονδιακών οργάνων θα αντιστάθμιζε την υπέρμετρη επιρροή των οικονομικά ισχυρότερων. Σε ένα τέτοιο θεσμικό περιβάλλον η επιρροή των ισχυρών κρατών-μελών δεν θα εξαφανιζόταν αλλά θα ασκούνταν, κυρίως, μέσω των ομοσπονδιακών θεσμών και των δημοκρατικά νομιμοποιημένων μηχανισμών διακυβέρνησης. Κατά συνέπεια, οι εθνικές προτεραιότητες θα ενσωματώνονταν περισσότερο σε ένα κοινό πολιτικό πλαίσιο περιορίζοντας τις μονομερείς παρεμβάσεις και ενισχύοντας τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και τη συλλογική λήψη αποφάσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Δυστυχώς, η νέα τριανδρία (Μερτς. Μακρόν κα Στάρμερ) δεν προοιωνίζει κάποια καλύτερη εξέλιξη για όλους εμάς τους πληβείους.



Όσο η Γερμανία συστηματικώς χρηματοδοτεί και εξοπλίζει εχθρικά προς την Ελλάδα κράτη, όπως η Τουρκία, τόσο η Ελλάδα πρέπει να επιδιώξει την πλήρη εξοπλιστική και οικονομική της απεξάρτηση από την Γερμανία. Για όσο διάστημα η Γερμανία δρα ανθελληνικά, οι Έλληνες καταναλωτές πρέπει να σταματήσουν να αγοράζουν οτιδήποτε το γερμανικό, από σνίτσελ μέχρι όπλα και αυτοκίνητα. Ντροπή στην ελληνική κυβέρνηση η οποία δέχτηκε να εξυπηρετήσει τα γερμανικά συμφέροντα και υπέγραψε την συμφωνία με τα κράτη της Mercosur. Προφανώς για την φιλογερμανική ελίτ που κυβερνά σήμερα την Ελλάδα, η εθνική ανεξαρτησία και η επιβίωση των Ελλήνων αγροτών έχουν δευτερεύουσα σημασία.
“Οι παρεμβάσεις της Γερμανίας στα τεκταινόμενα της ΕΕ δύσκολα μπορούν να θεωρηθούν πλήρως αμερόληπτες…” μα ούτε και στα εκτός ΕΕ τεκταινόμενα. Είναι συμμαχική ενέργεια ο εξοπλισμός μιας δικτατορίας που απειλεί την ΕΛλάδα; Ή μήπως κάτι τέτοιο θεωρείται κάτι που δεν αφορά τα συμφέροντα της ΕΕ;