του Δημήτρη Τσαϊλά, Υποναυάρχου ε.α.
Η Βορειοατλαντική Συμμαχία εισέρχεται στην πιο κρίσιμη περίοδο στρατηγικής προσαρμογής μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες θα εξακολουθήσουν να αποτελούν τον αναντικατάστατο πυλώνα της αποτροπής, η Ευρώπη καλείται να αναλάβει πολύ μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για την άμυνα και την ασφάλειά της. Διαμορφώνεται σταδιακά ένας ισχυρότερος ευρωπαϊκός πυλώνας του ΝΑΤΟ.
Αυτό όμως δημιουργεί ένα θεμελιώδες ερώτημα. Μπορεί μια Συμμαχία να απαιτεί μεγαλύτερη συνοχή από τα μέλη της, ενώ ταυτόχρονα ανέχεται συμπεριφορές που υπονομεύουν τη συνοχή αυτή;
Η Τουρκία διεκδικεί αναμφίβολα κεντρικό ρόλο στη νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας. Η γεωγραφική της θέση, οι ισχυρές ένοπλες δυνάμεις, η αναπτυσσόμενη αμυντική της βιομηχανία και η επιρροή της στη Μαύρη Θάλασσα, στον Καύκασο, στη Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο την καθιστούν σημαντικό παράγοντα για τη Συμμαχία.
Όμως η γεωπολιτική αξία δεν μπορεί να μετατρέπεται σε πολιτική ασυλία.
Καμία χώρα, όσο σημαντική κι αν είναι, δεν μπορεί να διεκδικεί ηγετικό ρόλο σε μια αμυντική συμμαχία και ταυτόχρονα να διατηρεί απειλές χρήσης βίας εναντίον άλλου συμμάχου, να αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα και να επιχειρεί τη θεσμική κατοχύρωση αναθεωρητικών αντιλήψεων. Εάν αυτό γίνει αποδεκτό ως «νέα κανονικότητα», τότε το πρόβλημα δεν θα αφορά μόνο την Ελλάδα ή την Τουρκία. Θα αφορά την ίδια την αξιοπιστία του ΝΑΤΟ.
Οι ισχυρές συμμαχίες δεν οικοδομούνται μόνο πάνω στη στρατιωτική ισχύ. Οικοδομούνται πάνω στην εμπιστοσύνη, στην προβλεψιμότητα και στον σεβασμό κοινών κανόνων. Όταν αυτοί οι κανόνες εφαρμόζονται επιλεκτικά, η αποτροπή αποδυναμώνεται και η συνοχή μετατρέπεται σε πολιτικό σύνθημα χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το πραγματικό δίλημμα της Συμμαχίας. Το νέο, περισσότερο ευρωπαϊκό ΝΑΤΟ δεν μπορεί να εξελιχθεί σε μια συμμαχία δύο μέτρων και δύο σταθμών. Δεν μπορεί να απαιτεί από τα κράτη-μέλη να αυξάνουν τις αμυντικές τους δαπάνες, να ενισχύουν την αποτρεπτική τους ικανότητα και να επιδεικνύουν αλληλεγγύη, ενώ ταυτόχρονα να αποδέχεται τη δημιουργία θεσμικών τετελεσμένων που θίγουν την κυριαρχία άλλων συμμάχων.
Υπό αυτό το πρίσμα ανακύπτει και το ζήτημα της ελληνικής στάσης.
Το δικαίωμα αρνησικυρίας δεν αποτελεί εργαλείο εκβιασμού ούτε πράξη αντισυμμαχικής συμπεριφοράς. Είναι θεσμικό δικαίωμα που υπάρχει ακριβώς για να αποτρέπει αποφάσεις οι οποίες θίγουν ζωτικά συμφέροντα κρατών-μελών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η μη άσκησή του μπορεί να αποδειχθεί στρατηγικά επιζήμια.
Κατά την άποψή μου, ένα ελληνικό βέτο θα ήταν απολύτως δικαιολογημένο εφόσον συντρέχουν τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις.
Πρώτον, εάν το υπό διαμόρφωση νατοϊκό κείμενο ή οι αποφάσεις της επικείμενης Συνόδου στην Άγκυρα δημιουργούν θεσμικό προηγούμενο που ενσωματώνει, άμεσα ή έμμεσα, τουρκικές ερμηνείες για το Αιγαίο ή την Ανατολική Μεσόγειο. Τότε το κόστος της σιωπής θα είναι μεγαλύτερο από το κόστος της αντίδρασης.
Δεύτερον, εφόσον έχουν εξαντληθεί όλα τα μέσα της διπλωματίας: οι διαβουλεύσεις, οι συμμαχικές παρεμβάσεις, η νομική τεκμηρίωση και η πολιτική διαπραγμάτευση. Το βέτο δεν μπορεί να αποτελεί την πρώτη επιλογή. Μπορεί όμως να αποτελέσει την τελευταία γραμμή άμυνας.
Τρίτον, εφόσον υπάρχει ολοκληρωμένος σχεδιασμός για τη διαχείριση των συνεπειών του. Η Ελλάδα οφείλει να έχει εξηγήσει στους συμμάχους της ότι δεν εμποδίζει τη λειτουργία της Συμμαχίας· αντιθέτως, υπερασπίζεται τις ίδιες τις αρχές που συγκροτούν το ΝΑΤΟ: τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου, την κυριαρχική ισότητα των κρατών και την αποφυγή θεσμικής νομιμοποίησης αναθεωρητικών τετελεσμένων.
Εάν αυτές οι προϋποθέσεις πληρούνται, τότε το ερώτημα δεν είναι γιατί η Ελλάδα θα ασκήσει βέτο. Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί δεν θα το ασκήσει.
Διότι το βέτο, σε αυτή την περίπτωση, δεν θα αποτελεί πράξη αποστασιοποίησης από τη Συμμαχία. Θα αποτελεί πράξη υπεράσπισης της θεσμικής της αξιοπιστίας.
Το ΝΑΤΟ δεν κινδυνεύει όταν ένα κράτος-μέλος υπερασπίζεται τις αρχές του. Κινδυνεύει όταν οι αρχές αυτές γίνονται αντικείμενο πολιτικών εκπτώσεων.
Η νέα ευρωπαϊκή διάσταση της Συμμαχίας δεν θα κριθεί μόνο από το ύψος των αμυντικών δαπανών ή τον αριθμό των ταξιαρχιών που θα διαθέτουν τα κράτη-μέλη. Θα κριθεί από το εάν θα έχει το πολιτικό θάρρος να εφαρμόζει τους ίδιους κανόνες σε όλους.
Διαφορετικά, το ΝΑΤΟ κινδυνεύει να αποκτήσει ισχυρότερες στρατιωτικές δυνατότητες, αλλά ασθενέστερη στρατηγική αξιοπιστία. Και αυτό θα αποτελούσε τη μεγαλύτερη νίκη κάθε αναθεωρητικής δύναμης, χωρίς να χρειαστεί να πέσει ούτε ένας πυροβολισμός.
Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού. Δίδαξε επί σειρά ετών Επιχειρησιακή Σχεδίαση, Στρατηγική και Ασφάλεια στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security (INIS), του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).



Δεν νομίζω να αμφιβάλλει κανείς -και ούτε ο κ. αρθρογράφος- ότι με τα τρία ΕΑΝ -που αναφέρει ότι πρέπει να συνυπάρξουν για να τεθεί ΒΕΤΟ από τον κ. Πρωθυπουργό -ότι αν συνυπάρξουν ,δεν θα τεθεί το ΒΕΤΟ και στην Άγκυρα μάλιστα-
Μόνο που σε Υπερεθνικούς Οργανισμός (εδώ το ΝΑΤΟ) όλοι όσοι πιέζουν για αποδοχή των απαιτήσεων τους ”δεν σε στριμώχνουν σαν την γάτα στη γωνία” ,ειδικά αν τους προειδοποιήσεις ότι για ένα συγκεκριμένο θέμα ”θα αναποδογυρίσεις το τραπέζι” και δεν θα υπογράψεις .
Το είδαμε στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι τον Απρίλιο του 2008 , όταν ο τότε πρωθυπουργός μας κ. Κώστας Καραμανλής ( ο τέτοιος , ο πάντοιος της Ραφήνας) ”έδιωξε” από την εξώπορτα της εισόδου στο ΝΑΤΟ τον Σκοπιανό Πρόεδρο κ. Γκρουέφσκι.
Ας απαριθμήσουμε σοβαρές εθνικές περιπτώσεις που θα μπορούσαν οι αρμόδιοι να θέσουν ΒΕΤΟ στο ΝΑΤΟ και δεν έθεσαν.
1- Το 1983 για μη ανακήρυξη από την Τουρκία του ψευδοκράτους της Βόρειας Κύπρου.
2.-Το 1991 για μη αναγνώριση της Κροατίας και της Σλοβενίας προτού ”βγει” η λέξη Μακεδονία από την μέχρι τότε Ομόσπονδη Δημοκρατία της Μακεδονίας της τέως Γιουγκοσλαβίας και ουδέποτε να χρησιμοποιηθεί σε μελλοντική ονομασία της ,αν ανεξαρτητοποιηθεί .
3.- Προ της υπογραφής της επονείδιστης Συμφωνίας των Πρεσπών στις 18 Ιουνίου του 2015 ,με αίτημα την άρση του casuς belli από την Τουρκία . Φυσικά οι κ.κ. Τσίπρας και Καμμένος απαντούν ότι αν αυτό γινόταν δεν θα βγαίναμε από το 3ο -δικό τους- Μνημόνιο.
ΝΑ ΤΟΥΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΣΟΥΜΕ και για την υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών και για την μη άσκηση ΒΕΤΟ ;;;.
Ας απαντήσουν ,πρώτοι, όσοι θέλουν -εδώ και τώρα-όλα τα ΒΕΤΟ από την Ν.Δ και τον κ. Μητσοτάκη.