ΓΙΑ ΜΙΑ ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ

Οι «Ανιχνεύσεις» μετέφρασαν και δημοσίευσαν ΕΔΩ από το «The Paris Review» το άρθρο της Rhoda Feng, «Ανάμεσα στις Αντιγόνες», ένα κείμενο που καταγράφει πώς μια σειρά σύγχρονων παραστάσεων στη Νέα Υόρκη επιστρέφουν στη σοφόκλεια ηρωίδα για να μιλήσουν για τις αγωνίες του παρόντος. Η βασική διαπίστωση της Feng είναι ότι δεν υπάρχει πια μία Αντιγόνη, αλλά πολλές: άλλες πιο πολιτικές, άλλες πιο ψυχολογικές, άλλες πιο φεμινιστικές, άλλες βυθισμένες στη θεωρία.

Επιγραμματικά, κάθε παράσταση μετακινεί το κέντρο βάρους του μύθου. Στον Οιδίποδα του Robert Icke, η Αντιγόνη εμφανίζεται ως παιδί μιας διαλυμένης και καταραμένης οικογένειας, άρα το βάρος πέφτει στην κληρονομιά της τραγωδίας. Στην Antigone (This Play I Read in High School) της Anna Ziegler, η σύγκρουση μεταφέρεται από το καθήκον προς τον νεκρό αδελφό στο δικαίωμα της γυναίκας πάνω στο σώμα της και στην αναπαραγωγική αυτονομία. Στο The Other Place του Alexander Zeldin, η αναφορά στην Αντιγόνη γίνεται αφορμή για ένα σκοτεινό έργο πάνω στο πένθος, την οικογενειακή βία και την ψυχική διάλυση. Και στο Antigone in Analysis της Barbara Barclay, η ηρωίδα μετατρέπεται σε πεδίο φιλοσοφικής και ψυχαναλυτικής σύγκρουσης, σχεδόν σε σύμβολο που όλοι διεκδικούν ερμηνευτικά.

Εστιάζουμε στην περίπτωση που ξεχωρίζει πολιτικά, στην  διασκευή του Alex Pepperman πάνω στον Jean Anouilh. Εκεί η Αντιγόνη τοποθετείται σε μια δυστοπική Αμερική του 2030, όπου το «νεοφασιστικό Regime 47» έχει ήδη εισέλθει στην «Τρίτη Θητεία» του και ο «47ος Πρόεδρος» χαιρετίζεται πλέον ως «Ανώτατος Ηγέτης». Δεν πρόκειται για μια απλή, αφηρημένη αναφορά στον αυταρχισμό. Η σκηνοθετική σημείωση παραπέμπει ευθέως σε μια ανάγνωση της αμερικανικής πραγματικότητας μέσα από το πρίσμα του τραμπισμού.

Η παράσταση του Pepperman επιτρέπει μια ανάγνωση σύμφωνα με την οποία ο τραμπισμός δεν παρουσιάζεται ως ένα τυχαίο επεισόδιο που ήρθε και θα περάσει, αλλά ως πιθανή μορφή παγίωσης μιας νέας αυταρχικής κανονικότητας. Με άλλα λόγια, ως τάση διακυβέρνησης που δεν αρκείται στην εκλογική νίκη, αλλά επιδιώκει διάρκεια, προσωπολατρία, αποδυνάμωση θεσμικών αντιβάρων και μετατροπή της εξαίρεσης σε καθεστώς. Έχουμε ένα νεοφασιστικό φαινόμενο και μια αυταρχική τάση διακυβέρνησης; Απλώς θέτουμε το ερώτημα.

Πάμε, τώρα, σε έναν άλλο χώρο που μας έκανε εντύπωση.

  Στο βιβλίο του «Life 3.0» που έγινε best seller και ειδικά στο Κεφάλαιο 5, στην ενότητα “Egalitarian Utopia”, o Max Tegmark σκιαγραφεί ένα μέλλον που παραπέμπει καθαρά σε έναν μετακαπιταλιστικό, σοσιαλιστικό ή και κοινοκτημονικό ορίζοντα. Δεν το παρουσιάζει ως προσωπική προφητεία, αλλά ως υποθετικό σενάριο, βασισμένο στο “Manna” του Marshall Brain. Παρ’ όλα αυτά, ο τρόπος με τον οποίο το αναπτύσσει είναι αποκαλυπτικός: πρόκειται για μια κοινωνία που ο ίδιος ονομάζει «την οικονομική αντίθεση της ελευθεριακής ουτοπίας», μια κοινωνία όπου άνθρωποι, cyborgs και uploads συνυπάρχουν όχι χάρη στα δικαιώματα ιδιοκτησίας, αλλά χάρη στην κατάργηση της ιδιοκτησίας και στο εγγυημένο εισόδημα.

Η λογική που τον οδηγεί σε αυτή την κατεύθυνση είναι κατά βάση υλική. Αν η τεχνητή νοημοσύνη, η προηγμένη ρομποτική και η αυτοματοποίηση μπορούν να παράγουν σχεδόν τα πάντα με αμελητέο κόστος, τότε η σπανιότητα παύει να αποτελεί τον θεμελιώδη άξονα της οικονομίας. Όταν η προσφορά γίνεται ουσιαστικά απεριόριστη, η τιμή τείνει να μηδενιστεί. Σ’ αυτό το πλαίσιο, τα αγαθά — υλικά και άυλα — παύουν να οργανώνονται γύρω από τη λογική της αποκλειστικής κατοχής. Τα σχέδια, η γνώση, το λογισμικό, ακόμη και τα υλικά προϊόντα παρουσιάζονται ως ελεύθερα αντιγράψιμα ή αναπαραγώγιμα, με την ενέργεια να γίνεται σχεδόν δωρεάν και τα ρομπότ να μπορούν να αναδιατάσσουν την ύλη κατά βούληση. Έτσι, η οικονομία μετατοπίζεται από την ατομική ιδιοκτησία προς την καθολική πρόσβαση.

Αυτή η σκέψη έχει ήδη προετοιμαστεί νωρίτερα στο βιβλίο. Ο Tegmark σημειώνει ότι, αν οι μηχανές μπορούν κάποτε να παράγουν όλα τα αγαθά και τις υπηρεσίες με ελάχιστο κόστος, τότε υπάρχει πλούτος αρκετός ώστε να βελτιωθεί η ζωή όλων. Από εκεί και πέρα, το βασικό ερώτημα δεν είναι πια πώς θα αυξηθεί η παραγωγή, αλλά πώς θα γίνει το μοίρασμα του πλούτου — μέσω βασικού εισοδήματος, δωρεάν υπηρεσιών ή άλλων μορφών κοινωνικής διανομής.

Με άλλα λόγια, η τεχνολογική αφθονία μετατρέπει το οικονομικό ζήτημα σε πολιτικό και διανεμητικό.

Υπάρχει, όμως, και ένα δεύτερο, πιο φιλοσοφικό νήμα στο επιχείρημά του. Η «Εξισωτική Ουτοπία» προβάλλεται ως αντίβαρο στο προηγούμενο σενάριο του “Benevolent Dictator”, όπου μια υπερνοήμων AI φροντίζει για τα πάντα, περιορίζει τη δυστυχία και προσφέρει άνεση, αλλά στερεί από τους ανθρώπους την πραγματική αυτονομία και το αίσθημα νοήματος. Εκεί ο άνθρωπος απολαμβάνει, αλλά δεν αυτοκυβερνάται. Αντίθετα, στην «Egalitarian Utopia» οι άνθρωποι παραμένουν «κύριοι της μοίρας τους». Άρα η στροφή προς μια πιο ισότιμη και κοινόχρηστη κοινωνική οργάνωση δεν προκύπτει μόνο από την οικονομία της αφθονίας, αλλά και από την ανάγκη να διασωθεί η ανθρώπινη αυτοκυβέρνηση απέναντι σε έναν κόσμο που αλλιώς θα μπορούσε να καταλήξει σε μια άνετη αλλά άδεια επιτήρηση.

Σημαντικό είναι και το επιχείρημα για τη δημιουργικότητα. Ο Tegmark, ακολουθώντας τον Marshall Brain, δεν θεωρεί ότι οι άνθρωποι δημιουργούν μόνο όταν παρακινούνται από το κέρδος. Αντίθετα, υποστηρίζει ότι η περιέργεια, η ανάγκη έκφρασης και η αναγνώριση από τους άλλους αποτελούν εξίσου ισχυρά κίνητρα για την επιστήμη, την τέχνη και την εφευρετικότητα.

Αν, λοιπόν, η εργασία πάψει να είναι αναγκαία μόνο και μόνο για την επιβίωση, τότε ο χρόνος των ανθρώπων δεν αδειάζει από περιεχόμενο· απελευθερώνεται για πιο δημιουργικές, ελεύθερες και ουσιαστικές δραστηριότητες. Η κοινωνία που περιγράφεται δεν στηρίζεται στην ιδέα της αδράνειας, αλλά στην υπόθεση ότι η απελευθέρωση από τον οικονομικό καταναγκασμό μπορεί να ενισχύσει τις ανώτερες δυνατότητες του ανθρώπου.

Γι’ αυτό και το ακριβέστερο συμπέρασμα δεν είναι ότι ο Tegmark «κηρύσσει» τον σοσιαλισμό. Είναι, μάλλον, ότι όταν εξετάζει με συνέπεια τις συνέπειες ενός κόσμου όπου η AI μειώνει δραστικά το κόστος παραγωγής, περιορίζει τη σπανιότητα και αποσυνδέει την επιβίωση από την ανθρώπινη εργασία, τότε ένα είδος μετακαπιταλιστικής, σοσιαλιστικής ή κοινοκτημονικής οργάνωσης αναδύεται ως πολύ φυσικό σενάριο. Όχι επειδή ο συγγραφέας κάνει κομματική υπεράσπιση κάποιας ιδεολογίας, αλλά επειδή η ίδια η υλική περιγραφή του τεχνολογικού μέλλοντος — αφθονία, αυτοματοποίηση, μηδενικό οριακό κόστος, βασικό εισόδημα, ελεύθερη διάδοση της γνώσης — ωθεί τη σκέψη του προς αυτή την κατεύθυνση. Αυτοί οι προβληματισμοί, βασισμένοι σε υπαρκτά σενάρια για το όχι μακρινό μέλλον, μπορούν να αποτελέσουν τα πρώτα στοιχεία μιας νέας ιδεολογίας και μιας νέας πολιτικής πρότασης.

spot_img

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
50,700ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα