Η κινητοποίηση της 17ης Οκτωβρίου ένωσε φοιτητές, μαθητές, εργαζόμενους, συνταξιούχους και τα «κίτρινα γιλέκα» γύρω από την ακρίβεια και την υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών. Όμως, τα επεισόδια και οι εικόνες καταστροφής απείλησαν να επισκιάσουν τα αιτήματά τους — και έγιναν αμέσως πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης.
Η Γαλλία έζησε μια από τις μεγαλύτερες ημέρες διαμαρτυρίας των τελευταίων ετών. Το υπουργείο Εσωτερικών υπολόγισε τους συμμετέχοντες σε 550.000, ενώ οι διοργανωτές και η συνδικαλιστική συνομοσπονδία CGT έκαναν λόγο για 800.000 ανθρώπους σε περίπου 110 πορείες. Η διαφορά στους αριθμούς είναι μεγάλη, αλλά και οι δύο εκτιμήσεις καταγράφουν μαζική κινητοποίηση σε ολόκληρη τη χώρα.
Η κινητοποίηση δεν ξεκίνησε ως ένα ενιαίο, κεντρικά οργανωμένο κίνημα. Οι μαθητικές διαμαρτυρίες που άρχισαν στα μέσα Σεπτεμβρίου —με αιτήματα για περισσότερους εκπαιδευτικούς και καλύτερες σχολικές συνθήκες— ενώθηκαν με την οργή για τις τιμές των καυσίμων, της ενέργειας και των τροφίμων, τους χαμηλούς μισθούς και την υποχώρηση των δημόσιων υπηρεσιών. Η CGT στήριξε τις κινητοποιήσεις ζητώντας υψηλότερους μισθούς και συντάξεις, χαμηλότερες τιμές και προστασία των υπηρεσιών που χρειάζεται ο κόσμος. Η επιστροφή των «κίτρινων γιλέκων» έδωσε στη μέρα έναν γνώριμο συμβολισμό, χωρίς να σημαίνει ότι όλοι οι διαδηλωτές ανήκαν στο ίδιο κίνημα ή είχαν ακριβώς τα ίδια αιτήματα.
Αυτή η κοινωνική δυσαρέσκεια συναντά μια κυβέρνηση που ετοιμάζει προϋπολογισμό λιτότητας. Ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί έχει ανακοινώσει σχέδιο εξοικονόμησης 54 δισ. ευρώ για το 2027, με στόχο τον περιορισμό του ελλείμματος. Για τους πολίτες, όμως, η δημοσιονομική πειθαρχία δεν είναι αφηρημένος αριθμός: συνδέεται με το αν επαρκούν τα σχολεία, αν αντέχει το εισόδημα ως το τέλος του μήνα και ποιος θα σηκώσει το κόστος των περικοπών.
Οι περισσότερες πορείες ήταν ειρηνικές, αλλά σε αρκετές πόλεις ξέσπασαν σοβαρά επεισόδια. Στο Παρίσι σημειώθηκαν συγκρούσεις, πυρπολήσεις κάδων και λεηλασίες καταστημάτων. Στη Λιμόζ, η πυρκαγιά προκάλεσε εκτεταμένες ζημιές στο δημαρχείο. Στη Μασσαλία διαδηλωτές εισέβαλαν για λίγο στο δημαρχείο, ενώ στη Λυών πυρπολήθηκε εγκατάσταση τουριστικών υπηρεσιών. Η εικόνα δεν ήταν ίδια παντού: μαζικές πορείες και μικρότερες, κινητές ομάδες που συγκρούστηκαν με την αστυνομία συνυπήρχαν στους δρόμους.
Ο απολογισμός των προσαγωγών μεταβλήθηκε μέσα στη νύχτα: οι πρώτες αναφορές έκαναν λόγο για περίπου 400, ενώ αργότερα ο Λεκορνί ανακοίνωσε προσωρινά 1.200 προσαγωγές και 150 τραυματίες αστυνομικούς και χωροφύλακες. Στο Σεντ-Ετιέν, ένας 17χρονος διαδηλωτής έχασε το χέρι του· οι αρχές ξεκίνησαν έρευνα, ενώ τα δημοσιεύματα συνέδεσαν τον τραυματισμό με αστυνομική χειροβομβίδα. Το περιστατικό ξαναφέρνει στο προσκήνιο το ερώτημα της αναλογικότητας στη χρήση μέσων καταστολής, ιδίως μετά τους τραυματισμούς μαθητών σε προηγούμενες κινητοποιήσεις.
Η πολιτική σύγκρουση ξέσπασε σχεδόν ταυτόχρονα με τα επεισόδια. Ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν καταδίκασε τις επιθέσεις και υποσχέθηκε διώξεις. Ο Λεκορνί απέδωσε τη βία σε ομάδες της «άκρας Αριστεράς» και κάλεσε τον επικεφαλής της Ανυπότακτης Γαλλίας, Ζαν-Λικ Μελανσόν, να «διαλέξει πλευρά». Ο Μελανσόν απέρριψε τις λεηλασίες, αλλά κατηγόρησε την κυβέρνηση και την αστυνομική διαχείριση ότι συνέβαλαν στην κλιμάκωση. Άλλοι αριστεροί πολιτικοί ζήτησαν αλλαγή της αστυνομικής τακτικής και αποκλιμάκωση. Παράλληλα, η Εθνική Συσπείρωση της Μαρίν Λεπέν υποστήριξε ότι η Αριστερά «οικειοποιήθηκε» τα κοινωνικά αιτήματα και αξιοποίησε τις εικόνες χάους στην προεκλογική της ρητορική. Οι προεδρικές εκλογές του 2027 πλησιάζουν, οπότε η μάχη για το ποιος θα χρεωθεί τη βία —και ποιος θα εμφανιστεί ως υπερασπιστής της τάξης— έχει ήδη αρχίσει.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η κυβέρνηση θα ακούσει τα αιτήματα που έβγαλαν εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους στον δρόμο ή αν η συζήτηση θα περιοριστεί στην αστυνόμευση και στην καταδίκη των ταραχών. Οι λεηλασίες δεν συνιστούν κοινωνική πολιτική και δεν δικαιώνουν τη βία. Αλλά όταν οι εικόνες τους καταπίνουν τη συζήτηση για την ακρίβεια, τους μισθούς και τα σχολεία, οι υπεύθυνοι για τις καταστροφές δεν είναι οι μόνοι που κερδίζουν: κερδίζουν και όσοι προτιμούν να μη συζητηθούν οι αιτίες της οργής.


