Από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στη σύγχρονη Τουρκία

Εκσυγχρονισμός, εθνικισμός, στρατός και δημοκρατία στην ιστορική σύνθεση του Έρικ Γιαν Ζούρχερ

Το βιβλίο Turkey: A Modern History του ιστορικού Έρικ Γιαν Ζούρχερ αποτελεί μια συνολική μελέτη της μετάβασης από την ύστερη Οθωμανική Αυτοκρατορία στη σύγχρονη Τουρκική Δημοκρατία. Η αφήγηση αρχίζει στα τέλη του 18ου αιώνα και φτάνει μέχρι τις εκλογές του 2002, όταν η άνοδος του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης άνοιξε μια νέα εποχή στην τουρκική πολιτική.

Η βασική συμβολή του βιβλίου βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο αμφισβητεί την καθιερωμένη αντίληψη ότι η Τουρκική Δημοκρατία του Μουσταφά Κεμάλ υπήρξε μια σχεδόν απόλυτη ρήξη με το οθωμανικό παρελθόν. Ο Ζούρχερ δεν αρνείται τη σημασία της ίδρυσης της Δημοκρατίας και των κεμαλικών μεταρρυθμίσεων.

Υποστηρίζει, όμως, ότι πολλές από τις ιδέες, τις διοικητικές δομές, τα πολιτικά στελέχη και τις μεθόδους εξουσίας του νέου καθεστώτος είχαν διαμορφωθεί ήδη κατά τον 19ο αιώνα και κυρίως την περίοδο των Νεοτούρκων.

Η σύγχρονη Τουρκία παρουσιάζεται έτσι όχι ως δημιούργημα μιας μοναδικής επανάστασης, αλλά ως αποτέλεσμα μιας μακράς και συχνά βίαιης διαδικασίας συγκεντρωτισμού, εκδυτικισμού, εθνικής ομογενοποίησης και κρατικής οικοδόμησης.

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία μπροστά στην ευρωπαϊκή υπεροχή

Στα τέλη του 18ου αιώνα η Οθωμανική Αυτοκρατορία παρέμενε ένα τεράστιο, πολυεθνικό και πολυθρησκευτικό κράτος. Η εξουσία του σουλτάνου δεν λειτουργούσε μέσα από έναν σύγχρονο, ομοιογενή διοικητικό μηχανισμό. Το κέντρο βασιζόταν σε σύνθετες σχέσεις με επαρχιακούς αξιωματούχους, τοπικούς προκρίτους, στρατιωτικά σώματα, θρησκευτικές κοινότητες και φοροεισπρακτικούς μηχανισμούς.

Η αυτοκρατορία άρχισε να αντιμετωπίζει όλο και εντονότερα τη στρατιωτική, οικονομική και τεχνολογική υπεροχή της Ευρώπης. Οι ήττες από τη Ρωσία και την Αυστρία, η απώλεια εδαφών και η δυσκολία ελέγχου των επαρχιών έπεισαν ένα τμήμα της οθωμανικής ηγεσίας ότι το κράτος έπρεπε να αλλάξει.

Οι πρώτες μεταρρυθμίσεις δεν γεννήθηκαν από μια αφηρημένη επιθυμία εκδυτικισμού. Ήταν πρωτίστως προσπάθειες επιβίωσης της αυτοκρατορίας. Το κράτος χρειαζόταν αποτελεσματικότερο στρατό, σταθερότερα φορολογικά έσοδα, κεντρικότερη διοίκηση και στελέχη εκπαιδευμένα στις νέες επιστήμες και τεχνικές.

Η Επανάσταση των Νεοτούρκων το 1908. Η επαναφορά του Συντάγματος δημιούργησε προσδοκίες εκδημοκρατισμού, αλλά άνοιξε και τον δρόμο για έναν περισσότερο συγκεντρωτικό εθνικισμό.

Ο Σελίμ Γ΄ και η «Νέα Τάξη»

Ο σουλτάνος Σελίμ Γ΄ επιχείρησε να δημιουργήσει έναν στρατό ευρωπαϊκού τύπου, γνωστό ως Νιζάμ-ι Τζεντίντ, δηλαδή «Νέα Τάξη». Για να χρηματοδοτήσει το εγχείρημα, δημιούργησε νέους οικονομικούς μηχανισμούς και προσπάθησε να περιορίσει τα συμφέροντα παραδοσιακών στρατιωτικών και διοικητικών ομάδων.

Η μεταρρυθμιστική προσπάθεια συνάντησε ισχυρές αντιστάσεις. Οι γενίτσαροι, θρησκευτικοί κύκλοι και άλλες ομάδες που αισθάνονταν ότι απειλούνται κινητοποιήθηκαν εναντίον της. Ο Σελίμ ανατράπηκε το 1807 και δολοφονήθηκε έναν χρόνο αργότερα.

Η αποτυχία του ανέδειξε ένα πρόβλημα που θα επανεμφανιζόταν σε όλη τη νεότερη τουρκική ιστορία: κάθε προσπάθεια εκσυγχρονισμού δημιουργούσε νέες κοινωνικές δυνάμεις, αλλά ταυτόχρονα απειλούσε παλαιά προνόμια. Ο εκσυγχρονισμός, επομένως, δεν ήταν ουδέτερη τεχνική διαδικασία. Ήταν σύγκρουση για την κατανομή της εξουσίας.

Ο Μαχμούτ Β΄ και η ενίσχυση του κεντρικού κράτους

Ο Μαχμούτ Β΄ κατάφερε να προχωρήσει πολύ περισσότερο. Αρχικά αναγκάστηκε να συμβιβαστεί με ισχυρούς τοπικούς παράγοντες, αλλά σταδιακά ενίσχυσε την κεντρική διοίκηση και περιόρισε την αυτονομία των επαρχιακών δυνάμεων.

Το 1826 διέλυσε βίαια το σώμα των γενιτσάρων, απομακρύνοντας ένα από τα σοβαρότερα εμπόδια στη δημιουργία σύγχρονου στρατού. Παράλληλα, ανέπτυξε υπουργεία, νέα εκπαιδευτικά ιδρύματα, απογραφικούς μηχανισμούς, ταχυδρομικές υπηρεσίες και μια νέα γραφειοκρατική ελίτ.

Η σημασία αυτών των αλλαγών υπερβαίνει την εποχή τους. Ο Μαχμούτ έθεσε τις βάσεις ενός κράτους που επιδίωκε να γνωρίζει, να καταγράφει και να ελέγχει αποτελεσματικότερα τον πληθυσμό και την επικράτειά του. Η τάση προς τον συγκεντρωτισμό έγινε μόνιμο χαρακτηριστικό τόσο της ύστερης αυτοκρατορίας όσο και της μελλοντικής Τουρκικής Δημοκρατίας.

Οι μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ

Η περίοδος του Τανζιμάτ, από το 1839 έως το 1871, αποτέλεσε συστηματικότερη προσπάθεια αναδιοργάνωσης της αυτοκρατορίας. Οι μεταρρυθμιστές επιχείρησαν να δημιουργήσουν σύγχρονο διοικητικό, νομικό, εκπαιδευτικό και φορολογικό σύστημα.

Με τα αυτοκρατορικά διατάγματα του 1839 και του 1856 διακηρύχθηκαν η ασφάλεια της ζωής, της τιμής και της περιουσίας των υπηκόων, η τακτικότερη φορολογία και μια μορφή ισότητας μουσουλμάνων και μη μουσουλμάνων ενώπιον του κράτους. Δημιουργήθηκαν νέα δικαστήρια και σχολεία, μεταφράστηκαν ευρωπαϊκοί κώδικες και αναπτύχθηκε μια επαγγελματική γραφειοκρατία.

Το Τανζιμάτ δεν δημιούργησε φιλελεύθερη δημοκρατία. Ενίσχυσε κυρίως την ικανότητα του κεντρικού κράτους. Η ισότητα των υπηκόων συνυπήρχε με αυταρχικές μεθόδους και η εισαγωγή ευρωπαϊκών θεσμών δεν εξαφάνισε τις κοινωνικές και θρησκευτικές ιεραρχίες.

Παράλληλα, η αυτοκρατορία ενσωματώθηκε βαθύτερα στην ευρωπαϊκή οικονομία. Οι διομολογήσεις, ο εξωτερικός δανεισμός και η διείσδυση του ευρωπαϊκού εμπορίου αύξησαν την εξάρτησή της. Το 1875 το οθωμανικό κράτος αδυνατούσε πλέον να εξυπηρετήσει τα χρέη του, γεγονός που οδήγησε αργότερα στη διεθνή οικονομική επιτήρηση μέσω της Διοίκησης του Οθωμανικού Δημοσίου Χρέους.

Ο Αμπντούλ Χαμίτ Β΄: αυταρχισμός και εκσυγχρονισμός

Η βασιλεία του Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ συχνά περιγράφεται αποκλειστικά ως περίοδος αντιδραστικής δεσποτείας. Ο Ζούρχερ παρουσιάζει μια πιο σύνθετη εικόνα.

Ο σουλτάνος ανέστειλε το Σύνταγμα και κυβέρνησε μέσω ενός αυστηρά συγκεντρωτικού συστήματος, λογοκρισίας, παρακολούθησης και αστυνομικού ελέγχου. Ταυτόχρονα, όμως, επέκτεινε την εκπαίδευση, τις συγκοινωνίες, τον τηλέγραφο και τη δημόσια διοίκηση. Πολλά από τα στελέχη που αργότερα θα ανέτρεπαν το χαμιτικό καθεστώς είχαν εκπαιδευτεί στα σχολεία που το ίδιο είχε δημιουργήσει.

Η περίοδος αυτή ενίσχυσε και την πολιτική χρήση του Ισλάμ. Ο σουλτάνος πρόβαλε την ιδιότητά του ως χαλίφη και επιχείρησε να συσπειρώσει τους μουσουλμάνους υπηκόους γύρω από τον θρόνο, καθώς οι χριστιανικοί πληθυσμοί της αυτοκρατορίας στρέφονταν όλο και περισσότερο προς τα εθνικά κινήματα.

Η ίδια η διαδικασία εκσυγχρονισμού παρήγαγε, επομένως, την αντιπολίτευση. Νέοι αξιωματικοί, γιατροί, δημόσιοι υπάλληλοι και διανοούμενοι άρχισαν να θεωρούν ότι η σωτηρία του κράτους απαιτούσε συνταγματική διακυβέρνηση και πολιτική αλλαγή.

Ο Μουσταφά Κεμάλ . Η στρατιωτική νίκη αποτέλεσε τη βάση νομιμοποίησης του νέου τουρκικού κράτους.

Οι Νεότουρκοι και η Επανάσταση του 1908

Η Επιτροπή Ένωσης και Προόδου, η σημαντικότερη οργάνωση των Νεοτούρκων, στηρίχθηκε κυρίως σε μορφωμένους κρατικούς υπαλλήλους και αξιωματικούς. Η επανάσταση του 1908 ανάγκασε τον Αμπντούλ Χαμίτ να επαναφέρει το Σύνταγμα.

Αρχικά επικράτησε κλίμα ελευθερίας και αισιοδοξίας. Πολιτικές οργανώσεις, εφημερίδες και κοινωνικές ομάδες εμφανίστηκαν στο προσκήνιο. Η αυτοκρατορία, όμως, βρισκόταν ήδη σε βαθιά κρίση. Εθνικά κινήματα, διεθνείς πιέσεις και εσωτερικοί ανταγωνισμοί υπονόμευαν τη συνοχή της.

Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι υπήρξαν καθοριστικοί. Η αυτοκρατορία έχασε σχεδόν όλες τις ευρωπαϊκές κτήσεις της και εκατοντάδες χιλιάδες μουσουλμάνοι πρόσφυγες κατέφυγαν στην Ανατολία. Η εμπειρία της ήττας, της προσφυγιάς και των μαζικών εκτοπισμών ενίσχυσε τον τουρκικό εθνικισμό και την πεποίθηση ότι η επιβίωση απαιτούσε ένα ισχυρότερο και περισσότερο ομοιογενές κράτος.

Μετά το 1913 η Επιτροπή Ένωσης και Προόδου εγκαθίδρυσε ουσιαστικά μονοκομματικό καθεστώς. Η εξουσία συγκεντρώθηκε γύρω από ηγετικά στελέχη όπως ο Ταλαάτ, ο Ενβέρ και ο Τζεμάλ.

Πόλεμος, εθνική ομογενοποίηση και καταστροφή

Η συμμετοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων υπήρξε καταστροφική. Οι πολεμικές επιχειρήσεις, οι επιδημίες, η πείνα και οι μετακινήσεις πληθυσμών προκάλεσαν τεράστιες ανθρώπινες απώλειες.

Κεντρική θέση στην περίοδο κατέχει η εξόντωση και εκτόπιση του αρμενικού πληθυσμού το 1915. Ο Ζούρχερ εντάσσει τα γεγονότα στο πλαίσιο της πολεμικής κρίσης, της εθνικιστικής ριζοσπαστικοποίησης και της πολιτικής δημογραφικής αναδιάρθρωσης της Ανατολίας. Η εκτόπιση δεν παρουσιάζεται ως απλή παρενέργεια του πολέμου, αλλά ως οργανωμένη κρατική πολιτική που οδήγησε στον θάνατο τεράστιου μέρους του αρμενικού πληθυσμού.

Η περίοδος των Νεοτούρκων άλλαξε ριζικά τη δημογραφική και οικονομική δομή της Ανατολίας. Οι χριστιανικές κοινότητες, που κατείχαν σημαντική θέση στο εμπόριο και στις πόλεις, εξαλείφθηκαν ή εκτοπίστηκαν. Οι περιουσίες τους μεταβιβάστηκαν σε μουσουλμανικά χέρια και δημιουργήθηκαν νέες κοινωνικές και οικονομικές ελίτ.

Ο Μουσταφά Κεμάλ και ο Πόλεμος

Μετά την ήττα του 1918, η Οθωμανική Αυτοκρατορία τέθηκε ουσιαστικά υπό συμμαχικό έλεγχο. Η απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη το 1919 επιτάχυνε την ανάπτυξη του τουρκικού εθνικού κινήματος.

Ο Μουσταφά Κεμάλ κατάφερε να συνδέσει διαφορετικές τοπικές οργανώσεις αντίστασης και να συγκροτήσει νέο πολιτικό κέντρο στην Άγκυρα. Η Μεγάλη Εθνοσυνέλευση διεκδίκησε την εθνική κυριαρχία απέναντι τόσο στις δυνάμεις κατοχής όσο και στην κυβέρνηση του σουλτάνου.

Ο Ζούρχερ τονίζει ότι το εθνικό κίνημα δεν συγκροτήθηκε από το μηδέν. Βασίστηκε σε δίκτυα, στελέχη, αξιωματικούς και οργανωτικές εμπειρίες της Επιτροπής Ένωσης και Προόδου. Πολλοί πρωταγωνιστές του εθνικού αγώνα προέρχονταν από το νεοτουρκικό κίνημα.

Η στρατιωτική νίκη εναντίον της Ελλάδας οδήγησε στη Συνθήκη της Λωζάννης του 1923, στη διεθνή αναγνώριση του νέου τουρκικού κράτους και στην υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Η ανταλλαγή σταθεροποίησε τα κρατικά σύνορα, αλλά επισφράγισε τη βίαιη μετάβαση από την πολυεθνική αυτοκρατορία σε εθνικά ομογενοποιημένα κράτη.

Η δημιουργία του μονοκομματικού καθεστώτος

Η Τουρκική Δημοκρατία ιδρύθηκε το 1923. Στα πρώτα χρόνια υπήρχαν πολιτικές διαφωνίες μέσα στο ίδιο το εθνικό κίνημα. Παλαιοί συνεργάτες του Μουσταφά Κεμάλ επιχείρησαν να δημιουργήσουν αντιπολιτευόμενο κόμμα και εξέφρασαν διαφορετικές απόψεις για τη σχέση κυβέρνησης, Βουλής και κοινωνίας.

Η εξέγερση του Σεΐχη Σαΐντ το 1925 επέτρεψε στην κυβέρνηση να περιορίσει αποφασιστικά την αντιπολίτευση. Θεσπίστηκαν έκτακτα μέτρα, δημιουργήθηκαν Δικαστήρια Ανεξαρτησίας και έκλεισε το αντιπολιτευόμενο κόμμα. Μέχρι το 1927 είχε εδραιωθεί ένα μονοκομματικό σύστημα γύρω από τον Μουσταφά Κεμάλ και το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα.

Η νέα δημοκρατία δεν αποτέλεσε φιλελεύθερο πολυκομματικό καθεστώς. Ήταν ένα συγκεντρωτικό κράτος που επιδίωκε να μετασχηματίσει την κοινωνία από τα πάνω.

Οι κεμαλικές μεταρρυθμίσεις

Το κεμαλικό πρόγραμμα συμπυκνώθηκε στις Έξι Αρχές: ρεπουμπλικανισμός, εθνικισμός, λαϊκισμός, κρατισμός, κοσμικότητα και επαναστατικός μεταρρυθμισμός.

Καταργήθηκαν το σουλτανάτο και το χαλιφάτο, έκλεισαν οι θρησκευτικές αδελφότητες και αντικαταστάθηκε μεγάλο μέρος του ισλαμικού δικαίου με ευρωπαϊκούς κώδικες. Υιοθετήθηκε το λατινικό αλφάβητο, μεταρρυθμίστηκε η εκπαίδευση και ενισχύθηκε η δημόσια παρουσία των γυναικών. Η ενδυμασία, η γλώσσα, το ημερολόγιο και τα επώνυμα μετατράπηκαν σε πεδία κρατικής παρέμβασης.

Η κοσμικότητα δεν σήμαινε πλήρη αποχώρηση του κράτους από τη θρησκεία. Το κράτος κατήργησε ανεξάρτητους θρησκευτικούς θεσμούς και έθεσε το σουνιτικό Ισλάμ υπό διοικητικό έλεγχο, μέσω της Διεύθυνσης Θρησκευτικών Υποθέσεων.

Ο τουρκικός εθνικισμός επιχείρησε να δημιουργήσει ενιαία εθνική ταυτότητα. Η πολιτική αυτή περιθωριοποίησε ή καταπίεσε ταυτότητες που δεν εντάσσονταν εύκολα στο επίσημο πρότυπο, ιδιαίτερα την κουρδική.

Οι μεταρρυθμίσεις άλλαξαν βαθιά το θεσμικό και πολιτισμικό πρόσωπο της χώρας. Η κοινωνική τους διείσδυση, όμως, ήταν άνιση. Οι μεγάλες πόλεις και οι μορφωμένες ελίτ άλλαξαν ταχύτερα από την αγροτική ενδοχώρα, όπου οι παραδοσιακές και θρησκευτικές δομές διατήρησαν σημαντική επιρροή.

Ο Αντνάν Μεντερές. Η εκλογική επικράτηση του Δημοκρατικού Κόμματος το 1950 τερμάτισε τη μονοκομματική περίοδο, χωρίς να εξαλείψει τις αυταρχικές τάσεις.

Ο κρατισμός και η κοινωνική μεταμόρφωση

Κατά τη δεκαετία του 1930 το κράτος ανέλαβε πρωταγωνιστικό οικονομικό ρόλο. Δημιουργήθηκαν κρατικές βιομηχανίες, τράπεζες και υποδομές, ενώ επιδιώχθηκε μεγαλύτερη οικονομική αυτονομία.

Ο κρατισμός δεν αποσκοπούσε στην κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Ήταν μια μορφή εθνικής ανάπτυξης υπό κρατική καθοδήγηση, σε μια χώρα με περιορισμένο ιδιωτικό κεφάλαιο και αδύναμη βιομηχανική βάση.

Παράλληλα, το καθεστώς δημιούργησε νέες διοικητικές, στρατιωτικές και μορφωμένες ελίτ. Τα Λαϊκά Σπίτια, η εκπαίδευση και οι επίσημες ιστορικές και γλωσσικές θεωρίες χρησιμοποιήθηκαν για τη διάδοση της κεμαλικής εθνικής ταυτότητας.

Η οικοδόμηση του σύγχρονου κράτους προχώρησε μαζί με τον περιορισμό του πολιτικού πλουραλισμού. Η αντίφαση ανάμεσα στον κοινωνικό εκσυγχρονισμό και στον πολιτικό αυταρχισμό θα παρέμενε βασικό χαρακτηριστικό της Τουρκίας.

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και η μετάβαση στον πολυκομματισμό

Η Τουρκία παρέμεινε ουδέτερη κατά το μεγαλύτερο μέρος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η στρατιωτική κινητοποίηση επιβάρυνε έντονα την οικονομία και το βιοτικό επίπεδο.

Η κυβέρνηση επέβαλε τον φόρο περιουσίας, ο οποίος εφαρμόστηκε με ιδιαίτερα διακριτικό τρόπο εις βάρος των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων. Το μέτρο ενίσχυσε περαιτέρω τη μεταβίβαση οικονομικής ισχύος σε μουσουλμανικά χέρια.

Μετά τον πόλεμο, οι διεθνείς συνθήκες και οι εσωτερικές κοινωνικές πιέσεις ευνόησαν τη μετάβαση στον πολυκομματισμό. Η Τουρκία επιδίωκε στενότερη σύνδεση με τη Δύση, ενώ στο εσωτερικό είχαν αυξηθεί οι αντιδράσεις απέναντι στον κρατικό παρεμβατισμό και το μονοκομματικό καθεστώς.

Το Δημοκρατικό Κόμμα ιδρύθηκε το 1946 από πρώην στελέχη του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος και κέρδισε τις εκλογές του 1950. Η ειρηνική μεταβίβαση της εξουσίας αποτέλεσε ιστορική τομή.

Η διακυβέρνηση Μεντερές και το πραξικόπημα του 1960

Το Δημοκρατικό Κόμμα του Αντνάν Μεντερές εξέφρασε αγροτικά στρώματα, επιχειρηματίες και θρησκευόμενους πολίτες που αισθάνονταν αποκλεισμένοι από την κεμαλική γραφειοκρατική ελίτ.

Η πρώτη περίοδος διακυβέρνησής του συνδέθηκε με οικονομική ανάπτυξη, μηχανοποίηση της γεωργίας, αμερικανική βοήθεια και ενίσχυση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Η Τουρκία εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ και εδραιώθηκε στο δυτικό στρατόπεδο.

Σταδιακά, όμως, η οικονομική κατάσταση επιδεινώθηκε και η κυβέρνηση έγινε περισσότερο αυταρχική. Περιόρισε τον Τύπο και την αντιπολίτευση και χρησιμοποίησε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να συγκεντρώσει εξουσία.

Το στρατιωτικό πραξικόπημα της 27ης Μαΐου 1960 ανέτρεψε την κυβέρνηση. Ο Μεντερές και δύο υπουργοί του εκτελέστηκαν. Ο στρατός εμφανίστηκε πλέον ανοιχτά ως θεματοφύλακας του κεμαλικού κράτους και ως δύναμη που θεωρούσε ότι δικαιούται να παρεμβαίνει όταν η πολιτική ηγεσία απομακρυνόταν από τις αρχές του.

Η «Δεύτερη Δημοκρατία» και η πολιτική αστάθεια

Το Σύνταγμα του 1961 ήταν περισσότερο φιλελεύθερο από το προηγούμενο. Ενίσχυσε τα δικαιώματα, αναγνώρισε μεγαλύτερη ελευθερία οργάνωσης και δημιούργησε θεσμικά αντίβαρα, όπως το Συνταγματικό Δικαστήριο.

Η σχετική ελευθερία επέτρεψε την ανάπτυξη εργατικών συνδικάτων, σοσιαλιστικών οργανώσεων, φοιτητικών κινημάτων και νέων πολιτικών ιδεών. Παράλληλα, ενισχύθηκαν η εθνικιστική δεξιά και το πολιτικό Ισλάμ.

Η Τουρκία γνώρισε ταχύτατη αστικοποίηση. Εκατομμύρια άνθρωποι μετακινήθηκαν από την ύπαιθρο προς τις πόλεις, δημιουργώντας νέες συνοικίες, κοινωνικά δίκτυα και πολιτικές ταυτότητες. Η οικονομία αναπτύχθηκε μέσα από ένα μοντέλο υποκατάστασης εισαγωγών, αλλά παρέμεινε εξαρτημένη από το κράτος και τις διεθνείς χρηματοδοτήσεις.

Το 1971 ο στρατός επενέβη ξανά, αυτή τη φορά μέσω τελεσιγράφου. Η δεκαετία του 1970 σημαδεύτηκε από αδύναμες κυβερνήσεις συνασπισμού, οικονομική κρίση και βίαιες συγκρούσεις ανάμεσα στην άκρα Αριστερά και την εθνικιστική Δεξιά. Χιλιάδες άνθρωποι σκοτώθηκαν σε πολιτικές δολοφονίες και συγκρούσεις.

Το πραξικόπημα του 1980

Στις 12 Σεπτεμβρίου 1980 ο στρατός κατέλαβε την εξουσία υπό τον στρατηγό Κενάν Εβρέν.

Τα πολιτικά κόμματα διαλύθηκαν, οι ηγέτες τους συνελήφθησαν και εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες ανακρίθηκαν ή φυλακίστηκαν. Τα βασανιστήρια υπήρξαν εκτεταμένα, ενώ συνδικάτα, πανεπιστήμια, μέσα ενημέρωσης και οργανώσεις της κοινωνίας τέθηκαν υπό αυστηρό έλεγχο.

Το Σύνταγμα του 1982 ενίσχυσε την εκτελεστική εξουσία, τον πρόεδρο, τον στρατό και το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας. Περιόρισε τις ελευθερίες που είχε αναγνωρίσει το Σύνταγμα του 1961 και δημιούργησε ένα καθεστώς επιτηρούμενης δημοκρατίας.

Ο στρατός δεν επιδίωξε να κυβερνά επ’ αόριστον. Στόχος του ήταν να αναδιαμορφώσει το πολιτικό σύστημα και να επιστρέψει την εξουσία σε ελεγχόμενες πολιτικές δυνάμεις.

Ο Τουργκούτ Οζάλ και η οικονομική στροφή

Οι εκλογές του 1983 έφεραν στην εξουσία το Κόμμα της Μητέρας Πατρίδας του Τουργκούτ Οζάλ. Η νέα κυβέρνηση προώθησε την απελευθέρωση της οικονομίας, τον περιορισμό του προστατευτισμού, τις εξαγωγές, την προσέλκυση ξένων κεφαλαίων και τη μεγαλύτερη σύνδεση με τις διεθνείς αγορές.

Η περίοδος Οζάλ μεταμόρφωσε την τουρκική οικονομία και κοινωνία. Ενισχύθηκε μια νέα επιχειρηματική τάξη, αυξήθηκε η ιδιωτική κατανάλωση και αναπτύχθηκαν οι επικοινωνίες και τα ιδιωτικά μέσα ενημέρωσης.

Η οικονομική απελευθέρωση δεν συνοδεύτηκε αμέσως από πλήρη πολιτικό εκδημοκρατισμό. Το Σύνταγμα του 1982, οι περιορισμοί στα συνδικάτα, ο ρόλος του στρατού και οι απαγορεύσεις παλαιών πολιτικών ηγετών συνέχισαν να καθορίζουν το σύστημα.

Κράτος, θρησκεία και πολιτικό Ισλάμ

Μετά το πραξικόπημα του 1980 το κράτος προώθησε την αποκαλούμενη «τουρκοϊσλαμική σύνθεση», συνδυάζοντας τον τουρκικό εθνικισμό με μια ελεγχόμενη σουνιτική θρησκευτικότητα. Η θρησκεία θεωρήθηκε ανάχωμα απέναντι στην Αριστερά και εργαλείο κοινωνικής συνοχής.

Η πολιτική αυτή συνέβαλε, ωστόσο, στην ενίσχυση των θρησκευτικών δικτύων και του πολιτικού Ισλάμ. Τα ισλαμικά κόμματα του Νετζμετίν Ερμπακάν αύξησαν την επιρροή τους, ενώ αδελφότητες και κινήματα, όπως εκείνο του Φετουλάχ Γκιουλέν, ανέπτυξαν σχολεία, επιχειρήσεις και μέσα ενημέρωσης.

Το 1996 ο Ερμπακάν έγινε πρωθυπουργός σε κυβέρνηση συνασπισμού. Το 1997 ο στρατός, μέσω του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, επέβαλε σειρά μέτρων για την προστασία του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους. Η πίεση οδήγησε στην πτώση της κυβέρνησης, σε μια παρέμβαση που έμεινε γνωστή ως «μεταμοντέρνο πραξικόπημα».

Η σύγκρουση δεν ήταν απλώς αντιπαράθεση θρησκείας και κοσμικότητας. Εξέφραζε κοινωνικούς και οικονομικούς ανταγωνισμούς ανάμεσα στην παλαιά κρατική και επιχειρηματική ελίτ και σε νέα συντηρητικά στρώματα της Ανατολίας.

Ερμπακάν

Το Κουρδικό και η βία του «βαθέος κράτους»

Το Κουρδικό αποτελεί έναν από τους κεντρικούς άξονες της σύγχρονης τουρκικής ιστορίας. Το κεμαλικό κράτος είχε οικοδομηθεί πάνω στην παραδοχή μιας ενιαίας τουρκικής εθνικής ταυτότητας. Η κουρδική γλώσσα και ταυτότητα υποβλήθηκαν σε μακροχρόνιους περιορισμούς.

Από το 1984 το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν, PKK, ξεκίνησε ένοπλο αγώνα. Η σύγκρουση κλιμακώθηκε ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του 1990, προκαλώντας δεκάδες χιλιάδες θανάτους, εκκενώσεις χωριών, εκτοπισμούς και εκτεταμένες παραβιάσεις δικαιωμάτων.

Η απάντηση του κράτους δεν περιορίστηκε στις επίσημες στρατιωτικές επιχειρήσεις. Αναπτύχθηκαν σκοτεινά δίκτυα συνεργασίας ανάμεσα σε δυνάμεις ασφαλείας, εθνικιστές παρακρατικούς και οργανωμένο έγκλημα. Το σκάνδαλο του Σουσουρλούκ το 1996 αποκάλυψε μέρος αυτών των σχέσεων και έκανε ευρύτερα γνωστή την έννοια του «βαθέος κράτους».

Η σύλληψη του ηγέτη του PKK Αμπντουλάχ Οτσαλάν το 1999 αποδυνάμωσε προσωρινά την ένοπλη σύγκρουση, χωρίς να επιλύσει το πολιτικό και κοινωνικό πρόβλημα.

Η ταραγμένη δεκαετία του 1990

Η δεκαετία του 1990 χαρακτηρίστηκε από εύθραυστους συνασπισμούς, διαφθορά, οικονομική αστάθεια, ένταση ανάμεσα σε κοσμικούς και ισλαμιστές και συνεχιζόμενη σύγκρουση στο Κουρδικό.

Τα παραδοσιακά κόμματα έχασαν σταδιακά την αξιοπιστία τους. Η κοινωνία έβλεπε ένα πολιτικό σύστημα ανίκανο να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση, τις κοινωνικές ανισότητες, τις φυσικές καταστροφές και την κρατική διαφθορά.

Η μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση του 2001 επιτάχυνε την κατάρρευση των παλαιών πολιτικών σχηματισμών. Η αυστηρή οικονομική προσαρμογή σταθεροποίησε ορισμένους δείκτες, αλλά προκάλεσε σημαντικό κοινωνικό κόστος.

Η Δύση, το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ένωση

Η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο βασίστηκε στη σύνδεση με τη Δύση. Η ένταξη στο ΝΑΤΟ, η συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες και η σύνδεση με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα αποτέλεσαν βασικούς άξονες.

Οι σχέσεις με την Ευρώπη παρέμειναν αντιφατικές. Η Τουρκία επιθυμούσε την πλήρη ένταξη, αλλά αντιμετώπιζε εμπόδια που σχετίζονταν με τη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, το Κυπριακό, το Κουρδικό και τον ρόλο του στρατού.

Η τελωνειακή ένωση με την Ευρωπαϊκή Ένωση τέθηκε σε εφαρμογή το 1996. Το 1999, στη σύνοδο του Ελσίνκι, η Τουρκία αναγνωρίστηκε ως υποψήφια προς ένταξη χώρα. Η ευρωπαϊκή προοπτική άρχισε να λειτουργεί ως κίνητρο θεσμικών μεταρρυθμίσεων, χωρίς όμως να εξαφανίσει τις βαθιές επιφυλάξεις και των δύο πλευρών.

Παράλληλα, η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης άνοιξε νέες δυνατότητες στην Κεντρική Ασία και στον Καύκασο. Η Τουρκία επιχείρησε να αναπτύξει δεσμούς με τα τουρκόφωνα κράτη, αλλά γρήγορα διαπίστωσε τα όρια της πολιτισμικής συγγένειας και της οικονομικής της ισχύος.

Οι εκλογές του 2002 και το τέλος ενός πολιτικού κύκλου

Στις εκλογές του Νοεμβρίου 2002 το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, που είχε προέλθει από τη μεταρρυθμιστική πτέρυγα του ισλαμικού κινήματος, κέρδισε καθαρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Η νίκη του δεν οφειλόταν αποκλειστικά στη θρησκευτική ταυτότητα. Το κόμμα εξέφρασε τη δυσαρέσκεια απέναντι στη διαφθορά, την οικονομική κρίση και την ανικανότητα των παλαιών κομμάτων. Προσέλκυσε συντηρητικά λαϊκά στρώματα, ανερχόμενους επιχειρηματίες της Ανατολίας και ψηφοφόρους που επιθυμούσαν πολιτική σταθερότητα και ευρωπαϊκές μεταρρυθμίσεις.

Το βιβλίο ολοκληρώνεται ουσιαστικά σε αυτό το σημείο. Δεν αποτελεί ιστορία της μετέπειτα μακράς διακυβέρνησης του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Προσφέρει, όμως, το ιστορικό υπόβαθρο που επιτρέπει να κατανοήσουμε την άνοδό του.

Η μεγάλη συνέχεια πίσω από τις αλλαγές

Το κεντρικό συμπέρασμα του Ζούρχερ είναι ότι η νεότερη τουρκική ιστορία χαρακτηρίζεται τόσο από μεγάλες τομές όσο και από εντυπωσιακές συνέχειες.

Από τους οθωμανούς μεταρρυθμιστές μέχρι τους Νεότουρκους και τους κεμαλιστές, επανέρχονται ορισμένες βασικές ιδέες:

  • η σωτηρία του κράτους προηγείται συχνά των δικαιωμάτων του πολίτη,
  • ο εκσυγχρονισμός οργανώνεται από μια διοικητική και στρατιωτική ελίτ,
  • η κοινωνία θεωρείται αντικείμενο διαπαιδαγώγησης από τα πάνω,
  • η πολιτική πολυφωνία γίνεται ανεκτή όσο δεν απειλεί τις θεμελιώδεις επιλογές του κράτους,
  • ο στρατός αντιμετωπίζει τον εαυτό του ως θεματοφύλακα του πολιτεύματος,
  • ο εθνικισμός λειτουργεί ως βασικός μηχανισμός νομιμοποίησης,
  • η σχέση κράτους και θρησκείας χαρακτηρίζεται περισσότερο από έλεγχο παρά από πραγματικό διαχωρισμό.

Η Τουρκία εκσυγχρονίστηκε, αστικοποιήθηκε, βιομηχανοποιήθηκε και απέκτησε εκλογική πολιτική. Δεν εγκατέλειψε όμως πλήρως την παράδοση του συγκεντρωτικού κράτους, της πολιτικής κηδεμονίας και της καχυποψίας απέναντι στην αυτόνομη κοινωνική οργάνωση.

Ένα κράτος που αλλάζει για να διατηρηθεί

Η ιστορική σύνθεση του Ζούρχερ δείχνει ότι οι επαναλαμβανόμενες μεταρρυθμίσεις της Τουρκίας είχαν μια βασική διπλή λειτουργία: μεταμόρφωναν το κράτος, αλλά ταυτόχρονα το προστάτευαν από τις δυνάμεις που γεννούσε η ίδια η αλλαγή.

Οι οθωμανικές μεταρρυθμίσεις δημιούργησαν μορφωμένους αξιωματικούς και γραφειοκράτες που αμφισβήτησαν τον σουλτάνο.

Οι Νεότουρκοι επιδίωξαν να σώσουν την αυτοκρατορία και επιτάχυναν τη μετάβαση στον εθνικισμό.

Οι κεμαλιστές οικοδόμησαν ένα σύγχρονο κοσμικό κράτος, αλλά περιόρισαν τον πολιτικό πλουραλισμό. Η μετάβαση στη δημοκρατία επέτρεψε την έκφραση κοινωνικών δυνάμεων, αλλά ο στρατός παρενέβη επανειλημμένα όταν θεωρούσε ότι απειλείται η κρατική τάξη. Η ελεγχόμενη ενίσχυση της θρησκείας μετά το 1980 συνέβαλε τελικά στην άνοδο του πολιτικού Ισλάμ.

Η ιστορία της σύγχρονης Τουρκίας δεν είναι, επομένως, μια απλή πορεία από την παράδοση προς τη νεωτερικότητα ούτε από την αυτοκρατορία προς τη δημοκρατία. Είναι η ιστορία μιας διαρκούς διαπραγμάτευσης ανάμεσα στο κράτος και την κοινωνία, στον συγκεντρωτισμό και την αντιπροσώπευση, στην κοσμικότητα και τη θρησκεία, στην εθνική ομοιογένεια και την πραγματική πολιτισμική ποικιλία της χώρας.

Και ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη παρατήρηση του βιβλίου: στη νεότερη τουρκική ιστορία, οι μεγαλύτερες αλλαγές δεν καταργούν πάντοτε τις παλαιές δομές εξουσίας. Συχνά τις ανανεώνουν, τους δίνουν νέα γλώσσα και τις προσαρμόζουν στις απαιτήσεις μιας διαφορετικής εποχής.

ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΣΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΚΆΤΩ ΣΥΝΔΕΣΜΟ

Politics-Turkey-A-Modern-History

spot_img

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
51,100ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα