29 Μαρτίου 2026
Του Yonatan Touval
Ο Yonatan Touval είναι αναλυτής εξωτερικής πολιτικής και συγγραφέας με έδρα το Τελ Αβίβ.
Τέσσερις εβδομάδες μετά την έναρξη του αμερικανοϊσραηλινού πολέμου κατά του Ιράν, ένα συμπέρασμα είναι ήδη δύσκολο να αποφευχθεί.
Οι ηγέτες μας εποπτεύουν έναν εξαιρετικό μηχανισμό καταστροφής, αλλά παραμένουν εντυπωσιακά αμβλείς απέναντι στους ανθρώπους — απέναντι στην υπερηφάνειά τους, τη ντροπή τους, τις πεποιθήσεις τους και την ιστορική τους μνήμη.
Οι αρχιτέκτονες του πολέμου φαίνεται πως υπέθεσαν ότι η εξόντωση της ηγεσίας ενός έθνους, η κυριαρχία στον εναέριο χώρο και η καταστροφή υποδομών θα οδηγούσαν σε κατάρρευση του καθεστώτος στην Τεχεράνη και σε στρατηγική σαφήνεια στην Ουάσινγκτον και την Ιερουσαλήμ. Αντί γι’ αυτό, το Ιράν, αν και έχει αποδυναμωθεί σοβαρά, έχει καταφέρει να διαταράξει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, να διευρύνει δραστικά την οικονομική ακτίνα του πολέμου και να αναγκάσει την Ουάσινγκτον να επιστρέψει στην παλιά, άχαρη πρακτική της αναζήτησης βοήθειας από συμμάχους, αφότου μπήκε σε έναν πόλεμο βέβαιη ότι αυτός θα ήταν σύντομος και αποφασιστικός.
Είναι δελεαστικό να περιγράψει κανείς αυτό το γεγονός ως αποτυχία των υπηρεσιών πληροφοριών. Τεχνικά, δεν είναι. Το είδος των πληροφοριών κατασκοπείας που βρισκόταν πίσω από τον σχεδιασμό και την εκτέλεση του πολέμου είναι εκτεταμένο. Πρόσφατα ρεπορτάζ δείχνουν ότι οι ισραηλινές υπηρεσίες πληροφοριών πέρασαν χρόνια διεισδύοντας στις κάμερες κυκλοφορίας και στα δίκτυα επικοινωνιών της Τεχεράνης, και δημιούργησαν αυτό που μία ανώνυμη ισραηλινή πηγή περιέγραψε στο CNN ως μια, τροφοδοτούμενη από τεχνητή νοημοσύνη, «μηχανή παραγωγής στόχων», ικανή να μετατρέπει τεράστιους όγκους οπτικών, ανθρώπινων και σημάτων πληροφοριών σε ακριβείς συντεταγμένες πλήγματος. Πρόκειται για ένα εξαιρετικό επίτευγμα επιτήρησης και στοχοποίησης.
Κι όμως, ποτέ άλλοτε δεν έχουν δει τόσα πολλά, με τόση ακρίβεια, τόσο πολλοί άνθρωποι που καταλαβαίνουν τόσο λίγα από αυτά που βλέπουν. Ένα σύστημα μπορεί να σου πει πού βρίσκεται ένας άνθρωπος. Δεν μπορεί να σου πει τι θα σημαίνει ο θάνατός του για ένα έθνος. Τέτοια συστήματα εκπαιδεύονται πάνω στη συμπεριφορά, όχι στο νόημα — μπορούν να παρακολουθήσουν τι κάνει ένας αντίπαλος, αλλά όχι τι φοβάται, τι τιμά, τι θυμάται ή για ποιο πράγμα θα ήταν διατεθειμένος να πεθάνει.
Αυτή είναι η επαναλαμβανόμενη αυταπάτη των υπερεξοπλισμένων ηγετών: επειδή μπορούν να χαρτογραφήσουν το πεδίο της μάχης, νομίζουν ότι κατανοούν τον πόλεμο. Όμως ο πόλεμος δεν είναι ποτέ απλώς μια τεχνική αναμέτρηση. Διαμορφώνεται από το αίσθημα αδικίας, την ιερή αφήγηση, τη μνήμη παλαιότερων ταπεινώσεων και την επιθυμία για εκδίκηση. Αυτά δεν είναι ατμοσφαιρικές επιπλοκές που προστίθενται σε μια κατά τα άλλα τεχνική επιχείρηση. Είναι αυτό ακριβώς για το οποίο γίνεται ο πόλεμος.
Έτσι εμφανίζονται τα γνώριμα σφάλματα. Οι σχεδιαστές του πολέμου φαντάζονται ότι ένα καθεστώς μπορεί να αποκεφαλιστεί μέχρι να καταρρεύσει, ενώ η εξωτερική επίθεση συχνά πετυχαίνει το αντίθετο — δένει ένα πληγωμένο κράτος ακόμη πιο σφιχτά με μια κοινωνία που ενώνεται εκ νέου μέσα από τον τραυματισμό, την ταπείνωση και την οργή. Φαντάζονται ότι η καταστροφή συμβατικών στρατιωτικών μέσων θα έλυνε το ζήτημα, σαν να ήταν η νομιμοποίηση, η πληγωμένη κυριαρχία και η συλλογική οργή δευτερεύοντα ζητήματα και όχι το πραγματικό πεδίο του πολέμου.
Σχεδιαστές που θα έπαιρναν στα σοβαρά τον τρόπο με τον οποίο ο αντίπαλός τους αντιλαμβάνεται τον εαυτό του — αντί να τον απορρίπτουν ως προπαγάνδα — ίσως να είχαν προβλέψει ότι μια επίθεση δεν θα αποδυνάμωνε την αφήγηση του καθεστώτος αλλά, αντίθετα, θα την επιβεβαίωνε. Θα μπορούσαν επίσης να είχαν προβλέψει το παράδοξο ότι ο συστηματικός αποκεφαλισμός δεν παράγει διαπραγματευτές. Τους απομακρύνει.
Ο στρατιωτικός θεωρητικός Καρλ φον Κλαούζεβιτς είχε αναγνωρίσει εδώ και καιρό την πλάνη του να ανάγεται ο πόλεμος σε ένα είδος άλγεβρας. Ο πόλεμος, όπως τον κατανοούσε, δεν είναι ποτέ απλώς υπολογισμός. Είναι διαποτισμένος από πάθος, αβεβαιότητα και πολιτικό σκοπό. Η άλγεβρα έχει γίνει πιο εξελιγμένη. Όμως η πλάνη είναι εξίσου επικίνδυνη σήμερα όσο ήταν και τον 19ο αιώνα.
Αυτό που αποκαλύπτει λοιπόν αυτός ο πόλεμος είναι μια αποτυχία όχι μόνο στρατηγικής αλλά και παιδείας. Η λογοτεχνία και η ιστορία, στην πιο σοβαρή τους μορφή, καλλιεργούν ακριβώς εκείνες τις ικανότητες που λείπουν από αυτούς τους ηγέτες: την ικανότητα να παραδέχονται ότι οι άλλοι νου δεν είναι διαφανείς σε εμάς και καθοδηγούνται από σκοπούς που δεν είναι δικοί μας. Ένας νους μαθημένος από την ιστορία και τη λογοτεχνία γνωρίζει ότι οι δρώντες που βρίσκονται υπό την επίδραση μιας ιερής υπόθεσης συνήθως εννοούν αυτά που λένε — και ότι ο βομβαρδισμός ενός ιδρυτικού μύθου είναι πιθανότερο να τον αγιοποιήσει παρά να τον διαλύσει.
Η πολιτισμική γνώση, βέβαια, σπάνια αποτρέπει τις καταστροφές του πολέμου.
Η Αθήνα, στο απόγειο της χρυσής της εποχής, απέπλευσε προς τις Συρακούσες και έχασε μια αυτοκρατορία. Ο Θουκυδίδης αφιέρωσε το υπόλοιπο της ζωής του εξηγώντας το γιατί. Οι στρατηγοί του 1914 ήταν καλλιεργημένοι, πολυμαθείς άνθρωποι, όμως αυτές οι ιδιότητες δεν έσωσαν την Ευρώπη. Αυτό που έχει αλλάξει δεν είναι ότι η καλλιέργεια κάποτε απέτρεπε την τύφλωση και τώρα δεν την αποτρέπει. Είναι ότι η καλλιέργεια έχει παραχωρήσει ολοένα και περισσότερο την αυθεντία της σε συστήματα που συγχέουν την πληροφορία με την κατανόηση και την ταχύτητα με την κρίση.
Ο Σαίξπηρ καταλάβαινε αυτή την τύφλωση καλύτερα από τους στρατηγικούς μας αναλυτές. Ο «Μάκβεθ» δεν είναι απλώς ένα έργο για τη φιλοδοξία. Είναι ένα έργο για έναν άνθρωπο που διακρίνει ένα πιθανό μέλλον και συγχέει αυτή τη φευγαλέα θέα με άδεια να εξαναγκάσει τα γεγονότα να συμμορφωθούν με τη δική του ερμηνεία — και ύστερα παρακολουθεί αυτή η ερμηνεία να τον καταβροχθίζει. Σύντομα παύει ακόμη και να προσποιείται ότι η πράξη οφείλει να περιμένει την κατανόηση. Υπάρχουν πράγματα στο μυαλό του, λέει στη σύζυγό του, που «πρέπει να γίνουν πριν ακόμα εξεταστούν» — να εκτελεστούν πριν προλάβουν να στοχαστούν.
Τα σύγχρονα συστήματα στοχοποίησης υπόσχονται την ίδια φαντασίωση σε τεχνολογική μορφή: να καταρρεύσει το διάστημα ανάμεσα στην όραση και το πλήγμα, να εξαλειφθεί η παύση μέσα στην οποία θα μπορούσε ακόμη να εισέλθει η κρίση. Ο Μάκβεθ δεν δρα ύστερα από περίσκεψη, αλλά αντί γι’ αυτήν. Αυτό είναι το μοτίβο που μπορεί κανείς να διακρίνει σε αυτόν τον νέο πόλεμο, και είναι ακριβώς το μοτίβο που η λογοτεχνική και ιστορική φαντασία υπάρχει για να αντισταθμίζει.
Ο Τολστόι ανίχνευσε το ίδιο μοτίβο από την άλλη πλευρά. Στο «Πόλεμος και Ειρήνη» απεικόνισε τον Ναπολέοντα — θρεμμένο με τους «Βίους Παράλληλους» του Πλουτάρχου και τα πορτρέτα μεγαλείου που αυτοί περιέχουν — να βαδίζει από το Μποροντίνο προς τη Μόσχα και παρ’ όλα αυτά να μην μπορεί να κατανοήσει έναν λαό που θα άφηνε την πόλη του να καεί αντί να υποταχθεί. Το σφάλμα του δεν ήταν τακτικό. Ήταν σφάλμα φαντασίας: δεν μπορούσε να αποδώσει στους Ρώσους μια λογική διαφορετική από τη δική του. Αυτό είναι το λάθος που επαναλαμβάνουν οι αρχιτέκτονες αυτής της εκστρατείας. Μια ηγεσία που επί δεκαετίες παρουσιάζει την αντίσταση στην αμερικανική και ισραηλινή ισχύ ως θρησκευτικό καθήκον, δεν θα βιώσει τη στρατιωτική πίεση ως λόγο συνθηκολόγησης αλλά, πολύ πιθανότερα, ως λόγο αντοχής.
Όσο πιο τεχνολογικά εξελιγμένος γίνεται ο πόλεμος, τόσο πιο επικίνδυνο είναι να παραδίδεται στα χέρια ανθρώπων που δεν έχουν παιδευτεί στην ειρωνεία, στην ενδεχομενικότητα και στις πιο σκοτεινές σταθερές της ανθρώπινης φύσης. Τέτοιοι ηγέτες θα μιλούν με ευχέρεια για δυνατότητες, χρονοδιαγράμματα και αλυσίδες εξόντωσης. Δεν θα έχουν όμως γλώσσα για τη μνησικακία, την ατίμωση, την αφοσίωση ή τη θλίψη — και θα ανακαλύψουν, πολύ αργά, ότι οι πόλεμοι αποτελούνται εξίσου από αυτά όσο και από ατσάλι και φωτιά. Αυτή είναι η αγραμματοσύνη αυτού του πολέμου. Η άλγεβρα των πολεμοποιών θα είναι άψογη. Όμως ό,τι δεν μπορούν να διαβάσουν, δεν θα το έχουν συνυπολογίσει.


