Αρχική Blog Σελίδα 63

Κατάσταση της ΕΕ: οικονομία, ασφάλεια, κλίμα, τεχνητή νοημοσύνη, μέσα κοινωνικής δικτύωσης

0
    
Συζήτηση για την κατάσταση της ΕΕ 2026 © ΕΕ 2026 – ΕΚ

Στην ετήσια συζήτηση για την κατάσταση της ΕΕ, οι ευρωβουλευτές και η πρόεδρος von der Leyen συζήτησαν το έργο της Επιτροπής για το προηγούμενο δωδεκάμηνο και τις πιο επείγουσες προκλήσεις.

Ανοίγοντας τη συζήτηση, η πρόεδρος του Κοινοβουλίου Roberta Metsola δήλωσε: «Η Ένωσή μας προχωρούσε πάντα μπροστά επειδή κάποιοι ήταν πρόθυμοι να κάνουν ένα άλμα όταν το απαιτούσε η στιγμή και να μετατρέψουν την αβεβαιότητα σε πιθανότητα. Οι πολίτες ζητούν μια Ένωση που θα κάνει περισσότερα για να τους προστατεύει, να τους στηρίζει και να μάχεται για αυτούς — όσον αφορά την ασφάλεια, την ανταγωνιστικότητα, τις οικονομικά προσιτές κατοικίες, τις ποιοτικές θέσεις εργασίας, το κλίμα και τα σύνορα. Θέλουν μια Ευρώπη που να στέκεται περήφανα στα πόδια της και περήφανα για τις αξίες της. Αυτή είναι η στιγμή για θάρρος, φιλοδοξία και αποτελέσματα.»

«Η κατάσταση της Ένωσής μας είναι η ισχυρότερη που υπήρξε ποτέ. Η κατάσταση της Ένωσής μας μπορεί επίσης να είναι τόσο επισφαλής όσο ήταν ποτέ», δήλωσε η πρόεδρος της Επιτροπής Ursula von der Leyen. Τόνισε ότι η επανεκκίνηση της οικονομίας της Ευρώπης αποτελεί απόλυτη προτεραιότητα, αναφερόμενη στον χάρτη πορείας «Μία Ευρώπη, Μία αγορά» και δηλώνοντας ότι, έως το τέλος του επόμενου έτους, «μπορούμε και πρέπει να ολοκληρώσουμε αυτή την ιστορική αναμόρφωση της ενιαίας αγοράς».

«Η μελλοντική μας ευημερία και ασφάλεια θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο διαχείρισης των σημείων καμπής της εποχής μας: κλιματική αλλαγή και τεχνητή νοημοσύνη», δήλωσε, τονίζοντας ότι «η Ευρώπη μπορεί, πρέπει και θα συνεχίσει να ακολουθεί την πορεία των στόχων μας για το κλίμα». Ανακοίνωσε ότι η Επιτροπή θα παρουσιάσει ένα νέο πλαίσιο για την ανθεκτικότητα στην κλιματική αλλαγή, μια συμμαχία για την ασφάλιση του κλίματος, ένα ευρωπαϊκό σχέδιο για τον καύσωνα και μια ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για τα ύδατα.

Όσον αφορά την τεχνητή νοημοσύνη, η Ursula von der Leyen τόνισε ότι η Ευρώπη πρέπει να ενισχύσει μαζικά την υπολογιστική της ικανότητα και να αναπτύξει νέους τρόπους χρήσης δημόσιων και ιδιωτικών κεφαλαίων για επενδύσεις στις πιο ελπιδοφόρες ευρωπαϊκές νεοφυείς επιχειρήσεις και εταιρείες. Στους τομείς της υγείας, των μεταφορών, των γεωργικών προϊόντων διατροφής, της προηγμένης μεταποίησης, καθώς και της άμυνας και του διαστήματος, η βιομηχανική τεχνητή νοημοσύνη έχει τη μεγαλύτερη δυναμική, ανέφερε, και στη συνέχεια ανακοίνωσε ότι η Επιτροπή θα παρουσιάσει σύντομα «πρωτοβουλίες που αλλάζουν τους κανόνες σε αυτούς τους τομείς».

Μιλώντας για τον κατακερματισμό του βασισμένου σε κανόνες διεθνούς συστήματος, η πρόεδρος της Επιτροπής δήλωσε ότι «πρέπει επειγόντως να επανεξετάσουμε τις εταιρικές μας σχέσεις». Απευθυνόμενη στον πρωθυπουργό του Καναδά Mark Carney, ο οποίος παρακολούθησε την ομιλία στην αίθουσα της ολομέλειας του Κοινοβουλίου, δήλωσε: «Θα ήθελα να συνεργαστώ μαζί σας για να ανοίξουμε την πόρτα ώστε ο Καναδάς να είναι το πρώτο συνδεδεμένο μέλος της ΕΕ».

Μιλώντας για την ασφάλεια και τις υβριδικές απειλές που αντιμετωπίζει η Ευρώπη, πρόεδρος von der Leyen δήλωσε ότι η Ευρώπη χρειάζεται ένα πρωτόκολλο ασφάλειας έκτακτης ανάγκης για τον συντονισμό της ευρωπαϊκής αντίδρασης, την αποτροπή περαιτέρω κλιμάκωσης και τον μετριασμό των επιπτώσεών τους. Δεδομένης της φύσης και της κλίμακας των διακυβευμάτων, ανακοίνωσε ότι η Επιτροπή θα παρουσιάσει τις ιδέες της «για την υλοποίηση ενός Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ασφαλείας». Όσον αφορά τον επιθετικό πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας, επανέλαβε την αταλάντευτη στήριξη της ΕΕ προς την Ουκρανία και δήλωσε ότι η ΕΕ θα ενισχύσει τις κυρώσεις της κατά της Ρωσίας.

Αναφερόμενη στα γεγονότα στη Θέουτα κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, η κα. von der Leyen δήλωσε ότι «τα σύνορα της Θέουτα είναι ευρωπαϊκά σύνορα. Γιατί η Θέουτα είναι η Ισπανία. Η Θέουτα είναι Ευρώπη. Και η Ευρώπη θα είναι εκεί για εσάς.» Επισήμανε επίσης τη μείωση κατά 55% των παράνομων αφίξεων τα τελευταία δύο χρόνια και την περαιτέρω μείωση κατά 35% φέτος. «Το μήνυμα της Ευρώπης είναι σαφές: θα συμμορφωνόμαστε πάντα με τις αξίες και τα θεμελιώδη δικαιώματά μας. Ωστόσο, δεν θα συμβιβαστούμε ποτέ όσον αφορά την προστασία των συνόρων μας.»

Για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η von der Leyen ανακοίνωσε ότι αύριο θα παρουσιαστεί πρόταση ευρωπαϊκής νομοθεσίας για τα παιδιά. «Όχι μέσα κοινωνικής δικτύωσης για παιδιά κάτω των 13 ετών. Όχι προσωπικοί λογαριασμοί κάτω των 15 ετών». Από τα 13 έως ότου ένα παιδί γίνει 15 ετών, θα μπορούν να δημιουργηθούν μόνο λογαριασμοί ανηλίκων, οι οποίοι και θα εποπτεύονται από τους γονείς, με περιορισμένα χαρακτηριστικά και χρονικό περιορισμό έως μία ώρα την ημέρα. Για ανηλίκους μεταξύ 15 και 18 ετών, ο ασφαλής σχεδιασμός θα αποτελεί υποχρέωση για τις πλατφόρμες. «Η Ευρώπη έχει την δύναμη να αναλαμβάνει δράση. Εμείς αποφασίζουμε τους κανόνες μας, όχι οι μεγάλοι παίχτες της τεχνολογίας», δήλωσε η von der Leyen.

Ομιλητές των πολιτικών ομάδων

Ο Manfred Weber (ΕΛΚ, Γερμανία) δήλωσε ότι η Ευρώπη κλυδωνίζεται σε τρία μέτωπα: ραγδαίες τεχνολογικές αλλαγές που οφείλονται στην τεχνητή νοημοσύνη, ριζική γεωπολιτική αλλαγή και αυξανόμενη οικονομική ανασφάλεια, η οποία αντικατοπτρίζεται στην απώλεια βιομηχανικών θέσεων εργασίας. Υποστήριξε ότι η Ευρώπη πρέπει να αντιδράσει ακούγοντας τους πολίτες, αντί να μιλά από άμβωνος, και εφαρμόζοντας ρεαλιστικές πολιτικές, μεταξύ άλλων για το κλίμα και την αυτοκινητοβιομηχανία. Υποστήριξε την πρόταση της προέδρου της Επιτροπής για ενίσχυση της προστασίας των παιδιών στο διαδίκτυο και ζήτησε πολύ βαθύτερη ευρωπαϊκή συνεργασία στον τομέα της άμυνας, συμπεριλαμβανομένων μιας ενιαίας αγοράς εξοπλισμών, κοινών δομών διοίκησης, μη επανδρωμένων αεροσκαφών και δορυφόρων. Όσον αφορά την οικονομία, ζήτησε ισχυρότερες επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη και την ανταγωνιστικότητα, δηλώνοντας τη στήριξή του για έναν ισχυρό μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό της ΕΕ (ΠΔΠ). Οι εμπορικές συμφωνίες όπως η CETA, είπε, δεν αφορούν μόνο την πρόσβαση στην αγορά, αλλά και την οικοδόμηση συμμαχιών σε μια μεταβαλλόμενη παγκόσμια τάξη.

Η Iratxe García (Σοσιαλιστές, Ισπανία) κάλεσε την ΕΕ «να είναι γενναία», στον αγώνα κατά της κλιματικής αλλαγής και να θέσει τέλος στην εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα που εξάγουν αυταρχικά καθεστώτα. Το ευρωπαϊκό εγχείρημα «δεν θα επιβιώσει εάν οι πολίτες μας δεν μπορούν να ζήσουν με αξιοπρέπεια», δήλωσε, ζητώντας να ψηφιστεί η νομοθεσία για την οικονομικά προσιτή στέγαση, καθώς και η νομοθεσία για τις ποιοτικές θέσεις εργασίας, ζητώντας ευρωπαϊκές εγγυήσεις για τα δικαιώματα των γυναικών. Επέμεινε επίσης ότι τα σύνορα της ΕΕ πρέπει να προστατεύονται «χωρίς να εγκαταλείπουμε τις αξίες μας». Ζήτησε την αναστολή των συμφωνιών σύνδεσης ΕΕ-Ισραήλ και τη δήμευση των δεσμευμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων. Όσον αφορά τον προϋπολογισμό της ΕΕ, υπογράμμισε ότι «δεν μπορούμε να κάνουμε περισσότερα με λιγότερα». Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «η Ευρώπη του 21ου αιώνα θα είναι δυνατή μόνο εάν οι φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις συνεργαστούν, χωρίς να προσβλέπουν στην ακροδεξιά».

«Υπάρχουν τώρα, το 2026, δύο Ευρώπες» δήλωσε ο Jordan Bardella (Πατριώτες για την Ευρώπη, Γαλλία). «Υπάρχει η Ευρώπη εκείνων που γράφουν τους κανόνες, των γραφειοκρατών που σπαταλούν δημόσιο χρήμα και που εφευρίσκουν τους φόρους του αύριο (…) και έπειτα υπάρχει η Ευρώπη εκείνων που πρέπει να πληρώσουν». Κατήγγειλε ότι η νομοθεσία ETS2 οδηγεί τον «αφόρητο σφυροκόπημα της μεσαίας και εργατικής τάξης» και πρόσθεσε ότι η Ευρώπη «προστατεύει επίσης όλο και λιγότερο», υπογραμμίζοντας την κατάσταση στη Θέουτα. «Οι λαοί της Ευρώπης περιμένουν μόνο ένα πράγμα: να προστατεύσουμε τα σύνορά μας», δήλωσε. Όσον αφορά την οικονομική πολιτική, κατήγγειλε «το μεγάλο ευρωπαϊκό παράδοξο»: «Ρυθμίζουμε αυτό που δεν ξέρουμε πλέον πώς να παράγουμε και εισάγουμε αυτό που εμείς οι ίδιοι έχουμε απαγορεύσει να παράγουμε (…) ας ενστερνιστούμε επιτέλους την ευρωπαϊκή προτίμηση στις δημόσιες συμβάσεις», δήλωσε.

Ο Patryk Jaki (Συντηρητικοί, Πολωνία) δήλωσε ότι η υπερβολική γραφειοκρατία της ΕΕ εξακολουθεί να παρεμποδίζει την ανάπτυξη και την καινοτομία. Ζήτησε να ληφθούν μέτρα για την προστασία των πολιτών και των επιχειρήσεων από την αύξηση των τιμών της ενέργειας, μεταξύ άλλων με την επανεξέταση των πράσινων πολιτικών που, όπως δήλωσε, αυξάνουν το κόστος και παρεμποδίζουν την ανταγωνιστικότητα. Όσον αφορά τη μετανάστευση, ζήτησε αυστηρότερη εφαρμογή των υφιστάμενων κανόνων και περισσότερους πόρους για τη διαχείριση των συνόρων και την προστασία των συνόρων της ΕΕ. Επέκρινε επίσης τα σχέδια περιορισμού της πρόσβασης των νέων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, υποστηρίζοντας ότι οι νέοι χρειάζονται μεγαλύτερη οικονομική σταθερότητα, ποιοτικές θέσεις εργασίας και αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης και όχι περιορισμούς στην ελευθερία τους εντός και εκτός διαδικτύου.

Η Valerie Hayer (Renew, Γαλλία) ζήτησε ένα νέο όραμα για την Ευρωπαϊκή Ένωση και έναν φιλοευρωπαϊκό ριζοσπαστισμό. Ζήτησε ευρωπαϊκή νομοθεσία για την ανθεκτικότητα στην κλιματική αλλαγή, περισσότερη δράση για τη διαχείριση κινδύνων, επενδύσεις στην καινοτομία και παγκόσμια πρωτοπορία για ένα νομικό πλαίσιο για την τεχνητή νοημοσύνη. Η Ευρώπη πρέπει να επιδείξει δύναμη για να αντισταθεί στη Ρωσία και να συνεχίσει να στηρίζει την Ουκρανία, είπε, προσθέτοντας ότι η ΕΕ πρέπει να αυξήσει τη σφαίρα επιρροής της και να γίνει ασφαλές καταφύγιο για τους δημοκράτες του κόσμου. Ολοκλήρωσε την ομιλία της ζητώντας έναν φιλόδοξο προϋπολογισμό που θα αποφέρει αποτελέσματα για τους πολίτες.

Η Terry Reintke (Πράσινοι, Γερμανία) τόνισε ότι η Ευρώπη βρίσκεται ήδη σε κατάσταση κλιματικής έκτακτης ανάγκης και κατηγόρησε τους ηγέτες της ΕΕ ότι δεν ανταποκρίθηκαν επαρκώς στις δασικές πυρκαγιές, τους καύσωνες και τους θανάτους που προκλήθηκαν από τη ζέστη αυτό το καλοκαίρι. Επέκρινε τις προσπάθειες αποδυνάμωσης της Πράσινης Συμφωνίας και ανακοίνωσε ότι η ομάδα της θα ζητήσει τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής σχετικά με τις ελλείψεις στην επιβολή της συμφωνηθείσας νομοθεσίας της ΕΕ για το κλίμα. Ζήτησε ένα σαφές χρονοδιάγραμμα για τη σταδιακή κατάργηση των ορυκτών καυσίμων, έναν φόρο απροσδόκητων κερδών για να πληρώσουν οι ρυπαίνοντες και ένα κατάλληλα χρηματοδοτούμενο σχέδιο προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή στον επόμενο προϋπολογισμό της ΕΕ. Κάλεσε την Ευρώπη να δράσει με μεγαλύτερη εμπιστοσύνη εναντίον αυτών που περιέγραψε ως ισχυρούς αντιπάλους, συμπεριλαμβανομένου του Ντόναλντ Τραμπ, των τεχνολογικών ολιγαρχών και του Βλαντιμίρ Πούτιν.

«Το γέμισμα ενός ντεπόζιτου με βενζίνη κοστίζει ήδη πάνω από 100 ευρώ και εκατομμύρια άνθρωποι πρέπει να επιλέξουν μεταξύ φαγητού, στέγασης και μετακίνησης», δήλωσε η Manon Aubry (Αριστερά, Γαλλία), ζητώντας πάγωμα των τιμών και έναν «φόρο στα υπερκέρδη των πετρελαϊκών εταιρειών». Κατήγγειλε την «τεράστια ατζέντα απορρύθμισης» της Επιτροπής. «Προτιμάτε την πολιτική καμένης γης που χαρακτηρίζει την οικολογία ως εχθρό παρά μια βαθιά αναμόρφωση των οικονομικών μοντέλων», κατήγγειλε. Επέκρινε την απουσία μιας «δημοκρατικής και λαϊκής εντολής» για τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ασφαλείας και μιας ειδικής σχέσης με τον Καναδά, καταγγέλλοντας επίσης την απουσία κυρώσεων κατά του Ισραήλ και τη μη αναστολή της συμφωνίας σύνδεσης ως απάντηση στην κατάσταση στη Λωρίδα της Γάζας.

Ο René Aust (Ευρώπη των Κυρίαρχων Εθνών, Γερμανία) περιέγραψε την κατάσταση της Ένωσης ως μια κατάσταση χαμένων συνόρων και χαμένης ανταγωνιστικότητας. Είπε ότι κατά τη διάρκεια μιας επίθεσης επτά εβδομάδων στα σύνορα της ΕΕ, παρά τη βαρύτητα της κατάστασης δεν έγινε τίποτα και ότι η Ευρώπη δεν αποτελεί φρούριο. Ζήτησε λιγότερες δομές και γραφειοκρατία, δηλώνοντας ότι γίνεται το αντίθετο. Εξέφρασε την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι τα πατριωτικά κόμματα κερδίζουν έδαφος στην Ευρώπη και εργάζονται για την επίτευξη της «Ευρώπης που όλοι επιθυμούμε».

Παρακολουθήστε μαγνητοσκοπημένη ολόκληρη τη συζήτηση.

Κ. Λάμπος: Ατομική ιδιοκτησία, κοινωνία, πολιτικά δικαιώματα και πολιτισμός

0

 

Γράφει ο Κώστας Λάμπος

Διδάκτωρ Οικονομικών επιστημών του 

FREIE UNIVERSITAET BERLIN

[email protected], 

Η ατομική ιδιοκτησία εξαχρειώνει τους ιδιοκτήτες. Για το καλό των πλουσίων πρέπει να την ξεφορτωθούμε.

Όσκαρ Ουάιλντ[1]

Γνώση χωρίς δικαιοσύνη πρέπει να ονομάζεται πανουργία και όχι εξυπνάδα.

Πλάτων 

Στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες οι οικονομικές ρυθμίσεις ήταν ενσωματωμένες στις κοινωνικές σχέσεις, ενώ με την ανάδυση της οικονομίας της αγοράς οι κοινωνικές σχέσεις υποτάσσονται στις οικονομικές επιταγές. Η οικονομία της αγοράς οδηγεί σταδιακά στην αγοραιοποίηση της κοινωνίας.

Καρλ Πολάνυι[2]

Σκεφτείτε πέρα από τα παιδιά, τα εγγόνια και τα δισέγγονά σας. Μην είστε εγωιστές και κοντόφθαλμοι. Σκεφτείτε και τα δισέγγονα των δισεγγόνων σας, τις μελλοντικές γενιές.

Satsok Sopmal[3]

Η φύση ανήκει σε όλους εξίσου, ακόμα και στις μελλούμενες γενεές. Δεν μπορεί να ανήκει σε κανένα ατομικά ή να την εκμεταλλεύεται κανένας ατομικά.

Γιώργος Κολέμπας[4]

Όπου δεν υπάρχει ιδιοκτησία, δεν υπάρχει αδικία.

Τζον Λοκ

Οι έρευνες της σύγχρονης κοινωνικής ανθρωπολογίας καταλήγουν, σε πείσμα των σκοταδιστικών μύθων[5] και των εξουσιαστικών ιδεολογιών, στο συμπέρασμα ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του κοινωνικό όν και ότι δεν νοείται άνθρωπος εκτός κάποιας οργανωμένης και κατά κάποιον τρόπο αυτοδιευθυνόμενης συλλογικότητας που αποσκοπεί στην ασφάλεια, στην ευημερία και στην ευτυχία όλων ανεξαίρετα των μελών της. Αυτές οι σχέσεις αμοιβαιότητας μεταξύ ατόμων και της κοινωνίας τους «επανεμφανίζονται με αξιοσημείωτη συνέπεια στις κοινωνίες όλων των περιόδων και όλων των περιοχών, και οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την επιβίωση των κοινωνιών εμφανίζονται σταθερά οι ίδιες: Η ανθρώπινη οικονομία θεμελιώνεται στις κοινωνικές σχέσεις, ο άνθρωπος δεν δρα για να διασφαλίσει το ατομικό του συμφέρον με την κατοχή υλικών αγαθών, αλλά για να διασφαλίσει την κοινωνική του υπόσταση, τις κοινωνικές του κατακτήσεις και φιλοδοξίες και εκτιμά τα υλικά αγαθά μόνο εφόσον συμβάλλουν προς αυτήν την κατεύθυνση».[6] Η ενότητα της κοινότητας-κοινωνίας ήταν το αποτέλεσμα της ενότητας της γης, της αποκλειστικής υλικής βάσης που διασφάλιζε δυναμικά την κοινότητα συμφερόντων, καλλιεργώντας σχέσεις αμοιβαιότητας, κοινής αντίληψης, αλληλεγγύης, συντροφικότητας και κοινής δράσης, με αποκλειστικό σκοπό τη διασφάλιση της επιβίωσης, τη μεγιστοποίηση της ασφάλειας και την, ανάλογη με τις εκάστοτε συνθήκες, αριστοποίηση του κοινού συμφέροντος.

Αντίθετα, η διάσπαση της ενότητας της κοινόκτητης γης, της κοινής υλικής βάσης της ύπαρξης των ανθρώπων και της προόδου της αρχαίας κοινωνίας, σε μερίδια ατομικής ιδιοκτησίας[7] είχε, όπως ήταν φυσικό, ως αποτέλεσμα τη μετατροπή των ισότιμων μελών της κοινότητας σε ανισότιμους ατομικούς ιδιοκτήτες γης και σε μη ιδιοκτήτες γης ή σε μικρούς ιδιοκτήτες γης, η ζωή των οποίων στο εξής θα εξαρτάται από τα συμφέροντα και τη βούληση των ισχυρών ατομικών ιδιοκτητών γης, οι οποίοι θα ελέγχουν την παραγωγή των αγαθών και του πλούτου, αλλά και τη νομοθετική και πολιτική εξουσία.

Η ατομική ιδιοκτησία ανέτρεψε την έννοια της συλλογικά αυτοδιοικούμενης κοινότητας, που στηριζόταν στη συμμετοχή όλων στη λήψη των αποφάσεων που αφορούσαν το κοινό συμφέρον, στην ισότιμη συνεργασία για κοινό σκοπό, στην άμιλλα και στον αμοιβαίο σεβασμό της προσωπικότητας και της αξιοπρέπειας του άλλου που εδράζονταν στην ανάλογη με τις ανάγκες ισοκατανομή του πλούτου. Από τη στιγμή που η πολιτική εξουσία δίνει, ερήμην και ενάντια στην κοινωνία, νομική υπόσταση στην ατομική ιδιοκτησία και της προσδίδει ιδιότητες «ιερού δικαιώματος», την καθιστά «μήλον της Έριδος», πηγή ανταγωνισμού μέχρι θανάτου και δύναμη αποϊεροποίησης της ζωής του ανθρώπου, των ατομικών δικαιωμάτων, των πολιτικών και των κοινωνικών ελευθεριών του.

Έτσι, ανατράπηκε η λογική της κανονικότητας και η φιλοσοφία της κοινωνικότητας, και ο ομοιόμορφος κοινωνικός ιστός των κοινωνιών της ισοκατανομής μετασχηματίστηκε εξαιτίας του θεσμού της ατομικής ιδιοκτησίας από σύστημα ισότητας και ισονομίας σε ανομοιόμορφο σύστημα σχέσεων ανισότητας μεταξύ των ιδιοκτητών με τους μη ιδιοκτήτες, αλλά και των δύο με τη Φύση και τα παραγόμενα αγαθά, που ξαφνικά μετατράπηκαν από αξίες χρήσης, από κοινά αγαθά, σε εμπορεύματα, με αποτέλεσμα την εξάρτηση των μη ιδιοκτητών από τους ιδιοκτήτες.

Από αυτό το ιστορικό σημείο και μετά οι κοινωνίες δομούνται πάνω στις σχέσεις ατομικής ιδιοκτησίας και ανισότητας, κύριο χαρακτηριστικό των οποίων αποτελεί ο ανταγωνισμός τόσο μεταξύ των ατομικών ιδιοκτητών για το μεγάλωμα της ιδιοκτησίας του ενός σε βάρος του άλλου όσο και μεταξύ των ατομικών ιδιοκτητών γενικά και των μη ιδιοκτητών, που επιδιώκουν είτε ατομικά και εσφαλμένα να γίνουν και αυτοί ιδιοκτήτες είτε συλλογικά με στρατηγικό στόχο να καταργηθεί η ατομική ιδιοκτησία. Έκτοτε ολόκληρη η ιστορία της ανθρωπότητας είναι γεμάτη από κλιμακούμενους κοινωνικούς αγώνες για την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και την αποκατάσταση της κανονικότητας της οικονομικής και κοινωνικής ισότητας μεταξύ των ανθρώπων.[8]

Το γεγονός ότι η ατομική ιδιοκτησία υπερίσχυσε της κοινωνικότητας δεν οφείλεται κατά κανέναν τρόπο στην ανωτερότητά της, όπως υποστηρίζουν οι απολογητές και νομείς της, αλλά στο γεγονός ότι η ατομική ιδιοκτησία, ως ατομική, ταξική και κρατική εξουσία, επιστράτευσε τη βία των όπλων, των νόμων, των σκοταδιστικών ιερατείων και των εξουσιαστικών-κατασταλτικών δομών, με τα οποία έχτισε την κοινωνική κυριαρχία της πάνω σε βουνά πτωμάτων και σε ωκεανούς αίματος των αδικημένων που διαχρονικά αποζητούσαν και συνεχίζουν να αποζητούν το δικαίωμα στη ζωή και στην ελευθερία, στη βάση της κοινωνικής ισότητας και της κοινωνικής δημοκρατίας των ίσων.

Η αντικοινωνική φύση της ατομικής ιδιοκτησίας άλλαξε ριζικά την κοινωνική δομή και μετέβαλε τους ανθρώπους σε θανάσιμα ανταγωνιζόμενα υποκείμενα, που χάνουν την κοινωνικότητά τους και, για να επιβιώσουν, συσπειρώνονται σε θανάσιμα ανταγωνιστικές κοινωνικές συμμορίες και σε εχθρικές τάξεις. Καταργώντας όμως την κοινωνικότητα, η ατομική ιδιοκτησία επέβαλε τον αντικοινωνικό ατομισμό, ο οποίος λειτουργεί ως σπόρος διχασμού, ανταγωνισμού, πολεμικών συγκρούσεων και εγκληματικότητας. Αν λοιπόν η ατομική ιδιοκτησία, και όχι η ανθρώπινη φύση ή το «κακό το ριζικό μας», διασπά τις κοινωνίες σε θανάσιμα ανταγωνιζόμενους ιδιοκτήτες, σε ανταγωνιζόμενες κοινωνικές τάξεις και σε ανταγωνιζόμενα έθνη, τότε γίνεται φανερό πως η ουσιαστική κατάργησή της θα συμβάλει στην επανασυμφιλίωση των ανθρώπων, στην αποκατάσταση της ενότητας των κοινωνιών και στην ειρήνευση μεταξύ ανθρώπων και εθνών, μεταξύ Φύσης και κοινωνίας, πάνω στην οποία θα ανθίσει ένας νέος οικουμενικός ουμανιστικός πολιτισμός.

Ας φανταστούμε μια μορφή κοινωνικής οργάνωσης χωρίς ατομική ιδιοκτησία, που σε τελική ανάλυση σημαίνει μια κοινωνία χωρίς εξουσία, χωρίς ανισότητες, αδικίες, συγκρούσεις και εγκληματικότητα, για να κατανοήσουμε ότι ένας τεράστιος πλούτος καταναλώνεται αντιπαραγωγικά για να κινηθεί ένας ολόκληρος γαλαξίας από θεσμούς και υπηρεσίες προστασίας, υποτίθεται της κοινωνίας, αλλά στην ουσία προστασίας της ατομικής ιδιοκτησίας και της εξουσίας, όπως λ.χ. κτηματολόγια, υποθηκοφυλακεία, αγρονομεία, δικαστήρια, φυλακές, αστυνομία, στρατός, αλλά και ένα πλήθος ανθρώπων καταστρέφονται εξαιτίας της παραβατικότητας που σχετίζεται με την ατομική ιδιοκτησία. Ας σκεφτούμε ότι όλος αυτός ο πλούτος και το τεράστιο ανθρώπινο δυναμικό δεν σπαταλιέται για την υπεράσπιση της καταστροφικής ατομικής ιδιοκτησίας και της εξουσίας, αλλά αξιοποιείται για δημιουργικούς-ειρηνικούς σκοπούς, για να κατανοήσουμε πόσο ρεαλιστική είναι η ιδέα για την οικοδόμηση μιας κοινωνίας της ισότητας, της ειρήνης και της καθολικής ευημερίας.

Με τον όρο πολιτική αποδίδεται το αναφαίρετο δικαίωμα του Πολίτη να ασχολείται άμεσα, ατομικά και συλλογικά, θεσμικά και αποφασιστικά, με τα της Πολιτείας του, προκειμένου η Πολιτεία του, ως το κορυφαίο συλλογικό Εμείς, να διασφαλίζει και να προσφέρει σε όλα ανεξαίρετα τα μέλη της αναλογική κοινωνική ισότητα, ισονομία, ελευθερία, ευημερία και ευζωία. Όπως είναι γνωστό στις προϊδιοκτησιακές κοινωνίες, η αναλογική συμμετοχή όλων ανεξαίρετα των μελών τους στην παραγωγική δραστηριότητά τους ήταν αυτονόητη, όπως αυτονόητη ήταν και η αναλογική κοινωνική ισότητα με την έννοια της ίσης απολαβής για ίσες ανάγκες από τα κοινά αγαθά της κοινής προσπάθειας.

Με την εμφάνιση της ατομικής ιδιοκτησίας και συνακόλουθα της ατομικής και ταξικής εξουσίας πάνω στην κοινωνία καταργήθηκε η έννοια της κοινότητας, της αναλογικής κοινής προσπάθειας και της αναλογικής κατανομής των κοινών αγαθών, με άμεσο αποτέλεσμα την άνιση συμμετοχή στα της Πολιτείας και στα του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου. Η ατομική ιδιοκτησία διέρρηξε,  τον κοινωνικό ιστό, διέσπασε τις κοινωνίες σε ατομικούς ιδιοκτήτες-εξουσιαστές-εκμεταλλευτές και σε μηδέν-κατέχοντες-εξουσιαζόμενους-εκμεταλλευόμενους με αποτέλεσμα τη ματωμένη πορεία του ανθρώπινου πολιτισμού, μέχρι που φτάσαμε στο σύγχρονο τρόπο παραγωγής, στον καπιταλισμό.

Η ατομική ιδιοκτησία άλλαξε και το περιεχόμενο του όρου πολιτική, γιατί την αφαίρεσε από την αυτοπροσδιοριζόμενη κοινωνία και τη μετέφερε στους επαγγελματίες πολιτικούς, στην κυβέρνηση και στο ταξικό κράτος των μεγαλοϊδιοκτητών των μέσων παραγωγής. Με αυτόν τον τρόπο η ταξική πολιτική υπέταξε την κοινωνία στην κοινωνικά μη ελεγχόμενη οικονομία με αποτέλεσμα την ανισομερή ανάπτυξη με τις τεράστιες οικονομικές, κοινωνικές και περιφερειακές ανισότητες, καθώς επίσης και την άνιση ανταλλαγή μεταξύ των διαφόρων χωρών και τον αποικιοκρατικό και ιμπεριαλιστικό διεθνή καταμερισμό της εργασίας σε βάρος των περισσότερων χωρών του πλανήτη. Υπ’ αυτές τις συνθήκες κυριαρχίας της ατομικής ιδιοκτησίας, το δικαίωμα των πολιτών ν’ αποφασίζουν για τη ζωή τους και για τη χώρα τους φαλκιδεύτηκε και κατάληξε σε «δικαίωμα ψηφοφόρου» κάθε τόσο και εφόσον η λεγόμενη «κοινοβουλευτική δημοκρατία’ δεν έχει μεταμορφωθεί σε φασιστική στρατιωτική δικτατορία. Για όλα αυτά τα αντικοινωνικά και παράλογα χρειάστηκαν θεωρίες, προπαγάνδα και βία που να κάνουν το μαύρο άσπρο, το λάθος σωστό, το «κρέας ψάρι» και το άδικο δίκαιο.

Ο Ιμμάνουελ Καντ,[9] ένας από τους κυριότερους θεμελιωτές του λεγόμενου φιλελευθερισμού, δηλαδή της ιδεολογίας της ατομικής ιδιοκτησίας και της κοινωνικής ανισότητας, αποφαίνονταν ότι «όσοι είναι αναγκασμένοι να πουλάνε την εργατική τους δύναμη, όπως οι υπηρέτες, οι μισθωτοί εργάτες, οι υπάλληλοι καταστημάτων, δεν χρειάζεται να στοχάζονται, δεν πρέπει να αναρωτιούνται για τις αρχές με τις οποίες λειτουργεί η κοινωνία και φυσικά δεν μπορούν να είναι πολίτες με την πλήρη έννοια του όρου».[10] Τις ίδιες αντιλήψεις είχαν, όπως θα δούμε στη συνέχεια, σχεδόν όλοι οι διανοούμενοι εκείνης της περιόδου των απαρχών του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Με απλά λόγια, ουσιαστικά αυτό σημαίνει ότι τους μη ιδιοκτήτες μέσων παραγωγής, που αναγκάζονται προκειμένου να ζήσουν να πουλάνε την πνευματική και μυϊκή τους δύναμη, δεν τους επιτρέπεται να ασχολούνται με τα κοινά, δηλαδή δεν τους επιτρέπεται να ασχολούνται με την Πολιτική και την Πολιτεία τους και σε τελική ανάλυση δεν τους επιτρέπεται να είναι Πολίτες, όπως ακριβώς συνέβαινε και στη δουλοκτητική κοινωνία.

Ο φιλελεύθερος Τζων Στιούαρτ Μιλ διαφωνεί με τον αποκλεισμό κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων από την εκλογική διαδικασία και αντιπροτείνει να ψηφίζουν όλοι, αλλά με ένα σύστημα πολλαπλής ψήφου, ανάλογα με το επίπεδο μόρφωσης και το επάγγελμα που ασκεί ο κάθε ψηφοφόρος. Έτσι, ο ανειδίκευτος εργάτης θα πρέπει να έχει μία ψήφο, ο εκπαιδευμένος δύο, ένας αρχιεργάτης ή επιστάτης τρεις, ένας έμπορος τρεις ή τέσσερις και ένας νομικός, γιατρός, ιερέας ή ένας άνθρωπος των γραμμάτων και των τεχνών πέντε ή έξι ψήφους,[11] ώστε «οι έξυπνες τάξεις να καθοδηγούν την κυβέρνηση και αυτή με τη σειρά της τις ηλίθιες (stupid) τάξεις».[12] Μην ξεχνούμε ότι αυτές τις κοινωνικές τάξεις ακόμα και σύγχρονοι νεοφιλελεύθεροι τις θέλουν άλαλες και χωρίς κανένα δικαίωμα, αφού όλα τα δικαιώματα πηγάζουν από το δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας που αποφέρει πλούτο και εξουσία.[13] Μάλιστα η διανόηση της δεξιάς ως ‘Πλατωνισμός’[14] και της αστικής/συστημικής αριστεράς, του τριτοτεταρτοδιεθνιστικού κρατικοκαπιταλισμού που καταχρηστικά εμφανίζεται ως κομμουνισμός, τις υποβαθμίζει ακόμα περισσότερο αποκαλώντας τες ‘μάζες’ και ‘όχλο’ που τάχα δεν έχουν δική τους κοινωνική συνείδηση, την οποία όμως φέρνουν απέξω, αλλά ως νόθα συνείδηση, οι «αστικές επαναστατικές πρωτοπορίες», αντιφάσκοντας με την πάγια διαλεκτική θέση ότι το κοινωνικό Είναι των ανθρώπων προσδιορίζει την κοινωνική τους συνείδηση. Βέβαια, η ταύτιση της βίας και του πλούτου με την εξυπνάδα και της αμορφωσιάς και της φτώχειας με την ηλιθιότητα μπορεί να βολεύει τον κερδοφόρο κοινωνικό ρατσισμό της αστικής ιδεολογίας, όμως ακόμα και σε συνθήκες βίας και οικονομικής-κοινωνικής ανισότητας δεν επιβεβαιώνεται επιστημονικά ως φυσική κατάσταση, αλλά ως συστημικό αποτέλεσμα βίαιων καπιταλιστικών οικονομικών, εκπαιδευτικών και θρησκευτικών θεσμών και αντίστοιχων κοινωνικών δομών που σκόπιμα και συστηματικά διασπούν τις κοινωνίες σε «έξυπνους» έχοντες και κατέχοντες και σε «ηλίθιους» μη έχοντες και μη κατέχοντες.

Με την εξαφάνιση και των τελευταίων οχυρών της φεουδαρχίας και του πολιτικού συστήματος της «ελέω θεού» και βίας μοναρχίας και την εμπέδωση του καπιταλισμού και της αστικής δημοκρατίας, η έννοια της πολιτικής φτώχυνε και περιορίστηκε στο να εκφράζει τη δραστηριότητα των κυρίαρχων οικονομικών δυνάμεων και των επαγγελματιών πολιτικών που λειτουργούν ως διαχειριστές των συμφερόντων των οικονομικά κυρίαρχων τάξεων. Όσοι αναγκάζονταν να πωλούν την πνευματική και σωματική τους δύναμη για να ζήσουν, στερούνταν ακόμα και αυτού του δικαιώματος να ψηφίζουν τους πολιτικούς διαχειριστές της Πολιτείας. Αυτές οι αντιλήψεις, περί φιλελευθερισμού, αποτυπώθηκαν στους πρώτους θεμελιακούς νόμους, στα λεγόμενα Συντάγματα του 18ου και του 19ου αιώνα όλων των ευρωπαϊκών χωρών, με τα οποία οι κυρίαρχες τάξεις κρατούσαν μακριά από το κοινωνικό Γίγνεσθαι το μεγαλύτερο και το δημιουργικότερο κομμάτι της κοινωνίας, με αποτέλεσμα ένας στους δώδεκα Βρετανούς πολίτες να έχει το δικαίωμα του εκλέγειν. Την ίδια περίοδο στη Γαλλία, λόγω της τιμοκρατικής ψήφου, από έναν πληθυσμό τριάντα δύο εκατομμυρίων μόνο 170 χιλιάδες είχαν δικαίωμα ψήφου.[15] Στις ΕΠΑ, δικαίωμα ψήφου είχαν αρχικά μόνο λευκοί άνδρες που κατείχαν σοβαρή ιδιοκτησία.[16] Η ραγδαία καπιταλιστική μεγέθυνση κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, που απαλλοτριώνοντας τη φτωχή αγροτιά την ενσωμάτωσε σταδιακά στο βιομηχανικό στρατό, υποχρέωσε την κυρίαρχη τάξη να παραχωρήσει τμηματικά και σε δόσεις το γενικό εκλογικό δικαίωμα στους προλετάριους και στις γυναίκες, αλλά κι αυτό ως ψευδαίσθηση δικαιώματος, αφού αυτό το σκιώδες δικαίωμα δεν μπορούσε ν’ αλλάξει παρά μόνο τους πολιτικούς διαχειριστές του κεφαλαίου και όχι το ίδιο το σύστημα του κεφαλαίου.

Η Ελλάδα αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση χώρας στην οποία η εξέλιξη του εκλογικού δικαιώματος επιφυλάσσεται μόνο για τους έχοντες ατομική ιδιοκτησία. Το Σύνταγμα του 1844 δεν προσδιόριζε τα προσόντα του εκλογέα. Αυτά προσδιορίστηκαν από τον εκλογικό νόμο της 18ης Μαρτίου 1844. Δικαίωμα ψήφου δινόταν σε «όλους τους εντός του βασιλείου γεννηθέντες Έλληνας που είχαν συμπληρώσει το 25ον έτος της ηλικίας τους και είχαν ιδιοκτησίαν τινά, κινητή ή ακίνητη, εντός της επαρχίας όπου έχουν την πολιτικήν διαμονήν των».[17] Είκοσι χρόνια μετά, αλλάζει μόνο το όριο ηλικίας. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του εκλογικού νόμου του 1864,«το δικαίωμα του ψηφοφορείν ανήκει εις πάντας τους κατά τους καθεστώτας νόμους πολίτας Έλληνας, συμπληρώσαντας το 21ον έτος της ηλικίας των, έχοντας ιδιοκτησίαν τινά ή μετερχομένους οιονδήποτε επάγγελμα ή επιτήδευμα»,[18] στα οποία φυσικά δεν συμπεριλαμβάνονταν όσοι ζούσαν από εξαρτημένη εργασία.

Ο ιστορικός Παπαρρηγόπουλος μας πληροφορεί ότι μεταξύ αυτών που δεν είχαν εκλογικό δικαίωμα βρίσκονταν οι κληρικοί, οι ανεπάγγελτοι, οι παράφρονες, οι κατάδικοι, οι υπόδικοι για κακούργημα και όσοι έχασαν τη διαχείριση της περιουσίας τους.[19] Γενικά, «του δικαιώματος του εκλέγειν στερούνταν όσοι ήταν κατώτερης κοινωνικής προέλευσης, δηλαδή “ανέστιοι”, “φερέοικοι”, “επαίτες” και οι “διάγοντες τον υπηρεσιακόν βίον”».[20] Αν σε όλες αυτές τις κατηγορίες προσθέσουμε και τις γυναίκες, που η, ταυτισμένη απόλυτα με την ατομική ιδιοκτησία, πατριαρχική εξουσία τις ήθελε εκτός κοινωνίας και πολιτικής, τότε θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως η ατομική ιδιοκτησία στέρησε και συνεχίζει να στερεί, με τον περιορισμό των πνευματικών, κοινωνικών και πολιτικών ελευθεριών, την αποφασιστική πλειονότητα των κοινωνιών και της εργαζόμενης ανθρωπότητας από το δικαίωμα ν’ αποφασίζει για τη ζωή και το μέλλον της.[21] Αυτά, και χρειάζεται να υπογραμμιστεί στο σημείο αυτό, όσον αφορά το δικαίωμα του εκλέγειν, γιατί το δικαίωμα του εκλέγεσθαι δεν το στερούνται μόνο όσοι δεν έχουν αποκτήσει ακόμα το δικαίωμα του εκλέγειν, αλλά και όσοι έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν αλλά στερούνται περιουσιακών στοιχείων ικανών να ανταποκριθούν στις ιδιαίτερα υψηλές δαπάνες των εξοντωτικών ανταγωνισμών τόσο μεταξύ των υποψηφίων διαφορετικών κομμάτων όσο και αυτών εντός του ιδίου κόμματος, που αποσκοπούν στην άμεση ή έμμεση εξαγορά των συνειδήσεων των ψηφοφόρων. Βέβαια, τέτοιο πρόβλημα δεν έχουν όσοι υποψήφιοι έχουν εξασφαλίσει αφανείς χρηματοδότες, την υποστήριξη ξένων πρεσβειών και συγκροτημάτων ΜΜΕ, με αντάλλαγμα διάφορες διευκολύνσεις που θα αποφέρουν πολλαπλάσια οφέλη στους υποστηρικτές τους. Διευκολύνσεις που φτάνουν μέχρι την προδοσία των ψηφοφόρων, συχνά μάλιστα μέχρι και την προδοσία της ίδια της πατρίδας τους.

Όλα αυτά βέβαια αφορούν την αστική δημοκρατία του κεφαλαίου, γιατί στην Άμεση Αθηναϊκή Δημοκρατία το πρόβλημα αυτό είχε λυθεί με τη μέθοδο της κλήρωσης μέχρι και του αριθμητικά τελευταίου πολίτη για ορισμένο χρόνο και με την επιφύλαξη της άμεσης ανάκλησης των βουλευτών και όσων άλλων ασκούσαν διοίκηση, γιατί γνώριζαν ότι «Δημοκρατικόν μεν είναι το κληρωτάς είναι τας αρχάς, το δ’ αιρετάς ολιγαρχικόν, και δημοκρατικόν μεν το μη από τιμήματος, ολιγαρχικόν δε το από τιμήματος»,[22] πράγμα που σημαίνει ότι πραγματική δημοκρατία υπάρχει όπου και όταν όλοι ανεξαίρετα οι Πολίτες και ανεξάρτητα από ατομικές ιδιοκτησίες και περιουσίες (τιμήματα) κληρώνονται από την Εκκλησία του Δήμου για την υλοποίηση των αποφάσεών της και για την τήρηση των νόμων περί ισηγορίας, ισονομίας και ισοπολιτείας.

Όμως στην ιστορική μνήμη των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού είναι καταγεγραμμένες οι εμπειρίες των κοινωνιών της ισοκατανομής, της Αθηναϊκής Δημοκρατίας[23] αλλά και τα οράματά τους και οι διαχρονικοί αγώνες τους για την κοινωνική ισότητα, που πάντα στόχευαν στην κατάργηση της ατομικής και της κρατικής ιδιοκτησίας στα πλαίσια της άμεσης αταξικής δημοκρατίας και του οικουμενικού ουμανιστικού πολιτισμού.

Οι κοινωνίες της ισοκατανομής, όπως δείχνουν όλες οι σχετικές ανθρωπολογικές έρευνες, πορεύονταν με ρυθμούς και δράσεις που διατηρούσαν σε δημιουργική ισορροπία τη σχέση ενότητάς τους με τη Φύση. Είναι προφανές ότι η συνέχιση αυτής της πορείας θα οδηγούσε σε έναν διαφορετικό από το σημερινό πολιτισμό. Το πιθανότερο είναι ότι θα οδηγούσε σ’ έναν πολιτισμό του μέτρου και στα μέτρα του ανθρώπου, με λιγότερες, ίσως, αλλά καλύτερες, οδοντόπαστες, μάρκες και μοντέλα αυτοκινήτων και χωρίς περιττά αγαθά πολυτελείας, με λιγότερες τεχνικές και υπηρεσίες πειθαναγκασμού, χωρίς τανκς, βομβαρδιστικά αεροπλάνα και πυρηνικές βόμβες, χωρίς όπλα και καταστροφικούς πολέμους, αλλά οπωσδήποτε με περισσότερο ελεύθερο χρόνο για ελεύθερη δημιουργικότητα και συνεργασία, που θα τροφοδοτούσε μια κοινωνία της αξιοπρέπειας, της ισότητας και της κοινής ευτυχίας.

Ο Πλάτωνας, σε αντίθεση με τον Αριστοτέλη που ήταν θιασώτης της ατομικής ιδιοκτησίας, έχοντας μελετήσει την ήδη πλούσια εμπειρία από την εφαρμογή της ατομικής ιδιοκτησίας, και παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ήταν μεγαλογαιοκτήμονας και παρά τις διάφορες ιδεαλιστικές θεωρητικές αντιφάσεις του, προσδοκά στην Ιδανική Πολιτεία του μια άλλη κοινωνία και έναν άλλο πολιτισμό, όπου καταστάσεις και έννοιες όπως «δικό μου και δικό σου», που «διασπούν την πόλη και την κάνουν πολλές αντί μία», δεν θα είναι νοητές, αφού «όλοι οι πολίτες μαζί, που δεν θα έχουν ούτε ιδιαίτερες κατοικίες, ούτε ιδιόκτητα χωράφια, ούτε κανένα ιδιαίτερο κτήμα […] δεν θα έχουν μέρος στο ίδιο το πράγμα που όλοι θα το λένε δικό μου, αλλά θα ανήκει σε όλους και το συμφέρον του ενός δεν θα είναι διαφορετικό από το συμφέρον του άλλου […], οπότε θα πάνε στο καλό και οι δίκες και οι καταγγελίες μεταξύ τους, αφού τίποτα κανείς δεν θα έχει ιδιαίτερο παρά το σώμα του και όλα τα άλλα κοινά και που αποτέλεσμα θα είναι να λείψουν αναμεταξύ τους οι διχόνοιες, όσες τουλάχιστον προέρχονται από κτηματικές διαφορές».[24]

Όμως η βίαιη επιβολή της ατομικής ιδιοκτησίας πάνω στη γη και σε ανθρώπους είχε ως φυσικό επακόλουθο τη διατάραξη της ισοκατανομής και την επιβολή της οικονομικής και κοινωνικής ανισότητας, γεγονός που ξεστράτισε τον ανθρώπινο πολιτισμό και από πολιτισμό κοινωνικού αυτοπροσδιορισμού τον υποβάθμισε σε εξουσιαστική βαρβαρότητα των ατομικών ιδιοκτητών σε βάρος της υπόλοιπης κοινωνίας. Έτσι, φτάσαμε στη σημερινή καπιταλιστική βαρβαρότητα που προβατοποιεί την κοινωνία-ανθρωπότητα, καταστρέφει τη Φύση και γκριζάρει τους ορίζοντες ενός γόνιμου, πολυσθενικού, πολύχρωμου και ανθρωποκεντρικού-ανθρωπιστικού πολιτισμού.

Η ατομική ιδιοκτησία, ως ατομική εξουσία και εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, δεν άλλαξε μόνο τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι δημιουργούν, τρέφονται και συμβιώνουν, αλλά, κατά συνέπεια, άλλαξε και τον τρόπο με τον οποίο είναι υποχρεωμένοι να σκέπτονται, με αποτέλεσμα το πέρασμα από την πολιτική κουλτούρα τού Εμείς όλοι μαζί για το καλό όλων μας στην απολίτικη αντίληψη του Εγώ εναντίον όλων, ο σώζων εαυτόν σωθήτω και ο «θάνατός σου η ζωή μου».

Αυτή η αλλαγή που επέφερε η ατομική ιδιοκτησία αποτέλεσε και την αρχή της μεγάλης εκτροπής του ανθρώπινου πολιτισμού, η οποία αρχικά εκφράστηκε ως διαμάχη μεταξύ της ιδεαλιστικής-εξουσιαστικής και της υλιστικής-φυσικής φιλοσοφίας στην αρχαία Ελλάδα και στη συνέχεια πήρε τη μορφή της αντίθεσης μεταξύ θεοκρατίας και επιστήμης, για να καταλήξει σε αγεφύρωτη σύγκρουση μεταξύ κεφαλαίου και κοινωνίας-ανθρωπότητας ως οικονομία του Φόβου και της παρακμής, η οποία σταδιακά μορφοποιείται ως καπιταλιστική παρακμή και βαρβαρότητα, ως αμερικανισμός[25] και «ως πολιτισμός του θανάτου»[26].

Έξοδος από αυτή τη ζοφερή πραγματικότητα δεν είναι νοητή χωρίς την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, χωρίς την κατάργηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, τη μόνη αναγκαία και ικανή ανατροπή-συνθήκη για την αποκατάσταση της κοινωνικής ισότητας μεταξύ των ανθρώπων, της ενότητας της κοινωνίας, της ενότητας της ανθρωπότητας και της ενότητας μεταξύ κοινωνίας-ανθρωπότητας και Φύσης-Βιόσφαιρας και της ειρήνευσης της ζωής και της ανθρώπινης ύπαρξης, που ως αταξικός οικουμενικός ουμανιστικός πολιτισμός μπορεί να δίνει νόημα, σκοπό και περιεχόμενο στη ζωή, στην ύπαρξη και στην ανθρώπινη περιπέτεια[27].

Η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και όλων των μορφών καταπιεστικής εξουσίας[28] θα δώσει την ευκαιρία σε όλες τις μορφές της τέχνης να πάψουν να υποτάσσονται στο χρήμα και στην εξουσία και να δημιουργούν με σκυμμένο το κεφάλι. Σε συνθήκες αμεσοδημοκρατικής αυτοδιεύθυνσης της κοινωνίας οι τέχνες θα στραφούν από το γκρίζο, το μαύρο, το τραγικό και το γκροτέσκο, από το μοιρολόι, την απελπισία και το θρήνο στο πολύχρωμο, το αισιόδοξο, το δημιουργικό και το ξάστερο της ελευθερίας των ίσων και της γόνιμης διαφορετικότητας των ευτυχισμένων ανθρώπων που έρχονται από μακριά για να πάνε τον ανθρώπινο πολιτισμό ακόμα μακρύτερα, στους άπειρους ορίζοντες του διαχρονικού ονείρου του ανθρώπου και στον πολυδιάστατο homo humanisticus universalis, προϋπόθεση ικανή και αναγκαία για το ξεπέρασμα της  μονοδιάστατης βίαιης και καταστροφικής καπιταλιστικής βαρβαρότητας και του μονοδιάστατου homo economicus individualis.

 


[1] Oscar Wilde (1854-1900). Ιρλανδός μυθιστοριογράφος, ποιητής, δραματουργός.

[2] Karl Paul Polanyi (1886-1964). Ούγγρος οικονομολόγος, κοινωνιολόγος, ανθρωπολόγος.

[3] Ο Satsok Sopmal είναι εκπρόσωπος της φυλής No mister Capital, στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Κοινωνικής Ισότητας.

[4] Γιώργος Κολέμπας. Εκπαιδευτικός, συγγραφέας, θεωρητικός της Τοπικοποίησης και οικο-γεωργός με στόχο την οργάνωση της βιολογικής οικοπαραγωγής.

[5] Λάμπος Κώστας, Θεός και Κεφάλαιο. Δοκίμιο για την σχέση μεταξύ θρησκείας και εξουσίας. ΚΟΥΚΚΙΔΑ, Αθήνα 2015.

[6] Καρλ Πολάνυι, Ο μεγάλος μετασχηματισμός, σελ. 48.

[7] Βλέπε διεξοδικά, Λάμπος Κώστας, Η γέννηση και ο θάνατος της ατομικής ιδιοκτησίας. Η ιδιοκτησία ως μήτρα εξουσίας, ανισότητας, εγκληματικότητας, σκοταδισμού και ανηθικότητας, ΚΟΥΚΚΙΔΑ, Αθήνα 2017.

[8] Βλ. σχετικά: Κώστας Λάμπος, Άμεση Δημοκρατία και Αταξική Κοινωνία, σελ. 61-256.

[9] Immanuel Kant (1724-1804). Γερμανός φιλόσοφος.

[10] Immanuel Kant, Über den Gemeinspruch: Das mag in der Theorie richtig sein, taugt aber nicht für die Praxis [Για το λαϊκό ρητό: Αυτό μπορεί να είναι στη θεωρία σωστό, αλλά δεν αρκεί για την πράξη], herausgegeben von Heiner F. Klemme, Hamburg 1992.

[11] John Stuart Mill, Thoughts on parliamentary reform, in: Collected Works 19, σελ. 323, αναφέρεται στο Βασίλης Γρόλλιος, «Το θέσφατο της ιδιοκτησίας», στο http://www.aristerovima.com/details.php?id=417

[12] Αναφέρεται στο Βασίλης Γρόλλιος, «Το θέσφατο της ιδιοκτησίας».

[13] «Δεν υπάρχει κάποιο extra δικαίωμα στην “ελευθερία του λόγου” ή στην ελευθερία του Τύπου, πέρα από τα δικαιώματα ιδιοκτησίας που ένα άτομο μπορεί να έχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση». Murray N. Rothbard, The Ethics of Liberty, New York University Press, 1998, σελ. 114.

[14] Βλέπε, Λάμπος Κώστας, Ο Πλατωνισμός ως διαχρονική εξουσιαστική ιδεολογία. Η άλλη ανάγνωση της ιστορίας, ΚΟΥΚΚΙΔΑ, Αθήνα 2024.

[15] Π. Πετρίδης, Πολιτικές δυνάμεις και συνταγματικοί θεσμοί στη νεότερη Ελλάδα (1844-1940), Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 23.

[16] Κάρεν Ε. Λαγκ, «Ψήφος στη Δημοκρατία», National Geographic, τεύχος 5, Νοέμβρης 2004, σελ.16-18.

[17] Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1980, τόμος ΙΓ΄, σελ. 112.

[18] Γεώργιος Χ. Σωτηρέλης, Σύνταγμα και εκλογές στην Ελλάδα (1864-1909). Ιδεολογία και πράξη της καθολικής ψηφοφορίας, Θεμέλιο, Αθήνα 2003, σελ. 169 (υπογράμμιση Κ.Λ.).

[19] Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, σελ. 241.

[20] Γεώργιος Χ. Σωτηρέλης, Σύνταγμα και εκλογές στην Ελλάδα, σελ.172 (υπογράμμιση Κ.Λ.).

[21] Η χρονολογική σειρά απόκτησης πλήρους δικαιώματος ψήφου από τις γυναίκες, σύμφωνα με σκόρπια στοιχεία, παρουσιάζει την παρακάτω ενδεικτική εικόνα: Αυστραλία 1874 (εκατό ολόκληρα χρόνια μετά τη Γαλλική και την Αμερικανική Επανάσταση), Καναδάς 1887, Νέα Ζηλανδία 1893, Φινλανδία 1906, Ισλανδία, Νορβηγία 1913, Δανία 1915, Ρωσία (ΕΣΣΔ), Ολλανδία 1917, Γερμανία, Αυστρία, Τσεχοσλοβακία, Ουγγαρία και Νότια Αφρική 1919, Ενωμένες Πολιτείες Αμερικής 1920, Σουηδία 1921, Αγγλία, Παλαιστίνη 1928, Ινδίες 1929, Πορτογαλία, Ισπανία 1931, Βραζιλία 1933, Τουρκία 1934, Γαλλία 1945, Βέλγιο, Ιταλία 1946, Ελλάδα 1952, Κύπρος 1960, Ελβετία 1971, Κουβέιτ 2003, Μπουτάν 2008. Βλ. Μυρσίνη Βουνάτσου, «Ισότητα. Πότε ψήφισαν για πρώτη φορά οι γυναίκες», στο http://paleochori-lesvos.blogspot.gr/2013/03/blog-post_6457.html. Βλ. επίσης, Ελισάβετ Μακρίδη-Μπεσίλα, Η συνταγματική κατοχύρωση της αρχής της ισότητας των φύλων, Πάντειος Ανωτάτη Σχολή Πολιτικών Επιστημών, Αθήνα 1983, σελ. 6-7.

[22] Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1294b.

[23] Βλέπε αναλυτικά, Λάμπος Κώστας, Άμεση Δημοκρατία και Αταξική Κοινωνία. Η Μεγάλη Πορεία της ανθρωπότητας προς την κοινωνική ισότητα και τον ουμανισμό, ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2012.

[24] Πλάτων, Πολιτεία, τόμος 1, Κάκτος, Αθήνα 1992, σελ. 371-377.

[25] Βλ. Κώστας Λάμπος, Αμερικανισμός και παγκοσμιοποίηση. Οικονομία του Φόβου και της παρακμής, Παπαζήσης, Αθήνα 2009.

[26] «Το αμερικανικό όνειρο είναι σε μεγάλο βαθμό παγιδευμένο στο ένστικτο του θανάτου. […] Αναλωνόμαστε στην προστασία των ιδιοτελών συμφερόντων και έχουμε δημιουργήσει την πιο ισχυρή στρατιωτική μηχανή σε όλη την ιστορία για να πάρουμε αυτό που θέλουμε και πιστεύουμε ότι μας αξίζει. Θεωρούμε τους εαυτούς μας περιούσιο λαό και άρα προικισμένο με το δικαίωμα να νέμεται μεγαλύτερο μερίδιο από τα δώρα της Γης. Δυστυχώς, το ίδιον συμφέρον μας μεταμορφώνεται σταδιακά σε καθαρό εγωισμό. Έχουμε γίνει πολιτισμός του θανάτου», Jeremy Rifkin, Το ευρωπαϊκό όνειρο, Λιβάνης, Αθήνα 2005, σελ. 602-603.

[27] Βλέπε, Λάμπος Κώστας, Κοινωνική αν/Ισότητα και αταξικός Ουμανισμός, Δοκίμιο πολιτικής φιλοσοφίας της πράξης, ΚΟΥΚΚΙΔΑ,  Αθήνα 2023.

[28] Βλέπε Λάμπος Κώστας, Ο Μεγάλος Αταξικός Ουμανιστικός Μετασχηματισμός, ΚΟΥΚΚΔΑ, Αθήνα 2026.

Οι πυρηνικές φιλοδοξίες της Τουρκίας στο περιβάλλον μετά τον πόλεμο με το Ιράν

0
MERSIN, TURKIYE - MAY 24: (----EDITORIAL USE ONLY - MANDATORY CREDIT - 'AKKUYU NUCLEER POWER PLANT' / HANDOUT' - NO MARKETING NO ADVERTISING CAMPAIGNS - DISTRIBUTED AS A SERVICE TO CLIENTS----) An aerial view of the Akkuyu Nuclear Power Plant under construction in Mersin, Turkiye on May 24, 2026. Final inspections are being carried out on equipment and systems for the commissioning of the first unit at the Akkuyu Nuclear Power Plant (NPP), which is currently under construction in Mersin. (Photo by Akkuyu Nucleer PP/Anadolu via Getty Images)

10 Σεπτεμβρίου 2026

Γκιονούλ Τολ

Θεματικές: Διάδοση πυρηνικών όπλων, πολιτική των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, Ιράν, Τουρκία, η εποχή μετά τον πόλεμο με το Ιράν

Στις αρχές Φεβρουαρίου του 2026, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν υποστήριξε ότι οι μεταβαλλόμενες διεθνείς συνθήκες θα μπορούσαν να ωθήσουν την Τουρκία στην απόκτηση πυρηνικών όπλων, αναζωπυρώνοντας στη Δύση μια συζήτηση δεκαετιών σχετικά με τις πυρηνικές φιλοδοξίες της Άγκυρας.

Οι αμερικανικές ανησυχίες για ενδεχόμενες τουρκικές φιλοδοξίες ανάπτυξης πυρηνικών όπλων δεν είναι καινούργιες. Ήδη από το 1966, ένα απόρρητο υπόμνημα του Κλάρενς Γουέντελ, ακολούθου ορυκτών πόρων στην αμερικανική πρεσβεία της Άγκυρας, έθετε το ενδεχόμενο ότι η Τουρκία προετοίμαζε τη θέση της για την επιδίωξη απόκτησης πυρηνικών όπλων.

Ο Γουέντελ επισήμαινε αρκετές εξελίξεις, μεταξύ των οποίων: «τις επανειλημμένες τουρκικές διαβεβαιώσεις ότι σχεδιάζεται για την Κωνσταντινούπολη πυρηνικός αντιδραστήρας ισχύος 200 μεγαβάτ», τη συγκέντρωση αποθεμάτων 300 έως 600 τόνων ουρανίου σε κοιτάσματα μεταλλεύματος χαμηλής περιεκτικότητας και τις «τακτικές καθυστέρησης και παζαρέματος των Τούρκων διαπραγματευτών» κατά τις διαπραγματεύσεις για μια διμερή συμφωνία ειρηνικής πυρηνικής συνεργασίας. Η συμφωνία αφορούσε κυρίως τη μεταβίβαση της ευθύνης των διασφαλίσεων από τις ΗΠΑ στον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας (ΔΟΑΕ).

Ο Αμερικανός πρέσβης της εποχής δεν πίστευε ότι η Τουρκία ήταν αποφασισμένη να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Εξέταζε, όμως, την πιθανότητα η Άγκυρα να εκπονούσε ένα σχέδιο έκτακτης ανάγκης, για την περίπτωση που ένας ανταγωνισμός πυρηνικών εξοπλισμών αποκτούσε δυναμική στην περιοχή.

Τις επόμενες δεκαετίες, ωστόσο, η Τουρκία αναδείχθηκε σε ένθερμο υποστηρικτή της μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων. Εντάχθηκε στο διεθνές νομικό πλαίσιο για την πυρηνική ασφάλεια μέσω της Συνθήκης για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων (NPT) και, αργότερα, του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. Πέρα από αυτές τις επίσημες δεσμεύσεις, οι Τούρκοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής υπερασπίζονταν τους κανόνες της μη διάδοσης στα διεθνή φόρα, προωθούσαν τη δημιουργία μιας περιφέρειας απαλλαγμένης από πυρηνικά όπλα και ζητούσαν τον παγκόσμιο πυρηνικό αφοπλισμό.

Αυτό τώρα αλλάζει. Οι πρόσφατες δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών Φιντάν αποτελούν μόνο τις τελευταίες μιας σειράς δημόσιων τοποθετήσεων, με τις οποίες ο πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και άλλοι Τούρκοι αξιωματούχοι αμφισβητούν ολοένα και περισσότερο τους κανόνες της μη διάδοσης, αφήνοντας ακόμη και υπαινιγμούς για ενδιαφέρον απόκτησης πυρηνικών όπλων.

Αυτή η ρητορική, σε συνδυασμό με τα προγράμματα πολιτικής πυρηνικής ενέργειας και έρευνας της Τουρκίας, καθώς και με τα εγχώρια προγράμματα ανάπτυξης πυραύλων επιφανείας-επιφανείας, έχει ενισχύσει τις ανησυχίες ότι οι συγκεκριμένες δυνατότητες θα μπορούσαν τελικά να αποτελέσουν τη βάση ενός τουρκικού προγράμματος πυρηνικών όπλων.

Παρότι η Τουρκία εξακολουθεί να απέχει πολύ από την απόκτηση των τεχνικών δυνατοτήτων που απαιτούνται για ένα πρόγραμμα πυρηνικών όπλων και τα εθνικά της συμφέροντα συνεχίζουν να ευνοούν την πυρηνική αυτοσυγκράτηση, η μεταβολή της ρητορικής των υπευθύνων χάραξης πολιτικής υποδηλώνει μια ευρύτερη αλλαγή στον τρόπο σκέψης της Άγκυρας.

Η αλλαγή αυτή έχει γίνει ιδιαίτερα εμφανής μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος κατά του Ερντογάν το 2016. Το μεταβαλλόμενο περιφερειακό και παγκόσμιο περιβάλλον ασφαλείας ενισχύει ακόμη περισσότερο τόσο τα κίνητρα όσο και το σκεπτικό για την απομάκρυνση της Άγκυρας από τον επί μακρόν ρόλο της ως υπέρμαχου της μη διάδοσης.

Η Τουρκία φαίνεται να κινείται προς μια στρατηγική πυρηνικής αντιστάθμισης (nuclear hedging). Πρόκειται για μια πολιτική που διατηρεί ανοιχτή την επιλογή κατασκευής πυρηνικών όπλων, χωρίς να προχωρά ακόμη στην πραγματική ανάπτυξή τους, δημιουργώντας παράλληλα την τεχνολογική και θεσμική υποδομή που θα καθιστούσε την κατασκευή τους ευκολότερη και ταχύτερη, εάν άλλαζαν οι συνθήκες.

Η μεταβαλλόμενη στάση της Τουρκίας απέναντι στη διάδοση των πυρηνικών όπλων

Για δεκαετίες, αφότου η Τουρκία διατύπωσε για πρώτη φορά την πολιτική της σχετικά με τα πυρηνικά όπλα το 1959, η Άγκυρα έδειχνε ελάχιστο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη δικών της πυρηνικών όπλων.

Η απροθυμία της Τουρκίας να επιδιώξει την κατασκευή πυρηνικής βόμβας μπορεί να εξηγηθεί από τρεις παράγοντες:

  1. Την επιθυμία της να διατηρήσει ισχυρούς δεσμούς με τη Δύση και να καλλιεργήσει την εικόνα ενός «υπεύθυνου μέλους της διεθνούς κοινότητας».
  2. Την πεποίθησή της ότι η πυρηνική ομπρέλα του Οργανισμού του Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ) παρείχε την αποτελεσματικότερη αποτροπή τόσο απέναντι στους αντιπάλους της όσο και απέναντι στην περιφερειακή διάδοση των πυρηνικών όπλων.
  3. Την εμπιστοσύνη της στο διεθνές καθεστώς μη διάδοσης ως μέσο αποτροπής της εξάπλωσης των πυρηνικών όπλων.

Παρά τις περιοδικές εντάσεις και τις επανειλημμένες διακυμάνσεις στις σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Τουρκία εξακολούθησε να αποδίδει μεγάλη σημασία στη συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ και να φιλοξενεί αμερικανικά πυρηνικά όπλα, τα οποία είχαν αναπτυχθεί στο πλαίσιο της Συμμαχίας.

Καθώς η σχέση της Άγκυρας με τη Δύση απέκτησε μια πρόσθετη διάσταση μέσω της επιδίωξης ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η προσήλωσή της στο διεθνές καθεστώς μη διάδοσης έγινε ακόμη ισχυρότερη.

Ακόμη και όταν το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν αναδείχθηκε σε μείζονα πηγή ανησυχίας για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τις χώρες ολόκληρης της περιοχής, η Άγκυρα συνέχισε να πιστεύει ότι η διπλωματία αποτελούσε το καλύτερο μέσο αντιμετώπισης της ιρανικής πυρηνικής πρόκλησης.

Οι προτιμήσεις αυτές αποτυπώθηκαν στις επίσημες δεσμεύσεις της Τουρκίας απέναντι στο διεθνές καθεστώς μη διάδοσης.

Η Τουρκία επικύρωσε τη Συνθήκη για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων το 1980, δεσμευόμενη επίσημα να παραμείνει κράτος χωρίς πυρηνικά όπλα. Το επόμενο έτος τέθηκε σε ισχύ η Συμφωνία Πλήρων Διασφαλίσεων με τον ΔΟΑΕ, θέτοντας τα πυρηνικά υλικά και τις σχετικές δραστηριότητές της υπό διεθνή έλεγχο.

Η Άγκυρα ενίσχυσε περαιτέρω αυτές τις δεσμεύσεις υπογράφοντας το Πρόσθετο Πρωτόκολλο του ΔΟΑΕ το 2000. Το Πρωτόκολλο παρείχε στον Οργανισμό ευρύτερες αρμοδιότητες για να επαληθεύει την απουσία μη δηλωμένων πυρηνικών υλικών και δραστηριοτήτων.

Η Τουρκία έχει επίσης προσχωρήσει και σε άλλους βασικούς πυλώνες του διεθνούς πυρηνικού καθεστώτος, μεταξύ των οποίων η Συνθήκη για την Πλήρη Απαγόρευση των Πυρηνικών Δοκιμών και η Σύμβαση για τη Φυσική Προστασία του Πυρηνικού Υλικού. Με αυτόν τον τρόπο ενσωματώθηκε σταθερά στη διεθνή αρχιτεκτονική μη διάδοσης και πυρηνικών διασφαλίσεων.

Πέρα από τις επίσημες δεσμεύσεις της στο διεθνές καθεστώς μη διάδοσης, η Άγκυρα διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στην υπεράσπιση των σχετικών κανόνων.

Η Τουρκία επέκρινε συχνά αυτό που θεωρούσε δυτικά δύο μέτρα και δύο σταθμά: την ανοχή απέναντι στα πυρηνικά προγράμματα της Ινδίας, του Πακιστάν και του Ισραήλ, σε αντίθεση με την πολύ αυστηρότερη στάση απέναντι στη Λιβύη, το Ιράκ, το Ιράν και τη Βόρεια Κορέα.

Η Άγκυρα υπερασπίστηκε επίσης το δικαίωμα των μελών της Συνθήκης NPT να εμπλουτίζουν ουράνιο και υποστήριξε ότι και η Τουρκία θα μπορούσε να επιδιώξει τον εμπλουτισμό ουρανίου, εφόσον αυτό κρινόταν αναγκαίο για το πολιτικό πυρηνικό της πρόγραμμα.

Ωστόσο, μέχρι το 2016, οι Τούρκοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής υποστήριζαν σταθερά τη δημιουργία μιας Μέσης Ανατολής απαλλαγμένης από πυρηνικά όπλα και, αργότερα, τον ευρύτερο παγκόσμιο πυρηνικό αφοπλισμό. Όταν δέχονταν σχετικές ερωτήσεις, αρνούνταν κατηγορηματικά ότι η Τουρκία διέθετε είτε την πρόθεση είτε την ικανότητα να αναπτύξει πυρηνικά όπλα.

Ενώ ήταν πρωθυπουργός, ο Ερντογάν συνόψισε τη θέση της Άγκυρας σε ομιλία του το 2009, σε μια περίοδο κατά την οποία εντεινόταν η πίεση της Δύσης για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Η Τουρκία, είπε, ήταν «απολύτως αντίθετη στα πυρηνικά όπλα στη Μέση Ανατολή», ενώ παράλληλα επέκρινε αυτό που η Άγκυρα θεωρούσε εφαρμογή δύο μέτρων και δύο σταθμών:

«Υπάρχουν χώρες με πυρηνικά όπλα στη Μέση Ανατολή, για παράδειγμα το Ισραήλ. Υπάρχει, όμως, μια διαφορά: το Ισραήλ δεν είναι μέλος του ΔΟΑΕ, ενώ το Ιράν είναι μέλος».

Το 2013, ο υπουργός Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου εξέφρασε παρόμοια θέση σε διεθνή διάσκεψη στην Κωνσταντινούπολη, στην οποία συμμετείχε και ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Τζαβάντ Ζαρίφ:

«Τα όπλα μαζικής καταστροφής αποτελούν έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, οπουδήποτε και αν βρίσκονται, ανεξαρτήτως του ποιος τα κατέχει και του σκοπού για τον οποίο χρησιμοποιούνται».

Ο Νταβούτογλου κάλεσε τη διεθνή κοινότητα να υιοθετήσει ενιαία στάση απέναντι στα πυρηνικά όπλα, επανέλαβε τη δέσμευση της Τουρκίας για μια Μέση Ανατολή απαλλαγμένη από πυρηνικά όπλα και τόνισε ότι η Άγκυρα δεν θα υιοθετούσε ποτέ ρητορική αντίθετη προς την αρχή της μη διάδοσης.

Το 2014, Τούρκοι αξιωματούχοι απέρριψαν κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς ότι η Άγκυρα επιδίωκε να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Απαντώντας σε ένα αμφιλεγόμενο άρθρο της γερμανικής εφημερίδας Die Welt, που δημοσιεύτηκε στις 21 Σεπτεμβρίου και υποστήριζε ότι ο Ερντογάν επέβλεπε ένα μυστικό εξοπλιστικό πρόγραμμα και είχε ήδη προμηθευτεί φυγοκεντρητές εμπλουτισμού ουρανίου από το Πακιστάν, ο Τούρκος υπουργός Ενέργειας επέμεινε ότι η χώρα δεν διέθετε ούτε την πρόθεση ούτε την ικανότητα να κατασκευάσει πυρηνικό όπλο.

Έναν χρόνο αργότερα, ο υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου επανέλαβε ότι η Τουρκία ουδέποτε επιδίωξε να αποκτήσει πυρηνικά όπλα και ότι αντιτασσόταν στην απόκτησή τους από το Ιράν —ή από οποιοδήποτε άλλο κράτος της περιοχής— συμπεριλαμβάνοντας εμμέσως τη Σαουδική Αραβία, την Αίγυπτο και το Ισραήλ.

Η απόπειρα πραξικοπήματος του 2016 αποτέλεσε σημείο καμπής στη δημόσια ρητορική της τουρκικής κυβέρνησης σχετικά με τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων. Συνέβη σε ένα περιβάλλον επιδείνωσης των συνθηκών ασφαλείας στην άμεση γειτονία της Τουρκίας και αυξανόμενων εντάσεων με τους συμμάχους της στο ΝΑΤΟ, ιδιαίτερα με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο πόλεμος στη Συρία είχε ενισχύσει δραματικά το αίσθημα ευπάθειας της Άγκυρας. Η συνεργασία της Ουάσιγκτον με τη συριακή κουρδική πολιτοφυλακή, την οποία η Τουρκία θεωρεί συνδεδεμένη με το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PKK), στον αγώνα κατά του Ισλαμικού Κράτους (ISIS), είχε επιβαρύνει τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Παράλληλα, τα αντίποινα της Ρωσίας, αφότου η Τουρκία κατέρριψε ρωσικό αεροσκάφος στα τέλη Νοεμβρίου του 2015, ενέτειναν τις ανησυχίες της Άγκυρας για την ασφάλειά της.

Το ΝΑΤΟ είχε αναπτύξει συστοιχίες πυραύλων Patriot στην Τουρκία στις αρχές του 2013, κατόπιν αιτήματος της Άγκυρας, καθώς ο εμφύλιος πόλεμος στη Συρία κλιμακωνόταν. Τον Αύγουστο του 2015, όμως, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Γερμανία ανακοίνωσαν ότι θα απέσυραν τις συστοιχίες τους. Έτσι θα παρέμενε μόνο η ισπανική συστοιχία, η οποία είχε αντικαταστήσει μια ολλανδική νωρίτερα το ίδιο έτος.

Το Βερολίνο υποστήριζε ότι η κυριότερη απειλή στην περιοχή ήταν πλέον το ISIS, το οποίο δεν διέθετε πυραύλους. Ο Ερντογάν, φοβούμενος ρωσικά αντίποινα μετά την ανάπτυξη προηγμένων συστημάτων αεράμυνας από τη Μόσχα στη Συρία, ζήτησε από τις ΗΠΑ και τη Γερμανία να διατηρήσουν τις συστοιχίες τους στην Τουρκία.

Τελικά, αν και η ισπανική συστοιχία παρέμεινε, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Γερμανία προχώρησαν στην απόσυρση των δικών τους συστημάτων. Η εξέλιξη αυτή ενίσχυσε τις αμφιβολίες της Άγκυρας σχετικά με το κατά πόσο θα μπορούσε να βασιστεί στο ΝΑΤΟ σε περίπτωση κρίσης.

Η αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος βάθυνε ακόμη περισσότερο αυτές τις αμφιβολίες. Ο Ερντογάν παραπονέθηκε ότι η κυβέρνηση Ομπάμα είχε καθυστερήσει να καταδικάσει την απόπειρα και επέκρινε επανειλημμένα την Ουάσιγκτον επειδή φιλοξενούσε στις ΗΠΑ τον θρησκευτικό ηγέτη Φετουλάχ Γκιουλέν, τον οποίο κατηγόρησε ως εγκέφαλο του πραξικοπήματος.

Η ρητορική του Ερντογάν για τα πυρηνικά όπλα άρχισε τότε να μεταβάλλεται. Το 2017 αναγνώρισε ότι τα πυρηνικά όπλα αντιβαίνουν στις αρχές του Ισλάμ, πρόσθεσε όμως ότι:

«Δυστυχώς, ο ανταγωνισμός ισχύος στον κόσμο απαιτεί να διαθέτεις τέτοια όπλα, ακόμη και αν δεν το επιθυμείς».

Μέχρι το 2019, η γλώσσα του είχε γίνει περισσότερο ξεκάθαρη. Σε συνεδρίαση του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης στη Σεβάστεια, κατά την οποία ο Ερντογάν εξήρε την πρόοδο της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας και τη μείωση της εξάρτησης της Τουρκίας από τη Δύση στον τομέα της ασφάλειας, δήλωσε:

«Ορισμένες χώρες διαθέτουν πυραύλους με πυρηνικές κεφαλές, και όχι μόνο έναν ή δύο. Όμως μας λένε ότι εμείς δεν μπορούμε να αποκτήσουμε. Αυτό δεν μπορώ να το αποδεχθώ».

Συνέχισε λέγοντας:

«Δεν υπάρχει ανεπτυγμένο κράτος στον κόσμο που να μη διαθέτει τέτοια όπλα. Όλα τα έχουν».

Αργότερα πρόσθεσε:

«Εργαζόμαστε πάνω σε αυτό».

Ένας μεταβαλλόμενος κόσμος ωθεί την Τουρκία να επανεξετάσει την πυρηνική της πολιτική

Η δυναμική του πολέμου με το Ιράν φαίνεται ότι ενίσχυσε το σκεπτικό πίσω από τη μεταβαλλόμενη στάση της Τουρκίας απέναντι στα πυρηνικά όπλα. Τούρκοι αξιωματούχοι, με τους οποίους συνομίλησε η συγγραφέας, θεωρούν ότι η νέα ιρανική ηγεσία που αναδείχθηκε μετά τις αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις της 28ης Φεβρουαρίου 2026 είναι πιθανότερο να επιδιώξει την απόκτηση πυρηνικών όπλων σε σχέση με τους προκατόχους της. Η Άγκυρα θεωρούσε την προηγούμενη ηγεσία περισσότερο επιφυλακτική απέναντι στους κινδύνους και πιο συγκρατημένη ως προς τη στρατιωτικοποίηση του πυρηνικού προγράμματος.

Παρότι οι σχέσεις της Τουρκίας με το Ιράν υπήρξαν ιστορικά λιγότερο συγκρουσιακές από τις σχέσεις της Τεχεράνης με τα κράτη του Κόλπου, η Άγκυρα εξακολουθεί να θεωρεί ένα πυρηνικά εξοπλισμένο Ιράν σοβαρή απειλή για την ασφάλειά της — και παράγοντα που θα μπορούσε να προκαλέσει έναν περιφερειακό ανταγωνισμό πυρηνικών εξοπλισμών.

Σε συνεντεύξεις τους, Τούρκοι διπλωμάτες επισήμαναν τους πυραύλους που εκτόξευσε το Ιράν προς την Τουρκία κατά τη διάρκεια του πολέμου ως απόδειξη αυτού του νέου κινδύνου. Το ΝΑΤΟ αναχαίτισε τους πυραύλους και, μολονότι το Ιράν αρνήθηκε ότι τους είχε εκτοξεύσει, Τούρκοι αξιωματούχοι υποστήριξαν επανειλημμένα ότι πίσω από τις επιθέσεις βρισκόταν η Τεχεράνη.

Πολλοί στην Άγκυρα θεωρούσαν ότι το Ιράν δεν θα διακινδύνευε ποτέ μια τέτοια ενέργεια εναντίον κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ. Οι επιθέσεις αμφισβήτησαν αυτή την παραδοχή, ενισχύοντας την αντίληψη ότι ένα ιρανικό καθεστώς που αγωνίζεται για την επιβίωσή του ενδέχεται να αναλάβει κινδύνους οι οποίοι προηγουμένως θεωρούνταν αδιανόητοι.

Μια δεύτερη εξέλιξη που ενισχύει τις ανησυχίες της Τουρκίας είναι η ανάδυση ενός ολοένα περισσότερο επιθετικού —και, κατά την άποψη της Άγκυρας, απερίσκεπτου— Ισραήλ.

Το Ισραήλ ακολουθεί εδώ και δεκαετίες πολιτική σκόπιμης ασάφειας σχετικά με το πυρηνικό του οπλοστάσιο, μια προσέγγιση την οποία έχουν ουσιαστικά υποστηρίξει διαδοχικές αμερικανικές κυβερνήσεις. Για την τουρκική ηγεσία, οι απειλές Ισραηλινού υπουργού περί χρήσης πυρηνικών όπλων στη Γάζα δεν αποτέλεσαν μόνο μια σπάνια δημόσια αναγνώριση των πυρηνικών δυνατοτήτων του Ισραήλ. Ανέδειξαν επίσης τους κινδύνους που συνεπάγεται η διατήρηση μιας περιφερειακής πυρηνικής ανισορροπίας.

Κατά την άποψη της Άγκυρας, μια τέτοια ρητορική θα μπορούσε να ενισχύσει τα κίνητρα άλλων κρατών να επιδιώξουν την απόκτηση δικής τους αποτρεπτικής ικανότητας. Παράλληλα, συνεχίζοντας να υποστηρίζουν το Ισραήλ ακόμη και όταν αξιωματούχοι του επικαλούνται το ενδεχόμενο χρήσης πυρηνικού όπλου, οι ΗΠΑ ενισχύουν ένα παράπονο που διατυπώνει η Τουρκία εδώ και δεκαετίες: ότι το παγκόσμιο καθεστώς μη διάδοσης εφαρμόζει διαφορετικά πρότυπα στο Ισραήλ και διαφορετικά στους περιφερειακούς αντιπάλους του.

Μια ακόμη πρόσφατη εξέλιξη, η οποία στα μάτια της τουρκικής ηγεσίας προσδίδει πρόσθετη βαρύτητα στη μεταβαλλόμενη ρητορική της Άγκυρας, είναι η αμερικανοσαουδαραβική πυρηνική συμφωνία, την οποία η αμερικανική κυβέρνηση υπέβαλε στο Κογκρέσο στα τέλη Αυγούστου.

Η συμφωνία θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για εμπλουτισμό ουρανίου στο έδαφος της Σαουδικής Αραβίας, χωρίς ωστόσο να παρέχει ανεπιφύλακτη έγκριση. Η τελική απόφαση θα εξαρτηθεί από τα συμπεράσματα κοινής αμερικανοσαουδαραβικής μελέτης σχετικά με την οικονομική βιωσιμότητα ενός τέτοιου προγράμματος.

Η συμφωνία σηματοδοτεί απόκλιση από το λεγόμενο «χρυσό πρότυπο» της αμερικανικής συνεργασίας στον τομέα της πολιτικής πυρηνικής ενέργειας. Το πρότυπο αυτό προβλέπει μια νομικά δεσμευτική υποχρέωση, στο πλαίσιο συμφωνίας βάσει του άρθρου 123 της αμερικανικής νομοθεσίας, για παραίτηση από τον εγχώριο εμπλουτισμό ουρανίου και την επανεπεξεργασία χρησιμοποιημένων πυρηνικών καυσίμων. Αντίστοιχη δέσμευση είχαν αναλάβει τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα στη συμφωνία πυρηνικής συνεργασίας που υπέγραψαν με τις ΗΠΑ το 2009.

Η Άγκυρα θεωρεί τη συμφωνία μια ακόμη ένδειξη ότι τα κράτη της περιοχής αντιμετωπίζουν πλέον σοβαρότερα το ενδεχόμενο να διατηρήσουν ανοιχτή την επιλογή απόκτησης πυρηνικών όπλων. Εξίσου σημαντικό είναι το γεγονός ότι η Ουάσιγκτον διευκολύνει το συγκεκριμένο πρόγραμμα, κάτι που, σύμφωνα με Τούρκους αξιωματούχους, υποδηλώνει ότι και οι ίδιες οι ΗΠΑ χαλαρώνουν τη στάση τους απέναντι στη μη διάδοση.

Η μεταβολή αυτή σημειώνεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Άγκυρα, όπως και πολλοί άλλοι σύμμαχοι των ΗΠΑ, αμφισβητεί ολοένα περισσότερο την αξιοπιστία της Ουάσιγκτον.

Ο πόλεμος με το Ιράν ενίσχυσε στην Τουρκία την αντίληψη ότι οι ΗΠΑ εμφανίζονται περισσότερο πρόθυμες να αναλάβουν μεγάλους στρατιωτικούς κινδύνους στην περιοχή, χωρίς να λαμβάνουν επαρκώς υπόψη τα συμφέροντα ασφαλείας των συμμάχων τους.

Παρόμοιες ανησυχίες γίνονται ολοένα περισσότερο ορατές και πέρα από τη Μέση Ανατολή, ενισχύοντας την πεποίθηση της Άγκυρας ότι μεταβάλλεται το ίδιο το παγκόσμιο πυρηνικό τοπίο. Οι φόβοι ότι η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να υπαναχωρήσει από μακροχρόνιες δεσμεύσεις ασφαλείας έχουν τροφοδοτήσει τη συζήτηση περί πυρηνικών όπλων σε αρκετά συμμαχικά κράτη.

Ο Πολωνός πρόεδρος Κάρολ Ναβρότσκι, για παράδειγμα, έχει υποστηρίξει ότι η Πολωνία πρέπει να ακολουθήσει μια στρατηγική «βασισμένη στο πυρηνικό δυναμικό». Παράλληλα, εξέχοντες Νοτιοκορεάτες πολιτικοί έχουν ταχθεί υπέρ της ανάπτυξης μιας κατάστασης «πυρηνικής ετοιμότητας» ή «πυρηνικής λανθάνουσας ικανότητας» (nuclear latency), με στόχο να διατηρηθεί ανοιχτή η δυνατότητα μελλοντικής απόκτησης πυρηνικών όπλων.

Την ίδια στιγμή, το κοινοβούλιο της Φινλανδίας τροποποίησε πρόσφατα τη νομοθεσία της χώρας για την πυρηνική ενέργεια, καταργώντας την κατηγορηματική απαγόρευση των πυρηνικών όπλων.

Από την οπτική της Άγκυρας, οι εξελίξεις αυτές ενισχύουν ένα ευρύτερο συμπέρασμα: καθώς κλονίζεται η εμπιστοσύνη στις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας και η στρατηγική πυρηνικής αντιστάθμισης καθίσταται ολοένα περισσότερο κανονικοποιημένη, η Τουρκία αποκτά περισσότερους λόγους να επανεξετάσει τη μακροχρόνια πολιτική πυρηνικής αυτοσυγκράτησης που ακολουθούσε.

Ο πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου Κιρ Στάρμερ κατά την τελετή υποδοχής της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ, στις 8 Ιουλίου 2026, στην Άγκυρα. Φωτογραφία: Win McNamee/Getty Images.

Τρία σενάρια για το πυρηνικό μέλλον της Τουρκίας

1. Αποκλειστική εξάρτηση από το ΝΑΤΟ

Από την ένταξή της στο ΝΑΤΟ το 1952, η Τουρκία βασίζεται στη Συμμαχία —και ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες— για την παροχή διευρυμένης πυρηνικής αποτροπής. Είναι επίσης μία από τις πέντε χώρες του ΝΑΤΟ που φιλοξενούν αμερικανικά τακτικά πυρηνικά όπλα, καθώς στην αεροπορική βάση του Ιντσιρλίκ αποθηκεύονται πυρηνικές βόμβες ελεύθερης πτώσης B61.

Τα πυρηνικά αυτά όπλα παραμένουν υπό αυστηρή αμερικανική φύλαξη και έλεγχο, συμπεριλαμβανομένων των κωδικών που απαιτούνται για τον οπλισμό τους. Οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης στη βάση έχουν επανειλημμένα αναβαθμιστεί και εκσυγχρονιστεί. Ωστόσο, οι εντάσεις μεταξύ Άγκυρας και Ουάσιγκτον, καθώς και οι περιοδικές αναταράξεις στην περιοχή, έχουν τροφοδοτήσει επανειλημμένες εικασίες ότι τα συγκεκριμένα όπλα θα μπορούσαν τελικά να απομακρυνθούν από την Τουρκία.

Για την Άγκυρα, η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ και η αμερικανική πυρηνική ομπρέλα αποτελούν εδώ και δεκαετίες βασικούς πυλώνες της τουρκικής πολιτικής ασφαλείας. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η Τουρκία εκτιμούσε ιδιαίτερα την αποτροπή που παρείχαν τα αμερικανικά πυρηνικά όπλα έναντι της Σοβιετικής Ένωσης.

Η εμπειρία της στο ΝΑΤΟ, όμως, έχει επίσης δημιουργήσει επίμονες αμφιβολίες για την αξιοπιστία των συμμαχικών εγγυήσεων ασφαλείας. Το αμερικανικό εμπάργκο όπλων του 1974, μετά την τουρκική επέμβαση στην Κύπρο, καθώς και η απροθυμία του ΝΑΤΟ να ικανοποιήσει τα αιτήματα της Άγκυρας για αντιπυραυλική προστασία από τη Συμμαχία κατά τον πρώτο Πόλεμο του Κόλπου, δημιούργησαν ερωτήματα σχετικά με το πόσο ανεπιφύλακτη είναι πραγματικά η προστασία που παρέχει το άρθρο 5 της Συνθήκης.

Πιο πρόσφατα, ο πόλεμος με το Ιράν, η ακύρωση της πώλησης των F-35 στην Τουρκία από τις ΗΠΑ, οι απειλές του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ περί αποχώρησης από το ΝΑΤΟ και η γενικότερη απρόβλεπτη στάση του απέναντι στις αμερικανικές δεσμεύσεις ενίσχυσαν τις ανησυχίες της Άγκυρας. Οι Τούρκοι αξιωματούχοι φοβούνται ότι δεν μπορούν πάντοτε να θεωρούν δεδομένο πως οι προτεραιότητες ασφαλείας της Τουρκίας θα γίνονται αποδεκτές —ή θα προστατεύονται— από τους συμμάχους της.

Ο αποκλεισμός της Άγκυρας από το πρόγραμμα των F-35 όχι μόνο διεύρυνε αυτό το χάσμα εμπιστοσύνης, αλλά προσέδωσε και επιχειρησιακή διάσταση στις αμφιβολίες.

Η Τουρκία σχεδίαζε να αποκτήσει τουλάχιστον 100 αεροσκάφη F-35A. Τα αεροσκάφη αυτά είναι πιστοποιημένα για τη μεταφορά της εκσυγχρονισμένης πυρηνικής βόμβας B61-12 και, στο πλαίσιο της στρατηγικής πυρηνικού διαμοιρασμού του ΝΑΤΟ, θα μπορούσαν να αναλάβουν αποστολή μεταφοράς πυρηνικών όπλων σε περίπτωση πυρηνικού πολέμου.

Όταν η Ουάσιγκτον απέβαλε την Τουρκία από το πρόγραμμα εξαιτίας της αγοράς του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400, η Άγκυρα έμεινε χωρίς το μαχητικό πέμπτης γενιάς που περίμενε ότι θα αναλάμβανε αυτόν τον ρόλο. Έτσι, η Τουρκία έγινε το μοναδικό μέλος του ΝΑΤΟ που συμμετέχει στον πυρηνικό διαμοιρασμό αλλά δεν μεταβαίνει στα F-35.

Εάν η Τουρκία δεν αποκτήσει κάποιο άλλο αεροσκάφος πιστοποιημένο για πυρηνικές αποστολές —μια χρονοβόρα και πολιτικά περίπλοκη διαδικασία— κινδυνεύει να υποβαθμιστεί από ενεργός συμμετέχων στην αποστολή πυρηνικού διαμοιρασμού σε απλό κράτος φιλοξενίας αμερικανικών πυρηνικών όπλων.

Σε μια τέτοια περίπτωση, η Τουρκία θα πρέπει να βασίζεται σε αμερικανικά αεροσκάφη που σταθμεύουν σε άλλα σημεία της Ευρώπης, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν τα πυρηνικά όπλα που βρίσκονται στο έδαφός της, καθώς κανένα αμερικανικό αεροσκάφος με τη σχετική δυνατότητα δεν είναι μόνιμα ανεπτυγμένο στην αεροπορική βάση του Ιντσιρλίκ.

Όλοι αυτοί οι παράγοντες καθιστούν την αποκλειστική εξάρτηση από το ΝΑΤΟ για την πυρηνική αποτροπή ολοένα λιγότερο ελκυστική για την Άγκυρα.

2. Επιδίωξη απόκτησης πυρηνικής βόμβας

Η επέκταση της πυρηνικής ενέργειας, η αυξημένη πρόσβαση σε συστήματα μεταφοράς πυρηνικών όπλων, η πρόοδος στις υποστηρικτικές τεχνολογίες και η μεγαλύτερη διαθεσιμότητα και παραγωγή σχάσιμων υλικών έχουν καταστήσει ευκολότερη και οικονομικότερη την προσέγγιση του καθεστώτος πυρηνικού κατωφλίου — και, τελικά, την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων, εφόσον ένα κράτος αποφασίσει να ακολουθήσει αυτή την πορεία.

Ωστόσο, η απόκτηση πυρηνικών όπλων εξακολουθεί να αποτελεί εγχείρημα υψηλού κινδύνου. Τα περισσότερα κράτη που εξέτασαν το ενδεχόμενο να τα αποκτήσουν τελικά δεν προχώρησαν ή ανέστρεψαν την πορεία τους. Ένας μικρός αριθμός χωρών, μεταξύ των οποίων η Ινδία, η Νότια Αφρική, το Πακιστάν, η Βόρεια Κορέα και το Ισραήλ, επέλεξε να διαβεί το πυρηνικό κατώφλι.

Για την Τουρκία, ιδιαίτερα στη σημερινή συγκυρία των σχέσεών της με το ΝΑΤΟ και τις γειτονικές χώρες, οι κίνδυνοι μιας αντίστοιχης πορείας θα μπορούσαν να είναι εξαιρετικά μεγάλοι.

Ύστερα από χρόνια εντάσεων με τους συμμάχους της στο ΝΑΤΟ και με περιφερειακές δυνάμεις, η Τουρκία έχει κάνει σημαντικά βήματα για την αποκατάσταση αυτών των σχέσεων. Η στροφή αυτή αντανακλά την αυξανόμενη αναγνώριση από την Άγκυρα ότι δεν μπορεί να αντέξει ούτε την απομόνωση στη Μέση Ανατολή ούτε μια παρατεταμένη αποξένωση από τους δυτικούς συμμάχους της.

Μετά τις αραβικές εξεγέρσεις των αρχών της δεκαετίας του 2010, η Τουρκία εγκατέλειψε τη μακροχρόνια προτίμησή της για τη διατήρηση του περιφερειακού status quo και την αποφυγή παρεμβάσεων στις εσωτερικές υποθέσεις των γειτόνων της.

Αντιθέτως, η Άγκυρα υποστήριξε δυνάμεις που επιδίωκαν την ανατροπή αυταρχικών καθεστώτων, παρέχοντας διπλωματική και, σε ορισμένες περιπτώσεις, στρατιωτική υποστήριξη σε ισλαμιστικούς παράγοντες. Η πολιτική αυτή προκάλεσε έντονη αντίδραση από τις κυβερνήσεις της περιοχής και συνέβαλε στην αυξανόμενη απομόνωση της Τουρκίας.

Οι Τούρκοι αξιωματούχοι αρχικά παρουσίαζαν αυτή την απομόνωση ως «πολύτιμη μοναξιά». Το οικονομικό και στρατηγικό κόστος της, όμως, κατέστη τελικά δύσκολο να διατηρηθεί.

Καθώς η τουρκική οικονομία είχε ολοένα μεγαλύτερη ανάγκη από ξένες επενδύσεις —ιδιαίτερα από τα εύπορα κράτη του Κόλπου— η Άγκυρα απομακρύνθηκε από τη στρατιωτικοποιημένη περιφερειακή πολιτική και στράφηκε προς μια προσέγγιση που έδινε έμφαση στη διπλωματία, στις οικονομικές σχέσεις και στην ενοποίηση των περιφερειακών υποδομών. Η ταχεία ανάπτυξη της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας παρείχε ένα ακόμη κίνητρο για την εμβάθυνση της συνεργασίας με τους περιφερειακούς εταίρους.

Παρόμοιες πιέσεις ενθάρρυναν την Άγκυρα να αποκαταστήσει τις σχέσεις της και με τους συμμάχους της στο ΝΑΤΟ. Η αγορά του ρωσικού συστήματος αεράμυνας S-400 προκάλεσε αμερικανικές κυρώσεις κατά του τουρκικού αμυντικού τομέα και την απομάκρυνση της χώρας από το πρόγραμμα των F-35, αναδεικνύοντας το κόστος της αποξένωσης από τη Δύση.

Η ανάγκη της Άγκυρας για δυτικές επενδύσεις, τεχνολογία και συνεργασίες στην αμυντική βιομηχανία της παρείχε ισχυρά κίνητρα για την αποκατάσταση αυτών των σχέσεων.

Η Τουρκία έχει σήμερα σημαντικό συμφέρον να διατηρεί λειτουργικές σχέσεις τόσο με τους δυτικούς όσο και με τους μεσανατολικούς εταίρους της. Η επιδίωξη ενός προγράμματος πυρηνικών όπλων —είτε ανοιχτά είτε μυστικά— θα έθετε σε κίνδυνο όσα κέρδισε με δυσκολία.

Θα μπορούσε να απομονώσει εκ νέου την Τουρκία από τις ίδιες ακριβώς χώρες των οποίων τις επενδύσεις, την τεχνολογία, τις αγορές και την αμυντική συνεργασία προσπαθεί εδώ και χρόνια να εξασφαλίσει η Άγκυρα. Επομένως, είναι εξαιρετικά απίθανο να ακολουθήσει αυτή την πορεία.

3. Μετάβαση προς μια στρατηγική πυρηνικής αντιστάθμισης

Η στροφή προς την πυρηνική αντιστάθμιση (nuclear hedging) είναι η πιθανότερη επιλογή για την Άγκυρα.

Η πυρηνική αντιστάθμιση αποτελεί μια συνειδητή στρατηγική διατήρησης της δυνατότητας κατασκευής πυρηνικών όπλων, χωρίς ένα κράτος να επιδιώκει ακόμη την πραγματική απόκτησή τους.

Ένα κράτος που ακολουθεί αυτή τη στρατηγική δημιουργεί την τεχνολογική και θεσμική υποδομή που θα καθιστούσε τη στρατιωτικοποίηση ευκολότερη και ταχύτερη, εάν άλλαζαν οι στρατηγικές συνθήκες. Η θέση του απέναντι στην απόκτηση πυρηνικής βόμβας είναι ουσιαστικά «ίσως»: όχι τώρα, αλλά ενδεχομένως στο μέλλον.

Αυτό συχνά περιλαμβάνει την ανάπτυξη δυνατοτήτων που εξυπηρετούν νόμιμους πολιτικούς σκοπούς, αλλά θα μπορούσαν αργότερα να υποστηρίξουν ένα εξοπλιστικό πρόγραμμα — κυρίως τον έλεγχο ευαίσθητων τμημάτων του κύκλου των πυρηνικών καυσίμων.

Ο εμπλουτισμός ουρανίου και η επανεπεξεργασία χρησιμοποιημένων πυρηνικών καυσίμων είναι ιδιαίτερα σημαντικά, επειδή μπορούν να προσφέρουν διαδρομές προς την παραγωγή ουρανίου στρατιωτικής καθαρότητας ή πλουτωνίου και να περιορίσουν τον χρόνο που απαιτείται για την κατασκευή μιας βόμβας.

Η πυρηνική αντιστάθμιση, ωστόσο, δεν ταυτίζεται με την πυρηνική λανθάνουσα ικανότητα (nuclear latency). Η λανθάνουσα ικανότητα περιγράφει την τεχνολογική δυνατότητα ενός κράτους. Η αντιστάθμιση προϋποθέτει πολιτική επιλογή για την καλλιέργεια δυνατοτήτων που διατηρούν ανοιχτή μια μελλοντική εξοπλιστική επιλογή, χωρίς να φθάνουν ακόμη στη στρατιωτικοποίηση.

Η έμφαση στην «πολιτική επιλογή» και όχι στους τεχνικούς περιορισμούς είναι σημαντική. Η στρατηγική ενός κράτους σχετικά με τη διάδοση πυρηνικών όπλων σπάνια καθορίζεται αποκλειστικά από τους διαθέσιμους πόρους. Η επιλογή δεν περιορίζεται, επίσης, στο δίλημμα μεταξύ κατοχής πυρηνικών όπλων και πλήρους παραίτησης από αυτά.

Τα κράτη διαθέτουν ένα φάσμα ενδιάμεσων επιλογών: από την τεχνική αντιστάθμιση μέχρι την επιδίωξη καθεστώτος πυρηνικού κατωφλίου και, τελικά, την ανάπτυξη πλήρους εξοπλιστικής ικανότητας. Για να κατανοήσουμε πού βρίσκεται ένα κράτος σε αυτό το φάσμα, πρέπει πρώτα να εξετάσουμε πώς αντιλαμβάνεται η πολιτική ηγεσία του τη διάδοση των πυρηνικών όπλων.

Γι’ αυτό έχει σημασία η κατανόηση της εξέλιξης των απόψεων του Ερντογάν. Είναι βεβαίως δύσκολο να εξαχθεί οριστικό συμπέρασμα για τις προθέσεις της Άγκυρας αποκλειστικά από δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες.

Ωστόσο, η ολοένα πιο διεκδικητική ρητορική του Ερντογάν, σε συνδυασμό με την πρόσφατη εκτίμηση του υπουργού Εξωτερικών ότι οι διεθνείς εξελίξεις θα μπορούσαν να αναγκάσουν την Τουρκία να αποκτήσει πυρηνικά όπλα και τις μεταβολές στο περιβάλλον ασφαλείας της χώρας, παραπέμπουν σε πιθανή στρατηγική πυρηνικής αντιστάθμισης.

Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής, η Άγκυρα θα διατηρούσε σκόπιμη ασάφεια σχετικά με τις προθέσεις της, κρατώντας παράλληλα ανοιχτή την πυρηνική επιλογή. Με αυτόν τον τρόπο θα απέφευγε την πιθανή ρήξη με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ που θα προκαλούσε μια άμεση προσπάθεια κατασκευής πυρηνικής βόμβας. Ταυτόχρονα, θα αποκτούσε μια περισσότερο αυτόνομη εναλλακτική επιλογή, εάν οι σύμμαχοί της εξακολουθούσαν να την απογοητεύουν ή την εγκατέλειπαν πλήρως.

Η πυρηνική αντιστάθμιση εκτείνεται σε ένα συνεχές. Στο ένα άκρο βρίσκεται η τεχνική αντιστάθμιση, η πιο περιορισμένη μορφή της. Στο άλλο βρίσκεται το καθεστώς πυρηνικού κατωφλίου, η πλέον προηγμένη μορφή, στο πλαίσιο της οποίας ένα κράτος έχει συγκεντρώσει τις απαραίτητες δυνατότητες για την παραγωγή τουλάχιστον ενός πυρηνικού εκρηκτικού μηχανισμού μέσα σε περίπου τρεις έως έξι μήνες από τη στιγμή που θα λάβει τη σχετική απόφαση.

Για να κατανοήσουμε καλύτερα σε ποιο σημείο αυτού του φάσματος ενδέχεται να βρίσκεται η Τουρκία, είναι απαραίτητο να αξιολογήσουμε τις δυνατότητές της με βάση τις δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες.

Εκπρόσωποι της τουρκικής TUNAS και της νοτιοκορεατικής KEPCO υπογράφουν μνημόνιο συνεργασίας στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας, παρουσία του προέδρου της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν (δεύτερος από δεξιά) και του προέδρου της Νότιας Κορέας Λι Τζε-μιουνγκ (δεύτερος από αριστερά), στην Άγκυρα, στις 24 Νοεμβρίου 2025. Φωτογραφία: Mehmet Ali Ozcan/Anadolu μέσω Getty Images.

Πόσο κοντά βρίσκεται η Τουρκία στην πυρηνική βόμβα;

Όσοι ανησυχούν για τις πυρηνικές φιλοδοξίες της Τουρκίας επικαλούνται διάφορους παράγοντες ως ενδείξεις τόσο του ενδιαφέροντός της για τα πυρηνικά όπλα όσο και της δυνητικής τεχνικής της ικανότητας να τα αναπτύξει.

Ένας από αυτούς είναι η συμμετοχή της Τουρκίας στην Ομάδα Πυρηνικών Προμηθευτών (NSG), η οποία αντανακλά εν μέρει την κατασκευαστική της ικανότητα σε υλικά που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην πυρηνική βιομηχανία.

Άλλοι επισημαίνουν:

  • Τα σχέδιά της για την κατασκευή πολλών πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής.
  • Την απροθυμία της Άγκυρας να δεσμευτεί σε περιορισμούς ως προς τις δραστηριότητες εμπλουτισμού ουρανίου και επανεπεξεργασίας πυρηνικών καυσίμων στη συμφωνία πυρηνικής συνεργασίας που έχει συνάψει με τις ΗΠΑ βάσει του άρθρου 123.
  • Τις δηλώσεις του Ερντογάν ότι η Τουρκία θα μπορούσε να αναπτύξει δυνατότητες εμπλουτισμού ουρανίου, εφόσον αυτό κρινόταν αναγκαίο για το πολιτικό πυρηνικό της πρόγραμμα.

Ένα ακόμη ζήτημα που προβάλλεται είναι η προσπάθεια της Τουρκίας να επιταχύνει το πρόγραμμα ανάπτυξης πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς. Οι βαλλιστικοί πύραυλοι μεγάλου βεληνεκούς συνδέονται συνήθως με τα πυρηνικά όπλα, επειδή θεωρούνται ιδανικά μέσα μεταφοράς και εκτόξευσής τους.

Τον Ιανουάριο του 2025, ο πρόεδρος Ερντογάν δήλωσε ότι η Τουρκία είχε «αποφασίσει να επιταχύνει το πρόγραμμα ανάπτυξης πυραύλων με βεληνεκές 2.000 χιλιομέτρων και άνω», προκειμένου να αντιμετωπίσει τις περιφερειακές απειλές.

Η Τουρκία παρουσίασε επίσης πρόσφατα έναν νέο πύραυλο με την ονομασία Yıldırımhan, ο οποίος, όταν ενταχθεί σε επιχειρησιακή υπηρεσία, θα προσφέρει στη χώρα δυνατότητα πληγμάτων μεγάλου βεληνεκούς.

Παράλληλα, η Άγκυρα επενδύει στην κατασκευή διαστημοδρομίου στη Σομαλία, το οποίο θα μπορούσε να επιτρέψει τη διεξαγωγή δοκιμών βαλλιστικών πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς.

Τέλος, στις αρχές Αυγούστου η Τουρκία προσχώρησε στη συμφωνία αμοιβαίας άμυνας της Σαουδικής Αραβίας με το πυρηνικά εξοπλισμένο Πακιστάν. Αν και η συμφωνία δεν έκανε αναφορά σε πυρηνικά όπλα, ενίσχυσε περαιτέρω τη στρατηγική ασάφεια γύρω από τις πυρηνικές προθέσεις της Τουρκίας.

Πράγματι, το ενδιαφέρον της Τουρκίας για την πολιτική πυρηνική τεχνολογία, το οποίο ανάγεται στη δεκαετία του 1950, έχει προσφέρει στη χώρα μια σχετικά προηγμένη πυρηνική υποδομή. Η Τουρκία λειτουργεί εδώ και χρόνια εγκαταστάσεις πυρηνικής έρευνας και έχει διευρύνει την επιστημονική και μηχανική της τεχνογνωσία.

Ωστόσο, οι εκθέσεις του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας για το 2025 υποδηλώνουν ότι η Τουρκία εξακολουθεί να απέχει σημαντικά από τις τεχνικές δυνατότητες που συνδέονται με την πυρηνική λανθάνουσα ικανότητα.

Δεν διαθέτει εμπορικές εγκαταστάσεις εξόρυξης ή μετατροπής ουρανίου και, κυρίως, δεν έχει καταγεγραμμένη δυνατότητα εμπλουτισμού ουρανίου ή επανεπεξεργασίας χρησιμοποιημένων πυρηνικών καυσίμων. Οι υφιστάμενες δραστηριότητες στο αρχικό στάδιο του πυρηνικού κύκλου περιορίζονται σε μεγάλο βαθμό σε εργαστηριακής κλίμακας έρευνα, η οποία τελεί υπό διεθνείς διασφαλίσεις. Σε αυτές περιλαμβάνονται η επεξεργασία συμπυκνώματος ουρανίου, η μετατροπή του σε διοξείδιο του ουρανίου (UO₂) και η παραγωγή σφαιριδίων πυρηνικού καυσίμου.

Η Τουρκία σχεδιάζει να κατασκευάσει πολλούς πυρηνικούς σταθμούς στο πλαίσιο της στρατηγικής της για διαφοροποίηση του ενεργειακού μείγματος και περιορισμό της εξάρτησης από ξένους προμηθευτές.

Όταν τεθούν σε λειτουργία, οι αντιδραστήρες αυτοί θα διευρύνουν σημαντικά την εμπειρία της Τουρκίας στην πυρηνική τεχνολογία και θα παράγουν χρησιμοποιημένα πυρηνικά καύσιμα. Προς το παρόν, όμως, παραμένουν υπό κατασκευή. Επιπλέον, το συγκεκριμένο μοντέλο που επέλεξε η Τουρκία για τον πρώτο πυρηνικό σταθμό της στο Άκουγιου περιορίζει τη δυνατότητά της να αναπτύξει ορισμένες από τις κρίσιμες εγχώριες ικανότητες που συνδέονται με την πυρηνική λανθάνουσα ικανότητα.

Ο σταθμός κατασκευάζεται με το μοντέλο «κατασκευή–ιδιοκτησία–λειτουργία» (build-own-operate — BOO), μια πρωτοφανή ρύθμιση για την πυρηνική βιομηχανία.

Η εταιρεία Akkuyu Nükleer ανήκει εξ ολοκλήρου σε θυγατρικές της κρατικής ρωσικής Rosatom, η οποία παρέχει χρηματοδότηση περίπου 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Η Ρωσία είναι υπεύθυνη για:

  • Τον σχεδιασμό του σταθμού.
  • Την κατασκευή του.
  • Τη συντήρηση και τη λειτουργία του για 60 χρόνια.
  • Την προμήθεια και τη χρήση των πυρηνικών καυσίμων.
  • Τον τελικό παροπλισμό του.

Το μοντέλο BOO περιορίζει τη χρηματοοικονομική έκθεση της Τουρκίας, δημιουργεί όμως σημαντικές εξαρτήσεις. Η χώρα θα βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο ρωσικό προσωπικό για τη λειτουργία του σταθμού και στη Ρωσία για την προμήθεια πυρηνικών καυσίμων.

Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση περιορίζει τον βαθμό στον οποίο το Άκουγιου μπορεί να βοηθήσει την Τουρκία να αναπτύξει αυτόνομες πυρηνικές δυνατότητες, ιδιαίτερα στα ευαίσθητα τμήματα του κύκλου των πυρηνικών καυσίμων που μπορούν να έχουν τόσο πολιτικές όσο και στρατιωτικές εφαρμογές.

Η τουρκική κυβέρνηση έχει αναγνωρίσει δημοσίως αυτή την εξάρτηση. Στις 7 Νοεμβρίου 2025, ο υπουργός Ενέργειας Αλπαρσλάν Μπαϊρακτάρ δήλωσε στην Επιτροπή Προϋπολογισμού του τουρκικού κοινοβουλίου ότι η Τουρκία εξαρτάται πλήρως από τη ρωσική Rosatom για τα καύσιμα ουρανίου που θα τροφοδοτούν το Άκουγιου.

Παράλληλα, επισήμανε την επιθυμία της Άγκυρας να διαφοροποιήσει τις πηγές προμήθειας:

«Για να ξεπεράσουμε αυτή την εξάρτηση, συζητούμε τη συνεργασία στον τομέα των καυσίμων τόσο με τη χώρα με την οποία εργαζόμαστε σήμερα όσο και με άλλες χώρες, με τις οποίες εξετάζουμε νέα έργα».

Η Τουρκία διαπραγματεύεται με άλλους δυνητικούς εταίρους, μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ, ο Καναδάς, η Γαλλία και η Νότια Κορέα, για την κατασκευή πρόσθετων πυρηνικών σταθμών. Παράλληλα, η τουρκική κατασκευάστρια μη επανδρωμένων αεροσκαφών Baykar εργάζεται πάνω στην τεχνολογία μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων (SMR).

Οι διαπραγματεύσεις της Άγκυρας με τον Καναδά παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η Τουρκία βρίσκεται σε συνομιλίες με την καναδική AtkinsRéalis και Τούρκοι αξιωματούχοι έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον για καναδική συμμετοχή στον δεύτερο και τον τρίτο πυρηνικό σταθμό της χώρας.

Ο σχεδιασμός του αντιδραστήρα CANDU διαθέτει ορισμένα χαρακτηριστικά τα οποία θα μπορούσαν να προσφέρουν μια σχετικά άμεση τεχνική διαδρομή προς την κατασκευή πυρηνικού όπλου, καθιστώντας ταυτόχρονα δυσκολότερο τον εντοπισμό δραστηριοτήτων διάδοσης.

Σε αντίθεση με τους συμβατικούς αντιδραστήρες ελαφρού ύδατος, οι αντιδραστήρες βαρέος ύδατος CANDU μπορούν να λειτουργούν με μη εμπλουτισμένο φυσικό ουράνιο. Αυτό μειώνει την εξάρτηση από ξένες υπηρεσίες εμπλουτισμού και παρέχει στον φορέα εκμετάλλευσης μεγαλύτερη αυτονομία στο αρχικό στάδιο του κύκλου των πυρηνικών καυσίμων.

Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι οι αντιδραστήρες CANDU μπορούν να παράγουν πλουτώνιο κατάλληλο για την κατασκευή πυρηνικών όπλων και να ανεφοδιάζονται με καύσιμα ενώ βρίσκονται σε λειτουργία. Τα χαρακτηριστικά αυτά μπορούν να δυσχεράνουν την εποπτεία του ΔΟΑΕ.

Τίποτε από αυτά δεν σημαίνει ότι η απόκτηση ενός αντιδραστήρα CANDU θα έθετε αυτομάτως την Τουρκία σε πορεία κατασκευής πυρηνικής βόμβας. Η εξαγωγή πλουτωνίου θα εξακολουθούσε να απαιτεί τη δυνατότητα επανεπεξεργασίας χρησιμοποιημένων πυρηνικών καυσίμων — μια ικανότητα που η Τουρκία δεν διαθέτει σήμερα.

Μιλώντας με τη συγγραφέα, Καναδός διπλωμάτης δήλωσε ότι η υπό συζήτηση συμφωνία με την Άγκυρα περιλαμβάνει «σημαντική ανταλλαγή τεχνολογίας». Παραμένει, ωστόσο, ασαφές εάν αυτή θα περιλαμβάνει οτιδήποτε σχετικό με την επανεπεξεργασία ή τον διαχωρισμό των χρησιμοποιημένων πυρηνικών καυσίμων.

Είναι πάντως σαφές ότι η Άγκυρα επιθυμεί μεγαλύτερο έλεγχο στην πυρηνική της εφοδιαστική αλυσίδα και, με την πάροδο του χρόνου, την ανάπτυξη περισσότερων εγχώριων δυνατοτήτων. Προς το παρόν, όμως, το μοντέλο του Άκουγιου περιορίζει αυτή τη φιλοδοξία.

Όπως έχει επισημάνει ο Άαρον Στάιν, εάν η Τουρκία επιχειρούσε να εκτρέψει το Άκουγιου προς ένα πρόγραμμα πυρηνικών όπλων, θα έπρεπε πρώτα να απομακρύνει τον ξένο φορέα λειτουργίας και στη συνέχεια να αποκτήσει τον έλεγχο των χρησιμοποιημένων πυρηνικών καυσίμων που βρίσκονται στον χώρο αλλά ανήκουν σε ξένη εταιρεία. Μόνο τότε θα μπορούσε να εξετάσει την εξαγωγή πλουτωνίου για την κατασκευή όπλου — ένα δύσκολο εγχείρημα, το οποίο θα ήταν εξαιρετικά ορατό.

Το Άκουγιου θα ενισχύσει, επομένως, την εμπειρία της Τουρκίας στην πυρηνική τεχνολογία, αλλά δεν της παρέχει από μόνο του τις πιο ευαίσθητες από την άποψη της διάδοσης δυνατότητες.

Η Τουρκία δεν διαθέτει σήμερα εγχώριες δυνατότητες εμπλουτισμού ουρανίου και επανεπεξεργασίας χρησιμοποιημένων πυρηνικών καυσίμων. Η δομή του έργου στο Άκουγιου δεν πρόκειται να μεταβάλει σημαντικά αυτή την κατάσταση βραχυπρόθεσμα.

Ένα ακόμη εμπόδιο στη δημιουργία εγχώριας τεχνογνωσίας και πυρηνικής τεχνικής ικανότητας σε σύντομο χρονικό διάστημα είναι η πολυπρομηθευτική προσέγγιση της Τουρκίας.

Η Άγκυρα ενδέχεται να επιδιώκει να αξιοποιήσει τον ανταγωνισμό μεταξύ των προμηθευτών, ώστε να εξασφαλίσει παραχωρήσεις που θα τη βοηθήσουν να αναπτύξει εγχώριες πυρηνικές δυνατότητες. Εάν, όμως, συνεργαστεί τελικά με πολλούς προμηθευτές οι οποίοι χρησιμοποιούν όχι μόνο διαφορετικό εξοπλισμό αλλά και εντελώς διαφορετικές μηχανικές φιλοσοφίες και κανονιστικά πρότυπα, η προσέγγιση αυτή θα μπορούσε να περιπλέξει και να καθυστερήσει τις προσπάθειές της να αποκτήσει μεγαλύτερη αυτονομία στον πυρηνικό τομέα.

Σήμερα, η Τουρκία πιθανότατα απέχει ακόμη τουλάχιστον μία δεκαετία από τη δυνατότητα κατασκευής πυρηνικού όπλου. Ωστόσο, οι πολυάριθμες εσωτερικές και διεθνείς απειλές που την περιβάλλουν υποδηλώνουν ότι η Άγκυρα θα μπορούσε να κινηθεί προς την κατεύθυνση ενός κράτους πυρηνικής αντιστάθμισης, αποκτώντας σταδιακά την τεχνογνωσία και τις τεχνικές δυνατότητες που απαιτούνται για να διατηρήσει ανοιχτή την επιλογή μελλοντικής ανάπτυξης πυρηνικών όπλων.

Παραμένει αβέβαιο πόσο μακριά θα κινηθεί η Άγκυρα σε αυτό το συνεχές. Θα μπορούσε να περιοριστεί σε μια σχετικά μετριοπαθή μορφή τεχνικής αντιστάθμισης ή να επιδιώξει τις πιο προηγμένες δυνατότητες που συνδέονται με την απόκτηση καθεστώτος πυρηνικού κατωφλίου.

Όποια πορεία και αν επιλέξει, η Τουρκία πιθανότατα θα προσπαθήσει να παραμείνει εντός του πλαισίου της Συνθήκης για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων (NPT), επιδιώκοντας να διευρύνει τις πυρηνικές επιλογές της χωρίς να περάσει ανοιχτά το όριο της στρατιωτικοποίησης, ενώ παράλληλα θα διατηρεί στρατηγική ασάφεια σχετικά με τις τελικές της προθέσεις.

Ακόμη και το πλέον προηγμένο σημείο στο συνεχές της πυρηνικής αντιστάθμισης —η απόκτηση καθεστώτος πυρηνικού κατωφλίου, κατά το οποίο μια χώρα βρίσκεται μεταφορικά «μία στροφή του κατσαβιδιού μακριά» από ένα λειτουργικό πυρηνικό όπλο— μπορεί, καταρχήν, να διατηρηθεί χωρίς αποχώρηση από τη Συνθήκη NPT.

Η Συνθήκη απαγορεύει την απόκτηση πυρηνικών όπλων, αλλά δεν απαγορεύει ρητά την ανάπτυξη ικανότητας πυρηνικού κατωφλίου. Ούτε καθορίζει μια ακριβή τεχνική γραμμή που να διαχωρίζει το καθεστώς πυρηνικού κατωφλίου από την κατοχή πυρηνικών όπλων.

Ένα κράτος μπορεί, συνεπώς, να συγκεντρώσει υλικά, τεχνολογίες, εξαρτήματα και τεχνογνωσία που θα μπορούσαν να συντομεύσουν σημαντικά τη διαδρομή προς την κατασκευή ενός όπλου, παραμένοντας παράλληλα επισήμως εντός της Συνθήκης.

Η διατήρηση στρατηγικής ασάφειας σχετικά με τις τελικές πυρηνικές της προθέσεις θα προσέφερε στην Άγκυρα ένα πρόσθετο πλεονέκτημα: θα διατηρούσε την αποτρεπτική και διαπραγματευτική αξία των αυξανόμενων δυνατοτήτων της, περιορίζοντας ταυτόχρονα μέρος του πολιτικού κόστους και των επιπτώσεων ασφαλείας που θα προκαλούσε μια ανοιχτή διακήρυξη φιλοδοξίας απόκτησης πυρηνικών όπλων. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται και ο κίνδυνος επιτάχυνσης ενός περιφερειακού ανταγωνισμού εξοπλισμών.

Ωστόσο, μια στρατηγική πυρηνικής αντιστάθμισης ενέχει και δικούς της κινδύνους, ιδιαίτερα σε μια περιοχή με τόσο έντονες συγκρούσεις όσο η Μέση Ανατολή.

Η εξάπλωση της πυρηνικής αντιστάθμισης θα μπορούσε να μεταβάλει την πυρηνική τάξη, ακόμη και χωρίς να αυξηθεί ο αριθμός των κρατών που διαθέτουν πυρηνικά όπλα. Καθώς περισσότερες χώρες επιδιώκουν να αποκτήσουν την ικανότητα να πλησιάσουν το πυρηνικό κατώφλι χωρίς να το διαβούν, η διάκριση μεταξύ πυρηνικών και μη πυρηνικών κρατών γίνεται ολοένα πιο ασαφής.

Αυτό θα μπορούσε:

  • Να προκαλέσει αμοιβαίες στρατηγικές πυρηνικής αντιστάθμισης και δυναμικές ανταγωνισμού εξοπλισμών.
  • Να περιορίσει τον απαιτούμενο χρόνο για την κατασκευή πυρηνικού όπλου μετά τη λήψη της σχετικής πολιτικής απόφασης.
  • Να ενισχύσει τα κίνητρα για προληπτική στρατιωτική δράση.
  • Να περιπλέξει τις αξιολογήσεις των υπηρεσιών πληροφοριών και την εφαρμογή των διεθνών διασφαλίσεων.
  • Να διαβρώσει τελικά την κανονιστική ισχύ της Συνθήκης NPT.

Για την Ουάσιγκτον, η πρόκληση αφορά ολοένα περισσότερο τη διαχείριση της πυρηνικής πορείας περιφερειακών δυνάμεων, όπως η Τουρκία και η Σαουδική Αραβία, και λιγότερο την πλήρη αποτροπή της απόκτησης ευρύτερων πυρηνικών δυνατοτήτων από αυτές.

Στόχος θα πρέπει να είναι η αποτροπή της εξέλιξης της πυρηνικής αντιστάθμισης σε προηγμένες δυνατότητες πυρηνικού κατωφλίου, με παράλληλη αντιμετώπιση των ανησυχιών ασφαλείας που ωθούν εξαρχής τα κράτη προς αυτή τη στρατηγική.

Η προσπάθεια εξάλειψης κάθε μορφής πυρηνικής λανθάνουσας ικανότητας ή καθολικής απαγόρευσης του εμπλουτισμού ουρανίου δεν είναι ούτε ρεαλιστική ούτε βιώσιμη.

Αντιθέτως, η Ουάσιγκτον θα πρέπει να επικεντρωθεί στην αποτροπή της δημιουργίας εθνικών προγραμμάτων εμπλουτισμού με αυξημένο κίνδυνο διάδοσης, προωθώντας παράλληλα πολυμερείς ρυθμίσεις για τον κύκλο των πυρηνικών καυσίμων, υπό την εποπτεία του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας.

Μια επιλογή θα ήταν η δημιουργία ενός περιφερειακού πλαισίου για τον κύκλο των πυρηνικών καυσίμων. Στο πλαίσιο αυτό, τα συμμετέχοντα κράτη θα φιλοξενούσαν διαφορετικά τμήματα του πυρηνικού κύκλου, χωρίς καμία χώρα να ελέγχει μόνη της ολόκληρη την αλυσίδα εφοδιασμού που απαιτείται για την ταχεία μετατροπή ενός πολιτικού πυρηνικού προγράμματος σε εξοπλιστική δυνατότητα.

Μια τέτοια ρύθμιση θα μπορούσε να ικανοποιήσει τα περιφερειακά αιτήματα για μεγαλύτερη πυρηνική αυτονομία, περιορίζοντας παράλληλα τα κίνητρα για ανταγωνιστικά εθνικά προγράμματα εμπλουτισμού ουρανίου.

Ταυτόχρονα, η Ουάσιγκτον πρέπει να αντιμετωπίσει το αίσθημα ανασφάλειας που τροφοδοτεί τη συμπεριφορά πυρηνικής αντιστάθμισης.

Στην περίπτωση της Τουρκίας, αυτό σημαίνει ενίσχυση της διευρυμένης αποτροπής και αποκατάσταση της εμπιστοσύνης της Άγκυρας στην αξιοπιστία των αμερικανικών εγγυήσεων ασφαλείας.

Οι διαβεβαιώσεις, ωστόσο, θα πρέπει να συνοδεύονται από σαφείς κόκκινες γραμμές για τη μη διάδοση. Η Ουάσιγκτον οφείλει να καταστήσει σαφές ότι η συνέχιση των αμερικανικών εγγυήσεων ασφαλείας συνδέεται με την τήρηση των δεσμεύσεων περί μη διάδοσης και ότι κινήσεις προς την απόκτηση δυνατοτήτων που σχετίζονται με την κατασκευή πυρηνικών όπλων θα είχαν συνέπειες για τη διμερή σχέση ασφαλείας.


Σημείωση: Στη σχετική βιβλιογραφία υπάρχουν διάφοροι ορισμοί και τρόποι επιχειρησιακής αποτύπωσης της πυρηνικής αντιστάθμισης. Το συγκεκριμένο άρθρο υιοθετεί τον ορισμό του Vipin Narang, όπως παρουσιάζεται στο βιβλίο του Seeking the Bomb. Η παρούσα ενότητα βασίζεται στο θεωρητικό του πλαίσιο.

Η Gönül Tol είναι ανώτερη ερευνήτρια στο Middle East Institute και ειδικεύεται στην τουρκική πολιτική, στις σχέσεις ΗΠΑ–Τουρκίας και στις περιφερειακές δυναμικές της Μέσης Ανατολής.

Κεντρική φωτογραφία: Εναέρια άποψη του υπό κατασκευή πυρηνικού σταθμού του Άκουγιου στη Μερσίνα της Τουρκίας, στις 24 Μαΐου 2026. Φωτογραφία: Akkuyu Nucleer PP/Anadolu μέσω Getty Images.


Το Middle East Institute (MEI) είναι ανεξάρτητος, ακομμάτιστος, μη κερδοσκοπικός εκπαιδευτικός οργανισμός. Δεν ασκεί δραστηριότητες πολιτικής συνηγορίας και οι απόψεις των ερευνητών του είναι προσωπικές. Το MEI δέχεται οικονομικές δωρεές, διατηρεί όμως τον αποκλειστικό συντακτικό έλεγχο του έργου του. Οι δημοσιεύσεις του εκφράζουν αποκλειστικά τις απόψεις των συγγραφέων τους. Ο κατάλογος των δωρητών του MEI είναι διαθέσιμος εδώ.

Middle East Institute

Κυπριακή Δημοκρατία, ένα σύγχρονο κράτος στο οποίο εφαρμόστηκε το οθωμανικό σύστημα των εθνικοθρησκευτικών κοινοτήτων

0

Πολλά έχουν γραφτεί και ειπωθεί για την γέννηση και εξέλιξη του Κυπριακού Ζητήματος και για την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960 μετά τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου του 1959, ωστόσο εμείς θα θέλαμε να σταθούμε στην εφαρμογή του  οσμανικού συστήματος των εθνικοθρησκευτικών κοινοτήτων-millet sistemi στο κράτος αυτό.

Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας τέθηκε σε ισχύ στις 16 Αυγούστου 1960 και σε αυτό προβλέπεται  ένα μοντέλο διοίκησης το οποίο βασίζεται όχι σε μεμονωμένους πολίτες με ατομικά δικαιώματα στη βάση του πολιτικού φιλελευθερισμού, αλλά αντίθετα βασίζεται στον διαχωρισμό των πολιτών σε δύο κοινότητες σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, εμπνεόμενο από το οσμανικό σύστημα των εθνικοθρησκευτικών κοινοτήτων-millet sistemi. [1] Με τον τρόπο αυτό προβάλλεται η εθνικοθρησκευτική κοινότητα έναντι των ατομικών οντοτήτων. Δηλαδή η εξουσία δεν πηγάζει από το λαό αλλά από τις εθνικοθρησκευτικές κοινότητες. [2] Πρόκειται δηλαδή για την ίδρυση ενός οθωμανικού τύπου κράτους δηλαδή στην ουσία για ένα πισωγύρισμα αρκετών αιώνων πίσω από την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό που οδήγησαν στον σύγχρονο κόσμο.

Μόνο που το οσμανικό σύστημα των εθνικοθρησκευτικών κοινοτήτων-millet sistemi επειδή ήταν ισλαμικής προέλευσης και έμπνευσης υπαγόρευε και προϋπέθετε την κάθετη διαστρωμάτωση των millet με κυρίαρχο αυτό των Μουσουλμάνων και «προστατευόμενα» με σειρά διαστρωμάτωσης τα millet των Ορθόδοξων Ρωμιών , των Γρηγοριανών Αρμένιων και τελευταίο στη βάση της πυραμίδας αυτό των Εβραίων.[3]
 Στην περίπτωση της Κυπριακής Δημοκρατίας έγινε προσπάθεια να εφαρμοστεί το ίδιο σύστημα χωρίς να υπάρχει κυρίαρχο millet. και μάλιστα πολύ χονδροειδώς, γιατί υπάρχει ένας  διαχωρισμός μουσουλμάνων – μη μουσουλμάνων. Απόδειξη αυτού είναι ότι οι κοινότητες Αρμενίων, Μαρωνιτών και Λατίνων της Μεγαλονήσου υπολογίστηκαν (και υπολογίζονται) στο ποσοστό των Ελληνοκυπρίων (Ρωμιών όπως τους αποκαλούν οι Τούρκοι και η Τουρκία, που σημαίνει ορθόδοξοι χριστιανοί – με αντίστοιχο για την άλλη πλευρά το μουσουλμάνοι και όχι Τούρκοι)[4]

Στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας προβλέπεται η Βουλή των Αντιπροσώπων που αποτελείται από 80 έδρες με αναλογία 70% μέλη της  ελληνικής κοινότητας (56 έδρες) και 30% μέλη της τουρκικής κοινότητας οι οποίοι εκλέγονταν με ξεχωριστούς κοινοτικούς εκλογικούς καταλόγους. [5] Επίσης  καθεμία από τις δύο κοινότητες διαθέτει τη δική της Συνέλευση με αρμοδιότητες σε θέματα παιδείας, πολιτισμού και θρησκείας, ενώ η εκπροσώπηση των Ελλήνων και των Τούρκων στο δημόσιο τομέα καθορίζεται αναλογία 70%  Έλληνες και 30%  Τούρκοι (παρά το γεγονός ότι οι Έλληνες αποτελούσαν το 80% του Πληθυσμού και οι Τούρκοι το 18%) .

 Το κράτος αυτό λειτούργησε με τη συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων μέχρι τις διακοινοτικές συγκρούσεις του 1963-1964 οπότε οι Τουρκοκύπριοι αποσύρθηκαν από την διοίκηση και τους θεσμούς και σε μεγάλο βαθμό συγκεντρώθηκαν σε θύλακες. Ακολούθησε ένας ακήρυχτος ελληνο-τουρκικός πόλεμος στο Νησί που σφραγίστηκε με την τουρκική εισβολή της 20ης Ιουλίου του 1974 , ενώ παράλληλα  οι Ελληνοκύπριοι  μαστίζονταν από μία εμφύλια διαμάχη που έλαβε άγριο χαρακτήρα και έφτασε στην ουσία μέχρι το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου της 15ης Ιουλίου 1974 το οποίο έδωσε και την αφορμή και διευκόλυνε την τουρκική εισβολή. [6]

Δεν είναι τυχαίο ότι ο όρος Εθνάρχης παραπέμπει στο οσμανικό σύστημα των εθνικοθρησκευτικών κοινοτήτων-millet sistemi και αναφέρεται στον millet başı δηλαδή στον  επικεφαλής  της εθνικοθρησκευτικής κοινότητας-millet ο οποίος ήταν ο ανώτατος θρησκευτικός της ηγέτης και διέθετε  ευρύτατες κοσμικές και διοικητικές εξουσίες, λειτουργώντας ως διαμεσολαβητής  μεταξύ του ποιμνίου του millet και της οθωμανικής εξουσίας (Υψηλής Πύλης).[7]

Το οσμανικό σύστημα των εθνικοθρησκευτικών κοινοτήτων-millet sistemi εφαρμόστηκε και στον Λίβανο με τις οθωμανικές μεταρρυθμίσεις του 1842 και του 1861 με αποτέλεσμα την θεσμοποίηση του διαχωρισμού σε κοινότητες με βάση το θρήσκευμα και την περιχαράκωση των κλειστών «εθνικοθρησκευτικών κοινοτήτων». Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε και μετά την αποχώρηση των Οθωμανών από το Λίβανο το 1918 και οδήγησε σε τραγικά αδιέξοδα μέχρι τις μέρες μας.[8]

 Επίσης το οσμανικό σύστημα των εθνικοθρησκευτικών κοινοτήτων-millet sistemi είχε εφαρμοστεί και στη Συνθήκη της Λωζάνης τον Ιούλιο του 1923 όπου ως βασικό κριτήριο για την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας αποτέλεσε η θρησκεία και όχι η εθνικότητα και σύμφωνα με το άρθρο 2β της συνθήκης χρησιμοποιήθηκε ο όρος Μουσουλμάνοι και όχι Τούρκοι..

Τέλος  το οσμανικό σύστημα των εθνικοθρησκευτικών κοινοτήτων-millet sistemi εφαρμόστηκε με έναν ιδιόμορφο τρόπο στην Τουρκία που ίδρυσε ο Μουσταφά Κεμάλ όπου δεν αναγνωρίζονται εθνικές μειονότητες, αλλά μόνο θρησκευτικές .Αυτό όμως ισχύει μόνο για το νομικό καθεστώς των μειονοτήτων (και όχι πλέον κοινοτήτων) ως μη εθνικών, ενώ την ίδια στιγμή οι ίδιες οι μειονότητες έχουν στερηθεί της προστασίας από τους θρησκευτικούς τους ηγέτες (όπως ίσχυε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία) και οι θρησκευτικοί θεσμοί περιορίζονται πλέον στα αυστηρά τους λατρευτικά τους καθήκοντα. Ταυτόχρονα οι μη μουσουλμάνοι ως Τούρκοι πολίτες ενός κοσμικού (έστω τύποις) κράτους, στέκονται απέναντι σε ένα κράτος που έχει υιοθετήσει ευρωπαϊκό δίκαιο. Το ίδιο αυτό το κράτος αναγνωρίζει μόνο τις θρησκευτικές μειονότητες των ελληνορθοδόξων Ρωμιών, των Αρμενίων και των Εβραίων οι οποίοι ναι μεν είναι όλοι Τούρκοι απέναντι στο νόμο αλλά όσον αφορά την αντιμετώπιση τους από το κράτος και τη μουσουλμανική πλειοψηφία τυγχάνουν στην πράξη όλων των αρνητικών διακρίσεων του millet sistemi  της προ  Τανζιμάτ περιόδου και  μάλιστα με πιο συστηματικό τρόπο. [9]

*  Ο Γεώργιος Γκοβέσης γεννήθηκε στην Αθήνα τον Ιούνιο του 1968, κατάγεται από την Ορεινή Κορινθία και είναι μόνιμος κάτοικος Ξάνθης. Το 1990 αποφοίτησε από το τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου Αθηνών, το 1993 έλαβε μεταπτυχιακό Master of Arts Πολιτικών Επιστημών από το Πανεπιστήμιο Κωνσταντινουπόλεως ως υπότροφος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και το 2002 αναγορεύθηκε διδάκτορας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Βιβλία, επιστημονικές εργασίες και άρθρα του έχουν δημοσιευτεί στην Ελλάδα και στην Τουρκία.

Στην Ελλάδα τα βιβλία του κυκλοφορούν από τις  Εκδόσεις Σπανίδης Ξάνθη.

philenews.com

Συρία: το νέο πεδίο μάχης της Τουρκίας εναντίον του Ισραήλ

0

Ο Δούρειος Ίππος του «διανθρωπισμού»: Πολιτικές της Ορολογίας και του Βίου

2
Ζωγραφική: Γιώργος Τανσαρλής

Θεοφάνης Τάσης

mag.frear.gr

Ἀρχὴ παιδεύσεως ἡ τῶν ὀνομάτων ἐπίσκεψις.
Αντισθένης

Όταν οι Τρώες αντίκρισαν έρημο το στρατόπεδο των Αχαιών με ένα τεράστιο ξύλινο άλογο να στέκει μονάχο, το έσυραν οι ίδιοι μέσα στην ακρόπολη της Τροίας. Στη συνέχεια, κάθισαν γύρω του λογομαχώντας για το τι έπρεπε να κάνουν με αυτό το παράξενο κατασκεύασμα. Άραγε πώς το ονόμασαν; Η εικονιστική, όπως κάθε εποχή μιας συντελούμενης ριζικής ανθρωπολογικής μεταβολής, καλείται πριν απ’ όλα να ονομάσει με ακρίβεια τις δυνάμεις που την αναδιαμορφώνουν. Ωστόσο, η γλώσσα δεν αντανακλά απλώς την πραγματικότητα· ως λέγειν,[1] τη συγκροτεί και την προσανατολίζει, ορίζοντας το πλαίσιο τόσο της ατομικής όσο επίσης της συλλογικής αυτοκατανόησης και νοηματοδότησης. Στην εικονιστική κοινωνία εμφανίζεται ένας νέος ανθρωπότυπος, το εικονιστικό υποκείμενο ως υβρίδιο ενσώματου εαυτού και ψηφιακής εικόνας του εαυτού. Βιώνοντας την τελευταία, όπως και τον βίο του εν συνόλω, ως επεξεργάσιμο, μετρήσιμο και διαρκώς αναβαθμίσιμο έργο, αντιλαμβάνεται και το κορμί του ως πλατφόρμα συνεχούς βελτιστοποίησης. Έτσι η ανάδυση του εικονιστικού υποκειμένου συναντά την επάνοδο του προτάγματος της ανθρώπινης αναβάθμισης μέσω της τεχνικής. Καθώς η τεχνοεπιστήμη δεν περιορίζεται πλέον στη βελτίωση των εργαλείων και των όπλων με στόχευση την κυριαρχία επί της εξωτερικής φύσης, υποσχόμενη ή μάλλον απειλώντας με την κατίσχυση επί της εσωτερικής φύσεως, δηλαδή τη βιολογική αναδιαμόρφωση του ανθρώπινου είδους, η ορολογία που χρησιμοποιείται για την περιγραφή της αποκτά ένα κατεξοχήν πολιτικό, ηθικό και υπαρξιακό πρόσημο.

Στον δημόσιο διάλογο στην Ελλάδα, τόσο σε ακαδημαϊκούς κύκλους όσο και στον χώρο του δοκιμίου, παρατηρείται εσχάτως μια τάση απόδοσης του αγγλικού όρου transhumanism ως «διανθρωπισμός».[2] Η επιλογή αυτή συνιστά κάτι περισσότερο από μια ατυχή μεταφραστική προτίμηση αποτελώντας ένα σοβαρό εννοιολογικό ολίσθημα, το οποίο συσκοτίζει το πραγματικό διακύβευμα του εν λόγω φιλοσοφικού και τεχνοπολιτικού ρεύματος. Η δόκιμη, φιλοσοφικά ακριβής και γλωσσικά συνεπής απόδοση του όρου είναι, κατά την κρίση μου, ο υπερανθρωπισμός, θέση την οποία είχα διατυπώσει εκτενέστερα στη Φιλοσοφία της Ανθρώπινης Αναβάθμισης[3], εδώ, όμως, την τεκμηριώνω εκ νέου. Το κρίσιμο επιχείρημα δεν είναι ότι κάθε λατινογενές trans- πρέπει να μεταφράζεται αυτόματα με το «υπερ-». Προφανώς η σημασία ενός προθήματος κρίνεται εντός του εκάστοτε εννοιολογικού του περιβάλλοντος. Το πρόθημα trans- στο συγκεκριμένο φιλοσοφικό και τεχνοπολιτικό συμφραζόμενο δεν δηλώνει διάβαση, διαμεσολάβηση ή κίνηση «διά» του ανθρώπου, αλλά την υπέρβαση των βιολογικών, γνωσιακών και υπαρξιακών ορίων του ανθρώπινου είδους μέσω τεχνοεπιστημονικών παρεμβάσεων στο κορμί. Αντιθέτως, το «δια-» παραπέμπει κατά κανόνα σε σχέση, αμοιβαιότητα ή διέλευση, όπως στο διαπροσωπικό, το διαπολιτισμικό και το διατομικό. Ο «διανθρωπισμός» δημιουργεί επομένως μια λανθασμένη σημασιολογική προσδοκία επειδή υποβάλλει κάτι ενδοανθρώπινο ή σχεσιακό εκεί όπου το ίδιο το πρόταγμα δηλώνει υπέρβαση της ανθρώπινης συνθήκης. Εξ ου και θεωρώ την απόδοση «διανθρωπισμός» εσφαλμένη και την απόδοση «υπερανθρωπισμός» σωστή. Συνελόντι ειπείν, δεν πρόκειται για τον άνθρωπο που κινείται απλώς «διά» του ανθρώπινου, αλλά για τον άνθρωπο που επιχειρεί, υπερβαίνοντας τους βιολογικούς περιορισμούς, να εξελιχθεί επέκεινα του ανθρώπου. Την κατεύθυνση αυτή ορίζουν οι σημαντικότεροι εκπρόσωποι του ρεύματος όπως ο Nick Bostrom, ο οποίος μιλά για «ριζική βελτίωση της ανθρώπινης συνθήκης» μέσω τεχνολογιών που εξαλείφουν το γήρας και αναβαθμίζουν τις ανθρώπινες ικανότητες, ενώ ο Max More θέτει ως σκοπό την εξέλιξη της ευφυούς ζωής «πέρα από την παρούσα ανθρώπινη μορφή της και τους ανθρώπινους περιορισμούς».[4] Το «υπερ-» δεν μεταγράφει, επομένως, μηχανικά κάθε trans-, αλλά αποδίδει το κανονιστικό διάνυσμα του συγκεκριμένου προτάγματος ως υπέρβαση των ορίων του σημερινού ανθρώπου.

Σε αυτό το σημείο ίσως κάποιος αντιτάξει ότι στη φιλοσοφική ορολογία, το trans- δεν αποδίδεται μονοσήμαντα. Όπως προαναφέρθηκε, όταν δηλώνει διαμεσολάβηση, σχέση ή κίνηση μεταξύ επιπέδων, είναι δυνατόν ν’ αποδοθεί με το «δια-». Ο όρος transindividuel, λόγου χάριν, μεταφράζεται άλλοτε ως «διατομικό» και άλλοτε ως «υπερατομικό», επειδή στον Gilbert Simondon, ο οποίος τον εισήγαγε στο φιλοσοφικό λεξιλόγιο, φέρει επίσης μια διάσταση υπέρβασης του ατόμου προς το συλλογικό.[5] Η μεταφραστική αυτή διχογνωμία δεν αποδεικνύει ότι οι αποδόσεις είναι ισοδύναμες και δεν αναιρεί, πιστεύω, τη διάκρισή μου. Αντιθέτως, φανερώνει ότι καμία μεταφραστική επιλογή δεν είναι αξιακά ουδέτερη και πως κάθε απόδοση του trans- είναι ήδη μια ερμηνευτική κρίση για το τι διακυβεύεται. Στην περίπτωση του transhumanism υποστηρίζω ότι η ελληνική φιλοσοφική παράδοση τείνει, με αξιοσημείωτη συνέπεια, να αποδίδει το trans- ως «υπερ-» όταν αυτό δηλώνει είτε υπέρβαση ορίου και πέρασμα πέρα από ένα υφιστάμενο επίπεδο είτε, με διαφορετική και ειδικά υπερβατολογική σημασία, όρο δυνατότητας της εμπειρίας. Εν προκειμένω το trans- ανήκει σαφώς στην πρώτη κατηγορία δηλώνοντας την υπέρβαση από τον άνθρωπο όπως είναι σήμερα προς έναν τεχνικά αναβαθμισμένο τρόπο ύπαρξης, είτε ως κυβερνοοργανισμός είτε ως γενετικά τροποποιημένο ον. Σε αυτή τη μεταφραστική γενεαλογία, αντί σε μια δήθεν αδιαμφισβήτητη γλωσσική αναγκαιότητα, θεμελιώνω την επιλογή μου. Το «υπερ-» καθιστά ορατή αυτή την τελεολογία της τεχνικής αναβάθμισης ως εκκοσμικευμένο ευαγγέλιο θέωσης, ενώ το «δια-» την αποκρύπτει πίσω από συνδηλώσεις σχέσης και διαμεσολάβησης. Η απόδοση «υπερανθρωπισμός» δεν θεμελιώνεται σε έναν καθολικό γραμματικό κανόνα, αλλά στο ακριβές περιεχόμενο του όρου που καλείται να μεταφράσει.

Ανατρέχοντας στη δυτική πολιτισμική και φιλοσοφική παράδοση, παρατηρούμε πως όταν το trans- δηλώνει την άρση ενός περιορισμού ή την αναζήτηση του επέκεινα, η έννοια που αναδύεται είναι σταθερά εκείνη της υπέρβασης. Ήδη στο πρώτο άσμα του Παραδείσου της Θείας Κωμωδίας του Δάντη, όταν ο ποιητής σμίγει με τη Βεατρίκη στον παράδεισο, συναντούμε τον νεολογισμό του ρήματος trasumanar, που σημαίνει «υπερβαίνω την ανθρώπινη συνθήκη».[6] Ο ποιητής πλάθει τη λέξη προκειμένου να περιγράψει μια εμπειρία υπέρβασης της ανθρώπινης κατάστασης η οποία, όπως γράφει, δεν αποδίδεται με λέξεις. Η σύγχρονη προγραμματική χρήση του όρου transhumanism καθιερώνεται το 1957 με το ομώνυμο δοκίμιο του Julian Huxley, όπου περιγράφεται η αυθυπέρβαση του ανθρώπου μέσω της πραγμάτωσης νέων δυνατοτήτων της ανθρώπινης φύσης.[7] Το σημερινό, ρητά τεχνοεπιστημονικό περιεχόμενο δεν βρίσκεται, όμως, ήδη ακέραιο στον Huxley. Αποκρυσταλλώνεται στις επόμενες δεκαετίες, ιδίως το 1974 στο έργο του Fereidoun M. Esfandiary και στη μεταγενέστερη συγκρότηση του κινήματος.[8] Η ίδια, δηλαδή, η ιστορία της λέξης καταγράφει μια ρήξη, με το τρέχον περιεχόμενο του όρου να μην αποτελεί απλώς μια «διαμεσολάβηση» εντός της ανθρώπινης εμπειρίας αλλά, κυρίως μετά την τεχνοεπιστημονική αναδιατύπωσή του και τη συγκρότηση του κινήματος, ένα πρόταγμα υπέρβασης της ανθρώπινης συνθήκης. Αυτή η γενεαλογία της υπέρβασης στην ελληνική γλώσσα αποδίδεται οργανικά με το πρόθημα «υπερ-». Αυτό φαίνεται καθαρά σε κεντρικούς φιλοσοφικούς όρους. Το transcendence αποδίδεται ως «υπέρβαση» ή «υπερβατικότητα», όχι ως «διάβαση» και το transcendental στον Immanuel Kant αποδίδεται ως «υπερβατολογικό», όχι ως «διαβατολογικό».[9] Μιλάμε για υπερβατολογική αισθητική, υπερβατολογική αναλυτική, υπερβατολογική ενότητα της αυτοσυνείδησης και υπερβατολογικό υποκείμενο. Αντίστοιχα, στη φαινομενολογία του Edmund Husserl, η transcendental phenomenology αποδίδεται ως «υπερβατολογική φαινομενολογία», επειδή μετατοπίζει την ανάλυση από τη φυσική στάση στους όρους συγκρότησης του νοήματος. Το transhumanism εντάσσεται σαφώς στην ίδια μεταφραστική γενεαλογία του «υπερ-» επειδή δεν αφορά το διανθρώπινο ή το διατομικό, αλλά την τεχνοεπιστημονική υπέρβαση των ορίων του ανθρώπου. Γι’ αυτό η απόδοση «υπερανθρωπισμός» είναι φιλοσοφικά, εννοιολογικά και γλωσσικά ακριβέστερη.

Θα μπορούσε, βεβαίως, κάποιος να υπερασπιστεί την απόδοση «διανθρωπισμός» με καλή πίστη, χωρίς πρόθεση εξωραϊσμού, υποστηρίζοντας ότι το «δια-» δεν αποσιωπά την υπέρβαση, αλλά δηλώνει επακριβώς τη διαδικαστική, μεταβατική της φύση, ότι ο άνθρωπος δεν μεταβάλλεται ακαριαία σε κάτι έτερο, αλλά διέρχεται μέσα από διαδοχικά στάδια τεχνικής παρέμβασης, εξ ου και το «διά». Η ένσταση αυτή δεν είναι αμελητέα, καθώς κάθε υπέρβαση, όσο ριζική και αν είναι, συντελείται εντός του χρόνου, άρα ως διαδικασία. Ωστόσο η ένσταση συγχέει το μέσο με το τέλος. Το ότι η υπέρβαση λαμβάνει χώρα σταδιακά δεν σημαίνει ότι το πρόθημα οφείλει να δηλώνει το στάδιο αντί τον προσανατολισμό της. Ο ίδιος ο Δάντης χρειάζεται τη διαδοχή των ασμάτων προκειμένου να περιγράψει το trasumanar, χωρίς τούτο να καθιστά τον νεολογισμό του δηλωτικό διαμεσολάβησης παρά υπέρβασης. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η μετάβαση διαρκεί, αλλά προς τα πού προσανατολίζεται, και το πρόταγμα του transhumanism, από τον Esfandiary έως τον Bostrom, προσανατολίζεται ρητά προς την υπέρβαση των βιολογικών ορίων, όχι προς μιαν απλή διαδρομή διά αυτών.

Απαιτείται, εντούτοις, μια κρίσιμη διευκρίνιση, επειδή ο όρος υπερανθρωπισμός γειτνιάζει γλωσσικά με τον ήδη καθιερωμένο «υπεράνθρωπο» του Friedrich Nietzsche, μια γειτνίαση που έχει απασχολήσει επισταμένως την ακαδημαϊκή συζήτηση περί υπερανθρωπισμού. Ο Stefan Lorenz Sorgner θεωρεί τον Nietzsche προπάτορα του κινήματος, υποστηρίζοντας ότι ο τεχνοεπιστημονικός υπερανθρωπισμός είναι η σύγχρονη εκδοχή της νιτσεϊκής θέλησης για αυθυπέρβαση και πως αν ο Nietzsche γνώριζε τη γενετική τεχνολογία, θα την είχε ασπαστεί,[10] θέση που συμμερίζεται και ο Max More.[11] Ο Bostrom αντιτείνει, αποστασιοποιώντας τον υπερανθρωπισμό από τον Nietzsche και συνδέοντάς τον αντ’ αυτού με τη διαφωτιστική, φιλελεύθερη παράδοση του John Stuart Mill: «Αυτό που είχε στο μυαλό του ο Νίτσε δεν ήταν ο τεχνολογικός μετασχηματισμός, αλλά ένα είδος εξυψωτικής προσωπικής ανάπτυξης και πολιτισμικής καλλιέργειας εξαιρετικών ατόμων».[12] Όντως ο νιτσεϊκός υπεράνθρωπος υπερβαίνει τις υφιστάμενες αξίες δημιουργώντας νέες εκ της εσωτερικής, ασκητικής αναδημιουργίας του εαυτού, ενώ ο υπερανθρωπισμός του Bostrom και ο τεχνικός μετανθρωπισμός του Ray Kurzweil επιδιώκουν την υπέρβαση της βιολογίας μέσω εξωτερικής τεχνικής παρέμβασης, ασχέτως από την εσωτερική μεταμόρφωση του υποκειμένου που την υφίσταται. Το ν’ αντικαταστήσεις ένα γόνατο με τιτάνιο δεν σε κάνει πλησιέστερο στον υπεράνθρωπο. Το να αναμετρηθείς με το ίδιο σου το γόνατο, ίσως. Η προσοικείωση του Nietzsche από τους Sorgner και More συνιστά στην ανάγνωσή μου μια ερμηνευτική εξομάλυνση. Αποσπώντας τον υπεράνθρωπο από την τραγική συνθήκη της αιώνιας επιστροφής και του amor fati, τον εκφυλίζουν σε πρόδρομο μιας τεχνικής επίλυσης της θνητότητας την οποία, πιστεύω, ο ίδιος ο Nietzsche θα καταδίκαζε ως μορφή του «τελευταίου ανθρώπου». Τέλος, μια τεχνική παρέμβαση στο κορμί μπορεί να θεραπεύσει, ν’ αποκαταστήσει ή ν’ αναβαθμίσει μια ανθρώπινη ικανότητα. Ωστόσο ακόμα και στην περίπτωση της αναβάθμισης που επιδιώκει ο υπερανθρωπισμός, δεν δημιουργείται αυτομάτως ένας ανώτερος τρόπος βίου.

Γιατί, όμως, επιμένω τόσο σε αυτήν τη γλωσσική αποσαφήνιση; Διότι το ορολογικό σφάλμα προσανατολίζει εκ των προτέρων την κατανόηση του φαινομένου προσφέροντας γλωσσικό έδαφος σε μια πολιτική και ηθική του εφησυχασμού. Η απόδοση του transhumanism ως «διανθρωπισμός» κανονικοποιεί μια μείζονα ανθρωπολογική αλλαγή, κάνοντάς την να μοιάζει με μια ακόμη κοινωνική ή πολιτισμική μετάβαση. Αμβλύνει το στοιχείο της υπέρβασης και, ανεξαρτήτως των προθέσεων όσων τον χρησιμοποιούν, λειτουργεί ως γλωσσικός μηχανισμός εξομάλυνσης. Αποκρύπτοντας τον ριζοσπαστικό χαρακτήρα της υπέρβασης, καταλήγει να λειτουργεί ως Δούρειος Ίππος για τη συγκάλυψη του αντιανθρωπιστικού χαρακτήρα της και την αδιαμαρτύρητη αποδοχή των απανθρωπιστικών συνεπειών της.

Όταν αναφέρομαι στον αντιανθρωπιστικό χαρακτήρα του υπερανθρωπισμού εννοώ τη μετατόπιση του κανονιστικού κέντρου από τον άνθρωπο στην τεχνική. Αν ο ανθρωπισμός αντικαθιστά τον Θεό με τον άνθρωπο, τότε ο υπερανθρωπισμός και ο τεχνικός μετανθρωπισμός αντικαθιστούν τον άνθρωπο με την τεχνική. Η τελευταία αντί να υποτάσσεται στην καλλιέργεια των ανθρώπινων δυνατοτήτων τείνει να καθίσταται μέτρο της αξίας του ανθρώπου. Η ανθρώπινη συνθήκη, πιο συγκεκριμένα το κορμί, η θνητότητα, η τρωτότητα, ακόμη και συναισθήματα όπως η λύπη ή η οργή, παύει έτσι να διαθέτει εγγενή αξία και υποβιβάζεται σε σύνολο ατελειών προς διόρθωση ή σε νόσο που χρήζει ίασης. Ο αντιανθρωπιστικός χαρακτήρας του προγράμματος έγκειται, επομένως, στην απαξίωση του ανθρώπου και της ανθρωπινότητας. Η κριτική αυτή αφορά ειδικώς τη ριζική αναβάθμιση, η οποία αφορά την κατά μέγεθος ή ποιότητα υπέρβαση των βιολογικών ορίων των υπαρχόντων ανθρωπίνων ικανοτήτων ή την προσθήκη νέων, όπως η τηλεπάθεια ή τηλεκίνηση και την επέμβαση στο ανθρώπινο γονιδίωμα με σκοπό τη βελτίωσή του.[13] Μια φρόνιμη αναβάθμιση, η οποία δεν διακινδυνεύει την ανθρωπινότητα και τη συνέχεια της ανθρωπότητας με την παρούσα της μορφή, παραμένει, επί της αρχής, αλλά υπό αυστηρές προϋποθέσεις, ανοιχτό ενδεχόμενο εντός ενός ψηφιακού ανθρωπισμού. Με φρόνιμη αναβάθμιση εννοώ, εν αντιθέσει με την ριζική, μη κληρονομήσιμες ιατρικές, νευρωνικές ή άλλες τεχνικές παρεμβάσεις που ενισχύουν ήδη υπάρχουσες σωματικές, συναισθηματικές, διανοητικές ή ηθικές ικανότητες χωρίς να υπερβαίνουν το βιολογικά ανθρώπινο φάσμα. Θέλω να τονίσω ότι δεν την προτείνω ως αγαθό καθαυτό, απλώς δεν την αποκλείω εκ των προτέρων ως ανήθικη ή ανεπιθύμητη αναγνωρίζοντας ότι σε ορισμένες περιπτώσεις θα μπορούσε να είναι επωφελής για ορισμένα άτομα ή την κοινωνία συνολικά.

Η διαφορά μεταξύ ανθρωπιστικής καλλιέργειας και τεχνικής αναβάθμισης δεν περιορίζεται στον σκοπό, περιλαμβάνοντας επίσης τον τρόπο της αυθυπέρβασης. Στην παιδεία το υποκείμενο συμμετέχοντας ενεργά, αμφισβητεί όσα μαθαίνει όντας σε θέση να ιδιοποιηθεί κριτικά ή ν’ απορρίψει την επίδραση των δασκάλων του. Στην τεχνική αναβάθμιση διαθέτει κυρίως τη δυνατότητα να συναινέσει ή όχι προτού υποστεί μια διαδικασία ενδεχομένως μη αντιστρέψιμη. Το υποκείμενο αντί να καλλιεργεί μια ικανότητα μέσα από μαθητεία, άσκηση και αναστοχασμό υφίσταται μηχανική αναδιαμόρφωση. Ως εκ τούτου η αναβάθμιση κινδυνεύει να το αντικειμενοποιήσει καθιστώντας το χειραγωγήσιμο, ενώ η παιδεία, στην ανθρωπιστική της εκδοχή, αποβλέπει στην αυτονομία του.[14]

Ακριβώς εδώ ο αντιανθρωπισμός απολήγει σε απανθρωπισμό. Όταν η αυτονομία και η δικαιοσύνη δεν αποτελούν ζητήματα της πολιτικής, αλλά ανατίθενται στην τεχνοεπιστημονική εξέλιξη και στην ατομική αυτοβελτιστοποίηση, το κορμί πραγμοποιείται ως ιδιωτικό κεφάλαιο προς αναβάθμιση και το γονιδίωμα μεταστοιχειώνεται σε πεδίο επιχειρηματικής αυτοδημιουργίας. Το κοινό αγαθό υποχωρεί μπροστά στην ατομική ευθύνη, ενώ η αγορά και το εργαστήριο αποκτούν την εξουσία να ορίζουν σιωπηρά τι αξίζει να παραμείνει ανθρώπινο στον βαθμό που αυτό εξακολουθεί να διαθέτει αξία. Όταν μάλιστα η κληρονομήσιμη ικανότητα αλλοιώνεται σε αγοραζόμενο γενετικό κεφάλαιο, το κοινωνικό προνόμιο εμφανίζεται ως φυσική ανωτερότητα και η ανισότητα παγιώνεται βιολογικά. Εν ολίγοις, απανθρωπιστική είναι η αναγωγή της τεχνικής σε ύστατο κριτήριο του ανθρώπινου και η αναγωγή του ανθρώπου από φορέα εγγενούς αξίας και πολιτικής πράξης σε υλικό διαρκούς βελτιστοποίησης.

Έτσι ο Francis Fukuyama υπερασπίζεται την κοινή ανθρώπινη φύση ως υπόβαθρο της αξιοπρέπειας και των δικαιωμάτων, προειδοποιώντας για μια κληρονομήσιμη βιολογική αριστοκρατία. Από την άλλη ο Jürgen Habermas, αποφεύγοντας τον πειρασμό μιας ουσιοκρατικής προσέγγισης, θεμελιώνει την αξιοπρέπεια στις συμμετρικές σχέσεις αμοιβαίας αναγνώρισης, καταδεικνύοντας ότι ο γενετικός σχεδιασμός υπονομεύει την αυτονομία του μελλοντικού προσώπου. Τέλος, ο Michael Sandel φανερώνει ότι πέρα από τη συναίνεση και την ίση πρόσβαση διακυβεύονται η χαρισματικότητα της ζωής, η ταπεινότητα, η ανοικτότητα στο απροσδόκητο και η κοινωνική αλληλεγγύη. Οι ετερόκλητες επιχειρηματολογίες τους τέμνονται στο ότι είναι ηθικά ανεπίτρεπτο το ανθρώπινο γονιδίωμα να καταστεί ιδιωτικό υλικό σχεδιασμού δίχως την απώλεια της αυτονομίας και της ανθρωπινότητας.[15]

Ασφαλώς, ο υπερανθρωπισμός δεν αποτελεί ένα ομοιογενές πεδίο, αλλά ένα αρχιπέλαγος φιλοσοφικών, θρησκευτικών και πολιτικών εκδοχών με χαμηλά βαρομετρικά συστήματα πεποιθήσεων που προξενούν ιδεολογικές καταιγίδες, οι οποίες μαίνονται από τον φιλελεύθερο υπερανθρωπισμό του Nick Bostrom, που απορρίπτει ρητά τη νιτσεϊκή καταγωγή του κινήματος,[16] μέχρι τον καταργητισμό της οδύνης (Abolitionism) του David Pearce.[17] Στον ορίζοντα αυτού του αρχιπελάγους, όχι πλέον εντός του, σύμφωνα με τη διάκριση που υιοθετείται εδώ, σκοτεινιάζει η ακραία τεχνο-ελευθεριακή εσχατολογία της «Μοναδικότητας» (Singularity) του Ray Kurzweil, ανήκοντος περισσότερο στον τεχνικό μετανθρωπισμό παρά στον υπερανθρωπισμό,[18] καθώς δεν οραματίζεται πλέον την τεχνική αναβάθμιση του ανθρώπου, αλλά την τελική του υπέρβαση σε μεταβιολογική μορφή, με τη διεπαφή ανθρώπου-μηχανής ως σκοπό της εξέλιξης, η οποία έχει ως αποκορύφωμα την έλευση της Μοναδικότητας. Εντούτοις, παρά τις στρατηγικές, ιδεολογικές και γενεαλογικές τους διαφοροποιήσεις, ο κανονιστικός πυρήνας, το υποκείμενο τέλος και των δύο αυτών συγγενικών ρευμάτων, υπερανθρωπισμού και τεχνικού μετανθρωπισμού, παραμένει κοινό ως άρση της θνητότητας και του βιολογικού περιορισμού όχι ως δομικών, νοηματοδοτικών στοιχείων της ύπαρξης, αλλά ως επιλύσιμων τεχνικών σφαλμάτων του εξελικτικού κώδικα.

Με βάση τα προρρηθέντα, ευελπιστώ ότι κατέστη φανερό πως το ζήτημα της απόδοσης του όρου transhumanism στα ελληνικά δεν εξαντλείται στη γλωσσολογική διάσταση. Είναι επίσης πολιτικό, διότι διανοίγει ένα πεδίο δημόσιας διαβούλευσης, απαραίτητης για τη θέσπιση ρυθμιστικών πολιτικών οι οποίες θα καθορίζονται από την κοινωνία και όχι αποκλειστικά από την αγορά ή το εργαστήριο. Προς το παρόν, η διαφορά φάσης μεταξύ της δημοκρατικής δημόσιας σφαίρας και της τεχνοεπιστημονικής ανάπτυξης διευρύνεται εξαιτίας της ιδιωτικής χρηματοδότησης και του ανταγωνισμού των κρατών στην έρευνα και τις εφαρμογές της. Η πολιτική και νομοθετική ρύθμισή τους συνιστά μια αναγκαία αυτοαναφορική πράξη μιας αποφασίζουσας πολιτικής κοινότητας ενώπιον του ερωτήματος της μορφής της ανθρώπινης ζωής, την οποία θέλει να προστατέψει.[19] Ονομάζοντας ορθά το φαινόμενο υπερανθρωπισμό, ασφαλώς δεν λύνουμε το πρόβλημα, ανοίγουμε, όμως, τον αναγκαίο χώρο όπου είναι δυνατόν να συζητηθεί ως αυτό που στ’ αλήθεια είναι. Ένα πρόταγμα υπέρβασης του ανθρώπου, αντί μιας ακίνδυνης μετάβασης «διά» του ανθρώπου.

Σε αυτό το πλαίσιο μείζονος σημασίας καθίσταται η διάκριση μεταξύ φρόνιμης και ριζικής επιμήκυνσης της ζωής. Η πρώτη παρατείνει τον πεπερασμένο βίο έως το μέγιστο ιστορικά καταγεγραμμένο βιολογικό του όριο, ωθώντας τις ανθρώπινες ικανότητες στο απόγειό τους. Εντός αυτού του πλαισίου, και υπό αυστηρές ιατρικές, κοινωνικές και πολιτικές προϋποθέσεις, διευρύνει τις ευκαιρίες ευημερίας και ολοκλήρωσης, δίχως ωστόσο να προσφέρει εγγυήσεις ευδαιμονίας. Αντιθέτως, η δεύτερη υπερπολλαπλασιάζει το προσδόκιμο καταργώντας κάθε όριο, με απώτερο σκοπό την αθανασία και την αέναη τεχνική αναβάθμιση του υποκειμένου. Εισάγοντας τις διακρίσεις μεταξύ θεραπείας και αναβάθμισης, όπως επίσης μεταξύ φρόνιμης και ριζικής αναβάθμισης θέλω να διασαφηνίσω ότι απέναντι στη θεραπευτική αντίσταση στον πρόωρο θάνατο, ουδόλως αντιτάσσω μια μοιρολατρική ή παθητική αποδοχή του. Η πραγματική αντίθεση που ιχνηλατώ εντοπίζεται ανάμεσα στην προστασία και τη φρόνιμη επιμήκυνση του βίου από τη μία, και την κατάργηση της περατότητας από την άλλη. [20]

Εδώ, η εννοιολογική ακρίβεια συναντά την αγωνία για το νόημα της ζωής. Διότι ο υπερανθρωπισμός ανάγει τις διανοητικές και ψυχικές ικανότητες στο βιολογικό τους υπόστρωμα προς αναβάθμιση, ενώ ο τεχνικός μετανθρωπισμός υποβιβάζει τον άνθρωπο σε σύστημα πληροφοριών προς μεταφόρτωση. Αμφότεροι θεωρούν την περατότητα εξωτερικό περιορισμό της ζωής αντί να την αναγνωρίζουν ως συστατικό όρο της μορφής της, δηλαδή του βίου. Ωστόσο κάτι δίχως πέρας δεν διαμορφώνεται παραμένοντας άπειρο, απροσδιόριστο και άμορφο. Γι’ αυτόν τον λόγο ένα αθάνατο ον δεν θα διέθετε βίο ως ανεπίστρεπτη, ενσώματη ιστορία, αλλά απλώς απεριόριστη ζωή.[21] Όμως στη ριζική επιμήκυνση ελλοχεύει ο κίνδυνος της διάρρηξης της χρονικής ενότητας του εαυτού. Ο μακρινός μελλοντικός εαυτός γίνεται ξένος, ενώ οι αναμνήσεις του μη αναβαθμισμένου εαυτού χάνουν τόσο την ευκρίνεια όσο επίσης τη σημασία τους, επειδή οι επιθυμίες, οι φόβοι και τα επιτεύγματα μέσα στα οποία εγγράφονταν έχουν πλέον απαξιωθεί.[22] Η περατότητα προσδίδει βάρος στις επιλογές, επειδή ο χρόνος μας δεν αποτελεί ανεξάντλητο απόθεμα, καθιστώντας τις δεσμεύσεις μη αναστρέψιμες, την παρουσία μοναδική και τον άλλον αναντικατάστατο. Μια ζωή διαρκούς τεχνικής βελτιστοποίησης με βλέψη τη ριζική επιμήκυνσή της δεν εξασφαλίζει την ευτυχία, τουναντίον, ορφανεύοντας από νόημα μάς απανθρωπίζει. Εκδιώκοντας την τρωτότητα, εξορίζουμε την προϋπόθεση της αγάπης, της ενσυναίσθησης και του πάθους.[23] Ήδη νοηματικά ανέστιοι στην επικράτεια της άνεσης, όταν δεν στενάζουμε στη βιωτή, μάς παρασέρνει η μελαγχολία της πλήρωσης, το παραλυτικό κύμα του κενού που σβήνει στην ακτή του εαυτού, ακολουθώντας την αβίαστη και αυτοματοποιημένη ικανοποίηση κάθε επιθυμίας προτού αυτή μετασχηματιστεί σε βούληση, δέσμευση και δημιουργία. Η μελαγχολία αυτή δεν θεραπεύεται με περισσότερη τεχνική βελτιστοποίηση, ούτε με την ψευδαίσθηση μιας ψηφιακής αθανασίας.

Στον αντίποδα των τεχνοκρατικότερων εκδοχών του υπερανθρωπισμού βρίσκεται ο ψηφιακός ανθρωπισμός, όπως τον αναπτύσσω στον Ψηφιακό Ανθρωπισμό 2: Τεχνητή Νοημοσύνη και Τέχνη του Βίου. Κεντρικό του πρόταγμα είναι η υπαγωγή της τεχνικής στην ανθρώπινη αυτονομία στο πλαίσιο μιας τέχνης του βίου. Η αυτονομία εδώ επ’ ουδενί σημαίνει κυριαρχία επί ενός πλήρως κατασκευασμένου εαυτού ούτε απεριόριστη ελευθερία επιλογής, αλλά την επισφαλή αυτοδιακυβέρνηση μιας ενσώματης, πεπερασμένης και κοινωνικά αλληλεξαρτώμενης ύπαρξης.[24] Αντί ν’ απορρίπτει την τεχνητή νοημοσύνη, την αξιοποιεί για τον εμπλουτισμό της ανθρωπινότητάς μας δίχως να την αναγορεύει σε αυτοσκοπό που ρυθμοδοτεί την ύπαρξή μας. Η απάντηση στη μελαγχολία της πλήρωσης βρίσκεται στη χαρά της αισθητικής εξύψωσης, της ανιδιοτελούς προσφοράς και της πολιτικής συμμετοχής. Καμία νευροβιολογική αναβάθμιση δεν υποκαθιστά την αισθητική, την ηθική και την πολιτική καλλιέργεια. Υπό το πρίσμα του ανθρωπισμού αναβάθμιση είναι η εισαγωγή της ομορφιάς, του αγαθού, της ελευθερίας και της ακριβοδικίας στην καθημερινότητα. Είναι η επιλογή της γενναιοδωρίας, της συμπόνιας, της αλληλεγγύης, της διανοητικής περιέργειας, της ευπρέπειας ως φροντίδας της μορφής εν ολίγοις, η βαθιά, ποιητική κατοίκηση του κόσμου από ένα αυτόνομο υποκείμενο που επωμίζεται την ευθύνη της ιστορίας του.

Ανεξαρτήτως των υποκειμενικών κινήτρων των υπερανθρωπιστών, το πρόταγμά τους προϋποθέτει δομικά ότι η περατότητα στερείται εγγενούς αξίας, ενώ ο ψηφιακός ανθρωπισμός αγκαλιάζει το εφήμερο ως συνθήκη νοήματος, αντιτιθέμενος στην πεποίθηση ότι η κατάργηση της περατότητας επιλύει το ζήτημα του νοήματος του βίου. Αναγνωρίζει πως ένα έργο τέχνης, μια φιλία ή ένας έρωτας δεν αντλούν την αξία τους από το γεγονός ότι θα διαρκέσουν αιώνια, αλλά από το ανεπανάληπτό τους. Αντί να θεωρούμε τη θνητότητα ως εχθρό προς καταπολέμηση, είναι προτιμότερο να την αντικρίζουμε ως καμβά στον οποίο οι πράξεις και οι σχέσεις μας αποκτούν μορφή. Τοιουτοτρόπως, αντί να ψηφιοποιηθούμε σε αθάνατα, αποστειρωμένα δεδομένα, ίσως γίνουμε περισσότερο ανθρώπινοι αξιοποιώντας την τεχνική για να φροντίζουμε, να δημιουργούμε και να μοιραζόμαστε έναν κοινό κόσμο, αφήνοντας στον βυθό του ένα ίχνος καλοσύνης. Ο ψηφιακός ανθρωπισμός μάς μαθαίνει να βιώνουμε τη ζωή με διαύγεια και ειρήνη, συμφιλιωμένοι με το πεπερασμένο της φύσης μας. Να τη βιώνουμε όσο το δυνατόν πιο αυτόνομα, αυθεντικά, με αγάπη, αναζητώντας το ωραίο και την αλήθεια. Εφόσον κατανοήσουμε, σε εννοιολογικό και βιωματικό επίπεδο, ότι το πρόβλημα δεν είναι πώς θα ζήσουμε για πάντα, αλλά πώς θα ζήσουμε ως θνητοί, η πτώσις μας δεν είναι βεβαία και οι προσπάθειές μας, των συφοριασμένων, ίσως δεν καταλήξουν σαν των Τρώων


[1] Το λέγειν, για τον Καστοριάδη, αντιστοιχεί στη συνολοταυτιστική διάσταση τόσο της γλώσσας, όσο και του κοινωνικού παριστάνειν. Το θεμελιώδες χαρακτηριστικό του λέγειν είναι η κατονομασία. Η κατονομασία εμπεριέχει εξαρχής τις έννοιες της διακρισιμότητας, της ταυτότητας και της διαφοράς, όμως η σχέση μεταξύ του σημείου και αυτού που εκπροσωπεί δεν ανασυγκροτείται από αυτές τις έννοιες. Το λέγειν είναι η διάσταση της αναπαράστασης και της σημειοδότησης. Μέσω αυτού η κοινωνία κατονομάζει, ταξινομεί, κατηγοριοποιεί, μετράει και βάζει σε τάξη τον κόσμο προκειμένου να τον κατανοήσει και να τον διαχειριστεί. Το λέγειν συνοδεύεται πάντα από το τεύχειν, το οποίο ο Καστοριάδης ορίζει ως «συναρμόζειν-προσαρμόζειν-κατασκευάζειν-ποιείν». Αν το λέγειν είναι η λογική/αναπαραστατική πλευρά της κοινωνικής θέσμισης (το πώς σκεφτόμαστε, διακρίνουμε και ονομάζουμε), το τεύχειν είναι η πρακτική/τεχνική πλευρά (το πώς φτιάχνουμε, εργαζόμαστε και μετασχηματίζουμε την ύλη) βλ. Θεοφάνης Τάσης, Καστοριάδης: Μια Φιλοσοφία της Αυτονομίας, Αρμός, Αθήνα 2022 (3η έκδοση), σ.313-320.

[2] Για χαρακτηριστικά παραδείγματα της εσφαλμένης απόδοσης του αγγλικού όρου transhumanism ως «διανθρωπισμός» αντί του ετυμολογικά και εννοιολογικά ορθότερου «υπερανθρωπισμός» στον σύγχρονο ελληνικό διαδικτυακό και δημοσιογραφικό λόγο βλ. ενδεικτικά: Προμηθέας 2.0 στον ιστότοπο https://mag.frear.gr/promitheas-2-0/ όπου υιοθετείται η προβληματική ορολογία, το σχετικό αφιέρωμα Διανθρωπισμός: Το μέλλον ή η πιο επικίνδυνη ιδέα στον κόσμο; στον ιστότοπο https://olafaq.gr/outlook/ideas/transhumanism-idea/ καθώς και το εκτενές άρθρο Μπορεί ο διανθρωπισμός να σώσει το ανθρώπινο είδος; στον ιστότοπο https://www.ertnews.gr/eidiseis/epistimi/mporei-o-dianthropismos-na-sosei-to-anthropino-eidos-long-read/

[3] Βλ. Θεοφάνης Τάσης, Φιλοσοφία της Ανθρώπινης Αναβάθμισης, Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2021, σ. 22-24 και 35-40.

[4] Βλ. Θεοφάνης Τάσης, Φιλοσοφία της Ανθρώπινης Αναβάθμισης, ό.π., σ. 14-16· Nick Bostrom, «Introduction – The Transhumanist FAQ: A General Introduction», στο Calvin Mercer/Derek Maher (Eds.), Transhumanism and the Body. The World Religions Speak, Palgrave Macmillan, 2014, σ. 1-4· Max More, «H+: True Transhumanism», 2009, https://www.metanexus.net/h-true-transhumanism/.

[5] Βλ. Gilbert Simondon, L’individuation psychique et collective, Aubier, 1989. Για συστηματική παρουσίαση στα αγγλικά βλ. Muriel Combes, Gilbert Simondon and the Philosophy of the Transindividual, MIT Press, 2013.

[6] Βλ. Dante, The Divine Comedy, Digital Dante Edition with Commento Baroliniano, MMXIV-MMXX, Columbia University, https://digitaldante.columbia.edu/dante/divine-comedy/paradiso/paradiso-1/ και Heather Webb, Dante’s Persons: An Ethics of the Transhuman, Oxford University Press, 2016.

[7] Βλ. Julian Huxley, Transhumanism στο New Bottles for New Wine, Chatto & Windus, 1957, σ. 13-17 όπως επίσης Θεοφάνης Τάσης, Φιλοσοφία της Ανθρώπινης Αναβάθμισης, ό.π., σ. 22 και 79-80.

[8] Βλ. Robert Ranisch/Stefan Sorgner (Eds.), Post- and Transhumanism: An Introduction, Internationaler Verlag der Wissenschaften, 2014, σ. 10 και Θεοφάνης Τάσης, Φιλοσοφία της Ανθρώπινης Αναβάθμισης, ό.π., σ. 22-24.

[9] Το καντιανό transcendental δεν σημαίνει πέρασμα προς ένα ανώτερο επίπεδο. Δηλώνει την έρευνα των a priori όρων δυνατότητας της εμπειρίας.

[10] Βλ. Stefan Lorenz Sorgner, “Nietzsche, the Overhuman, and Transhumanism”, Journal of Evolution and Technology, τ. 20/1, 2009, σ. 29-42.

[11] Βλ. Max More, “The Overhuman in the Transhuman”, Journal of Evolution and Technology, τ. 21/1, 2010, σ. 1-4.

[12] Βλ. Nick Bostrom, “A History of Transhumanist Thought”, Journal of Evolution and Technology, τ. 14/1, 2005, σ. 4.

[13] Για την πλήρη διάκριση ριζικής και φρόνιμης αναβάθμισης, καθώς και τη σχετική τριμερή επιχειρηματολογία, βλ. Θεοφάνης Τάσης, Φιλοσοφία της Ανθρώπινης Αναβάθμισης, ό.π., σ. 38-40.

[14] Βλ. Θεοφάνης Τάσης, Φιλοσοφία της Ανθρώπινης Αναβάθμισης, ό.π., σ. 53-60 και 363-364.

[15] Για τις τρεις συμπληρωματικές κριτικές βλ. Θεοφάνης Τάσης, Φιλοσοφία της Ανθρώπινης Αναβάθμισης, ό.π., σ. 315-356 και ειδικότερα Francis Fukuyama, Our Posthuman Future, Farrar, Straus & Giroux, 2002, σ. 9–10, 83, 150 και 157, Jürgen Habermas, Die Zukunft der menschlichen Natur. Auf dem Weg zu einer liberalen Eugenik?, Suhrkamp, 2001, σ. 62–64, 87–92 και 108, Michael Sandel, The Case Against Perfection, Belknap Press, 2007, σ. 24–28 και 86–96.

[16] Nick Bostrom, “A History of Transhumanist Thought”, ό.π.

[17] Βλ. David Pearce, “The Hedonistic Imperative”, [online], 1995. Διαθέσιμο στο: https://www.hedweb.com/hedonist/

[18] Βλ. Ray Kurzweil, The Singularity Is Near: When Humans Transcend Biology, Viking, 2005.

[19] Βλ. Θεοφάνης Τάσης, Φιλοσοφία της Ανθρώπινης Αναβάθμισης, ό.π., σ. 28-34 και 330-342 και Jürgen Habermas, Die Zukunft der menschlichen Natur. Auf dem Weg zu einer liberalen Eugenik?, Suhrkamp, 2001, σ. 28–31 και 100–114.

[20] Για τη διάκριση φρόνιμης και ριζικής επιμήκυνσης της ζωής, βλ. Θεοφάνης Τάσης, Φιλοσοφία της Ανθρώπινης Αναβάθμισης, ό.π., σ. 157-163 και 205-231, ιδίως σ. 230-231.

[21] Για τη διάκριση βιολογιστικής και πληροφοριακής αναγωγής, τη σχέση ζωής και βίου και τη χρονική συνέχεια του εαυτού, βλ. Θεοφάνης Τάσης, Φιλοσοφία της Ανθρώπινης Αναβάθμισης, ό.π., σ. 160-163, 235-239 και 362-366.

[22] Για τη διάκριση μεταξύ ψυχολογικής συνέχειας και ψυχολογικής συνδεσιμότητας του προσώπου στον χρόνο βλ. Derek Parfit, Reasons and Persons, Oxford University Press, 1984, Μέρος Γ΄. Για την εφαρμογή της προβληματικής στη ριζική ανθρώπινη αναβάθμιση βλ. Nicholas Agar, Truly Human Enhancement: A Philosophical Defense of Limits, MIT Press, 2014, σ. 55–79, και Θεοφάνης Τάσης, Φιλοσοφία της Ανθρώπινης Αναβάθμισης, ό.π., σ. 364-366.

[23] Βλ. Θεοφάνης Τάσης, Φιλοσοφία της Ανθρώπινης Αναβάθμισης, ό.π., σ. 112-114, 361-362 και 371-375, όπως επίσης Michael Hauskeller, Mythologies of Transhumanism, Palgrave, 2016, σ. 83 και Vladimir Jankélévitch/Béatrice Berlowitz, Κάπου στο ανολοκλήρωτο, Εκδόσεις Πόλις, 2021, σ. 222–223.

[24] Βλ. Θεοφάνης Τάσης, Ψηφιακός Ανθρωπισμός ΙΙ: Τεχνητή Νοημοσύνη και Τέχνη του Βίου, Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2025, σ. 39-84.

mag.frear.gr

Ἀποχή-«μυστήριο» Βενιζέλου

1
Christos Simatos

Μία διακριτική ἀλλά ἐμφανῆ ἀποχή ἀπό τήν δημόσια συζήτηση γιά τίς πολιτικές ἐξελίξεις στήν χώρα μας ἔχει ἐπιλέξει ὁ κ. Εὐάγγελος Βενιζέλος ἐδῶ καί ἀρκετούς μῆνες.

Πρόκειται ἄραγε γιά συνειδητή ἀπόφαση ἤ ὀφείλεται στήν θερινή ραστώνη, ἡ ὁποία –σημειωτέον– οὐδέποτε ἔδειξε νά ἐπηρεάζει τόν πολιτικό καί ἀκαδημαϊκό Βενιζέλο;

Ἡ αἰτία τῆς ἀποχῆς δέν εἶναι τό γεγονός ὅτι ὁ πρώην πρόεδρος τοῦ ΠΑΣΟΚ καί ἀντιπρόεδρος τῆς κυβέρνησης Σαμαρᾶ δέν παρακολουθεῖ στενά τά πολιτικά τεκταινόμενα. Μέσα στό βαθύ καλοκαίρι καί τήν πολιτική ἄπνοια τοῦ Αὐγούστου, ἔδειξε ὅτι ἐνημερώνεται γιά κάθε πτυχή τῆς ἐπικαιρότητας, παρεμβαίνοντας σέ αὐτήν ἀκόμη καί μέ ἕναν ἰδιότυπο τρόπο. Τέσσερεις ἀποχαιρετισμούς ἔγραψε ὁ πολιτικός Βενιζέλος γιά τήν ἀπώλεια –κατά σειρά– τῶν Ἰωάννη Βαρβιτσιώτη, Στέλιου Ράμφου, Στέφανου Μάνου καί Κωνσταντίνου Τσουκαλᾶ. Τούς ἀποχαιρέτησε ὅλους μέ τόν δέοντα σεβασμό πού ταίριαζε στό ἐπίπεδο τῶν σχέσεων πού εἶχε ἀναπτύξει μέ κάθε ἕνα ἀπό τά σπουδαῖα αὐτά πρόσωπα ξεχωριστά. Εἰδικά γιά τόν Ἰωάννη Βαρβιτσιώτη συνέγραψε καί ἕνα ἄρθρο γιά τήν «Καθημερινή».

Ὁ κ. Βενιζέλος πέρασε καί φέτος τόν Αὔγουστο, ὅπως συνηθίζει τά τελευταῖα χρόνια, ἀρκετές ἡμέρες διακοπῶν στήν ἀγαπημένη του Κύθνο. Καί γιά τήν ἀκρίβεια, ὅπως πληροφόρησε ἀποχαιρετῶντας τόν διανοητή Ράμφο, στά Ποτάμια τῆς Κύθνου, πού ἦταν καί ὁ ἀγαπημένος τόπος τοῦ ἐκλιπόντος. Ἐκεῖ διάβαζε, ἔγραφε, μελετοῦσε. Ἡ ἑπόμενη παρέμβασή του ἐκδηλώθηκε ὡς χαιρετισμός γιά τήν ἐπέτειο τῆς ἱδρυτικῆς πράξης τοῦ ΠΑΣΟΚ τήν 3η Σεπτεμβρίου. Ὁ κ. Εὐάγγελος Βενιζέλος δέν πῆγε στό Ἡράκλειο τῆς Κρήτης, γιά νά γιορτάσει μέ τόν… γνήσιο πασοκικό τρόπο τά 52 χρόνια ΠΑΣΟΚ ἤ γιά νά σιγοτραγουδήσει «Θά τόν μεθύσουμε τόν ἥλιο…», μέ φόντο ἕνα πράσινο τρακτέρ. Ποτέ δέν ἦταν ὑπέρ τῶν ἀκραίων πανηγυρισμῶν.

Παρέμεινε στήν Ἀθήνα καί ἐξέδωσε μία ἀνακοίνωση πού θά μποροῦσε νά χαρακτηριστεῖ καί τυπική. Ἡ δεύτερη καί τελευταία παράγραφός της κατέληγε: «Αὐτό τό ΠΑΣΟΚ – θεσμικό, προγραμματικό καί ὑπεύθυνο– εἶναι ἐγγυητής ἑνός ἀξιακοῦ συστήματος πού δοκιμάζεται πανταχόθεν καί σέ ὅλα τά ἐπίπεδα: τῆς δημοκρατίας, τοῦ κράτους δικαίου καί τῶν θεμελιωδῶν δικαιωμάτων, τῆς κοινωνικῆς συμπερίληψης, τῆς ἐθνικῆς ἑνότητας, τῆς προόδου. Ἕνα ἰσχυρό ΠΑΣΟΚ εἶναι συνεπῶς καί πάλι ἀναγκαῖο». Οὔτε ἀναφορές σέ νῖκες καί σέ πρωτιές οὔτε μεγάλα λόγια καί διθυραμβικές ἐπισημάνσεις. Θά ἔλεγε κανείς ὅτι ὁ κ. Βενιζέλος εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν… χωμένος στά πράγματα, ἀλλά χωρίς νά συμμετέχει σέ αὐτά.

Πολλοί ἑρμηνεύουν ὡς μή συμπτωματικό τό γεγονός ὅτι ἔχει ἀποφύγει νά πεῖ τήν γνώμη του ἤ νά καταθέσει τίς ἀπόψεις του ἀκόμη καί γιά τίς ἐξελίξεις στά ἐθνικά ζητήματα, οἱ ὁποῖες εἶναι πολλές καί ἄκρως ἀνησυχητικές. Δέν παρεμβαίνει, δέν ἐπιτίθεται στήν Κυβέρνηση, ὅπως ἔχει πράξει στό πρόσφατο παρελθόν, μέ αἰχμή τά ζητήματα θεσμῶν καί κράτους δικαίου, δέν συμμετέχει, ἔστω καί ἐξ ἀποστάσεως, στίς ἐξελίξεις πού ἀφοροῦν στό ΠΑΣΟΚ, δέν ἀφήνει αἰχμές γιά τό κόμμα ΕΛΑΣ, δέν συμμετέχει σέ συζητήσεις γιά τό ὑπό δημιουργίαν κόμμα Σαμαρᾶ.

Περισσότερο δίνει μία αἴσθηση ὅτι κάθεται σιωπηλά σέ μία γωνία τοῦ πολιτικοῦ συστήματος καί παρακολουθεῖ, καί, ἴσως, νά περιμένει. Ἄδηλο τί. Ἡ ἀποστασιοποίησή του πάντως ἀπό τίς πολιτικές ἐξελίξεις, ἴσως καί ἀπό τό ΠΑΣΟΚ, εἶναι ἐμφανής. Ἡ τελευταία φορά πού στάθηκε κοντά στόν κ. Νῖκο Ἀνδρουλάκη ἦταν στό Συνέδριο τοῦ ΠΑΣΟΚ τόν προηγούμενο Μάρτιο. Κανείς δέν μπορεῖ νά ἰσχυριστεῖ ὅτι αὐτή εἶναι μία στάση τήν ὁποία ὁ κ. Βενιζέλος θά συνεχίσει νά τηρεῖ καί τό ἀμέσως ἑπόμενο διάστημα. Ἐνδεχομένως νά περιμένει νά δεῖ τήν μεγάλη εἰκόνα πρίν ἀπό τήν νέα του μεγάλη παρέμβαση. Θά ἦταν ἀφύσικο, ἄλλως τε, νά συνεχίσει νά παραμένει σιωπηλός.

estianews.gr

Μητσοτάκης πρός Σακελλαροπούλου: «Μήν πᾶς στό Καστελλόριζο»

2

Τό ἄγνωστο παρασκήνιο τῶν ἐθνικῶν μας θεμάτων – Πρώτη φορά ὡς πρωθυπουργός στό ἀκριτικό νησί, μετά ἀπό 7 χρόνια θητείας, ὁ κ. Μητσοτάκης ‒ Ἡ ἐργαλειοποίηση τῶν ἐθνικῶν θεμάτων στίς ἐκλογές – Ἀγωνία νά ντυθεῖ «Σαμαρᾶς»

Στίς ἀρχές Σεπτεμβρίου τοῦ 2020 ἡ τότε Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου ἀνακοίνωσε τήν πρόθεσή της νά μεταβεῖ στό ἀκριτικό Καστελλόριζο καί νά παραστεῖ στίς ἑορταστικές ἐκδηλώσεις γιά τήν ἐπέτειο τῆς ἀπελευθέρωσης τοῦ νησιοῦ.

Παρά τό γεγονός ὅτι: α) εἶχε προηγηθεῖ ἕνας… θερμός Αὔγουστος στό Αἰγαῖο μέ τήν κρίση τοῦ «Ὀρούτς Ρέις», κατά τήν διάρκεια τῆς ὁποίας τουρκικές τορπιλλάκατοι ἔφθασαν σέ ἀπόσταση 6,5 μιλίων ἀπό τό νησί, προκειμένου νά ἀμφισβητήσουν τό δικαίωμα τῆς Ἑλλάδος γιά ἐπέκταση τῶν χωρικῶν της ὑδάτων στά 12 μίλια·

β) δύο ὑπουργοί τῆς κυβερνήσεως τῆς ΝΔ, προερχόμενοι ἀπό τό ΠΑΣΟΚ, διακήρυξαν μέσα στήν κορύφωση τῆς κρίσης ὅτι «τά 12 μίλια εἶναι ἐθνικισμός» καί ὅτι «ἡ ἐπίσημη πολιτική μας εἶναι αὐτή τήν στιγμή τά 6 μίλια», ἡ Πρόεδρος ἀποφάσισε νά μεταβεῖ. Κατά τήν διάρκεια τῆς προετοιμασίας τῆς ἐπίσκεψής της, ὅμως, καί ἐνῷ ὁ τουρκικός Τύπος ἀπειλοῦσε μέσῳ καθημερινῶν δημοσιευμάτων μέ θερμό ἐπεισόδιο, ἡ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δέχθηκε –σύμφωνα μέ πηγές πού εἶναι ἀδύνατον νά διαψευστοῦν– ἕνα ἀπροσδόκητο τηλεφώνημα ἀπό τό Μέγαρο Μαξίμου.

Στήν ἄλλη ἄκρη τῆς «γραμμῆς» ἦταν ὁ Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, μᾶλλον ἀνήσυχος ἀπό τίς ὀξεῖες ἀντιδράσεις τοῦ τουρκικοῦ Τύπου, Τούρκων ἀξιωματούχων καί διαρροῶν ὅτι, σέ περίπτωση μετάβασής της, θά ὑπῆρχε κίνδυνος θερμοῦ ἐπεισοδίου. Τῆς μίλησε μέ σεβασμό μέν, ἀλλά τῆς ἀπηύθυνε κομψά ἕνα αἴτημα τό ὁποῖο σέ ἐλεύθερη ἀπόδοση μεταφραζόταν σέ μιά ρητορική ἐρώτηση τοῦ τύπου: «Μήπως εἶναι καλύτερα νά μήν πᾶς στό Καστελλόριζο σέ αὐτή τήν συγκυρία;».

Ἡ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας προβληματίστηκε ἀρχικά ἀπό τό παράδοξο αἴτημα, ἀλλά ἀνακοίνωσε στόν Πρωθυπουργό ὅτι, ἀπό τήν στιγμή πού τό ταξίδι της εἶχε γνωστοποιηθεῖ στόν Τύπο, ἦταν ἀδύνατον νά προχωρήσει στήν ἀναβολή του. Καί ἀπάντησε ἀρνητικά στόν Πρωθυπουργό. Ἡ συγκλονιστική αὐτή πληροφορία ἦταν μυστική ἔναντι ὅλων καί, πάντως, ἄγνωστη στήν ἐφημερίδα μας καί στόν ὑπογράφοντα μέχρι τό 2025, ὅταν ἡ κυρία Σακελλαροπούλου «ἀφυπηρέτησε» ἀπό τήν Προεδρία τῆς Δημοκρατίας.

Καί, ἄν τήν γνώριζε, σίγουρα δέν θά ἦταν ἴδια ἀκριβῶς ἡ ἀποτίμηση τῆς Προεδρίας της, ἡ ὁποία εἶχε πολλά μελανά στοιχεῖα, ἀλλά καί μερικά, ὅπως αὐτό, ἀξιοσημείωτα καί ἀξιομνημόνευτα. Ἡ πληροφορία εἶναι διασταυρωμένη στό ὑψηλότερο δυνατό ἐπίπεδο, καί γιά λόγους ἀντικειμενικούς εἶναι ἀδύνατον νά διαψευστεῖ, ὅσο καί ἄν θά τό ἤθελε ὁ Πρωθυπουργός.

Τήν ἀποκαλύπτουμε σήμερα, πού ὁ κ. Μητσοτάκης ἐπισκέπτεται μέ τίς ἴδιες ἱστορικές ἀφορμές –καί μέ τούς Τούρκους νά ἀλαλάζουν– τό ἀκριτικό Καστελλόριζο, τό ὁποῖο ἡ πολιτική μας τάξη θέλησε νά χρησιμοποιήσει ὡς φόντο τόν Ἀπρίλιο τοῦ 2010, γιά νά ἀνακοινώσει τήν προσφυγή τῆς Ἑλλάδος στό ΔΝΤ καί νά συμβολίσει τήν μείωση τῆς ἐθνικῆς μας κυριαρχίας!

Τό Μέγαρο Μαξίμου ἔχει βγάλει κυριολεκτικά καί μεταφορικά τό ἀκριτικό Καστελλόριζο ἀπό τόν χάρτη ἀπό τό 2019 ἕως σήμερα, καί οἱ μόνοι πού τό ἐπισκέπτονταν αὐτά τά χρόνια ἦταν, μέ τήν ἀκόλουθη χρονική σειρά: ὁ τότε ἀρχηγός ΓΕΕΘΑ Κωνσταντῖνος Φλῶρος, ἡ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, πού ἐπισκέφθηκε τό νησί καί τό 2022, πάλι ὑπό καθεστώς τουρκικῶν ἀπειλῶν, καί οἱ ὑπουργοί Ἄμυνας Νῖκος Παναγιωτόπουλος καί Νῖκος Δένδιας.

Ὁ Πρωθυπουργός ἄφαντος· ἀνέμενε νά στηθοῦν κάλπες, γιά νά πάει. Κάποια στιγμή μετέβη ἰδιωτικά, γιά νά παραστεῖ στά ἐγκαίνια ναοῦ πού κατασκεύασε ἰδίαις δαπάναις ὁ ἐφοπλιστής Θανάσης Μαρτῖνος καί ἡ σύζυγός τοῦ Πρωθυπουργοῦ Μαρέβα. Μέχρι πρόσφατα ὁ κ. Μητσοτάκης ὄχι ἁπλῶς δέν συνεκινεῖτο γιά τό Καστελλόριζο –εἶχε νά μεταβεῖ ἐκεῖ ἀπό τήν προεκλογική περίοδο τοῦ 2019–, ἀλλά οἱ συνεργάτες του ξέχασαν νά τό ἐντάξουν στόν χάρτη ὁ ὁποῖος περιελήφθη στό βίντεο πού ἀνάρτησε καί ἐκφώνησε ὁ ἴδιος στά μέσα κοινωνικῆς δικτύωσης γιά τόν ἀπολογισμό τοῦ Ταμείου Ἀνάκαμψης.

Δέν θέλουμε νά πιστέψουμε ὅτι αὐτό συνέβη ἐπειδή στήν νομική ὁμάδα τοῦ Πρωθυπουργοῦ, πού ἀσχολεῖται μέ τό Διεθνές Δίκαιο, ὑπάρχουν κάποιοι πού ὑποστήριζαν ὅτι τό σύμπλεγμα τῆς Στρογγύλης συνθλίβεται ἀπό τόν ἠπειρωτική ἀκτή τῆς γείτονος καί δέν τοῦ ἀναγνωρίζονται ΑΟΖ, ὑφαλοκρηπῖδα καί ἐπήρεια στήν ἐπικείμενη ὁριοθέτηση τῶν θαλασσίων ζωνῶν.

Μακριά ἀπό ἐμᾶς. Ὡστόσο, ἡ πραγματικότητα εἶναι ἀδιάψευστος μάρτυς. Ἡ μετάβαση τοῦ κ. Μητσοτάκη στό ἀκριτικό μας νησί ὀψιγενῶς, μετά ἀπό ἑπτά ὁλόκληρα χρόνια, συμπίπτει μέ τρία γεγονότα:

■ Τό πρῶτο, καθ ̓ ὁμολογίαν καί τοῦ κυβερνητικοῦ ἐκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη, εἶναι ἡ ἀπόφαση τοῦ Μαξίμου νά ἐργαλειοποιήσει τά ἐθνικά θέματα, προκειμένου νά ἐπιχειρήσει νά προστατεύσει τά δεξιά του νῶτα καί νά αὐξήσει τήν συσπείρωσή του. Ὁ Πρωθυπουργός πασχίζει νά ντυθεῖ «Σαμαρᾶς» πρίν τόν Σαμαρᾶ καί πολύ πρίν τήν ἔλευση τῶν Ἀπόκρεω, γιά νά πείσει τούς Ἕλληνες ὅτι δέν εἶναι κοσμοπολίτης διεθνιστής (πού εἶναι), ἀλλά… φλογερός ἐθνικιστής.

Δυστυχῶς, στήν ζωή δέν μπορεῖς ποτέ νά ὑποδύεσαι κάτι πού δέν εἶσαι. Ἀποτυγχάνει πάντα. Ἄν ὁ κ. Μητσοτάκης ἦταν φλογερός πατριώτης, ἐθνικιστής, θά εἶχε παραστεῖ μαζί μέ τήν πολιτειακή ἡγεσία τοῦ τόπου στίς κηδεῖες τῶν δύο ἡρωικῶν πιλότων ἀπό τά Ἰωάννινα καί τήν Ἠλεία, πού ἔχασαν τήν ζωή τους στήν Τανάγρα, καί δέν θά χαριεντιζόταν μετά τῆς συζύγου του μέ τήν κυρία Ἀμάλ Κλούνεϊ-Ἀλαμουντίν στό Μέγαρο Μαξίμου συζητῶντας γιά μόδα.

■ Ὁ δεύτερος λόγος εἶναι ὅτι ἀναγκάζεται ἀπό τίς ἐξελίξεις. Ἡ ἀνακοίνωση τοῦ παράνομου θαλασσίου πάρκου ἀπό τούς Τούρκους, πού ἀποκόπτει τό Καστελλόριζο ἀπό τήν Ρόδο, καί ἡ διαγραφή τῆς ὀνομασίας τοῦ ἑλληνικοῦ νησιοῦ ἀπό τούς χάρτες τοῦ Time Marine, ὠθοῦν τόν Πρωθυπουργό, πού εἶναι καί ἐκτεθειμένος λόγῳ τῆς μακρᾶς ἀπουσίας του ἀπό τήν περιοχή, νά μεταβεῖ σωστά ἔστω καί καθυστερημένα στό νησί, τό ὁποῖο οἱ γείτονες θέλουν καί ἀποστρατιωτικοποιημένο.

Γιά λόγους ἀνόρθωσης τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος, εἰδικά μετά ἀπό ὅλα ὅσα συνέβησαν κατά τήν πόντιση τοῦ καλωδίου στά ἀνοικτά του, τόν Ἰούλιο τοῦ 2024, ὁ Πρωθυπουργός ἔπρεπε νά ἐπισκεφθεῖ καί τήν Κάσο, ἀλλά καί τήν Κάρπαθο, ἀπό τήν ὁποία πρόσφατα ἀπεσύρθησαν οἱ πύραυλοι «Πάτριοτ». Ἀλλά, γιά νά τό κάνει, πρέπει κάποιος νά τοῦ τό πεῖ.

■ Ὁ τρίτος λόγος, ὅπως ὑπαινιχθήκαμε ἀνωτέρω, εἶναι ἡ ἐπαπειλούμενη ἵδρυση κόμματος ἀπό τόν Ἀντώνη Σαμαρᾶ, πού φέρνει τά ἐθνικά θέματα στήν κορυφή τῆς ἀτζέντας.

Μέσα στούς κόλπους τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τῆς ΝΔ, μέ πλεῖστα ὅσα μέλη τοῦ ὁποίου ἐπικοινωνεῖ κατά καιρούς ἡ «ΕτΚ», ἐπικρατοῦν, σύμφωνα μέ τίς διηγήσεις, «ἤπια κατάθλιψη» (γιά τήν ὥρα) καί σοβαρότατος προβληματισμός γιά τό τί ὀλέθρια ἀποτελέσματα μπορεῖ νά ἐπιφέρει ἡ ἐργαλειοποίηση τῶν ἑλληνοτουρκικῶν γιά λόγους ἐσωτερικῆς πολιτικῆς κατανάλωσης. Εἶναι προφανές ὅτι ἡ γείτων θά σχεδιάσει, κάποια στιγμή, τήν πρόκληση κρίσης, μετά τήν ἀναδιοργάνωση τῶν ἐνόπλων δυνάμεων, τήν ἀναδιάταξή τους στό Αἰγαῖο καί τήν ἀνατροπή τῶν συσχετισμῶν σέ βάθος χρόνου ἐπί ὑπουργίας Δένδια, πού ἄλλαξε ριζικά τήν προσέγγιση τῆς Κυβέρνησης γιά τήν ἀμυντική θωράκιση τῆς χώρας (ἀλλαγή συσχετισμοῦ στόν ἀέρα μέ τά ντρόουν, στήν θάλασσα καί κάτω ἀπό τήν θάλασσα, μέ τά αὐτόνομα τοῦ Ναυτικοῦ).

Θά εἶναι ὅμως ἐγκληματικό ἄν ἕνας, κατά βάσιν, λαϊκιστής Πρωθυπουργός, πού θά θέλει νά μοχλεύσει τόν φόβο τῶν Ἑλλήνων, παίξει μέ τά ἐθνικά θέματα καί ἐπιταχύνει τήν κρίση σέ χρόνο μή ἐπιβεβλημένο ἀπό τό ἐθνικό συμφέρον.

Δέν θά εἶναι ὑπόλογος μόνον ἔναντι τοῦ ἐκλογικοῦ σώματος, ἀλλά καί ἔναντι τῆς Ἱστορίας. Δέν εἶναι βεβαίως τυχαῖο ὅτι τόν χορό τῆς κινδυνολογίας, πού καταλήγει στό δίλημμα «Μητσοτάκης ἤ χάος», τόν σέρνουν οἱ ὑπουργοί πού στήν οὔγια γράφουν ΠΑΣΟΚ (Φλωρίδης, Γεραπετρίτης) καί οἱ ὑπουργοί πού στήν οὔγια γράφουν «ΛΑΟΣ» (Βορίδης, Γεωργιάδης, Πλεύρης).

Ἡ βαθειά παράταξη ἀπουσιάζει. Καί δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὅσο περνᾶ ὁ καιρός «ἡ παράταξη βυθίζεται στό ἔρεβος». Ἡ ΔΕΘ ἀπέτυχε τόσο, ὥστε τό βράδυ τῆς ὁμιλίας τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἀπό τό βῆμα της δέν τόν χειροκρότησαν οὔτε κἄν αὐτοί οἱ πραιτωριανοί του. Μέ συνέπεια οἱ πρῶτες δημοσκοπήσεις νά ἀποκαλύψουν, παρά τήν «σάλτσα» τῆς ἀναγωγῆς, κέρδη μηδέν ἀπό τό πακέττο παροχῶν. Ὁ τόπος ἔχει μεγάλο ἀνήφορο μπροστά του μέχρι τίς ἐκλογές.

estianews.gr

Ὠμή παρέμβασις Μαξίμου στό Ἅγιο Ὄρος μέ τίς εὐλογίες τοῦ Πατριάρχη!

2

Γεραπετρίτης – Στεφανῆς πίεσαν στήν Ἱερά Κοινότητα νά ἐκδώσει διορθωτική δήλωση γιά τήν «διπλῆ κυριότητα» τῶν ἀκινήτων τῆς Μονῆς

Δέν ἀνεκάλεσε ὅμως τήν βασική θέση ὅτι ἡ συμφωνία δημιουργεῖ «ἐπικίνδυνο προηγούμενο» γιά τό αὐτοδιοίκητο καθεστώς τοῦ Ἄθω καί τῶν Πατριαρχείων

Πρωτοφανεῖς εἶναι οἱ ἐξελίξεις πού πυροδοτήθηκαν ἐξ αἰτίας τῆς ἐπιστολῆς τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος τοῦ Ἁγίου Ὄρους διά τῆς ὁποίας ἐκφράζονται φόβοι γιά τό μέλλον τῆς Μονή τοῦ Σινᾶ, ἐάν ἐφαρμοσθεῖ ἡ «λύσις» τῆς «διπλῆς κυριότητος» τῆς ἀκινήτου περιουσίας της. Ἡ Κυβέρνησις παρενέβη κατά τρόπον ὠμόν καί ἀπαράδεκτον ἀπαιτῶντας ἀπό τήν Ἱεράν Κοινότητα νά ἀναθεωρήσει τήν θέση της. Κινητοποίησε μάλιστα πρός τοῦτο καί τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Ἡ «Ἑστία», ἡ ὁποία ἀνέδειξε τό ζήτημα ἀπό τό παρελθόν Σάββατο, θεωρεῖ τό ζήτημα τοῦ Σινᾶ τεραστίας ἐθνικῆς σημασίας καί κατά τοῦτο συντάσσεται μέ τήν Ἱερά Κοινότητα, ἡ ὁποία ἐπισημαίνει τά προβλήματα πού ἔχουν δημιουργηθεῖ.

Δυστυχῶς, ἡ κυβερνητική στάσις εἶναι ἐξωφρενική καί δεικνύει ἐλλιπῆ κατανόηση τῆς καταστάσεως καί τῶν κινδύνων πού ἐγκυμονοῦν γιά τήν Ὀρθοδοξία οἱ λύσεις τίς ὁποῖες ἔχει συμφωνήσει μέ τήν Αἴγυπτο. Αὐτούς ἀκριβῶς τούς κινδύνους ἐπεσήμανε ἡ Ἱερά Κοινότης, ἡ ὁποῖα ὑπεγράμμιζε ὅτι τά ἀναφερθέντα περί σχεδιαζομένης «διπλῆς κυριότητος» τῆς Μονῆς τοῦ Σινᾶ συνιστοῦν μεταβολή τοῦ status quo καί ἐτόνιζε ὅτι ἄν ἐπιτραποῦν οἱ ἀλλαγές πού δρομολογοῦνται, θά ἀποτελέσουν «ἐπικίνδυνον προηγούμενον διά τά ἀρχαῖα Πατριαρχεῖα, τά ἱστορικά μοναστικά καθιδρύματα καί τούς ἱερούς τόπους τῆς Ἀνατολῆς».

Ἠνοχλήθη ὅμως ὁ ὑπουργός Ἐξωτερικῶν κ. Γιῶργος Γεραπετρίτης, ὁ ὁποῖος φέρεται νά ἀξίωσε πρῶτα ἀπό τόν διοικητή τοῦ Ἁγίου Ὄρους, στρατηγό ἐ.ἀ. Ἀλκιβιάδη Στεφανῆ νά ἀσκήσει πιέσεις στούς Καθηγουμένους τῶν Μονῶν νά ἀλλάξουν τήν στάση τους καί νά εὐθυγραμμισθοῦν μέ τίς βουλές πού φέρεται νά ἔχει τό Μέγαρο Μαξίμου. Φαίνεται, ἡ Κυβέρνησις αὐτή δέν ἀνέχεται τήν κριτική, οὔτε ὅταν πρόκειται γιά ἕνα τέτοιας σημασίας ἐθνικό ζήτημα. Γιατί τό μέλλον τῆς Μονῆς τοῦ Σινᾶ εἶναι ἐθνικό ζήτημα. Περαιτέρω καί πρό τῆς σθεναρᾶς στάσεως τῶν Καθηγουμένων, ἡ Κυβέρνησις ἐνέπλεξε καί τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαῖο, ὁ ὁποῖος, ἀναφερόμενος στήν στήριξη τοῦ Ἁγίου Ὄρους πρός τήν Μονή τοῦ Σινᾶ, φέρεται νά εἶπε ὅτι «ὅποιος ζητεῖ τά πολλά, χάνει καί τά λίγα»!

Ὑπό τίς ἀφόρητες αὐτές πιέσεις, πού, συμφώνως πρός πληροφορίες, ἀκολουθήθηκαν καί ἀπό αἰωρούμενες ἀπειλές διακοπῆς χρηματοδοτήσεων, ἡ Ἱερά Κοινότης ἐξέδωσε χθές νέα ἀνακοίνωση, διά τῆς ὁποίας ὅμως δέν ἀνακαλεῖ τήν βασική θέση ὅτι ἡ συμφωνία πού συνομολογεῖται μέ τήν Αἴγυπτο δημιουργεῖ ἐπικίνδυνο προηγούμενο καί γιά τό αὐτοδιοίκητο τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί ἐν γένει γιά τά ἐκκλησιαστικά καθιδρύματα.

Δυστυχῶς, μιά τέτοια ὠμή παρέμβαση τήν βλέπουμε αὐτήν τήν στιγμή. Οὔτε ὁ ὑπουργός Ἐξωτερικῶν οὔτε ὁ διοικητής τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἔχουν ἁρμοδιότητα, ἀλλά οὔτε καί ἠθικό δικαίωμα, νά ὑπαγορεύσουν στήν Ἱερά Κοινότητα τήν στάση πού θά πρέπει νά τηρήσει ἔναντι ἑνός καθαρῶς ἐκκλησιαστικοῦ ζητήματος συμπαραστάσεως πρός τήν μοναστική κοινότητα τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης τοῦ Σινᾶ. Καί ὅμως τό ἔπραξαν καί, τό χειρότερο, ἐνέπλεξαν καί τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη. Λές καί εἶναι λίγα τά προβλήματα πού ἀντιμετωπίζει στήν Κωνσταντινούπολη καί ἔπρεπε νά τοῦ φορτώσουν καί τίς ἐκκλησιαστικές ἰδεοληψίες τῆς Κυβερνήσεως τῶν Ἀθηνῶν.

Στήν νέα ἀνακοίνωσή της, ἡ Ἱερά Κοινότης ἀναφέρει ὅτι ἡ ἀπόφασις ἀποστολῆς τῆς ἐπιστολῆς πρός τήν Σιναϊτική Ἀδελφότητα «εἶχε ὡς μοναδικόν κίνητρον τήν ἀδελφικήν ἐν Χριστῷ συμπαράστασιν πρός τούς Πατέρας τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Θεοβαδίστου Ὄρους Σινᾶ καί δέν ὑπεισέρχεται εἰς τεχνικάς λεπτομερείας ἐπί τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος».

Περαιτέρω ὑπογραμμίζεται: «Οὐδεμία ἄλλη σκοπιμότης ἤ πρόθεσις ὑπῆρξε, οὐδέ δύναται νά ἀποδοθῇ εἰς αὐτό οἱαδήποτε περαιτέρω διάστασις. Ἡ Ἱερά Κοινότης θεωρεῖ ὅτι ἡ σαφής αὕτη διευκρίνισις δέν καταλείπει περιθώριον διά διαφορετικάς ἑρμηνείας, πολιτικήν ἐκμετάλλευσιν καί σκοπιμότητα». Ἐξ ἀρχῆς οὐδείς καλόπιστος ἀναγνώστης θά μποροῦσε νά καταλογίσει στήν Ἱερά Κοινότητα πολιτική σκοπιμότητα γιά τήν παρέμβασή της σέ ἕνα ζήτημα πού εἶναι ἐθνικῆς σημασίας. Μόνον ἡ Κυβέρνησις τῶν Ἀθηνῶν φαίνεται πώς τό ἐτοποθέτησε σέ αὐτήν τήν βάση

estianews.gr

Κ.Γκιλφόιλ και Μ.Ρούμπιο κατακεραυνώνουν την Ελλάδα για την αποφυλάκιση του Νίκου Μαζιώτη

2

Ιδιαίτερο βάρος στις αμερικανικές αντιδράσεις δίνουν και οι δηλώσεις του ίδιου του Μαζιώτη, ο οποίος όπως φαίνεται, παραμένει αμετανόητος

Σφοδρή είναι η αντίδραση της αμερικανικής πλευράς στην αποφυλάκιση του Νίκου Μαζιώτη, με την πρέσβη των ΗΠΑ στην Ελλάδα, Κίμπερλι Γκιλφόιλ και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ υπό τον Μάρκο Ρούμπιο να στέλνουν αυστηρό μήνυμα για την αντιμετώπιση προσώπων που έχουν καταδικαστεί για τρομοκρατική δράση με στόχους αμερικανικών συμφερόντων.

Ο Μαζιώτης υπήρξε ηγετικό στέλεχος του «Επαναστατικού Αγώνα», ο οποίος έχει χαρακτηριστεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες ως ξένη τρομοκρατική οργάνωση από το 2009.

Η ακροαριστερή οργάνωση είχε βάλει στο στόχαστρο και αμερικανικούς στόχους, με χαρακτηριστικότερη την επίθεση με αντιαρματική ρουκέτα RPG κατά της αμερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα τον Ιανουάριο του 2007.

Στο ενεργητικό της περιλαμβάνονται ακόμα επιθέσεις σε υποκατάστημα της Citibank, στο Χρηματιστήριο Αθηνών και στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Μετά την αποφυλάκιση του Μαζιώτη, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανακοίνωσε ότι δεν του επιτρέπεται η είσοδος στις ΗΠΑ, επικαλούμενο τους αμερικανικούς περιορισμούς για πρόσωπα που συνδέονται με τρομοκρατική δράση.

Η Ουάσινγκτον κατέστησε έτσι σαφές ότι εξακολουθεί να θεωρεί την υπόθεση ιδιαίτερα σοβαρή.

Στο ίδιο πλαίσιο κινήθηκε και η Κίμπερλι Γκιλφόιλ, η οποία χαρακτήρισε τον Μαζιώτη «αμετανόητο τρομοκράτη» και συνέδεσε την αποφυλάκισή του με την ανάγκη διαρκούς επαγρύπνησης απέναντι στην πολιτική βία.

Παράλληλα, εξέφρασε τη στήριξη των ΗΠΑ στα θύματα της τρομοκρατίας και αναφέρθηκε στις προσπάθειες των ελληνικών Αρχών για την αντιμετώπιση τέτοιων ενεργειών.

Ιδιαίτερο βάρος στις αμερικανικές αντιδράσεις δίνουν και οι δηλώσεις του ίδιου του Μαζιώτη.

Ο ίδιος αποφυλακίστηκε μετά την ολοκλήρωση της ποινής του, έχοντας εκτίσει συνολικά 20 χρόνια, από τα οποία 14 σε φυλακή και έξι μέσω υπολογιζόμενης εργασίας.

Όπως έχει αναφέρει, τα δικαστικά συμβούλια είχαν απορρίψει επτά φορές το αίτημά του για υφ’ όρον αποφυλάκιση, μεταξύ άλλων λόγω της στάσης του απέναντι στη δράση του «Επαναστατικού Αγώνα».

Ο ίδιος μάλιστα, δεν εμφανίζεται να έχει αλλάξει θέση για την οργάνωση.

Σε επιστολή του, απαντώντας στο ερώτημα εάν έχει «σωφρονιστεί», αναφέρει ότι «αυτό δεν πρόκειται να συμβεί ούτε σε 1.000.000 χρόνια», ενώ δηλώνει ότι εξακολουθεί να υπερασπίζεται τη δράση του «Επαναστατικού Αγώνα» ως – σύμφωνα με τη δική του διατύπωση- «επωφελή και αναγκαία».

Οι τοποθετήσεις της Γκιλφόιλ και του Ρούμπιο έρχονται, επομένως, σε μια συγκυρία κατά την οποία η Ουάσινγκτον υπενθυμίζει ότι οι επιθέσεις εναντίον Αμερικανών, διπλωματικών εγκαταστάσεων και αμερικανικών συμφερόντων εξακολουθούν να έχουν συνέπειες, ακόμη και χρόνια μετά τα γεγονότα.

https://www.pronews.gr/elliniki-politiki/provocateur/k-gkilfoil-kai-m-roumpio-katakeraynonoun-tin-ellada-gia-tin-apofylakisi-tou-nikou-mazioti/

Η Μόσχα στις φλόγες: Η νίκη του Ναπολέοντα που έγινε η αρχή της καταστροφής του

0

Στις 14 Σεπτεμβρίου 1812 κατέλαβε τη ρωσική πρωτεύουσα – Την επομένη βρέθηκε εγκλωβισμένος σε μια φλεγόμενη πόλη

Στις 14 Σεπτεμβρίου 1812, ο Ναπολέων Βοναπάρτης στεκόταν στον λόφο Ποκλόναγια, στα δυτικά της Μόσχας, περιμένοντας μια αντιπροσωπεία που δεν θα ερχόταν ποτέ. Ύστερα από μήνες εξαντλητικής εκστρατείας και αιματηρών συγκρούσεων, ο Γάλλος αυτοκράτορας είχε φτάσει μπροστά στην πόλη που πίστευε ότι θα του παρέδιδε ολόκληρη τη Ρωσία.

Περίμενε τους αξιωματούχους της Μόσχας να του προσφέρουν τα κλειδιά της πόλης και να ζητήσουν έλεος. Αντί γι’ αυτό, αντίκρισε μια πρωτεύουσα σιωπηλή, σχεδόν εγκαταλελειμμένη και τρομακτικά αφιλόξενη. Η μεγάλη νίκη του δεν έμοιαζε με θρίαμβο. Έμοιαζε περισσότερο με την αρχή μιας παγίδας.

Η εκστρατεία είχε ξεκινήσει τον Ιούνιο του 1812, όταν η Μεγάλη Στρατιά του Ναπολέοντα πέρασε τον ποταμό Νέμαν και εισέβαλε στη Ρωσική Αυτοκρατορία. Επρόκειτο για μια τεράστια πολυεθνική δύναμη, αποτελούμενη από Γάλλους, Πολωνούς, Ιταλούς, Γερμανούς και στρατιώτες άλλων ευρωπαϊκών λαών. Ο Ναπολέων υπολόγιζε ότι θα συνέτριβε γρήγορα τον ρωσικό στρατό και θα ανάγκαζε τον τσάρο Αλέξανδρο Α΄ να διαπραγματευτεί.

Οι Ρώσοι, όμως, απέφευγαν συστηματικά την αποφασιστική σύγκρουση. Υποχωρούσαν βαθύτερα στο εσωτερικό της χώρας, καταστρέφοντας αποθήκες τροφίμων, καλλιέργειες και εφόδια που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν οι εισβολείς.

Η τακτική της «καμένης γης» ανάγκαζε τους Γάλλους να προχωρούν όλο και πιο μακριά από τις βάσεις ανεφοδιασμού τους, σε μια αχανή περιοχή όπου οι αποστάσεις αποδεικνύονταν εξίσου επικίνδυνες με τον αντίπαλο στρατό.

Στις 7 Σεπτεμβρίου, στη μάχη του Μποροντίνο, οι δύο στρατοί συγκρούστηκαν σε μία από τις πιο αιματηρές μάχες των Ναπολεόντειων Πολέμων. Ο Ναπολέων κατέλαβε το πεδίο, αλλά δεν κατάφερε να καταστρέψει τον ρωσικό στρατό. Οι δυνάμεις του στρατάρχη Μιχαήλ Κουτούζοφ υποχώρησαν συντεταγμένα και παρέμειναν ικανές να συνεχίσουν τον πόλεμο.

Μπροστά στο ενδεχόμενο μιας νέας καταστροφικής αναμέτρησης, ο Κουτούζοφ πήρε μια απόφαση που συγκλόνισε τη ρωσική κοινωνία: εγκατέλειψε τη Μόσχα χωρίς μάχη. Για τον ίδιο, η διάσωση του στρατού είχε μεγαλύτερη σημασία από την προσωρινή απώλεια της πόλης. Εφόσον ο ρωσικός στρατός παρέμενε ζωντανός, ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει.

Όταν οι πρώτες γαλλικές μονάδες μπήκαν στη Μόσχα το απόγευμα της 14ης Σεπτεμβρίου, βρήκαν άδειους δρόμους, κλειστά σπίτια και ελάχιστους κατοίκους. Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού είχε αποχωρήσει μαζί με τον στρατό.

Δεν υπήρχαν πανηγυρισμοί, επίσημη παράδοση ή εκπρόσωποι του τσάρου. Ο Ναπολέων εγκαταστάθηκε στο Κρεμλίνο, εξακολουθώντας να πιστεύει ότι η κατάληψη της πόλης θα οδηγούσε σύντομα σε πρόταση ειρήνης.

Το ίδιο βράδυ άρχισαν να εμφανίζονται οι πρώτες εστίες πυρκαγιάς. Αρχικά έμοιαζαν με μεμονωμένα περιστατικά, όμως μέσα σε λίγες ώρες οι φλόγες εξαπλώθηκαν στις συνοικίες της Μόσχας.

Στις 15 Σεπτεμβρίου ο άνεμος δυνάμωσε και η φωτιά μετατράπηκε σε πύρινη καταιγίδα. Χιλιάδες ξύλινα κτίρια τυλίχθηκαν στις φλόγες, αποθήκες ανατινάχθηκαν και ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα εξαφανίστηκαν.

Ο ουρανός βάφτηκε κόκκινος, ενώ σύννεφα καπνού σκέπασαν την πόλη. Στρατιώτες έσπαγαν πόρτες αναζητώντας τρόφιμα και καταλύματα, την ώρα που άλλοι προσπαθούσαν μάταια να περιορίσουν τις φλόγες.

Το χάος επιδεινώθηκε από τις λεηλασίες, την έλλειψη οργάνωσης και την απουσία λειτουργικού πυροσβεστικού μηχανισμού. Η πυρκαγιά συνεχίστηκε για ημέρες και κατέστρεψε μεγάλο μέρος της Μόσχας. Σύμφωνα με ιστορικές εκτιμήσεις, περίπου τα δύο τρίτα της πόλης παραδόθηκαν στις φλόγες.

Το ποιος έβαλε τη φωτιά παραμένει μέχρι σήμερα αντικείμενο ιστορικής διαμάχης. Οι Γάλλοι κατηγόρησαν τις ρωσικές αρχές ότι είχαν οργανώσει έναν μαζικό εμπρησμό ώστε να στερήσουν από τους εισβολείς τα μέσα επιβίωσης. Ιδιαίτερες υποψίες στράφηκαν εναντίον του κυβερνήτη της Μόσχας, κόμη Φιοντόρ Ροστόπτσιν, ο οποίος φέρεται να είχε διατάξει την απομάκρυνση ή την καταστροφή πυροσβεστικού εξοπλισμού.

Άλλοι ιστορικοί θεωρούν ότι η καταστροφή προκλήθηκε από έναν συνδυασμό παραγόντων. Η Μόσχα ήταν σε μεγάλο βαθμό χτισμένη από ξύλο, οι κάτοικοι είχαν εγκαταλείψει τις περιουσίες τους και δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες άναβαν φωτιές για να μαγειρέψουν ή να ζεσταθούν.

Οι λεηλασίες και η διάλυση κάθε οργανωμένης υπηρεσίας μπορούσαν να μετατρέψουν ακόμη και μια μικρή εστία σε ανεξέλεγκτη πυρκαγιά. Αυτόπτες μάρτυρες της γαλλικής πλευράς περιέγραψαν μια πόλη όπου οι φλόγες ξεπηδούσαν σχεδόν ταυτόχρονα από διαφορετικά σημεία.

Ο Ναπολέων βρέθηκε αντιμέτωπος με μια κατάσταση που δεν είχε προβλέψει. Είχε καταλάβει τη Μόσχα, αλλά δεν είχε νικήσει τη Ρωσία. Ο τσάρος δεν απαντούσε στις προτάσεις του και δεν έδειχνε καμία διάθεση να διαπραγματευτεί.

Παράλληλα, η κατεστραμμένη πόλη δεν μπορούσε να προσφέρει επαρκή τρόφιμα, ζωοτροφές και ασφαλή καταλύματα για τον εξαντλημένο γαλλικό στρατό.

Ο αυτοκράτορας παρέμεινε στη Μόσχα για περισσότερο από έναν μήνα, ελπίζοντας ότι ο Αλέξανδρος Α΄ θα λύγιζε. Κάθε ημέρα που περνούσε, όμως, λειτουργούσε υπέρ των Ρώσων. Τα αποθέματα μειώνονταν, η πειθαρχία υποχωρούσε και ο χειμώνας πλησίαζε. Στις 19 Οκτωβρίου, ο Ναπολέων διέταξε τελικά την αποχώρηση.

Η υποχώρηση εξελίχθηκε σε καταστροφή. Η πείνα, το κρύο, οι ασθένειες, οι ρωσικές επιθέσεις και η πλήρης κατάρρευση του ανεφοδιασμού αποδεκάτισαν τη Μεγάλη Στρατιά.

Χιλιάδες άνδρες πέθαναν στους παγωμένους δρόμους ή εγκαταλείφθηκαν επειδή δεν μπορούσαν να συνεχίσουν. Η δύναμη που είχε εισβάλει στη Ρωσία ως ο ισχυρότερος στρατός της Ευρώπης επέστρεψε ως σκιά του εαυτού της.

Η πυρκαγιά της Μόσχας δεν κατέστρεψε αμέσως τον Ναπολέοντα, αλλά αποκάλυψε τα όρια της ισχύος του. Η κατοχή μιας πρωτεύουσας αποδείχθηκε άχρηστη όταν ο αντίπαλος αρνήθηκε να θεωρήσει τον πόλεμο χαμένο.

Ο Κουτούζοφ θυσίασε την πόλη για να διατηρήσει τον στρατό του, ενώ ο τσάρος αρνήθηκε να προσφέρει στον Γάλλο αυτοκράτορα την πολιτική νίκη που αναζητούσε.

Στις 14 Σεπτεμβρίου 1812, ο Ναπολέων μπήκε στη Μόσχα πιστεύοντας ότι είχε φτάσει στο αποκορύφωμα του θριάμβου του.

Στις 15 Σεπτεμβρίου, καθώς έβλεπε τις φλόγες να πλησιάζουν το Κρεμλίνο, άρχισε να γίνεται φανερό ότι η κατάκτηση της πόλης δεν ήταν το τέλος της εκστρατείας αλλά η αρχή της συντριβής του.

Η Μόσχα είχε πέσει, όμως η Ρωσία παρέμενε όρθια. Και μέσα στα αποκαΐδια της πόλης άρχισε να καίγεται μαζί της και ο μύθος του αήττητου Ναπολέοντα.

https://www.pronews.gr/istoria/i-mosxa-stis-floges-i-niki-tou-napoleonta-pou-egine-i-arxi-tis-katastrofis-tou/

Δ.Μακροδημόπουλος: Μοίρασε τα χρήματα του «Έβρος Μετά» στη ΔΕΘ;

0

του Δημήτρη Μακροδημόπουλου

Η παροχολογία κάθε χρονιά στη ΔΕΘ, που εφέτος ξεπέρασε κάθε προηγούμενο, ύψους 2,2 δις ευρώ, το οποίο αγγίζει το ανώτατο όριο αύξησης δαπανών που θέτουν οι ευρωπαϊκοί κανόνες, θέτει και ξαναθέτει ένα κρίσιμο ερώτημα: Είναι σημαντικότερη η επανεκλογή ενός κόμματος στην κυβέρνηση από την παραγωγική και οικονομική ανάταξη του τόπου; Για τους κυβερνώντες και τους παρατρεχάμενους με προσωπικές στοχεύσεις ασφαλώς ναι, για τη χώρα όμως;;

Στον ξεχασμένο εδώ και δεκαετίες Έβρο, που εγκαταλείπεται μαζικά από τους κατοίκους του, ιδιαίτερα το βόρειο και κεντρικό τμήμα του, συγκροτήθηκε, μετά τις πυρκαγιές του 2023 που κατέκαυσε περίπου ένα εκατομμύριο στρέμματα,  Επιτροπή Ανασυγκρότησης του Νομού η οποία με επικεφαλής τον κ. ,Μπένο και το “Διάζωμα” κατέστρωσε το πρόγραμμα “Έβρος Μετά” ύψους 3 δις ευρώ με εξασφαλισμένους πόρους κυρίως κοινοτικούς. Το πρόγραμμα αυτό συρρικνώθηκε στα 300 εκ ευρώ και οδήγησε στην παραίτηση του κ. Μπένου. Όταν όμως ακυρώνεις το μέλλον της περιοχής μοιράζοντας χρήματα αποκλειστικά για κατανάλωση, τότε έχεις σχέδιο, έχεις  όραμα για το μέλλον; Η αλήθεια είναι ότι ο Έβρος, η Θράκη γενικότερα, δεν είναι η μοναδική περιοχή της χώρας που ερημώνει και εγκαταλείπεται από τους κατοίκους της. Αλλά η Θράκη και ο Έβρος αποτελούν ξεχωριστή περίπτωση που αναδεικνύει την αβελτηρία αλλά και την αδυναμία των κυβερνώντων να αξιοποιήσουν τις ευκαιρίες που δημιουργούν οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις. Διότι από το 1991, με τη διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας και της ΕΣΣΔ, η Θράκη και ο Έβρος αποτελούν  την περιοχή με τη μεγαλύτερη γεωπολιτική και γεωοικονομική  αξία στη χώρα, με μεγάλη διαφορά μάλιστα, με ενδοχώρα μέχρι τη Σκανδιναβία και τον Διευρωπαικό Άξονα ΙΧ που συγκρότησε το 1992 η ΕΕ συνδέοντας το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης με το Ελσίνκι αλλά παρέμεινε αναξιοποίητος χωρίς καμία εμπορευματική κίνηση. Μάλιστα αντί της προσδοκώμενης ανάπτυξης ήλθε η πλήρης εγκατάλειψη. Απέμεινε χωρίς σιδηρόδρομο, οι τρεις βιομηχανικές ζώνες εμφανίζουν εικόνα εγκατάλειψης, παραγωγικές δραστηριότητες (ΕΖΑΧ, ΘΡΑΚΗ, Βιοτεχνίες) έκλεισαν και η περιοχή παραδόθηκε στα στρατιωτικά και οικονομικά συμφέροντα της υπερδύναμης ακυρώνοντας το μέλλον της.

Η εικόνα της χώρας, κάθε χρόνο και περισσότερο, επιβεβαιώνει ότι τα εκατοντάδες δις ευρώ που μας δόθηκαν από την ΕΕ, αντί να αξιοποιηθούν οδηγώντας στην ανάπτυξη, οδήγησαν στο πισωγύρισμα, στη διαφθορά και ακύρωσαν το παραγωγικό μέλλον της χώρας (Σιδηρόδρομος, ΟΠΕΚΕΠΕ, πελατειακές σχέσεις,…). Το γερμανικό ίδρυμα Bertelsmann μας ειδοποίησε έγκαιρα, από το 2014 με μελέτη που ονόμασε  «Το ελληνικό παράδοξο της ενιαίας αγοράς»: Σύμφωνα με μελέτη του «η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα από τις 14 χώρες που μελετήθηκαν στην οποία η συμμετοχή της στην ενιαία αγορά, που συγκροτήθηκε το 1993, και στην ΕΕ γενικότερα, είχε ως αποτέλεσμα το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της να είναι μικρότερο το 2012 απ’ ό,τι θα ήταν αν δεν ήμασταν μέλη της Ένωσης» (Καθημερινή 29-7-2014, σελ. 26). Η κατάσταση, 14 χρόνια μετά, επιδεινώθηκε έκτοτε λόγω της πελατειακής κυρίως στόχευσης των ευρωπαϊκών εισροών, των 43 δις που διατέθηκαν οριζόντια για την πανδημία και οδήγησαν στην εκτόξευση των καταθέσεων κατά 20 δις μέσα σε ένα χρόνο, το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας που δεν δημιούργησε παραγωγικό αποτύπωμα στη χώρα. Πρόσθετα, οι οικονομολόγοι Daron Agemoglu και James Robinson στο βιβλίο με τίτλο “Γιατί αποτυγχάνουν τα έθνη”, για το οποίο βραβεύτηκαν με το Νόμπελ, υποστηρίζουν ότι «η πολιτική ελίτ μπορεί να μπλοκάρει την τεχνολογική και θεσμική ανάπτυξη, φοβούμενη το “αποτέλεσμα πολιτικής αντικατάστασης”.

Γιατί όμως η κυβέρνηση εξαντλεί την πολιτική της στην παροχή επιδομάτων και όχι σε παρεμβάσεις που θα επιλύουν τα κοινωνικά προβλήματα; Διότι θα αποστερούσαν από το κεφάλαιο τα κέρδη που αποκομίζει από την αφαίμαξη των κοινωνικών κατακτήσεων ενώ  με την άσκηση επιδοματικής πολιτικής τα ενισχύει. Πρόκειται για εμβαλωματικές ενέσεις με επιδόματα που και τις αντιδράσεις των λαών υπνωτίζουν και τα κέρδη του κεφαλαίου αυξάνουν αφού εκεί καταλήγουν μέσω της κατανάλωσης. Έτσι τα κοινωνικά προβλήματα παραμένουν άλυτα και επιδεινώνονται δημιουργώντας μεγαλύτερα κέρδη για το κεφάλαιο (Υγεία, Παιδεία). Πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο Γιαυτό η ΝΔ ως κυβέρνηση σκόρπισε δις ευρώ με αντιπαραγωγικό και πελατειακό τρόπο προκειμένου να διατηρηθεί στην εξουσία, γιαυτό το εκλογικό αποτέλεσμα του 2023 ξεπέρασε κάθε προσδοκία της. Την ίδια πολιτική συνεχίζει οικοδομώντας το κυβερνητικό της μέλλον. Τα χρήματα για το πρόγραμμα “Έβρος Μετά”, τώρα μετά τη ΔΕΘ, πού θα τα βρει;

Μακροδημόπουλος Δημήτρης

Αλεξ/πολη – κιν. 6947-771412

12/9/2026