Οι πυρηνικές φιλοδοξίες της Τουρκίας στο περιβάλλον μετά τον πόλεμο με το Ιράν

10 Σεπτεμβρίου 2026

Γκιονούλ Τολ

Θεματικές: Διάδοση πυρηνικών όπλων, πολιτική των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, Ιράν, Τουρκία, η εποχή μετά τον πόλεμο με το Ιράν

Στις αρχές Φεβρουαρίου του 2026, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν υποστήριξε ότι οι μεταβαλλόμενες διεθνείς συνθήκες θα μπορούσαν να ωθήσουν την Τουρκία στην απόκτηση πυρηνικών όπλων, αναζωπυρώνοντας στη Δύση μια συζήτηση δεκαετιών σχετικά με τις πυρηνικές φιλοδοξίες της Άγκυρας.

Οι αμερικανικές ανησυχίες για ενδεχόμενες τουρκικές φιλοδοξίες ανάπτυξης πυρηνικών όπλων δεν είναι καινούργιες. Ήδη από το 1966, ένα απόρρητο υπόμνημα του Κλάρενς Γουέντελ, ακολούθου ορυκτών πόρων στην αμερικανική πρεσβεία της Άγκυρας, έθετε το ενδεχόμενο ότι η Τουρκία προετοίμαζε τη θέση της για την επιδίωξη απόκτησης πυρηνικών όπλων.

Ο Γουέντελ επισήμαινε αρκετές εξελίξεις, μεταξύ των οποίων: «τις επανειλημμένες τουρκικές διαβεβαιώσεις ότι σχεδιάζεται για την Κωνσταντινούπολη πυρηνικός αντιδραστήρας ισχύος 200 μεγαβάτ», τη συγκέντρωση αποθεμάτων 300 έως 600 τόνων ουρανίου σε κοιτάσματα μεταλλεύματος χαμηλής περιεκτικότητας και τις «τακτικές καθυστέρησης και παζαρέματος των Τούρκων διαπραγματευτών» κατά τις διαπραγματεύσεις για μια διμερή συμφωνία ειρηνικής πυρηνικής συνεργασίας. Η συμφωνία αφορούσε κυρίως τη μεταβίβαση της ευθύνης των διασφαλίσεων από τις ΗΠΑ στον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας (ΔΟΑΕ).

Ο Αμερικανός πρέσβης της εποχής δεν πίστευε ότι η Τουρκία ήταν αποφασισμένη να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Εξέταζε, όμως, την πιθανότητα η Άγκυρα να εκπονούσε ένα σχέδιο έκτακτης ανάγκης, για την περίπτωση που ένας ανταγωνισμός πυρηνικών εξοπλισμών αποκτούσε δυναμική στην περιοχή.

Τις επόμενες δεκαετίες, ωστόσο, η Τουρκία αναδείχθηκε σε ένθερμο υποστηρικτή της μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων. Εντάχθηκε στο διεθνές νομικό πλαίσιο για την πυρηνική ασφάλεια μέσω της Συνθήκης για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων (NPT) και, αργότερα, του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. Πέρα από αυτές τις επίσημες δεσμεύσεις, οι Τούρκοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής υπερασπίζονταν τους κανόνες της μη διάδοσης στα διεθνή φόρα, προωθούσαν τη δημιουργία μιας περιφέρειας απαλλαγμένης από πυρηνικά όπλα και ζητούσαν τον παγκόσμιο πυρηνικό αφοπλισμό.

Αυτό τώρα αλλάζει. Οι πρόσφατες δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών Φιντάν αποτελούν μόνο τις τελευταίες μιας σειράς δημόσιων τοποθετήσεων, με τις οποίες ο πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και άλλοι Τούρκοι αξιωματούχοι αμφισβητούν ολοένα και περισσότερο τους κανόνες της μη διάδοσης, αφήνοντας ακόμη και υπαινιγμούς για ενδιαφέρον απόκτησης πυρηνικών όπλων.

Αυτή η ρητορική, σε συνδυασμό με τα προγράμματα πολιτικής πυρηνικής ενέργειας και έρευνας της Τουρκίας, καθώς και με τα εγχώρια προγράμματα ανάπτυξης πυραύλων επιφανείας-επιφανείας, έχει ενισχύσει τις ανησυχίες ότι οι συγκεκριμένες δυνατότητες θα μπορούσαν τελικά να αποτελέσουν τη βάση ενός τουρκικού προγράμματος πυρηνικών όπλων.

Παρότι η Τουρκία εξακολουθεί να απέχει πολύ από την απόκτηση των τεχνικών δυνατοτήτων που απαιτούνται για ένα πρόγραμμα πυρηνικών όπλων και τα εθνικά της συμφέροντα συνεχίζουν να ευνοούν την πυρηνική αυτοσυγκράτηση, η μεταβολή της ρητορικής των υπευθύνων χάραξης πολιτικής υποδηλώνει μια ευρύτερη αλλαγή στον τρόπο σκέψης της Άγκυρας.

Η αλλαγή αυτή έχει γίνει ιδιαίτερα εμφανής μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος κατά του Ερντογάν το 2016. Το μεταβαλλόμενο περιφερειακό και παγκόσμιο περιβάλλον ασφαλείας ενισχύει ακόμη περισσότερο τόσο τα κίνητρα όσο και το σκεπτικό για την απομάκρυνση της Άγκυρας από τον επί μακρόν ρόλο της ως υπέρμαχου της μη διάδοσης.

Η Τουρκία φαίνεται να κινείται προς μια στρατηγική πυρηνικής αντιστάθμισης (nuclear hedging). Πρόκειται για μια πολιτική που διατηρεί ανοιχτή την επιλογή κατασκευής πυρηνικών όπλων, χωρίς να προχωρά ακόμη στην πραγματική ανάπτυξή τους, δημιουργώντας παράλληλα την τεχνολογική και θεσμική υποδομή που θα καθιστούσε την κατασκευή τους ευκολότερη και ταχύτερη, εάν άλλαζαν οι συνθήκες.

Η μεταβαλλόμενη στάση της Τουρκίας απέναντι στη διάδοση των πυρηνικών όπλων

Για δεκαετίες, αφότου η Τουρκία διατύπωσε για πρώτη φορά την πολιτική της σχετικά με τα πυρηνικά όπλα το 1959, η Άγκυρα έδειχνε ελάχιστο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη δικών της πυρηνικών όπλων.

Η απροθυμία της Τουρκίας να επιδιώξει την κατασκευή πυρηνικής βόμβας μπορεί να εξηγηθεί από τρεις παράγοντες:

  1. Την επιθυμία της να διατηρήσει ισχυρούς δεσμούς με τη Δύση και να καλλιεργήσει την εικόνα ενός «υπεύθυνου μέλους της διεθνούς κοινότητας».
  2. Την πεποίθησή της ότι η πυρηνική ομπρέλα του Οργανισμού του Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ) παρείχε την αποτελεσματικότερη αποτροπή τόσο απέναντι στους αντιπάλους της όσο και απέναντι στην περιφερειακή διάδοση των πυρηνικών όπλων.
  3. Την εμπιστοσύνη της στο διεθνές καθεστώς μη διάδοσης ως μέσο αποτροπής της εξάπλωσης των πυρηνικών όπλων.

Παρά τις περιοδικές εντάσεις και τις επανειλημμένες διακυμάνσεις στις σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Τουρκία εξακολούθησε να αποδίδει μεγάλη σημασία στη συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ και να φιλοξενεί αμερικανικά πυρηνικά όπλα, τα οποία είχαν αναπτυχθεί στο πλαίσιο της Συμμαχίας.

Καθώς η σχέση της Άγκυρας με τη Δύση απέκτησε μια πρόσθετη διάσταση μέσω της επιδίωξης ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η προσήλωσή της στο διεθνές καθεστώς μη διάδοσης έγινε ακόμη ισχυρότερη.

Ακόμη και όταν το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν αναδείχθηκε σε μείζονα πηγή ανησυχίας για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τις χώρες ολόκληρης της περιοχής, η Άγκυρα συνέχισε να πιστεύει ότι η διπλωματία αποτελούσε το καλύτερο μέσο αντιμετώπισης της ιρανικής πυρηνικής πρόκλησης.

Οι προτιμήσεις αυτές αποτυπώθηκαν στις επίσημες δεσμεύσεις της Τουρκίας απέναντι στο διεθνές καθεστώς μη διάδοσης.

Η Τουρκία επικύρωσε τη Συνθήκη για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων το 1980, δεσμευόμενη επίσημα να παραμείνει κράτος χωρίς πυρηνικά όπλα. Το επόμενο έτος τέθηκε σε ισχύ η Συμφωνία Πλήρων Διασφαλίσεων με τον ΔΟΑΕ, θέτοντας τα πυρηνικά υλικά και τις σχετικές δραστηριότητές της υπό διεθνή έλεγχο.

Η Άγκυρα ενίσχυσε περαιτέρω αυτές τις δεσμεύσεις υπογράφοντας το Πρόσθετο Πρωτόκολλο του ΔΟΑΕ το 2000. Το Πρωτόκολλο παρείχε στον Οργανισμό ευρύτερες αρμοδιότητες για να επαληθεύει την απουσία μη δηλωμένων πυρηνικών υλικών και δραστηριοτήτων.

Η Τουρκία έχει επίσης προσχωρήσει και σε άλλους βασικούς πυλώνες του διεθνούς πυρηνικού καθεστώτος, μεταξύ των οποίων η Συνθήκη για την Πλήρη Απαγόρευση των Πυρηνικών Δοκιμών και η Σύμβαση για τη Φυσική Προστασία του Πυρηνικού Υλικού. Με αυτόν τον τρόπο ενσωματώθηκε σταθερά στη διεθνή αρχιτεκτονική μη διάδοσης και πυρηνικών διασφαλίσεων.

Πέρα από τις επίσημες δεσμεύσεις της στο διεθνές καθεστώς μη διάδοσης, η Άγκυρα διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στην υπεράσπιση των σχετικών κανόνων.

Η Τουρκία επέκρινε συχνά αυτό που θεωρούσε δυτικά δύο μέτρα και δύο σταθμά: την ανοχή απέναντι στα πυρηνικά προγράμματα της Ινδίας, του Πακιστάν και του Ισραήλ, σε αντίθεση με την πολύ αυστηρότερη στάση απέναντι στη Λιβύη, το Ιράκ, το Ιράν και τη Βόρεια Κορέα.

Η Άγκυρα υπερασπίστηκε επίσης το δικαίωμα των μελών της Συνθήκης NPT να εμπλουτίζουν ουράνιο και υποστήριξε ότι και η Τουρκία θα μπορούσε να επιδιώξει τον εμπλουτισμό ουρανίου, εφόσον αυτό κρινόταν αναγκαίο για το πολιτικό πυρηνικό της πρόγραμμα.

Ωστόσο, μέχρι το 2016, οι Τούρκοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής υποστήριζαν σταθερά τη δημιουργία μιας Μέσης Ανατολής απαλλαγμένης από πυρηνικά όπλα και, αργότερα, τον ευρύτερο παγκόσμιο πυρηνικό αφοπλισμό. Όταν δέχονταν σχετικές ερωτήσεις, αρνούνταν κατηγορηματικά ότι η Τουρκία διέθετε είτε την πρόθεση είτε την ικανότητα να αναπτύξει πυρηνικά όπλα.

Ενώ ήταν πρωθυπουργός, ο Ερντογάν συνόψισε τη θέση της Άγκυρας σε ομιλία του το 2009, σε μια περίοδο κατά την οποία εντεινόταν η πίεση της Δύσης για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Η Τουρκία, είπε, ήταν «απολύτως αντίθετη στα πυρηνικά όπλα στη Μέση Ανατολή», ενώ παράλληλα επέκρινε αυτό που η Άγκυρα θεωρούσε εφαρμογή δύο μέτρων και δύο σταθμών:

«Υπάρχουν χώρες με πυρηνικά όπλα στη Μέση Ανατολή, για παράδειγμα το Ισραήλ. Υπάρχει, όμως, μια διαφορά: το Ισραήλ δεν είναι μέλος του ΔΟΑΕ, ενώ το Ιράν είναι μέλος».

Το 2013, ο υπουργός Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου εξέφρασε παρόμοια θέση σε διεθνή διάσκεψη στην Κωνσταντινούπολη, στην οποία συμμετείχε και ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Τζαβάντ Ζαρίφ:

«Τα όπλα μαζικής καταστροφής αποτελούν έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, οπουδήποτε και αν βρίσκονται, ανεξαρτήτως του ποιος τα κατέχει και του σκοπού για τον οποίο χρησιμοποιούνται».

Ο Νταβούτογλου κάλεσε τη διεθνή κοινότητα να υιοθετήσει ενιαία στάση απέναντι στα πυρηνικά όπλα, επανέλαβε τη δέσμευση της Τουρκίας για μια Μέση Ανατολή απαλλαγμένη από πυρηνικά όπλα και τόνισε ότι η Άγκυρα δεν θα υιοθετούσε ποτέ ρητορική αντίθετη προς την αρχή της μη διάδοσης.

Το 2014, Τούρκοι αξιωματούχοι απέρριψαν κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς ότι η Άγκυρα επιδίωκε να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Απαντώντας σε ένα αμφιλεγόμενο άρθρο της γερμανικής εφημερίδας Die Welt, που δημοσιεύτηκε στις 21 Σεπτεμβρίου και υποστήριζε ότι ο Ερντογάν επέβλεπε ένα μυστικό εξοπλιστικό πρόγραμμα και είχε ήδη προμηθευτεί φυγοκεντρητές εμπλουτισμού ουρανίου από το Πακιστάν, ο Τούρκος υπουργός Ενέργειας επέμεινε ότι η χώρα δεν διέθετε ούτε την πρόθεση ούτε την ικανότητα να κατασκευάσει πυρηνικό όπλο.

Έναν χρόνο αργότερα, ο υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου επανέλαβε ότι η Τουρκία ουδέποτε επιδίωξε να αποκτήσει πυρηνικά όπλα και ότι αντιτασσόταν στην απόκτησή τους από το Ιράν —ή από οποιοδήποτε άλλο κράτος της περιοχής— συμπεριλαμβάνοντας εμμέσως τη Σαουδική Αραβία, την Αίγυπτο και το Ισραήλ.

Η απόπειρα πραξικοπήματος του 2016 αποτέλεσε σημείο καμπής στη δημόσια ρητορική της τουρκικής κυβέρνησης σχετικά με τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων. Συνέβη σε ένα περιβάλλον επιδείνωσης των συνθηκών ασφαλείας στην άμεση γειτονία της Τουρκίας και αυξανόμενων εντάσεων με τους συμμάχους της στο ΝΑΤΟ, ιδιαίτερα με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο πόλεμος στη Συρία είχε ενισχύσει δραματικά το αίσθημα ευπάθειας της Άγκυρας. Η συνεργασία της Ουάσιγκτον με τη συριακή κουρδική πολιτοφυλακή, την οποία η Τουρκία θεωρεί συνδεδεμένη με το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PKK), στον αγώνα κατά του Ισλαμικού Κράτους (ISIS), είχε επιβαρύνει τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Παράλληλα, τα αντίποινα της Ρωσίας, αφότου η Τουρκία κατέρριψε ρωσικό αεροσκάφος στα τέλη Νοεμβρίου του 2015, ενέτειναν τις ανησυχίες της Άγκυρας για την ασφάλειά της.

Το ΝΑΤΟ είχε αναπτύξει συστοιχίες πυραύλων Patriot στην Τουρκία στις αρχές του 2013, κατόπιν αιτήματος της Άγκυρας, καθώς ο εμφύλιος πόλεμος στη Συρία κλιμακωνόταν. Τον Αύγουστο του 2015, όμως, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Γερμανία ανακοίνωσαν ότι θα απέσυραν τις συστοιχίες τους. Έτσι θα παρέμενε μόνο η ισπανική συστοιχία, η οποία είχε αντικαταστήσει μια ολλανδική νωρίτερα το ίδιο έτος.

Το Βερολίνο υποστήριζε ότι η κυριότερη απειλή στην περιοχή ήταν πλέον το ISIS, το οποίο δεν διέθετε πυραύλους. Ο Ερντογάν, φοβούμενος ρωσικά αντίποινα μετά την ανάπτυξη προηγμένων συστημάτων αεράμυνας από τη Μόσχα στη Συρία, ζήτησε από τις ΗΠΑ και τη Γερμανία να διατηρήσουν τις συστοιχίες τους στην Τουρκία.

Τελικά, αν και η ισπανική συστοιχία παρέμεινε, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Γερμανία προχώρησαν στην απόσυρση των δικών τους συστημάτων. Η εξέλιξη αυτή ενίσχυσε τις αμφιβολίες της Άγκυρας σχετικά με το κατά πόσο θα μπορούσε να βασιστεί στο ΝΑΤΟ σε περίπτωση κρίσης.

Η αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος βάθυνε ακόμη περισσότερο αυτές τις αμφιβολίες. Ο Ερντογάν παραπονέθηκε ότι η κυβέρνηση Ομπάμα είχε καθυστερήσει να καταδικάσει την απόπειρα και επέκρινε επανειλημμένα την Ουάσιγκτον επειδή φιλοξενούσε στις ΗΠΑ τον θρησκευτικό ηγέτη Φετουλάχ Γκιουλέν, τον οποίο κατηγόρησε ως εγκέφαλο του πραξικοπήματος.

Η ρητορική του Ερντογάν για τα πυρηνικά όπλα άρχισε τότε να μεταβάλλεται. Το 2017 αναγνώρισε ότι τα πυρηνικά όπλα αντιβαίνουν στις αρχές του Ισλάμ, πρόσθεσε όμως ότι:

«Δυστυχώς, ο ανταγωνισμός ισχύος στον κόσμο απαιτεί να διαθέτεις τέτοια όπλα, ακόμη και αν δεν το επιθυμείς».

Μέχρι το 2019, η γλώσσα του είχε γίνει περισσότερο ξεκάθαρη. Σε συνεδρίαση του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης στη Σεβάστεια, κατά την οποία ο Ερντογάν εξήρε την πρόοδο της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας και τη μείωση της εξάρτησης της Τουρκίας από τη Δύση στον τομέα της ασφάλειας, δήλωσε:

«Ορισμένες χώρες διαθέτουν πυραύλους με πυρηνικές κεφαλές, και όχι μόνο έναν ή δύο. Όμως μας λένε ότι εμείς δεν μπορούμε να αποκτήσουμε. Αυτό δεν μπορώ να το αποδεχθώ».

Συνέχισε λέγοντας:

«Δεν υπάρχει ανεπτυγμένο κράτος στον κόσμο που να μη διαθέτει τέτοια όπλα. Όλα τα έχουν».

Αργότερα πρόσθεσε:

«Εργαζόμαστε πάνω σε αυτό».

Ένας μεταβαλλόμενος κόσμος ωθεί την Τουρκία να επανεξετάσει την πυρηνική της πολιτική

Η δυναμική του πολέμου με το Ιράν φαίνεται ότι ενίσχυσε το σκεπτικό πίσω από τη μεταβαλλόμενη στάση της Τουρκίας απέναντι στα πυρηνικά όπλα. Τούρκοι αξιωματούχοι, με τους οποίους συνομίλησε η συγγραφέας, θεωρούν ότι η νέα ιρανική ηγεσία που αναδείχθηκε μετά τις αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις της 28ης Φεβρουαρίου 2026 είναι πιθανότερο να επιδιώξει την απόκτηση πυρηνικών όπλων σε σχέση με τους προκατόχους της. Η Άγκυρα θεωρούσε την προηγούμενη ηγεσία περισσότερο επιφυλακτική απέναντι στους κινδύνους και πιο συγκρατημένη ως προς τη στρατιωτικοποίηση του πυρηνικού προγράμματος.

Παρότι οι σχέσεις της Τουρκίας με το Ιράν υπήρξαν ιστορικά λιγότερο συγκρουσιακές από τις σχέσεις της Τεχεράνης με τα κράτη του Κόλπου, η Άγκυρα εξακολουθεί να θεωρεί ένα πυρηνικά εξοπλισμένο Ιράν σοβαρή απειλή για την ασφάλειά της — και παράγοντα που θα μπορούσε να προκαλέσει έναν περιφερειακό ανταγωνισμό πυρηνικών εξοπλισμών.

Σε συνεντεύξεις τους, Τούρκοι διπλωμάτες επισήμαναν τους πυραύλους που εκτόξευσε το Ιράν προς την Τουρκία κατά τη διάρκεια του πολέμου ως απόδειξη αυτού του νέου κινδύνου. Το ΝΑΤΟ αναχαίτισε τους πυραύλους και, μολονότι το Ιράν αρνήθηκε ότι τους είχε εκτοξεύσει, Τούρκοι αξιωματούχοι υποστήριξαν επανειλημμένα ότι πίσω από τις επιθέσεις βρισκόταν η Τεχεράνη.

Πολλοί στην Άγκυρα θεωρούσαν ότι το Ιράν δεν θα διακινδύνευε ποτέ μια τέτοια ενέργεια εναντίον κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ. Οι επιθέσεις αμφισβήτησαν αυτή την παραδοχή, ενισχύοντας την αντίληψη ότι ένα ιρανικό καθεστώς που αγωνίζεται για την επιβίωσή του ενδέχεται να αναλάβει κινδύνους οι οποίοι προηγουμένως θεωρούνταν αδιανόητοι.

Μια δεύτερη εξέλιξη που ενισχύει τις ανησυχίες της Τουρκίας είναι η ανάδυση ενός ολοένα περισσότερο επιθετικού —και, κατά την άποψη της Άγκυρας, απερίσκεπτου— Ισραήλ.

Το Ισραήλ ακολουθεί εδώ και δεκαετίες πολιτική σκόπιμης ασάφειας σχετικά με το πυρηνικό του οπλοστάσιο, μια προσέγγιση την οποία έχουν ουσιαστικά υποστηρίξει διαδοχικές αμερικανικές κυβερνήσεις. Για την τουρκική ηγεσία, οι απειλές Ισραηλινού υπουργού περί χρήσης πυρηνικών όπλων στη Γάζα δεν αποτέλεσαν μόνο μια σπάνια δημόσια αναγνώριση των πυρηνικών δυνατοτήτων του Ισραήλ. Ανέδειξαν επίσης τους κινδύνους που συνεπάγεται η διατήρηση μιας περιφερειακής πυρηνικής ανισορροπίας.

Κατά την άποψη της Άγκυρας, μια τέτοια ρητορική θα μπορούσε να ενισχύσει τα κίνητρα άλλων κρατών να επιδιώξουν την απόκτηση δικής τους αποτρεπτικής ικανότητας. Παράλληλα, συνεχίζοντας να υποστηρίζουν το Ισραήλ ακόμη και όταν αξιωματούχοι του επικαλούνται το ενδεχόμενο χρήσης πυρηνικού όπλου, οι ΗΠΑ ενισχύουν ένα παράπονο που διατυπώνει η Τουρκία εδώ και δεκαετίες: ότι το παγκόσμιο καθεστώς μη διάδοσης εφαρμόζει διαφορετικά πρότυπα στο Ισραήλ και διαφορετικά στους περιφερειακούς αντιπάλους του.

Μια ακόμη πρόσφατη εξέλιξη, η οποία στα μάτια της τουρκικής ηγεσίας προσδίδει πρόσθετη βαρύτητα στη μεταβαλλόμενη ρητορική της Άγκυρας, είναι η αμερικανοσαουδαραβική πυρηνική συμφωνία, την οποία η αμερικανική κυβέρνηση υπέβαλε στο Κογκρέσο στα τέλη Αυγούστου.

Η συμφωνία θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για εμπλουτισμό ουρανίου στο έδαφος της Σαουδικής Αραβίας, χωρίς ωστόσο να παρέχει ανεπιφύλακτη έγκριση. Η τελική απόφαση θα εξαρτηθεί από τα συμπεράσματα κοινής αμερικανοσαουδαραβικής μελέτης σχετικά με την οικονομική βιωσιμότητα ενός τέτοιου προγράμματος.

Η συμφωνία σηματοδοτεί απόκλιση από το λεγόμενο «χρυσό πρότυπο» της αμερικανικής συνεργασίας στον τομέα της πολιτικής πυρηνικής ενέργειας. Το πρότυπο αυτό προβλέπει μια νομικά δεσμευτική υποχρέωση, στο πλαίσιο συμφωνίας βάσει του άρθρου 123 της αμερικανικής νομοθεσίας, για παραίτηση από τον εγχώριο εμπλουτισμό ουρανίου και την επανεπεξεργασία χρησιμοποιημένων πυρηνικών καυσίμων. Αντίστοιχη δέσμευση είχαν αναλάβει τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα στη συμφωνία πυρηνικής συνεργασίας που υπέγραψαν με τις ΗΠΑ το 2009.

Η Άγκυρα θεωρεί τη συμφωνία μια ακόμη ένδειξη ότι τα κράτη της περιοχής αντιμετωπίζουν πλέον σοβαρότερα το ενδεχόμενο να διατηρήσουν ανοιχτή την επιλογή απόκτησης πυρηνικών όπλων. Εξίσου σημαντικό είναι το γεγονός ότι η Ουάσιγκτον διευκολύνει το συγκεκριμένο πρόγραμμα, κάτι που, σύμφωνα με Τούρκους αξιωματούχους, υποδηλώνει ότι και οι ίδιες οι ΗΠΑ χαλαρώνουν τη στάση τους απέναντι στη μη διάδοση.

Η μεταβολή αυτή σημειώνεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Άγκυρα, όπως και πολλοί άλλοι σύμμαχοι των ΗΠΑ, αμφισβητεί ολοένα περισσότερο την αξιοπιστία της Ουάσιγκτον.

Ο πόλεμος με το Ιράν ενίσχυσε στην Τουρκία την αντίληψη ότι οι ΗΠΑ εμφανίζονται περισσότερο πρόθυμες να αναλάβουν μεγάλους στρατιωτικούς κινδύνους στην περιοχή, χωρίς να λαμβάνουν επαρκώς υπόψη τα συμφέροντα ασφαλείας των συμμάχων τους.

Παρόμοιες ανησυχίες γίνονται ολοένα περισσότερο ορατές και πέρα από τη Μέση Ανατολή, ενισχύοντας την πεποίθηση της Άγκυρας ότι μεταβάλλεται το ίδιο το παγκόσμιο πυρηνικό τοπίο. Οι φόβοι ότι η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να υπαναχωρήσει από μακροχρόνιες δεσμεύσεις ασφαλείας έχουν τροφοδοτήσει τη συζήτηση περί πυρηνικών όπλων σε αρκετά συμμαχικά κράτη.

Ο Πολωνός πρόεδρος Κάρολ Ναβρότσκι, για παράδειγμα, έχει υποστηρίξει ότι η Πολωνία πρέπει να ακολουθήσει μια στρατηγική «βασισμένη στο πυρηνικό δυναμικό». Παράλληλα, εξέχοντες Νοτιοκορεάτες πολιτικοί έχουν ταχθεί υπέρ της ανάπτυξης μιας κατάστασης «πυρηνικής ετοιμότητας» ή «πυρηνικής λανθάνουσας ικανότητας» (nuclear latency), με στόχο να διατηρηθεί ανοιχτή η δυνατότητα μελλοντικής απόκτησης πυρηνικών όπλων.

Την ίδια στιγμή, το κοινοβούλιο της Φινλανδίας τροποποίησε πρόσφατα τη νομοθεσία της χώρας για την πυρηνική ενέργεια, καταργώντας την κατηγορηματική απαγόρευση των πυρηνικών όπλων.

Από την οπτική της Άγκυρας, οι εξελίξεις αυτές ενισχύουν ένα ευρύτερο συμπέρασμα: καθώς κλονίζεται η εμπιστοσύνη στις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας και η στρατηγική πυρηνικής αντιστάθμισης καθίσταται ολοένα περισσότερο κανονικοποιημένη, η Τουρκία αποκτά περισσότερους λόγους να επανεξετάσει τη μακροχρόνια πολιτική πυρηνικής αυτοσυγκράτησης που ακολουθούσε.

Ο πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου Κιρ Στάρμερ κατά την τελετή υποδοχής της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ, στις 8 Ιουλίου 2026, στην Άγκυρα. Φωτογραφία: Win McNamee/Getty Images.

Τρία σενάρια για το πυρηνικό μέλλον της Τουρκίας

1. Αποκλειστική εξάρτηση από το ΝΑΤΟ

Από την ένταξή της στο ΝΑΤΟ το 1952, η Τουρκία βασίζεται στη Συμμαχία —και ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες— για την παροχή διευρυμένης πυρηνικής αποτροπής. Είναι επίσης μία από τις πέντε χώρες του ΝΑΤΟ που φιλοξενούν αμερικανικά τακτικά πυρηνικά όπλα, καθώς στην αεροπορική βάση του Ιντσιρλίκ αποθηκεύονται πυρηνικές βόμβες ελεύθερης πτώσης B61.

Τα πυρηνικά αυτά όπλα παραμένουν υπό αυστηρή αμερικανική φύλαξη και έλεγχο, συμπεριλαμβανομένων των κωδικών που απαιτούνται για τον οπλισμό τους. Οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης στη βάση έχουν επανειλημμένα αναβαθμιστεί και εκσυγχρονιστεί. Ωστόσο, οι εντάσεις μεταξύ Άγκυρας και Ουάσιγκτον, καθώς και οι περιοδικές αναταράξεις στην περιοχή, έχουν τροφοδοτήσει επανειλημμένες εικασίες ότι τα συγκεκριμένα όπλα θα μπορούσαν τελικά να απομακρυνθούν από την Τουρκία.

Για την Άγκυρα, η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ και η αμερικανική πυρηνική ομπρέλα αποτελούν εδώ και δεκαετίες βασικούς πυλώνες της τουρκικής πολιτικής ασφαλείας. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η Τουρκία εκτιμούσε ιδιαίτερα την αποτροπή που παρείχαν τα αμερικανικά πυρηνικά όπλα έναντι της Σοβιετικής Ένωσης.

Η εμπειρία της στο ΝΑΤΟ, όμως, έχει επίσης δημιουργήσει επίμονες αμφιβολίες για την αξιοπιστία των συμμαχικών εγγυήσεων ασφαλείας. Το αμερικανικό εμπάργκο όπλων του 1974, μετά την τουρκική επέμβαση στην Κύπρο, καθώς και η απροθυμία του ΝΑΤΟ να ικανοποιήσει τα αιτήματα της Άγκυρας για αντιπυραυλική προστασία από τη Συμμαχία κατά τον πρώτο Πόλεμο του Κόλπου, δημιούργησαν ερωτήματα σχετικά με το πόσο ανεπιφύλακτη είναι πραγματικά η προστασία που παρέχει το άρθρο 5 της Συνθήκης.

Πιο πρόσφατα, ο πόλεμος με το Ιράν, η ακύρωση της πώλησης των F-35 στην Τουρκία από τις ΗΠΑ, οι απειλές του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ περί αποχώρησης από το ΝΑΤΟ και η γενικότερη απρόβλεπτη στάση του απέναντι στις αμερικανικές δεσμεύσεις ενίσχυσαν τις ανησυχίες της Άγκυρας. Οι Τούρκοι αξιωματούχοι φοβούνται ότι δεν μπορούν πάντοτε να θεωρούν δεδομένο πως οι προτεραιότητες ασφαλείας της Τουρκίας θα γίνονται αποδεκτές —ή θα προστατεύονται— από τους συμμάχους της.

Ο αποκλεισμός της Άγκυρας από το πρόγραμμα των F-35 όχι μόνο διεύρυνε αυτό το χάσμα εμπιστοσύνης, αλλά προσέδωσε και επιχειρησιακή διάσταση στις αμφιβολίες.

Η Τουρκία σχεδίαζε να αποκτήσει τουλάχιστον 100 αεροσκάφη F-35A. Τα αεροσκάφη αυτά είναι πιστοποιημένα για τη μεταφορά της εκσυγχρονισμένης πυρηνικής βόμβας B61-12 και, στο πλαίσιο της στρατηγικής πυρηνικού διαμοιρασμού του ΝΑΤΟ, θα μπορούσαν να αναλάβουν αποστολή μεταφοράς πυρηνικών όπλων σε περίπτωση πυρηνικού πολέμου.

Όταν η Ουάσιγκτον απέβαλε την Τουρκία από το πρόγραμμα εξαιτίας της αγοράς του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400, η Άγκυρα έμεινε χωρίς το μαχητικό πέμπτης γενιάς που περίμενε ότι θα αναλάμβανε αυτόν τον ρόλο. Έτσι, η Τουρκία έγινε το μοναδικό μέλος του ΝΑΤΟ που συμμετέχει στον πυρηνικό διαμοιρασμό αλλά δεν μεταβαίνει στα F-35.

Εάν η Τουρκία δεν αποκτήσει κάποιο άλλο αεροσκάφος πιστοποιημένο για πυρηνικές αποστολές —μια χρονοβόρα και πολιτικά περίπλοκη διαδικασία— κινδυνεύει να υποβαθμιστεί από ενεργός συμμετέχων στην αποστολή πυρηνικού διαμοιρασμού σε απλό κράτος φιλοξενίας αμερικανικών πυρηνικών όπλων.

Σε μια τέτοια περίπτωση, η Τουρκία θα πρέπει να βασίζεται σε αμερικανικά αεροσκάφη που σταθμεύουν σε άλλα σημεία της Ευρώπης, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν τα πυρηνικά όπλα που βρίσκονται στο έδαφός της, καθώς κανένα αμερικανικό αεροσκάφος με τη σχετική δυνατότητα δεν είναι μόνιμα ανεπτυγμένο στην αεροπορική βάση του Ιντσιρλίκ.

Όλοι αυτοί οι παράγοντες καθιστούν την αποκλειστική εξάρτηση από το ΝΑΤΟ για την πυρηνική αποτροπή ολοένα λιγότερο ελκυστική για την Άγκυρα.

2. Επιδίωξη απόκτησης πυρηνικής βόμβας

Η επέκταση της πυρηνικής ενέργειας, η αυξημένη πρόσβαση σε συστήματα μεταφοράς πυρηνικών όπλων, η πρόοδος στις υποστηρικτικές τεχνολογίες και η μεγαλύτερη διαθεσιμότητα και παραγωγή σχάσιμων υλικών έχουν καταστήσει ευκολότερη και οικονομικότερη την προσέγγιση του καθεστώτος πυρηνικού κατωφλίου — και, τελικά, την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων, εφόσον ένα κράτος αποφασίσει να ακολουθήσει αυτή την πορεία.

Ωστόσο, η απόκτηση πυρηνικών όπλων εξακολουθεί να αποτελεί εγχείρημα υψηλού κινδύνου. Τα περισσότερα κράτη που εξέτασαν το ενδεχόμενο να τα αποκτήσουν τελικά δεν προχώρησαν ή ανέστρεψαν την πορεία τους. Ένας μικρός αριθμός χωρών, μεταξύ των οποίων η Ινδία, η Νότια Αφρική, το Πακιστάν, η Βόρεια Κορέα και το Ισραήλ, επέλεξε να διαβεί το πυρηνικό κατώφλι.

Για την Τουρκία, ιδιαίτερα στη σημερινή συγκυρία των σχέσεών της με το ΝΑΤΟ και τις γειτονικές χώρες, οι κίνδυνοι μιας αντίστοιχης πορείας θα μπορούσαν να είναι εξαιρετικά μεγάλοι.

Ύστερα από χρόνια εντάσεων με τους συμμάχους της στο ΝΑΤΟ και με περιφερειακές δυνάμεις, η Τουρκία έχει κάνει σημαντικά βήματα για την αποκατάσταση αυτών των σχέσεων. Η στροφή αυτή αντανακλά την αυξανόμενη αναγνώριση από την Άγκυρα ότι δεν μπορεί να αντέξει ούτε την απομόνωση στη Μέση Ανατολή ούτε μια παρατεταμένη αποξένωση από τους δυτικούς συμμάχους της.

Μετά τις αραβικές εξεγέρσεις των αρχών της δεκαετίας του 2010, η Τουρκία εγκατέλειψε τη μακροχρόνια προτίμησή της για τη διατήρηση του περιφερειακού status quo και την αποφυγή παρεμβάσεων στις εσωτερικές υποθέσεις των γειτόνων της.

Αντιθέτως, η Άγκυρα υποστήριξε δυνάμεις που επιδίωκαν την ανατροπή αυταρχικών καθεστώτων, παρέχοντας διπλωματική και, σε ορισμένες περιπτώσεις, στρατιωτική υποστήριξη σε ισλαμιστικούς παράγοντες. Η πολιτική αυτή προκάλεσε έντονη αντίδραση από τις κυβερνήσεις της περιοχής και συνέβαλε στην αυξανόμενη απομόνωση της Τουρκίας.

Οι Τούρκοι αξιωματούχοι αρχικά παρουσίαζαν αυτή την απομόνωση ως «πολύτιμη μοναξιά». Το οικονομικό και στρατηγικό κόστος της, όμως, κατέστη τελικά δύσκολο να διατηρηθεί.

Καθώς η τουρκική οικονομία είχε ολοένα μεγαλύτερη ανάγκη από ξένες επενδύσεις —ιδιαίτερα από τα εύπορα κράτη του Κόλπου— η Άγκυρα απομακρύνθηκε από τη στρατιωτικοποιημένη περιφερειακή πολιτική και στράφηκε προς μια προσέγγιση που έδινε έμφαση στη διπλωματία, στις οικονομικές σχέσεις και στην ενοποίηση των περιφερειακών υποδομών. Η ταχεία ανάπτυξη της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας παρείχε ένα ακόμη κίνητρο για την εμβάθυνση της συνεργασίας με τους περιφερειακούς εταίρους.

Παρόμοιες πιέσεις ενθάρρυναν την Άγκυρα να αποκαταστήσει τις σχέσεις της και με τους συμμάχους της στο ΝΑΤΟ. Η αγορά του ρωσικού συστήματος αεράμυνας S-400 προκάλεσε αμερικανικές κυρώσεις κατά του τουρκικού αμυντικού τομέα και την απομάκρυνση της χώρας από το πρόγραμμα των F-35, αναδεικνύοντας το κόστος της αποξένωσης από τη Δύση.

Η ανάγκη της Άγκυρας για δυτικές επενδύσεις, τεχνολογία και συνεργασίες στην αμυντική βιομηχανία της παρείχε ισχυρά κίνητρα για την αποκατάσταση αυτών των σχέσεων.

Η Τουρκία έχει σήμερα σημαντικό συμφέρον να διατηρεί λειτουργικές σχέσεις τόσο με τους δυτικούς όσο και με τους μεσανατολικούς εταίρους της. Η επιδίωξη ενός προγράμματος πυρηνικών όπλων —είτε ανοιχτά είτε μυστικά— θα έθετε σε κίνδυνο όσα κέρδισε με δυσκολία.

Θα μπορούσε να απομονώσει εκ νέου την Τουρκία από τις ίδιες ακριβώς χώρες των οποίων τις επενδύσεις, την τεχνολογία, τις αγορές και την αμυντική συνεργασία προσπαθεί εδώ και χρόνια να εξασφαλίσει η Άγκυρα. Επομένως, είναι εξαιρετικά απίθανο να ακολουθήσει αυτή την πορεία.

3. Μετάβαση προς μια στρατηγική πυρηνικής αντιστάθμισης

Η στροφή προς την πυρηνική αντιστάθμιση (nuclear hedging) είναι η πιθανότερη επιλογή για την Άγκυρα.

Η πυρηνική αντιστάθμιση αποτελεί μια συνειδητή στρατηγική διατήρησης της δυνατότητας κατασκευής πυρηνικών όπλων, χωρίς ένα κράτος να επιδιώκει ακόμη την πραγματική απόκτησή τους.

Ένα κράτος που ακολουθεί αυτή τη στρατηγική δημιουργεί την τεχνολογική και θεσμική υποδομή που θα καθιστούσε τη στρατιωτικοποίηση ευκολότερη και ταχύτερη, εάν άλλαζαν οι στρατηγικές συνθήκες. Η θέση του απέναντι στην απόκτηση πυρηνικής βόμβας είναι ουσιαστικά «ίσως»: όχι τώρα, αλλά ενδεχομένως στο μέλλον.

Αυτό συχνά περιλαμβάνει την ανάπτυξη δυνατοτήτων που εξυπηρετούν νόμιμους πολιτικούς σκοπούς, αλλά θα μπορούσαν αργότερα να υποστηρίξουν ένα εξοπλιστικό πρόγραμμα — κυρίως τον έλεγχο ευαίσθητων τμημάτων του κύκλου των πυρηνικών καυσίμων.

Ο εμπλουτισμός ουρανίου και η επανεπεξεργασία χρησιμοποιημένων πυρηνικών καυσίμων είναι ιδιαίτερα σημαντικά, επειδή μπορούν να προσφέρουν διαδρομές προς την παραγωγή ουρανίου στρατιωτικής καθαρότητας ή πλουτωνίου και να περιορίσουν τον χρόνο που απαιτείται για την κατασκευή μιας βόμβας.

Η πυρηνική αντιστάθμιση, ωστόσο, δεν ταυτίζεται με την πυρηνική λανθάνουσα ικανότητα (nuclear latency). Η λανθάνουσα ικανότητα περιγράφει την τεχνολογική δυνατότητα ενός κράτους. Η αντιστάθμιση προϋποθέτει πολιτική επιλογή για την καλλιέργεια δυνατοτήτων που διατηρούν ανοιχτή μια μελλοντική εξοπλιστική επιλογή, χωρίς να φθάνουν ακόμη στη στρατιωτικοποίηση.

Η έμφαση στην «πολιτική επιλογή» και όχι στους τεχνικούς περιορισμούς είναι σημαντική. Η στρατηγική ενός κράτους σχετικά με τη διάδοση πυρηνικών όπλων σπάνια καθορίζεται αποκλειστικά από τους διαθέσιμους πόρους. Η επιλογή δεν περιορίζεται, επίσης, στο δίλημμα μεταξύ κατοχής πυρηνικών όπλων και πλήρους παραίτησης από αυτά.

Τα κράτη διαθέτουν ένα φάσμα ενδιάμεσων επιλογών: από την τεχνική αντιστάθμιση μέχρι την επιδίωξη καθεστώτος πυρηνικού κατωφλίου και, τελικά, την ανάπτυξη πλήρους εξοπλιστικής ικανότητας. Για να κατανοήσουμε πού βρίσκεται ένα κράτος σε αυτό το φάσμα, πρέπει πρώτα να εξετάσουμε πώς αντιλαμβάνεται η πολιτική ηγεσία του τη διάδοση των πυρηνικών όπλων.

Γι’ αυτό έχει σημασία η κατανόηση της εξέλιξης των απόψεων του Ερντογάν. Είναι βεβαίως δύσκολο να εξαχθεί οριστικό συμπέρασμα για τις προθέσεις της Άγκυρας αποκλειστικά από δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες.

Ωστόσο, η ολοένα πιο διεκδικητική ρητορική του Ερντογάν, σε συνδυασμό με την πρόσφατη εκτίμηση του υπουργού Εξωτερικών ότι οι διεθνείς εξελίξεις θα μπορούσαν να αναγκάσουν την Τουρκία να αποκτήσει πυρηνικά όπλα και τις μεταβολές στο περιβάλλον ασφαλείας της χώρας, παραπέμπουν σε πιθανή στρατηγική πυρηνικής αντιστάθμισης.

Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής, η Άγκυρα θα διατηρούσε σκόπιμη ασάφεια σχετικά με τις προθέσεις της, κρατώντας παράλληλα ανοιχτή την πυρηνική επιλογή. Με αυτόν τον τρόπο θα απέφευγε την πιθανή ρήξη με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ που θα προκαλούσε μια άμεση προσπάθεια κατασκευής πυρηνικής βόμβας. Ταυτόχρονα, θα αποκτούσε μια περισσότερο αυτόνομη εναλλακτική επιλογή, εάν οι σύμμαχοί της εξακολουθούσαν να την απογοητεύουν ή την εγκατέλειπαν πλήρως.

Η πυρηνική αντιστάθμιση εκτείνεται σε ένα συνεχές. Στο ένα άκρο βρίσκεται η τεχνική αντιστάθμιση, η πιο περιορισμένη μορφή της. Στο άλλο βρίσκεται το καθεστώς πυρηνικού κατωφλίου, η πλέον προηγμένη μορφή, στο πλαίσιο της οποίας ένα κράτος έχει συγκεντρώσει τις απαραίτητες δυνατότητες για την παραγωγή τουλάχιστον ενός πυρηνικού εκρηκτικού μηχανισμού μέσα σε περίπου τρεις έως έξι μήνες από τη στιγμή που θα λάβει τη σχετική απόφαση.

Για να κατανοήσουμε καλύτερα σε ποιο σημείο αυτού του φάσματος ενδέχεται να βρίσκεται η Τουρκία, είναι απαραίτητο να αξιολογήσουμε τις δυνατότητές της με βάση τις δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες.

Εκπρόσωποι της τουρκικής TUNAS και της νοτιοκορεατικής KEPCO υπογράφουν μνημόνιο συνεργασίας στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας, παρουσία του προέδρου της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν (δεύτερος από δεξιά) και του προέδρου της Νότιας Κορέας Λι Τζε-μιουνγκ (δεύτερος από αριστερά), στην Άγκυρα, στις 24 Νοεμβρίου 2025. Φωτογραφία: Mehmet Ali Ozcan/Anadolu μέσω Getty Images.

Πόσο κοντά βρίσκεται η Τουρκία στην πυρηνική βόμβα;

Όσοι ανησυχούν για τις πυρηνικές φιλοδοξίες της Τουρκίας επικαλούνται διάφορους παράγοντες ως ενδείξεις τόσο του ενδιαφέροντός της για τα πυρηνικά όπλα όσο και της δυνητικής τεχνικής της ικανότητας να τα αναπτύξει.

Ένας από αυτούς είναι η συμμετοχή της Τουρκίας στην Ομάδα Πυρηνικών Προμηθευτών (NSG), η οποία αντανακλά εν μέρει την κατασκευαστική της ικανότητα σε υλικά που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην πυρηνική βιομηχανία.

Άλλοι επισημαίνουν:

  • Τα σχέδιά της για την κατασκευή πολλών πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής.
  • Την απροθυμία της Άγκυρας να δεσμευτεί σε περιορισμούς ως προς τις δραστηριότητες εμπλουτισμού ουρανίου και επανεπεξεργασίας πυρηνικών καυσίμων στη συμφωνία πυρηνικής συνεργασίας που έχει συνάψει με τις ΗΠΑ βάσει του άρθρου 123.
  • Τις δηλώσεις του Ερντογάν ότι η Τουρκία θα μπορούσε να αναπτύξει δυνατότητες εμπλουτισμού ουρανίου, εφόσον αυτό κρινόταν αναγκαίο για το πολιτικό πυρηνικό της πρόγραμμα.

Ένα ακόμη ζήτημα που προβάλλεται είναι η προσπάθεια της Τουρκίας να επιταχύνει το πρόγραμμα ανάπτυξης πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς. Οι βαλλιστικοί πύραυλοι μεγάλου βεληνεκούς συνδέονται συνήθως με τα πυρηνικά όπλα, επειδή θεωρούνται ιδανικά μέσα μεταφοράς και εκτόξευσής τους.

Τον Ιανουάριο του 2025, ο πρόεδρος Ερντογάν δήλωσε ότι η Τουρκία είχε «αποφασίσει να επιταχύνει το πρόγραμμα ανάπτυξης πυραύλων με βεληνεκές 2.000 χιλιομέτρων και άνω», προκειμένου να αντιμετωπίσει τις περιφερειακές απειλές.

Η Τουρκία παρουσίασε επίσης πρόσφατα έναν νέο πύραυλο με την ονομασία Yıldırımhan, ο οποίος, όταν ενταχθεί σε επιχειρησιακή υπηρεσία, θα προσφέρει στη χώρα δυνατότητα πληγμάτων μεγάλου βεληνεκούς.

Παράλληλα, η Άγκυρα επενδύει στην κατασκευή διαστημοδρομίου στη Σομαλία, το οποίο θα μπορούσε να επιτρέψει τη διεξαγωγή δοκιμών βαλλιστικών πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς.

Τέλος, στις αρχές Αυγούστου η Τουρκία προσχώρησε στη συμφωνία αμοιβαίας άμυνας της Σαουδικής Αραβίας με το πυρηνικά εξοπλισμένο Πακιστάν. Αν και η συμφωνία δεν έκανε αναφορά σε πυρηνικά όπλα, ενίσχυσε περαιτέρω τη στρατηγική ασάφεια γύρω από τις πυρηνικές προθέσεις της Τουρκίας.

Πράγματι, το ενδιαφέρον της Τουρκίας για την πολιτική πυρηνική τεχνολογία, το οποίο ανάγεται στη δεκαετία του 1950, έχει προσφέρει στη χώρα μια σχετικά προηγμένη πυρηνική υποδομή. Η Τουρκία λειτουργεί εδώ και χρόνια εγκαταστάσεις πυρηνικής έρευνας και έχει διευρύνει την επιστημονική και μηχανική της τεχνογνωσία.

Ωστόσο, οι εκθέσεις του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας για το 2025 υποδηλώνουν ότι η Τουρκία εξακολουθεί να απέχει σημαντικά από τις τεχνικές δυνατότητες που συνδέονται με την πυρηνική λανθάνουσα ικανότητα.

Δεν διαθέτει εμπορικές εγκαταστάσεις εξόρυξης ή μετατροπής ουρανίου και, κυρίως, δεν έχει καταγεγραμμένη δυνατότητα εμπλουτισμού ουρανίου ή επανεπεξεργασίας χρησιμοποιημένων πυρηνικών καυσίμων. Οι υφιστάμενες δραστηριότητες στο αρχικό στάδιο του πυρηνικού κύκλου περιορίζονται σε μεγάλο βαθμό σε εργαστηριακής κλίμακας έρευνα, η οποία τελεί υπό διεθνείς διασφαλίσεις. Σε αυτές περιλαμβάνονται η επεξεργασία συμπυκνώματος ουρανίου, η μετατροπή του σε διοξείδιο του ουρανίου (UO₂) και η παραγωγή σφαιριδίων πυρηνικού καυσίμου.

Η Τουρκία σχεδιάζει να κατασκευάσει πολλούς πυρηνικούς σταθμούς στο πλαίσιο της στρατηγικής της για διαφοροποίηση του ενεργειακού μείγματος και περιορισμό της εξάρτησης από ξένους προμηθευτές.

Όταν τεθούν σε λειτουργία, οι αντιδραστήρες αυτοί θα διευρύνουν σημαντικά την εμπειρία της Τουρκίας στην πυρηνική τεχνολογία και θα παράγουν χρησιμοποιημένα πυρηνικά καύσιμα. Προς το παρόν, όμως, παραμένουν υπό κατασκευή. Επιπλέον, το συγκεκριμένο μοντέλο που επέλεξε η Τουρκία για τον πρώτο πυρηνικό σταθμό της στο Άκουγιου περιορίζει τη δυνατότητά της να αναπτύξει ορισμένες από τις κρίσιμες εγχώριες ικανότητες που συνδέονται με την πυρηνική λανθάνουσα ικανότητα.

Ο σταθμός κατασκευάζεται με το μοντέλο «κατασκευή–ιδιοκτησία–λειτουργία» (build-own-operate — BOO), μια πρωτοφανή ρύθμιση για την πυρηνική βιομηχανία.

Η εταιρεία Akkuyu Nükleer ανήκει εξ ολοκλήρου σε θυγατρικές της κρατικής ρωσικής Rosatom, η οποία παρέχει χρηματοδότηση περίπου 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Η Ρωσία είναι υπεύθυνη για:

  • Τον σχεδιασμό του σταθμού.
  • Την κατασκευή του.
  • Τη συντήρηση και τη λειτουργία του για 60 χρόνια.
  • Την προμήθεια και τη χρήση των πυρηνικών καυσίμων.
  • Τον τελικό παροπλισμό του.

Το μοντέλο BOO περιορίζει τη χρηματοοικονομική έκθεση της Τουρκίας, δημιουργεί όμως σημαντικές εξαρτήσεις. Η χώρα θα βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο ρωσικό προσωπικό για τη λειτουργία του σταθμού και στη Ρωσία για την προμήθεια πυρηνικών καυσίμων.

Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση περιορίζει τον βαθμό στον οποίο το Άκουγιου μπορεί να βοηθήσει την Τουρκία να αναπτύξει αυτόνομες πυρηνικές δυνατότητες, ιδιαίτερα στα ευαίσθητα τμήματα του κύκλου των πυρηνικών καυσίμων που μπορούν να έχουν τόσο πολιτικές όσο και στρατιωτικές εφαρμογές.

Η τουρκική κυβέρνηση έχει αναγνωρίσει δημοσίως αυτή την εξάρτηση. Στις 7 Νοεμβρίου 2025, ο υπουργός Ενέργειας Αλπαρσλάν Μπαϊρακτάρ δήλωσε στην Επιτροπή Προϋπολογισμού του τουρκικού κοινοβουλίου ότι η Τουρκία εξαρτάται πλήρως από τη ρωσική Rosatom για τα καύσιμα ουρανίου που θα τροφοδοτούν το Άκουγιου.

Παράλληλα, επισήμανε την επιθυμία της Άγκυρας να διαφοροποιήσει τις πηγές προμήθειας:

«Για να ξεπεράσουμε αυτή την εξάρτηση, συζητούμε τη συνεργασία στον τομέα των καυσίμων τόσο με τη χώρα με την οποία εργαζόμαστε σήμερα όσο και με άλλες χώρες, με τις οποίες εξετάζουμε νέα έργα».

Η Τουρκία διαπραγματεύεται με άλλους δυνητικούς εταίρους, μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ, ο Καναδάς, η Γαλλία και η Νότια Κορέα, για την κατασκευή πρόσθετων πυρηνικών σταθμών. Παράλληλα, η τουρκική κατασκευάστρια μη επανδρωμένων αεροσκαφών Baykar εργάζεται πάνω στην τεχνολογία μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων (SMR).

Οι διαπραγματεύσεις της Άγκυρας με τον Καναδά παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η Τουρκία βρίσκεται σε συνομιλίες με την καναδική AtkinsRéalis και Τούρκοι αξιωματούχοι έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον για καναδική συμμετοχή στον δεύτερο και τον τρίτο πυρηνικό σταθμό της χώρας.

Ο σχεδιασμός του αντιδραστήρα CANDU διαθέτει ορισμένα χαρακτηριστικά τα οποία θα μπορούσαν να προσφέρουν μια σχετικά άμεση τεχνική διαδρομή προς την κατασκευή πυρηνικού όπλου, καθιστώντας ταυτόχρονα δυσκολότερο τον εντοπισμό δραστηριοτήτων διάδοσης.

Σε αντίθεση με τους συμβατικούς αντιδραστήρες ελαφρού ύδατος, οι αντιδραστήρες βαρέος ύδατος CANDU μπορούν να λειτουργούν με μη εμπλουτισμένο φυσικό ουράνιο. Αυτό μειώνει την εξάρτηση από ξένες υπηρεσίες εμπλουτισμού και παρέχει στον φορέα εκμετάλλευσης μεγαλύτερη αυτονομία στο αρχικό στάδιο του κύκλου των πυρηνικών καυσίμων.

Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι οι αντιδραστήρες CANDU μπορούν να παράγουν πλουτώνιο κατάλληλο για την κατασκευή πυρηνικών όπλων και να ανεφοδιάζονται με καύσιμα ενώ βρίσκονται σε λειτουργία. Τα χαρακτηριστικά αυτά μπορούν να δυσχεράνουν την εποπτεία του ΔΟΑΕ.

Τίποτε από αυτά δεν σημαίνει ότι η απόκτηση ενός αντιδραστήρα CANDU θα έθετε αυτομάτως την Τουρκία σε πορεία κατασκευής πυρηνικής βόμβας. Η εξαγωγή πλουτωνίου θα εξακολουθούσε να απαιτεί τη δυνατότητα επανεπεξεργασίας χρησιμοποιημένων πυρηνικών καυσίμων — μια ικανότητα που η Τουρκία δεν διαθέτει σήμερα.

Μιλώντας με τη συγγραφέα, Καναδός διπλωμάτης δήλωσε ότι η υπό συζήτηση συμφωνία με την Άγκυρα περιλαμβάνει «σημαντική ανταλλαγή τεχνολογίας». Παραμένει, ωστόσο, ασαφές εάν αυτή θα περιλαμβάνει οτιδήποτε σχετικό με την επανεπεξεργασία ή τον διαχωρισμό των χρησιμοποιημένων πυρηνικών καυσίμων.

Είναι πάντως σαφές ότι η Άγκυρα επιθυμεί μεγαλύτερο έλεγχο στην πυρηνική της εφοδιαστική αλυσίδα και, με την πάροδο του χρόνου, την ανάπτυξη περισσότερων εγχώριων δυνατοτήτων. Προς το παρόν, όμως, το μοντέλο του Άκουγιου περιορίζει αυτή τη φιλοδοξία.

Όπως έχει επισημάνει ο Άαρον Στάιν, εάν η Τουρκία επιχειρούσε να εκτρέψει το Άκουγιου προς ένα πρόγραμμα πυρηνικών όπλων, θα έπρεπε πρώτα να απομακρύνει τον ξένο φορέα λειτουργίας και στη συνέχεια να αποκτήσει τον έλεγχο των χρησιμοποιημένων πυρηνικών καυσίμων που βρίσκονται στον χώρο αλλά ανήκουν σε ξένη εταιρεία. Μόνο τότε θα μπορούσε να εξετάσει την εξαγωγή πλουτωνίου για την κατασκευή όπλου — ένα δύσκολο εγχείρημα, το οποίο θα ήταν εξαιρετικά ορατό.

Το Άκουγιου θα ενισχύσει, επομένως, την εμπειρία της Τουρκίας στην πυρηνική τεχνολογία, αλλά δεν της παρέχει από μόνο του τις πιο ευαίσθητες από την άποψη της διάδοσης δυνατότητες.

Η Τουρκία δεν διαθέτει σήμερα εγχώριες δυνατότητες εμπλουτισμού ουρανίου και επανεπεξεργασίας χρησιμοποιημένων πυρηνικών καυσίμων. Η δομή του έργου στο Άκουγιου δεν πρόκειται να μεταβάλει σημαντικά αυτή την κατάσταση βραχυπρόθεσμα.

Ένα ακόμη εμπόδιο στη δημιουργία εγχώριας τεχνογνωσίας και πυρηνικής τεχνικής ικανότητας σε σύντομο χρονικό διάστημα είναι η πολυπρομηθευτική προσέγγιση της Τουρκίας.

Η Άγκυρα ενδέχεται να επιδιώκει να αξιοποιήσει τον ανταγωνισμό μεταξύ των προμηθευτών, ώστε να εξασφαλίσει παραχωρήσεις που θα τη βοηθήσουν να αναπτύξει εγχώριες πυρηνικές δυνατότητες. Εάν, όμως, συνεργαστεί τελικά με πολλούς προμηθευτές οι οποίοι χρησιμοποιούν όχι μόνο διαφορετικό εξοπλισμό αλλά και εντελώς διαφορετικές μηχανικές φιλοσοφίες και κανονιστικά πρότυπα, η προσέγγιση αυτή θα μπορούσε να περιπλέξει και να καθυστερήσει τις προσπάθειές της να αποκτήσει μεγαλύτερη αυτονομία στον πυρηνικό τομέα.

Σήμερα, η Τουρκία πιθανότατα απέχει ακόμη τουλάχιστον μία δεκαετία από τη δυνατότητα κατασκευής πυρηνικού όπλου. Ωστόσο, οι πολυάριθμες εσωτερικές και διεθνείς απειλές που την περιβάλλουν υποδηλώνουν ότι η Άγκυρα θα μπορούσε να κινηθεί προς την κατεύθυνση ενός κράτους πυρηνικής αντιστάθμισης, αποκτώντας σταδιακά την τεχνογνωσία και τις τεχνικές δυνατότητες που απαιτούνται για να διατηρήσει ανοιχτή την επιλογή μελλοντικής ανάπτυξης πυρηνικών όπλων.

Παραμένει αβέβαιο πόσο μακριά θα κινηθεί η Άγκυρα σε αυτό το συνεχές. Θα μπορούσε να περιοριστεί σε μια σχετικά μετριοπαθή μορφή τεχνικής αντιστάθμισης ή να επιδιώξει τις πιο προηγμένες δυνατότητες που συνδέονται με την απόκτηση καθεστώτος πυρηνικού κατωφλίου.

Όποια πορεία και αν επιλέξει, η Τουρκία πιθανότατα θα προσπαθήσει να παραμείνει εντός του πλαισίου της Συνθήκης για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων (NPT), επιδιώκοντας να διευρύνει τις πυρηνικές επιλογές της χωρίς να περάσει ανοιχτά το όριο της στρατιωτικοποίησης, ενώ παράλληλα θα διατηρεί στρατηγική ασάφεια σχετικά με τις τελικές της προθέσεις.

Ακόμη και το πλέον προηγμένο σημείο στο συνεχές της πυρηνικής αντιστάθμισης —η απόκτηση καθεστώτος πυρηνικού κατωφλίου, κατά το οποίο μια χώρα βρίσκεται μεταφορικά «μία στροφή του κατσαβιδιού μακριά» από ένα λειτουργικό πυρηνικό όπλο— μπορεί, καταρχήν, να διατηρηθεί χωρίς αποχώρηση από τη Συνθήκη NPT.

Η Συνθήκη απαγορεύει την απόκτηση πυρηνικών όπλων, αλλά δεν απαγορεύει ρητά την ανάπτυξη ικανότητας πυρηνικού κατωφλίου. Ούτε καθορίζει μια ακριβή τεχνική γραμμή που να διαχωρίζει το καθεστώς πυρηνικού κατωφλίου από την κατοχή πυρηνικών όπλων.

Ένα κράτος μπορεί, συνεπώς, να συγκεντρώσει υλικά, τεχνολογίες, εξαρτήματα και τεχνογνωσία που θα μπορούσαν να συντομεύσουν σημαντικά τη διαδρομή προς την κατασκευή ενός όπλου, παραμένοντας παράλληλα επισήμως εντός της Συνθήκης.

Η διατήρηση στρατηγικής ασάφειας σχετικά με τις τελικές πυρηνικές της προθέσεις θα προσέφερε στην Άγκυρα ένα πρόσθετο πλεονέκτημα: θα διατηρούσε την αποτρεπτική και διαπραγματευτική αξία των αυξανόμενων δυνατοτήτων της, περιορίζοντας ταυτόχρονα μέρος του πολιτικού κόστους και των επιπτώσεων ασφαλείας που θα προκαλούσε μια ανοιχτή διακήρυξη φιλοδοξίας απόκτησης πυρηνικών όπλων. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται και ο κίνδυνος επιτάχυνσης ενός περιφερειακού ανταγωνισμού εξοπλισμών.

Ωστόσο, μια στρατηγική πυρηνικής αντιστάθμισης ενέχει και δικούς της κινδύνους, ιδιαίτερα σε μια περιοχή με τόσο έντονες συγκρούσεις όσο η Μέση Ανατολή.

Η εξάπλωση της πυρηνικής αντιστάθμισης θα μπορούσε να μεταβάλει την πυρηνική τάξη, ακόμη και χωρίς να αυξηθεί ο αριθμός των κρατών που διαθέτουν πυρηνικά όπλα. Καθώς περισσότερες χώρες επιδιώκουν να αποκτήσουν την ικανότητα να πλησιάσουν το πυρηνικό κατώφλι χωρίς να το διαβούν, η διάκριση μεταξύ πυρηνικών και μη πυρηνικών κρατών γίνεται ολοένα πιο ασαφής.

Αυτό θα μπορούσε:

  • Να προκαλέσει αμοιβαίες στρατηγικές πυρηνικής αντιστάθμισης και δυναμικές ανταγωνισμού εξοπλισμών.
  • Να περιορίσει τον απαιτούμενο χρόνο για την κατασκευή πυρηνικού όπλου μετά τη λήψη της σχετικής πολιτικής απόφασης.
  • Να ενισχύσει τα κίνητρα για προληπτική στρατιωτική δράση.
  • Να περιπλέξει τις αξιολογήσεις των υπηρεσιών πληροφοριών και την εφαρμογή των διεθνών διασφαλίσεων.
  • Να διαβρώσει τελικά την κανονιστική ισχύ της Συνθήκης NPT.

Για την Ουάσιγκτον, η πρόκληση αφορά ολοένα περισσότερο τη διαχείριση της πυρηνικής πορείας περιφερειακών δυνάμεων, όπως η Τουρκία και η Σαουδική Αραβία, και λιγότερο την πλήρη αποτροπή της απόκτησης ευρύτερων πυρηνικών δυνατοτήτων από αυτές.

Στόχος θα πρέπει να είναι η αποτροπή της εξέλιξης της πυρηνικής αντιστάθμισης σε προηγμένες δυνατότητες πυρηνικού κατωφλίου, με παράλληλη αντιμετώπιση των ανησυχιών ασφαλείας που ωθούν εξαρχής τα κράτη προς αυτή τη στρατηγική.

Η προσπάθεια εξάλειψης κάθε μορφής πυρηνικής λανθάνουσας ικανότητας ή καθολικής απαγόρευσης του εμπλουτισμού ουρανίου δεν είναι ούτε ρεαλιστική ούτε βιώσιμη.

Αντιθέτως, η Ουάσιγκτον θα πρέπει να επικεντρωθεί στην αποτροπή της δημιουργίας εθνικών προγραμμάτων εμπλουτισμού με αυξημένο κίνδυνο διάδοσης, προωθώντας παράλληλα πολυμερείς ρυθμίσεις για τον κύκλο των πυρηνικών καυσίμων, υπό την εποπτεία του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας.

Μια επιλογή θα ήταν η δημιουργία ενός περιφερειακού πλαισίου για τον κύκλο των πυρηνικών καυσίμων. Στο πλαίσιο αυτό, τα συμμετέχοντα κράτη θα φιλοξενούσαν διαφορετικά τμήματα του πυρηνικού κύκλου, χωρίς καμία χώρα να ελέγχει μόνη της ολόκληρη την αλυσίδα εφοδιασμού που απαιτείται για την ταχεία μετατροπή ενός πολιτικού πυρηνικού προγράμματος σε εξοπλιστική δυνατότητα.

Μια τέτοια ρύθμιση θα μπορούσε να ικανοποιήσει τα περιφερειακά αιτήματα για μεγαλύτερη πυρηνική αυτονομία, περιορίζοντας παράλληλα τα κίνητρα για ανταγωνιστικά εθνικά προγράμματα εμπλουτισμού ουρανίου.

Ταυτόχρονα, η Ουάσιγκτον πρέπει να αντιμετωπίσει το αίσθημα ανασφάλειας που τροφοδοτεί τη συμπεριφορά πυρηνικής αντιστάθμισης.

Στην περίπτωση της Τουρκίας, αυτό σημαίνει ενίσχυση της διευρυμένης αποτροπής και αποκατάσταση της εμπιστοσύνης της Άγκυρας στην αξιοπιστία των αμερικανικών εγγυήσεων ασφαλείας.

Οι διαβεβαιώσεις, ωστόσο, θα πρέπει να συνοδεύονται από σαφείς κόκκινες γραμμές για τη μη διάδοση. Η Ουάσιγκτον οφείλει να καταστήσει σαφές ότι η συνέχιση των αμερικανικών εγγυήσεων ασφαλείας συνδέεται με την τήρηση των δεσμεύσεων περί μη διάδοσης και ότι κινήσεις προς την απόκτηση δυνατοτήτων που σχετίζονται με την κατασκευή πυρηνικών όπλων θα είχαν συνέπειες για τη διμερή σχέση ασφαλείας.


Σημείωση: Στη σχετική βιβλιογραφία υπάρχουν διάφοροι ορισμοί και τρόποι επιχειρησιακής αποτύπωσης της πυρηνικής αντιστάθμισης. Το συγκεκριμένο άρθρο υιοθετεί τον ορισμό του Vipin Narang, όπως παρουσιάζεται στο βιβλίο του Seeking the Bomb. Η παρούσα ενότητα βασίζεται στο θεωρητικό του πλαίσιο.

Η Gönül Tol είναι ανώτερη ερευνήτρια στο Middle East Institute και ειδικεύεται στην τουρκική πολιτική, στις σχέσεις ΗΠΑ–Τουρκίας και στις περιφερειακές δυναμικές της Μέσης Ανατολής.

Κεντρική φωτογραφία: Εναέρια άποψη του υπό κατασκευή πυρηνικού σταθμού του Άκουγιου στη Μερσίνα της Τουρκίας, στις 24 Μαΐου 2026. Φωτογραφία: Akkuyu Nucleer PP/Anadolu μέσω Getty Images.


Το Middle East Institute (MEI) είναι ανεξάρτητος, ακομμάτιστος, μη κερδοσκοπικός εκπαιδευτικός οργανισμός. Δεν ασκεί δραστηριότητες πολιτικής συνηγορίας και οι απόψεις των ερευνητών του είναι προσωπικές. Το MEI δέχεται οικονομικές δωρεές, διατηρεί όμως τον αποκλειστικό συντακτικό έλεγχο του έργου του. Οι δημοσιεύσεις του εκφράζουν αποκλειστικά τις απόψεις των συγγραφέων τους. Ο κατάλογος των δωρητών του MEI είναι διαθέσιμος εδώ.

Middle East Institute

spot_img

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
50,600ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα