Αρχική Blog Σελίδα 3010

Udo Ulfkotte: Europe’s Courageous Journalism Voice Has Passed Away

0

Udo-Ulfkotte-270x300

On January 13, Udo Ulfkotte died, reportedly of a heart attack.

Ulfkotte had been an editor at the Frankfurter Allgemeine Zeitzung.

He published a courageous book in which he said that the CIA had a hand on every significant journalist in Europe, which gave Washington control over European opinion and reduced knowledge of and opposition to Washington’s control over European heads of state. Essentially, there are no European governments independent of Washington.

Courage, once plentiful in Europe, is today hard to find. Charles de Gaulle was the last head of a major European state that maintained independence from Washington. Today we find independence in Marine Le Pen and perhaps in the president of Hungary. But for the most part West and East European heads of state are Washington’s vassals committed to Washington’s wars.

This, of course, includes the Chancellor of Germany, the President of France, and the British Prime Minister. These once powerful countries of Europe, whose dominance comprises most of Western history from the fall of Rome to the Second World War, are today American puppet states.

Under Yeltsin, Russia herself succumbed to American overlordship, but under Vladimir Putin Russia regained her independence and is today able to constrain Washington’s unilateralism in some areas of the world, such as Syria and Crimea.

In the Far East Washington’s Japanese vassal is now checked by the rise of China, a country like Russia that has first class leadership that cannot be found anywhere in the West.

The Western world has proven itself incapable of producing real political leadership. This failure results from the centuries of Western dominance that has so corrupted Western political processes that the entirety of the West is subservient to an oligarchy that has succeeded in concentrating all income and wealth gains in a few hands. These few have enormous power, as we see in the CIA’s open and blatent assault on the president-elect.

The danger that life on earth faces is that Washington assumes, based on the historical rule of the West, that it is normal for this rule over the world to continue. However, Russia and China do not agree. Either country is sufficient to stand up to Washington, and together they overmatch Washington’s military capability.

Due to the arrogance that resides in Washington, the would be overlords of the world are not aware that Russia and China are not Iraq and Libya.

If the idiots that rule in Washington bring us into war with these powers, the United States will disappear from history along with the rest of the world.

Dr. Paul Craig Roberts was Assistant Secretary of the Treasury for Economic Policy and associate editor of the Wall Street Journal. He was columnist for Business Week, Scripps Howard News Service, and Creators Syndicate. He has had many university appointments. His internet columns have attracted a worldwide following. Roberts’ latest books are The Failure of Laissez Faire Capitalism and Economic Dissolution of the West, How America Was Lost, and The Neoconservative Threat to World Order.

Μια διάσκεψη για την Κύπρο χωρίς αποτέλεσμα

0

palati-ton-ethnon-geneui-kupriakoΑΠΕ-ΜΠΕ/ΚΑΤΙΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

Το Παλάτι των Εθνών, στη Γενεύη όπου διεξάγονται οι διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό
Του Γιώργου Κέντα
Αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας.
Παρά τις μεγάλες προσδοκίες που δημιουργήθηκαν, η Διάσκεψη για την Κύπρο δεν έφερε κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα. Ήταν μια Διάσκεψη η οποία έγινε χωρίς την απαραίτητη προετοιμασία.

Ο Γιώργος Κέντας

Ήδη από την πρώτη μέρα των συνομιλιών στη Γενεύη, τη Δευτέρα 9 Ιανουαρίου, διαφάνηκε ότι οι δύο κοινότητες όχι μόνο δεν θα μπορούσαν να γεφυρώσουν το χάσμα που τις χώριζε στο ζήτημα της διακυβέρνησης, αλλά φάνηκε επίσης ότι οι διαφορές ήταν πολύ μεγάλες απ’ ό,τι παρουσιάστηκαν δημόσια το προηγούμενο διάστημα. Το ζήτημα της εκ περιτροπής προεδρίας -η τουρκική απαίτηση για εναλλαγή στην προεδρία της Κύπρου μεταξύ ενός Ελληνοκύπριου και ενός Τουρκοκύπριου προέδρου- έχει αναδειχθεί σε ένα μείζον θέμα. Ο κ. Ακιντζί έθεσε το ζήτημα αυτό ως προϋπόθεση προκειμένου να υπάρξει συμφωνία στο κεφάλαιο της διαπραγμάτευσης, καθώς επίσης φαίνεται να έχει διασυνδέσει το ζήτημα αυτό και με την προοπτική επιστροφής εδαφών.

Χάσμα παρατηρείται επίσης και σε μια σειρά άλλων ζητημάτων, όπως το περιουσιακό, για το οποίο παραμένουν σε εκκρεμότητα πολλές πτυχές. Προβληματισμός υπάρχει επίσης και για την οικονομική πτυχή της λύσης του Κυπριακού. Η τουρκοκυπριακή κοινότητα αρνείται να δώσει στοιχεία για το τραπεζιτικό σύστημα των κατεχομένων, καθώς επίσης εγείρονται πολλά ζητήματα και για τη δημοσιονομική βιωσιμότητα μιας μελλοντικής Τουρκοκυπριακής Πολιτείας. Εδώ και αρκετούς μήνες το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Διεθνής Τράπεζα προσπαθούν να πάρουν στοιχεία για τα χρηματοοικονομικά-χρηματοπιστωτικά και τα δημοσιονομικά δεδομένα, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Όπως είναι γνωστό, το κατοχικό καθεστώς στην Κύπρο είναι πλήρως εξαρτώμενο από την Τουρκία.
Στη Γενεύη παρατηρήθηκαν επίσης νέες διεκδικήσεις, καθώς ζητήματα που θεωρούνταν κλειστά άνοιξαν εκ νέου για διαπραγμάτευση. Η τουρκοκυπριακή κοινότητα έθεσε στο τραπέζι ζήτημα αριθμητικής ισότητας στα ομοσπονδιακά όργανα του κράτους. Πολύς χρόνος σπαταλήθηκε στη Γενεύη και για να συζητηθούν επουσιώδη ζητήματα. Για παράδειγμα, Ακιντζί και Αναστασιάδης αφιέρωσαν πέραν της μίας ώρας για να συζητούν τον τρόπο στελέχωσης της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, την υπηρεσία που θα κάνει τις προσλήψεις, τις μεταθέσεις και τις προαγωγές του υπαλλήλων της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.
Η πιο κρίσιμη στιγμή των συνομιλιών στη Γενεύη ήταν η στιγμή της κατάθεσης χαρτών. Αργά το απόγευμα της 11ης Ιανουαρίου, οι δύο πλευρές κατέθεσαν δύο ξεχωριστούς χάρτες, οι οποίοι περιέγραφαν τις εδαφικές αναπροσαρμογές (το ποσοστό εδάφους εκάστου πολιτείας). Ο ελληνοκυπριακός χάρτης προνοούσε ότι το 28,2% του εδάφους της Ομόσπονδης Κύπρου θα διοικείται από την Τουρκοκυπριακή Πολιτεία, ενώ ο τουρκοκυπριακός χάρτης προνοούσε ένα ποσοστό 29,2%.
Η κατάθεση χαρτών έγινε χωρίς συμφωνία επί των τριών κριτηρίων για το εδαφικό, δηλαδή των κριτηρίων που θα καθόριζαν τις προϋποθέσεις για μια συμφωνία στις εδαφικές αναπροσαρμογές. Τα κριτήρια αυτά είναι: (1) ο αριθμός των Ελληνοκύπριων προσφύγων που θα επιστρέψουν στα σπίτια και τις περιουσίες τους, (2) η ακτογραμμή εκάστου Πολιτείας και (3) το ακριβές ποσοστό εδάφους εκάστου Πολιτείας. Πριν από τη μετάβαση στη Γενεύη, η κατάληξη στα κριτήρια αυτά και η συμφωνία σε έναν τελικό χάρτη ήταν προϋπόθεση για την ελληνοκυπριακή πλευρά προκειμένου να συγκληθεί Διεθνής Διάσκεψη. Προϋπόθεση για τη σύγκληση Διάσκεψης ήταν επίσης και η κατάληξη σε όλα τα άλλα κεφάλαια της διαπραγμάτευσης, πλην του κεφαλαίου της ασφάλειας και των εγγυήσεων.
Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης έκανε μια ιστορική υποχώρηση σ’ ένα ζήτημα αρχής για το Κυπριακό: Αποδέχθηκε τη σύγκληση πενταμερούς Διάσκεψης, δηλαδή διάσκεψης ανάμεσα στις δύο κοινότητες της Κύπρου και τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις, χωρίς την παρουσία της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και χωρίς την εκπλήρωση οποιωνδήποτε προϋποθέσεων για την επιτυχή έκβαση της Διάσκεψης αυτής. Η υποχώρηση αυτή έγινε την 1η Δεκεμβρίου 2016, στη διάρκεια ενός δείπνου με τον κ. Ακιντζί, χωρίς να ενημερώσει προηγουμένως ούτε την πολιτική ηγεσία στην Κύπρο -ούτε καν τους στενούς του συνεργάτες- αλλά ούτε και την ελληνική κυβέρνηση.
Όταν την Πέμπτη 12 Ιανουαρίου πραγματοποιήθηκε η Διάσκεψη για την Κύπρο, μια Διάσκεψη για την ασφάλεια και τις εγγυήσεις, δεν υπήρχε καμία πιθανότητα επιτυχίας. Η Τουρκία επιμένει σε παραμονή στρατευμάτων και διατήρηση εγγυητικών δικαιωμάτων στην Κύπρο. Η Ελλάδα ζητεί τον τερματισμό του συστήματος εγγυήσεων από την πρώτη μέρα της εφαρμογής της συμφωνίας, καθώς και μια συμφωνία για σταδιακή αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων εντός 12-18 μηνών. Η Βρετανία επιδιώκει τη διατήρηση των στρατιωτικών βάσεών της στην Κύπρο, καθώς και την απαλλαγή της από κάθε ευθύνη έναντι της Κύπρου.
Τέλος, οι Κύπριοι δεν κατάφεραν για την ώρα να συμφωνήσουν σε ένα κοινό όραμα για την ασφάλεια, ούτε και στους αναγκαίους θεσμούς για την αντιμετώπιση εσωτερικών και εξωτερικών απειλών.
Η Διάσκεψη διακόπηκε και τα ζητήματα της ασφάλειας παραπέμφθηκαν σε μια τεχνική ομάδα, η οποία θα συνέλθει στη Ζυρίχη στις 18 Ιανουαρίου, με τα Ηνωμένα Έθνη να στοχεύουν σε επανάληψη της Διάσκεψης μέχρι το τέλος Ιανουαρίου.
Ναυτεμπορική

Trump s’adresse aux Européens dans un entretien iconoclaste à « Bild » et « The Times »

0

ΤΡΑΜΠ-353x221

Cinq jours avant son entrée à la Maison Blanche, le président élu évoque l’Europe dans deux quotidiens conservateurs, l’un allemand et l’autre britannique.

Angela Merkel ? Elle a fait une « erreur catastrophique » avec les réfugiés. L’OTAN ? Une organisation « obsolète ». Le Brexit ? « Un succès » qui devrait conduire d’autres pays à « quitter » l’Union européenne. Cinq jours avant son entrée à la Maison Blanche, Donald Trump a décidé de s’adresser à l’Europe sous la forme d’un long entretien publié, lundi 16 janvier, dans deux quotidiens conservateurs, l’un allemand, l’autre britannique, Bild et The Times, qu’il a reçus pendant cinquante minutes dans le bureau qu’il occupe encore au 26eétage de « sa » Trump Tower, à Manhattan (New York).

Interrogé par Kai Diekmann, qui quittera Bild fin janvier après en avoir été pendant quinze ans le rédacteur en chef, et Michael Gove, collaborateur du Times, ancien ministre de David Cameron et avocat du Brexit, M. Trump est d’abord interrogé sur le Royaume-Uni. A propos de ce pays où, comme il le rappelle, il a acheté un golf, il ne cache pas son enthousiasme. « Je suis un grand fan des Britanniques », assure-t-il. « Le Brexit va s’avérer être une chose géniale », poursuit-il, avant de se dire impatient de rencontrer Theresa May, la première ministre britannique, afin de conclure un accord commercial avec le Royaume-Uni, « rapidement et dans les règles ». Interrogé sur le résultat du référendum du 23 juin 2016, le président américain y voit une seule et unique cause :

« Les gens ne veulent pas que d’autres gens viennent dans leur pays et les dérangent. »

La transition est toute faite avec l’Allemagne. « Nous ne voulons pas que des gens de Syrie viennent chez nous, des gens dont nous ignorons qui ils sont, explique le président américain. Je ne veux pas faire comme l’Allemagne. A ce propos, je dois dire que j’ai beaucoup de respect pour Merkel. Mais je trouve que ce qui s’est passé là-bas est très malheureux. Vous savez que j’aime l’Allemagne, parce que mon père venait d’Allemagne. Mais je ne veux pas qu’on se retrouve dans la même situation. Nous avons déjà assez de problèmes comme ça. »

« L’Allemagne est un pays génial »

Pendant sa campagne, M. Trump avait déjà vivement critiqué la politique de la chancelière allemande à l’égard des réfugiés. Cinq jours avant sa prise de fonctions, il n’a pas changé d’avis. « Je vais la rencontrer. Je la respecte et je l’apprécie. Mais je pense que c’était une erreur. Les gens font des erreurs, mais là je pense que c’en était vraiment une grave. » A la place de Mme Merkel, qu’aurait-il fait ?

« Nous aurions dû créer des zones de sécurité en Syrie, estime le président américain. Cela aurait coûté moins cher. Et les Etats du Golfe auraient dû payer, parce qu’après tout, ils ont plus d’argent que quiconque. »

Plus encore que cette philippique, déjà connue, contre la politique migratoire de Mme Merkel, le qualificatif d’« obsolète » à propos de l’OTAN, déjà utilisé pendant sa campagne, où encore la condamnation des « sanctions qui font très mal à la Russie », ce sont les propos protectionnistes de M. Trump qui devraient provoquer les plus vives réactions en Allemagne, où la chancelière a longtemps défendu le traité de libre-échange entre l’Union européenne et les Etats-Unis, même si elle a reconnu, quelques jours après l’élection de M. Trump, qu’il aurait désormais peu de chances d’aboutir :

« L’Allemagne est un pays génial, un grand pays producteur. Quand on va sur la 5e Avenue [à New York], on voit que tout le monde a une Mercedes garée devant chez lui, pas vrai ? Or le fait est que vous [les Allemands] êtes très injustes avec les Etats-Unis. Combien de Chevrolet avez-vous en Allemagne ? Pas beaucoup, peut-être aucune, dehors on n’en voit pas une seule. Ça doit marcher dans les deux sens. Moi je veux que ça soit juste. (…) Vous pouvez fabriquer des voitures pour les Etats-Unis, mais vous devrez payer 35 % de taxes sur chaque voiture qui entre aux Etats-Unis. »

Entre Londres et Berlin, M. Trump a donc clairement choisi son partenaire privilégié en Europe. « Regardez l’Union européenne. C’est, en gros, un instrument pour l’Allemagne. C’est la raison pour laquelle je pense que la Grande-Bretagne a eu bien raison d’en sortir (…). Les individus et les pays veulent leur identité. Les Britanniques voulaient leur propre identité. Je pense sincèrement que s’ils n’avaient pas été contraints de prendre tous ces réfugiés – avec tous les problèmes qui vont avec –, alors il n’y aurait pas eu de Brexit. Ça a été la goutte qui a fait déborder le vase. Si vous me posez la question, je vous dirai qu’il y a d’autres pays qui sortiront [de l’Union européenne]. »

« Donald Trump est Donald Trump »

Si son choix est fait sur le plan politique, M. Trump tient cependant à faire savoir qu’à titre personnel, son attachement est le même pour le Royaume-Uni et l’Allemagne. C’est là d’ailleurs l’un des aspects les plus déroutants de cet entretien, où les considérations géopolitiques se mêlent aux confidences intimes.

A ce sujet, le président américain n’hésite pas à se lancer dans un autoportrait à partir des idées qu’il se fait de ces deux pays, d’où sont originaires ses parents. L’Allemagne, d’abord, d’où vient la famille de son père :

« Je suis très fier de l’Allemagne, et l’Allemagne est quelque chose de très particulier. (…) J’aime l’ordre. J’aime quand les choses sont bien rangées. Les Allemands sont connus pour ça, et moi aussi. Et j’aime aussi la force. »

Avec le Royaume-Uni, M. Trump, dont la mère était d’origine écossaise, se sent d’autres affinités. « Ma mère aimait beaucoup le cérémonial. Je crois que j’ai pris beaucoup de ce côté-là. Ma mère aimait la reine. Elle aimait le cérémonial de la cour et la beauté, personne ne connaît aussi bien ces choses que les Anglais. (…) Les Ecossais sont aussi réputés pour respecter l’argent. Moi aussi j’ai beaucoup de respect pour l’argent. Seulement je dois en gérer beaucoup, c’est mon problème. »

Interrogé par ses confrères de la Frankfurter Allgemeine Zeitung sur les conditions de réalisation de cet entretien, Kai Diekmann, rédacteur en chef de Bild, raconte que celui-ci n’a pas été relu avant publication. « Donald Trump est Donald Trump, et assurément je peux vous dire que cette conversation est l’entretien le plus étonnant que j’aie jamais fait. En effet, ses paroles ne sont pas comme du linge repassé, aucun conseiller en communication n’est passé dessus. Ce que Trump a dit, nous l’avons retranscrit tel quel, puis traduit. Cela a d’ailleurs été le plus difficile : traduire sa langue en allemand. Et quand on lit l’interview, on la lit très différemment des interviews politiques habituelles. »

M. Trump renouvellera-t-il souvent un tel exercice ? Pas sûr, à en croire ce qu’il dit lui-même à la toute fin de l’entretien, où il déclare qu’il continuera à tweeter sur son compte personnel @realDonaldTrump une fois à la Maison Blanche. Fier de rappeler qu’il totalise « 46 millions de followers sur Facebook, Twitter et Instagram », le président américain a trouvé, avec le réseau à l’oiseau, la grammaire qui lui convient.

« Ce qui est intéressant avec Twitter, c’est qu’il faut être très précis. Quand je dis quelque chose en public ou à des journaux, et que ça n’est pas reproduit avec précision, ça n’est vraiment pas bien. On ne peut pas faire grand-chose contre. Quand on tweete – et je suis prudent –, c’est exact, très exact, et ça fait du “breaking news”. »

 http://s2.lemde.fr/
  •  Thomas Wieder (Berlin, correspondant)
    Correspondant en Allemagne (Berlin)

www.lemonde.fr

ΖΜΠΙΓΝΙΟΥ ΜΠΡΖΕΖΙΝΣΚΥ: προς μια παγκόσμια αναδιάταξη.

1

imagesΚαθώς η εποχή της παγκόσμιας κυριαρχίας τους τελειώνει, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να αναλάβουν ηγετικό ρόλο στην αναδιάταξη του παγκόσμιου συστήματος εξουσίας.

Πέντε βασικά δεδομένα αναφορικά με την προκύπτουσα ανακατανομή της παγκόσμιας πολιτικής ισχύος και την βίαιη πολιτική αφύπνιση της Μέσης Ανατολής σηματοδοτούν τον ερχομό μιας νέας αναδιάταξης (δυνάμεων) στον κόσμο.

Το πρώτο από αυτά τα δεδομένα είναι ότι οι ΗΠΑ είναι ακόμη η ισχυρότερη οντότητα πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά ,αλλά , λόγω των περίπλοκων γεωπολιτικών μεταβολών στις περιφερειακές ισορροπίες, δεν είναι πια η παγκόσμια αυτοκρατορική δύναμη.

Το δεύτερο δεδομένο είναι ότι η Ρωσία βιώνει την τελευταία σπασμωδική φάση της μετάβασής της από την αυτοκρατορική της εποχή.

Μια επώδυνη διαδικασία, αλλά, η Ρωσία δεν αποκλείεται, μοιραία – αν ενεργεί με σύνεση – να γίνει τελικά κορυφαίο ευρωπαϊκό έθνος-κράτος. Ωστόσο, επί του παρόντος, είναι άσκοπο να αποξενώνουμε ορισμένα από τα προηγούμενα ζητήματα που την απασχολούσαν στην ισλαμική νοτιοδυτική περιοχή της, κάποτε ,εκτεταμένης αυτοκρατορίας, όπως, η Ουκρανία, η Λευκορωσία και η Γεωργία, για να μην αναφέρουμε τα κράτη της Βαλτικής.

Το τρίτο δεδομένο είναι ότι η Κίνα αναπτύσσεται σταθερά, αν και τελευταία, πιο αργά,  ως, ενδεχομένως ισότιμη της Αμερικής και πιθανώς αντίπαλος αλλά προς το παρόν είναι προσεκτική ώστε να μην δημιουργεί μια άμεση πρόκληση για τις ΗΠΑ.

Στρατιωτικά, φαίνεται να επιδιώκει μια σημαντική ανακάλυψη σε μια νέα γενιά όπλων, ενώ υπομονετικά εξακολουθεί να ενισχύει την πολύ περιορισμένη ναυτική της δύναμη.

Το τέταρτο δεδομένο είναι ότι η Ευρώπη δεν είναι τώρα και δεν είναι πιθανό να γίνει μια παγκόσμια δύναμη. Αλλά μπορεί να παίξει έναν εποικοδομητικό ρόλο στην ανάληψη ηγετικού ρόλου σε σχέση με διεθνικές απειλές για την παγκόσμια ευημερία και ακόμα και την ανθρώπινη επιβίωση.

Επιπλέον, η Ευρώπη πολιτικά και πολιτισμικά ευθυγραμμίζεται με, και υποστηρίζει τα βασικά συμφέροντα των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και η ευρωπαϊκή σταθερότητα εντός του ΝΑΤΟ είναι απαραίτητη για μια, τελικά, εποικοδομητική επίλυση της κρίσης μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας.

Το πέμπτο δεδομένο είναι ότι η τρέχουσα βίαιη πολιτική αφύπνιση μεταξύ των μετα-αποικιακών μουσουλμάνων είναι, εν μέρει, μια καθυστερημένη αντίδραση στους καιρούς της βίαιης καταστολής τους, ως επί το πλείστον από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις. Συνδυάζει μια καθυστερημένη, αλλά βαθιά αίσθηση αδικίας με θρησκευτικά κίνητρα που ενοποιεί μεγάλο αριθμό μουσουλμάνων εναντίον του έξω κόσμου αλλά την ίδια στιγμή, λόγω των ιστορικών θρησκευτικών σχισμάτων εντός του Ισλάμ, που δεν έχουν καμία σχέση με τη Δύση, αναδύονται ιστορικά παράπονα  που προκαλούν διχασμό και στο εσωτερικό του Ισλάμ.

Στο σύνολό τους ως ένα ενιαίο πλαίσιο, αυτές οι πέντε αλήθειες μας λένε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να αναλάβουν ηγετικό ρόλο στην αναδιάταξη του παγκόσμιου συστήματος με τέτοιο τρόπο ώστε η βία που ξέσπασε στο εσωτερικό και ενίοτε πέρα από τον μουσουλμανικό κόσμο,- και στο μέλλον, ενδεχομένως, σε άλλα μέρη αυτού που συνηθίσαμε να αποκαλούμε Τρίτο κόσμο- να μπορεί να ανασχεθεί  χωρίς να καταστραφεί η παγκόσμια τάξη. Μπορούμε να σκιαγραφήσουμε αυτήν τη νέα αρχιτεκτονική με την επεξεργασία, εν συντομία, κάθε μίας από τις πέντε προηγούμενες βεβαιότητες.

Πρώτον, η Αμερική μπορεί να είναι αποτελεσματική στην αντιμετώπιση της τρέχουσας βίας στη Μέση Ανατολή αν σφυρηλατήσει μια συμμαχία που περιλαμβάνει, σε διάφορους βαθμούς, επίσης, τη Ρωσία και την Κίνα.

Για να καταστεί δυνατό μια τέτοια συμμαχία να πάρει μορφή, η Ρωσία πρέπει πρώτα να αποθαρρυνθεί από την πεποίθηση μονομερούς χρήσης βίας κατά των ίδιων των γειτόνων της-κυρίως της Ουκρανίας, της Γεωργίας, των κρατών της Βαλτικής- και η Κίνα θα πρέπει να εγκαταλείψει την ιδέα ότι η εγωιστική παθητικότητα στην αντιμετώπιση της αύξησης της περιφερειακής κρίσης στη Μέση Ανατολή θα αποδειχθεί ότι είναι πολιτικά και οικονομικά επιβράβευση των φιλοδοξιών της στην παγκόσμια αρένα. Αυτά τα κοντόφθαλμα ερεθίσματα πολιτικής πρέπει να διοχετεύονται σε πιο διορατικά οράματα.

Δεύτερον, η Ρωσία γίνεται για πρώτη φορά στην ιστορία της ένα πραγματικά εθνικό κράτος, μια εξέλιξη που είναι τόσο σημαντική όσο, γενικά, είχε αγνοηθεί.

Η τσαρική αυτοκρατορία, με τον πολυεθνικό, αλλά σε μεγάλο βαθμό πολιτικά παθητικό πληθυσμό, έφτασε στο τέλος της με τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και τη θέση της πήρε η δημιουργία των Μπολσεβίκων, μιας δήθεν εθελοντικής ένωσης των εθνικών δημοκρατιών (της ΕΣΣΔ), με την εξουσία να στηρίζεται ουσιαστικά στα ρωσικά χέρια.

Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης στα τέλη του 1991 οδήγησε στην ξαφνική εμφάνιση ενός κυρίως ρωσικού κράτους ως διαδόχου της, και στη μετατροπή των μη-ρωσικών «δημοκρατιών» της πρώην Σοβιετικής Ένωσης σε επίσημα ανεξάρτητα κράτη.

Αυτά τα κράτη έχουν τώρα εδραιώσει την ανεξαρτησία τους και τόσο η Δύση όσο και η Κίνα, σε διαφορετικές περιοχές και με διαφορετικούς τρόπους, εκμεταλλεύονται το γεγονός ότι η νέα πραγματικότητα είναι εις βάρος της Ρωσίας.

Εν τω μεταξύ, το μέλλον της Ρωσίας εξαρτάται από την ικανότητά της να γίνει ένα σημαντικό και ισχυρό έθνος-κράτος που θα είναι μέρος μιας ενοποιημένης Ευρώπης. Εάν δεν το πράξει. θα μπορούσε να έχει δραματικά αρνητικές συνέπειες για την ικανότητα της Ρωσίας να αντέξει στην αυξανόμενη εδαφο-δημογραφική πίεση από την Κίνα, η οποία,, όλο και περισσότερο τείνει, καθώς η δύναμή της μεγαλώνει, να υπενθυμίζει τις «άνισες» συμφωνίες που η Μόσχα επέβαλε στο Πεκίνο σε περασμένες εποχές.

Τρίτον, η δραματική οικονομική επιτυχία της Κίνας απαιτεί διαρκή υπομονή και την επίγνωση της χώρας ότι η πολιτική βιασύνη θα κατευθύνει προς κοινωνική φθορά

 

Η καλύτερη πολιτική προοπτική για την Κίνα στο εγγύς μέλλον είναι να γίνει κύριος εταίρος της Αμερικής στην ανάσχεση του παγκόσμιου χάους του είδους που εξαπλώνεται προς τα έξω (συμπεριλαμβανομένης της βορειοανατολικής περιοχής) από τη Μέση Ανατολή. Αν το χάος αυτό δεν ανασχεθεί, θα μολύνει τις νότιες και ανατολικές περιοχές της Ρωσίας, καθώς και τα δυτικά τμήματα της Κίνας.

Στενότερες σχέσεις μεταξύ της Κίνας και των νέων δημοκρατιών της Κεντρικής Ασίας, τα μετα-βρετανικά μουσουλμανικά κράτη στη νοτιοδυτική Ασία (κυρίως Πακιστάν) και ειδικά με το Ιράν (λόγω των στρατηγικών δεδομένων και της οικονομικής σημασίας), είναι οι φυσικοί στόχοι της κινεζικής περιφερειακής γεωπολιτικής προσέγγισης. Αλλά θα πρέπει επίσης να είναι οι στόχοι της παγκόσμιας σινο-αμερικανικής διευθέτησης.

Τέταρτον, ανεκτή σταθερότητα δεν θα επιστρέψει στη Μέση Ανατολή όσο τοπικοί, ένοπλοι στρατιωτικοί σχηματισμοί μπορεί να υπολογίσουν ότι μπορούν να είναι ταυτόχρονα οι διεκδικητές της εδαφικής αναπροσαρμογής, ενώ επιλεκτικά συνεργάζονται σε ακραία βία. Η ικανότητά τους να ενεργούν με άγριο τρόπο μπορεί να ανασχεθεί μόνο με ολοένα και πιο αποτελεσματική, αλλά και επιλεκτική πίεση που προέρχεται από μια βάση συνεργασίας των ΗΠΑ-Ρωσίας-Κίνας που, με τη σειρά της, ενισχύει τις προοπτικές για την υπεύθυνη χρήση βίας από τα πιο καθιερωμένα κράτη της περιοχής (ήτοι, το Ιράν, την Τουρκία, το Ισραήλ και την Αίγυπτο).

Τα τελευταία θα πρέπει επίσης να είναι οι αποδέκτες της πιο επιλεκτικής ευρωπαϊκής υποστήριξης. Υπό κανονικές συνθήκες, η Σαουδική Αραβία θα είναι ένας σημαντικός παίκτης στον εν λόγω κατάλογο, αλλά η τρέχουσα τάση  της Σαουδικής κυβέρνηση να εξακολουθεί να προωθεί τον Ουαχαμπιτικό φανατισμό, ακόμα και κατά τη συμμετοχή σε φιλόδοξες εγχώριες προσπάθειες εκσυγχρονισμού, εγείρει σοβαρές αμφιβολίες για την ικανότητα της Σαουδικής Αραβίας να διαδραματίσει σημαντικό περιφερειακό εποικοδομητικό ρόλο.

Πέμπτον, ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στις μη δυτικές, νέες, παγκόσμιες, πολιτικά εξεγερμένες μάζες. Οι επι μακρόν καταπιεσμένες πολιτικές μνήμες θα τροφοδοτήσουν σε μεγάλο βαθμό την ξαφνική και πολύ εκρηκτική αφύπνιση που θα ενεργοποιηθεί απο τον Ισλαμικό εξτρεμισμό στη Μέση Ανατολή, αλλά αυτό που συμβαίνει στη Μέση Ανατολή σήμερα μπορεί να είναι μόνο η αρχή ενός ευρύτερου φαινομένου που θα εμφανιστεί από την Αφρική, την Ασία , και ακόμη και μεταξύ των προ-αποικιακών λαών του δυτικού ημισφαιρίου κατά τα προσεχή έτη.

Περιοδικές σφαγές των όχι και τόσο μακρινών  προγόνων τους από τους αποίκους και τους αναζητούντες πλούτο σε μεγάλο βαθμό από τη Δυτική Ευρώπη (χώρες που σήμερα είναι, ακόμα διστακτικά, τουλάχιστον, πιο ανοιχτές σε πολυεθνική συμβίωση) είχαν σαν αποτέλεσμα εντός των τελευταίων δύο περίπου αιώνων σφαγές των λαών που αποικήθηκαν σε κλίμακα ανάλογη με τα εγκλήματα των Ναζί κατά το Β! Παγκόσμιο Πόλεμο: περιλαμβάνοντας στην κυριολεξία εκατοντάδες χιλιάδες, ακόμη  και εκατομμύρια θύματα. Η πολιτική αυτοπεποίθηση ενισχυμένη απο την καθυστερημένη οργή και τη θλίψη είναι μια ισχυρή δύναμη που βρίσκεται τώρα στην επιφάνεια, η οποία διψά για εκδίκηση, όχι μόνο στη μουσουλμανική Μέση Ανατολή, αλλά πιθανώς, και πολύ πιο πέρα.

Πολλά από τα στοιχεία δεν μπορεί να προσδιοριστούν με ακρίβεια, αλλά λαμβάνοντάς τα συλλογικά, είναι συγκλονιστικά. Μερικά μόνο παραδείγματα αρκούν. Τον 16ο αιώνα, εξαιτίας μιας ευρέως διαδεδομένης ασθένειας που έφεραν οι Ισπανοί εξερευνητές ο πληθυσμός των ιθαγενών της Αυτοκρατορίας των Αζτέκων στο σημερινό Μεξικό μειώθηκε από 25 εκατομμύρια σε περίπου ένα εκατομμύριο. Ομοίως, στη Βόρεια Αμερική, υπολογίζεται ότι το 90 τοις εκατό του γηγενούς πληθυσμού πέθανε εντός των πρώτων πέντε ετών από την επαφή με τους ευρωπαίους αποίκους, εξαιτίας, κυρίως, των ασθενειών. Κατά τον 19ο αιώνα, διάφοροι πόλεμοι και αναγκαστικές επανεγκαταστάσεις σκότωσαν επιπλέον 100.000.

Στην Ινδία από το 1857-1867, οι Βρετανοί θεωρούνται ύποπτοι για τη δολοφονία μέχρι ενός εκατομμυρίου πολιτών σε αντίποινα που απορρέουν από την Ινδική Εξέγερση του 1857.  Η Βρετανική Εταιρία Ανατολικών Ινδιών, χρησιμοποίησε τους Ινδούς γεωργούς για να αυξήσει το όπιουμ  το οποίο στη συνέχεια προώθησε στην Κίνα γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα τον πρόωρο θάνατο εκατομμυρίων  μη συμπεριλαμβανομένων των άμεσων θυμάτων που προκλήθηκαν απο τον κινεζικό Πρώτο και Δεύτερο πόλεμο του οπίου.

Στο Κονγκό, το οποίο ήταν η προσωπική περιουσία του Βέλγου βασιλιά Λεοπόλδου του ΙΙ, 10-15 εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους μεταξύ 1890 και 1910. Στο Βιετνάμ, πρόσφατες εκτιμήσεις δείχνουν ότι μεταξύ ενός και τριών εκατομμυρίων πολιτών σκοτώθηκαν από το 1955 έως το 1975. Όπως με το μουσουλμανικό κόσμο, στο Ρωσικό Καύκασο, από το 1864 και το 1867, το 90 τοις εκατό του τοπικού κιρκασιανού πληθυσμού μεταφέρθηκε δια της βίας και μεταξύ 300.000 και 1.500.000 είτε πέθαναν από την πείνα ή σκοτώθηκαν.

Μεταξύ 1916 και 1918, δεκάδες χιλιάδες μουσουλμάνοι σκοτώθηκαν όταν 300.000 τούρκοι μουσουλμάνοι αναγκάστηκαν από τις ρωσικές αρχές να προωθηθούν μέσα από τα βουνά της Κεντρικής Ασίας και στην Κίνα.

Στην Ινδονησία, μεταξύ 1835 και 1840, οι Ολλανδοί κατακτητές σκότωσαν περίπου 300.000 πολίτες.

Στην Αλγερία, μετά από 15 χρόνια εμφυλίου πολέμου από το 1830 έως το 1845, η γαλλική βαρβαρότητα, η πείνα, και η ασθένεια σκότωσαν 1,5 εκατομμύριο Αλγερινούς, σχεδόν το ήμισυ του πληθυσμού.

Στη γειτονική Λιβύη, οι Ιταλοί εξανάγκασαν τους Κυρηναίους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου υπολογίζεται ότι 80.000 έως 500.000 έχασαν τη ζωή τους μεταξύ 1927 και 1934.

Πιο πρόσφατα, στο Αφγανιστάν μεταξύ 1979 και 1989, η Σοβιετική Ένωση εκτιμάται ότι σκότωσε περίπου ένα εκατομμύριο πολίτες, δύο δεκαετίες αργότερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν σκοτώσει 26.000 αμάχους κατά τη διάρκεια 15 ετών πολέμου στο Αφγανιστάν.

Στο Ιράκ,165.000 άμαχοι έχουν σκοτωθεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους των, τα τελευταία 13 χρόνια. (Η διαφορά μεταξύ του αναφερθέντος αριθμού θανάτων που προκλήθηκαν από τους Ευρωπαίους αποικιοκράτες και του αριθμού θανάτων που προκάλεσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους, στο Ιράκ και το Αφγανιστάν μπορεί να οφείλεται εν μέρει στις τεχνολογικές προόδους που έχουν ως αποτέλεσμα την πιο παραγωγική χρήση βίας και εν μέρει, σε μια μετατόπιση του κλίματος στον πλανήτη.) Είναι συγκλονιστικό πόσο γρήγορα η Δύση ξέχασε όλες αυτές τις φρικαλεότητες.

Στο σημερινό μετααποικιακό κόσμο μια νέα ιστορική αφήγηση αναδύεται. Μια βαθιά δυσαρέσκεια εναντίον της Δύσης και της αποικιακής κληρονομιάς στις μουσουλμανικές χώρες και πέρα από αυτές που χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει την αίσθηση της στέρησης και της άρνησης της αυτο-αξιοπρέπειας. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα από την εμπειρία και τις στάσεις των αποικιακών λαών  συνοψίζεται καλά από τον ποιητή της Σενεγάλης David Diop στο «Γύπες»:

Εκείνες τις μέρες,

Όταν ο πολιτισμός μας κλώτσησε στο πρόσωπο

Οι γύπες έχτισαν στη σκιά του τα νύχια τους

Το αίμα έβαψε το μνημείο της κηδεμονίας …

Λαμβάνοντας υπόψη όλα αυτά, ένας μακρύς και επίπονος δρόμος προς μια, αρχικά περιορισμένη περιφερειακή διευθέτηση, είναι η μόνη βιώσιμη επιλογή για τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Ρωσία, την Κίνα και τις σχετικές οντότητες της Μέσης Ανατολής.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, θα απαιτήσει υπομονή, επιμονή στη σφυρηλάτηση σχέσεων συνεργασίας με ορισμένους νέους συνεργάτες (κυρίως τη Ρωσία και την Κίνα), καθώς και κοινές προσπάθειες με πιο καθιερωμένα και ιστορικά ριζωμένα μουσουλμανικά κράτη (Τουρκία, Ιράν, Αίγυπτος και Σαουδική Αραβία εάν, η τελευταία, μπορεί να αποσυνδέσει την εξωτερική της πολιτική από τον Ουαχαμπιτικό εξτρεμισμό) στη διαμόρφωση ενός ευρύτερου πλαισίου περιφερειακής σταθερότητας. Οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί μας, που προηγουμένως κυριαρχούσαν στην περιοχή, μπορεί να εξακολουθήσουν να είναι χρήσιμοι εν προκειμένω.

Μια συνολική αποχώρηση των ΗΠΑ από τον μουσουλμανικό κόσμο που ενθαρρύνεται από τους εγχώριους απομονωτιστές, θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέους πολέμους (για παράδειγμα, το Ισραήλ εναντίον του Ιράν, τη Σαουδική Αραβία εναντίον του Ιράν, μια μεγάλη αιγυπτιακή επέμβαση στη Λιβύη) και θα δημιουργήσει μια ακόμα βαθύτερη κρίση εμπιστοσύνης για τον παγκόσμιο σταθεροποιητικό ρόλο της Αμερικής. Με διαφορετικούς αλλά δραματικά απρόβλεπτους τρόπους, η Ρωσία και η Κίνα θα μπορούσε να είναι οι γεωπολιτικά ωφελημένες μιας τέτοιας εξέλιξης, καθώς η παγκόσμια τάξη γίνεται το πιο άμεσο γεωπολιτικό θύμα.

Τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, υπό τις συνθήκες αυτές μια διαιρεμένη και φοβισμένη Ευρώπη θα δει τα σημερινά κράτη μέλη της να ψάχνουν για πάτρονες και να ανταγωνίζονται μεταξύ τους σε εναλλακτικές, αλλά χωριστές ρυθμίσεις ανάμεσα στα πιο ισχυρά trio (σς.στις πιο ισχυρές τρείς δυνάμεις).

Μια εποικοδομητική πολιτική των ΗΠΑ πρέπει να καθοδηγείται υπομονετικά από ένα μακροπρόθεσμο όραμα. Θα πρέπει να επιδιώξει αποτελέσματα που προωθούν τη σταδιακή συνειδητοποίηση της Ρωσίας, (πιθανώς μετα τον Πούτιν) ότι η μόνη θέση της ως μιας ισχυρής παγκόσμιας δύναμης είναι τελικά στην Ευρώπη.

Ο αυξανόμενος ρόλος της Κίνας στη Μέση Ανατολή θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την αμοιβαία αμερικανική και κινεζική συνειδητοποίηση ότι μια αυξανόμενη συνεργασία USA-PRC για την αντιμετώπιση της κρίσης στη Μέση Ανατολή είναι μια ιστορικά σημαντική δοκιμασία για την ικανότητά τους να διαμορφώνουν και να ενισχύουν από κοινού την ευρύτερη παγκόσμια σταθερότητα.

Η εναλλακτική λύση για ένα εποικοδομητικό όραμα, και κυρίως η αναζήτηση ενός μονόπλευρου στρατιωτικά και ιδεολογικά επιβαλλόμενου αποτελέσματος, μπορεί να οδηγήσει μόνο σε παρατεταμένη και αυτοκαταστροφική ματαιότητα.

Για την Αμερική,  θα μπορούσε να συνεπάγεται διαρκή σύγκρουση, κόπωση, και θεωρητικά ακόμη και μια αποθαρρυντική απόσυρση στον προ του 20ου αιώνα απομονωτισμό.

Για τη Ρωσία, θα μπορούσε να σημαίνει μεγάλη ήττα, αυξάνοντας την πιθανότητα της υποταγής με κάποιο τρόπο στην κινεζική κυριαρχία.

Για την Κίνα, θα μπορούσε να προμηνύει πόλεμο όχι μόνο με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά επίσης, ίσως ξεχωριστά, είτε με την Ιαπωνία είτε με την Ινδία ή και με τις δύο. Και, εν πάση περιπτώσει, μια παρατεταμένη φάση εθνοτικών, οιονεί θρησκευτικών πολέμων που επιδιώκονται μέσω της Μέσης Ανατολής με φαρισαϊκό φανατισμό θα δημιουργήσει κλιμάκωση της αιματοχυσίας μέσα και έξω από την περιοχή, και αυξανόμενη σκληρότητα παντού.

Γεγονός είναι ότι ουδέποτε υπήρξε μια πραγματικά «κυρίαρχη» παγκόσμια δύναμη μέχρι την εμφάνιση της Αμερικής στην διεθνή σκηνή. Η αυτοκρατορική Μεγάλη Βρετανία έφτασε κοντά στο να γίνει, αλλά ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος και αργότερα ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος όχι μόνο τη χρεοκόπησαν αλλά ώθησαν στην εμφάνιση των αντίπαλων περιφερειακών δυνάμεων.

Η αποφασιστική νέα παγκόσμια πραγματικότητα ήταν η εμφάνιση στην παγκόσμια σκηνή της Αμερικής ως ταυτόχρονα του πλουσιότερου και του στρατιωτικά ισχυρότερου παίκτη.

Κατά το τελευταίο τμήμα του 20ού αιώνα καμιά άλλη δύναμη δεν την πλησίασε καν. Η εποχή αυτή τώρα τελειώνει . 

Ενώ κανένα κράτος δεν είναι πιθανό στο εγγύς μέλλον να φθάσει την οικονομική υπεροχή της Αμερικής, νέα οπλικά συστήματα θα μπορούσαν ξαφνικά να αποκτήσουν ορισμένες χώρες, μέσα για να αυτοκτονήσουν σε μια προσπάθεια οφθαλμόν αντί οφθαλμού με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ή ακόμα και να επικρατήσουν. Χωρίς να υπεισέλθουμε σε λεπτομέρεια, η ξαφνική απόκτηση από κάποιο κράτος της ικανότητας να καταστήσει την Αμερική στρατιωτικά κατώτερη θα σημάνει το τέλος του παγκόσμιου ρόλου της Αμερικής. Το αποτέλεσμα θα ήταν πιθανότατα παγκόσμιο χάος.

Και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο επιβάλλεται στις Ηνωμένες Πολιτείες να διαμορφώσουν μια πολιτική κατά την οποία τουλάχιστον ένα από τα δύο δυνητικά απειλητικά κράτη γίνεται συνεργάτης στην προσπάθεια για την περιφερειακή και, στη συνέχεια, την ευρύτερη παγκόσμια σταθερότητα, και έτσι να ανασχέσει τον λιγότερο προβλέψιμο, αλλά ενδεχομένως τον πιο πιθανό αντίπαλο να τεντώσει το σκοινί.

Επί του παρόντος, το πιθανότερο είναι να τεντώσει το σκοινί η Ρωσία αλλά μακροπρόθεσμα, θα μπορούσε να είναι η Κίνα. Επειδή τα επόμενα είκοσι χρόνια μπορεί να είναι η τελευταία φάση από τις πιο παραδοσιακές και γνωστές πολιτικές διευθετήσεις, με τις οποίες έχουμε μεγαλώσει, η απάντηση πρέπει να διαμορφωθεί τώρα.

Κατά το υπόλοιπο αυτού του αιώνα, η ανθρωπότητα θα πρέπει επίσης να είναι όλο και περισσότερο απασχολημένη με την επιβίωση ως τέτοια λόγω της συμβολής των περιβαλλοντικών προκλήσεων. Αυτές οι προκλήσεις μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο υπεύθυνα και αποτελεσματικά σε ένα περιβάλλον αυξημένης διεθνούς συνεννόησης. Και αυτή η συνεννόηση πρέπει να βασίζεται σε ένα στρατηγικό όραμα που αναγνωρίζει την επείγουσα ανάγκη για ένα νέο γεωπολιτικό πλαίσιο.

* Ο συγγραφέας αναγνωρίζει τη χρήσιμη συμβολή στην έρευνα του βοηθού Paul Wasserman, και των υποτρόφων για το θέμα της αποικιακής κτηνωδίας  Adam Hochschild, Richard Pierce, William Polk, καθώς και το Watson Institute στο Πανεπιστήμιο Brown, μεταξύ άλλων.

Ο Zbigniew Brzezinski είναι σύμβουλος στο Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών και ήταν Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας του προέδρου Τζίμι Κάρτερ 1977 – 81. Είναι ο συγγραφέας, του πρόσφατα εκδοθέντος βιβλίου Strategic Vision: America and the Crisis of Global Power.

Toward a Global Realignment

Τουρκικό βέτο οδήγησε σε αδιέξοδο

0

cypriot1-thumb-largeΝΙΚΟΣ ΣΤΕΛΓΙΑΣ

ΓΕΝΕΥΗ – ΑΠΟΣΤΟΛΗ. Την Πέμπτη, στη Γενεύη, για πρώτη φορά ύστερα από πολλές δεκαετίες, Ελλάδα, Τουρκία και Βρετανία, με την ιδιότητα των εγγυητριών δυνάμεων, έθεσαν επί τάπητος το μέλλον του συστήματος των εγγυήσεων και ασφάλειας στην Κύπρο. Ολη η συζήτηση επικεντρώθηκε στο μέλλον της παρουσίας των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων στην επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το τελικό αποτέλεσμα της διάσκεψης έκρινε το βέτο της Αγκυρας στην ελληνική πρόταση περί άμεσης κατάργησης του συστήματος των εγγυήσεων. Οπως πληροφορείται η «Κ» από πηγές στην Αγκυρα, με εντολή της τουρκικής προεδρίας και της πρωθυπουργίας, ο Μεβλούτ Τσαβούσογλου απέκλεισε το ενδεχόμενο της τελικής απομάκρυνσης των τουρκικών στρατευμάτων από την Κύπρο μετά την ενδεχόμενη επίλυση του Κυπριακού. Η εν λόγω επιμονή της Τουρκίας οδήγησε τη διάσκεψη σε αδιέξοδο.

Τελικά, με την παρέμβαση του ΟΗΕ και των άλλων παραγόντων, οι εμπλεκόμενες πλευρές αποφάσισαν να συνεχίσουν τις διαπραγματεύσεις σε τεχνικό επίπεδο, με την πρώτη συνάντηση των συνεργατών των υπουργών Εξωτερικών των εγγυητριών δυνάμεων να πραγματοποιείται στις 18 Ιανουαρίου. Υστερα από αυτή τη συνάντηση, οι υπουργοί Εξωτερικών θα έχουν ένα νέο ραντεβού. Εφόσον επιτευχθεί πρόοδος σε αυτή τη συνάντηση, οι υπουργοί θα καλέσουν στη διάσκεψη τους πρωθυπουργούς για την οριστικοποίηση της φόρμουλας για το ζήτημα της ασφάλειας.

Η απάντηση σε Αναστασιάδη

Η διάσκεψη της Γενεύης έδειξε ότι, στην παρούσα φάση των κρίσιμων εξελίξεων στο εσωτερικό και στο εξωτερικό πεδίο, η Αγκυρα επιμένει στις πάγιες θέσεις και διεκδικήσεις της στο κυπριακό ζήτημα. Υπό την πίεση των νέων δεδομένων στο πολιτικό σκηνικό της χώρας και στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, τουλάχιστον μέχρι να ξεκαθαρίσει το τοπίο στην αμερικανική εξωτερική πολιτική μετά την έναρξη της θητείας του Ντόναλντ Τραμπ, η Τουρκία επιλέγει τον δρόμο της «σιγουριάς», δηλαδή των γνωστών θέσεων που διατηρούν σε κατάσταση στασιμότητας την Κύπρο για τα τελευταία 42 χρόνια.

Πληροφορίες της «Κ» από καλά ενημερωμένες πηγές στην τουρκική πρωτεύουσα δείχνουν ότι στην παρούσα φάση των συνομιλιών και μετά το αδιέξοδο στη διάσκεψη της Γενεύης, η τουρκική πλευρά εστιάζει σε τέσσερα σημαντικά πεδία:

• Στην ελληνοτουρκική ισορροπία ισχύος από τα βάθη της Ανατολικής Μεσογείου, δηλαδή από τα παράλια της Κύπρου μέχρι το Αιγαίο.
• Στον περιορισμό των ελληνοκυπριακών διεκδικήσεων στο πεδίο του εδαφικού.
• Στην εξασφάλιση της πολιτικής ισότητας των Τουρκοκυπρίων στον νέο συνεταιρισμό.
• Στην εξασφάλιση της παρουσίας των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, ως μέσον άσκησης «hard power», σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο, με επίκεντρο την Κύπρο.

Σε ό,τι αφορά το πρώτο πεδίο, από τη σκοπιά της Αγκυρας, η επίλυση του Κυπριακού, εκτός από τα διάφορα πεδία της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, της διπλωματίας και της ενέργειας, αφορά το μέλλον της ελληνοτουρκικής ισορροπίας ισχύος που εγκαινιάστηκε στην περιοχή πριν από περίπου έναν αιώνα. Μέσα στο πλαίσιο της προαναφερόμενης «ανάγνωσης», η Αγκυρα προσεγγίζει στρατηγικά τις συνομιλίες για την επίλυση του Κυπριακού και επιλέγει να περιορίσει τις «διεκδικήσεις» των Αθηνών και της ελληνοκυπριακής πλευράς, με το σκεπτικό-καχυποψία ότι «ο απώτερος στόχος της ελληνικής πλευράς είναι η ελαχιστοποίηση της τουρκικής επιρροής στην Ανατ. Μεσόγειο και ο εγκλωβισμός της Τουρκίας στα παράλια της Μεσογείου και της Μικρής Ασίας».

Στρατηγική

Προσεγγίζοντας πολυδιάστατα και στρατηγικά το Κυπριακό, μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο των ισορροπιών της περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου, η Αγκυρα επιλέγει να αποδώσει ιδιαίτερη σημασία στις διάφορες πτυχές του Κυπριακού και κυρίως στο κεφάλαιο του εδαφικού. Σε αυτό το πεδίο το «μότο» της τ/κ πλευράς είναι το εξής: «Σημασία δεν φέρουν μονάχα τα ποσοστά αλλά και η ποιότητα των εδαφών που θα επιστραφούν στους Ελληνοκυπρίους».

Υπό το πλαίσιο της προαναφερόμενης λογικής, η τουρκική πλευρά αποκλείει την επιστροφή της Μόρφου, περιοχών της ακτογραμμής του βόρειου κομματιού του νησιού και εκφράζει προβληματισμό για το μέλλον της Καρπασίας. Η τουρκική πλευρά αντιπροτείνει στην ε/κ πλευρά τη μεγιστοποίηση των κερδών της στο εδαφικό με την εξασφάλιση περιοχών και εδαφών στην παραμεθόριο περιοχή, στις βρετανικές βάσεις, στο Βαρώσι και σε περιοχές όπου η τ/κ πλευρά δεν έχει πραγματοποιήσει σημαντικές οικονομικές επενδύσεις και δεν διατηρεί σημαντικούς πληθυσμούς.

Επίσης, η πτυχή της ασφάλειας αφορά δύο σημαντικά πεδία, στα οποία η Αγκυρα αποδίδει ιδιαίτερη σημασία. Πρώτον, από την οπτική γωνία της Τουρκίας, η ασφάλεια των Τουρκοκυπρίων είναι ύψιστης σημασίας. Δεύτερον, η παραμονή του τουρκικού στρατού στην Κύπρο διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο για τα μελλοντικά σχέδια της Τουρκίας στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

Και η «κόκκινη γραμμή» των Τουρκοκυπρίων

Σε ό,τι αφορά την επιμονή της τουρκικής πλευράς για την κατοχύρωση της πολιτικής ισότητας των Τουρκοκυπρίων, θα πρέπει να σημειωθεί ότι στη διάσκεψη της Γενεύης η τουρκοκυπριακή ηγεσία συμμετείχε με μια «κόκκινη γραμμή» στο πεδίο της διακυβέρνησης. Η ηγεσία του κ. Ακιντζί επιμένει για την κατοχύρωση της αρχής της εκ περιτροπής προεδρίας και της πολιτικής ισότητας σε όλα τα επίπεδα της ομοσπονδίας. «Δεν πρόκειται για ένα καπρίτσιο του Ακιντζί ή της Αγκυρας. Πρόκειται για μια πολύ σημαντική αρχή», επισημαίνει, αναφερόμενη στην εκ περιτροπής προεδρία καλά ενημερωμένη τουρκοκυπριακή πηγή, η οποία προσθέτει τα εξής: «Η προεδρία ενός Τουρκοκυπρίου στην Κύπρο θα εξασφαλίσει σε συμβολικό επίπεδο την ελληνοτουρκική ισότητα στο νησί και στην περιοχή. Με άλλα λόγια, θα σφραγίσει την ελληνοτουρκική ισορροπία στην ευρύτερη περιοχή. Την ίδια στιγμή, θα ενισχύσει τα δεσμά των Τουρκοκυπρίων με το νέο, ομόσπονδο κράτος. Οι Τουρκοκύπριοι θα είναι σε θέση να πουν ότι “αυτό το κράτος είναι και δικό μου”. Η λύση του Κυπριακού εξαρτάται από αυτή την αρχή».

“Καθημερινή”

Γόρδιος δεσμός το Κυπριακό και μετά τη Γενεύη

0

gordiosΣταύρος Λυγερός

Η τουρκική πλευρά δεν έδειξε καμία πρόθεση ευελιξίας στην Ελβετία. Αυτό επιβεβαιώθηκε και μετά τον τερματι  σμό των εργασιών, όταν επιχείρησε να επιρρίψει ευθύνες στην ελληνική πλευρά
Στο δείπνο της 1ης Δεκεμβρίου ο απεσταλμένος της Γραμματείας του ΟΗΕ Εσπεν Μπαρθ Εϊντε και οι ηγέτες των δύο κοινοτήτων Νίκος Αναστασιάδης και Μουσταφά Ακιντζί συμφώνησαν στη σύγκληση διάσκεψης για τη συζήτηση της λεγόμενης εξωτερικής πτυχής του Κυπριακού (εγγυήσεις, κατοχικά στρατεύματα και ασφάλεια).
Κι αυτό παρότι παρέμεναν πολλές διαφωνίες σε όλα σχεδόν τα ζητήματα της εσωτερικής πτυχής (εδαφικό, διακυβέρνηση, περιουσιακό κ.λπ.), η επίλυση των οποίων είχε τεθεί από τους ίδιους ως προϋπόθεση για να συγκληθεί η διάσκεψη.
Τα όσα συμφωνήθηκαν σε εκείνο το δείπνο ήταν το αποτέλεσμα των παρασκηνιακών πιέσεων που άσκησε η Αμερικανίδα βοηθός υπουργός Εξωτερικών Βικτόρια Νούλαντ. Μετά το ναυάγιο των διακοινοτικών διαπραγματεύσεων στο Μοντ Πελεράν τον Νοέμβριο, η διπλωματική δυναμική για μία λύση τύπου Ανάν ανακόπηκε. Για να την κρατήσει ζωντανή, η Β. Νούλαντ προσπάθησε να εκβιάσει μία συμφωνία-πλαίσιο η οποία να δημιουργεί κάποιας μορφής πολιτικό τετελεσμένο στο Κυπριακό πριν από την αλλαγή φρουράς στον Λευκό Οίκο.
Ο Νίκος Αναστασιάδης συνέπραξε, σπάζοντας την κοινή γραμμή που είχε συμφωνήσει με τους Αλέξη Τσίπρα και Νικό Κοτζιά. Μη επιθυμώντας να προκαλέσει ρήξη με τη Λευκωσία, η Αθήνα «κατάπιε» το τετελεσμένο. Προσήλθε στη διάσκεψη, η σύγκληση της οποίας είναι από μόνη της ένα διπλωματικό δώρο προς την τουρκική πλευρά.
Υπενθυμίζουμε ότι Αθήνα και Λευκωσία απέρριπταν κατηγορηματικά τη σύγκληση πενταμερούς διάσκεψης (οι δύο κοινότητες και οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις) επειδή ως όργανο και διαδικασία κατά κάποιον τρόπο νομιμοποιεί την τουρκική θέση ότι η Κυπριακή Δημοκρατία έχει εκλείψει. Στην καλύτερη περίπτωση εξισώνει τον πρόεδρο ενός διεθνώς αναγνωρισμένου κράτους με τον ηγέτη μιας κοινότητας.
Ο ισχυρισμός του Αναστασιάδη ότι συμμετείχε με διπλή ιδιότητα, και ως πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας και ως ηγέτης της ελληνοκυπριακής κοινότητας, είναι προφάσεις εν αμαρτίαις. Το γεγονός ότι για να παρακάμψει το ζήτημα ο Εσπεν Μπαρθ Εϊντε στα καρτελάκια γράφτηκε μόνο το όνομα και όχι και η ιδιότητα των συμμετεχόντων (εκτός του γενικού γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών) δεν αλλάζει τα πράγματα. Η πενταμερής καθιερώθηκε και είναι δεδομένο ότι θα τη βρούμε μπροστά μας.
Η Ε.Ε. συμμετείχε σε ανώτατο επίπεδο (με τον Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ και την αρμόδια για θέματα εξωτερικής πολιτικής Φεντερίκα Μογκερίνι), αλλά με την ιδιότητα του παρατηρητή. Με περισσή επιπολαιότητα, οι Ευρωπαίοι έχουν την τάση να αντιμετωπίζουν το Κυπριακό σαν ένα πρόβλημα που ουσιαστικά δεν τους αφορά.
Οπως αναμενόταν, οι διακοινοτικές διαπραγματεύσεις στη Γενεύη πριν από τη διάσκεψη δεν γεφύρωσαν το χάσμα που υπάρχει σχεδόν σε όλα τα ζητήματα της εσωτερικής πτυχής. Το μόνο καινούριο ήταν η κατάθεση χαρτών εκ μέρους των δύο πλευρών. Η ελληνοκυπριακή προτείνει 28,2% του εδάφους της Κύπρου να ανήκει στο τουρκοκυπριακό συνιστών κρατίδιο, ενώ η τουρκοκυπριακή ανεβάζει το ποσοστό στο 29,2%. Η διαφορά στα ποσοστά είναι μικρή, αλλά επί της ουσίας είναι μεγάλη. Είναι άλλο να επιστρέφονται στους Ελληνοκυπρίους παραθαλάσσιες περιοχές και αστικά κέντρα όπως η Μόρφου, και άλλο να επιστρέφονται ορεινοί όγκοι. Από το ποιες περιοχές θα επιστραφούν θα εξαρτηθεί και ο αριθμός των Ελληνοκυπρίων που θα επιστρέψουν στις εστίες τους. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Ν. Αναστασιάδης δεν αποδέχθηκε τον χάρτη του Μουσταφά Ακιντζί.

Οι χάρτες
Οπως αναμενόταν, επίσης, στη διάσκεψη της 12ης Ιανουαρίου δεν γεφυρώθηκε ούτε το χάσμα για την εξωτερική πτυχή. Ο Ελληνας υπουργός Εξωτερικών επέμεινε στη θέση για κατάργηση των εγγυήσεων και αποχώρηση (σε συνεχή ροή και με καταληκτική ημερομηνία) των τουρκικών στρατευμάτων. Πιεζόμενος και από την ελληνοκυπριακή αντιπολίτευση, στην ίδια γραμμή κινήθηκε και ο Ν. Αναστασιάδης. Τόσο ο κ. Εϊντε όσο και ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Μπόρις Τζόνσον επιχείρησαν με διπλωματικές φόρμουλες να εξασφαλίσουν την παραμονή των τουρκικών στρατευμάτων, αλλά η προσπάθειά τους προσέκρουσε στην ελληνική άρνηση.

Ερντογάν: Για πάντα στην Κύπρο
Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου δεν έδειξε καμία πρόθεση ευελιξίας. Αυτό επιβεβαιώθηκε και μετά τον τερματισμό των εργασιών, όταν επιχείρησε να επιρρίψει ευθύνες στην ελληνική πλευρά. Ο δε Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ξεκαθάρισε με δηλώσεις του ότι η Τουρκία θα μείνει για πάντα στην Κύπρο και ότι η Αγκυρα δεν δέχεται καμία συμφωνία που δεν θα περιλαμβάνει τουρκικές εγγυήσεις. Ξεκαθάρισε, επίσης, τη θέση του για κρίσιμα ζητήματα της εσωτερικής πτυχής, για τα οποία υποτίθεται ότι αρμόδιος είναι ο Μ. Ακιντζί.
Ακόμα και για το άνοιγμα του περιφραγμένου και ακατοίκητου από το 1974 τμήματος της Αμμοχώστου, ο Ερντογάν ζήτησε εδαφικό αντάλλαγμα για να ενωθεί ο τουρκοκυπριακός θύλακος των Κόκκινων με την υπόλοιπη περιοχή της Μόρφου, την οποία αρνείται να επιστρέψει. Απέρριψε επίσης την ελληνοκυπριακή πρόταση η Καρπασία να υπαχθεί σε ειδικό καθεστώς. Επιπλέον, όχι μόνο απαίτησε εκ περιτροπής προεδρία, αλλά και ζήτησε η αναλογία να είναι δύο θητείες Ελληνοκύπριος και μία Τουρκοκύπριος πρόεδρος, απορρίπτοντας την αναλογία 4:1.
Οπως προκύπτει από τα ανωτέρω, η επιχείρηση να εκβιαστεί μία συμφωνία-πλαίσιο για να δημιουργηθεί τετελεσμένο έπεσε στο κενό. Κεντρικό ρόλο γι’ αυτό έπαιξε ο Ν. Κοτζιάς. Από το 2015 είχε εγγράψει στην ατζέντα του Κυπριακού τη θέση της Αθήνας ότι δεν θα συμμετάσχει σε μια νέα συνθήκη εγγυήσεων, ότι δεν αναγνωρίζει τουρκικό επεμβατικό δικαίωμα και ότι δεν πρόκειται να αποδεχτεί λύση χωρίς την πλήρη αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων.
Για μεγάλο διάστημα και συνηθισμένοι από τις υπαναχωρήσεις του Ν. Αναστασιάδη, οι εμπλεκόμενοι διεθνείς παίκτες θεώρησαν τη θέση Κοτζιά ρητορική, χωρίς αντίκρισμα. Για την ακρίβεια, θεώρησαν ότι στη διαδρομή θα χανόταν με τη βοήθεια κάποιας διπλωματικής φόρμουλας για να διασωθούν τα προσχήματα. Οταν, όμως, οι διαπραγματεύσεις εισήλθαν στην τελική ευθεία, διαπίστωσαν ότι η Αθήνα εννοούσε αυτό που έλεγε.

Επιθέσεις σε Κοτζιά
Ηταν τότε που η αμερικανική διπλωματία επιχείρησε να πείσει τον Αλ. Τσίπρα να παρακάμψει τον υπουργό Εξωτερικών. Από δίπλα και οι «ανανικοί» κύκλοι σε Κύπρο και Ελλάδα, οι οποίοι έσπευσαν να τον στοχοποιήσουν κατηγορώντας τον ότι επιχειρεί να τορπιλίσει τη λύση. Σ’ αυτό το παιχνίδι συνέπραξαν και κύκλοι του ΣΥΡΙΖΑ, μη εξαιρουμένων και κυβερνητικών στελεχών.
Στη Γενεύη ο πρόεδρος της Κύπρου διέψευσε ότι υπήρξε πρόβλημα στη συνεργασία του με τον Ν. Κοτζιά. Είναι κοινό μυστικό, όμως, ότι όχι μόνο τον κατηγορούσε, αλλά και ότι οι επιθέσεις εναντίον του ενορχηστρώνονταν από το Προεδρικό της Λευκωσίας. Επιθέσεις που συνεχίστηκαν και αυτές τις ημέρες, υποχρεώνοντας τον Ελληνα υπουργό Εξωτερικών στη Γενεύη να ζητήσει εκνευρισμένος από τον Κύπριο πρόεδρο να «μαζέψει» τους δράστες.

Τα επόμενα βήματα
Διαβλέποντας το χάσμα που χωρίζει τις δύο πλευρές όχι μόνο στην εξωτερική, αλλά και στην εσωτερική πτυχή, ο Ν. Κοτζιάς φρόντισε εγκαίρως να αποτρέψει τον διπλωματικό εκβιασμό «ή τώρα ή ποτέ». Καλλιέργησε τη λογική μιας διαπραγματευτικής διαδικασίας ανοιχτού ορίζοντα (open ended), όπου η αδυναμία γεφύρωσης του χάσματος δεν οδηγεί αυτόματα σε ναυάγιο και κατ’ επέκταση σε παιχνίδι επίρριψης ευθυνών (blame game). Στο πλαίσιο αυτό, στη Γενεύη αποφασίστηκε τις επόμενες ημέρες οι Αναστασιάδης και Ακιντζί να διαπραγματευτούν με σκοπό τη γεφύρωση των διαφωνιών τους για τα ζητήματα της εσωτερικής πτυχής. Παραλλήλως, από τις 18 Ιανουαρίου εμπειρογνώμονες και από τις δύο κοινότητες και τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις θα καταγράψουν τις εκατέρωθεν θέσεις για την εξωτερική πτυχή και θα θέσουν ερωτήματα.
Οταν ολοκληρωθεί η εργασία τους, η διάσκεψη θα συνεχιστεί με την ίδια σύνθεση. Εάν προκύψει πρόοδος και οι δύο πλευρές βρεθούν σε απόσταση συμφωνίας, πιθανότατα οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις θα αναβαθμίσουν τη συμμετοχή τους από το επίπεδο των υπουργών Εξωτερικών στο επίπεδο των ηγετών. Το ενδεχόμενο να προκύψει και τότε συμφωνία συγκεντρώνει αμελητέες πιθανότητες.
Η Αθήνα εννοεί αυτά που λέει για τις εγγυήσεις. Αντί γι’ αυτές προτείνει ένα σύμφωνο φιλίας και συνεργασίας ανάμεσα στην Ελλάδα, στην Τουρκία και τη μελλοντική ομοσπονδιακή Κύπρο, καθώς και την παρουσία μιας διεθνούς αστυνομικής δύναμης στη Μεγαλόνησο. Επίσης, προτείνει ο ΟΑΣΕ να καταγράψει άμεσα με εμπειρογνώμονες τα στρατεύματα που βρίσκονται στη Μεγαλόνησο και τον οπλισμό τους.
Οπως προαναφέραμε, όμως, η Αγκυρα αποκλείει λύση χωρίς τουρκικές εγγυήσεις και τουρκικά στρατεύματα. Παραμένει στις διαπραγματεύσεις για να μη χρεωθεί το κόστος του ναυαγίου. Δεν επιθυμεί, όμως, παράτασή τους επειδή θεωρεί ότι η ανάδειξη του ζητήματος των εγγυήσεων και των τουρκικών στρατευμάτων σε κεντρικό ζήτημα των διαπραγματεύσεων τη φέρνει σε μειονεκτική θέση. Στο ζήτημα των εγγυήσεων και των τουρκικών στρατευμάτων το χάσμα δεν υπάρχει μόνο στο επίπεδο των πολιτικών ηγεσιών. Σύμφωνα με τελευταία δημοσκόπηση, περίπου το 90% των Ελληνοκυπρίων απορρίπτει λύση με τουρκικές εγγυήσεις και παραμονή τουρκικών στρατευμάτων. Αντιστοίχως, σχεδόν το 70% των Τουρκοκυπρίων και των εποίκων θέλει τουρκικές εγγυήσεις και παραμονή των τουρκικών στρατευμάτων, ενώ το 51% υποστηρίζει και την παραχώρηση στην Τουρκία κυρίαρχης στρατιωτικής βάσης στη βόρεια Κύπρο, κατά το πρότυπο των βρετανικών βάσεων. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνουν αυτό που διαπιστώνει κανείς και εμπειρικά. Παρά τις πρωτοβουλίες και τις πλουσιοπάροχες χορηγίες για εκδηλώσεις επαναπροσέγγισης των δύο κοινοτήτων, αυτές φαίνεται κατά πλειοψηφία να μην ανταποκρίνονται. Το γεγονός αυτό εκ των πραγμάτων εγείρει εμπόδια στις διαπραγματεύσεις για λύση τύπου Ανάν. Το 76% που ψήφισε «όχι» στο δημοψήφισμα του 2004 εξέφρασε τη βαθιά ανασφάλεια που προκαλούν στους Ελληνοκυπρίους η στρατιωτική παρουσία της Τουρκίας και οι εγγυήσεις της. Οπως έδειξε η εισβολή του 1974, άλλωστε, στην κρίσιμη στιγμή οι εγγυήσεις μπορούν να ερμηνευτούν από την ίδια σαν επεμβατικό δικαίωμα.

Το δημοψήφισμα
Πάντως, ακόμα και στην όχι ορατή περίπτωση που ο Ερντογάν θα ήθελε να προβεί σε κάποια υποχώρηση, αυτή την περίοδο αποκλείεται. Στην τουρκική πολιτική σκηνή κυριαρχεί η συνταγματική αναθεώρηση για τη μετατροπή του πολιτεύματος από προεδρευομένη σε προεδρική δημοκρατία, που τελικώς θα κριθεί σε δημοψήφισμα τον Απρίλιο. Για να αναδειχθεί σε αιρετό μονάρχη ο Ερντογάν έχει ανάγκη -και έχει εξασφαλίσει- την κοινοβουλευτική υποστήριξη του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης. Οι «Γκρίζοι Λύκοι» θα την απέσυραν και θα στρέφονταν εναντίον του εάν έκανε και το παραμικρό βήμα πίσω. Υπενθυμίζουμε ότι απολύτως αδιάλλακτες θέσεις στο Κυπριακό έχει και η κεμαλική αντιπολίτευση, η οποία προκαταβολικά κατηγορεί τον Τούρκο πρόεδρο ότι προετοιμάζει υποχωρήσεις! Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, λοιπόν, αποκλείεται να υπάρξει διαφοροποίηση της τουρκικής θέσης και ως εκ τούτου εποικοδομητική διαπραγμάτευση. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η διάσκεψη εκ των πραγμάτων θα περιέλθει σε αδιέξοδο, έστω και αν η Γραμματεία του ΟΗΕ αποφύγει να χρησιμοποιήσει αυτό τον όρο για να διατηρήσει ζωντανή τουλάχιστον τη διαδικασία των διακοινοτικών συνομιλιών.
Πρώτο Θέμα

A Practical Vision of a More Equal Society  

0

 inequalityThomas Piketty 

Toward a New Radical Reformism

Anthony Atkinson occupies a unique place among economists. During the past half-century, in defiance of prevailing trends, he managed to place the question of inequality at the center of his work while demonstrating that economics is first and foremost a social and moral science. In his new book, Inequality: What Can Be Done?—more personal than his previous ones and wholly focused on a plan of action—he provides us with the broad outlines of a new radical reformism.

There’s something reminiscent of the progressive British social reformer William Beveridge in Atkinson’s reformism, and the reader ought to enjoy his way of presenting his ideas. The legendarily cautious English scholar reveals a more human side, plunges into controversy, and sets forth a list of concrete, innovative, and persuasive proposals meant to show that alternatives still exist, that the battle for social progress and equality must reclaim its legitimacy, here and now. He proposes universal family benefits financed by a return to progressive taxation—together, they are intended to reduce British inequality and poverty from American levels to European ones.

He also argues for guaranteed public-sector jobs at a minimum wage for the unemployed, and democratization of access to property ownership via an innovative national savings system, with guaranteed returns for the depositors. There will be inheritance for all, achieved by a capital endowment at age eighteen, financed by a more robust estate tax; an end to the English poll tax—a flat-rate tax for local governments—and the effective abandonment of Thatcherism. The effect is exhilarating. Witty, elegant, profound, this book should be read: it brings us the finest blend of what political economy and British progressivism have to offer.

 To fully appreciate this book and its proposals, we should first place it in the larger setting of Atkinson’s career, for he has mainly produced the work of an infinitely cautious and rigorous scholar. Between 1966 and 2015, Atkinson published fifty or so books and more than 350 scholarly articles. They have brought about a profound transformation in the broader field of international studies of the distribution of wealth, inequality, and poverty. Since the 1970s, he has also written major theoretical papers, devoted in particular to the theory of optimal taxation, and these contributions alone would justify several Nobel Prizes. But Atkinson’s most important and profound work has to do with the historical and empirical analysis of inequality, carried out with respect to theoretical models that he deploys with impeccable mastery and utilizes with caution and moderation. With his distinctive approach, at once historical, empirical, and theoretical; with his extreme rigor and his unquestioned probity; with his ethical reconciliation of his roles as researcher in the social sciences and citizen of, respectively, the United Kingdom, Europe, and the world, Atkinson has himself for decades been a model for generations of students and young researchers.

Together with Simon Kuznets, Atkinson more or less single-handedly originated a new discipline within the social sciences and political economy: the study of historical trends in the distribution of income and property. Of course, the question of distribution and long-term trends already lay at the heart of nineteenth-century political economy, particularly in the work of Thomas Malthus, David Ricardo, and Karl Marx. But these writers could draw only on limited data, and were frequently obliged to limit themselves to purely theoretical speculation.

It was not until the second half of the twentieth century and the research of Kuznets and Atkinson that analyses of distribution of income and property could actually be based on historical sources. In his 1953 masterwork, Shares of Upper Income Groups in Income and Savings, Kuznets combined the first systematic records of American national income and property (records that he himself had helped to create) and the data produced by the federal income tax (established in 1913, in the aftermath of a prolonged political battle), to establish the very first historical account of year-by-year income distribution. While he was at it, he produced a piece of good news: that there had been a decline in inequality.

In 1978, in Distribution of Personal Wealth in Britain, a fundamental book (cowritten with Allan Harrison), Atkinson outstripped and overtook Kuznets: he made systematic use of British probate records from the 1910s to the 1970s to analyze in magisterial fashion the extent to which different economic, social, and political forces can help us understand the developments observed in the distribution of income, a distribution that was particularly under scrutiny during this period of exceptional turbulence.

All subsequent work on historic trends in income and property inequality to a certain extent follow in the wake of Kuznets’s and Atkinson’s groundbreaking studies. Leaving aside his historic and pioneering writings, Atkinson has been for decades one of the leading international specialists doing comparative investigations on the measurement of inequality and poverty in contemporary society. He has also been the tireless architect of projects for international cooperation on these subjects.

An Engaged and Mordant Book

In Inequality: What Can Be Done?, Atkinson leaves the terrain of scholarly research and ventures into the realm of action and public intervention. By so doing, he returns to the role of public intellectual that he has never really abandoned since the beginning of his career. Before his historic work in 1978 on the distribution of wealth in Britain, he had already written several other books that in their way were public interventions. In particular, we can mention Poverty in Britain and the Reform of Social Security (1969) and Unequal Shares—Wealth in Britain (1972). With Atkinson, the dividing lines between history, economics, and politics have never been strict: he has always tried to reconcile the scholar with the citizen, often discreetly, occasionally in a more forthright manner.

All the same, Inequality: What Can Be Done? goes much further in that direction than any of his earlier books. Atkinson takes risks and sets forth a genuine plan of action. In it we find his customary stylish prose, his distinctive way of offering a fair hearing to every argument and author, presenting them all in the best light, with simplicity and clarity. But in this book Atkinson makes distinctions and takes positions in a far more drastic way than his natural caution generally inclines him to do. While he has not written a funny book, we find in it the mordant irony that his students and colleagues know so well, an irony that does not always appear with such clarity in his more academic publications.

One such case is the section in which he evokes the historic events of 1988, when Nigel Lawson, Margaret Thatcher’s chancellor of the exchequer, led the British Parliament in voting for a reduction of the top marginal income tax rate to 40 percent (that rate was 83 percent when the Iron Lady first came to power in 1979). One Conservative MP got so carried away that he is reported to have said that “he did not have enough zeroes on his calculator” to measure the size of the tax cut that he had just helped to approve for himself. It was a grim moment and fully merits the use of Atkinson’s sharp talons.

This break with a half-century of progressive tax policy in the United Kingdom was Thatcherism’s distinctive achievement (just as the Tax Reform Act of 1986, which cut the upper tax rate in the US to 28 percent, was the distinctive achievement of Reaganism). It would never really be called into question by New Labour during the years of Tony Blair (for whom Atkinson has no special fondness), any more than Reagan’s tax cuts were by the Democrats during the Clinton or Obama years. Nor can we expect that the rate will be seriously called into question under the newly elected Tory government.

Another telling story, which may surprise many of his students and colleagues: on the occasion of that historic vote in 1988, Atkinson himself was in the House of Commons, busily working away on his PC and his tax microsimulator in the Shadow Cabinet Room. With the aid of his colleague Holly Sutherland, he was in fact able to finish calculating the proposed budget before the chancellor of the exchequer was able to complete his speech—wry evidence that scientific research and computer codes can give rise to new forms of participatory democracy.

The Battle for Fiscal Progressivity and National Insurance

The idea of going back to a more progressive tax structure clearly has a major part in the plan of action that Atkinson sets forth. The British economist leaves no doubt about it: the spectacular lowering of top income tax rates has sharply contributed to the rise of inequality since the 1980s, without bringing adequate corresponding benefits to society at large. We must therefore waste no time discarding the taboo that says marginal tax rates must never rise above 50 percent. Atkinson proposes a far-reaching reformation of the British income tax, with top tax rates raised to 55 percent for annual income above £100,000 and 65 percent for annual income above £200,000, as well as a hike in the cap on contributions to national insurance.

All of which would make it possible to finance a significant expansion of the British social security and income redistribution system, notably with a sharp increase in family benefits (doubling and even quadrupling them in one of the variants proposed), as well as a rise in retirement and unemployment benefits for people with lower resources.* Atkinson presents a series of variants of these measures and scenarios for reform, while advocating those measures that make it possible to return to a policy of universal social safety nets (i.e., that would be open to everyone), as opposed to conditional transfers of resources.

If these proposals, statistically accounted for and fully financed from taxes, were to be adopted, there would be a significant drop in British levels of inequality and poverty. According to the simulations done by Atkinson and Sutherland, those levels would fall from their current quasi-American levels to the point where they would come close to European and OECD averages. This is the central goal of Atkinson’s first set of proposals: you can’t expect everything from fiscal redistribution, but that nonetheless is where you have to begin.

Radical Reformism: A New Philosophy of Rights

But Atkinson’s plan of action hardly stops there. At the core of his program is a series of proposals that aim to transform the very operation of the markets for labor and capital, introducing new rights for those who now have the fewest rights. His proposals include guaranteed minimum-wage public jobs for the unemployed, new rights for organized labor, public regulation of technological change, and democratization of access to capital. This is only a sampling of the many reforms he recommends.

Instead of saying more in detail about these proposals, I’d like to focus particularly on the question of wider access to capital and ownership. Atkinson here makes two especially innovative suggestions. On the one hand, he calls for the establishment of a national savings program allowing each depositor to receive a guaranteed return on her capital (below a certain threshold of individual capital). Given the drastic inequality of access to fair financial returns, particularly as a consequence of the scale of the investment with which one begins (a situation that has in all likelihood been aggravated by the financial deregulation of the last few decades), this proposal strikes me as particularly sound. In Atkinson’s view, it is intimately bound up with the larger issue of a new approach to public property and the possible development of a new form of sovereign wealth fund. The public authority cannot resign itself merely to go on piling up debt and endlessly privatizing everything it possesses.

piketty_2-062515.jpg
Keystone/Getty Images

Ronald Reagan and Margaret Thatcher at 10 Downing Street, London, 1984

On the other hand, alongside this national guaranteed and insured savings program, Atkinson proposes establishing an “inheritance for all” program. This would take the form of a capital endowment assigned to each young citizen as he or she reached adulthood, at the age of eighteen. All such endowments would be financed by estate taxes and a more progressive tax structure. In concrete terms, Atkinson estimates that, with current revenue from the British estate tax, it would be possible to finance a capital endowment of slightly more than £5,000 for each young adult. He calls for a far-reaching reform of the system of inheritance taxation, and especially for greater progressivity with regard to the larger estates. (He proposes an upper rate of 65 percent, as with the income tax.) These reforms would make it possible to finance a capital endowment on the order of £10,000 per young adult.

Personally speaking, I must say that I’ve always had certain reservations about the idea of an individual financial endowment. I’ve generally preferred a focus on guaranteed access to certain fundamental goods—education, health, culture among them. But whichever approach you may prefer, the idea of directly linking the estate tax to the allocation of rights that would be underwritten by such a tax seems to me extremely pertinent. The immense advantage of the solution set forth by Atkinson is that it makes it possible to clearly express the notion that the purpose of the estate tax is to underwrite “inheritance for all.” By directly linking the sum given to each person with estate tax rates, we may perhaps hope to change the terms of the democratic debate on this subject.

The Return of the Poll Tax and the Question of a Wealth Tax

One of the most interesting sections of the book focuses on the British debate over the poll tax. This is a notoriously forfeitary tax, or lump-sum tax, as economists say it—one pays the same sum in pounds sterling whether one is rich or poor. It was imposed by Margaret Thatcher in 1989–1990 in place of the old rates tax, which was a proportional tax levied on housing, with the sum due increasing in rough proportion to the value of one’s home. The poll tax therefore resulted in a sharp tax hike for the poorest taxpayers, and a drastic drop for the richest ones. To say that this reform was unpopular is to put it mildly: urban rioting and parliamentary insurrection ensued, while the Iron Lady stubbornly dug in her heels until she was finally voted out of power by the Conservative MPs in November 1990 and quickly replaced by John Major, who promptly abolished the poll tax. It was a clearly unacceptable reform.

What is less widely known is that the new local “council tax” that replaced the poll tax in 1993 and is still in effect today is actually almost as regressive as the poll tax. Here the data gathered by Atkinson are particularly striking. Individuals whose real estate holdings are worth about £100,000 pay on average a council tax of some £1,000, while those whose property is worth about £1,000,000 pay approximately £2,000–2,500. While this is evidently a less harshly regressive system than the one envisioned by Thatcher, it still remains extremely regressive. In fact, the tax rate drops from 1 percent for the poorest taxpayers to 0.2–0.25 percent for the richest ones, with an average tax rate of 0.54 percent for the United Kingdom as a whole in 2014–2015. In most European countries, as well as in the United States, local taxes are generally proportional to the value of real estate property.

Quite reasonably, Atkinson proposes that the same approach be introduced in the United Kingdom. Such a reform, carried out consistently, might be a first step toward the establishment of a progressive tax on real estate, and even, eventually, toward a progressive tax on net wealth (including financial assets and debts). In this regard, it is striking to note that the tax on real estate transactions in the UK (“stamp duty”) is already quite progressive, and that it has become even more so over the last few years. The rate paid on a transaction is currently 0 percent if the property is worth less than £125,000, and 1 percent if the property is worth between £125,000 and £250,000, rising thereafter to 3 percent between £250,000 and £500,000, 4 percent between £500,000 and £1,000,000, 5 percent between one and two million pounds (a new rate introduced in 2011), and 7 percent on properties worth more than two million pounds (introduced in 2012).

It’s worth noting that the 5 percent rate, introduced by a Labour government, was at first strongly criticized by the Conservatives. Once they came to power, however, they introduced the 7 percent rate. This makes it clear that in a larger national situation of growing inequality, and especially of upward concentration of wealth and the steep challenges facing younger generations in gaining access to property, the need for a more progressive system for taxing wealth is being felt above and beyond partisan political affiliations. This likewise points to the need, advocated by Atkinson, to rethink the overall system of taxes on property in a coherent manner: it’s hard to see why the tax on transactions should be so sharply progressive if the annual property tax is going to be regressive.

The United Kingdom, Europe, the World

The only criticism that can be brought to bear on Atkinson’s plan of action is its excessive concentration on Great Britain. All of his social, fiscal, and budgetary proposals are conceived for a British government, and the space devoted to international matters is relatively limited. For instance, he briefly brings up the idea of a minimum tax on large multinational corporations but then the possibility of such a tax is remanded to the category of “ideas to pursue,” not solid proposals. In view of the central part played by the United Kingdom in European tax competition, as well as on the world map of tax havens, one might expect a more prominent treatment of proposals for the establishment of common taxation on profits, or the development of a worldwide registry—or at least a Euro-American one—of financial securities. Atkinson clearly alludes to such issues as well as the creation of a “World Tax Authority,” and the possible increase of international aid to 1 percent of GDP. But they are given less attention than the strictly British proposals.

This same criticism, however, also constitutes the book’s main strength. Basically, Atkinson is telling us that timorous governments have no real excuse for inaction, because it’s still possible to act on a national basis. The heart of the plan of action that Atkinson sets forth could be implemented in Britain without bothering to wait for elusive prospects of international cooperation. For that matter, they could also be adapted and applied to other countries.

No doubt, reading between the lines, we can glimpse a certain disenchantment on Atkinson’s part with the European Union, though he reminds us that he has been a longtime supporter of that institution, especially when the United Kingdom joined in 1973. In that era, he reminds us, many member states called into question the financing of the British welfare state (especially the National Health Service) through taxes. This was seen as an unacceptable form of competition by those countries where the cost of the welfare state rested on employers. A substantial proportion of the British left at the time saw in Europe and its obsession with “pure and perfect” competition a force that was hostile to social justice and the politics of equality. “At the time, these suspicions were not justified,” Atkinson tells us. He seems to want to add that they might be more so nowadays, but he never quite goes that far, because he wants to keep the flame of hope for the European Union alive. This is a book written by an optimist and a citizen of the United Kingdom, Europe, and the world: the broad sense it conveys of a more just economy is one of its many appealing qualities. It will stand as a model whatever the outcome of one election or another.

—Translated from the French by Antony Shugaar

  1. *Family benefits for the first child would thus rise from £20 a week to £40, and even £90 a week in one of the variants; at the same time, these benefits would become taxable. ↩

    http://www.nybooks.com/articles/2015/06/25/practical-vision-more-equal-society/?utm_medium=email&utm_campaign=NYR%20Gleick%20Piketty%20Gessen&utm_content=NYR%20Gleick%20Piketty%20Gessen+CID_750b338536fbe348fe5e675deb75792c&utm_source=Newsletter&utm_term=A%20Practical%20Vision%20of%20a%20More%20Equal%20Society

The Clinton Foundation Shuts Down Clinton Global Initiative

0

On January 12, a WARN notice was filed with the New York Department of Labor—the main office of the Clinton Global Initiative would be closing

WASHINGTON, DC - JANUARY 10:  Former Secretary of State Hillary Clinton speaks at a reception celebrating the completion of the U.S. Diplomacy Center Pavilion, at the State Department on January 10, 2017 in Washington, DC. The first floor of the pavilion was dedicated and named the Hillary Rodham Clinton Pavilion.  (Photo by Mark Wilson/Getty Images)
WASHINGTON, DC – JANUARY 10: Former Secretary of State Hillary Clinton speaks at a reception celebrating the completion of the U.S. Diplomacy Center Pavilion, at the State Department on January 10, 2017 in Washington, DC. The first floor of the pavilion was dedicated and named the Hillary Rodham Clinton Pavilion. (Photo by Mark Wilson/Getty Images)

Former Secretary of State Hillary Clinton. Mark Wilson/Getty Images

The Clinton Foundation’s long list of wealthy donors and foreign government contributors during the 2016 elections provoked critics to allege conflicts of interests. Clinton partisans defended the organization’s charitable work, and dismissed claims that it served as a means for the Clintons to sell off access, market themselves on the paid speech circuit, and elevate their brand as Hillary Clinton campaigned for the presidency.

But as soon as Clinton lost the election, many of the criticisms directed toward the Clinton Foundation were reaffirmed. Foreign governments began pulling out of annual donations, signaling the organization’s clout was predicated on donor access to the Clintons, rather than its philanthropic work. In November, the Australian government confirmed it “has not renewed any of its partnerships with the scandal-plagued Clinton Foundation, effectively ending 10 years of taxpayer-funded contributions worth more than $88 million.” The government of Norway also drastically reduced their annual donations, which reached $20 million a year in 2015.

On January 12, the Clinton Foundation received more bad news: a WARN notice was filed with the New York Department of Labor. The main office of the Clinton Global Initiative in New York City would be closing, laying off 22 employees. The Worker Adjustment and Retraining Notification Act (WARN) “offers protection to workers, their families and communities by requiring employers to provide notice 60 days in advance of covered plant closings and covered mass layoffs. This notice must be provided to either affected workers or their representatives (e.g., a labor union); to the State dislocated worker unit; and to the appropriate unit of local government.” The reason for the filing was stated as the “discontinuation of the Clinton Global Initative,” after CGI previously announced layoffs leading up to the general election.

The Clinton Global Initiative was created in 2005 to serve as a networking platform for the Clinton Foundation. Both the initiative’s mission and its own definition of what it seeks to accomplish are vague. “Rather than directly implementing projects, CGI facilitates action by helping members connect, collaborate, and make effective and measurable Commitments to Action—plans for addressing significant global challenges,” states the CGI website. The Clinton Global Initiative and Clinton Foundation director of media relations have not responded to requests for a comment.

WikiLeaks revealed several criticisms of the Clinton Foundation were true, as pay-to-play schemes and the foundation’s corrupt management were exposed. On October 26, The Washington Post reported a memo detailed how the Clinton Foundation was used to boost Bill Clinton’s income.

“The memo, made public Wednesday by the anti-secrecy group WikiLeaks, lays out the aggressive strategy behind lining up the consulting contracts and paid speaking engagements for Bill Clinton that added tens of millions of dollars to the family’s fortune, including during the years that Hillary Clinton led the State Department,” reported The Washington Post. “It describes how Band helped run what he called “Bill Clinton Inc.,” obtaining “in-kind services for the President and his family—for personal travel, hospitality, vacation and the like.”

The Clinton Foundation‘s downward trajectory ever since since Hillary Clinton’s election loss provides further testimony to claims that the organization was built on greed and the lust for power and wealth—not charity.

By

Homepage – New

Αυταρχισμός στην πΓΔΜ

0
Πώς οι προοδευτικοί της χώρας μπορεί να αντιταχθούν καλύτερα στον Γκρουέφσκι
mattioli_macedonia_2A1
Άνθρωποι περπατούν δίπλα σε αφίσες υποψηφίων για τις πρόωρες βουλευτικές εκλογές στα Σκόπια, τον Δεκέμβριο του 2016. OGNEN TEOFILOVSKI / REUTERS
Περίληψη: 

Η εκλογή του Trump έχει στείλει κύματα σοκ σε ολόκληρο τον κόσμο, αλλά ο καλύτερος τρόπος για να αναλυθούν οι δυνατότητες μιας προεδρίας Trump είναι μέσω της εξέτασης συγκρίσιμων ηγετών. Και ο Γκρουέφσκι της πΓΔΜ μπορεί να αποδειχθεί ένα διδακτικό παράδειγμα.

Ο FABIO MATTIOLI είναι επιστημονικός συνεργάτης στο Κέντρο Ευρωπαϊκών και Μεσογειακών Σπουδών, στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης.

Γύρω στις 11 μ.μ., την Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2016, η πΓΔΜ ανακάλυψε ότι τα δύο κύρια κόμματά της είχαν τερματίσει στήθος με στήθος στις πρόωρες βουλευτικές εκλογές. Οι υποστηρικτές του πρώην πρωθυπουργού Νίκολα Γκρουέφσκι, ηγέτη της κυβερνώντος κόμματος Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση-Δημοκρατικό Κόμμα Μακεδονικής Εθνικής Ενότητας (VMRO-DPMNE), και ο Ζόραν Ζάεφ, αρχηγός του αντιπολιτευόμενου κόμματος Σοσιαλδημοκρατική Ένωση της Μακεδονίας (SDSM), συγκεντρώθηκαν μόλις λίγα μέτρα μακριά οι μεν από τους δε στο κέντρο των Σκοπίων, την πρωτεύουσα της πΓΔΜ, για να γιορτάσουν την υποτιθέμενη νίκη τους. Ήταν ασαφές ποιο κόμμα, αν μπορέσει κάποιο, θα ήταν σε θέση να σχηματίσει κυβέρνηση.

Ο Γκρουέφσκι του VMRO-DPMNE εξασφάλισε 51 από τις 120 συνολικές έδρες, δύο περισσότερες από το SDSM του Ζάεφ. Ακριβώς όπως ψηφίστηκε για να κυβερνήσει ο νεοεκλεγείς πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump, παρά (ή εξαιτίας) τις απειλές του να στείλει στην φυλακή την πολιτική αντίπαλό του, την καταβολή 25 εκατομμυρίων για να διευθετήσει μια μήνυση για απάτη και την κομπορρημοσύνη του για μη-συναινετικό σεξ [1] σε μαγνητοταινία, έτσι και ο Γκρουέφσκι ήταν σε θέση να κερδίσει ένα πλήθος ψήφων παρά το γεγονός ότι είναι βυθισμένος σε σκάνδαλα, διαμαρτυρίες και κατηγορίες για απάτη. Η εκλογή του Trump έχει στείλει κύματα σοκ σε ολόκληρο τον κόσμο, προκαλώντας μια χαοτική αναζήτηση απαντήσεων για το πώς εξελέγη, ποια θα είναι η πολιτική του, και πώς η αντιπολίτευση μπορεί να ξαναβρεί τον βηματισμό της. Εξαιρώντας τις δυνάμεις ενόρασης, ο καλύτερος τρόπος για να αναλυθούν οι δυνατότητες μιας προεδρίας Trump είναι μέσω της εξέτασης συγκρίσιμων ηγετών. Και ο Γκρουέφσκι της πΓΔΜ μπορεί να αποδειχθεί ένα διδακτικό παράδειγμα.

Όπως και οι προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ, οι εκλογές στα Σκόπια εξαπέλυσαν βαθιές εντάσεις. Ακόμη και πριν από τις εκλογές, οι ισχυρισμοί περί των εγκληματικών ενεργειών Γκρουέφσκι ξετυλίγονται σαν επεισόδιο του [σήριαλ] House of Cards. Τον Ιανουάριο του 2015 [2], ο Γκρουέφσκι δήλωσε δημοσίως ότι ο Ζάεφ ετοίμαζε πραξικόπημα και διέταξε να κατασχεθεί το διαβατήριό του. Λίγο αργότερα, ο Ζάεφ ξεκίνησε να δημοσιοποιεί μαγνητοφωνήσεις στις οποίες ακούγονταν μέλη της κυβέρνησης να συζητούν παράνομες δραστηριότητες. Ο Γκρουέφσκι και ο εσωτερικός κύκλος του VMRO-DPMNE φέρεται να μηχανεύτηκαν ένα τεράστιο πρόγραμμα υποκλοπών που κρατούσε στοιχεία για το 1% του πληθυσμού (περίπου 20.000 πολίτες) [3], όπου περιλαμβάνονται τα μέλη της αντιπολίτευσης, διπλωμάτες, δημοσιογράφοι και επιχειρηματίες. Ούσες τώρα δημόσιες, αυτές οι ηχογραφήσεις αποκαλύπτουν το αυταρχικό στυλ του Γκρουέφσκι: Πολιτικοί ξυλοδαρμοί, ισοπέδωση κρίσιμων περιουσιακών στοιχείων επιχειρηματιών, και παράνομη κερδοσκοπία επί ακινήτων είναι μόνο μερικές από τις εγκληματικές πράξεις που αποκαλύπτονται. Στο πιο ποταπό σημείο τους, υπουργοί του VMRO-DPMNE ακούγονται να διακωμωδούν τον Martin Neskovski, ένα νεαρό συμπαθούντα το VMRO-DPMNE ο οποίος σκοτώθηκε το 2011 από τον σωματοφύλακά του Γκρουέφσκι, ενώ γιόρταζε την τρίτη εκλογική νίκη του Γκρουέφσκι.

Η δημόσια κατακραυγή για το σκάνδαλο οδήγησε σε ένα ξέσπασμα, τον Απρίλιο του 2016, όταν οι διαδηλωτές έριξαν «βόμβες» μπογιάς στο κοινοβούλιο της πΓΔΜ και σε άλλους θεσμούς. Η «πολύχρωμη επανάσταση» [4] δεν ήταν μια έκφραση εθνικής απογοητεύσεις, της κύριας πηγής της αστάθειας στην πΓΔΜ, αλλά μάλλον μια απαίτηση για την παραίτηση του Γκρουέφσκι και την κατάργηση μιας μαζικής απονομής χάριτος που προστάτεψε τον εσωτερικό κύκλο του VMRO-DPMNE από το να διωχθεί για παραπτώματα.

Αντιμέτωπος με την αυξανόμενη δυσαρέσκεια, ο Γκρουέφσκι δεν παραιτήθηκε. Αντ’ αυτού, οργάνωσε αντισυμμαχίες και όρμησε. Για να αποφευχθεί η κλιμάκωση της βίας, μεσολαβητές της ΕΕ μεσίτευσαν μια συμφωνία [5] για νέες εκλογές, που αποδείχθηκε ότι ήταν δύσκολο να οργανωθούν [6]. Οι ταινίες που διέρρευσαν είχαν αποκαλύψει εκτεταμένη εκλογική νοθεία στις προηγούμενες εκλογές. Ανελκυστήρες τέθηκαν εκτός λειτουργίας για να εμποδίσουν ηλικιωμένους ψηφοφόρους του SDSM να προσεγγίσουν τις κάλπες, θανόντες ήταν εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους, και σε ορισμένες περιπτώσεις είχαν δοθεί σε αλλοδαπούς διαβατήρια της πΓΔΜ για να ψηφίσουν [7] υπέρ του VMRO-DPMNE. Προγραμματισμένες για τον Απρίλιο του 2016, στην συνέχεια για τον Ιούνιο και μετά για τον Σεπτέμβριο, οι εκλογές με τη μεσολάβηση της ΕΕ δεν πραγματοποιήθηκαν παρά τον περασμένο μήνα, όταν το SDSM και άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης αισθάνθηκαν σίγουρα για τις εκλογικές διαδικασίες.

Ο ΠΑΡΑΓΩΝ ΤΥΠΟΣ

Τόσο ο Γκρουέφσκι όσο και ο Trump δελέασαν τον Τύπο [8]. Τα πιο ακραία tweets του Τραμπ απολάμβαναν κάλυψη όλο το εικοσιτετράωρο από μέσα ενημέρωσης που βασίζονταν στην δημόσια κατακραυγή. Στην πΓΔΜ, ο Γκρουέφσκι κυριάρχησε στην κάλυψη των μέσων χάρη στην υποστήριξη των επιχειρηματιών στους οποίους ανήκουν τηλεοράσεις και εφημερίδες. Ψευδείς ειδήσεις διαπότισαν και τις δύο πολιτικές εκστρατείες. Κατά ειρωνικό τρόπο, Σκοπιανοί διέσπειραν παραπληροφόρηση σχετικά την Δημοκρατική αντίπαλο του Τραμπ [9], Χίλαρι Κλίντον, με την έκδοση πλαστών ειδήσεων οι οποίες αναμεταδόθηκαν από μεγάλα μέσα μαζικής ενημέρωσης ή συνδέθηκαν με ιστότοπους υποστηριζόμενους από την Ρωσία. Αν και με λιγότερο επιρροή, η ίδια παραπληροφόρηση μάστισε την σκοπιανή εσωτερική πολιτική. Οι «ψευδείς ειδήσεις» ως φαινόμενο εμφανίστηκαν για πρώτη φορά εκεί τον Μάιο του 2015, στον απόηχο της αιματηρής αντιτρομοκρατικής επιχείρησης που διεξήχθη από ομάδες SWAT της πΓΔΜ στην βόρεια πόλη του Κουμάνοβο. Οι ντόπιοι και οι Δυτικοί αναλυτές [10] υπονόησαν ότι η ξαφνική εμφάνιση των «τρομοκρατών» ήταν πιθανότατα ένα παιχνίδι του Γκρουέφσκι για να σταματήσει τις διογκούμενες διαδηλώσεις. Εμπνευσμένα από την Ρωσία μέσα ενημέρωσης [11] υποστήριξαν ότι η Δύση ήταν πίσω και από τις διαδηλώσεις και από τις τρομοκρατικές επιθέσεις. [Η Δύση] αποσκοπούσε, σύμφωνα με το επιχείρημα, να αποτρέψει μια συμφωνία για τον αγωγό που υποστηρίζεται από την Ρωσία. Κατά την διάρκεια των εκλογών, πλαστές ιστοσελίδες ειδήσεων είχαν στηθεί από εκπροσώπους του VMRO-DPMNE [12]. Το κόμμα διενήργησε επίσης εκτεταμένο «τρολάρισμα» [στμ: δημοσίευση εμπρηστικού ή άσχετου περιεχομένου ώστε να προξενηθούν αντιδράσεις] στο Facebook.

Όταν μελετώνται οι επιπτώσεις των πλαστών ειδήσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες και την πΓΔΜ, η δύσκολη οικονομική κατάσταση των ψηφοφόρων είναι το κλειδί. Αντι-κατεστημένες θεωρίες συνωμοσίας δελεάζουν τόσο τους Σκοπιανούς όσο και τους Αμερικανούς ψηφοφόρους που έχουν βιώσει την ταχεία αποβιομηχάνιση. Μην κάνετε λάθος: Παρότι ο Trump και ο Γκρουέφσκι δεν δόμησαν τις καμπάνιες τους γύρω από τη νίκη των φτωχότερων ψηφοφόρων, είχαν όντως γοητεύσει τους ψηφοφόρους στις ραγδαία επιδεινούμενες περιοχές των «Ζωνών της Σκουριάς» [13] κάποτε γνωστών για τις φιλελεύθερες ή τις σοσιαλιστικές απόψεις τους.

Εγκαταλελειμμένα εργοστάσια, άδειες αίθουσες σωματείων, και σάπια αστυνομικά τμήματα στο Ντιτρόιτ μοιάζουν ακριβώς όπως τα καταρρέοντα πολυκαταστήματα στο Προμπιστίπ, στην ανατολική πΓΔΜ, κάποτε μια από τις πιο ευημερούσες κοινότητες της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας. Αποβιομηχάνιση δεν σημαίνει μόνο ένα διευρυνόμενο κενό στην εκπαίδευση ή το εισόδημα. Σημαίνει πλήρη διάλυση της ταυτότητας των πολιτών, των οποίων η πίστη στα συνδικάτα, την κοινωνική πρόοδο και την κινητικότητα των τάξεων υπονομεύεται ριζικά. Ο Γκρουέφσκι και ο Trump δελέασαν αυτούς τους δυσαρεστημένους ψηφοφόρους, καθώς και εκείνους που ήταν φιλικοί προς τις διατάξεις περί κοινωνικής πρόνοιας ή καλωσόριζαν ένα ισχυρό κράτος. Πολλοί από αυτούς τους ίδιους ψηφοφόρους είχαν υποστηρίξει τον πρόεδρο των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα το 2012 ή εμπνεύστηκαν από τον Δημοκρατικό προεδρικό υποψήφιο Bernie Sanders [14] στο Ουισκόνσιν, το Μίσιγκαν και την Πενσυλβάνια. Στην πΓΔΜ, οι ψηφοφόροι από τις «Ζώνες της Σκουριάς» έδειξαν μια βαθιά νοσταλγία για τον σοσιαλισμό και είδαν τον Γκρουέφσκι ως έναν δεξιόστροφο πολιτικό που υλοποιεί αριστερόστροφες κοινωνικές πολιτικές.

Ο Trump και ο Γκρουέφσκι παρουσίασαν τους εαυτούς τους ως επιχειρηματίες που ξέρουν πώς να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας, και αμφότεροι στηρίχθηκαν στις επιδόσεις τους σε αστικά έργα για να επιδείξουν το μέλλον που είχαν υποσχεθεί. Ο εκλεγμένος πρόεδρος Trump έχει φτιάξει την περιουσία του από μεγάλα οικοδομήματα που δίνουν μια εικόνα υπερβολής και πολυτέλειας. Στον απόηχο της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, ο Γκρουέφσκι προώθησε το έργο «Σκόπια 2014», το οποίο έκανε ένα λίφτινγκ στην σοσιαλιστική όψη των Σκοπίων, που τώρα έχει μετατραπεί σε ένα μεγαλοπρεπές ή, όπως λένε μερικοί, κιτς νεο-μπαρόκ θέαμα. Παρά το γεγονός ότι οι αρχιτέκτονες και άλλοι κάτοικοι των πόλεων γελοιοποίησαν το έργο, πολλά άτομα της εργατικής τάξης βρήκαν νόημα στα νέα Σκόπια, ένα διεθνές «σήμα κατατεθέν» που θα μπορούσε να φέρει την πΓΔΜ [15] πίσω στην παγκόσμια σκηνή. Λίγα από αυτά τα κτίρια, στα Σκόπια ή στην πόλη της Νέας Υόρκης, θα ήταν δυνατό να γίνουν χωρίς φοροαπαλλαγές, επιδοτήσεις του δήμου, και πολιτικά ρουσφέτια που ο Τραμπ απέκτησε χάρη στην οικογένειά του [16] και που ο Γκρουέφσκι επέβαλλε για να ευνοήσει τους επιχειρηματικούς συμμάχους του [17].

ΜΙΑ ΑΔΥΝΑΜΗ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ

140120107-1.jpg

Υποστηρικτές της αντιπολιτευτικής Σοσιαλδημοκρατικής Ένωσης της Μακεδονίας (SDSM) γιορτάζουν κατά την διάρκεια των βουλευτικών εκλογών στα Σκόπια, τον Δεκέμβριο του 2016. STOYAN NENOV / REUTERS
——————————————————–

Οι Σκοπιανοί της εργατικής τάξης δεν πίστευαν ότι το SDSM θα θεσπίσει μια σημαντικά διαφορετική ατζέντα από αυτήν της νυν κυβέρνησης. Ένα πλήρες 67% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων πήγαν στις κάλπες το 2016 –κατά 5% περισσότεροι από όσους το 2014- αλλά η αύξηση ήταν σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα της εξαίρεσης δόλιων ψηφοφόρων από τους εκλογικούς καταλόγους. Δεν υπήρχαν αρκετοί νέοι ψηφοφόροι ενάντιοι στον Γκρουέφσκι για να ανατρέψουν την κυβέρνησή του. Το SDSM δεν προκάλεσε σημαντικές αποσκιρτήσεις από το VMRO-DPMNE, το οποίο έλαβε μόνο 30.000 λιγότερες ψήφους το 2016 σε σχέση με το 2014. Αυτό θα μπορούσε να υποδεικνύει ότι τα βαρίδια του Ζάεφ ήταν πάρα πολλά για ορισμένους ψηφοφόρους ώστε να τα χωνέψουν. Ο Ζάεφ συνελήφθη το 2008 με την κατηγορία της διαφθοράς, αλλά ισχυρίστηκε ότι ήταν ένα πολιτικό θύμα του καθεστώτος Γκρουέφσκι. Η δημόσια απήχησή του περιορίστηκε επίσης από την έλλειψη διαφάνειας που περιέβαλλε τις μαγνητοφωνήσεις που διέρρευσαν, των οποίων η προέλευση και η πλήρης έκταση δεν έχει ακόμη καθοριστεί.

Και ακριβώς όπως και η παράταξη της Χίλαρι Κλίντον εντός του Δημοκρατικού Κόμματος, το SDSM δεν ενισχύθηκε από την συμπάθειά του προς τις νεοφιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές. Υπό την θητεία του, οι ολιγάρχες άνθισαν, η ανεργία αυξήθηκε στο 40% και τα μέτρα λιτότητας εγκρίθηκαν (σε συμφωνία με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο) για να αντισταθμίσουν το οικονομικό σοκ της σύγκρουσης του 2001. Το κερασάκι στην τούρτα ήταν ίσως η «από πάνω προς τα κάτω» προσέγγιση του κόμματος στην προεκλογική εκστρατεία, που έμοιαζε με το αποτυχημένο «ένα μέγεθος ταιριάζει σε όλους» μοντέλο της εκστρατείας της Κλίντον [18] που κατάφερε να αποξενώσει πιθανούς ψηφοφόρους.

Στις 9 Ιανουαρίου του 2017, ο Γκρουέφσκι έλαβε την εντολή σχηματισμού νέας κυβέρνησης. Με μόνο δύο εκπροσώπους περισσότερους από τον Ζάεφ, θα αντιμετωπίσει δύσκολες προκλήσεις. Θεωρητικά, θα μπορούσε να αντλήσει από τους Αλβανούς πρώην εταίρους του συνασπισμού του, της «Δημοκρατικής Ένωσης για την Ενσωμάτωση». Ωστόσο, σε μια πρωτοφανή κίνηση, τα τρία μεγάλα αλβανικά κόμματα, τα οποία ελέγχουν 18 έδρες, διαμόρφωσαν μια κοινή πλατφόρμα [19]. Απαιτούν την χρήση της αλβανικής ως δεύτερης επίσημης γλώσσας της χώρας, δίκαιη εκπροσώπηση στην δημόσια διοίκηση, καθώς και υποστήριξη για το Γραφείο του Ειδικού Εισαγγελέα, το οποίο θα πρέπει να επαληθεύσει τους ισχυρισμούς περί διαφθοράς στους κόλπους της κυβέρνησης Γκρουέφσκι. Αυτές οι συνθήκες είναι απίθανο να δελεάσουν το VMRO-DPMNE, αλλά μπορεί επίσης να αποξενώσουν κάποιους υποστηρικτές του Ζάεφ, οι οποίοι φοβούνται ότι όσο περισσότερα δικαιώματα χορηγούνται σε Αλβανούς τόσο θα αποδυναμώνεται το σκοπιανό κράτος.

Η ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Το παράδειγμα της πΓΔΜ παρέχει ένα παράθυρο σε πιθανούς δρόμους που θα μπορούσε να πάρει ο «τραμπισμός». Οι θεσμοί ενδέχεται να έχουν σημαντική αντίσταση και αντισώματα, όπως πρότεινε ο Ομπάμα, αλλά στην τρέχουσα οικονομική συγκυρία, είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι. Ο Γκρουέφσκι δεν ξεκίνησε ως ένας αυταρχικός ηγέτης, αλλά το καθεστώς του έχει διαρκέσει δέκα χρόνια μέχρι σήμερα, και προκάλεσε εκτεταμένες κοινωνικές συγκρούσεις και οικονομική ζημία. Η ανεπαρκής και υπό όρους χρηματοδότηση στο όνομα των «ισοσκελισμένων προϋπολογισμών» κάνει τις κρατικές υπηρεσίες επιρρεπείς σε πολιτικές πιέσεις. Η κυβέρνηση Γκρουέφσκι ήταν σε θέση να εξαγοράσει νομιμοφροσύνη με την απόσυρση της χρηματοδότησης από οργανισμούς που δεν ήταν σύμφωνοι με τις απόψεις της και την παροχή οικονομικών πόρων σε εκείνους που την υποστήριξαν. Το αίτημα του Τραμπ να δει τους καταλόγους των προγραμμάτων και των ιδιωτών που δραστηριοποιούνται σε τομείς όπως η ισότητα των φύλων [20] και η κλιματική αλλαγή [21] υπαινίσσεται μια δυνητικά παρόμοια διαδικασία.

Αγανάκτηση, εφάπαξ συλλαλητήρια, ακόμα και καθημερινές διαδηλώσεις δεν ήταν αρκετά για να ανατρέψουν το σκοπιανό καθεστώς. Οι αναρτήσεις στο Facebook και οι μαζικές κινητοποιήσεις επέτρεψαν στους Σκοπιανούς να ξεκινήσουν συζητήσεις για θέματα όπως η βιαιότητα της αστυνομίας και ο πολεοδομικός σχεδιασμός, αλλά δεν έχουν παρακινήσει καμία πραγματική πολιτική αλλαγή. Πιο σημαντικό, οι διαμαρτυρίες δεν έχουν εμπλακεί παραγωγικά με εκείνους τους 500.000 Σκοπιανούς που υποστηρίζουν το καθεστώς του VMRO-DPMNE. Σε ένα τέτοιο πολωμένο πλαίσιο, οι αυταρχικές τάσεις στα Σκόπια έχουν ριζώσει παρέχοντας μια αίσθηση εξωπραγματικού -με γύψινες προσόψεις, ψεύτικες αντι-διαδηλώσεις και θεωρίες συνωμοσίας μεταμφιεσμένες ως ειδήσεις.

Υπάρχουν, ωστόσο, τρόποι για να ξεπεραστούν αυτά τα προβλήματα. Στις 11 Δεκεμβρίου του 2016, οι αλβανικής καταγωγής ψηφοφόροι στην πΓΔΜ ψήφισαν υπέρ του SDSM, ξεπερνώντας χρόνια δυσπιστίας και εθνοτικού κατακερματισμού. Ένας αυξανόμενος αριθμός ελευθερόστομων δημόσιων προσώπων από την αλβανική μειονότητα της πΓΔΜ πιέζουν δημόσια τα κόμματά τους να αποφύγουν τον Γκρουέφσκι, συνεχίζοντας έτσι τις λαϊκές, πολυεθνικές προσπάθειες να ταρακουνήσουν την πολιτική [σκηνή]. Αυτό είναι ένα ελπιδοφόρο μάθημα για τις Ηνωμένες Πολιτείες: Όπου χτίστηκαν οι υποδομές φροντίδας [22] και η καθημερινή αλληλεγγύη, η προοδευτική πολιτική αλλαγή είναι εφικτή.

Copyright © 2017 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/southeastern-europe/2017-01-12/a…

Σύνδεσμοι:
[1] http://www.politico.com/story/2016/10/trump-wapo-229299
[2] https://www.theguardian.com/world/2015/feb/27/fears-macedonias-fragile-d…
[3] https://www.privacyinternational.org/node/816
[4] http://www.dw.com/en/macedonia-colorful-revolution-paints-raucous-rainbo…
[5] http://www.nytimes.com/2016/07/22/world/europe/macedonias-political-part…
[6] http://blogs.lse.ac.uk/europpblog/2016/04/19/macedonias-political-crisis…
[7] http://balkanist.net/exit-strategy-failing-government/
[8] https://www.nytimes.com/2016/03/16/upshot/measuring-donald-trumps-mammot…
[9] https://www.buzzfeed.com/craigsilverman/how-macedonia-became-a-global-hu…
[10] https://www.theguardian.com/world/2015/may/11/macedonia-violence-nikola-…
[11] https://www.rt.com/op-edge/259541-macedonia-unrest-west-russia-pipeline/
[12] http://www.balkaninsight.com/en/article/fake-news-sites-used-in-macedoni…
[13] http://www.nytimes.com/2016/11/13/business/economy/can-trump-save-their-…
[14] http://www.salon.com/2016/12/14/5-incredible-moments-of-bernie-sanders-t…
[15] https://culanth.org/articles/229-counterfeiting-the-nation-skopje-2014-a…
[16] http://www.nytimes.com/2016/09/18/nyregion/donald-trump-tax-breaks-real-…
[17] http://skopje2014.prizma.birn.eu.com/en
[18] http://www.politico.com/story/2016/12/michigan-hillary-clinton-trump-232547
[19] http://www.intellinews.com/macedonia-s-ethnic-albanian-parties-set-condi…
[20] https://www.nytimes.com/2016/12/22/us/politics/state-department-gender-e…
[21] https://www.washingtonpost.com/news/energy-environment/wp/2016/12/09/tru…
[22] https://www.culanth.org/fieldsights/88-fieldnotes-on-union-square-anti-o…

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

For Israel, energy boom could make friends out of enemies

0

BRYAN DENTON/NEW YORK TIMES

The Atwood Advantage drilling ship is probing the floor of the Mediterranean Sea, where lies one of the biggest natural gas fields discovered in the world in recent years.

ABOARD THE ATWOOD ADVANTAGE — In the ship’s control room, facing four video screens, a driller from Mississippi in dark shades and a black baseball cap with a skull on it held what could be the future of Israel in his hands.

The massive drill he controlled extended down 11,345 feet, more than 2 miles below the surface of a calm Mediterranean Sea, as it plunged deeper and deeper into one of the biggest natural gas fields discovered in the world in recent years.

 Once a barren energy island in a part of the planet otherwise awash in resources, Israel is, after years of delay, finally pushing ahead with an ambitious strategy to tap offshore reserves that could transform its economy and, it hopes, its place in a historically hostile region.

If all goes according to plan, Israel will not only become largely energy-independent, it will also supply neighbors that will have new reason to be friends.

https://www.bostonglobe.com/news/world/2017/01/14/for-israel-energy-boom-could-make-friends-out-enemies/JXXIWS6QwfHYypOWEUpOLO/story.html

Trump officials might be expecting E.U. to fall apart this year, U.S. envoy says

0

AFP_D84FA-0143European Union flags fly at half-staff in front of the European Commission building in Brussels on July 15, the day after a gunman smashed a truck into a crowd in Nice, France, killing at least 84 people. (John Thys/AFP/Getty Images)

January 13 The washington Post.

President-elect Donald Trump’s transition team may be expecting the European Union to fall apart this year, the outgoing U.S. ambassador to the 28-nation bloc said Friday, saying that the incoming U.S. administration may add to the burdens of an already struggling union.

Trump officials risk “lunacy” if they choose to support the fragmentation of Europe, Ambassador Anthony Gardner said in an unusually frank exit discussion with reporters. Gardner is an ally of President Obama who has been forced to resign, along with all other political ambassadorial appointees, on Jan. 20.

Gardner said that the E.U. remains more robust than is usually perceived in the United States. But he said he fears that a Euroskeptic Trump administration would harm U.S. and European interests if it continued to embrace anti-E.U. leaders such as Nigel Farage, a major leader of the successful British campaign to leave the E.U., known as Brexit.

In transition officials’ calls with E.U. leaders, their first question was, Gardner said, “What country is about to leave next after the U.K.?”

 “For us to be the cheerleaders of Brexit and to be encouraging Brexit Mark 2, Mark 3, is the height of folly,” he said.

He declined to name which officials were involved in the discussions and said that embassy officials had not taken part.

Europe faces a punishing schedule in the coming months. Elections in the Netherlands, France and Germany could all promote the power of anti-immigrant, anti-E.U. leaders. The effect would be a significant retreat for the efforts made after World War II to bind European nations so tightly together that they could never again go to war with each other.

The policy of the Obama administration — and all previous U.S. administrations, Republican and Democratic, since 1945 — has been to push for as much integration as possible. Obama and his surrogates, including Secretary of State John F. Kerry, have often made more impassioned arguments on behalf of European ideals than European leaders themselves. E.U. politicians have struggled with years of economic stagnation and a surging refugee population that has exacerbated voters’ fears for the future.

Trump called himself “Mr. Brexit” during the campaign and embraced leaders such as Farage, even suggesting that he should be appointed British ambassador to the United States. Anti-E.U. leaders in France have also said they received calls from members of the Trump transition team offering support. The anti-immigrant French presidential candidate Marine Le Pen ate lunch Thursday in the basement of Trump Tower in New York, although her team declined to say whether she was there because of Trump. Trump spokesman denied any meeting took place.

Those close contacts unsettle mainstream European leaders, including conservatives who have long been allied with Republicans.

“If we suddenly stop being the underwriters of the system we built after the Second World War, then a lot of bad things can happen,” Gardner said.

 Gardner, who worked in private equity before taking the ambassadorial post, said that there is a clear argument to be made that the absence of borders and the single currency in Europe was a powerful boost for U.S. businesses. He said he thought that the career diplomats he was leaving behind in the embassy would keep promoting that analysis to their new bosses in Washington.

But he said that he feared that the idealism and values that for seven decades have bound together Europe and the United States were at risk with Trump’s arrival.

“Never before will the weight of history be so heavy on the shoulders of Europe to carry the flame of democracy, human rights and values that have guided transatlantic partnership for decades,” he said. “Nothing can be taken for granted right now. The violence of our political discourse, the vulgarity of our political discourse, to see that things were unacceptable a few years ago are now acceptable, I find it profoundly shocking.”

Gardner acknowledged cheerfully that he was abandoning traditional diplomatic discipline, looking ahead to a return to private life in a week.

“I figured I might as well go out in a ball of flame,” he said.

Unlike Obama, Trump will be a more reliable ally, Turkish leadership believes

0

MEHMET ÇELIK@mcel0 Daily Sabah

ISTANBUL
PublishedJanuary 12, 2017

President Recep Tayyip Erdoğan speaking during the 33rd mukhtars (local officials) meeting in Ankara, Jan. 4.

President Erdoğan implicitly called on the upcoming U.S. administration to be transparent with Turkey, while reiterating Ankara’s willingness to repair ties with the U.S. which soured during the Obama administration particularly over disagreements on the fight against terror

Ankara has restated its hope to mend strained relations with Washington and open a new page with the United States, as U.S. President Barack Obama is about to step out of the White House and President-elect Donald Trump (R) awaits his inauguration ceremony next week. President Recep Tayyip Erdoğan Thursday implicitly criticized the outgoing Obama administration for the soured relations with Turkey, particularly on the U.S.’s support of the PKK’s Syrian offshoot, the Democratic Union Party (PYD), and implicitly expressed hopes of better relations with the upcoming U.S. president, saying “We hope that everyone at least places their cards on the table.

“No one can say there is no relation between the PYD and PKK, because this relation has come to light with evidence in NATO-backed publications. Also, no one can declare that our only priority and aim is to combat Daesh, because the developing perspective about the al-Bab operation carried out by Turkey demonstrates that there is no reservations about this fight. Nobody can promote the FETÖ [Gülenist Terror Group] anymore. I think that whoever is in doubt regarding the role of this group in the military coup attack is probably convinced now following the assassination of the ambassador of the Russian Federation,” the president added.

Trump on Wednesday held his first press conference since July, during which he controversially refused to take questions from some journalists, accusing them of producing “fake news” aside from many other issues he touched upon, including Russia’s hacking into the U.S. presidential elections.

Around the same time on Wednesday, the Trump administration’s Secretary of State nominee Rex Tillerson was having his confirmation hearing in front of the Senate Foreign Relations Committee, where he criticized the Obama administration, saying the U.S. needs to reassess its relations with Turkey, particularly on issues related to Syria and the Middle East in general.

“The first step we have to take is to re-engage with our traditional allies and friends in the region. We are back with our leadership and a plan. Russia, Turkey and Iran are dictating the terms in Syria, absent our participation,” Tillerson responded to a question on the U.S.’s declining leadership in the Middle East during the confirmation session.

“We have to re-engage with President Erdoğan in Turkey, this is a long-standing NATO ally. Due to the absence of the U.S. leadership, he got pretty nervous about the situation. He has turned to his next available ally, he has turned to Russia. To make it clear to him, this is not a sustainable ally. Your sustainable alliance is with the United States,” Tillerson added.

Tillerson’s comments came as the Turkey-U.S. alliance has suffered a period of tension, particularly due to disagreements in the areas where the fight against terror is central in the Middle East.

Perhaps the hottest disagreement between Ankara and Washington concerns the U.S.’s support of the Syria Democratic Forces (SDF), which is predominantly led by the PKK terror organization’s Syria offshoot, the PYD. While the Obama administration has long argued that the SDF is the most effective “partner” of the U.S.-led anti-Daesh coalition, Turkey identifies the PYD as a terrorist organization because of the organic links the group has with the PKK, and has declared numerous times that one terror group cannot be used to eliminate another terror group.

Turkey, the U.S. and the European Union recognize the PKK as a terrorist organization. The EU and the U.S., however, do not categorize the PYD and its armed wing the People’s Protection Units (YPG) as a terrorist organization, though Turkey strongly opposes any PKK-affiliated group south of its border, both in Iraq and Syria, saying it constitutes a national security threat to its borders.

Commenting on the expected U.S.-Turkey relations, Burhanettin Duran, director of the Ankara-based Foundation for Political, Economic and Social Research (SETA), said Trump is expected to eliminate the domestic and international baggage left behind by the Obama administration.

“In the international aspect, Trump will seek to re-establish relations with its historic allies, Turkey, Saudi Arabia, and Israel. Meanwhile, he will also mend ties with Russia, but relations with Iran will not be as good as during the Obama period. How this will affect the global equations and the U.S. role in the region is something we must wait to see. Moreover, how Trump will approach Russia and China in economic terms will be another determining factor,” Duran said.

Duran added that in terms of relations with Turkey, given the recent positive rhetoric, cooperation between Trump and Erdoğan is expected to emerge with a new page to open between the two historical allies.

“Trump will value Turkey’s anti-Daesh efforts in particular. This will also affect Trump’s approach to FETÖ and YPG issues in his ties with Turkey,” Duran said.

Turkish Presidential Spokesperson: “Has CENTCOM lost its senses?”

As the Obama administration lives its last days in office, U.S. CENTCOM controversially tweeted a message sent by the SDF, declaring that it has no relation with the PKK terror organization. CENTCOM’s action was harshly criticized by Turkey, as Ankara argues that the YPG terrorist group is the predominant force leading the SDF.

Turkish Presidential Spokesperson Ibrahim Kalin on Thursday tweet: “Is this a joke or @CENTCOM has lost its senses? Do you believe anyone will buy this? The U.S. must stop trying to legitimize a terrorist group.”

“@CENTCOM this account must be hacked by PKK. I believe CENTCOM knows better than WP and won’t try to legitimize PKK,” Turkey’s Ambassador to the United States, Serdar Kılıç, also tweeted.

‘Turkey looks for solidarity with U.S. in fight against terror’

Turkey’s Foreign Minister Mevlüt Çavuşoğlu urged the upcoming Trump administration to open a new page in relations with Turkey, which he said should be based on solidarity, cohesion and trust.

“To restore confidence with partners, a good place for the United States to begin is with Turkey, which is a front-line state with regard to all the threats in question. It is sadly true that the Turkey-U.S. bilateral relationship is under severe strain,” Çavuşoğlu said in an article penned for the Washington Post.

“Here in Turkey, the disillusionment in our public opinion and politics across the board is palpable. Why has this happened? A major reason is the United States’ continued insistence in Syria of working with a terrorist organization – YPG/PYD – which, like its conjoined twin, the PKK, is known to conduct and support incessant and barbaric terrorist attacks inside Turkey,” Çavuşoğlu wrote in the article.

Meanwhile, U.S.’s National Tea Party movement Co-founder and Leader Michael Johns, who is known for being close to Trump, said in an interview with Turkish daily Akşam that the Trump administration presents a good opportunity for a new page in Turkey-U.S. relations.

“In issues related to the Middle East, with regards to Daesh, I am hoping that we will take steps with Erdoğan. It would be easy to have cohesion with him,” he added.

http://www.dailysabah.com/diplomacy/2017/01/12/turkey-sees-trump-as-opportunity-to-clear-obamas-baggage