Αρχική Blog Σελίδα 2999

Το “άδειασμα” στον Νετανιάχου και πως θα αντιδράσει ο Τραμπ σε ένα επεισόδιο στο Αιγαίο

0

 US President Donald J. Trump (L) in the Roosevelt Room of the White House in Washington, DC, USA, 02 February 2017. EPA, MICHAEL REYNOLDS FEBRUARY 3, 2017

Του ΜΙΧΑΛΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ

Η ξαφνική απόφαση του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών για αναστολή των ισραηλινών εποικισμών σε παλαιστινιακά εδάφη προκάλεσε ταραχή σε πολιτικούς και διπλωματικούς κύκλους της Ουάσιγκτον. Στο Ισραήλ άκουσαν τα νέα σε κατάσταση σοκ. Και αυτό συνέβη επειδή ο πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου δρούσε και αντιδρούσε ως να είχε στην τσέπη του τον Ντόναλντ Τράμπ. Βλέπετε, είχαν συναντηθεί τον Σεπτέμβριο στη Νέα Υόρκη, πριν ακόμα από τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές και έφυγε με την εντύπωση ότι «τα είπε και τα αποφάσισε» με τον κ. Τραμπ…

Η αλήθεια είναι ότι αυτή η εντύπωση επικράτησε και στην Ουάσιγκτον μετά την ορκωμοσία του νέου Αμερικανού Προέδρου. Τηλεφώνησε στον κ. Νετανιάχου αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του και η συζήτηση ήταν πολύ ομαλή και εξόχως φιλική.

Ήταν ο δεύτερος ηγέτης που έλαβε πρόσκληση να επισκεφθεί την Ουάσιγκτον και αυτό θα συμβεί σε δύο εβδομάδες.

“Ενώ δεν πιστεύουμε ότι η ύπαρξη των οικισμών αποτελεί εμπόδιο στην ειρήνη, η ανέγερση νέων οικισμών ή η επέκταση υπαρχόντων οικισμών πέρα από τα σημερινά τους όρια μπορεί να αποβεί μη σκόπιμη στην επίτευξη του στόχου αυτού”, ανέφερε η δήλωση που μας έστειλε τα ξημερώματα (ώρα Ελλάδος) ο Λευκός Οίκος.

Μπορεί να αναφέρει στη συνέχεια ότι η κυβέρνηση Τραμπ “δεν έχει λάβει επίσημη θέση για την εποικιστική δραστηριότητα” αλλά η ζημιά έγινε. Η νέα αμερικανική κυβέρνηση υιοθέτησε μία θέση του Μπάρακ Ομπάμα που αποτελεί ανάθεμα για το Ισραήλ και τους ηγέτες του. Το περιστατικό πρέπει να γίνει μάθημα και στους Έλληνες πολιτικούς, αλλά και τους Έλληνες δημοσιογράφους, ιδιαίτερα αυτούς που παρακολουθούν τα διαδραμματιζόμενα στην αμερικανική πρωτεύουσα εκ του μακρόθεν και νομίζουν πως γνωρίζουν τα πάντα. ΤΗΝ ΤΥΦΛΑ ΤΟΥΣ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ. Στην προσπάθειά τους «να βγάλουν είδηση» καταφεύγουν στην φαντασία τους που καλπάζει.

Και εξηγούμαι, κάτι που ανέφερα και στο χθεσινό μου κείμενο: Μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, ο νέος Πρόεδρος δεν έχει ασχοληθεί με τα θέματα που μας ενδιαφέρουν.

Είναι βουνό τα προβλήματα στο γραφείο του, εσωτερικά και εξωτερικά, και δυστυχώς για την Ελλάδα και την Κύπρο τα δικά μας θέματα είναι εκτός του ραντάρ του, αυτή τη στιγμή.

Από την άλλη, ο νέος υπουργός Εξωτερικών μόλις ανέλαβε το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και οι προεδρικοί συνεργάτες στον Λευκό Οίκο δεν θεωρούν πως το Κυπριακό και τα προβλήματα που δημιουργεί η Τουρκία στο Αιγαίο, αξίζουν προσοχής. Και αυτό, παρά το γεγονός ότι ο νέος προσωπάρχης και ένας εκ των δύο πιο στενών συνεργατών του, γνωρίζει τα θέματα, ενημερώνεται και αν χρειαστεί θα παρέμβει. ΕΙΜΑΙ ΒΕΒΑΙΟΣ ΓΙ’ ΑΥΤΟ…

Επειδή το βασικό χαρακτηριστικό του κ. Τραμπ είναι το απρόβλεπτο του χαρακτήρα του, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πως θα αντιδράσει στην περίπτωση που η Τουρκία κλιμακώσει τις προκλήσεις της στο Αιγαίο και προκαλέσει πολεμικό επεισόδιο. Όμως, είναι και ένας άνθρωπος που δεν του αρέσουν οι δυσάρεστες εκπλήξεις. Και αυτή τη στιγμή, που όλη του η προσοχή είναι στραμμένη εναντίον της “ισλαμικής τρομοκρατικής απειλής”, το τελευταίο που επιθυμεί είναι μία πολεμική κρίση μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας.

Επίσης, μιας και «άδειασε» τον φίλο του Μπέντζαμιν Νετανιάχου σε ένα σοβαρότατο θέμα για το Ισραήλ, γιατί να αποκλείσουμε ότι θα πράξει το ίδιο και με τον Ταγίπ Ερντογάν, στην περίπτωση που απειλήσει την Ελλάδα και την Κύπρο. “Ευσεβείς φόβοι» θα πείτε, και δεν θα έχετε άδικο. Αλλά μπορεί κανείς να αποκλείσει οτιδήποτε έχοντας στο Όβαλ Οφις έναν άνθρωπο, ο οποίος πριν ένα χρόνο ήταν απλά ένας φωνακλάς επιχειρηματίας; Και εάν «σκοτώθηκε» στο τηλέφωνο με τον πρωθυπουργό της Αυστραλίας, που είναι ο πιο σημαντικός εταίρος και σύμμαχος της Αμερικής σε διεθνές επίπεδο, γιατί να χαριστεί στον ισλαμιστή Πρόεδρο της Τουρκίας, στην περίπτωση που εκτοξεύσει απειλές, όπως έκανε σε κάθε συνομιλία του με τον Μπάρακ Ομπάμα, ο οποίος επειδή ήταν «μαλακός» άνθρωπος δεν τον διαολόστειλε ποτέ…

Αυτό το διάστημα της «ακυβερνησίας», υπό την έννοια ότι ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει συνεργάτες σε σημαντικά υπουργεία, που ασχολούνται και με τα θέματά μας, απαιτείται να επιδείξει η Αθήνα μεγάλη ψυχραιμία στις προκλήσεις της Τουρκίας. Διότι ο Ταγίπ Ερντογάν, θα μπορούσε να εκμεταλλευθεί αυτό το «κενό» στην Ουάσιγκτον.

ΚΑΤΑ ΤΑ ΑΛΛΑ: Μεταδόθηκε ότι στη συνάντηση του Προέδρου Τραμπ με την Πρωθυπουργό της Βρετανίας συζητήθηκε και το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας. Δεν έγινε συζήτηση ούτε για την Ευρωζώνη, ούτε για την Ελλάδα. Ασχολήθηκαν σχεδόν αποκλειστικά με τα διμερή θέματα. Μάλιστα προκάλεσε εντύπωση στους διπλωματικούς κύκλους ότι η κ. Μέι, που  υποτίθεται ενδιαφέρεται για το Κυπριακό, δεν το έθεσε σε καμία στιγμή της συζήτησης. Και κατά τα άλλα λένε ότι διεξάγονται πυρετώδεις διαπραγματεύσεις για την διευθέτηση του προβλήματος της Κύπρου.

Πηγή: Το “άδειασμα” στον Νετανιάχου και πως θα αντιδράσει ο Τραμπ σε ένα επεισόδιο στο Αιγαίο http://mignatiou.com/2017/02/to-adiasma-ston-netaniachou-ke-pos-tha-antidrasi-o-trab-se-ena-polemiko-episodio-sto-egeo/

Ανατροπή; Η Μόσχα και όχι ο Τζόνσον ματαίωσαν την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο το 1964

0

 Ο Πρόεδρος Λίντον Τζόνσον. Φωτογραφία Λευκός Οίκος FEBRUARY 4, 2017

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου(*) Από την πρώτη στιγμή που δημιουργήθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία, οι απόπειρες να καταλυθεί ήταν “ψωμοτύρι” στη ζωή αυτού του κράτους, για έναν κυρίως λόγο: τη δεσπόζουσα θέση του νησιού στην Ανατολική Μεσόγειο. Η πρώτη από αυτές ήταν το 1964, όταν η Τουρκία του Ινονού, πιθανώς με την παρότρυνση ή πάντως με την ανοχή, τότε, των Ηνωμένων Πολιτειών και της Μεγάλης Βρετανίας, ετοιμάστηκε να εισβάλει στο νησί.

Μέχρι τώρα, η κυρίαρχη ερμηνεία στους ασχολούμενους με το Κυπριακό, ήταν ότι η εισβολή απετράπη λόγω της επιστολής με την οποία ο Πρόεδρος Τζόνσον ειδοποιούσε τον Ινονού να μην εισβάλει. Η επιστολή δόθηκε από τους ίδιους τους Αμερικανούς σχετικά σύντομα στη δημοσιότητα, ίσως σε μία προσπάθεια να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι όχι μόνο δεν ενθάρρυναν, αλλά και απέτρεψαν την Τουρκία. Είναι όμως έτσι τα πράγματα;

Μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο πρώην Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων στην Κύπρο και προσωπικός γιατρός του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Δρ. Βάσσος Λυσσαρίδης, αμφισβητεί αυτή την εκδοχή και καταθέτει τη δική του μαρτυρία για το ταξίδι του στο Σότσι και τη συνάντησή του με τον τότε σοβιετικό ηγέτη Νικήτα Χρουστσώφ.

Ο “Γιατρός” Βάσσος Λυσσαρίδης, ιδρυτής και επίτιμος Πρόεδρος της ΕΔΕΚ, του σοσιαλιστικού κόμματος της Κύπρου, είναι μια εμβληματική μορφή των εθνικών και κοινωνικών αγώνων στο νησί, αλλά, επίσης, και ένα σύμβολο των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων σε όλο τον αποικιοκρατούμενο κόσμο, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Υπήρξε φίλος με τον Μαντέλα, τον Νάσσερ, τον Αραφάτ, τον Καντάφι, τον Άσαντ, τον Κάστρο μεταξύ πολλών άλλων. Άνθρωπος-γέφυρα ανάμεσα στην ΕΑΜική εθνική αντίσταση και την ΕΟΚΑ, όπως και ανάμεσα στους κοινωνικούς και τους εθνικούς αγώνες του κυπριακού λαού, ο Βάσσος Λυσσαρίδης εκπροσώπησε, μαζί με τον Τάσσο Παπαδόπουλο, την ΕΟΚΑ στη διάσκεψη του Λονδίνου, που αποφάσισε την ίδρυση του κυπριακού κράτους.

Διαφώνησε όμως με τις συμφωνίες που υπεγράφησαν εκεί από την τότε ελληνική κυβέρνηση και τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο. Η διαφυγή του από την εναντίον του δολοφονική απόπειρα, στις 30 Αυγούστου 1974, στην οποία σκοτώθηκε ο οργανωτικός γραμματέας του Σοσιαλιστικού Κόμματος ποιητής Δώρος Λοΐζου, υπήρξε καθοριστική για να γίνει δυνατή η επιστροφή του Μακαρίου στην Κύπρο. Γιατί παραμένει αμφίβολο ότι θα μπορούσε τελικά ο Αρχιεπίσκοπος να επιστρέψει στο νησί, χωρίς την υπό τον Λυσσαρίδη αντίσταση τόσο προς το χουντικό πραξικόπημα, όσο και  προς το “μεταπραξικόπημα” που ακολούθησε.

Έτσι έγινε δυνατή η σωτηρία του κυπριακού κράτους, έστω και ακρωτηριασμένου, από τη δεύτερη μείζονα απόπειρα κατάλυσής του, το 1974, που ακολούθησε εκείνη του 1964 (διάφορες άλλες μικρότερης σημασίας σχεδιάστηκαν και άρχισαν να εκτελούνται στο ενδιάμεσο).

Η συνάντηση Λυσσαρίδη – Χρουστσώφ

Το 1964, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος έστειλε στη Σοβιετική Ένωση τον Βάσσο Λυσσαρίδη για να ζητήσει βοήθεια. Να πως μας περιέγραψε ο τελευταίος τη συνάντησή του με τον Νικήτα Χρουστσώφ στη θερινή κατοικία του στο Σότσι της Μαύρης Θάλασσας: “Με είχε στείλει ο Μακάριος να δω τον Χρουστσώφ, μαζί με τον υπουργό Εμπορίου τον Ανδρέα τον Αραούζο για προκάλυμμα.

Πήγαμε στη Μαύρη Θάλασσα, στο Σότσι, με ειδική πτήση από την Μόσχα. Τον είδαμε, ήταν στην αρχή στο γυμναστήριο, μετά προγευμάτιζε. Μίλησε ο υπουργός για τα δικά του, ανέπτυξα κι εγώ ότι αναμένουμε μια επίθεση από τη Τουρκία και τι μπορούμε να περιμένουμε από τη Σοβιετική Ένωση”. Ο Χρουστσώφ με άκουσε και με το χαρακτηριστικό του ύφος μου λέει: «βλέπεις τι τρώω; Τρώω ελιές από την πατρίδα σου!». Του λέω: «κυπριακές;». «Όχι!» μου λέει «ελληνικές!». Δεν νομίζω να ήταν τυχαίο. Αλλά δεν μπορώ να ξέρω και με βεβαιότητα. «Ε», του λέω, «το βλέπω». «Ξέρεις τι είναι εκεί πέρα μακριά;» μου λέει δείχνοντας προς νότο τον ορίζοντα και συνεχίζει: «είναι η Τουρκία. Ωραία. Μια μεγάλη χώρα σαν εμάς δεν μπορεί να επιτρέψει σε αυτή τη μικρή δύναμη να κάνει εισβολή στη χώρα σου».

Επειδή ήξερα ότι ο Αραούζος ήταν ένας θαυμάσιος άνθρωπος, αλλά ήταν πολιτικά κάπως αφελής, ρωτάω τον Χρουστσώφ: «καλά, κι αν καταληφθείτε εξ απροόπτου;». Γέλασε και μου λέει: «τότε δεν θα είμαστε μεγάλη δύναμη». Λέω: «να μεταφέρω αυτά εις τον Μακάριο;». Βάζει κάτι γέλια χωριάτικα και μου λέει: «δεν μου λες, για τουρισμό ήρθες εδώ πέρα;».

Και ήταν τότε που έγραψε την επιστολή προς τον Τζόνσον, με την οποία προειδοποιούσε ότι αν η Τουρκία εισβάλει στη Κύπρο, η Σοβιετική Ένωση δεν έχει παρά να πάρει μέτρα εναντίον της Τουρκίας, και εννοούσε στρατιωτικά. Και αναγκάζεται τότε ο Τζόνσον να γράψει την περιβόητη επιστολή προς τους Τούρκους, προς τον πρωθυπουργό Ισμέτ Ινονού, στις 5 Ιουνίου του 1964.

Και μετά όλοι ευγνωμονούν τον Τζόνσον ότι δήθεν ματαίωσε την εισβολή της Τουρκίας τότε στην Κύπρο, ενώ η ματαίωση έγινε από τον Χρουστσώφ, με προσωπική μου μαρτυρία και προσωπική μου εμπειρία. Για εμάς η Σοβιετική Ένωση, με μικρές εξαιρέσεις στο τέλος, και μέχρι σήμερα ακόμα η Ρωσία για νάμαστε δίκαιοι, εξακολουθεί να είναι μια θετική δύναμη.

Η στάση των Βρετανών το 1964 

Την άποψη ότι οι Σοβιετικοί και όχι οι Αμερικανοί απέτρεψαν την εισβολή του 1964 υιοθετεί, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο William Mallinson, Βρετανός διπλωμάτης και ιστορικός, συγγραφέας πολλών βιβλίων για την Κύπρο και την Ελλάδα, μερικά από τα οποία μεταφράστηκαν και ελληνικά (το τελευταίο, Πικρές Εληές κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εστία, ενώ ένα προηγούμενο, Κύπρος, μια Ιστορική Προοπτική, από τις εκδόσεις Παπαζήση).

Ο Μάλλινσον έχει ερευνήσει συστηματικά τα αρχεία του Φόρειν Όφις και μας παρουσίασε ένα τηλεγράφημα από την βρετανική πρεσβεία προς το Λονδίνο, όπου οι Βρετανοί ενημερώνουν τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, ότι όχι μόνο δεν προτίθενται να κάνουν τίποτα με τα στρατεύματά τους για να εμποδίσουν την εισβολή, αλλά δεν θέλουν να κάνει ούτε και η δύναμη του ΟΗΕ στο νησί.

Σε σχετικό τηλεγράφημα, με ημερομηνία 7 Ιουλίου 1964, αναφέρεται σχετικά, σύμφωνα πάντα με τον κ. Μάλλινσον: “Καταστήσαμε σαφές στα Ηνωμένα Έθνη, ότι δεν θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε στη χρήση της UNFICYP (σ.σ. Ειρηνευτική Δύναμη του ΟΗΕ στην Κύπρο) για να αποκρούσει εξωτερική επέμβαση και ότι οι πάγιες διαταγές στα στρατεύματά μας εκτός UNFICYP, είναι να αποσυρθούν στις Περιοχές Κυριάρχων Βάσεων αμέσως μόλις συμβεί τέτοια επέμβαση.  [British Embassy, Washington to Foreign Office, 7 July 1964, telegram 8541, NA FO 371/174766, file C1205/2/G]

“Ο αρχηγός των ελληνικών Ενόπλων δυνάμεων Πιπιλής”, μας λέει ο Μάλλινσον, “είχε την αφελή πεποίθηση ότι οι ΗΠΑ θα εμπόδιζαν διά της βίας μια περιορισμένη τουρκική επέμβαση. Στο φως της εμπειρίας του τι συνέβη δέκα χρόνια αργότερα, η ιδέα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επέτρεπαν μια περιορισμένη τουρκική επέμβαση, ώστε να επιβάλλουν το σχέδιο Μπωλ-Άτσεσον, μοιάζει αρκετά πιθανή”. Γι’ αυτό, συνεχίζει ο Μάλλινσον, η σταθερή σοβιετική στάση μοιάζει να απέτρεψε το 1964 την τουρκική εισβολή και τον διαμοιρασμό της Κύπρου σε δύο χώρες του ΝΑΤΟ, άποψη που ενστερνίζονται και άλλοι μελετητές της περιόδου  [Dodd, Clement, The Cyprus Issue, Eothen Press, Huntingdon, 1995, p. 33; Celik, Yasemin, Contemporary Turkish Foreign Policy, Praeger, Westpoint, 1999, p. 49. και Joseph, Joseph S., Cyprus: Ethnic Conflict and International Politics, St. Martin’s Press, London and New York, 1997]

Η Ουάσιγκτων φαίνεται ότι ανέκρουσε πρύμνα σε ότι αφορά μια εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο, όταν η Μόσχα την προειδοποίησε ότι “αν υπάρξει μια ένοπλη ξένη εισβολή της κυπριακής επικράτειας”, τότε “η Σοβιετική Ένωση θα βοηθήσει την Κυπριακή Δημοκρατία να υπερασπιστεί την ελευθερία και ανεξαρτησία της εναντίον της ξένης επέμβασης”.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες ανησύχησαν όχι μόνο για άμεση συνδρομή στην κυπριακή άμυνα, αλλά και για την πιθανότητα σοβιετικής επέμβασης εναντίον της ίδιας της Τουρκίας, αν αυτή εισέβαλε στην Κύπρο.

Αλλαγή των μέσων, όχι των σκοπών- το περιστατικό με τον Μπωλ και η μαρτυρία Πάκαρντ

Αν ο Πρόεδρος Τζόνσον ανέκρουσε πρύμνα ως προς την υποστήριξη ή ανοχή μιας τουρκικής εισβολής, δεν παραιτήθηκε από τις κεντρικές επιδιώξεις της τότε πολιτικής των ΗΠΑ, μέσω άλλων μεθόδων και “διόδων”. Όταν το 1964, επεσκέφθη την Κύπρο ο εκτελών χρέη Υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζωρτζ Μπωλ, ο αξιωματικός της υπηρεσίας πληροφοριών του βρετανικού βασιλικού ναυτικού Μάρτιν Πάκαρντ τον πήρε με ελικόπτερο να του δείξει την πράσινη γραμμή.

Ο Πάκαρντ, όπως είπε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, είχε πάρει εντολή από τον Βρετανό στρατηγό Young, διοικητή των βρετανικών δυνάμεων στην Κύπρο, να φροντίσει όχι μόνο να σταματήσουν οι διενέξεις Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, αλλά και να τους επανασυμφιλιώσει, κάτι που έκανε σε αγαστή συνεργασία τόσο με τον Μακάριο, όσο και με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Κιουτσούκ.

Μετά το πέρας της πτήσης πάνω από την πράσινη γραμμή, ο Μπωλ, όπως μας λέει ο Πάκαρντ, τον χτύπησε στην πλάτη και του είπε “Φανταστική δουλειά γιε μου. Αλλά τα κατάλαβες όλα λάθος. Δεν σου έχει πει κανείς ότι η δουλειά μας εδώ είναι να χωρίσουμε, όχι να ενώσουμε;”. (Όλη η ιστορία υπάρχει στο βιβλίο του Getting It wrong: Fragments from a Cyprus Diary 1964).

Ο Πάκαρντ δεν ήταν ο μόνος δυτικός αξιωματούχος που είχε μπερδευτεί με την βρετανική και με την αμερικανική πολιτική στο Κυπριακό, ιδίως πότε και γιατί ήθελαν να χωρίσουν, πότε και γιατί ήθελαν να ενώσουν. Ο ίδιος ο Υπουργός Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας Χάρολντ Μακμίλαν χρειάστηκε να εξηγήσει στο υπουργικό συμβούλιο τι έκανε στις διαπραγματεύσεις λέγοντας: “Ο σκοπός μας είναι να αντιτάξουμε στους Έλληνες την τουρκική άρνηση να δεχθούν τη διχοτόμηση και να τους εξαναγκάσουμε να δεχτούν τη δική μας κυριαρχία”.

Όπως το έθεσε, με … εγελιανούς όρους (!), ένας θεωρητικός της αγγλικής αποικιοκρατίας “η θέση είναι η Ένωση, το δικαίωμα των Ελλήνων στην αυτοδιάθεση, η αντίθεση είναι η τουρκική διεκδίκηση για Διχοτόμηση, η σύνθεση είναι η δική μας κυριαρχία”.

Ο Λύντον Τζόνσον σε ρόλο Προφήτη

Ιστορική έχει άλλωστε μείνει η φράση του Προέδρου Λύντον Τζόνσον το 1964, προς τον Έλληνα Πρέσβη στην Ουάσιγκτον, όπως την αναφέρει ο Richard Clogg στο βιβλίο του Α Concise History of Greece από τις εκδόσεις Cambridge University Press.

Όταν ο Πρέσβης προσπάθησε να του εξηγήσει ότι το ελληνικό κοινοβούλιο δεν θα επέτρεπε να παραχωρηθεί στην Τουρκία το Καστελόριζο, όπως προέβλεπε το σχέδιο Άτσεσον-Μπωλ, ο Πρόεδρος του είπε επί λέξει: “Γαμώ το κοινοβούλιό σας. Γαμώ το Σύνταγμά σας”.

Ένα χρόνο μετά, ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος εξανάγκασε σε παραίτηση τον πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου και τρία χρόνια μετά επεβλήθη στην Ελλάδα δικτατορία. Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος απέσυρε την ελληνική μεραρχία από την Κύπρο και ο διάδοχός του Δημήτριος Ιωαννίδης οργάνωσε το πραξικόπημα και την απόπειρα δολοφονίας του Μακαρίου. Η ΕΟΚΑ Β’ προσπάθησε λίγο αργότερα να δολοφονήσει τον Βάσσο Λυσσαρίδη και δολοφόνησε τελικά τον Δώρο Λοΐζου. Πολύ αργότερα ο Πρόεδρος Κλίντον και ο αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ ζήτησαν συγγνώμη για αυτά τα γεγονότα.

Ο Δημήτρης Κωνσταντόπουλος είναι δημοσιογράφος.

Πηγή: Ανατροπή; Η Μόσχα και όχι ο Τζόνσον ματαίωσαν την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο το 1964 http://mignatiou.com/2017/02/anatropi-i-moscha-ke-ochi-o-tzonson-mateosan-tin-isvoli-tis-tourkias-stin-kipro-to-1964/

Η ΑΟΖ της Ελλάδας και ο Ντόναλντ Τραμπ: Θα αλλάξει τη θέση των ΗΠΑ ο νέος Πρόεδρος;

1

 Γράφει ο Θεόδωρος Καρυώτης

“Θάλασσα κλύζει πάντα τα’ ανθρώπων κακά”, Ευρυπίδης

Η ιστορία του ελληνισμού είναι συνυφασμένη με τη θάλασσα αλλά οι τελευταίες ελληνικές κυβερνήσεις φαίνεται να την αντιπαθούν και έχουν αφήσει του Κύπριους, τους Ισραηλινούς και τους Αιγύπτιους να κολυμπούν μόνοι τους στην Ανατολική Μεσόγειο.

Το φάντασμα της ΑΟΖ θα στοιχειώσει,  εάν δεν ξυπνήσουμε σύντομα. Ακούγεται μονότονο αλλά διαπεραστικό. Η παγκόσμια κοινότητα ασχολείται, με αυξανόμενο ενδιαφέρον, με το θέμα της ΑΟΖ, αλλά εμείς συνεχίζουμε να κοιμόμαστε τον ύπνο του δικαίου. Όχι μόνο δεν ξυπνήσαμε μετά την ηρωική ανακήρυξη της Κυπριακής ΑΟΖ, το 2014, από τον αείμνηστο Τάσσο Παπαδόπουλο, αλλά αντιθέτως η τότε κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας (Καραμανλής-Μπακογιάννη) την πολέμησε.

Ο Σουλτάνος ακόμα δεν μπορεί να χωνέψει πως τον ενέπαιξε  ο τότε Πρόεδρος της Κύπρου, αλλά όταν ξύπνησε αποφάσισε να μην προφέρει τη λέξη ΑΟΖ ιδιαίτερα με την Ελλάδα και να αναφέρεται μόνο στην υφαλοκρηπίδα. Είναι τραγικό ότι υπάρχουν ακόμα Έλληνες που συμφωνούν μαζί του και συζητούν για υφαλοκρηπίδα, χωρίς να αντιλαμβάνονται την ζημιά που προκαλούν ισχυριζόμενοι ότι η μοναδική διαφορά μας με τους γείτονες μας είναι νομικού χαρακτήρα και αφορά μόνο την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας.

Βέβαια, σε αυτό το θέμα ήμασταν λίγο άτυχοι , διότι στην Διάσκεψη του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας, όταν δημιουργήθηκε η ΑΟΖ, υπήρξε μια σοβαρή συζήτηση ότι η έννοια της ΑΟΖ έχει πλέον ξεπεράσει την έννοια της υφαλοκρηπίδας.  Η πρωτοβουλία ανήκε σε κράτη της Λατινικής Αμερικής αλλά δυστυχώς στη ψηφοφορία που ακολούθησε η πρόταση δεν εγκρίθηκε  και έτσι παρέμεινε και η υφαλοκρηπίδα στην UNCLOS.

Στις δύσκολες και τραγικές αυτές στιγμές, ήρθε η ώρα να ορθώσουμε το ανάστημά μας. Κοιτάξτε πως ενεργούν τα νησιά της Καραϊβικής,  που δεν διαθέτουν τον δικό μας θαλάσσιο πλούτο. Κοιτάξτε τις επεκτατικές τάσεις της Κίνας,  που προσπαθεί με δεκάδες τεχνάσματα  να αυξήσει την έκταση της ΑΟΖ της. Κοιτάξτε την προσπάθεια που κάνουν οι μεγάλες δυνάμεις για την εξερεύνηση του θαλάσσιου πλούτου της Αρκτικής.

Φωνάξτε τους Νορβηγούς, τους Ρώσους και τους Αμερικανούς να επενδύσουν σε μια από πιο ιστορικές θάλασσες της υφηλίου,  που διαθέτει για αιώνες τώρα έναν ορυκτό πλούτο που σίγουρα οι Αθηναίοι του Περικλή δεν θα άφηναν ανεκμετάλλευτο!

Οι αριθμοί αυτή τη στιγμή δεν έχουν αξία,  αλλά επιτέλους πρέπει να αρχίσουμε την εξερεύνηση των υδρογονανθράκων μας. Έχουμε ήδη χάσει μια δεκαετία. Δεν χρειάζεται να χάσουμε και άλλη.

Η κατάσταση που επικρατεί σήμερα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι η χειρότερη και η πιο επικίνδυνη μετά την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974.

Το «Βυθίσατε το Χώρα» και η κρίση των Ιμίων δεν συγκρίνονται και πολύ φοβούμαι ότι η τραγική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας δεν μας επιτρέπει να δώσουμε μεγαλύτερη προσοχή στο Αιγαίο Αρχιπέλαγος. Ήδη ο Σουλτάνος ζητεί να ξεκινήσει μια από μηδενική βάση συζήτηση των διμερών σχέσεων των δυο κρατών.

Σε ένα από τα καλύτερα άρθρα που έχω διαβάσει, την τελευταία δεκαετία, ο καθηγητής Κωνσταντίνος Σοφούλης με ένα τίτλο «Μήπως Είμαστε Έθνος γελοίο;» προσπαθεί, μεταξύ άλλων,  να μας πείσει πόσο κρίσιμη είναι αυτή την περίοδο η σχέση μας με το Ισραήλ.

Σε κάποιο σημείο του άρθρου του αναφέρει:  Και όμως,  έχουμε ένα δίδυμο αδελφό. Είναι το Ισραήλ που έστησε το νέο κράτος του ύστερα από αιώνες εξευτελιστικής περιπλάνησης όπως εμείς ύστερα από αιώνες ατελούς εθνότητας. Αλλά και αν αποφύγουμε αυτόν το εξαίσιο φυλετικό μύθο, πάλι το Ισραήλ παραμένει χώρα αδελφού έθνους από μια άλλη περισσότερο πεζή άποψη. Και οι δυο μας είμαστε μικροί το δέμας αλλά κατέχουμε εξαιρετικά «οικόπεδα» από γεωπολιτική άποψη στην αιώνια μπαρουτοθήκη της Μεσογείου. Μέχρις εδώ, όμως, οι συγγένειες. Γιατί αν μιλήσουμε για την ικανότητα αξιοποίησης της γεωπολιτικής μας προίκας, το μεν Ισραήλ αποδείχνεται σοβαρός διαχειριστής, ενώ εμείς παραμένουμε γελοίοι στον «αναδελφισμό» μας.

Στη συνέχεια σημειώνει: «Εμείς αφού φαγωθήκαμε επανειλημμένα μεταξύ μας, αφού καήκαμε σε τρείς εμφύλιους και τέσσερες  χρεοκοπίες, ξαναφαλίραμε για καλά αυτή τη φορά και επιμένουμε να φαλίρουμε μέσα στο ήδη φαλιμέντο μας. Ιστορική πρωτοτυπία.Το συνάδελφο έθνος, αντίθετα, έφτιαξε το κράτος του με τα καλλίτερα υλικά του παγκόσμιου εβραϊσμού και οργάνωσε μια στρατευμένη κοινωνία που αντιστέκεται πετυχημένα στην αραβική και μουσουλμανική λαοθάλασσα σε πείσμα όλων των στατιστικών αριθμών. Το μυστικό της επιτυχίας του είναι ένα και μοναδικό: Έστησε το κράτος του όχι με τους καθημαγμένους ομοεθνείς του που ζούσαν στην παλιά πατρίδα, αλλά με ό,τι καλλίτερο είχε να επιδείξει το έθνος τους σε ολόκληρο τον πλανήτη. ‘Έφτιαξαν έτσι έναν καινούργιο και απαστράπτοντα εβραϊκό πολιτισμό που επιβιώνει και αναπτύσσεται με υπερηφάνεια.» Και καταλήγει: «Σκέφτομαι. Μήπως αξίζει να επιχειρήσουμε έστω και τώρα,  που φαίνεται ότι είναι αργά, να μιμηθούμε το Ισραηλίτικο παράδειγμα; Έχουμε άραγε το δικαίωμα να ονειρευτούμε μια νέα Φιλική Εταιρεία που θα μαγνητίσει την παγκόσμια ακμάζουσα διασπορά μας να βάλει γερή πλάτη στο ξαναχτίσιμο της εθνικής μας πατρίδας; Μπορεί να υπάρξουν πολιτικοί μας που θα μετέτρεπαν ένα τέτοιο όραμα σε σχέδιο δράσης; Ίσως αυτή είναι τελευταία ευκαιρία για να αποφύγουμε την οριστική γελοιοποίηση μας ως έθνος.  Κι ας σημειώσουμε, όταν άπαξ γελοιοποιηθείς η γελοιοποίηση δεν έχει τέλος.»

Ο πρέσβης του Ισραήλ στην Ελλάδα, πριν δύο χρόνια, αναφερόμενος στη μελλοντική ενεργειακή συνεργασία μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ, ανέφερε: «Έχουμε αποταθεί στα ανώτερα κλιμάκια της ελληνικής κυβέρνησης και τους είπαμε ότι θα είμεθα πολύ ευτυχείς εάν χρησιμοποιούσαμε την Ελλάδα σαν ένα κέντρο (hub) με προορισμό την Ευρώπη − που μπορεί να φτάσει εδώ με αγωγό ή με υγροποίησή του μεταφέροντάς το με τάνκερ. Επίσης θέλουμε και τη συμμετοχή της Κύπρου, γιατί έχει και αυτή βρει αέριο, και πιστεύουμε ότι εμείς οι τρεις χώρες, Ισραήλ, Ελλάδα και Κύπρος, εάν εργαστούμε μαζί και χρησιμοποιήσουμε τη δύναμή μας στο πεδίο του φυσικού αερίου, θα μπορούσαμε  να γίνουμε μια περιφερειακή δύναμη που θα μπορούσε να σταθεί απέναντι σε κάποια άλλη περιφερειακή δύναμη».  Χρήσιμα λόγια, αλλά φαίνεται ότι μέχρι στιγμής η Ελλάδα, απασχολημένη με τα μεγάλα προβλήματά της, δεν έχει αξιοποιήσει ακόμα αυτόν τον σημαντικό άξονα, ο οποίος θα της προσφέρει και μια μακροπρόθεσμη λύση στο οικονομικό της πρόβλημα.

Όπως είχε πει κάποτε ο μεγαλύτερος οικονομολόγος του 20ου αιώνα, John Maynard Keynes, «Η δυσκολία έγκειται όχι τόσο στην ανάπτυξη νέων ιδεών, όσο στην αποφυγή των παλαιών».

Ήρθε η ώρα η Ελλάδα να ακολουθήσει, έστω και καθυστερημένα, το παράδειγμα της Κύπρου και του Ισραήλ, ώστε να κατορθώσει ο ελληνικός λαός, με μέτρο και αυτοσυγκράτηση, να καρπωθεί τον μεγάλο ορυκτό πλούτο της χώρας του και να τον διαφυλάξει και για τις επόμενες γενιές, όπως έχει πράξει με σύνεση  η Νορβηγία.

Μπορεί η μονομερής ανακήρυξη της ΑΟΖ να δημιουργήσει μια κρίση; Η ερώτηση έχει τεθεί  πολλές φορές, αλλά η απάντηση έχει μεγαλύτερη αξία σήμερα λόγω των αυξημένων τουρκικών προκλήσεων στα Ίμια και στο Καστελόριζο. Η απάντηση, βέβαια, δεν είναι δύσκολη, εκτός εάν κάποιος πάσχει από φοβικό σύνδρομο, γιατί η ανακήρυξη της ΑΟΖ είναι, πάνω απ’ όλα μια μονομερής πράξη. Απόδειξη τούτου αποτελεί και το γεγονός ότι μέχρι σήμερα έχουν γίνει 134 ανακηρύξεις ΑΟΖ στον πλανήτη Γη και όλες αυτές ήταν μονομερείς.

Είναι πολύ σημαντικό να αναφέρουμε εδώ ότι σε καμία περίπτωση δεν υπήρξε κάποια κρίση στις διμερείς σχέσεις γειτονικών κρατών λόγω μονομερούς ανακήρυξης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έκαναν μονομερή ανακήρυξη ΑΟΖ την 10η Μαρτίου 1983 και φυσικά έδωσαν ΑΟΖ σε όλα τα νησιά τους. Η τότε Σοβιετική Ένωση έδειξε την δυσαρέσκειά της για την ανακήρυξη της Αμερικανικής ΑΟΖ αλλά γρήγορα άλλαξε γνώμη και ανακήρυξε την δικιά της ΑΟΖ στις 28 Φεβρουαρίου 1984 και μετά ακολούθησαν δεκάδες κράτη και αρκετά κράτη-μέλη της ΕΕ. Και βέβαια μη ξεχνάμε ότι τον Απρίλιο του 2004 ο Πρόεδρος Τάσσος Παπαδόπουλος ανακήρυξε την ΑΟΖ της Κύπρου και δεν δημιουργήθηκε καμιά κρίση.

Την Ελλάδα κυβέρνησαν από τη δεκαετία του 80, επτά Πρωθυπουργοί, πριν από τον Αλέξη Τσίπρα. Ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, πάλι ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Κώστας Σημίτης, ο Κώστας Καραμανλής, ο Γιώργος Παπανδρέου και ο Αντώνης Σαμαράς και κανείς δεν τόλμησε να ανακηρύξει της ΑΟΖ της Ελλάδας.

Όπως είπε κάποτε ο Πρόεδρος Ρούσβελτ «we have nothing to fear but fear itself».

Ο Ντόναλντ Τραμπ και το Δίκαιο της Θάλασσας

Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ένα από τα 164 κράτη που συμμετείχαν στην Τρίτη Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας , που πραγματοποιήθηκε από το 1973 μέχρι το 1982 και κατέληξε σε μια διεθνή συμφωνία που έγινε γνωστή ως Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS).

Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ένα από τα τέσσερα κράτη που καταψήφισαν την UNCLOS στη τελευταία σύνοδο στη Νέα Υόρκη τον Απρίλιο του 1982 ,διότι το Δημοκρατικό κόμμα που υποστήριζε και πρωτοστατούσε στη Διάσκεψη έχασε τις προεδρικές εκλογές τον Νοέμβριο του 1980 και έτσι ο νέος Πρόεδρος, Ρόναλντ Ρέιγκαν, όταν ανέλαβε τον Λευκό Οίκο τον Ιανουάριο του 1981,  άλλαξε την ηγεσία της αμερικανικής αντιπροσωπείας και καταψήφισε την UNCLOS.

Ο κύριος λόγος που ο Ρεπουμπλικάνος Πρόεδρος ήταν αντίθετος με το νέο Σύνταγμα των Ωκεανών ήταν το Μέρος XI που ασχολείτο με τα μεταλλεύματα των ωκεάνιων βυθών που βρίσκονταν πέραν της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ των παράκτιων κρατών και όπως αναφέρει το Άρθρο 136 «η περιοχή και οι πόροι της αποτελούν κοινή κληρονομιά της ανθρωπότητας». Αυτός ό όρος «κοινή κληρονομιά της ανθρωπότητας» άναψε τα λαμπάκια της υπερσυντηρητικής νέας κυβέρνησης των ΗΠΑ. Ενθυμούμαι ακόμα τα λόγια του Αμερικανού Αντιπροσώπου στην Νέα Υόρκη «Αυτή η έννοια της κοινής κληρονομιάς της ανθρωπότητας είναι μια κομμουνιστική έννοια και δεν συμβαδίζει με τους νόμους της ελεύθερης αγοράς. Το κράτος που φθάνει πρώτο στους ωκεάνιους βυθούς θα εκμεταλλεύεται τους πολυμεταλλικούς κονδύλους που βρίσκονται εκεί.»

Επιπλέον, ανησυχούσαν ότι η Διεθνής Αρχή των Θαλάσσιων Βυθών (International Seabed Authority) θα δημιουργούσε μια διογκωμένη και πανάκριβη γραφειοκρατία. Οι ΗΠΑ από το 1983 μέχρι το 1990 προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα εναλλακτικό καθεστώς για την εκμετάλλευση των μεταλλευμάτων των θαλάσσιων βυθών. Επήλθε μια συμφωνία με άλλα βιομηχανικά κράτη και τέσσερις άδειες δόθηκαν σε τέσσερις διεθνείς κοινοπραξίες. Έτσι, δημιουργήθηκε η Προπαρασκευαστική Επιτροπή για να προετοιμάσει την διαδικασία για να τεθεί σε ισχύ η UNCLOS.

Με τις αλλαγές που έγιναν δημιουργήθηκε μια νέα Συμφωνία τον Ιούλιο του 1994 και οι ΗΠΑ υπέγραψαν αυτή τη Συμφωνία και σήμερα αναγνωρίζουν την UNCLOS ως εθιμικό διεθνές δίκαιο. Το UNCLOS τέθηκε σε ισχύ τον Νοέμβριο του 1994 μετά από τις 60 επικυρώσεις όπως προέβλεπε η νέα Σύμβαση. Οι υποστηρικτές της UNCLOS στις ΗΠΑ αποτελούν την πλειοψηφία αλλά δεν έχουν κατορθώσει να την επικυρώσουν στην Γερουσία . Υποστηρίζουν με θέρμη ότι η Σύμβαση, ξεκάθαρα, προωθεί  την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ καθώς και τα οικονομικά και περιβαλλοντολογικά τους συμφέροντα. Επιπλέον, η Σύμβαση περιλαμβάνει τα δικαιώματα των αμερικανικών πολεμικών πλοίων και αεροσκαφών να εισέρχονται στα χωρικά ύδατα άλλων κρατών υπό ορισμένες προϋποθέσεις και για αυτό το Αμερικανικό Ναυτικό που διαθέτει τον μεγαλύτερο πολεμικό  στόλο στον κόσμο, ήταν από την αρχή υποστηρικτής της UNCLOS.

Επίσης, η Σύμβαση δίνει νομικά δικαιώματα για την εκμετάλλευση των τεράστιων αποθεμάτων φυσικού αερίου και πετρελαίου που βρίσκονται πέραν της ΑΟΖ και συγκεκριμένα στη εκτεταμένη υφαλοκρηπίδα , που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 350 ν.μ. Έτσι οι ΗΠΑ θα μπορούν να εκμεταλλευτούν τους τεράστιους πόρους που βρίσκονται στην εκτεταμένη υφαλοκρηπίδα έξω από τις ακτές της Αλάσκας καθώς και τα πολύτιμα μεταλλεύματα των ωκεάνιων βυθών.

Οι αμερικανικές εταιρίες δεν θα διακινδυνεύσουν επενδύσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων που χρειάζονται για να εξερευνήσουν τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της Αρκτικής,  εκτός εάν έχουν νόμιμο δικαίωμα που είναι διασφαλισμένο μόνο εάν οι ΗΠΑ έχουν προσχωρήσει στην UNCLOS.

Οι εχθροί του Δίκαιου της Θάλασσας αποτελούν μια ισχυρή μειοψηφία, που πιστεύει ότι η UNCLOS είναι μια συμφωνία καταστροφική για τα εθνικά συμφέροντα των ΗΠΑ και ισχυρίζονται ότι θα παραβιάσει την εθνική κυριαρχία των ΗΠΑ.

Από την εποχή του  Μπους  πατρός μέχρι και τον Ομπάμα οι Αμερικανοί πρόεδροι υποστήριζαν την επικύρωση, αλλά δεν διέθεταν τα 2/3 της Γερουσίας,  όπως προβλέπει η αμερικανική νομοθεσία,  ώστε να επικυρωθούν διεθνείς συμβάσεις. Κάπως έτσι σκέφτεται και ο σημερινός πρόεδρος των ΗΠΑ και γι’ αυτό η πιθανότητα να ζητήσει από την Αμερικανική Γερουσία να επικυρώσει την UNCLOS είναι μηδαμινή  και δεν πρόκειται σύντομα η Αμερική να συμπεριληφθεί  στα 167 κράτη που έχουν επικυρώσει την UNCLOS.

Αλλά η Αμερική δεν αντιλαμβάνεται ότι δεν έχει δικαιώματα επέμβασης στη Σινική Θάλασσα και δεν μπορεί να καταγγέλλει την Κίνα για παραβίαση του UNCLOS , χωρίς η ίδια να είναι μέρος αυτής της παγκόσμιας Συνθήκης. Πάντως, είναι σημαντικό γεγονός ότι ο νέος ΥΠΕΞ των Ηνωμένων Πολιτειών, ο Τομ Τίλλερσον, γνωρίζει άριστα τι είναι η ΑΟΖ,  διότι η ExxonMobil , της οποίας ηγείτο μέχρι την ανάληψη των καθηκόντων του, έχει εκμεταλλευθεί για πολλά χρόνια τώρα τις ΑΟΖ πολλών κρατών.

Επομένως, ευελπιστούμε ότι δεν θα είναι αρνητικός στην ανακήρυξη της ελληνικής ΑΟΖ.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι  η εταιρεία ενδιαφέρθηκε για το οικόπεδο 10 της Κυπριακής ΑΟΖ,  που είναι  το σημαντικότερο οικόπεδο, μια και γειτνιάζει με το τεράστιο κοίτασμα Ζορ της Αιγυπτιακής ΑΟΖ. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός της συμμετοχής με την ExxonMobil και της Qatar Petroleum, που επιβεβαιώνει ότι ένας από τους στόχους είναι η δημιουργία τερματικού σταθμού υγροποίησης, αφού πρόκειται για μια από τις πιο ισχυρές κοινοπραξίες παγκόσμια στον τομέα αυτό.

Εμείς επί 34 χρόνια αδρανούμε και όχι μόνο δεν έχουμε ανακηρύξει την Ελληνική ΑΟΖ αλλά παρακολουθούμε μισοζαλισμένοι τις ανακηρύξεις και οριοθετήσεις των ΑΟΖ των κρατών της Ανατολικής Μεσογείου.

Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από την απαξίωση της Θάλασσας από τον λαό που έγραψε μια τόσο λαμπρή ιστορία μέσα από τις θάλασσές της.

Ξαφνικά μπήκε στο παιχνίδι και ο Λίβανος,  που είναι έτοιμος να δώσει οικόπεδα της ΑΟΖ του σε εταιρίες όπως η ExxonMobil, η Total και η Chevron.

Οι Λιβανέζοι έχουν υπολογίσει ότι με πιθανότητα 50% κείνται στην ΑΟΖ τους 97,9 τρις. κυβικά πόδια φυσικού αερίου και 865 εκατ. βαρέλια πετρελαίου.

Το κύριο πρόβλημα που αντιμετώπιζε ο τριγωνικός άξονας Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ ήταν η σφοδρή επιθυμία της κυβέρνησης των ΗΠΑ, επί Ομπάμα, να βρεθεί ένας τρόπος να αποκατασταθούν οι στενές σχέσεις της Τουρκίας με το Ισραήλ, και  ο αγωγός που θα μεταφέρει το φυσικό αέριο του Ισραήλ προς την Ευρώπη να διέρχεται  από την Τουρκία και όχι μέσω Κύπρου και Κρήτης.

Όλα αυτά, πλέον, δεν ισχύουν διότι κανείς δεν γνωρίζει τη στάση που θα κρατήσει η νέα κυβέρνηση Τραμπ. Το αμερικανοεβραϊκό λόμπι πολεμά με σφοδρότητα αυτή τη θέση της αμερικανικής κυβέρνησης και είναι σίγουρο ότι θα συνεχίσει αυτό τον αγώνα,  ιδιαίτερα τώρα που ο Ντόναλντ Τραμπ ετοιμάζεται να αναβαθμίσει τη σχέση των ΗΠΑ με το Ισραήλ.

Απ’ ότι διαφαίνεται μέχρι στιγμής, η Κύπρος και το Ισραήλ δεν θα επιχειρήσουν να αυτοκτονήσουν με το να πειστούν να περάσει ο αγωγός από την Τουρκία. Αναμφίβολα η ΕΕ επίσης επιθυμεί να περάσει ο αγωγός East Med από το Ισραήλ στην Κύπρο και μετά στην Κρήτη, απ’ όπου θα κατευθυνθεί στην ηπειρωτική Ελλάδα και μετά στην Ιταλία.

Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, πρέπει να περιμένουμε τι ακριβώς σκέφτεται ο αμερικανικός παράγοντας. Κανείς δεν γνωρίζει ακόμα τις προθέσεις της νέας κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ στην Ουάσιγκτον στα θέματα της Ανατολικής Μεσογείου.

Πάνω απ’ όλα δεν είναι γνωστές οι διαθέσεις της νέας κυβέρνησης προς τον Ερντογάν. Διαφαίνεται, πάντως, ότι οι συνεργάτες του Προέδρου σε θέματα εθνικής ασφάλειας και εξωτερικής πολιτικής  είναι πολύ ενοχλημένοι από την εξελισσόμενη στενή συνεργασία Ερντογάν με Πούτιν.

Θεωρούν ότι είναι πρωτοφανές κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ να έχει τέτοια στενή σχέση με την Ρωσία.

Όσον αφορά την Ελλάδα τα πράγματα φαίνεται να είναι χειρότερα από πριν.

Τελικά, ο Ομπάμα ήταν όλο λόγια και αυτοί που πιστεύουν ότι θα μας σώσουν οι δυο Ελληνοαμερικανοί χριστιανοί ορθόδοξοι στο Λευκό Οίκο θα απογοητευθούν, γιατί αυτοί πιστεύουν ότι η Ελλάδα κυβερνάται από μια κομμουνιστική κυβέρνηση και ο Τραμπ δεν θέλει το ΔΝΤ να δαπανά αμερικανικά χρήματα για να σώσει μια χώρα της ευρωζώνης.

Αυτό που γνωρίζουμε για τις αμερικανικές θέσεις, μέχρι σήμερα, είναι ότι η Ουάσιγκτον δεν θέλει η Ελλάδα να ανακηρύξει ΑΟΖ εάν δεν συμφωνήσει  πρώτα με την Τουρκία, επιθυμεί ο αγωγός να περάσει από το Ισραήλ και την Κύπρο μέσω Τουρκίας με προορισμό την  Ευρώπη , αντιπαθεί τον αγωγό East Med και  προτιμά  ο αγωγός Turkish Stream να μην διέλθει από την Ελλάδα.

Πάντως, οι Αμερικανοί γνωρίζουν πώς να τιμούν τους ηγέτες τους. Έτσι στις 12 Ιανουαρίου 2017, έντεκα βουλευτές κατέθεσαν ένα σχέδιο νόμου στο αμερικανικό Κογκρέσο για να τιμήσουν τον συντηρητικό Πρόεδρο Ρέιγκαν για την πρωτοβουλία του να ανακηρύξει, με Προεδρικό Διάταγμα, την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) των ΗΠΑ στις 10 Μαρτίου 1983. Στο νομοσχέδιο αυτό οι Αμερικανοί βουλευτές ζητούν να μετονομαστεί η ΑΟΖ των ΗΠΑ σε «Ρόναλντ Ουίλσον Ρέιγκαν Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη των Ηνωμένων Πολιτειών»!

Πηγή: Η ΑΟΖ της Ελλάδας και ο Ντόναλντ Τραμπ: Θα αλλάξει τη θέση των ΗΠΑ ο νέος Πρόεδρος; http://mignatiou.com/2017/02/i-aoz-tis-elladas-ke-o-ntonalnt-tramp-tha-allaxi-ti-thesi-ton-ipa-o-neos-proedros/

Quebec: The Crisis of the West

0

NEWSWEEK: Russian cyber attacks aim to “destabilize” the West and NATO.

0

UK Defense Secretary Michael Fallon warns of sustained cyberattacks against the West from Russia.

Russian hacking is being used to undermine democracy and destabilize the West and NATO, U.K. Defense Secretary Michael Fallon has warned.

In a speech at St Andrews University in Scotland, Fallon also blamed Russia for the spread of fake information in an attempt to expand its influence.

“Today, we see a country that in weaponizing information has created what we might now see as the post-truth age,” Fallon said.

russia hacking putin nato westRussian President Vladimir Putin attends a Japanese-Russian business dialogue meeting in Tokyo, Japan, December 16, 2016. British Defense Secretary Michael Fallon has accused Russia of using cyberattacks to undermine the West.REUTERS/KIM KYUNG-HOON

“Russia is clearly testing NATO and the West. It is seeking to expand its sphere of influence, destabilize countries and weaken the alliance.”

Fallon accused the Kremlin of “routinely lying” and gave several examples of Russian cyberattacks against the West, including knocking France’s TV5Monde television station off air in April 2015 and shutting down Germany’s lower house of parliament computer network later that year.

The hacking of the Democratic National Committee in the build-up to the U.S. presidential elections was also cited by Fallon as part of a “persistent pattern of behavior” of Russian interference.

Russia has previously denied involvement in the DNC hacks, while WikiLeaks has denied Russia was the source of the leaked Democratic emails published by the site.

Fallon called for NATO to boost its cyber defenses, as well as its attacking capabilities through the use of cyber weapons. “It is undermining national security for many allies and the international rules-based system,” Fallon said. “Therefore it is in our interest and Europe’s to keep NATO strong and to deter and dissuade Russia from this course.”

http://europe.newsweek.com/russian-cyber-attacks-hacking-nato-fallon-putin-destabilize-west-552050?utm_source=email&utm_medium=newsletter&utm_campaign=newsletter&utm_content=headline&spMailingID=1293825&spUserID=MjAwODQ2NjQzNDES1&spJobID=730058857&spReportId=NzMwMDU4ODU3S0

The coming clash with Iran

0
 When Gen. Michael Flynn marched into the White House Briefing Room to declare that “we are officially putting Iran on notice,” he drew a red line for President Trump. In tweeting the threat, Trump agreed.

His credibility is now on the line.

And what triggered this virtual ultimatum?

Iran-backed Houthi rebels, said Flynn, attacked a Saudi warship, and Tehran tested a missile, undermining “security, prosperity and stability throughout the Middle East,” placing “American lives at risk.”

But how so?

The Saudis have been bombing the Houthi rebels and ravaging their country, Yemen, for two years. Are the Saudis entitled to immunity from retaliation in wars they start?

Where is the evidence Iran had a role in the Red Sea attack on the Saudi ship? And why would President Trump make this war his war?

As for the Iranian missile test, a 2015 U.N. resolution “called upon” Iran not to test nuclear-capable missiles. It did not forbid Iran from testing conventional missiles, which Tehran insists this was.

Is the United States making new demands on Iran not written into the nuclear treaty or international law – to provoke a confrontation?

Did Flynn coordinate with our allies about this warning of possible military action against Iran? Is NATO obligated to join any action we might take?

Or are we going to carry out any retaliation alone, as our NATO allies observe, while the Israelis, Gulf Arabs, Saudis and the Beltway War Party, which wishes to be rid of Trump, cheer him on?

Bibi Netanyahu hailed Flynn’s statement, calling Iran’s missile test a flagrant violation of the U.N. resolution and declaring, “Iranian aggression must not go unanswered.” By whom, besides us?

The Saudi king spoke with Trump Sunday. Did he persuade the president to get America more engaged against Iran?

Senate Foreign Relations Committee Chairman Bob Corker is among those delighted with the White House warning:

“No longer will Iran be given a pass for its repeated ballistic missile violations, continued support of terrorism, human rights abuses and other hostile activities that threaten international peace and security.”

The problem with making a threat public – Iran is “on notice” – is that it makes it almost impossible for Iran, or Trump, to back away.

Tehran seems almost obliged to defy it, especially the demand that it cease testing conventional missiles for its own defense.

This U.S. threat will surely strengthen those Iranians opposed to the nuclear deal and who wish to see its architects, President Hassan Rouhani and Foreign Minister Mohammad Javad Zarif, thrown out in this year’s elections.

If Rex Tillerson is not to become a wartime secretary of state like Colin Powell or Dean Rusk, he is going to have to speak to the Iranians, not with defiant declarations, but in a diplomatic dialogue.

Tillerson, of course, is on record as saying the Chinese should be blocked from visiting the half-dozen fortified islets they have built on rocks and reefs in the South China Sea.

A prediction: The Chinese will not be departing from their islands, and the Iranians will defy the U.S. threat against testing their missiles.

Wednesday’s White House statement makes a collision with Iran almost unavoidable, and a war with Iran quite possible.

Why did Trump and Flynn feel the need to do this now?

There is an awful lot already on the foreign-policy plate of the new president after only two weeks, as pro-Russian rebels in Ukraine are firing artillery again, and North Korea’s nuclear missile threat, which, unlike Iran’s, is real, has yet to be addressed.

High among the reasons that many supported Trump was his understanding that George W. Bush blundered horribly in launching an unprovoked and unnecessary war on Iraq.

Along with the 15-year war in Afghanistan and our wars in Libya, Syria and Yemen, our 21st-century U.S. Mideast wars have cost us trillions of dollars and thousands of dead. And they have produced a harvest of hatred of America that was exploited by al-Qaida and ISIS to recruit jihadists to murder and massacre Westerners.

Osama’s bin Laden’s greatest achievement was not to bring down the twin towers and kill 3,000 Americans, but to goad America into plunging headlong into the Middle East, a reckless and ruinous adventure that ended her post-Cold War global primacy.

Unlike the other candidates, Trump seemed to recognize this.

It was thought he would disengage us from these wars, not rattle a saber at an Iran that is three times the size of Iraq and has as its primary weapons supplier and partner Vladimir Putin’s Russia.

When Barack Obama drew his red line against Bashar Assad’s use of chemical weapons in Syria’s civil war, and Assad appeared to cross it, Obama discovered that his countrymen wanted no part of the war that his military action might bring on.

President Obama backed down – in humiliation.

Neither the Ayatollah Khamenei nor Trump appears to be in a mood to back away, especially now that the president has made the threat public.

Read more at http://www.wnd.com/2017/02/the-coming-clash-with-iran/#sYEpY6QZ6OcGkuer.99

What defines a nation’s identity

0

Daily chart  BY THE DATA TEAM

THE rise of populism in Europe and the United States has revealed that voters are deeply divided over immigration. Nationalists and populists, from Donald Trump to Britain’s UK Independence Party and Alternative for Germany (AfD), proclaim that governments should give priority to keeping foreigners out. But pinning down what exactly makes someone truly a national or a stranger is tricky. This is partly because identity is based on a nebulous mix of values, language, history, culture and citizenship.

A new poll by the Pew Research Centre, a think-tank, attempts to unravel the idea of how someone can be judged to be genuinely American, British or German. It asked respondents various characteristics—language spoken, customs observed, religion and country of birth—and how important they were to being a national of their country.

Where you live makes a big difference. On average over the 15 countries surveyed, speaking a state’s national tongue is seen as the most important trait. The Dutch rate this higher than anyone, whereas Canadians are the least concerned about linguistic ability, with only half saying that being able to converse in English or French (one of the two national languages) is very important. One reason may be that Canada is divided by language; another is that, along with Australia, it has the largest share of people born abroad among the countries polled, at over 20% of the population.

Recent experiences with immigration appear to affect different countries in different ways. People in Greece and Hungary, which have been transit countries for a large flux of migrants from the Middle East, place strikingly high importance on sharing customs and traditions, and being born in the country (Greeks also care strongly about being Christian). Yet in Germany, the ultimate destination for many of the refugees and migrants, respondents give comparatively little weight to such factors. That suggests that there may still be life in Willkommenskultur, or at least that the AfD party still has some way to go before becoming a real contender for power.
http://www.economist.com/blogs/graphicdetail/2017/02/daily-chart-0?cid1=cust/ddnew/n/n/n/2017023n/owned/n/n/nwl/n/n/EU/email

Iran’s New Way of War in Syria

0

By: Paul Bucala at the Critical Threats Project

Executive Summary

Iran is transforming its military to be able to conduct quasi-conventional warfare hundreds of miles from its borders.  This capability, which very few states in the world have, will fundamentally alter the strategic calculus and balance of power within the Middle East.  It is not a transitory phenomenon.  Iranian military leaders have rotated troops from across the Islamic Revolutionary Guards Corps, Artesh, and Basij into Syria in order to expose a significant portion of its force to this kind of operation and warfare.  Iran intends to continue along the path of developing a conventional force-projection capability.

Iranian military planners deployed thousands of soldiers from across its military branches over a 15-month operation to set conditions for the envelopment and eventual recapture of Aleppo City by pro-Assad forces in December 2016. They reoriented forces that had traditionally focused on defensive operations into an expeditionary force capable of conducting sustained operations abroad for the first time since the end of the Iran-Iraq War.

These developments signal a larger strategic shift on the part of Iran’s military leadership toward a more aggressive posture in the region. Iran is finding that asymmetric capabilities designed to deter the U.S. or Israel are insufficient to conduct the more conventional military operations required in Syria and elsewhere. The Iranian military is overcoming significant institutional obstacles to meet these new requirements.

The campaign for Aleppo reflects Iran’s success in applying this new approach to waging war. Iranian ground troops boosted the capabilities of Iranian-backed proxies and enabled pro-regime forces to seize and hold key terrain from opposition forces. Iranian forces successfully generated campaign plans, fought alongside local and foreign partners, took heavy casualties, and returned to the front in a sustained rotational pattern. The Iranian military also exposed its next generation of leaders to the fight, positioning them to continue evolving Iranian military doctrine and institutions along this path.

Iran’s continued evolution of its hybrid model of warfare in Syria will strengthen its capacity to project power in the Middle East.  The procedures and tactics that Iranian forces have developed in Syria will facilitate Tehran’s efforts to deploy forces alongside similar proxy forces in other theaters, such as Iraq or Lebanon.  Allowing Iran to consolidate its influence in Syria enables Tehran to expand and improve the capabilities of its proxies and direct them against U.S. interests and allies if it chooses.

The scope of Iranian combat operations in Syria guarantees that Iran will remain a dominant player on the ground, regardless of any shifts in Russia’s official position on Iranian involvement. Russia has outsourced the ground campaign to Iran and would not be willing to commit the many thousands of Russian troops required to replace Iranian troops or Iranian-backed proxies in the conflict. Most importantly, it signals that Iran’s leaders have decided for the first time in the history of the Islamic Republic to focus on developing a conventional force projection capability that can seriously challenge the armed forces of its neighbors. The balance of power in the region may be forever altered by that decision.

This report was originally published by the Critical Threats Project

http://www.irantracker.org/analysis/bucala-irans-new-way-of-war-syria-february-3-2017?utm_source=Iran%27s+New+Way+of+War+in+Syria&utm_campaign=Iran%27s+New+Way+of+War+in+Syria&utm_medium=email

How Iran is Learning from Russia in Syria

0

By: Paul Bucala and Genevieve Casagrande
This report was produced with the Critical Threats Project. The insights are part of an intensive multi-month exercise to frame, design, and evaluate potential courses of action that the United States could pursue to defeat the threat from the Islamic State in Iraq and al Sham (ISIS) and al Qaeda in Syria. Related reports in the series are available
 here.How Iran is Learning from Russia in Syria

Iranian military cooperation with Russia in Syria is dramatically increasing Tehran’s ability to plan and conduct complex conventional operations. Iranians are learning by seeing and by doing, and are consciously trying to capture lessons-learned in Syria for use throughout their military and para-military forces. Iran is fielding a conventional force capability to complement and in some cases supplant its reliance on asymmetric means of combat. Russia is assisting Iran’s military leadership conduct this effort. It is introducing Iran and its proxies to signature Russian campaign-design concepts such as cauldron battles, multiple simultaneous and successive operations, and frontal aviation in Syria. These concepts are the fruit of almost a century of advanced Soviet and Russian thought and hard-won experience in conventional military operations. This knowledge-transfer can help the Iranian military advance its understanding of conventional war far more rapidly than it might otherwise be able to do. It can help Iran become a formidable conventional military power in the Middle East in relatively short order, permanently changing the balance of power and the security environment in the region.

The Iranian military is using the Syrian conflict as a learning environment for its forces. The Islamic Revolutionary Guards Corps (IRGC)’s Imam Hossein University (IHU), which is home to the IRGC’s advanced military education programs, has deployed students to Syria almost certainly as part of an internal study and educational program for Iranian officers. Iranian officers recognize the benefits of experiencing Russian military operations. One Iranian major general, for example, praised Russia’s use of the Shahid Nojeh Air Base in Iran’s Hamedan province for exposing Iranian Air Force personnel to “[Russian] planes and the way they were operated.” Iran has also recently conducted exercises specifically to capture and practice lessons learned from Syria.

Conventional Military Planning

Close cooperation between Russian and Iranian military personnel at the operational and tactical levels enables this knowledge transfer between the two militaries. Senior Russian and Iranian officers engaged in operational planning are in frequent contact in joint operations rooms. On the ground, at least some Russian special forces cooperate closely within Iranian-backed proxy forces, such as Lebanese Hezbollah, likely putting them in close contact with IRGC officers who also partner with, and in some cases command, those forces. Iranian troops are probably supporting targeting for Russian air strikes, although Iranian forces are likely not serving as forward air controllers for Russian aircraft. Moreover, the Russian-Iranian security axis in Syria is able to coordinate efforts across multiple fronts. Russia will surge airstrikes in northern Syria so that Iran and the Syrian regime can focus their own efforts near the capital, for example.

Iran and its local proxy forces including Hezbollah and Iraqi Shia militias demonstrated their ability to use signature Russian doctrinal approaches in their successful campaign against the opposition in Aleppo City with support from Russian airstrikes and advisors. Pro-regime forces supported by Hezbollah, Afghan, and Iraqi Shi’a militia fighters led by regular IRGC Ground Forces and Quds Force operatives began launching simultaneous and successive operations against opposition-held districts in and around Aleppo City beginning as early as October 2015. Pro-regime and Iranian-backed forces continued to use simultaneous and successive operations to envelop opposition-held Aleppo City and tighten their siege throughout late 2016. Iran and pro-regime forces had not demonstrated the capability to conduct operations of this type on the Syrian battlefield prior to the Russian intervention in September 2015.

Iran, Russia, and the Syrian regime recaptured Aleppo City from the opposition as the result of a three-phased campaign plan to siege and collapse opposition-held districts of the city that demonstrated Russian campaign design. Pro-regime forces supported by Russia and Iran first severed the opposition-held ground line of communication north of Aleppo City on February 3 and subsequently completed the siege by severing the final opposition-held ground line of communication northwest of Aleppo City on July 28. Russia, Iran, and the Syrian regime collapsed the opposition-held pocket through an aggressive air and ground campaign in Aleppo City, forcing the surrender and full withdrawal of the opposition on December 13 and 22 respectively. This type of envelopment is a signature of Russian cauldron battles seen in operations in eastern Ukraine, and was not employed at this scale in Syria prior to the Russian intervention in September 2015.

Russia has also introduced Iran to frontal aviation (the use of strike aircraft assigned to ground forces to provide a mix of close air support and battlefield air interdiction operations that are hallmarks of Soviet operational art). Russia regularly conducts airstrikes against multiple opposition frontlines to fix opposition forces along multiple axes and hinder the movement of reinforcements, facilitating advances by pro-regime forces supported by Iran and Iranian proxy forces. Iranian-backed fighters are probably directly engaged in supporting Russian airstrikes by supplying intelligence to Russian forces, possibly in cooperation to Russian Special Forces active on the ground in Syria. Iranian forces enabled pro-regime forces on the ground to exploit Russian airpower over the course of the 15-month campaign to recapture Aleppo, particularly during the February operation to relieve the siege of Nubl and al Zahra north of Aleppo. Iranian forces suffered over 50 casualties during the first half of February, the majority of which likely participated in this operation.

Conventional Capabilities

Iranian military planners have probably learned from the success of the Russian air campaign to prioritize the development of a close air support capability that would allow Iran to replicate the effects of Russian air support with proxy forces in other theaters. Iranian military planners are more than willing to use Russian airpower to enable pro-regime gains, but they would almost certainly prefer to possess such a capability themselves. The IRGC Ground Forces created a new air assault unit in late February 2016, possibly influenced by observing Russian Special Forces operations around Aleppo earlier that year. Iran has also asked Russia to sell it an entire fleet of advanced Su-30 fighter-bombers (roughly equivalent in capability with the US F-15E Strike Eagle). Such a capability would significantly reduce Tehran’s reliance on Russian (and, in Iraq, American) fixed-wing aviation to support its ground operations.

The Syrian campaign has also allowed Iranian military officials to observe methods of integrating surface-to-surface and surface-to-air-missile capabilities into conventional military operations. Russia has demonstrated the utility of pairing long-range missile capabilities with air defense systems in order to showcase regional power projection and constrain U.S. freedom of maneuver in the theater. This knowledge transfer is significant considering that Iranian military officials have signaled their intention to boost the conventional applications of their formidable missile arsenal. With the Russian delivery of the advanced S-300 air defense system to Iran in October 2016, Iran can now begin to deploy its increasingly-advanced ballistic missile systems with advanced air-defense systems to create an offensive-defensive strike complex similar to what the Russians have established in Syria.

Implications

The knowledge transfer between Iran and Russia presents the U.S. with a more capable Iran that remains hostile to the U.S. and its allies in the region. This transfer of Russian capabilities represents the latest high-water mark in Iran’s effort to increase its own conventional military capabilities. Iranian conventional military capabilities will continue to increase rapidly as long as Russian and Iranian forces continue to operate alongside each other in Syria simply by learning the best practices for developing, deploying, and using such forces in combat. Russia is poised to teach Iran additional methods of warfare as it prepares for the next phase of the pro-regime campaign in Syria. The expansion of Iranian maneuver and combined force capabilities will not be limited to Syria, however. Iran will likely export these capabilities to other theaters such as Iraq. The U.S. and its regional partners must recognize that the deep Russo-Iranian military cooperation in Syria is in itself a major threat to the balance of power within the Middle East.

The Institute for the Study of War (ISW) is a non-partisan, non-profit, public policy research organization. ISW advances an informed understanding of military affairs through reliable research, trusted analysis, and innovative education. We are committed to improving the nation’s ability to execute military operations and respond to emerging threats in order to achieve U.S. strategic objectives. 

Donald Trump and the Threat of Global Conflict

0

A conversation with Robert Jervis of Columbia University on the potential consequences of the president’s combative rhetoric

President Donald Trump said on Thursday: “We have to be tough. It’s time we’re going to be a little tough, folks.”Carlos Barria / Reuters
In the opening days of his presidency, Donald Trump appears to be taking an unpredictable, albeit hawkish approach to foreign policy.

On Wednesday, his administration issued what seemed to be a threat to Iran. “As of today, we are officially putting Iran on notice,” his national security adviser Michael Flynn declared during a White House press conference after denouncing a recent Iranian missile test launch. On Thursday, Trump echoed that statement on Twitter, saying: “Iran has been formally PUT ON NOTICE for firing a ballistic missile.”

Trump, however, seems intent on sending the message that it’s time for the United States to take a harder line with world leaders. “When you hear about the tough phone calls I’m having, don’t worry about it,” the president said on Thursday. “We have to be tough. It’s time we’re going to be a little tough, folks. We’re taken advantage of by every nation in the word, virtually. It’s not going to happen anymore.”

 To get a sense of the potential consequences of Trump’s combative rhetoric, I spoke with Robert Jervis, a professor of international and public affairs at Columbia University and affiliate at the Saltzman Institute of War and Peace Studies. A transcript of our conversation, lightly edited for clarity and length, appears below.

Clare Foran: Let’s start with the Trump administration’s threat of putting Iran “on notice.” How much does threatening rhetoric matter, and does it matter more coming from a superpower like the United States?

Robert Jervis: It does matter. Think about how much of a price President Obama paid for saying there was a “red line” with respect to the Assad regime’s use of chemical weapons in Syria, and then failing to back that up with the use of military force. Now, I’m not arguing that Obama was unsuccessful. I think he actually was successful because the removal of chemical weapons from Syria ultimately went forward, which is what he wanted to achieve. But even so, there was a lot of harm done by his statement. People who served in his administration who also think the policy was a success admit they suffered around the world for the idea that he didn’t live up to his threat, not to mention suffering bipartisan attacks in the United States. If you make a threat and then appear to have backed away from it, there’s a price to be paid. Your threat is less likely to be believed next time.

Foran: What do you think might happen then if Iran decides to launch another ballistic missile test?

Jervis: So after Iran’s next missile test, and I’m willing to believe there will be a next test, it’s going to be tough. The question becomes what is Trump going to do?  It certainly could lead us down a path that does not end well. It could end with the United States isolated from our allies. It could end with the Trump administration backing down, and damaging its credibility, or it could end with the administration taking action that could eventually lead to military clashes with Iran.

Most likely, what the Trump administration might do is some kind of unilateral American economic sanctions that will upset our allies, not do enormous damage to the Iranian economy, and increase the chances that [current Iranian President] Rouhani will not be re-elected. That could be a big domino that could put the Iran nuclear deal in jeopardy.

Foran: What do you make of the reports that the Trump administration may be planning to impose sanctions on Iran as early as Friday in response to the missile test?

Jervis: Typically sanctions would be something that I would expect would be a retaliatory measure if Iran were to go ahead and conduct another test after the United States told them they were putting them “on notice.” It could be self-defeating to impose anything but very limited sanctions this quickly, because it suggests that the United States will retaliate no matter what Iran does. If that’s the case, then it’s not clear what incentive Iran would have to do what Trump wants. [For what it’s worth, the U.S. enacted sanctions targeting Iranian companies and individuals last January, which President Obama said were in response to Iranian missile testing.]

Foran: Trump has suggested that unpredictability can be advantageous in foreign policy since then our adversaries won’t know what we’re going to do. What do you think of that?

Jervis: It is true that there could be some cases where being unpredictable could be advantageous. It might create an incentive for countries to want to get out of his way because they may be afraid of what he is capable of. It’s possible that it could be a deterrent. I think the odds of this working, in the sense of getting Iran to give up missile tests, seem low, but it’s not impossible. They may decide to back off. There’s of course a slight chance that Mexico may be afraid of what Trump might do, and decide to pay for the wall, but I highly doubt it. Getting into a conflict with the U.S. would be very costly for other countries. We are the umpteen-pound gorilla in the room, and there’s enormous harm and good we can do. In most cases, if countries can stay on the right side of the United States, they will probably hope that they can do it.

But on the other hand, many countries have a strong sense of nationalism and will not want to give into the United States. Getting into a conflict with the U.S. could be damaging to a country, but it could be still be beneficial to a leader who decides to do it because it might allow them to be seen as heroic within their own country. Unpredictability and scaring people could also backfire for Trump if countries feel that they are going come into conflict with Trump no matter what.

When you look at the reports that Trump was combative with the Australian prime minister, well the prime minister might walk away from that and say, ‘Well, if he’s just going to be aggressive and belligerent from the outset of this relationship no matter what we do, then why should we try to do what he wants?’ Similarly, the Iranians could decide that even if they didn’t launch another missile test, Trump would just find another way to punish them. If punishment seems unavoidable, there’s no point in trying to appease.

Foran: What do you think is more risky: The potential that the Trump administration could damage relationships with countries that have historically been our adversaries, or countries that have historically been our allies?

Jervis: Trump has talked about the idea that our allies don’t carry their own weight, and that is absolutely true, they don’t. But alliances are still absolutely central to defending our interests. American power in the world is enormously enhanced by good relations with significant alliance partners, and the alliances underpin a lot of the world order that keeps us relatively safe and prosperous.

And you can’t disentangle our relationships with our allies from our relationships with our adversaries. If Trump, for example, pursues policies that most leaders around the world believe are imprudent with respect to a country like Iran, and that in turn alienates our allies, it could embolden our adversaries. If I’m an adversary of the United States and I’m confronted by America on its own, that is much less deterring than if I’m confronted by a strong alliance. For some countries, that dynamic might even create an incentive to provoke the United States. If our adversaries think they can provoke Trump into taking action that will alienate America’s allies, that could ultimately benefit them, especially if it ultimately breaks up our alliances.

Foran: What would you say to reassure someone who is concerned about the potential for escalating conflict under this administration?

Jervis: The permanent bureaucracy of the United States government can create a check on presidential recklessness, though the president can get us into situations you can’t easily get out of. It’s also important to keep in mind there are many kinds of conflict, and there are many intermediary steps before arriving at armed military conflict. There are a whole range of much smaller events or actions that might take place, and that are much easier to imagine than full scale war. At the same time, any kind of conflict can have a high cost in and of itself, and can lead to further escalation.

https://www.theatlantic.com/politics/archive/2017/02/trump-iran-sanctions-australia-mexico/515547/

Trumpισμός.  Η  μεγάλη ευκαιρία  για την ανεξαρτησία της Ευρώπης

1

Γράφει ο Κώστας Λάμπος

[email protected],

«Το αμερικανικό όνειρο είναι σε μεγάλο βαθμό παγιδευμένο στο ένστικτο του θανάτου. […] Αναλωνόμαστε στην προστασία των ιδιοτελών συμφερόντων και έχουμε δημιουργήσει την πιο ισχυρή στρατιωτική μηχανή σε όλη την ιστορία για να πάρουμε αυτό που θέλουμε και πιστεύουμε ότι μας αξίζει. Θεωρούμε τους εαυτούς μας περιούσιο λαό και άρα προικισμένο με το δικαίωμα να νέμεται μεγαλύτερο μερίδιο από τα δώρα της Γης. Δυστυχώς, το ίδιον συμφέρον μας μεταμορφώνεται σταδιακά σε καθαρό εγωισμό. Έχουμε γίνει πολιτισμός του θανάτου»

Rifkin Jeremy[1]

Η ισορροπία δυνάμεων που προέκυψε από την ήττα το ναζισμού στον 2ο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο έδωσε την ευκαιρία στις Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής (ΕΠΑ) να βγουν από το καβούκι τους, να επεκταθούν οικονομικά και στρατιωτικά σε ολόκληρο τον πλανήτη και να καταστούν ηγέτιδα δύναμη της λεγόμενης Δύσης, πράγμα που τους επέτρεψε να σχεδιάσουν και να προωθήσουν την παγκόσμια ηγεμονία τους. Η ίδια ισορροπία δυνάμεων διάσπασε την Ευρώπη στα τέσσερα, στην Ανατολική υπό τον έλεγχο της Σοβιετικής Ένωσης και στη Δυτική υπό τον έλεγχο των ΕΠΑ, της Γαλλίας και της Αγγλίας, καθιστώντας την ανίκανη να ακολουθήσει μια αδέσμευτη πορεία βασισμένη πάνω στις δικές της ιστορικές, αγωνιστικές και ανθρωπιστικές πολιτισμικές παραδόσεις[2]. Η ‘αμερικανική βοήθεια’ προς τις αποδεκατισμένες και ερειπωμένες χώρες της Ευρώπης  έστρωσε τον δρόμο της πολύπλευρης εξάρτησης της Ευρώπης από τις ΕΠΑ και λειτούργησε ως διεκπεραιωτής του ‘αμερικανικού ονείρου’ για την παγκόσμια αμερικανοκρατία. Στην πορεία αυτό το όνειρο εξελίχθηκε στην στρατηγική της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης με σκοπό την ενιαιοποίηση του καπιταλισμού υπό την ηγεσία του σκληρού πυρήνα του με τη μορφή του αμερικανισμού[3] και στόχο να υποτάξει με κάθε τρόπο τις χώρες που αρνούνται ή/και στέκονται εμπόδιο στην παγκόσμια ηγεμονία των ΕΠΑ, όπως λ. χ. η νεοκαπιταλιστική Ρωσία και η κρατικοκαπιταλιστική Κίνα καθώς και οι άλλες χώρες που εκφράζονται από το ‘Σύμφωνο της Σαγκάης’ και επιδιώκουν να κρατήσουν μακριά τις ΕΠΑ γιατί ‘η Ασία ανήκει στους Ασιάτες’.

Είναι όμως πια φανερό πως το σχέδιο για την παγκόσμια ηγεμονία του κεφαλαίου με τη μορφή του παγκοσμιοποιημένου αμερικανισμού συναντά εμπόδια ανυπέρβλητα που έχουν σχέση τόσο με τις εσωτερικές αντιθέσεις του κεφαλαίου, όσο και με το διαχρονικό όραμα των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού για κοινωνική ισότητα μέσω της υπέρβασης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, πράγμα που γονάτισε τις ΕΠΑ και τις αναγκάζει σε αναδίπλωση και σε αναθεώρηση, όχι εγκατάλειψη,  του σχεδίου τους για την παγκόσμια κυριαρχία. Αυτή η πολιτική εκφράζεται πια ως τραμπισμός , μια μορφή φασισμού, που εγκαταλείπει τους παραδοσιακούς στρατηγικούς εταίρους των ΕΠΑ όπως η Γερμανία και η Ευρωπαϊκή Ένωση και αναζητά νέους στρατηγικούς εταίρους, όπως  η Ρωσία με την ελπίδα ότι θα διασπάσει το  ασιατικό μέτωπο και θα υποτάξει τον μεγάλο ανταγωνιστή για την παγκόσμια ηγεμονία, την Κίνα. Το πιθανότερο είναι ο τραμπισμός να καταρρεύσει από την αντίσταση του ίδιου του αμερικανικού λαού στο βαθμό που αυτός θα κατανοήσει τους πραγματικούς σκοπούς του. Εξίσου πιθανό είναι να μην βρει ανταπόκριση από την ευρωασιατική  Ρωσία τα συμφέροντα της οποίας την συνδέουν αναπόσπαστα με την Ευρώπη και την Ασία, οπότε θα περιοριστεί στην αμερικανική ήπειρο επεκτείνοντας την κυριαρχία των ΕΠΑ στην Κεντρική και στην Νότια, στη  Λατινική, Αμερική, αλλά γι αυτό θα χρειαστεί να πείσει πρώτα τους πολίτες των ΕΠΑ και να αντιμετωπίσει τους λαούς αυτών των χωρών που μάχονται για την εθνική τους ανεξαρτησία και για το ξεπέρασμα του καπιταλισμού.

Το κρισιμότερο ζήτημα για τις εξελίξεις σ’ αυτή τη φάση είναι η στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στην  πρόκληση του τραμπισμού που προκαλεί κρίση στις ετεροβαρείς αμερικανοευρωπαϊκές σχέσεις. Αυτή η κρίση αποτελεί για την Ευρωπαϊκή Ένωση την καλύτερη ευκαιρία για να απαλλαχθεί από την αμερικανική εξάρτηση και να απαντήσει με επιτάχυνση της εμβάθυνσης των διαδικασιών σύγκλισης των οικονομιών των χωρών μελών της. Η ενότητα της ΕΕ προϋποθέτει την αλληλεγγύη μεταξύ των χωρών-μελών της, πράγμα που οφείλει να αποκλείει   νεογερμανικούς ηγεμονισμούς[4] και ομαδοποιήσεις στο εσωτερικό της και να καλλιεργεί την ολοκλήρωση  των διαδικασιών απόκτησης μιας ευρωπαϊκής ταυτότητας και την σφυρηλάτηση ενός μετακαπιταλιστικού, αμεσοδημοκρατικού[5], ανθρωποκεντρικού  κοινωνικού μοντέλου, που θα ξαναβάλει την Ευρώπη  στην πρωτοπορία του διαχρονικού αγώνα της ανθρωπότητας για κοινωνική ισότητα, κοινωνική δημοκρατία και οικουμενική ειρήνη.

Επειδή όμως αυτές οι εξελίξεις σε κοινωνίες ακραίας οικονομικής και κοινωνικής ανισότητας υπονομεύονται από τις πλουτοκρατικές ολιγαρχίες, τα σκοταδιστικά[6] και εξουσιαστικά ιερατεία  και τους επαγγελματίες  πολιτικούς συνοδοιπόρους τους, γι αυτό οι δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού οφείλουν να αναδειχτούν σε υποκείμενο της ιστορίας, για να σταματήσουν την καπιταλιστική παρακμή που οδηγεί στην καπιταλιστική βαρβαρότητα και να διαμορφώσουν μια αντίστοιχη στο σημερινό επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων αρχιτεκτονική των κοινωνιών και της παγκόσμιας κοινότητας με περιεχόμενο την κοινωνική ισότητα,  την άμεση δημοκρατία και την αταξική κοινωνία σε τοπική, περιφερειακή, εθνική και οικουμενική κλίμακα. Διαφορετικά ο τραμπισμός και οι σύμμαχοί του Λεπενισμός, Πεπεγκριλισμός, Χρυσαυγιτισμός, νεοναζισμός, αριστεροδεξιός λαϊκισμός κ.λπ., κ.λπ. ως όνειρο και όργανο του σκληρού πυρήνα του παγκόσμιου κεφαλαίου θα εξελιχθεί σε έναν παγκόσμιο φασισμό, στον εφιάλτη των εργαζόμενων ανθρώπων, των κοινωνιών και της ανθρωπότητας.

_________________

http://www.classlessdemocracy.blogspot.com,

[1].  Rifkin Jeremy[1] Το ευρωπαϊκό όνειρο, ΛΙΒΑΝΗΣ, Αθήνα 2005, σελ. 602-603.

[2].  Λάμπος Κώστας,              Από τον ευρωπαϊκό Ουμανισμό, στην καπιταλιστική βαρβαρότητα ή στον Οικουμενικό Ουμανισμό; Monthly Review, τεύχος Ιούνη 2009.

[3].  Βλέπε σχετικά, Λάμπος Κώστας, Αμερικανισμός και παγκοσμιοποίηση. Οικονομία του Φόβου και της παρακμής, ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ, Αθήνα 2009.

[4] .             Λάμπος Κώστας, Νεογερμανισμός. Ο νέος εφιάλτης της Ευρώπης; Πολίτες, τεύχος 35/Φεβρουάριος 2012 και 36/Μάρτιος 2012.

[5].  Λάμπος Κώστας, Άμεση δημοκρατία και αταξική κοινωνία. Η μεγάλη πορεία της ανθρωπότητας προς την κοινωνική ισότητα και τον ουμανισμό, ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2012.

[6]. Λάμπος Κώστας, Θεός και Κεφάλαιο. Δοκίμιο για τη σχέση μεταξύ θρησκείας και εξουσίας, ΚΟΥΚΚΙΔΑ, Αθήνα 2015.

Why Turkey-Greece islands confrontation is more than it seems

0

Turkish President Recep Tayyip Erdogan and Britain’s Prime Minister Theresa May are seen after their meeting at the Presidential Palace, Ankara, Jan. 28, 2017. (photo by REUTERS/Umit Bektas)

This week’s revival, after two decades, of the Kardak rivalry between Turkey and Greece is less about those countries’ relationship and more about Turkey thumbing its nose at the European Union.

Turkish citizens younger than 20 or even 30 years of age don’t have a clue what Kardak is. But middle-aged and older Turks know that Kardak was the last serious crisis that almost brought Turkey and Greece to the brink of war. That was at the end of January 1996.

Kardak is the Turkish word for a pair of tiny islets in the Aegean Sea. In Greece, they are known as Imia. Except for a few goats, in 1996 no life had been detected on the islets, which lie between the Greek island Kalymnos and Turkey’s Bodrum Peninsula on one of the most beautiful parts of the Aegean. To Greece, the islets are Greek territory; for Turkey, they are in “gray zones” — meaning “undetermined sovereignty by Turkey” — and therefore Greece cannot claim them. The Turkish population believes Kardak is part of Turkish territory and thus has to be under Turkish sovereignty.

Having a total of only 10 acres of surface, the Kardak islets naturally have no strategic value at all.

Nonetheless, due to a variety of reasons — not necessarily rational ones — back then, Kardak became the venue of a dangerous confrontation between the two NATO allies. The standoff was defused and war was averted.

On the 21st anniversary of the Kardak standoff this week, tension over those two small islets was renewed. A Turkish navy missile boat, accompanied by two special forces speedboats, was seen around the islets Jan. 29. On board was Turkish Chief of Staff Gen. Hulusi Akar. Greek coast guard vessels deployed immediately and, according to the Greek Defense Ministry, the Turkish top commander left within seven minutes. The Turkish version did not mention that Akar was forced to withdraw, but rather implied that, following Greek harassment, he returned to Bodrum.

The incident created an uproar in Greece. The Greek dailies carried it in their headlines Jan. 31. The most inflammatory headline came from the right-wing Dimokratia: “The Enemy is at the Threshold of Our Door.” Mass-circulation Ethnos asked “Where do Turks Want to Lead Us?” For Eleftheros Typos, the incident was a “Provocation Theater in the Aegean.”

Greek President Prokopis Pavlopoulos interpreted Turkey’s act as a violation of Greek territorial waters, European borders and even the Lausanne Treaty. European Commission spokesperson Margaritis Schinas emphasized the need for “moderation.”

Regardless of how Greek and EU circles viewed the event, Turkey was displaying its discontent with Greece’s decision Jan. 26 not to extradite eight Turkish military officials that had sought political asylum in Greece after the failed coup in Turkey in July. Greece’s rejection greatly angered Turkey, which then raised the Kardak issue. Foreign Minister Mevlut Cavusoglu said all of Turkey’s treaties and agreements with Greece would be scrutinized, and the Turkish chief of staff “visited” Kardak.

Turkish leaders fear that Greece’s refusal to turn over the officials could serve as a precedent in Germany, where more than three dozen high-ranked Turkish military officials are seeking asylum after being recalled from their NATO posts following the July 15 failed coup.

According to The Times daily in Britain, the Turkish purges “appear to have extended far beyond the small group of Gulenists within the military to include secularists and any other officers not loyal” to President Recep Tayyip Erdogan, and “some of those caught up in the crackdown have warned that vacant NATO positions are being filled by Turkish officers who harbor anti-Western, pro-Russian sentiments.” The Times had published an EU intelligence report, which was leaked in January, that contested Erdogan’s allegations that the failed coup was masterminded by cleric Fethullah Gulen, public enemy No. 1 for the Turkish government.

All these signals indicate to Erdogan and his followers that Turkey’s prospects of joining the EU remain extremely dim. The EU member countries not only resisted Turkey’s extradition demands, but also went the extra mile of delegitimizing Turkish claims, which Turkey sees as rubbing salt in the wounds.

Greece is the weakest link of the EU in the eyes of Turkish decision-makers. Turkey checks the refugee flow through the Aegean, thanks to a deal with the EU. Therefore, Turkey’s move is more of a warning to the EU rather than a military threat to Greece.

Turkey is in no position to take military action on multiple fronts. It could not even capture the small Syrian town of al-Bab from the Islamic State. The military picture at al-Bab led to speculation that Turkey’s saga in Syria is nearing its end because of a deal Russia reached with the Syrian regime. Erdogan fueled such speculation with his remarks last week: “It is necessary to finish the job in al-Bab and not go deeper down. The work done is in this direction.” The same Erdogan had said in November that Turkey, after capturing al-Bab, would march over to Manbij and then to Raqqa.

What happened at Kardak a few days ago has more political significance than military. It was aimed at the EU, via Greece.

It should be noted that Turkey’s negativity toward the EU is emboldened by the United Kingdom’s decision to leave the EU (Brexit) and US President Donald Trump’s election. It was no coincidence that British Prime Minister Theresa May was Trump’s first guest at the White House, She then flew from Washington to Ankara to be hosted by Erdogan at his palace.

The result was a 100 million pound ($126 million) defense contract to help develop fighter jets for the Turkish air force. May said the agreement “underlines once again that Britain is a great, global, trading nation.”

She said the United Kingdom will enhance trade relations with Turkey, and Erdogan said his country will increase trade with the United Kingdom to $20 billion a year from $15.6 billion. He added, “It marks the start of a new and deeper trading relationship with Turkey and will potentially secure British and Turkish jobs and prosperity for decades to come.”

The development is strikingly important in terms of the new geopolitics of Erdogan’s Turkey. Having onboard Great Britain, which was “Brexited” from the EU, and perhaps the United States of Trump in the near future, and with the good graces of Russia’s Putin, in the eyes of the Turkish leadership, “Who cares about Europe!”

Cengiz Çandar

www.al-monitor.com