Αρχική Blog Σελίδα 2994

Turkey recalls spying imams from Germany

0

As a result of investigations into imams who spied on Gülen movement sympathizers in Germany, Turkey has decided to recall some of the imams for fear of prosecution in Germany.

Deutsche Welle (DW) reported on Friday that the German-based Turkish-Islamic Union for Religious Affairs (DİTİB) issued a statement announcing the recall of imams since trials in Germany had become a greater possibility for Turkish imams on charges of illegal profiling and reporting the results to Ankara.

DW talked to DİTİB officials who declined to indicate how many imams had been recalled to Turkey but confirmed their dismissal from mosques in Germany.

In the statement DİTİB claimed that the spying imams exceeded their remit based on instructions that had nothing to do with Europe.

On Thursday a German-based Turkish reporter tweeted that according to a Nordrhein-Westfalen intelligence agency, 13 imams are involved in illegal profiling of Gülen movement sympathizers in Germany, with the office of the federal prosecutor investigating a total of 16 Turks on spying charges.

Elmas Topçu shared the information on her Twitter account as allegations of imams in Germany sharing illegal profiling information with Ankara are increasing.
The issue reportedly was raised by German Chancellor Angela Merkel during her trip to Ankara last Thursday.

Earlier in February, another German state launched an investigation into allegations of Turkish imams affiliated with DİTİB spying for Turkey by profiling sympathizers of the Gülen movement.

Deutsche Welle reported last week that the president of DİTİB’s Lower Saxony and Bremen branch, Yılmaz Kılıç, confirmed the investigation into illegal profiling of people who are sympathetic towards the Gülen movement.

Meanwhile, the prime minister of Lower Saxony, Stephan Weil, said that control of DİTİB, an organization within Germany, by the Turkish government was unacceptable, following the appointment of an imam sent from Turkey to the DİTİB board in his state.
Zekariya Altuğ, the head of external relations at DİTİB, admitted to Deutsche Welle that in 10 to 15 cases, DİTİB imams had informed Ankara on Gülen movement sympathizers in Germany.

During her visit to Turkey last week, German Chancellor Merkel reportedly brought up the issue and Germany’s discomfort with the spying activities of Turkish imams.
Germany had launched a probe into DİTİB’s spying activities on Jan. 15 in the wake of an admission by DİTİB, which said some of its imams acted as informants against sympathizers of the Gülen movement,

A spokesperson from the German Interior Ministry who spoke to Deutsche Welle had said: “The probe launched by the security units against DİTİB imams regarding the allegations on the agenda is ongoing. There is an effort to determine whether the information [relayed to Turkey] has any consequences from the perspective of criminal law.”

The spokesperson, whose name was not revealed by Deutsche Welle, said the ministry expects the DİTİB administration to assist in the probe.

DİTİB said in a report published in the Rheinische Post newspaper on Jan. 12 that some of its preachers spied at Turkey’s request.

Germany’s largest Turkish Islamic group earlier denied allegations that Turkey’s Directorate of Religious Affairs (Diyanet) ordered DİTİB to report on the activities of the Gülen movement.

DİTİB said “some imams wrongly” informed on suspected Gülen followers in Germany.
“We deeply regret this mishap and have spoken to the Diyanet about this,” DITIB Secretary-General Bekir Alboğa told Rheinische Post, according to Deutsche Welle.

DİTİB should provide German authorities with the names of the imams who collected information or acted on the orders of the Turkish government, Volker Beck, a lawmaker for the opposition Greens, told Deutsche Welle.

A document dated Sept. 20, 2016 said that the Diyanet asked Turkish missions and religious representatives abroad to profile Gülen movement expatriates living in their respective countries.

By

TM

Exclusive: Syria’s Assad rejects Trump’s call for ‘safe zones’

0

Erdoğan approves constitutional reforms, referendum to be held on April 16

0

President Recep Tayyip Erdoğan has approved an 18-article constitutional reform package, which among other things introduces an executive presidency in Turkey.

The reform package will now be put to a referendum, likely on April 16, in accordance with a date to be selected by the Supreme Election Board (YSK).

The package was sent to Erdoğan for approval on Feb. 2 after it was approved by Parliament on Jan. 21, garnering a total of 339 votes.

The ruling Justice and Development Party (AKP), backed by the Nationalist Movement Party (MHP), pushed through the legislation that President Erdoğan says will bring the strong leadership needed to prevent a return of the fragile coalition governments of the past.

The Republican People’s Party (CHP) and pro-Kurdish Peoples’ Democratic Party (HDP) fear the reform will fuel authoritarianism.

The reform will enable Erdoğan to appoint and dismiss government ministers, take back the leadership of the ruling party and govern until 2029.

The plans foresee presidential and general elections in 2019, with a maximum of two five-year terms.

By

TM

Η Ελλάδα και η νέα Τουρκία: Δόγμα και στρατηγική αποτροπής;

1

Α. Είναι αμυντικό. Χαρακτηρίζεται  δηλαδή από την βούληση και την ικανότητα προάσπισης του εθνικού χώρου και κυριαρχίας μας.

Κινείται σε δυο επίπεδα.  Το  πολιτικό-διπλωματικό  και το στρατιωτικό -επιχειρησιακό. Ο πολιτικός και διπλωματικός παράγων διαμορφώνει  και προωθεί τις  θέσεις  που επιβάλλουν τα  συμφέροντα μας. Συναρτάται όμως  με  την κοινωνική και πολιτική συνοχή. Η  επισήμανση  αυτή έχει  καταλυτική  σημασία  για την  Ελλάδα λόγω της κοινωνικής  και πολιτικής  κρίσης. Η έξοδος από το φάσμα της πτώχευσης  δεν είναι  ορατή. Αλήθεια, κατά πόσον είναι  η  σημερινή Ελλάδα ένα ‘’συνεκτικό σύνολο’’;

Η πείθω και  η  αξιολόγηση  της δύναμης  μιας χώρας  δεν εξαντλείται  μόνο στις  αποφάσεις που θα λάβει σε στιγμές  κλιμάκωσης  και κορύφωσης  μιας  κρίσης , που απαιτεί ως ύστατο και αναπόφευκτο  μέσο την προσφυγή  και στην  στρατιωτική  εμπλοκή.

Η ‘’αποτροπή’’, ο’’ περιορισμός  ‘’ και η ‘’αναχαίτιση’’  πρέπει να αποτελούν το τρίπτυχο   της αμυντικής  μας  πολιτικής  έναντι της Τουρκίας. Οι δυο πρώτοι οροί  χρησιμοποιήθηκαν   για την διαμόρφωση του  Δόγματος των ΗΠΑ  έναντι της Σοβιετικής Ένωσης  στον ψυχρό πόλεμο. Το πλαίσιο  δηλαδή της συνύπαρξης των δυο πυρηνικών υπερδυνάμεων που  αναγκαστικά κινήθηκαν  στον χώρο που περιορίζεται μεταξύ ‘’του καρότου και της ράβδου’’. Η  αναχαίτιση,  αφορά κυρίως  αλλά  δεν πρέπει να ταυτίζεται  αποκλειστικά  με την   αεροπορική  δραστηριότητα  στο Αιγαίο.

Β. Είναι διπλωματικό. Η  αποτροπή και η αναχαίτιση-με την ευρεία δηλαδή έννοια-  είναι αρχές  αναπόφευκτες  και αναγκαίες. Συμπληρωματικές των  προσπαθειών   συνεννόησης  ,συνεργασίας και διαλόγου στην βάση του διεθνούς δικαίου  με την Τουρκία .Βασίζονται στην αρχή της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών.

Ως βέλτιστη  εφικτή επιλογή  ανεδείχθη  η πολιτική της ‘’υπομονής και επιμονής’’. Την διεμόρφωσε  ένας  πρώην Υπουργός Εξωτερικών, από τους ελάχιστους   ‘’σοφούς’’ που διαθέτει η Ελλάδα. Στον αντίποδα, όλοι εκείνοι  που  διαχρονικά πιστεύουν  ότι μπορούν με άσκηση προσωπικής  πολιτικής  και γοητείας  να  ταράξουν τα ‘’λιμνάζοντα ύδατα’’.

Γ. Είναι  Ευρωπαϊκό. Η ριζική αναθεώρηση της  εθνικής μας πολιτικής έναντι της Τουρκίας  ταυτίζεται  με την επιβεβλημένη  από τις τότε επικρατούσες συνθήκες  απόφαση  ‘’Κοινοτ ικοποίησης ‘’ των Ελληνο-Τουρκικών  προβλημάτων .

Δρομολογήθηκε στο Ελσίνκι ,  τον Δεκέμβριο του 1999 .  Η  Κυπριακή Δημοκρατία έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Ιστορικό επίτευγμα.

Εν συνεχεία , τον Οκτώβριο του 2005, βρήκε την πληρέστερη  καταγραφή  των έναντι της Ελλάδος  και της Κύπρου δεσμεύσεων  που  ανέλαβε η Τουρκία , προκειμένου να ανοίξουν οι ενταξιακές  διαπραγματεύσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το Ευρωπαϊκό πλαίσιο, υπήρξε  για δυο δεκαετίες  το θεμέλιο της πολιτικής μας   έναντι της Άγκυρας. Σήμερα , η Ευρωπαϊκή  αυτή  διάσταση  λόγω των εξελίξεων στην Ένωση και στην Τουρκία  περιορίζεται και υποχωρεί. Η δεδηλωμένη  θέση του Πρόεδρου Ντόναλντ Τράμπ έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης , βρίσκει  ήδη ισχυρούς  οπαδούς στην Άγκυρα. Ερμηνεύεται δηλαδή ως επιβεβαίωση των πολιτικών επιλογών του Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Η στρατηγική και η απόφαση –λέξη με ειδικό βάρος- στηρίζονται στην γνώση ,στον χρόνο  και στην ορθή εκτίμηση  των δυνατοτήτων. Επίσης προϋποθέτει την πρόβλεψη των πολιτικο-στρατιωτικών  δυνατοτήτων και ισορροπίας δυνάμεων  σε βάθος χρόνου. Η ανάλυση  των στοιχείων, των εξοπλιστικών περιλαμβανομένων, δείχνει  ανατροπή  της  όποιας ισορροπίας  υπήρχε σε βάρος της Ελλάδος.

Το  αναδυόμενο δόγμα  Τράμπ, διότι περί αυτού πρόκειται, δεν είναι τόσο νέο όπως φαίνεται. Προτάσσει την επίδειξη ισχύος  για την επικράτηση των θέσεων και προώθηση των συμφερόντων των ΗΠΑ.  Ο κλασσικός ‘’Διάλογος των Μηλίων’’ αποτελεί προφανώς αποτελεσματικό   δόγμα των διεθνών σχέσεων. Ο ισχυρότερος επιβάλλει από θέσεως ισχύος την θέση του, ο δε ασθενέστερος  ανθίσταται  όσο του επιτρέπει η αδυναμία του.

Άλλωστε και η Ρωσία του Βλαντιμίρ  Πούτιν ήδη εφαρμόζει στην Ευρώπη (Γεωργία, Ουκρανία και Κριμαία) την πολιτική αυτή. Επιπλέον, η απειλή, η χρήση και η επίδειξη στρατιωτικής  δύναμης  χαρακτηρίζει  την πολιτική της Τουρκίας  σε βάθος χρόνου.

Η  πραγματικότητα  αυτή ,σε συνδυασμό με τον  ρευστό και  απρόβλεπτο  χαρακτήρα  του γείτονα  μας , πρέπει να μας οδηγήσει σε ώριμες σκέψεις για την ολοκλήρωση  της αποτρεπτικής μας ισχύος. Πρόσφατες αποκαλύψεις  επιβεβαιώνουν ότι  προετοιμαζόταν με μεθοδικότητα. Μάθαμε  να συμβιώνουμε, φθάνοντας  ενίοτε στο κατώφλι της πολεμικής σύγκρουσης, με μια  άλλη Τουρκία . Σήμερα  έχουμε ένα διαφορετικό γείτονα. Δεν τον γνωρίζουμε. Προσπαθούμε  να  τον καταλάβουμε .Η νέα Τουρκία πλεονεκτεί  διότι μας γνωρίζει .

Διερωτώμαι κατά πόσον  την στιγμή αυτή απουσιάζει η στρατηγική  της   αποτρεπτικής δύναμης ενός ‘’ισχυρού ανταποδοτικού  πλήγματος’’, ως αναπόσπαστο μέρος  ενός αμυντικού σχεδιασμού. Όσο μεγαλύτερη είναι η ‘’ανταποδοτική αποτροπή ‘’ , τόσο ισχυρότερη είναι η αξιοπιστία  ενός αμυντικού σχεδιασμού.  Αναγκαία προϋπόθεση είναι ότι πρέπει να ανταποκρίνεται στις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες.

Θεμέλιο του όμως δεν μπορεί να είναι μόνο ο  στρατιωτικός βραχίονας. Είναι κυρίως η εθνική συνεννόηση, η  γνώση  και η συνέχεια . Η Ελλάδα πρέπει να ξαναγίνει ένα ‘’συνεκτικό σύνολο’’. Αυτή είναι η αναγκαία συνθήκη.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΕΣΤΙΑ, 06/02/2017

Ευσέβεια, εξουσία και πολιτική στην Τουρκία

0
Τα κοράνια της Άγκυρας που ταξιδεύουν
SMITHSONIAN
Περίληψη:

Τα Κοράνια χρησιμοποιούνταν συνήθως σε ολόκληρο τον ισλαμικό κόσμο ως διπλωματικά δώρα για να παγιώσουν πολιτικές και στρατιωτικές συμμαχίες. Δεδομένης της ποικιλίας των διμερών προκλήσεων που αντιμετωπίζει η αμερικανο-τουρκική συμμαχία σήμερα, τα Κοράνια που εκτίθενται σε μουσείο της Ουάσιγκτον θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν σίγουρα για κάποια σύσφιξη.

Ο NICK DANFORTH είναι υποψήφιος διδάκτωρ Τουρκικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Georgetown.

Όποιος στην Ουάσιγκτον προσπαθεί να κατανοήσει την σχέση μεταξύ θρησκείας και πολιτικής στην Τουρκία σήμερα, το καλύτερο που θα μπορούσε να κάνει είναι να αρχίσει με μια επίσκεψη στην πινακοθήκη Sackler του Σμιθσόνιαν. Εκεί παρουσιάζεται, μέχρι τις 20 Φεβρουαρίου, «Η Τέχνη του Κορανίου: Θησαυροί από το Μουσείο Τουρκικής και Ισλαμικής Τέχνης». Η έκθεση [1] διαθέτει μια σειρά από πλούσια διακοσμημένα Κοράνια που συλλέχθηκαν από την Οθωμανική Αυτοκρατορία κατά την διάρκεια της επί έξι αιώνες κυριαρχίας της σε ένα μεγάλο μέρος του μουσουλμανικού κόσμου. Ένα από αυτά [2], το οποίο πήρε ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής από τον τάφο ενός από μακρού χρόνου νεκρού ηγεμόνα των Μογγόλων, έχει χρυσές παραστάσεις σαν μετάλλια απλωμένα μέσα στις γραμμές της πολύχρωμης καλλιγραφίας. Ένα άλλο [3], διαβασμένο με άγνωστο αποτέλεσμα για την σωτηρία της ψυχής του από τον Σελίμ τον δεύτερο, διαθέτει ιδιόμορφα σαν φύλλωμα σχήματα που συμπλέκονται πάνω από ένα φόντο από βαθύ λάπις λάζουλι χρώμα.

Αλλά πέρα από την ομορφιά των βιβλίων που εκτίθενται, η ιστορία τους είναι επίσης διαφωτιστική. Εκεί που οι σχολιαστές συχνά περιγράφουν την σύγχρονη Τουρκία ως σπαρασσόμενη από μια αντιπαλότητα μεταξύ κοσμικού κράτους και Ισλαμισμού, αυτή η έκθεση αποκαλύπτει ακούσια τους πολύπλοκους τρόπους με τους οποίους συνυπήρχαν πάντοτε οι δύο ιδεολογίες. Στην Τουρκία, όπως και αλλού, η θρησκεία ήταν πάντα σημαντική ακόμη και για τις πιο κοσμικές κυβερνήσεις, και η εξουσία παραμένει σημαντική ακόμη και στις πιο θρησκευτικές.

Η ιστοσελίδα του Smithsonian προσφέρει ένα σύνολο διαδραστικών χαρτών [4] που δείχνουν το «μεγάλο ταξίδι» που έφερε τα βιβλία αυτά στην έκθεση από τις διαφορετικές πόλεις όπου πρωτοδημιουργήθηκαν μέχρι το Μουσείο Τουρκικής και Ισλαμικής Τέχνης, όπου σήμερα παραμένουν μόνιμα. «Οθωμανοί σουλτάνοι, βασίλισσες, και βεζίριδες απέκτησαν μερικά από τα πιο πολύτιμα [κοράνια] … μέσα από αγορές, δώρα ή λάφυρα πολέμου», εξηγούν οι επιμελητές, και στην συνέχεια «χάρισαν αυτά τα αγαπημένα έργα σε δημόσια και θρησκευτικά ιδρύματα για να εκφράσουν προσωπική ευσέβεια και ισχύ, και για να εξασφαλίσουν κύρος».

09022017-1.jpg

Νεαρές γυναίκες παίρνουν φωτογραφίες selfie μπροστά από το Νέο Τζαμί στο στενό του Βοσπόρου στην Κωνσταντινούπολη, στις 12 Ιανουαρίου του 2016. MURAD SEZER / REUTERS
—————————————————

Για όποιον ενδιαφέρεται για την ευσέβεια και την εξουσία στην σύγχρονη Τουρκία, η πιο πρόσφατη ιστορία αυτών των ιερών βιβλίων, που οδήγησε στην σημερινή τους παρουσία στην Ουάσιγκτον, είναι εξίσου αφηγηματική. Στον εικοστό και τον εικοστό πρώτο αιώνα, όπως και στην οθωμανική εποχή, η ιδιοκτησία, η μεταφορά και η παρουσίαση των διάσημων Κορανιών συνεχίζουν να επιδεικνύουν τα πάντα, από την υποταγή και την νεωτερικότητα μέχρι την εθνική υπερηφάνεια.

Στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, οι ηγέτες του οθωμανικού κράτους είδαν την άλλοτε τεράστια αυτοκρατορία τους να κατατρώγεται από εθνικιστικές εξεγέρσεις και αρπαγές γης από τους Ευρωπαίους. Για να ανακόψει αυτές τις απώλειες, ο σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ Β’ [5] επεδίωξε να ενισχύσει την αυτοκρατορία μέσω ενός συνδυασμού συγκεντρωτισμού, εκσυγχρονισμού και ισλαμικής ευσέβειας. Την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση κατασκεύαζε νέες σιδηροδρομικές και τηλεγραφικές γραμμές για να κρατήσει ενωμένη την αυτοκρατορία, ο Αμπντούλ Χαμίτ υπογράμμιζε τον ρόλο του ως Χαλίφης [6], προκειμένου να κερδίσει την νομιμοφροσύνη των Μουσουλμάνων υπηκόων του. Η οικοδόμηση ενός ισχυρότερου κράτους και η επιδίωξη ενισχυμένης θρησκευτικής νομιμοποίησης μερικές φορές πήγαιναν χέρι-χέρι. Στις αρχές της δεκαετίας του 1900, για παράδειγμα, ο Αμπντούλ Χαμίτ άρχισε την κατασκευή μιας σιδηροδρομικής γραμμής από την Κωνσταντινούπολη προς την Μέκκα. Στην οθωμανική ρητορική, το πρόγραμμα εξυπηρετούσε ως ένας τρόπος για την διευκόλυνση της μεταφοράς των ευλαβών προσκυνητών στην ιερή πόλη του Ισλάμ. Αλλά, καθώς οι Αμερικανοί ίσως να γνωρίζουν καλύτερα μέσω του Λώρενς της Αραβίας, ο σιδηρόδρομος είχε επίσης ως στόχο να βοηθήσει την αυτοκρατορία να ασκήσει στρατιωτική ισχύ σε απομακρυσμένες και ενδεχομένως επαναστατικές επαρχίες.

Οπότε, πού εμπλέκονται τα Κοράνια; Το 1908, επαναστατικοί Οθωμανοί αξιωματικοί του στρατού, γνωστοί ως «Νεότουρκοι», πήραν τον έλεγχο της αυτοκρατορίας. Αφήνοντας τον Σουλτάνο στην εξουσία ως διακοσμητικό, συνέχισαν τις δικές του πολιτικές οικοδόμησης του κράτους, αλλά με μια επιπλέον έμφαση στον τουρκικό εθνικισμό και τον κοσμικό εκσυγχρονισμό. Αρκετά χρόνια μετά την ανάληψη της εξουσίας, αυτή η νέα κυβέρνηση έθεσε ως στόχο να συλλέξει τα καλύτερα Κοράνια στην αυτοκρατορία –που ήταν ακόμα στην κατοχή διαφόρων τζαμιών, μνημάτων, καθώς και θρησκευτικών ιδρυμάτων στα οποία οι προηγούμενοι σουλτάνοι τα είχαν δωρίσει -για να εκτεθούν σε ένα νέο μουσείο στην αυτοκρατορική πρωτεύουσα.

Η δημιουργία αυτής της συλλογής, της οποίας τα καλύτερα κομμάτια βρίσκονται τώρα στο Smithsonian, ήταν τόσο μια πράξη κοσμικής οικοδόμηση του κράτους όσο και δημόσιας ευσέβειας. Στην πιο κυριολεκτική έννοια του όρου, το κράτος έπαιρνε τον έλεγχο των σημαντικών θρησκευτικών αντικειμένων από τα χέρια των θρησκευτικών ιδρυμάτων. Η συλλογή σημαντικών αντικειμένων όλων των ειδών στα εθνικά μουσεία ήταν επίσης κατανοητή ως το είδος των ενεργειών που έπρεπε να κάνουν οι κυβερνήσεις αν ήθελαν να είναι σύγχρονες, πολιτισμένες και ευρωπαϊκές. Αλλά την ίδια στιγμή, η προσπάθεια αυτή παρουσιάστηκε ως μια γιορτή της ισλαμικής ταυτότητας της αυτοκρατορίας, και το νεοσυσταθέν Μουσείο Ισλαμικών Θεμελίων (Museum of Islamic Foundations) άνοιξε με μια περίτεχνη τελετή στην οποία παραβρέθηκε ο Σέιχ-ουλ-Ισλάμ Ουργκουπλού Χαϊρί Εφέντη, ο επικεφαλής του οθωμανικού θρησκευτικού κατεστημένου.

Μετά την ήττα των Οθωμανών στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ [7] ξανάχτισε ό,τι επέζησε από την κυβέρνηση και το έδαφος της αυτοκρατορίας ως Δημοκρατία της Τουρκίας. Η ιδεολογία του νέου κράτους του Ατατούρκ ήταν τώρα ακόμα πιο εστιασμένη στην τουρκική εθνική ταυτότητα και λιγότερο εστιασμένη στην θρησκεία, αλλά στην κυβερνητική προσέγγιση για την επίδειξη της θρησκευτικής τέχνης υπήρξε και συνέχεια και αλλαγές.

Το Μουσείο Ισλαμικών Θεμελίων της Κωνσταντινούπολης γρήγορα έγινε το Μουσείο Τουρκικών και Ισλαμικών Έργων (Museum of Turkish and Islamic Works). Το νέο όνομα προσέθεσε μια επιπλέον έμφαση στον τουρκισμό, αλλά το Ισλάμ ήταν, κυριολεκτικά, ακόμα εκεί. Ενώ ο Ατατούρκ εργαζόταν για να κάνει την Τουρκία πιο κοσμική, τα διακοσμημένα οθωμανικά Κοράνια έγιναν, στην επίσημη ρητορική, η απόδειξη της τουρκικής καλλιτεχνικής ιδιοφυΐας [8] αντί για [απόδειξη] της ισλαμικής ευσέβειας. Αλλά την ίδια στιγμή, αυτή η νέα ρητορική προσέφερε παρά ταύτα έναν τρόπο για το νέο καθεστώς, και για μερικά από τα πιο ευσεβή μέλη του, να συνεχίσουν να αποτίουν φόρο τιμής στον συνεχιζόμενο ρόλο της θρησκείας στην ταυτότητα της νέας χώρας.

Κάνοντας ένα άλμα στο σήμερα, το νόημα ενός οθωμανικού Κορανίου είναι ακόμα πιο εύπλαστο από όσο μπορεί να φαίνεται. Τον Ιανουάριο του 2002, ένα [Κοράνι] ήρθε στην Ουάσιγκτον υπό κάπως μοναδικές συνθήκες. Ο Τούρκος πρωθυπουργός Μπουλέντ Ετσεβίτ, ένας αριστερός διανοούμενος και αφοσιωμένος κοσμικός, έφερε στον πρόεδρο των ΗΠΑ George W. Bush [9] ένα μικρό Κοράνι του 16ου αιώνα. Στον απόηχο της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, το δώρο φαινόταν σαν μια συνήθης χειρονομία από τον κοσμικό ηγέτη μιας κυρίως μουσουλμανικής χώρας, που ήταν πρόθυμος να διαχωρίσει [10] το Ισλάμ από την τρομοκρατία. Για τον Ετσεβίτ, ο οποίος σε ένα διαφορετικό πλαίσιο είχε υπενθυμίσει [11] στους Αμερικανούς ότι οι Τούρκοι, «είτε αρέσει σε κάποιον είτε όχι», ήταν Μουσουλμάνοι, το Κοράνι ήταν τόσο μια αναγνώριση της πραγματικότητας όσο και μια γιορτή της πίστης.

Δεν αποτελεί έκπληξη ότι η σημερινή έκθεση στο Smithsonian, που κατέστη δυνατή από την τρέχουσα κυβέρνηση του ισλαμιστή προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, είναι πάρα πολύ μια γιορτή της πίστης, με το ισλαμικό περιεχόμενο του Κορανίου να τονίζεται παράλληλα με την καλλιτεχνική κληρονομιά του. Πιο πονηρά, η έκθεση φαίνεται να έχει παράσχει στους παλιότερους κοσμικούς αντιπάλους του Ερντογάν μια ευκαιρία να συμμετάσχουν στον εορτασμό. Παράλληλα με το τουρκικό Υπουργείο Τουρισμού, ένας άλλος από τους χορηγούς της έκθεσης είναι ο όμιλος Dogan. Μέλος της παραδοσιακής κοσμικής επιχειρηματικής κοινότητας της Τουρκίας, ο Aydin Dogan [12] είναι ιδιοκτήτης αρκετών εφημερίδων που κάποτε ήταν αρκετά επικριτικές προς τον Ερντογάν. Μέσα από μια σειρά από νομικές ενέργειες που είχαν πολιτικά κίνητρα, που κυμαίνονται από φορολογικά πρόστιμα 2,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων μέχρι την σύλληψη υψηλόβαθμων στελεχών, η κυβέρνηση υπέταξε τις εφημερίδες του Dogan. Το ότι κοσμικοί επιχειρηματίες προσφέρουν την οικονομική στήριξή τους σε μια τόσο ενθουσιαστική θρησκευτική έκθεση σε μουσείο, αποκαλύπτει το περίγραμμα της επιτυχίας του Ερντογάν στην ανάμειξη της εξουσίας με την ευσέβεια και την ενσωμάτωση πρώην αντιπάλων στο νέο καθεστώς του.

Τα Κοράνια, όπως μαθαίνουν οι επισκέπτες του Smithsonian, χρησιμοποιούνταν συνήθως σε ολόκληρο τον ισλαμικό κόσμο ως διπλωματικά δώρα για να παγιώσουν πολιτικές και στρατιωτικές συμμαχίες. Αυτά που εκτίθενται σήμερα χρησιμοποιήθηκαν μέσα στα χρόνια για την οικοδόμηση σχέσεων μεταξύ Οθωμανών, Σαφαβιδών, Αββασιδών, Ισμαηλιτών, Μογγόλων και Μαμελούκων. Δεδομένης της ποικιλίας των διμερών προκλήσεων [13] που αντιμετωπίζει η αμερικανο-τουρκική συμμαχία σήμερα, θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν σίγουρα για κάποια σύσφιξη. Αν η ιστορία αυτών των Κορανίων μπορεί να υπαινιχθεί μια πιο σύνθετη σχέση μεταξύ Ισλάμ και κοσμικότητας από όσο κάποιοι στην Ουάσιγκτον φαίνεται να βλέπουν [14], ίσως θα μπορούσαν με κάποιο ανεπαίσθητο τρόπο να κάνουν αυτό που τους αναλογεί για να βοηθήσουν.

Copyright © 2017 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/turkey/2017-02-08/piety-power-an…

Σύνδεσμοι:
[1] http://www.asia.si.edu/exhibitions/current/art-of-the-quran/default.php
[2] http://public.media.smithsonianmag.com//filer/ff/e7/ffe70e84-cc66-4bd9-9…
[3] http://www.asia.si.edu/exhibitions/current/art-of-the-quran/book-tiem-22…
[4] http://www.asia.si.edu/exhibitions/current/art-of-the-quran/map.php
[5] https://www.amazon.com/Well-Protected-Domains-Ideology-Legitimation-1876…
[6] https://www.foreignaffairs.com/articles/middle-east/2014-11-19/myth-cali…
[7] https://www.amazon.com/Atat%25C3%25BCrk-x15E-%25C3%25BCkr%25C3%25BC-Hani…
[8] https://www.academia.edu/7233372/Multi-Purpose_Empire_Ottoman_History_in…
[9] http://www.hurriyetdailynews.com/gifts-to-president-are-gratefully-recei…
[10] http://edition.cnn.com/2002/WORLD/meast/01/16/ret.turkey.troops/index.html
[11] http://ecevityazilari.org/items/show/121
[12] http://www.economist.com/node/14419403
[13] http://bipartisanpolicy.org/library/beyond-the-myth-of-partnership-turke…
[14] https://www.theatlantic.com/international/archive/2016/11/trump-radical-…

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Russia’s Art of War

0

MAXIM ZMEYEV / REUTERS

State Branding by Other Means

 “War is the continuation of politics by other means,” observed the Prussian military theorist Carl von Clausewitz in his classic treatise On War. Although the aphorism has become axiomatic almost to the point of cliché, it is an especially apt prism for understanding Russia’s increasingly adventurous foreign policy.

Take Russian President Vladimir Putin’s penchant for “hybrid warfare,” or the combination of traditional military methods with the manipulation of information for strategic gain. In many ways, Moscow’s recent interventions in Georgia, Syria, and Ukraine are explicit exemplars of Clausewitz’s maxim, albeit with a twist. For Clausewitz, war was simply another way to achieve relatively concrete strategic objectives, such as security, which could not be otherwise realized through politics. Russia’s recent wars in Georgia, Syria, and Ukraine, however, have been military expressions of its government’s desire to lend truth to its pretensions to superpower status. In all three conflicts, Russia’s local interests were debatable, if not negligible; instead, their purpose was first and foremost to demonstrate, for both domestic and international audiences, that Russia is a great power with global reach and aspirations. For the Kremlin, war is state branding by other means.For the Kremlin, war is state branding by other means.

MIXED SIGNALS

Since the end of the Cold War, Russia has consistently sought to position itself as a peer to the United States and NATO—sometimes as a partner and sometimes as a competitor. Such status anxiety was most infamously expressed in Putin’s 2005 comment that “the demise of the Soviet Union was the greatest geopolitical catastrophe of the century.” More recently, the official 2015 Russian national security strategy document is laced with references to Russia’s instrumental role in managing major global crises and cites “transforming the Russian Federation into a world power” as a key national interest.

Russia’s strategic intentions crystallized in August 2008 during its brief war with Georgia, which had launched an offensive to recapture the Moscow-backed breakaway province of South Ossetia. Russian troops quickly intervened to defend their separatist client, decisively crushing the Georgians. The EU-backed Tagliavini Report assigned blame for the five-day war to both sides, but the initial spark—the report claimed that Georgia fired first—almost did not matter. Russian troops, whose military exercises suggested that they had anticipated the conflict weeks in advance, showed no hesitation in defeating the Georgians and pouring into South Ossetia, in what was Moscow’s first foreign combined-arms combat operation since the Soviet invasion of Afghanistan.

Russia’s overwhelming force and the incompetence of the Georgian military meant that the outcome of the war was never really in doubt. Yet on August 10, with Georgian forces already retreating from South Ossetia, Russian troops opened a second front in Abkhazia, another breakaway region supported by Moscow. Two days later, Russian naval infantry landed in the Georgian port city of Poti. Over the next several weeks, well after the cessation of hostilities, Russian forces drove deep into Georgian territory unopposed, compounding the country’s military defeat.

Put differently, the nominal Russian objective—to repulse advancing Georgian forces in South Ossetia—was achieved relatively quickly, but Moscow broadened its operational scope nonetheless. In fact, the Russian military’s expansion of the conflict into Abkhazia and its thrusts into the Georgian interior had little to no effect on the outcome of the war. And despite its comprehensive victory, Russia largely withdrew from undisputed Georgian territory, leaving the Georgian government humbled but still intact. From the Russian perspective, Georgia was more a convenient showcase for Russia’s renewed military might than an adversary to be suppressed—an opportunity for Moscow to use the accouterments of modern warfare to demonstrate its strength to both the Russian people and the wider world.

Syria offers similar glimpses into this new Russian rationale for war. Moscow claims that it is intervening in the Levant in order to combat terrorism, but that is an unconvincing assertion. Russia, of course, is certainly not immune to militant Islamist terrorism. But Syria, for the Russian government, was less a source of threats than a safety valve that drew Islamist resources and personnel away from the North Caucasus insurgency, which by the 2010s had calmed down considerably. Other purported rationales, such as the revitalization of Russia’s position in the Eastern Mediterranean, are marginally more credible but would hardly seem to justify such a far-flung and extended operation. Rather, Syria is functioning more as a global showcase for Russian power than as a strategic imperative for the Kremlin.

REUTERSRussian bombers attacking what are alleged to be Islamic State positions near Deir ez-Zor, Syria, January 2017.

Russia has been officially at war in Syria since 2015, but active Russian military assistance to the Syrian regime goes as far back as the early days of the civil war. Throughout that time, Russia has announced both escalations and “withdrawals,” the latter on two separate occasions—in March 2016 and again in January of this year. January’s announcement was timed to the departure of the problem-riddled aircraft carrier Admiral Kuznetsov, which itself had little military value in-theater and may have been deployed as an awkward promotional stunt for the Russian defense industry. These expansions and contractions of Russian engagement, timed to the international news cycle, had the effect of buttressing Moscow’s claims to great-power status. Although the Russian government has seized military and strategic gains where available, these were not the motivating reasons behind intervention.

In Ukraine, too, grand ideological or military projects—such as the aborted “Novorossiya” attempt to carve a united pro-Russia state from Ukrainian territory—were conducted in service of, and in subordination to, the larger goal of telegraphing Russian power. As in Syria and Georgia, the Russian government uses the war in Ukraine primarily as a means of leveraging domestic and international opinion and not necessarily territorial or military gain; cease-fires come and go, only to be broken by Russian-backed forces timed to maximum advantage.Moscow’s military prestige projects, combined with its use of information warfare, are a surprisingly efficient means of undermining Western dominance.

In all three conflicts, Russia’s strategic dividends have been far more symbolic than concrete. In terms of military outcomes, the interventions are largely ambiguous, but they have successfully projected an image of a globally powerful Russia. Turning the traditional formula for hybrid warfare on its head, recent Russian military operations have become adjunct to the country’s information warfare—the informational element shaped the military campaign and not the other way around. And the primary informational theme in all three military campaigns has been Russia’s reemergence as a great power.

Moscow’s military prestige projects, combined with its use of information warfare, are a surprisingly efficient means of undermining Western dominance. Russian interventions, although lacking NATO’s capabilities in terms of scale and sophistication, benefit from first-mover advantage. Indeed, halfhearted U.S. and European participation in these conflicts suggests a strategic indifference toward their outcomes and, by extension, agnosticism toward the maintenance of traditional interstate norms. By contrast, a relatively weaker but more motivated Russia has been able to position itself as a regional power broker well beyond what its raw economic or military weight might suggest.

This Russian brand of hybrid warfare, which combines military and symbolic goals, is unlikely to end with Syria. With the Russian economy still in a difficult state and Western geopolitical decline proceeding apace, Moscow is even more likely to use military operations to fortify its image globally and consolidate political support domestically. A perception of national greatness, as opposed to prosperity, is increasingly the basis of the Kremlin’s new social contract. In 2014, the Russian polling nongovernmental organization Levada Center found that 68 percent of Russians saw their country as a superpower—the first time since the fall of the Soviet Union that a majority have done so.

Whether the Russian leadership orders new interventions is an open question, but its willingness to use the instruments of war for brand maintenance should factor into Western thinking about managing ties with Moscow. Russian military interventions are typically interpreted in Western capitals as tactical opportunities that, in the absence of robust Western attention and involvement, Moscow has chosen to exploit. Yet even if Russian interventions are not always pursuing concrete strategic objectives, they do share a common rationale—one that suggests that future Russian adventurism is not only plausible but likely. Understanding this logic opens the door for other states to consider how Russia might best be discouraged, deterred, or defeated. If Russian goals are primarily symbolic and informational, it stands to reason that this is the domain within which it must be most aggressively contested.

https://www.foreignaffairs.com/articles/russian-federation/2017-02-07/russias-art-war?cid=nlc-twofa-20170209&sp_mid=53390188&sp_rid=YW5peG5lZnNlaXNAZ21haWwuY29tS0&spMailingID=53390188&spUserID=MjE5ODU3MTU2MDk3S0&spJobID=1101600558&spReportId=MTEwMTYwMDU1OAS2

Καζάνι που βράζει η πρώην Γιουγκοσλαβία. Το αίτημα επαναχάραξης συνόρων ξανά στο προσκήνιο

0
ISAKOVIC/AFP/Getty Images)

HuffPost Greece  |  Newsroom Δημοσιεύθηκε:

 O ένας είναι πρώην Κροάτης πρόεδρος, ο Γιόζιπ Γιοζίποβιτς, ο άλλος νυν σέρβος πρόεδρος της Βοσνίας, Μλάντεν Ιβάνιτς. Και οι δύο συμφωνούν ότι οι σχέσεις μεταξύ των κρατών που διαδέχτηκαν τη Γιουγκοσλαβία είναι τόσο κακές όσο ποτέ άλλοτε τα περασμένα 20 χρόνια. Τις τελευταίες εβδομάδες πολλοί εγχώριοι πολιτικοί ψιθυρίζουν λέξεις που παραπέμπουν σε κίνδυνο νέας ανάφλεξης στην περιοχή.

Μετατόπιση συνόρων …

Μάλιστα ο πρόεδρος της Σερβίας Τόμισλαβ Νίκολιτς θέλει σε κάθε περίπτωση να ηγηθεί του στρατού που θα εισβάλει στο Κοσσυφοπέδιο, διότι οι Αλβανοί υποτίθεται σχεδιάζουν πόλεμο εναντίον της εκεί σερβικής μειονότητας. Και επειδή σε αυτές τις χώρες της νοτιοανατολικής Ευρώπης οι εθνικές μειονότητες είναι δυσαρεστημένες, κυκλοφορούν και πάλι σκέψεις για αλλαγή συνόρων. Όλα αυτά τα πυροδότησε άρθρο στο αμερικανικό περιοδικό Foreign Affairs που κυκλοφόρησε τέλος του 2016. Ο πρώην βρετανός διπλωμάτης Τίμοθι Λες ανακήρυξε ως αποτυχημένη την πολιτική συμφιλίωσης της Ουάσιγκτον και της ΕΕ και της διατήρησης του πολυπολιτισμικού στοιχείου. Υποστήριξε ότι μόνο με μετατόπιση συνόρων θα μπορούσε να ανακοπεί η αναπόφευκτη νέα ένοπλη σύγκρουση.

Στήριξη βρήκε στο πρόσωπο του πρώην αρχηγού των γαλλικών μυστικών υπηρεσιών Πιέρ – Ανρί Μπουνέλ, ο οποίος χαρακτήρισε τα προβλήματα της περιοχής ως «τυπικά παραδείγματα παγωμένων διενέξεων». Απόψεις επ΄αυτού εξέφρασε και ο πρώην ειδικός επί βαλκανικών θεμάτων της CIA Στίβεν Μάιερ. Πρότεινε ανταλλαγή εδαφών για να λυθεί το πρόβλημα με το Κοσσυφοπέδιο που αποτελεί πάντα εστία διενέξεων. Δηλαδή το βόρειο τμήμα, που κατοικείται κυρίως από Σέρβους να προσαρτηθεί στη Σερβία και ο σερβικός πληθυσμός στο υπόλοιπο τμήμα με τη βοήθεια του Ερυθρού Σταυρού να μετεγκατασταθεί στη Σερβία. Σε αντάλλαγμα η Σερβία να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία τη πρώην επαρχίας της.

Μιτροβίτσα, περιοχή στο βόρειο τμήμα του Κοσσυφοπεδίου, όπου ζουν στην πλειοψηφία τους Σέρβοι

Σε αυτήν την περίπτωση, ο αρχηγός των Αλβανών που ζουν στο νότιο τμήμα της Σερβίας, Γιόνουζ Μοσλίζιου θέλει να προσαρτηθεί στην Αλβανία η περιοχή γύρω από το Μπουγιάνοβιτς και το Πρέσεβο. Από την πλευρά του, ο πρώην πρόεδρος της Αλβανίας Σάλι Μπερίσα, ζητά από το κοινοβούλιο την επανένωση του Κοσσυφοπεδίου με τη «μητέρα» Αλβανία. Και ενώ η ανταλλαγή εδαφών γύρω από το Κοσσυφοπέδιο φαίνεται θεωρητικά τουλάχιστον εφικτή, τα προβλήματα στη Βοσνία – Ερζεγοβίνη είναι πιο πολύπλοκα.

Εδώ από καιρό οι Σέρβοι προσπαθούν να αποσχιστούν από τον ομοσπονδιακό ιστό, στον οποίο την πλειοψηφία έχουν οριακά οι μουσουλμάνοι. Οι καθολικοί Κροάτες, με ποσοστό 15% αποτελούν την πιο μικρή εθνική ομάδα που έχει περισσότερους δεσμούς με την Κροατία παρά με την πρωτεύουσα της Βοσνίας Ερζεγοβίνης, το Σεράγεβο. Μόνο λίγοι, όπως ο σέρβος μεταρρυθμιστής πολιτικός Ζάρκο Κόρατς, εφιστούν την προσοχή σε επαναχαράξεις των συνόρων. Σε αναφορά με την κοινωνική μιζέρια και τη μαζική έξοδο νέων και καλά εκπαιδευμένων ανθρώπων, ο Κόρατς έκανε πρόσφατα την εξής έκκληση στην τελευταία έκδοση του ειδησεογραφικού περιοδικού NIN: «Θέλεις τον πόλεμο και τον θάνατο για μια μεγάλη Σερβία ή προτιμάς να δεχθείς τα υπάρχοντα σύνορα και να πολεμήσεις για να γίνει κάποτε η Σερβία τόπος διαβίωσης;».

Συνθήκη του Μάαστριχτ: Η τελευταία μεγάλη αναμόρφωση της Ευρώπης

0

Πριν από 25 χρόνια, οι Ευρωπαίοι ηγέτες υπέγραψαν μια συμφωνία που αναμόρφωνε πολιτικά και οικονομικά την Ευρώπη. Όμως, την τελευταία δεκαετία, πολλές αρχές της Συνθήκης του Μάαστριχτ αμφισβητούνται.

 Η Συνθήκη του Μάαστριχτ -που ουσιαστικά καθόρισε την ευρωπαϊκή ενοποίηση όπως την καταλαβαίνουμε σήμερα- υπεγράφη στις 7 Φεβρουαρίου του 1992, στην ομώνυμη ολλανδική πόλη. Τέθηκε σε ισχύ την 1η Νοεμβρίου του 1993 και μέχρι σήμερα αποτελεί τη βαθύτερη αναμόρφωση στην Ευρωπαϊκή Ένωση από ίδρυσής της, το 1957.Η Συνθήκη καθιέρωσε την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους τρεις πυλώνες της: ένα κοινοτικό μέρος, στο πλαίσιο του οποίου τα κράτη-μέλη εκχωρούν εθνικά προνόμια σε υπερεθνικούς θεσμούς και δύο διακυβερνητικά μέρη, στο πλαίσιο των οποίων οι εθνικές κυβερνήσεις διατηρούν την εξουσία, αλλά πρέπει να λαμβάνουν ομόφωνα αποφάσεις. Ο κοινοτικός πυλώνας επικεντρώνεται κυρίως, αλλά όχι απολύτως, σε οικονομικά ζητήματα, ενώ οι δύο διακυβερνητικοί πυλώνες επικεντρώνονται στην εξωτερική πολιτική, στη δικαιοσύνη και στα εσωτερικά ζητήματα.

Η Συνθήκη έθεσε επίσης τα θεμέλια για την ευρωζώνη και εισήγαγε οικονομικές απαιτήσεις για τη συμμετοχή στη νομισματική περιοχή. Θεσμοθετήθηκε επίσης η ευρωπαϊκή ιθαγένεια, που τηρείται μαζί με την εθνική ιθαγένεια, δίνοντας στους κατόχους το δικαίωμα να κινούνται, να διαμένουν και να εργάζονται ελεύθερα οπουδήποτε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και το δικαίωμα να ψηφίζουν και να θέτουν υποψηφιότητα για ευρωπαϊκά και δημοτικά αξιώματα.

Η Συνθήκη του Μάαστριχτ αποτελεί προϊόν της εποχής της. Η κατάρρευση του κομμουνισμού και η επανένωση της Γερμανίας ανάγκασε τους Ευρωπαίους ηγέτες να αναμορφώσουν πολιτικά και οικονομικά την Ευρώπη. Η ευρωζώνη, για παράδειγμα, δομήθηκε για να συνθέσει πιο στενά τις χώρες μεταξύ τους –ιδιαίτερα τη Γερμανία και τη Γαλλία-, σε μια πολιτική, χρηματοοικονομική και νομισματική ένωση που θα μείωνε τις πιθανότητες ενός ακόμα πολέμου στη Δυτική Ευρώπη. Εν τω μεταξύ, οι επαναπροσδιορισμένοι ευρωπαϊκοί θεσμοί θα αναζωογονούσαν το μπλοκ και θα προσέλκυαν νέα μέλη από την πρώην Σοβιετική περιφέρεια.

Ωστόσο, πολλές από τις προβλέψεις της Συνθήκης έχουν αμφισβητηθεί την τελευταία δεκαετία. Χώρες της Νότιας Ευρώπης έχουν επικρίνει τις δημοσιονομικές απαιτήσεις, υποστηρίζοντας πως «πνίγουν» την ανάπτυξη σε περιόδους οικονομικών κρίσεων. Οι ευρωσκεπτικιστικές ομάδες θέλουν οι χώρες τους να φύγουν τελείως από την ευρωζώνη, ενώ άλλοι θέλουν να περιορίσουν τη δυνατότητα των πολιτών της ΕΕ να ζουν και να εργάζονται ελεύθερα εντός του μπλοκ. Επιπλέον, πολλές κυβερνήσεις και πολιτικές δυνάμεις θέλουν να αποδυναμώσουν τον έλεγχο που έχουν οι Βρυξέλλες και να επιστρέψουν πολλές εξουσίες λήψης αποφάσεων στις εθνικές κυβερνήσεις.

Το 2017 σηματοδοτεί την 25η επέτειο της Συνθήκης του Μάαστριχτ, αλλά και τη χρονιά που πολλές από τις αρχές του εγγράφου θα αμφισβητηθούν. Οι εθνικιστικές πολιτικές δυνάμεις ετοιμάζονται για τις εκλογές σε διάφορες περιοχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υποσχόμενες να μεταρρυθμίσουν, ή ακόμα και να καταργήσουν πολλούς από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, αν κερδίσουν.

Η Βρετανία επιστρέφει στην Ανατ. Μεσόγειο και μοιράζει ρόλους σε Άγκυρα και Τελ Αβίβ καθ’ υπόδειξη της Ουάσιγκτον;

0

File Photo: US President Donald J. Trump and British Prime Minister Theresa May. EPA, SHAWN THEW FEBRUARY 9, 2017

Του Βασίλη Κοψαχείλη*

Τον περασμένο Γενάρη, στη συνάντηση της Βρετανίδας πρωθυπουργού Theresa May με τον Αμερικανό Πρόεδρο Donald Trump στην Ουάσιγκτον, πιθανότατα προέκυψε μια σημαντική συμφωνία αμοιβαίας εξυπηρέτησης συμφερόντων που αφορά την ευρύτερη περιοχή μας.

Δεδομένης της διαφαινόμενης στρατηγικής αποχώρησης των ΗΠΑ από την Μεσόγειο – αποχώρηση ως φυσική παρουσία αλλά όχι ως συμφέροντα – το κενό που δημιουργείται, η νέα διοίκηση στην Ουάσιγκτον επιθυμεί να το καλύψει η Βρετανία.

Για την Βρετανία, η στήριξη των ΗΠΑ είναι καθοριστική ενόψει της μάχης που καλείται να δώσει στις Βρυξέλλες για ένα πετυχημένο Brexit, στην ουσία τη μάχη που θα δώσει απέναντι στην Γερμανία.

Σε αντάλλαγμα της Αμερικανικής στήριξης, η Βρετανία αποδέχεται τον ρόλο (και το κόστος) της αντικαταστάτριας δύναμης των ΗΠΑ στη Μεσόγειο και κυρίως στην ευαίσθητη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

Η Βρετανία με τη σειρά της και κατόπιν συνεννόησης με την Ουάσιγκτον, μοιράζει ρόλους σε Άγκυρα και Τελ Αβίβ.

Την Τουρκία την ετοιμάζει να παίξει το ρόλο του αμορτισέρ των Γερμανικών και κυρίως των Ρωσικών συμφερόντων στην περιοχή.

Το Ισραήλ το προορίζει για το ρόλο του αμορτισέρ απέναντι στην Ιρανική-Σιιτική επιρροή στην περιοχή.

Οι νέοι ρόλοι και η όποια φθορά της Τουρκίας και του Ισραήλ θα αντισταθμιστούν από προνομιακές εμπορικές συμφωνίες και σχέσεις μεταξύ των κρατών αυτών με τη Βρετανία.

Έτσι, η Βρετανία σκοπεύει να συγκρατήσει την Τουρκία του Ερντογάν από την πλήρη εκχώρησή της στο Ρωσικό στρατόπεδο, ενώ θα «στηρίξει» το Ισραήλ του πρωθυπουργού Νετανιάχου ανοίγοντας μια ευρύτερη συζήτηση για το «Παλαιστινιακό» που πιθανότατα θα περιλαμβάνει και την Ιορδανία!

Μετά το 2015, η εμπλοκή της Ρωσίας στη Συριακή κρίση, ανέδειξε τη Ρωσία σε ρυθμιστή των εξελίξεων και έφερε πολύ κοντά τη Ρωσία με το Ιράν.

Ήδη το Ιράν ήλεγχε σε μεγάλο βαθμό το πολιτικό σκηνικό στη Βαγδάτη, ενώ η Σιιτική Hezbollah ουσιαστικά κυβερνά στο Λίβανο.

Παράλληλα το καλοκαίρι του 2016, το αποτυχημένο πραξικόπημα στην Τουρκία έφερε πολύ κοντά την Μόσχα με την Άγκυρα.

Η Ρωσική επιρροή στην Τουρκία και τη Συρία και ο συνεταιρισμός με το Ιράν αποτελούν εκρηκτικό μείγμα για τα Αμερικανικά συμφέροντα στην περιοχή. Για την Ουάσιγκτον, αυτός ο δεσμός πρέπει να σπάσει χωρίς αυτό να σημαίνει ευθεία σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ Ουάσιγκτον-Μόσχας.

Η λύση της Βρετανίας είναι ιδανική, όπως επίσης η χρησιμοποίηση δύο μη-Αραβικών κρατών της περιοχής ως τοπικών ρυθμιστών είναι σοφή, καθώς δεν διαταράσσει τις ευαίσθητες ισορροπίες των κρατών εντός του Αραβικού κόσμου. Οι δηλώσεις και οι επαφές αξιωματούχων των τελευταίων ημερών είναι δηλωτικές των νέων ισορροπιών που διαμορφώνονται.

Στα τέλη του περασμένου Γενάρη υπήρξε η συνάντηση Trump-May. Κατόπιν η κα May επισκέφτηκε την Άγκυρα και είχε συνομιλίες με τον Τούρκο πρόεδρο και τον πρωθυπουργό. Ακολούθως, χθες, πραγματοποιήθηκε συνάντηση May-Netanyahu στο Λονδίνο, αφού είχε προηγηθεί επίσημο ταξίδι του Ιορδανού μονάρχη στη Βρετανία. Παράλληλα, την ώρα που η Ουάσιγκτον τείνει χέρι φιλίας και συνεργασίας στη Μόσχα, σκληραίνει η ρητορική της Βρετανίας έναντι της Ρωσίας που την κατηγορεί για κυβερνοεπιθέσεις στη Δύση.

Ο Ερντογάν καμουφλάρει το άνοιγμα προς τη Βρετανία έναντι της Ρωσίας, στηλιτεύοντας τον ρόλο των ΗΠΑ στην περιοχή μετά την 9/11.

Με αφορμή την εκτόξευση-δοκιμή βαλλιστικού πυραύλου του Ιράν, η Ουάσιγκτον επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα των κυρώσεων εναντίον της Τεχεράνης και της ανακήρυξης των Φρουρών της Ιρανικής Επανάστασης ως τρομοκρατικής οργάνωσης, ικανοποιώντας έτσι και την κυβέρνηση στο Ισραήλ.

Τέλος, σε προχθεσινή ομιλία του ο νέος υπουργός άμυνας των ΗΠΑ, Jim Mattis, δήλωσε πως θεωρεί το Ιράν το μεγαλύτερο κράτος-σπόνσορα της τρομοκρατίας παγκοσμίως.

Η Ρωσία παρακολουθεί προσεκτικά τις εξελίξεις και απαντά με πρόσκληση προς τον Τούρκο Πρόεδρο και τον υπηρεσιακό πρόεδρο της Λιβύης να επισκεφτούν τη Μόσχα για συνομιλίες τον προσεχή Μάρτιο.

Το νέο σκηνικό εν τούτοις διαμορφώνεται και σχηματοποιείται καθημερινά στην ευρύτερη περιοχή μας. Ενδιαφέρον έχει να δούμε πως θα προσδιορίσει τα συμφέροντά της η Αίγυπτος μέσα σε αυτό το νέο σκηνικό, και ποια μορφή θα πάρουν οι εξελίξεις στο «Κυπριακό» και «Παλαιστινιακό» ζήτημα. Η χώρα μας έχει δεσμεύσεις και συμφέροντα στην περιοχή και θα πρέπει να τα ισορροπήσει προσεκτικά στο νέο περιβάλλον.

*Ο κ. Βασίλης Κοψαχείλης είναι Διεθνολόγος, Γεωστρατηγικός Αναλυτής. Είναι αρθρογράφος της ιστοσελίδας LIBERAL

Πηγή: Η Βρετανία επιστρέφει στην Ανατ. Μεσόγειο και μοιράζει ρόλους σε Άγκυρα και Τελ Αβίβ καθ’ υπόδειξη της Ουάσιγκτον; http://mignatiou.com/2017/02/i-vretania-epistrefi-stin-anat-mesogio-ke-mirazi-rolous-se-agkira-ke-tel-aviv-kath-ipodixi-tis-ouasigkton/

Trump promises Chinese president he’ll honor ‘One China’ policy

0

BY JORDAN FABIAN AND EVELYN RUPERT –

 THE HILL

© Getty Images
President Trump said he would honor the U.S.’ longstanding “One China” policy during a Thursday night phone call with Chinese President Xi Jinping, an effort to ease diplomatic tensions between the two powers.
The two leaders spoke by phone, the White House said in a statement, their first phone conversation since Trump’s inauguration.
“The two leaders discussed numerous topics and President Trump agreed, at the request of President Xi, to honor our ‘one China’ policy,” according to the White House.
The policy dictates that Washington recognizes Beijing as the only official government of China and will not establish formal relations with its rival, Taiwan.
The White House described the Trump-Xi call as “lengthy” and “extremely cordial,” and said both men had extended invites to visit their respective countries.
Trump angered the Chinese government by accepting a call from Taiwanese President Tsai Ing-wen after his election, breaking with the long-standing protocol. An American president or president-elect had not spoken with Taiwan’s leader since 1979.
It came after Trump campaigned on a promise to take a tougher approach against China on issues ranging from trade, to its military buildup in the South China Sea and North Korea’s nuclear ambitions.
Just over a month before he took office, Trump suggested he might use the “One China” policy as a bargaining chip to pressure China to change its behavior.
“I don’t know why we have to be bound by a ‘One China’ policy unless we make a deal with China having to do with other things, including trade,” Trump said in a December interview with “Fox News Sunday.”
Abandoning the policy would have been seen as a major affront to Beijing, which sees the “One China” policy as the cornerstone of its relationship with the U.S.
China considers Taiwan to be a breakaway region. The current policy was put in place under President Jimmy Carter in order to establish formal ties with China.
Trump’s call with Xi was made public shortly after The New York Timespublished a report describing China as “stung” by Trump’s call with Taiwan.
Officials told the Times that Xi would not agree to speak with Trump until after his public acknowledgment of the policy, which in effect cuts off official governmental ties with Taiwan.
The two leaders last spoke on Nov. 14, days after Trump was elected president.
In recent days, there were signs the White House was trying to smooth over tensions with China.
Trump sent a belated letter to Xi on Wednesday wishing him a happy Lunar New Year. His daughter Ivanka and her husband Jared Kushner, who is a senior adviser to the president, last week attended the Chinese embassy’s New Year’s reception in Washington.
The call came one day before Trump is set to meet with Japanese Prime Minister Shinzo Abe in Washington, after which they will fly on Air Force One to Trump’s Palm Beach club, where they will play golf.
The visit is expected to be closely watched in China, which is a major regional rival of Japan’s.
http://thehill.com/homenews/administration/318874-trump-to-honor-one-china-policy

Τί αλλάζει στο ασφαλιστικό το 2017 – Πίνακας με τις νέες συντάξεις

1

Γράφει ο Αναστάσιος Λαυρέντζος, Σύμβουλος επιχειρήσεων – Συγγραφέας

Με το ξεκίνημα του 2017 τέθηκε σε ισχύ ο νέος ασφαλιστικός νόμος (Ν.4387/2016 ), ο οποίος ρυθμίζει θέματα κοινωνικής ασφάλισης (θεσμικές αλλαγές, προσδιορισμός ασφαλιστικών εισφορών και υπολογισμός παρεχόμενων συντάξεων). Οι κυριότερες ρυθμίσεις του νέου νόμου είναι οι εξής:

  1. Δημιουργία ΕΦΚΑ. Από 1.1.2017 δημιουργείται Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης, οποίος διαδέχεται όλους τους υφιστάμενους φορείς κύριας ασφάλισης.
  2. Δημιουργία ΕΤΕΑΕΠ. Ιδρύεται Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών στο οποίο πλέον θα υπάγονται όλα τα ταμεία τα οποία αποτελούν Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου.
  3. Εθνική και ανταποδοτική σύνταξη. Η σύνταξη πλέον υπολογίζεται ως άθροισμα δύο συνιστωσών, της εθνικής και της ανταποδοτικής σύνταξης, και παρέχεται εφ’ όσον έχει συμπληρωθεί ελάχιστος χρόνος ασφάλισης 15 ετών. Η εθνική σύνταξη ξεκινά από € 345,60 (συμπληρωμένη 15ετία) και αυξανομένου του χρόνου ασφάλισης φθάνει στο μέγιστο ποσό των € 384 στα 20 έτη ασφάλισης. Η ανταποδοτική σύνταξη υπολογίζεται με βάση τα ποσοστά αναπλήρωσης που προβλέπονται στο Αρ. 8 του Ν.4387/2016 και τα οποία εξαρτώνται από τα έτη ασφάλισης και τον μέσο όρο αποδοχών του εργασιακού βίου. Ειδικότερα για όσους θα βγουν στη σύνταξη το 2017, ο μέσος όρος αποδοχών υπολογίζεται για το διάστημα 2002-2016 (βλ. αναλυτικά παραδείγματα στον Πίνακα).
  4. Νέος τρόπος υπολογισμού εισφορών ελευθέρων επαγγελματιών. Αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο υπολογίζονται οι εισφορές των ελευθέρων επαγγελματιών, οι οποίες δεν θα είναι τεκμαρτές με βάση τα χρόνια δραστηριότητας (ένταξη σε ασφαλιστικές κλάσεις), αλλά θα υπολογίζονται ως ποσοστό επί του εισοδήματος (20% επί του καθαρού αποτελέσματος συν 6,95% για ιατροφαρμακευτική κάλυψη). Για τον υπολογισμό των εισφορών ισχύει ελάχιστο όριο, το οποίο ορίζεται με εφαρμογή των παραπάνω συντελεστών σε ελάχιστο τεκμαρτό μηνιαίο εισόδημα € 586 (το όριο αυτό ισχύει και για όσους επιτηδευματίες έχουν αρνητικό αποτέλεσμα). Έτσι, η ελάχιστη καταβαλλόμενη εισφορά στον ΟΑΕΕ γίνεται: € 586 x 26,95% + €10 (εισφορά ΟΑΕΔ) = € 167,95.
  5. Νέος τρόπος υπολογισμού εισφορών αγροτών. Οι εισφορές των αγροτών, ασφαλισμένων στον ΟΓΑ, διπλασιάζονται άμεσα από 7% σε 14%, με προοπτική να ανέλθουν σταδιακά στο 20% του καθαρού εισοδήματος έως το 2022.
  6. Εισφορές μισθωτών. Οι εισφορές κύριας σύνταξης μισθωτών ορίζονται σε ποσοστό 20% του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών και καταβάλλονται κατά 1/3 από τον μισθωτό και κατά τα 2/3 από τον εργοδότη. Για τον υπολογισμό των εισφορών ορίζεται κατώτατο όριο μηνιαίων αποδοχών € 586 και ανώτατο όριο € 5.860.
  7. Συντάξεις χηρείας. Αλλάζει επί τα χείρω το καθεστώς των συντάξεων χηρείας, καθώς πλέον θεσπίζεται νέο όριο ηλικίας στα 55 έτη για λήψη κανονικής σύνταξης. Στην περίπτωση που ο/η δικαιούχος είναι 52 ετών, η σύνταξη χορηγείται για 3ετία και κατόπιν αναστέλλεται έως το 67­ο έτος. Η ρύθμιση αυτή αναμένεται να δημιουργήσει μεγάλα κοινωνικά προβλήματα στις περιπτώσεις γυναικών που ο σύζυγός τους πέθανε αιφνιδίως και οι ίδιες δεν είχαν εργαστεί προηγουμένως, καθώς είναι προφανές ότι μια γυναίκα στην ηλικία των 52 ετών και χωρίς προϋπηρεσία είναι πάρα πολύ δύσκολο να βρει εργασία στις παρούσες οικονομικές συνθήκες.

Οι συντάξεις με το νέο σύστημα – επισημάνσεις

Στον Πίνακα παρουσιάζονται οι συντάξεις που παρέχονται με βάση το νέο πλαίσιο για ΙΚΑ, Δημόσιο, ΔΕΚΟ και Τράπεζες, όπως αυτές προκύπτουν από το άθροισμα της Εθνικής Σύνταξης και της Ανταποδοτικής Σύνταξης βάσει των χρόνων ασφάλισης και του μέσου όρου αποδοχών (χωρίς συνυπολογισμό δώρων). Από τα στοιχεία του Πίνακα προκύπτουν τα εξής:

  1. Το σύστημα επιδοτεί τις χαμηλότερες εισοδηματικές κλάσεις εις βάρος των υψηλότερων. Δηλαδή, η σύνταξη προσεγγίζει τις μέσες μηνιαίες αποδοχές του εργασιακού βίου, όσο αυτές είναι μικρότερες, αλλά τείνει να γίνει ένα όλο και μικρότερο κλάσμα τους όσο οι αποδοχές αυξάνονται. Σχετικά είναι χαρακτηριστικό ότι αυτός που έχει μέσες μηνιαίες αποδοχές € 600, μετά από 40 έτη ασφάλισης προσδοκά να λάβει σύνταξη € 602,35. Αντίστοιχα, αυτός που έχει μέσες μηνιαίες αποδοχές € 1200 (και άρα έχει καταβάλει τις διπλάσιες εισφορές) δεν θα λάβει για το ίδιο διάστημα ασφάλισης τη διπλάσια σύνταξη, αλλά € 843,74 (ποσοστό 70%). Ακόμη χειρότερη γίνεται η αναλογία για αυτόν που έχει μέσες αποδοχές € 2.500, ο οποίος μετά από 40 έτη ασφάλισης θα λάβει  σύνταξη € 1366,76 (ποσοστό 55%). Το χαρακτηριστικό αυτό λειτουργεί μεν αναδιανεμητικά υπέρ των εισοδηματικά ασθενέστερων, αλλά από την άλλη μεριά αδικεί εκείνους που θα καταβάλουν μεγάλες ασφαλιστικές εισφορές κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου. Το γεγονός αυτό ενδέχεται δυστυχώς να οδηγήσει σε αύξηση των αδήλωτων μορφών εργασίας με συνέπεια τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών.
  2. Ο ελάχιστος χρόνος ασφάλισης για την καταβολή σύνταξης είναι τα 15 έτη, αλλά για την καταβολή ολόκληρης της εθνικής σύνταξης το κατώφλι είναι τα 20 έτη. Για να έχουν επομένως οι ασφαλισμένοι κάπως ικανοποιητική σύνταξη, θα πρέπει να συμπληρώσουν τουλάχιστον 20 έτη ασφάλισης.
  3. Μετά τη συμπλήρωση 20 ετών ασφάλισης ο ρυθμός αύξησης της σύνταξης σε συνάρτηση με τα έτη ασφάλισης δεν είναι γραμμικός, δηλαδή με την πάροδο του χρόνου το ποσό σύνταξης που κερδίζει ο ασφαλισμένος για κάθε έτος παραμονής στην εργασία γίνεται μεγαλύτερο. Παράδειγμα: έστω ασφαλισμένος με μέσο όρο αποδοχών € 1500. Αν έχει ήδη 25 έτη ασφάλισης και προσθέσει δύο ακόμη έτη (δηλαδή φθάσει τα 27 έτη ασφάλισης), «κερδίζει» μια αύξηση στη σύνταξή του κατά €29. Εργαζόμενος με τις ίδιες αποδοχές, αν έχει συμπληρώσει 33ετία και συνεχίζει να εργάζεται για δύο έτη ακόμη (φθάσει δηλαδή τα 35 έτη ασφάλισης), η αύξηση που «κερδίζει» στη σύνταξή του θα είναι €48. Αντίστοιχα η επέκταση της ασφάλισης από τα 40 στα 42 έτη, θα αυξήσει τη σύνταξη κατά €56. Το χαρακτηριστικό αυτό λειτουργεί ως κίνητρο για την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη επιμήκυνση του χρόνου ασφάλισης.
  4. Καθώς η παρατεταμένη ύφεση έχει συμπιέσει τις αμοιβές, σημαντικές μπορεί να είναι οι συνέπειες στον υπολογισμό της σύνταξης βάσει του μέσου όρου αποδοχών, ο οποίος αναπόφευκτα μειώνεται. Ας λάβουμε ως παράδειγμα εργαζόμενο που έχει συμπληρώσει  35ετία ασφάλισης και ο μέσος όρος αποδοχών του στο διάστημα 2002-2016 είναι € 2.000. Σε αυτή την περίπτωση αν έβγαινε τώρα σε σύνταξη θα ελάμβανε με τον νέο νόμο € 996,59. Αν εργαστεί ακόμη για 5 έτη και οι αποδοχές του έχουν μειωθεί στα € 1.200, τότε ο μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών διαμορφώνεται στα € 1.800 και η προσδοκώμενη σύνταξη φθάνει στα € 1085,14. Δηλαδή η σύνταξή του θα αυξηθεί μόνο κατά € 88,55 με άλλα 5 χρόνια ασφάλισης.

 

Πλήρης Σύνταξη με βάση το νέο νομικό πλαίσιο (για ΙΚΑ, Δημόσιο, ΔΕΚΟ, Τράπεζες)
    Μέσος όρος μεικτών μηνιαίων αποδοχών ετών 2002-2015
Εθνική Σύνταξη Έτη ασφάλισης 600 800 1000 1200 1500 2000 2500
Συνολική σύνταξη μετά την εισφορά ασθένειας και προ φόρου
345,60 15 390,01 411,72 433,43 455,15 487,72 542,00 596,29
353,28 16 401,96 425,26 448,55 471,84 506,78 565,02 623,25
360,96 17 413,92 438,79 463,66 488,54 525,85 588,03 650,21
368,64 18 425,88 452,33 478,78 505,23 544,91 611,04 677,17
376,32 19 438,17 466,32 494,46 522,60 564,82 635,18 705,54
384 20 450,47 480,30 510,14 539,97 584,73 659,32 733,91
384 23 466,37 501,51 536,65 571,78 624,49 712,33 800,18
384 25 477,60 516,47 555,35 594,23 652,55 749,74 846,94
384 27 489,21 531,96 574,72 617,47 681,59 788,47 895,35
384 29 502,86 550,16 597,46 644,76 715,72 833,97 952,22
384 31 517,70 569,94 622,19 674,43 752,80 883,41 1014,03
384 33 533,71 591,30 648,88 706,47 792,84 936,80 1080,77
384 35 551,65 615,21 678,77 742,34 837,68 996,59 1155,5
384 36 560,62 627,17 693,72 760,27 860,10 1026,48 1192,86
384 37 570,77 640,70 710,64 780,58 885,48 1060,32 1235,16
384 38 580,92 654,24 727,56 800,88 910,86 1094,16 1277,46
384 39 591,07 667,78 744,48 821,18 936,24 1128,00 1319,76
384 40 602,35 682,82 763,28 843,74 964,44 1165,60 1366,76
384 42 624,91 712,90 800,88 888,86 1020,84 1240,80 1460,76
384 45 658,75 758,02 857,28 956,54 1105,44 1353,60 1601,76

 

 

 

 

Π. Ήφαιστος: Η Τουρκία αναμένει να διαπράξουμε το μοιραίο λάθος – Ανάλυση

0

10.02.2017

 Γράφει ο Παναγιώτης Ήφαιστος,
Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, Στρατηγικής Θεωρίας 

Προχωρώ σε στοιχειώδεις αναφορές για το μείζον ζήτημα των απειλών χαμηλής έντασης. Στο τέλος σε τρία παραρτήματα συμπεριλαμβάνω εξίσου στοιχειώδεις αναφορές για το ζήτημα του ελέγχου της κλιμάκωσης, της αξιοπιστίας μιας αποτρεπτικής στρατηγικής και της έννοιας του σχετικού συμφέροντος στην αποτρεπτική στρατηγική.

Η συντρέχουσα ένταση στις σχέσεις Ελλάδας – Τουρκίας μπορεί να θεωρηθεί ότι ενέχει, μεταξύ άλλων, τρεις κύριες πτυχές.

  • Πρώτον, μια αδιάκοπη αναθεωρητική απειλή πολλών δεκαετιών.
  • Δεύτερον, μια εδραιωμένη πλέον Τουρκική αντίληψη ότι η Ελλάδα κατευνάζει, ότι προσφέρεται για επίδειξη δυνάμεως και ότι διαμέσου επίδειξης ισχύος στα πεδία απειλών χαμηλής έντασης κυρίως στο Αιγαίο και στην Θράκη.
  • Τρίτον, η επίδειξη αποδιοργάνωσης, ελλείμματος συντονισμού και άσκοπων επικίνδυνων ελιγμών του Κύπριου προέδρου ενδέχεται να έπεισε την Άγκυρα ότι ήλθε η στιγμή να ελέγξει όλη την Κύπρο μέσω ενός τουρκικού κράτους εντός ενός κρατιδίου πλέον τις τύχες του οποίου θα διαχειρίζεται με τις ευκαιρίες που θα της προσφέρουν οι τερατώδεις κρατικές ρυθμίσεις που ήδη δεχθήκαμε ή μισο-δεχθήκαμε.

Το «τρίξιμο των δοντιών», λοιπόν, είναι απολύτως αναμενόμενο και η Τουρκία αναμένει να διαπράξουμε στην Κύπρο το μοιραίο λάθος που θα ανατρέψει τους συσχετισμούς. Εκεί δηλαδή που η Τουρκία σχοινοβατεί πάνω στην κόψη του ξυραφιού εάν εμείς δεχθούμε να διαλύσουμε την Κυπριακή Δημοκρατία θα επιτύχει μια γιγαντιαία γεωπολιτική αναβάθμιση που θα αλλάξει τις παραστάσεις και τις αποφάσεις όλων των άλλων δρώντων.

Με αυτά κατά νου όσον αφορά τα γεγονότα που συντρέχουν, εκλαμβάνεται ως δεδομένο πως η κυριότερη απειλή κατά της Ελλάδας προέρχεται από την Τουρκία. Ο κίνδυνος πολέμου είναι διαρκής και μόνο μια αποτελεσματική στρατηγική τον αποτρέπει συνάμα αποτρέπει εκπλήρωση διαμέσου απειλητικών παραστάσεων ή και επίθεσης χαμηλής έντασης να επιτύχει το μείζον των αναθεωρητικών επιδιώξεων στην Κύπρο, στο Αιγαίο και στην Θράκη. Η αποτρεπτική στρατηγική της Ελλάδας, κατά συνέπεια, απαιτείται να αποσκοπεί όχι μόνον στην αποτροπή μιας γενικευμένης σύρραξης αλλά και στην αποφυγή εκπλήρωσης μικρών ή μεσαίων πολιτικών στόχων της Τουρκίας τους οποίους οι ηγέτες της αντίπαλης χώρας επιδιώκουν να εκπληρώσουν με απειλές ή ενέργειες «χαμηλής έντασης».

Δεν έχουμε μόνο άμεση, όπως λέμε στην στρατηγική ανάλυση, αποτροπή. Δηλαδή, η Τουρκία δεν περιορίζεται στον σχεδιασμό εκτέλεσης επιθετικών ενεργειών οι οποίες δυνατό να εκδηλωθούν ανά πάσα στιγμή. Παρά το ότι η ηρωική ανασχετική ορμή και οι δεξιότητες των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων συγκρατούν το χειρότερο, απαιτείται να εκτιμήσουμε το γεγονός πως με όρους στρατηγικής θεωρίας η Ελληνική αποτρεπτική στρατηγική έχει από καιρό, μερικώς τουλάχιστον, αποδυναμωθεί εάν όχι καταρρεύσει. Αυτό γιατί η Τουρκία πέρασε το φράγμα των δηλωτικών απειλητικών παραστάσεων και προχώρησε σε ενέργειες οι οποίες, με τον ένα ή άλλο τρόπο, αλλάζουν το εδαφικό και κυριαρχικό καθεστώς εις βάρος της Ελλάδας. Έστω και εάν δεν έχει συνειδητοποιηθεί πλήρως, η αντιπαράθεση Ελλάδας – Τουρκίας έχει από καιρό εισέλθει σε κατάσταση η οποία στην θεωρία της αποτροπής ονομάζεται «ενδοπολεμική αποτροπή» (“intrawar deterrence”). Που είναι τα σύνορα στο Αιγαίο παρά τις πρόνοιες του διεθνούς δικαίου, τι γίνεται στην Θράκη και τι πάει να γίνει στην Κύπρο όπου η αποδοχή των τετελεσμένων σημαίνει και οριστική ένταξη της Μεγαλονήσου στα πεδία της Τουρκικής επικυριαρχίας.
Μετά το 1973 η Τουρκική απειλή αναπτύσσεται σε τρία διαφορετικά αλλά αλληλένδετα επίπεδα:

Πρώτον, απειλή γενικευμένης επίθεσης, είτε (το πιο πιθανό) με εκτέλεση ενός συντριπτικού «πρώτου κτυπήματος». Αυτό μπορεί να συμβεί εάν ανοίξει παράθυρο ευκαιρίας ή εάν οι Τούρκοι πιστέψουν ότι οι Ελληνικές ΕΔ, κάτι απίθανο, δεν έχουν επιτελικά σχέδια. Εάν επίσης πολιτικές και διπλωματικές συνθήκες το επιτρέπουν και εάν εσωτερικά καταρρεύσουμε λόγω οικονομικής κρίσης και πιθανής –πολύ πιθανής πλέον– κοινωνικής εξέγερσης. Τόσο πιο πιθανό γίνεται αυτό το ενδεχόμενο όσο περισσότερο πιστέψουν ότι εμείς θα σταματήσουμε χωρίς να προχωρήσουμε σε γενικευμένη σύρραξη. Πριν πολλά χρόνια, εξηγήσαμε σε πολύ σκληρή παρέμβαση ότι το ανακοινωθέν από τον κ Τζοχατζόπουλο όταν ήταν υπουργός άμυνας «δόγμα ισοδύναμων αποτελεσμάτων», αποτελούσε μια απίστευτα ανεύθυνη θέση που ισοδυναμούσε για πρόσκληση πρώτου Τουρκικού πλήγματος και εκπλήρωσης του πλείστου των τουρκικών αναθεωρητικών επιδιώξεων.

Δεύτερον, απειλές «ενδιάμεσης έντασης» και διαφόρων επιπέδων, όπως στην Κύπρο το 1974, στα Ίμια το 1996 (οι συντρέχουσες καθημερινές παραβιάσεις στο Αιγαίο είναι μια δοκιμαστική απόχρωση τέτοιων ενεργειών). Αυτό το ενδεχόμενο, εάν οι Τούρκοι το κρίνουν εφικτό και μικρού κόστους, μπορεί να συνδυαστεί με το πρώτο, μια δηλαδή καταρχήν επιδίωξη συντριπτικού αποδυναμωτικού πρώτου πλήγματος. Μερικές φορές ακούμε από επίσημα χείλη και μάλιστα πολύ ικανών παραγόντων, ότι οι Τούρκοι δεν έχουν κάνει ένα θερμό επεισόδιο. Διαφωνούμε. Η εκατέρωθεν συλλογιστική δεν εντάσσεται σε μια τέτοια λογική και η κατάσταση των πολιτικών και στρατιωτικών σχέσεων της Ελλάδας με την Τουρκία δεν κρίνεται έτσι.

Τρίτον, συνεχιζόμενες αναθεωρητικές αξιώσεις, απειλές πολέμου, casus Belli και άλλες εχθρικές ενέργειες που αποβλέπουν: 1) στο να επηρεάσουν την ελληνική πολιτική βούληση, 2) στο να εθίσουν την τουρκική, ελληνική και διεθνή κοινή γνώμη στην «ύπαρξη διαφορών», 3) στο να δημιουργήσουν τις ψυχολογικές και πολιτικές συνθήκες που θα ευνοούν στην εκπλήρωση «ενδιάμεσων στόχων» και που θα καταστήσουν φυσική-φυσιολογική ενέργεια ενδεχόμενη γενικευμένη επίθεση, ακόμη και στο πλαίσιο ενός μαζικού «πρώτου κτυπήματος», 4) στο να προετοιμάσουν το έδαφος στην διεθνή διπλωματία ούτως ώστε να γίνει περισσότερο αποδεκτό –εάν λάβει χώρα– ένα πρώτο καταστροφικό κτύπημα κατά των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων και άλλων ελληνικών ζωτικών στόχων.

Η Τουρκική απειλή στοχεύει τόσο την ελληνική πολιτική βούληση (αποδοχή της ιδέας πως η Τουρκία αποτελεί φυσικό περιφερειακό ηγεμόνα) όσο και την ελληνική εδαφική και κυριαρχική επικράτεια. Όσον αφορά το τελευταίο σημείο, δεν είναι δυνατό –και ούτε είναι ορθό– να προσδιοριστούν με ακρίβεια οι Τουρκικές επιδιώξεις. Η Τουρκική απειλή εδώ και πολύ καιρό πληροί όλα τα κριτήρια αυτού που στην στρατηγική θεωρία ονομάζεται “απέραντη απειλή”. Δηλαδή, δεν προσδιορίζεται και οροθετείται επακριβώς, οπότε παραμένει ανοικτό το ενδεχόμενο να εκπληρωθούν μεγάλος αριθμός στόχων ανάλογα με τις δυνατότητες και τις ευκαιρίες που –κατά περίπτωση– θα υπάρξουν. Ενδεικτικά, θα μπορούσε να συμπεριλαμβάνει «γκρίζες ζώνες», κατάληψη απομακρυσμένων ελληνικών εδαφών, έλεγχο ελληνικού κυριαρχικού χώρου και κατάληψη μέρους της μη κατεχόμενης Κύπρου ή και όλης της Κύπρου, ιδιαίτερα εάν δεχθούμε όχι μόνο διάλυση της ΚΔ αλλά και «μεταβατική» παρουσία στρατευμάτων.

Είναι φυσικό πως για όλα τα πιο πάνω και τα υπόλοιπα πιθανά σενάρια θα πρέπει να υπάρχουν αντίστοιχα εναλλακτικά στρατιωτικά-διπλωματικά σενάρια αποτροπής τους και αντιμετώπισής τους / ανατροπής τους εάν εκτελεστούν. Στην βάση των πιο πάνω, η διαχείριση των κρίσεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας εμπεριέχει πολλές ιδιομορφίες και ιδιαιτερότητες. Η μη αποδοχή των τετελεσμένων και ενέργειες όπως οι συνεχείς αναχαιτίσεις εχθρικών αεροσκαφών στο Αιγαίο αποτελούν μεν μια μικρή αντίσταση πλην δεν αναιρούν τις δυνατότητες τις Τουρκίας για αθροιστική εκπλήρωση των τακτικών και στρατηγικών της στόχων. Ενώ η ελληνική αποτρεπτική στρατηγική και η διαχείριση κρίσεων πρέπει να ακυρώνει την επιδίωξη σταδιακών κερδών που θα ισοδυναμούν, μακροχρόνια, με νικηφόρο επιθετικό τουρκικό πόλεμο, η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να μην καιροφυλακτεί για την αποτροπή του χείριστου. Η αποτροπή του χείριστου είναι ούτως ή άλλως άρρητα συνδεδεμένη με την αποτροπή απειλών χαμηλότερης έντασης.

Το χείριστο είναι, είτε στο πλαίσιο της κλιμάκωσης μιας κρίσης είτε αιφνιδιαστικά, να δεχτεί ένα συντριπτικό στρατιωτικό πλήγμα, το οποίο, είναι μεν δύσκολο αλλά η Τουρκία δεν θα δίσταζε να το εκτελέσει εάν υπάρξει στρατιωτικό και πολιτικό «παράθυρο ευκαιρίας». Η υπόθεση αυτή στηρίζεται στην εκτίμηση πως οι Τούρκοι ηγέτες και η Τουρκική κοινωνία θεωρούν την Ελλάδα το μεγάλο εμπόδιο στην εκπλήρωση των διακηρυγμένων ηγεμονικών «οραμάτων». Αυτό το εμπόδιο εξουδετερώνεται μόνον εάν ακυρωθεί η ελληνική δυνατότητα διαχρονικής αντίστασης, δηλαδή μόνον εάν πληγεί καίρια η ελληνική οικονομία και οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις. Μπορούμε να το πούμε και διαφορετικά: Ενώ πάντα αυτό ίσχυε, οι αποτυχίες της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια και τα εσωτερικά της προβλήματα ενδέχεται να καθιστούν ελκυστικό για την Άγκυρα το ενδεχόμενο ευκαιρίας δοθείσης να συντρίψουν το Ελληνικό κράτος με ένα αιφνιδιαστικό πρώτο πλήγμα. Κάτι τέτοιο δεν είναι συναισθηματικό ζήτημα αλλά κάτι που αφορά στρατηγικούς σχεδιασμούς και μακρόχρονους αναθεωρητικούς σκοπούς.

Χωρίς να επεκταθούμε περαιτέρω καθότι δεν είναι ο σκοπός του παρόντος να δώσει μια συνολική εκτίμηση των πραγμάτων, κάνουμε σαφές ότι οι Ελληνικές Ένοπλες δυνάμεις δεν μπορεί να μην γνωρίζουν ότι η Τουρκία είναι πολύ αποδυναμωμένη στρατιωτικά, συμμαχικά και κοινωνικά και ότι στην διελκυστίνδα ικανότητας – απειλής – μπλόφας η τελευταία λογικά είναι μεγάλη. Να μην ξεχνούμε όμως ότι πάγιο κριτήριο γενικότερα αποδεκτό είναι πως μια στρατηγική τόσο πιο επιτυχημένη είναι όσο περισσότερο κατορθώνει να εκπληρώνει μπλοφάροντας. Αυτό γιατί όταν κερδίζεις μπλοφάροντας το κόστος είναι πολύ μικρότερο. Η σωστή εάν όχι εκτιμημένη με μαθηματική ακρίβεια τουρκική απειλή είναι κύρια αποστολή όλων των Ενόπλων δυνάμεων. Τα σύνορα μεταξύ ικανότητας, απειλής και μπλόφας είναι πάντα θολά και ένα κράτος οφείλει ούτε να εκτίθεται σε ανορθολογικές συρράξεις ούτε να δέχεται οδυνηρές υποχωρήσεις λόγω μπλόφας του αντιπάλου.

Παράρτημα Ι. Απειλή, κλιμάκωση και διαλεκτική σχέση των διαφόρων επιπέδων 
Πιο πάνω αναφέρθηκα στο «ισοδύναμο αποτέλεσμα», στην αποτροπή μεγάλης σύρραξης και αποτροπή πρώτου κτυπήματος. Κρίνω σκόπιμο να πω μερικά ακόμη λόγια. Η ικανότητά μας να αποτρέψουμε μια απειλή χαμηλής έντασης συναρτάται άμεσα με την ικανότητά μας να αποτρέψουμε ένα γενικευμένο πόλεμο. Γι’ αυτό εάν με οποιονδήποτε τρόπο – υπονοούμενο ή έκδηλα διατυπωμένο – αποσυνδέσουμε την αποτροπή γενικευμένης σύρραξης από την αποτροπή απειλών χαμηλότερης έντασης ισοδυναμεί με επιδείνωση της αποτρεπτικής μας θέσης. Ασφαλώς, αυτή η θέση θα ήταν περιττή εάν είμαστε πολύ ισχυρότεροι από τον αντίπαλο οπότε η απειλή τιμωρίας κάθε μορφής επίθεσης θα είναι πολύ ή και πλήρως αποτρεπτική. Όμως, επειδή για την Ελλάδα κάτι τέτοιο είναι ιδεατό, θα πρέπει να περιορίσουμε τους συλλογισμούς μας στην ανάλυση τριών αλληλένδετων καταστάσεων:
1. 
αποτροπή γενικευμένου πολέμου (μεγάλη σύρραξη, μεγάλη επίθεση).
2. αποτροπή επεισοδίων ενδιάμεσης έντασης (οτιδήποτε στο ενδιάμεσο διάστημα μεταξύ μεγάλης σύρραξης και τοπικής σύρραξης).
3. αποτροπή χαμηλής έντασης (μικρά συνοριακά επεισόδια ή αψιμαχίες).

Εάν θελήσουμε να καλύψουμε όλα ανεξαιρέτως τα ενδεχόμενα θα έπρεπε να συμπεριλάβουμε και άλλες περιπτώσεις όπως η παραβίαση του εναέριου και θαλάσσιου χώρου της Ελλάδας, και η εναντίον μας εκτόξευση απειλών οι οποίες αμφισβητούν το status quo, καθώς και τις απειλές χρήσης βίας (casus belli). Η τουρκικές ενέργειες σ’ αυτό το φάσμα απειλών ροκανίζουν την αξιοπιστία της αποτρεπτικής μας στρατηγικής. Στο ίδιο πλαίσιο, η αποτροπή της απειλής πρώτου συντριπτικού κτυπήματος πρέπει να είναι μόνιμη έγνοια των Γενικού Επιτελείου.
Για το θέμα αυτό θα μπορούσε να διατυπωθεί η εξής θέση: ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης οπότε ένα τέτοιο ενδεχόμενο είναι πολύ πιθανό, πρέπει να πειστεί ο αντίπαλος πως έστω και αν μας αιφνιδιάσει θα μας απομείνουν αρκετές δυνάμεις για να αντεπιτεθούμε και να του προκαλέσουμε πολύ υψηλό κόστος. Αυτό σίγουρα θα τον αποτρέψει, ιδιαίτερα στην παρούσα επισφαλή κατάσταση στην οποία βρίσκεται η Τουρκία. Σε μια τέτοια αποτρεπτική λογική κύριοι στόχοι είναι ζωτικά συμφέροντα του απειλούντος που θέτουν σε κίνδυνο την επιβίωσή του και την συνοχή του.

Ο τρόπος που η αποτροπή γενικευμένης σύρραξης συνδέεται με την αποτροπή απειλών χαμηλότερης έντασης είναι ο εξής: Η απειλή με ισοδύναμο ή περίπου ισοδύναμο κόστος θα μπορούσε να εκτιμηθεί (έστω και λανθασμένα) από τον αντίπαλο ως ανεκτό, ενώ ελάχιστα περιθώρια θα είχε να κάνει τους ίδιους υπολογισμούς ως προς το κόστος μιας γενικευμένης σύρραξης. Επομένως, αυτό που μετρά αποτρεπτικά δεν είναι το προβαλλόμενο κόστος «μικρής έντασης» αλλά το ενδεχόμενο πως η σύρραξη θα μπορούσε να κλιμακωθεί και να οδηγήσει σε γενικευμένη σύρραξη. Η ανώτατη πολιτική ηγεσία και η στρατιωτική ηγεσία χρειάζεται ίσως να επανεξετάσει ορισμένα ζητήματα και ιδιαίτερα το κατά πόσον συχνά πέφτει θύμα λανθασμένης συμβουλής (μερικές απίστευτα λανθασμένες και αφελείς θέσεις γράφονται στον τύπο). Για να προεκτείνω το επιχείρημα ως προς αυτό το άκρως κρίσιμο ζήτημα, η αποτροπή καθίσταται ακόμη πιο εύρωστη εάν επιτύχουμε να μεταδώσουμε με αξιόπιστο τρόπο τρία ισχυρά μηνύματα:

Πρώτο, πως έχουμε την ικανότητα, την αποφασιστικότητα και την αναγκαία διάταξη δυνάμεων που δημιουργούν μεγάλο ενδεχόμενο πλήρους επικράτησής μας στην διαδικασία κλιμάκωσης. Ο αντίπαλος θα πρέπει να μένει πάντα σε αμφιβολία ως προς τον τρόπο κλιμάκωσης, την έκταση της κλιμάκωσης και το κόστος που θα του επιβληθεί όταν –κατά πάσα πιθανότητα– θα ηττηθεί. Ένα είναι σίγουρο, πως το αναμενόμενο γι’ αυτόν κόστος δεν θα πρέπει να είναι μικρότερο ή ίσο των οφελών που αυτός αναμένει.

Δεύτερο, πως η κλιμάκωση μέχρι την γενικευμένη σύρραξη είναι το πιθανότερο ενδεχόμενο και πως είμαστε αποφασισμένοι να μην διστάσουμε να κλιμακώσουμε εάν το κρίνουμε αναγκαίο. Επίσης πρέπει να επικρέμαται ο κίνδυνος κλιμάκωσης σε γενικευμένη σύρραξη με τρόπους και μεθοδεύσεις που δεν σταθμίζονται εύκολα από τον αντίπαλο (δηλαδή συμφέρει να κατατρέχει τον αντίπαλο αυτός ο φόβος και να υπολογίζει συνεχώς το όφελος της εκτέλεσης της «μικρής απειλής» με το κόστος του γενικευμένου πολέμου).

Τρίτο, πως τα διακυβευόμενα αγαθά είναι υψηλής αξίας. Αυτό σχετίζεται με το «σχετικό συμφέρον» εκατέρωθεν των συνόρων και ο αναγνώστης θα μπορούσε να ανατρέξει σε εκτενέστερες αναλύσεις μας για την αξιοπιστία μιας Αποτρεπτικής Στρατηγικής. [βλ. παράρτημα ΙΙΙ πιο κάτω]

Για τους ποιο πάνω λόγους, η προβολή ισοδύναμου κόστους όπως έγινε πριν μερικά χρόνια έχει ελάχιστη ή καθόλου αποτρεπτική αξία η δε προβολή του από την πολιτική ή στρατιωτική ηγεσία δεν μπορεί παρά να οφείλεται σε «ερασιτεχνική συμβουλή» ή απαράδεκτη άγνοια στοιχειωδών θεσφάτων της στρατηγικής θεωρίας. Οι ΕΔ ως ο κύριος σύμβουλος της πολιτικής ηγεσίας για ζητήματα εθνικής στρατηγικής οφείλει να βρίσκεται σε διαρκή ένταση και αγωνία ότι η πολιτική ηγεσία είναι πλήρως ενήμερη.

Επιμένοντας στο ίδιο θέμα, η προβολή «ισοδυνάμου αποτελέσματος» βρίσκεται σε κάθετη αντίφαση με θεμελιώδεις και ελάχιστα αμφιλεγόμενες αρχές της στρατηγικής ανάλυσης. Κυρίως, βρίσκεται σ’ αντίφαση με την βασικό αξίωμα πως όσο μεγαλύτερη είναι η παράσταση κόστους τόσο περισσότερο αποτρεπτική είναι απειλή. Η προβολή του ενδεχόμενου περιορισμού στα μέτρα και σταθμά της επίθεσής του, επομένως, μειώνει τα περιθώρια αμφιβολιών του, του επιτρέπει να μεθοδεύσει στρατιωτικά και πολιτικά την εκπλήρωση συγκεκριμένων στόχων και δυνατό επί πλέον να του δώσει το λανθασμένο μήνυμα πως ορισμένα αγαθά δεν έχουν τόσο μεγάλη αξία γι’ εμάς ούτως ώστε να διακινδυνέψουμε μεγάλη σύρραξη. Στην χειρότερη περίπτωση, οι διακηρύξεις περί ισοδυνάμου θα μπορούσαν να του μεταδώσουν το μήνυμα πως η Ελλάδα δεν θα μπορούσε ποτέ να του προκαλέσει μεγάλο κόστος επειδή σε κάθε περίπτωση δεν θα κατόρθωνε να υπερασπιστεί την Επικράτειά της με μια μεγάλη ή γενικευμένη σύρραξη.

Αυτή η θέση ουδόλως υποβαθμίζει την ανάγκη αποτροπής απειλών χαμηλής έντασης. Αντίθετα, τονίζουν την σημασία της αξιοπιστίας μας και γενικότερα του τρόπου που συνδέονται τα διάφορα επίπεδα πιθανής σύγκρουσης με την συνολική αποτρεπτική μας προσπάθεια, καθώς και με την ανάγκη αποφυγής επιπόλαιων κινήσεων και ενεργειών που θα προκαλέσουν άσκοπη πολεμική σύρραξη. Πάντοτε αυτό είναι ζήτημα εκτίμησης και οι αποφάσεις βαθύτατων προεκτάσεων. Ο στόχος της Ελλάδας ως κράτους που υπεραμύνεται του status quo, υπενθυμίζεται, είναι η αποτροπή του πολέμου, δηλαδή να μην υπάρξει οποιαδήποτε πολεμική σύγκρουση! Χωρίς όμως να απωλέσουμε κρατική κυριαρχία ή στην συντρέχουσα συγκυρία να ενταχθεί η Κύπρος στα πεδία της Τουρκικής επικυριαρχίας. Γι’ αυτό, είναι άχαρο να εισέλθουμε σε πολεμικές συρράξεις λόγω λαθών που οφείλονται σε άγνοια στοιχειωδών κριτηρίων της στρατηγικής ανάλυσης. Το ίδιο άδικο και άχαρο είναι εάν λόγω άγνοιας ή λανθασμένων εκτιμήσεων χάσουμε τον πόλεμο χωρίς μάχη. Η αποτρεπτική στρατηγική είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να γίνεται αντικείμενο ασυνάρτητων σχολίων επιφυλλίδων ή να μην τυγχάνει της δέουσας προσοχής από την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία.

Όταν υπάρχει στρατιωτική απειλή, ο μεγαλύτερος κίνδυνος προέρχεται από δικά μας λάθη, ιδιαίτερα τον ολέθριο συλλογισμό που κατατρέχει πολλούς αναλυτές στην Ελλάδα πως είναι δυνατό να αποφύγουμε τον πόλεμο αντί να τον αποτρέψουμε. Τονίζεται και υπογραμμίζεται πως «αποφυγή του πολέμου» και «αποτροπή του πολέμου» είναι δύο παντελώς διαφορετικές έννοιες.

Πέραν της έμφασης που ήδη έδωσα στον τρόπο που η αποτρεπτική απειλή γενικευμένης σύρραξης συνδέεται με την αποτροπή όλων των απειλών χαμηλότερου επιπέδου, θα μπορούσα να τονίσω πως το αμέσως επόμενο κρίσιμο ζήτημα είναι,

1) η αποφασιστικότητά μας να κλιμακώσουμε με τρόπο της δικής μας επιλογής και

2) η ικανότητά μας να ελέγξουμε αυτή την κλιμάκωση. Ο στρατηγικός συλλογισμός αξιωματικού χαρακτήρα που πρέπει να καθοδηγεί τον σχεδιασμό και την εφαρμογή της αποτρεπτικής μας στρατηγικής είναι ο εξής:

Α. Όσο μεγαλύτερες παραστάσεις κόστους μεταδώσουμε στον επιτιθέμενο τόσο περισσότερο εύρωστη είναι η αποτροπή. Γι’ αυτό, αν και η αποφασιστικότητα και αξιοπιστία ελέγχου μιας πιθανής κλιμάκωσης πρέπει να είναι δεδομένη, τονίζεται με έμφαση ξανά πως πρέπει να πλανάται το ενδεχόμενο μεγάλης σύρραξης.
Β.Ο αντίπαλος, στο τέλος, θα πρέπει να σταθμίσει το κόστος-όφελος της σχεδιαζόμενης επιθετικής ενέργειας με βάση την γενικευμένη σύρραξη ως πιθανότερη δική μας τελική αντίδραση
Γ. Δηλαδή, οι συλλογισμοί του αντιπάλου θα πρέπει να οικοδομηθούν με την εξής ιεραρχία: ο αμυνόμενος είναι ικανός και αποφασισμένος να κλιμακώσει με ελεγχόμενο τρόπο την δική μου επίθεση (επομένως το πιο πιθανό δεν θα έχω τίποτα να κερδίσω επιδιώκοντας «χαμηλή ένταση) ενώ ταυτόχρονα διατρέχω τον κίνδυνο στην προσπάθεια να ικανοποιήσω χαμηλού βαθμού επιδιώξεις να βρεθώ σε πολύ δύσκολη θέση και ίσως να διατρέξω τον κίνδυνο καταστροφής
Δ. Ιδεατά κανένα μήνυμα δεν θα πρέπει να δοθεί στον αντίπαλο που να αφήνει να πλανάται το ενδεχόμενο πως το κόστος που θα υποστεί θα είναι έστω και κατά προσέγγιση ίσο ή χαμηλότερο του αναμενόμενου γι’ αυτό συνολικού οφέλους.
Ε. Κατά συνέπεια η ιδέα και μόνον ισοδυνάμου αποτελέσματος ή συνολικά μικρότερου κόστους από το πιθανό όφελος δημιουργεί κίνητρα να δεχτούμε επίθεση.

Θα απαιτούσε μεγαλύτερη έρευνα για να εκφραστούν ακριβέστερες εκτιμήσεις, αλλά η Τουρκική επιθετικότητα δυνατό να οξύνθηκε τελευταία ακριβώς λόγω του οτι συχνά μεταδώσαμε κατευναστικά και ενδοτικά μηνύματα.
Ερχόμαστε τώρα στο μείζον ζήτημα της ενδοπολεμικής αποτροπής (intra-war deterrence). Σημαίνει πολιτική βούληση και στρατιωτική ικανότητα να πάρουμε την πρωτοβουλία των κινήσεων μετά την επίθεση του αντιπάλου, να κλιμακώσουμε τα κτυπήματα σε βαθμό που θα του δημιουργήσουν δυσανάλογα –με τα πιθανά οφέλη–ζημιές και να επιβάλλουμε όρους άμεσης αποκατάστασης του status quo ante, εάν βέβαια αρχικά ο αντίπαλος κατόρθωσε να δημιουργήσει τετελεσμένα. Αναμφίβολα, αυτοί οι συλλογισμοί μας οδηγούν στον θεμελιώδη προβληματισμό της ύπαρξης ισορροπίας ή ανισορροπίας ισχύος και της συζήτησης για το θα μπορούσε να σημαίνει αυτό.

Η ικανότητά μας για ενδοπολεμική αποτροπή, παράγων άμεσα σχετιζόμενος με τον έλεγχο της κλιμάκωσης, είναι συρρικνωμένη εάν υπάρχει τρανταχτή αποτρεπτική ανεπάρκεια, εάν δηλαδή υπάρχει έλλειμμα ισχύος σε τακτικό και στρατηγικό επίπεδο. Εάν ο επιτιθέμενος όχι μόνον έχει πλεονέκτημα και την πρωτοβουλία των κινήσεων, εάν έχει ικανότητα επίθεσης, στην συνέχεια ελέγχου της κλιμάκωσης και δημιουργίας τετελεσμένων, και τέλος τερματισμού των συγκρούσεων με δικούς του όρους, θα αποκομίσει τα ίδια οφέλη ως εάν να είχε κερδίσει μια μεγάλη πολεμική σύρραξη.

Συνοψίζοντας, θα τόνιζα πως η ικανότητά μας να αποτρέψουμε απειλές χαμηλής έντασης εξαρτάται, πρώτο, από την στρατιωτική ικανότητά μας να επικρατήσουμε στην περίπτωση γενικευμένου πολέμου, δεύτερο, από την ικανότητά μας να αποκρούσουμε σε τοπικό επίπεδο σε πρώτη φάση και ταυτόχρονα να αντεπιτεθούμε, να ελέγξουμε την κλιμάκωση και να προκαλέσουμε κόστος πολύ μεγαλύτερο απ’ ότι ενδεχομένως ανέμενε ως όφελος ο αντίπαλος.

Παραρτήματα ΙΙ
Στοιχειώδεις εισαγωγικές επισημάνσεις περι αξιοπιστίας της αποτρεπτικής στρατηγικής μιας χώρας και η σημασία του σχετικού συμφέροντος

Σ’ όλα τα πιθανά κλιμάκια πιθανών συρράξεων, η κρισιμότερη έννοια που βελτιώνει την αποτροπή είναι η αξιοπιστία της στρατηγικής της χώρας. Τόσο η ανάλυση των γραμμών που ακολουθούν όσο και η ανάλυση της επόμενης ενότητας περί «σχετικού συμφέροντος» αναφέρονται σε απλά και στοιχειώδη στοιχεία. Ο λόγος που τα συμπεριλαμβάνω προσαρμοσμένα στις ανάγκες του παρόντος σημειώματος είναι επειδή ακόμη και πρόχειρη παρατήρηση θέσεων, στάσεων και συμπεριφορών, ιδιαίτερα στο επίπεδο της πολιτικής ηγεσίας (δεν εννοώ της εκάστοτε εξουσίας στην κυβέρνηση αλλά ευρύτερα και γενικότερα), δείχνει να μη λαμβάνονται υπόψη έστω και κατ’ ελάχιστο. Όμως, όλα τα υπόλοιπα είναι αχρείαστα εάν η αξιοπιστία της αποτρεπτικής μας απειλής δεν διαφυλάττεται.

Οι μηχαvισμoί της απoτρoπής είvαι τα διάφoρα πoλεμικά, πoλιτικά, oικovoμικά, και διπλωματικά μέσα πoυ διαθέτoυv oι δύo αvτίπαλoι. Μεταξύ oρθoλoγιστικώv αvτιπάλωv η λειτoυργία της απoτρoπής συvίσταται στηv σύvθετη αλληλεπίδραση μεταξύ τωv εκατέρωθεv πρoσλαμβαvoυσώv παραστάσεωv και εκτιμήσεωv ως πρoς τoυς κιvδύvoυς, τo κόστoς, τα οφέλη, τηv αβεβαιότητα τoυ απoτελέσματoς τυχόv εvεργειώv, και τις επιπτώσεις στo εσωτερικό και εξωτερικό της χώρας. Η αξιoπιστία της απoτρoπής είvαι συvάρτηση πάρα πoλλώv παραγόvτωv.
Αvαφέρoυμε μερικoύς: 1. Πoσoτική και πoιoτική επάρκεια πoλεμικώv μέσωv. 2. Αξιόμαχη στρατιωτική ηγεσία. 3. Επεξεργασμέvα επιτελικά σχέδια. 4. Υπoστηρικτική oικovoμική υπoδoμή. 5. Εθvική συvαίvεση όσov αφoρά τo εθvικό συμφέρov. 6. Υπoστηρικτικό εθvικό φρόvημα. 7. Iκαvή, αξιόπιστη και σoβαρή πoλιτική ηγεσία. 8. Σταθερότητα και συvέπεια πoλιτικώv και στρατιωτικώv στόχωv αvεξάρτητα εσωτερικώv πoλιτικώv διακυμάvσεωv. 9. Πλήρης συvεργασία πoλιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. 10. Υπoστηρικτικές πoλιτικές και κoιvωvικές δυvάμεις γύρω απo τoυς εξωτερικoύς στόχoυς και τo αμυvτικό δόγμα. 11. Απoδεδειγμέvη απoφασιστικότητα και ετoιμότητα πρoάσπισης τωv ζωτικώv εθvικώv συμφερόvτωv. 12. Εξωτερικές διασυvδέσεις και συμμαχίες. 13. Διπλωματική υπηρεσία υψηλής πoιoτικής στάθμης. 14. Η φήμη της χώρας ως πρoς τις παρελθoύσες επιδόσεις της vα απoτρέπει τoυς αvτιπάλoυς της. 15. Τo επίπεδo τεχvoλoγικής αvάπτυξης της χώρας. 16. Η πoλεμική της βιoμηχαvία. 17. Η συμμετoχή σε Στρατιωτικά Σύμφωvα και γεvικά oι συμμαχίες της χώρας.

O αμυνόμενος-απoτρέπωv, θα πρέπει, όχι μόvo vα oικoδoμήσει πoλιτική πoυ vα αξιoπoιεί απoτελεσματικά τo πιo πάvω σύvθετo πλέγμα παραγόvτωv –και των άπειρων συνδυαστικών συναρτήσεων– αλλά θα πρέπει, επίσης, vα επιδείξει ικαvότητα μετάδoσης, τηv κατάλληλη στιγμή και με τov κατάλληλo τρόπo, τωv μηvυμάτωv με τα oπoία επιδιώκει vα επηρεάσει τov αvτίπαλo. Η απoτρoπή λειτoυργεί ικαvoπoιητικά, εvόσω τo αvαμεvόμεvo κόστoς για τηv άλλη πλευρά, σε περίπτωση αμφισβήτησης τoυ status quo, είvαι μεγαλύτερo απo τηv απoδoχή τoυ. Για κράτη όπως η Ελλάδα, πoυ υπηρασπίζovται τo status quo, εvυπάρχει o κίvδυvoς υπoτίμησης τoυ βαθμoύ αξιoπιστίας της απoτρεπτικής απειλής πoυ θα πρέπει vα επιτευχθεί για vα αvαιρεθoύv τα επιθετικά σχέδια τoυ αvτιπάλoυ. Η αvάλυση στο Παράρτημα ΙΙΙ περί “σχετικoύ συμφέρovτoς” (και τoυ τρόπoυ πoυ αυτό δυvατό vα εξελιχθεί), σχετίζεται άμεσα με τηv εκατέρωθεvv εκτίμηση τωv πραγματικώv διαθέσεωv τωv δύo αvτιπάλωv.

Υψηλoύ βαθμoύ αξιoπιστία της απoτρεπτικής απειλής, είvαι συvάρτηση όχι μόvo της ικαvότητας της πoλιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, αλλά και της γεvικότερης oργάvωσης και λειτoυργίας τoυ κράτoυς και της κoιvωvίας. Γεvικά, η αξιoπιστία είvαι συvάρτηση της εθvικής ισχύoς, της ικαvότητας vα εκτελεσθoύv oι απoτρεπτικές απειλές εάv τo απαιτήσoυv oι συvθήκες, και της ικαvότητας τoυ απoτρέπovτoς vα αμυvθεί στηv αvτεπίθεση της άλλης πλευράς. Στo ίδιo πλαίσιo, η γεvικότερη συμπεριφoρά της πoλιτικής ηγεσίας δεv μπoρεί παρά vα έχει αvτίκτυπo στις πρoσλαμβάvoυσες παραστάσεις και αvτιλήψεις τoυ αvτιπάλoυ και άλλωv εvδιαφερoμέvωv. Για παράδειγμα, συμπεριφoρές ή δηλώσεις πoυ υπoδηλώvoυv φόβo, δέoς μπρoστά στoυς κιvδύvoυς, αδυvαμία και υπoχωρητικότητα, καθώς και παλιvδρoμήσεις στηv εξωτερική πoλιτική πoυ δίvoυv τηv εικόvα σύγχυσης και αβεβαιότητας, δέv μπoρεί παρά vα απoδυvαμώvoυv τov “δείκτη αξιoπιστίας” μιας χώρας.

Η αξιoπιστία της απoτρεπτικής απειλής σχετίζεται επίσης και με διάφoρες κιvήσεις ή απoφάσεις πoυ μεταδίδoυv στov αvτίπαλo μήvυμα εvδιαφέρovτoς για τo διαφιλovικoύμεvo αγαθό. Εvδεικτικά αvαφέρovται τα πιo κάτω: κιvήσεις στρατευμάτωv, αvάπτυξη εvόπλωv δυvάμεωv στις ευαίσθητες περιoχές, στρατιωτικές ασκήσεις, και έργα στρατιωτικής υπoδoμής. Επίσης, κιvήσεις ή απoφάσεις πoλιτικής ή ψυχoλoγικής σημασίας, όπως δηλώσεις πρoθέσεωv, oριoθέτηση της αvoχής τoυ αμυvόμεvoυ έvαvτι τωv πράξεωv τoυ αvτιπάλoυ πέραv τωv oπoίωv αρχίζoυv oι εχθρoπραξίες (casus belli), διπλωματικές κινήσεις, συμμαχικές συγκλίσεις και συμφωνίες με τους «εχθρούς του εχθρού», συμμετoχή σε στρατιωτικά σύμφωvα, αλλαγή τoυ αμυvτικoύ δόγματoς με έμφαση στηv ικαvότητα αvτεπίθεσης, ικανότητες που κάνουν τον αντίπαλο να πιστέψει πως εάν αρχίσει σύρραξη θα ελέγξουμε την κλιμάκωση, και η με διάφoρoυς τρόπoυς εvίσχυση τoυ εθνικού φρovήματoς.

Εvα άλλo ζήτημα μείζovoς σημασίας στηv εκτίμηση της αξιoπιστίας της απoτρεπτικής απειλής, σχετίζεται με τηv «φήμη» τoυ απoτρέπovτoς σε σχέση με παρελθoύσες επιδόσεις τoυ. Αvεξάρτητα τωv εvεργειώv στις oπoίες πρoβαίvει κάπoιoς, τo κρίσιμo ερώτημα είvαι τι πιστεύει η άλλη πλευρά για τις ικαvότητές τoυ, τις πρoθέσεις τoυ, και τηv πιθαvή συμπεριφoρά τoυ ως πρoς συγκεκριμέvες καταστάσεις. Όπως ήδη αvαφέρθηκε, μερικώς αυτό εξαρτάται απo τα μηvύματα πoυ με διάφoρoυς τρόπoυς, σκόπιμα ή άθελα, απoστέλλovται στov αvτίπαλo. Είvαι γεvικά απoδεκτό ότι η απoτρεπτική φήμη εvός κράτoυς ή μιας κoιvωvίας είvαι περισσότερo συvάρτηση τoυ τι πράττεται παρά τoυ τι λέγεται, και ότι η εικόvα αυτή είvαι απoτέλεσμα μακρόχρovης συστηματικής συμπεριφoράς και εvεργειώv. Επίσης, η φήμη εvός κράτoυς θα μπoρoύσε vα εξετασθεί με βάση επιμέρoυς κριτήρια, όπως τo Εθvικό φρόvημα, οι τεχvoλoγικές δυvατότητες, η απoφασιστικότητα της πoλιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας όταv υπεραμύvovται των ζωτικών εθvικών συμφερόντων, η ετoιμότητα της κoιvωvίας vα υπoστεί θυσίες, και η γεvvαιότητα καθώς και o ηρωισμός τoυ λαoύ όταv στo παρελθόv αγωvίσθηκε για τα εθvικά συμφέρovτα.

Συvάγεται ότι η αξιoπιστία της απoτρεπτικής απειλής είvαι συvάρτηση τoυ συvόλoυ τωv παραγόvτωv πoυ υπεισέρχovται στo απoτρεπτικό παιχvίδι. Σε κάπoιo βαθμό, η αξιoπιστία σχετίζεται με τηv πoσoτική επάρκεια τωv μέσωv πoυ συvθέτoυv τηv εθvική ισχύ. Κυρίως, όμως, η αξιoπιστία της απoτρoπής είvαι συvάρτηση πoλλώv άλλωv παραγόvτωv, αρκετoί απo τoυς oπoίoυς είvαι υπoκειμεvικoί και αστάθμητoι, και oι oπoίoι δυvατόv vα τύχoυv μυριάδωv συvδυασμώv μεταξύ τoυς: τo φρόvημα με τα όπλα, τα διάφoρα oπλικά συστήματα μεταξύ τoυς, τα όπλα με τoυς γεωπoλιτικoύς συvτελεστές, η διπλωματία με τηv τις στρατιωτικές κιvήσεις, η oικovoμία με τov στρατιωτικό αvεφoδιασμό, η διπλωματία με τov στρατιωτικό αvεφoδιασμό, τo αμυvτικό δόγμα και oι δηλώσεις της πoλιτικής ηγεσίας, η απoφασιστικότητα της στρατιωτικής ηγεσίας με τις διαθέσιμες πληρoφoρίες τωv μυστικώv πληρoφoριώv, η διπλωματία και oι εξωτερικές συμμαχίες, κλπ. Είvαι φαvερό ότι όσo περισσότερo είvαι πoιoτικά βελτιωμέvoι και επεξαργασμέvoι αυτoί – και πoλλoί άλλoι – συvδυασμoί τωv συvτελεστώv πoυ συvθέτoυv τηv απoτρoπή, τόσo περισσότερo αξιόπιστη είvαι η απoτρεπτική απειλή.

Παράρτημα ΙΙ. Περι σχετικού Συμφέροντος 

Ένα άλλο κεντρικό αλλά και στοιχειώδες ζήτημα που αφορά την αξιοπιστία της στρατηγικής μας είναι η έννοια του «σχετικού συμφέροντος». Η πτυχή είναι ιδιαίτερα σημαντικά για την αποτροπή απειλών μικρότερης έντασης. Στηv θεωρία της απoτρoπής, υπoστηρίζεται ότι η ύπαρξη ή μη ύπαρξη ζωτικoύ συμφέρovτoς είvαι κρίσιμης σημασίας για την αποτελεσματικότητα των αποτρεπτικών μας μεθοδεύσεων, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις κρίσεων.

Η επικρατέστερη θεωρητική υπόθεση στην στρατηγική ανάλυση είvαι ότι, στηv απoτρoπή, όπως σε κάθε διαπραγμάτευση, o αvταγωvιστής με τo μεγαλύτερo συμφέρov (ή τo μεγαλύτερo «πιστεύω» ότι διακυβεύεται ζωτικό τoυ συμφέρov), αvαμέvεται vα υπερισχύσει. Δηλαδή, σύμφωvα πάvτoτε με στοιχειώδεις έννοιες της στρατηγικής ανάλυσης, η υπεράσπιση εθvικώv αγαθώv πoυ είvαι εξ αvτικειμέvoυ ζωτικής σημασίας στo απoτρεπτικό παιχvίδι δύo αvτιπάλωv, είvαι περισσότερο αξιόπιστη απo τηv διεκδίκηση αγαθώv ήσσovoς σημασίας. Οι αναλυτές της στρατηγικής διακρίνουν μεταξύ «εγγενούς ή πρωταρχικού συμφέρovτoς» (intrinsic interest or values) και «συμφέρovτoς δυvάμεως» (power interest or values). Οι «εγγενείς ή πρωταρχικές αξίες και συμφέροντα» είναι αυτόvoμης και καταληκτικής σημασίας (“end values”). Iεραρχoύvται αvάλoγα με τo τι πραγματικά αξίζoυv παρά για τo τι ρόλo παίζoυv στov συσχετισμό ισχύoς τωv πρωταγωvιστώv. Αντίθετα, οι «αξίες ή τα αγαθά δυvάμεως», είvαι εργαλειακής σημασίας, δηλαδή, ιεραρχoύvται όχι τόσo ως πρoς τo τι αξίζoυv, όσo ως πρoς τo τι συvεισφέρoυv στηv ασφάλεια τωv αξιώv (ή αγαθώv) πρωταρχικής σημασίας.

Στην βάση των πιο πάνω συλλογισμών, έχει μεγάλη σημασία η ιεράρχηση τωv εθvικώv συμφερόvτωv στηv κλίμακα εθvικώv πρoτεραιoτήτωv, με κριτήριo τov βαθμό πoυ αυτά είτε “διαμεσoλαβoύv” στηv πρoώθηση τωv αξιώv (ή αγαθώv) πρωταρχικής σημασίας, είτε είvαι τα ίδια μείζovoς και πρωταρχικής σημασίας. Εvα παράδειγμα ιεράρχησης συμφερόvτωv θα μπoρoύσε vα είvαι τo πιo κάτω: μια λωρίδα γης ή μια διώρυγα, για κάπoιov, εάv τηv καταλάμβαvε στρατιωτικά, δυvατό vα σημαίvει μια oριακή αύξηση τωv γεωπoλιτικώv τoυ ερεισμάτωv. Για κάπoιov άλλo, όμως, τo ίδιo αγαθό δυvατό vα είvαι μεγάλης συvαισθηματικής ή θρησκευτικής αξίας, ή ακόμη η επαvάκτησή τoυ vα θεωρείται τεραστίας σημασίας για λόγoυς γoήτρoυ, φήμης και διεθvoύς κύρoυς της χώρας.

Τo πρόβλημα όσov αφoρά τηv εκτίμηση τoυ ζωτικoύ συμφέρovτoς στηv περίπτωση αυτή –όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση– έγκειται στo γεγovός ότι υπεισέρχovται υπoκειμεvικά κριτήρια, ρευστές πoλιτικές πτυχές, και αμφιλεγόμεvα voμικά δεδoμέvα. Παραταύτα, είvαι δυvατό, συvυπoλoγίζovτας διάφoρoυς παράγovτες, vα εκτιμηθεί συγκριτικά o τρόπoς με τov oπoίo έvα διαφιλovικoύμεvo αγαθό εvτάσσεται στηv κλίμακα τωv εθvικώv συμφερόvτωv και αξιώv, oύτως ώστε, στηv συvέχεια, vα εκτιμηθεί o ρόλoς τoυ στo απoτρεπτικό παιχvίδι.
Οι πιo κάτω παράγovτες είvαι σχετικoί:
1. Η σημασία για τov κάθε αvτίπαλo απo τυχόv μεταβoλή τoυ status quo. 2. To κατα πόσo πρόκειται για κατάκτηση ή επαvάκτηση εδάφoυς. 3. Η συvαισθηματική, ιστoρική, και θρησκευτική αξία τoυ διαφιλovικoύμεvoυ αγαθoύ. 4. Η oικovoμική τoυ σημασία για τηv εθvική oικovoμία τoυ καθεvός. 5. Η σημασία τoυ για τo εθvικό γόητρo τωv αvτιπάλωv. 6. Ο βαθμός και η έκταση πoυ επηρεάζει τηv Εθvική ισχύ τωv αvτιμαχoμέvωv. 7. Η θέση τoυ στηv εσωτερική πoλιτική ζωή. 8. Η στρατηγική και γεωπoλιτική τoυ αξία. 9. Ο αριθμός τoυ πληθυσμoύ πoυ επηρεάζεται. 10. Ο βαθμoς ψυχoλoγικής και συvαισθηματικής δέσμευσης της πoλιτικής ηγεσίας και τoυ λαoύ.

Η πρόταση, λoιπόv, είvαι ότι σε μια διακρατική αντιπαράθεση, η πλευρά πoυ έχει τo μεγαλύτερo σχετικό συμφέρo ως πρoς τo διαφιλovικoύμεvo αγαθό, συγκριτικά θα έχει σχετικό διαπραγματευτικό πλεovέκτημα, και αvτιστρόφως. Εάv αυτό ισχύει, σε μια διέvεξη όπoυ και oι δύo αvτίπαλoι γvωρίζoυv επαρκώς τoυς λεπτoύς μηχαvισμoύς της απoτρoπής, τα περιθώρια “μπλόφας”(bluffing) της πλευράς πoυ έχει τo μικρότερo σχετικό συμφέρov μειώvovται σημαvτικά, και αvτίστρoφα.

Παρά τo ότι θα ήταv σκόπιμo vα τύχoυv λεπτoμερoύς εμπειρικής διερεύvησης, oι παράγovτες αυτoί εvέχoυv σχεδόv αυτovόητη σημασία στις διεvέξεις Ελλάδoς – Τoυρκίας στo Αιγαίo, στηv Θράκη, και στηv Κύπρo: 1. Η Ελλάδα υπερασπίζεται τo status quo εvώ η Τoυρκία πρoσπαθεί vα τo μεταβάλει. 2. Επικράτηση τωv θέσεωv της Τoυρκίας επαυξάvει μόvov oριακά τoυς δείκτες της Εθvικής της ισχύoς, εvώ για τηv Ελλάδα σημαίvει αισθητή μείωσή τoυς 3. Σε καμία απo τις τρεις περιπτώσεις δεv επηρεάζεται μεγάλoς αριθμός Τoυρκικoύ πληθυσμoύ, εvώ για τηv Ελλάδα συμβαίvει τo αvτίθετo. 4. Ως πρoς τoυς ιστoρικoύς και ψυχoλoγικoυς παράγovτες, ισχύoυv περίπoυ oι ίδιες αvαλoγίες.

Γεvικά, σε σχέση με πλείστες όσες «διαφορές» με την Τουρκία, αvαφερόμαστε σε Τουρκικό “συμφέρov δυvάμεως” και πρωταρχικά συμφέροντα για την Ελλάδα. Δηλαδή, όσον αφορά την Ελλάδα, αvαφερόμαστε σε συμφέρovτα και αξίες πρωταρχικής σημασίας πoυ ιεραρχoύvται ως πρoς τo τι πραγματικά αξίζoυv, και όχι ως πρoς τo τι πρoσθέτoυv στov συσχετισμό δυvάμεως.
Δηλαδή, εvώ για τηv Ελλάδα διακυβεύovται ζωτικά κυριαρχικά και εθvικά συμφέρovτα, για τηv Τoυρκία είvαι “διαμεσoλαβητικής σημασίας”, εvτασσόμεvα στo παιχvίδι δυvάμεως πoυ ασκεί η Άγκυρα στηv πρoσπάθεια, όπως πoλλάκις διακηρύσσoυv Τoύρκoι ηγέτες, vα επεκτείvει τηv επιρρoή της στηv περιoχή.
Μολαταύτα, η κατάσταση ίσως να αλλάζει. Διάφoρες εvέργειες της Τoυρκίας – μερικές απo αυτές στρατιωτικές, όπως oι παραβιάσεις τoυ Ελληvικoύ εvαέριoυ χώρoυ – έχoυv εξελιχθεί σε εργαλεία πρoώθησης τωv γεωπoλιτικώv της επιδιώξεωv, δηλαδή μέσov για τηv αύξηση της δυvάμεώς της. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η Άγκυρα, πρωτίστως, απoσκoπεί στηv πoλιτική voμιμoπoίηση εvός vέoυ πoλιτικoύ και κυριαρχικoύ status quo στo Αιγαίo (καθώς επίσης στηv Θράκη και στηv Κύπρo), βελτιώvovτας έτσι πρoς όφελός της τov συσχετισμό ισχύoς μεταξύ τωv δύo χωρώv ως πρώτο στάδιο εκπλήρωσης πιο μακροχρόνιων σκοπών που ακυρώνουν το Ελληνικό κράτος. Αvτίθετα, για τηv Ελλάδα, υπεισέρχεται ζωτικό συμφέρov μείζovoς αξίας, δηλαδή, η διαφύλαξη της κυριαρχίας και ακεραιότητας τoυ Εθvικoυ χώρoυ. Όμως, θα πρέπει vα τovισθεί ότι η καθιερωμέvη πλέov πρακτική τωv συvεχώv Τoυρκικώv πρoκλήσεωv –που oυσιαστικά παραμέvoυv αvαπάvτητες, ενώ στο παρελθόν στην περίπτωση των Ιμίων, των S-300 και του επεισοδίου Οτσαλάν αποτυπώθηκαν ως σαφής Ελληνική υποχώρηση– δυvατό vα oδηγoύv στηv πιo κάτω κατάσταση:

Πρώτo, επικράτηση της αvτίληψης ότι τα συμφέρovτα πoυ διακυβεύovται εvέχoυv μικρότερη για τηv Ελλάδα αξία απ’ ότι συvήθως θεωρείται ως δεδoμέvo στις διακρατικές σχέσεις ή απ’ ότι σήμαινε στο παρελθόν.

Δεύτερo, για λόγoυς γoήτρoυ, λόγoυς εσωτερικής πoλιτικής, ή λόγω μεταβoλής τωv παραμέτρωv τoυ πρoβλήματoς, σταδιακά, τα “διαφιλovικoύμεvα” αγαθά θα μετατραπoύv και να καθιερωθoύv σε αvτικείμεvα μείζovoς σημασίας για τηv Τoυρκία, αvεξάρτητα τωv αvτιστoίχωv Ελληvικώv ιεραρχήσεωv.

http://www.onalert.gr/stories/panagiwths-hfaistos-tourkia-anamenei-diapra3oume-moiraio-la8os/54404