Αρχική Blog Σελίδα 2989

Trump is putting on a great circus, but what about his promises?

0

Opinion writer February 16 THE WASHINGTON POST

Donald Trump’s grievance-filled news conference, in less than 5 minutes

 The president spoke to and took questions from reporters at the White House for more than an hour, Feb. 16. Here are key moments from that event. (Video: Sarah Parnass/Photo: Jabin Botsford/The Washington Post.

Let’s say you are a Trump voter, the kind we often hear about — an honest, hard-working American who put up with Donald Trump’s unusual behavior because you wanted a president who would stop playing Washington’s political games, bring a businessman’s obsession with action and results, and focus on the economy. How is that working out for you?
The first few weeks of President Trump’s administration have been an illustration of writer Alfred Montapert’s adage, “Do not confuse motion and progress. A rocking horse keeps moving but does not make any progress.” We are witnessing a rocking-horse presidency in which everyone is jerking back and forth furiously, yet there is no forward movement.Since winning the election, Trump has dominated the news nearly every day. He has picked fights with the media, making a series of bizarre, mostly false claims — about the magnitude of his victory, the size of his inauguration crowd, the weather that day, the numbers of illegally cast ballots, among many others. He has had photo ops with everyone from Kanye West and Jack Ma to Shinzo Abe and Justin Trudeau. Now he is embroiled in a controversy about ties to Russia. But in the midst of it all, what has he actually done? Hardly anything.

On Thursday, Trump said at a news conference, “There has never been a presidency that’s done so much in such a short period of time.” Matthew Yglesias of Vox observes that at this point in his presidency, Barack Obama had signed into law an almost-trillion-dollar stimulus bill to revive the economy, extended health insurance to 4 million children and made it easier to challenge discriminatory labor practices. In their respective first 100 days in office, FiveThirtyEight calculates, Bill Clinton had passed 24 bills; John Kennedy, 26; Harry Truman, 55; and FDR, 76.

Trump: ‘We are cutting regulations big league’

 

 President Trump met with retail executives, Feb. 15, at the White House. (The Washington Post)

Despite having a Republican House and Senate, Trump does not seem likely to crack 10 in his first 100 days. Yglesias notes that the Trump White House has not even begun serious discussions with Congress on major legislation. According to The Post, of the 696 positions that require Senate confirmation, the president has yet to nominate 661 of them.

Trump has issued a series of executive orders with great fanfare (though fewer than Obama at this point). But they are mostly hot air — lofty proclamations that direct some agency to “review” a law, “report” back to him, “consider” some action or reaffirm some long-standing practice. His one order that did something, the temporary travel ban, was so poorly conceived and phrased that it got stuck in the court system and will have to be rewritten or abandoned. For a recent piece in Politico Magazine, Zachary Karabell carefully analyzed all the executive orders and presidential proclamations and concluded, “So far, Trump has behaved exactly like he has throughout his previous career: He has generated intense attention and sold himself as a man of action while doing little other than promote an image of himself as someone who gets things done.”

 Historian Douglas Brinkley recently observed that Trump is a creature of reality television, for which the two cardinal rules are: Always keep the cameras focused on you, and always stay interesting. The president has certainly fulfilled those mandates. But what about the ones he promised his voters? What about the plans to reindustrialize the Midwest, bring back jobs, and revive the coal and steel industries? What, for that matter, of his explicit commitments that “on Day One” he would begin “removing criminal illegal immigrants” and would “label China a currency manipulator,” “push for a constitutional amendment to impose term limits on all members of Congress” and “get rid of gun-free zones in schools, and . . . military bases”? All were promised. Almost nothing has been done.

There are two aspects to the Trump presidency. There is the freak show — the tweets, the wild claims, the fake facts, the fights with anyone who refuses to bow down to him (the media, judges), the ceaseless self-promotion. But then there is Trump the savvy businessman, who named intelligent heavyweights such as Gary Cohn, Rex Tillerson and Jim Mattis to key positions, and who has at times articulated a serious reform agenda. For many people, the bargain of the Trump presidency was that they would put up with the freak show in order to get tax reform, infrastructure projects and deregulation. That may still happen, but for now at least, reality TV is in overdrive, and not much is happening in the realm of serious policy.

That voter in Ohio or Michigan might well wonder how picking fights with the media will bring jobs back to his region or how assaulting the judiciary will help create retraining programs for laid-off workers. But maybe Donald Trump, who freely admits to getting most of his information from television, has a television view of the presidency. The point is to be seen doing things. The Romans said that the way to keep people happy was to give them “bread and circus.” So far, all we have gotten is the circus.

https://www.washingtonpost.com/opinions/the-trump-circus/2017/02/16/d1bc4a86-f48c-11e6-8d72-263470bf0401_story.html?utm_term=.d8f18eefb0aa

Το τέλος της ιστορίας

1

Του Δρ Κωνσταντίνου Γρίβα* Posted on by greekattack

Εκφρασμένη άποψη του γράφοντος είναι ότι η αποστολή του νέου Αμερικανού προέδρου, ως επιλογή του «σιωπηλού κατεστημένου» των Ηνωμένων Πολιτειών, είναι να εφαρμόσει ένα νεοβαστφαλιανό μοντέλο εξωτερικής πολιτικής που θα βασίζεται στο «διαίρει και βασίλευε», έτσι ώστε να αποσυσπειρώσει την Ευρασία και να αποφευχθεί το ενδεχόμενο δημιουργίας μιας ενιαίας δύναμης σε αυτήν. Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας εντάσσεται και η πολυδιαφημισμένη προσέγγιση της  Ρωσίας από τον νέο ένοικο του Λευκού Οίκου, με σκοπό να διασπαστεί ο σινορωσικός άξονας.

 

Ωστόσο, ενδέχεται τα πράγματα να μην είναι ακριβώς έτσι. Η γεωπολιτική πραγματικότητα είναι εξαιρετικά σύνθετη και πολύπλοκη ώστε να χωράει σε παρόμοια απλουστευτικά μοντέλα. Έτσι λοιπόν, θα εξετάσουμε δύο παράγοντες που καθιστούν την μισαλλόδοξη εχθρότητα προς τη Ρωσία περίπου αναγκαία για τη μακρόπνοη αμερικανική γεωστρατηγική αλλά και την υπερσυστημική δομή στην οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες λειτουργούν ως γεωπολιτικό μέγεθος, κυρίαρχο κομμάτι της οποίας είναι το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα.

Η ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΔΙΠΛΗ ΑΝΑΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ

Καταρχάς λοιπόν, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η αποσυσπείρωση της Ευρασίας οφείλει να στοχεύει προς όλες τις κατευθύνσεις. Με άλλα λόγια, δεν έχει νόημα μια διάσπαση του σινορωσικού άξονα, που η νέα ηγεσία της Ουάσιγκτον ευελπιστεί να επιτύχει δια της προσέγγισης με τη Μόσχα, αν η προσέγγιση αυτή οδηγήσει ταυτοχρόνως σε μια εξομάλυνση των σχέσεων Δυτικής Ευρώπης και Ρωσίας.

Άρα, η πολιτική των ΗΠΑ έναντι της Μόσχας πρέπει να έχει δύο πρόσωπα. Και το φιλικό και το εχθρικό, με το δεύτερο να αποτελεί αναγκαίο συμπλήρωμα του πρώτου. Το κατά πόσον αυτό είναι εύκολο ή έστω δυνατόν να επιτευχθεί είναι μια άλλη ιστορία αλλά αυτή είναι η βασική απαίτηση.

Άρα λοιπόν, θα πρέπει μάλλον να αναμένουμε μια πολιτική Ιανού από πλευράς των Ηνωμένων Πολιτειών προς τη Μόσχα. Και το βλοσυρό πρόσωπο της Ουάσιγκτον έναντι της Ρωσίας θα πρέπει εξ αντικειμένου να βασιστεί σε έναν μισαλλόδοξο αντιρωσισμό. Και αυτό γιατί δεν υπάρχει πλέον ο οικονομικός και πολιτικοοικονομικός δυισμός του Ψυχρού Πολέμου μεταξύ του καπιταλιστικού κόσμου και του Υπαρκτού Σοσιαλισμού, που εξασφάλιζε εκ των πραγμάτων το συγκρουσιακό περιβάλλον μεταξύ «Δύσης» και «Ανατολής».

Για να επιτευχθεί σήμερα αυτός ο διαχωρισμός θα πρέπει να δαιμονοποιηθεί η Ρωσία αυτή καθεαυτή και αυτό θα συνεχιστεί και επί εποχής Τραμπ, ακόμη και αν όντως οι ΗΠΑ επιδιώξουν να υλοποιήσουν μια νεοβεστφαλιανή πολιτική, στο πλαίσιο της οποίας θα επιχειρηθεί κάποιας μορφής προσέγγιση με τη Ρωσία.

Η ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ ΝΑ ΚΡΑΤΗΣΕΙ ΠΑΓΩΜΕΝΗ ΣΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΥΠΑΡΚΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ

Ο άλλος παράγοντας που ωθεί τη Δύση σε μια μισαλλόδοξη εχθρότητα έναντι της Ρωσίας είναι υπερσυστημικός και σε σημαντικό βαθμό βρίσκεται εκτός των ορίων παρέμβασης και επιλογών της όποιας αμερικανικής ηγεσίας.

Συγκεκριμένα, οι Ηνωμένες Πολιτείες λειτουργούν σε ένα παγκοσμιοποιημένο καπιταλιστικό σύστημα το οποίο μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και του Υπαρκτού Σοσιαλισμού έπαψε να είναι ένα γενικό και ρευστό σύνολο κανόνων και αρχών όσον αφορά την πολιτική και οικονομική λειτουργία των χωρών και απόκτησε ένα συμπαγές και άκαμπτο σχήμα, ενδεδυμένο το μανδύα του νικητή του Ψυχρού Πολέμου και «δικαιωμένο» από την Ιστορία. Η αντίληψη, λοιπόν, περί του «Τέλους της Ιστορίας» αποτέλεσε υπαρξιακό κομμάτι της ευρύτερης οικονομικής και πολιτικής πραγματικότητας που διαμορφώθηκε με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Μιας πραγματικότητας που επεχείρησε να παγώσει τον χρόνο και να διατηρήσει αιώνια ζωντανή τη στιγμή του θριάμβου της.

Κατά συνέπεια, αφού ο καπιταλισμός έπρεπε να διατηρήσει παγωμένη στον χρόνο αυτήν τη στιγμή της «τελικής νίκης», η Ρωσία «όφειλε» να φέρεται εσαεί ως νικημένη χώρα, που θα πρέπει να υπακούει αδιαμαρτύρητα στις προσταγές των «νικητών» και φυσικά να μην επανακάμψει ποτέ. Από τη στιγμή που δεν λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο, αυτομάτως ενεργοποιεί την εχθρότητα της Δύσης προς αυτήν, μιας και ξαναθέτει σε κίνηση την ιστορική εξέλιξη και κατά συνέπεια σπάει το εύθραυστο κρύσταλλο της παγωμένης στον χρόνο στιγμής του δυτικού θριάμβου.

Εν κατακλείδι, η παθολογική και μισαλλόδοξη εχθρότητα της Δύσης προς τη Ρωσία, από τη μία είναι μέρος της μακρόπνοης «ορθολογικής» στρατηγικής των ΗΠΑ όσον αφορά τη διαχείριση της Ευρασίας, ενώ από την άλλη ενδέχεται να αποτελεί μια, ανορθολογική μεν αναπόφευκτη δε, εκδήλωση της υπερσυστημικής γεωπολιτικής δομής που κυριάρχησε στον κόσμο μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και η οποία προσπαθεί να διαιωνίσει την ύπαρξή της δια του παγώματος του ιστορικού χρόνου.

Είναι δεδομένο ότι αυτό δεν μπορεί να κρατήσει για πολύ. Και όταν οι άνθρωποι κατανοήσουν ότι η Ιστορία δεν σταματάει, για την ακρίβεια δεν έχει σταματήσει ότι για ένα δευτερόλεπτο από τότε που επήλθε το «τέλος» της μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου, είναι πολύ ενδιαφέρον να δούμε τι δυνάμεις θα εμφανιστούν στο προσκήνιο. 

(*) Ο Κωνσταντίνος Γρίβας είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Γεωπολιτικής στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Διδάσκει επίσης Γεωγραφία της Ασφάλειας στην Ευρύτερη Μέση Ανατολή στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Το κείμενο αυτό, σε μια αρχική του μορφή, είχε δημοσιευτεί στο τεύχος 367  του περιοδικού «Επίκαιρα».

Αποκάλυψη – Διαβάστε ποια είναι η άποψη των Κούρδων του ΡΚΚ και του Άπο για τον Σάββα Καλεντερίδη

1

infognomon.gr

 
Το εξώφυλλο του βιβλίου
του Σάββα Καλεντερίδη
“Η Παράδοση Οτζαλάν”
που κυκλοφόρησε στην Τουρκία

Το 2001 ο Αμπντουλλάχ Οτζαλάν με κατηγόρησε και ζήτησε να μιλήσω για την υπόθεση και να πω ό,τι ξέρω.

Αυτές τις κατηγορίες, τις πήραν ορισμένοι και τις διακινούν εδώ κι εκεί, χωρίς να λαβμάνουν υπ’ όψιν την απάντηση που έδωσα για το θέμα στο βιβλίο μου, την οποία δημοσιοποίησα και πάλι με την εξής ανάρτηση: “Μια απάντηση σε όσα διακινούνται “ξαναζεσταμένα” για την παράδοση Οτζαλάν”.

Φέτος, οι ίδιοι κύκλοι, συνεχίζουν τις ανοησίες, χωρίς να λαμβάνουν υπ’ όψι τις εξηγήσεις του άρθρου.

Σήμερα, δημοσιεύω για πρώτη φορά την επιστολή που μου έστειλε η Ένωση Κουρδικών Κοινοτήτων (KCK), η οποία είναι η ανώτατη αρχή του Κουρδικού Απελευθερωτικού Κινήματος και διοικείται από Διοικούσα Επιτροπή, με Επίτιμο Αρχηγό τον Αμπντουλλάχ Οτζαλάν.

Την επιστολή μου την έστειλαν το 2009, ως απάντηση στο βιβλίο που έστειλα στον ίδιο τον Οτζαλάν, μέσω των δικηγόρων του στη φυλακή, και στην ηγεσία του KCK, στο όρος Κανδήλι.

Σημειώνεται ότι το βιλίο μου “Παράδοση Οτζαλάν – Η Ωρα της Αλήθειας”, το 2009 το μετέφρασα στα τουρκικά, το εξέδωσε στην Τουρκία ο εκδοτικός οίκος Pencere Yayinlari, ο οποίος βρίσκεται κοντά στο Κουρδικό Απελευθερωτικό Κίνημα.

Για το βιβλίο δέχτηκα απίστευτες ύβρεις από Τούρκους δημοσιογράφους, που έγραψαν ολόκληρα άρθρα γι’ αυτό.

Στην επιστολή, που είναι του 2009 και γράφτηκε με έγκριση του Οτζαλάν, φαίνεται πια είναι άποψή του και του Κουρδικού Κινήματος για το βιβλίο και για τον συγγραφέα του και για το ρόλο που έπαιξε στην υπόθεση.

Αφήνω τους περιθωριακούς που διακινούν την ανυπαρξία τους, στην κρίση των αναγνωστών:

Ακολουθεί η επιστολή:

Αξιότιμε κύριε Καλεντερίδη

Από τότε που ο Πρόεδρος Άπο, ως αποτέλεσμα μιας διεθνούς συνομωσίας απήχθη και παραδόθηκε στην Τουρκία, έχουν περάσει 10 χρόνια. Από την αρχή αυτής της συνομωσίας ήσασταν παρών και αποτελείται ζωντανό μάρτυρα. Το γεγονός ότι αυτή σας τη μαρτυρία, έστω και με κάποια καθυστέρηση, την συμπεριλάβατε στο βιβλίο σας «Η Ώρα της Αλήθειας», αποτελεί μια θετική πράξη. Τέτοιου είδους εργασίες και εκδόσεις, είναι απαραίτητες για να αποκαλυφθεί η αλήθεια σε όλες της τις διαστάσεις και οι υπεύθυνοι αυτής της υπόθεσης να παραδοθούν στην Ιστορία αλλά και στην καταδίκη της συνείδησης των λαών.

Επί πλέον, αναφέρετε στο βιβλίο σας ότι εξ αιτίας αυτής της συνομωσίας έχουν ανοίξει βαθιές πληγές-ρήγματα ανάμεσα στον Κουρδικό και τον Ελληνικό λαό, έχουν παγώσει οι ιστορικά καλές σχέσεις των δυο λαών, κάτι που δεν είναι υπέρ των Ελλήνων ούτε των Κούρδων. Θα πρέπει λοιπόν να γίνουν οι απαραίτητες ενέργειες, για να αποκαθαρθεί αυτή η μαύρη κηλίδα που έχει κολλήσει πάνω στον Ελληνικό λαό, ούτως ώστε στη συνέχεια να καταστεί δυνατή η ανοικοδόμηση αυτής της ιστορικής σχέσης και η φιλίας μεταξύ των Κούρδων και των Ελλήνων. Για το λόγο αυτό, δεν αρκεί μόνο η ξερή παράθεση των γεγονότων που βιώθηκαν, αλλά και ο σχολιασμός τους.

Το ελληνικό κράτος, χρησιμοποιώντας και εσάς, έδωσε κρατικές εγγυήσεις στον Πρόεδρο Άπο, και έκανε πράξη αυτήν την συνομωσία. Όπως αναφέρετε κι εσείς στο βιβλίο σας, αν μετέφερε αυτές τις εγγυήσεις άλλος στον Πρόεδρο Άπο, είναι πιθανόν να μην τον εμπιστευόταν και να μην είχε πειστεί από αυτές. Το Ελληνικό κράτος, επειδή το γνώριζε αυτό, σας ανέθεσε αυτήν την αποστολή. Σας χρησιμοποίησε στα βρώμικα σχέδιά του. Σας έφερε εκεί που ήθελε. Θα πρέπει να αποκαλυφθούν όλοι εκείνοι που έστησαν αυτό το παιχνίδι, στο οποίο σας χρησιμοποίησαν κι εσάς. Γι’ αυτό θα πρέπει να γίνουν τα απαραίτητα για να αποκαλυφθούν οι υπεύθυνοι. Το γεγονός ότι αργήσατε να βγάλετε το βιβλίο και το εκδώσατε οκτώ χρόνια μετά τη συνομωσία, όπως αναφέρετε στο βιβλίο σας, το συνδέσατε με τον ασφυκτικό έλεγχο που ασκούσε η κυβέρνηση που έκανε τη συνομωσία, στο  τύπο και τα ΜΜΕ. Αυτό από μια άποψη είναι αποδεκτό. Όμως αυτή η κατάσταση ξεπεράστηκε.

Παρότι το Ελληνικό κράτος άσκησε ποινική δίωξη στον Πρόεδρο Άπο για παράνομη είσοδο στην Ελλάδα, αυτό δεν αποδείχτηκε και το δικαστήριο αποφάσισε ότι το ελληνικό κράτος είχε άδικο. Με την απόφαση αυτή γενήθηκαν νέες δυνατότητες για την αποκάλυψη αυτών που έπαιξαν ρόλο στη συνομωσία. Περιμένουμε να συμμετέχετε στην δίκη που έχει ανοίξει στην Ελλάδα, με τα στοιχεία που έχετε στα χέρια σας και με την μαρτυρία σας. Αυτό είναι ένα ιστορικό καθήκον που αναμένει από σας να φέρετε σε πέρας ο Ελληνικός λαός και αυτό μπορεί να γίνει η γέφυρα για να ξαναχτίσουμε τις ελληνοκουρδικές σχέσεις.

Το ότι γράψατε αυτό το βιβλίο, δείχνει ότι έχετε αυτές τις προθέσεις και ότι καταβάλλετε προσπάθειες σ’ αυτήν την κατεύθυνση. Πιστεύουμε ότι θα συνεχίσετε να καταβάλετε αυτές τις προσπάθειες, το περιμένουμε και σας εμπιστευόμαστε. Σας στέλνουμε τους χαιρετισμούς μας και ελπίζουμε ότι αυτό το βιβλίο θα εξυπηρετήσει αυτόν τον σκοπό.

Με τους χαιρετισμούς και το σεβασμό μας

05-01-2009

Η Επιτροπή Επιστημών και Διαφώτισης

Της Ένωσης Κουρδικών Κοινοτήτων (KCK)*

*Το  KCK είναι η ανώτατη αρχή του Κουρδικού Απελευθερωτικού Κινήματος, που διοικείται απόΔιοικούσα Επιτροπή, με Επίτιμο Αρχηγό τον Αμπντουλλάχ Οτζαλάν

Ακολουθεί η πρωτότυπη επιστολή, όπως μου παραδώθηκε από ανώτατα στελέχη του Κουρδικού Απελευθερωτικού Κινήματος στις Βρυξέλλες, παρουσία του Πρέσβη Γεωργίου Κωστούλα.

ινφογνώμων

Σε δοκιμασία οι ευρωατλαντικές σχέσεις

0
REUTERS

Μέσα στην εβδομάδα ξεκίνησε μία σειρά συναντήσεων μεταξύ των υψηλόβαθμων στελεχών στον τομέα της εξωτερικής και της αμυντικής πολιτικής της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ και των ομολόγων τους στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Χθες, συγκεκριμένα, πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες συνάντηση μεταξύ των εκπροσώπων των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ, έπονται οι συνομιλίες της «Ομάδας των Είκοσι» (G20) και η ετήσια συνδιάσκεψη των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ, η οποία θα λάβει χώρα στο Μόναχο. Οι διεργασίες αυτές συμπίπτουν με ένα παράδοξο συμβάν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το συμβάν αυτό έχει να κάνει με την παραίτηση του κορυφαίου συμβούλου επί της εθνικής ασφαλείας Μάικλ Φλιν, καθώς και το ότι έγινε γνωστό πως ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ γνώριζε για τις επαφές τις οποίες διατηρούσε ο Μάικλ Φλιν με τη Μόσχα, αρκετές εβδομάδες νωρίτερα. Εχοντας κατά νουν τις διάφορες προεκλογικές δηλώσεις του νέου Αμερικανού προέδρου για το ότι το ΝΑΤΟ συνιστά πλέον ένα απαρχαιωμένο σύστημα, οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι θα βρεθούν στη δύσκολη θέση να πρέπει να πουν στον Αμερικανό υπουργό Αμυνας, Τζιμ Μάτις, ότι δαπανούν περισσότερα από το παρελθόν για τον αμυντικό τους εξοπλισμό.

Επιπλέον, θα του ζητήσουν να τους διαβεβαιώσει ότι η Βορειοατλαντική Συμμαχία εξακολουθεί να διαδραματίζει έναν σημαντικό ρόλο για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το ερώτημα που ανακύπτει τώρα, είναι το πώς η προσέγγιση Τραμπ ως προς το ΝΑΤΟ συνδυάζεται με την πολιτική ασφάλειας που θέλει να ασκήσει η Δύση σε μια ευρεία γκάμα ποικιλόμορφων και ακανθωδών θεμάτων από τη Ρωσία και τη Συρία έως τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας.

Πέραν τούτου, τα στοιχεία για την ανεργία στο Ηνωμένο Βασίλειο, τα οποία δόθηκαν χθες στη δημοσιότητα, θα εξετασθούν, ώστε να διαπιστωθεί εάν η τάση για δημιουργία θέσεων εργασίας έχει χάσει τον δυναμισμό της. O δείκτης της ανεργίας το τελευταίο τρίμηνο του 2016 παρέμεινε στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων έντεκα ετών για τη Βρετανία, αλλά η αύξηση στους μισθούς ήταν χαμηλότερη από το αναμενόμενο. Κι αυτές οι εξελίξεις, όπως είναι φυσικό, δεν θεωρούνται ευνοϊκές για τους καταναλωτές και την αγοραστική τους δύναμη, η οποία πλήττεται ειδικά με την άνοδο του πληθωρισμού. Ο δείκτης τιμών καταναλωτή εμφάνισε άνοδο και έφθασε στα υψηλότερα επίπεδά του από τα μέσα του 2004 κυρίως εξαιτίας της αποδυνάμωσης της στερλίνας. Από τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος για την έξοδο της Βρετανίας από την Ε.Ε. πέρυσι στις 23 Ιουνίου και μετά, η λίρα έχει υποχωρήσει έναντι του ευρώ και του δολαρίου, καθιστώντας ακριβότερα τα εισαγόμενα προϊόντα και φθηνότερα τα βρετανικά προϊόντα διεθνώς.

Ο αρμόδιος επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων στην Ε.Ε., Πιερ Μοσκοβισί, βρέθηκε χθες στην Αθήνα για συναντήσεις με τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα. Στόχος των επαφών τους, να αμβλυνθούν οι διαφορές στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που πρέπει να προωθήσει η Αθήνα, ώστε να αποδεσμευθούν οι δόσεις του δανείου για τη χώρα, αποφεύγοντας τη χρεοκοπία. Ο κ. Μοσκοβισί έκανε σχετικές δηλώσεις και ανέφερε πως κάποια υπήρξε πρόοδος. Πάντως, δεν πιθανολογείται συμφωνία πριν από την επόμενη συνεδρίαση των υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης την προσεχή Δευτέρα.

Σε επίπεδο διεθνών αγορών, τώρα, οι δείκτες των ασιατικών χρηματιστηρίων ανήλθαν σε επίπεδα-ρεκόρ 19 μηνών, ενώ το δολάριο διατηρήθηκε στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων τρεισήμισι εβδομάδων έναντι ενός καλαθιού 10 ισχυρών νομισμάτων. Οι δείκτες στα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια έκλεισαν με άνοδο, ενώ οι αποδόσεις των βασικών κρατικών ομολόγων βρίσκονταν στα ίδια επίπεδα με εκείνα μετά τις δηλώσεις της προέδρου της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed), Τζάνετ Γέλεν, για επικείμενες αυξήσεις επιτοκίων. Αυτές οι δηλώσεις εξακολούθησαν και χθες να επηρεάζουν τις διεθνείς αγορές, ενώ οι επενδυτές θα εξετάσουν και τα στοιχεία για τον πληθωρισμό και τις λιανικές πωλήσεις στις ΗΠΑ, ώστε να ανιχνεύσουν ενδείξεις για το εάν η Fed αυξήσει το κόστος δανεισμού τον Μάρτιο.

“Καθημερινή”

Χάος και νέα παγκόσμια ισορροπία.

1

Χάος και νέα παγκόσμια ισορροπία, είναι ο τίτλος της εκπομπής “Τομές στην Επικαιρότητα” της TV-100 την Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2017.  Η εκπομπή επαναλαμβάνεται το Σάββατο απο τις 5μμ-6μμ. Την παρουσιάζει ο Παντελής Σαββίδης

Πόσο πιθανή είναι μια παγκόσμια αναταραχή; Μπορεί να αποκλειστεί ένας μεγάλος πόλεμος; Πόσο μοιάζει η σημερινή παγκόσμια κρίση με τις παραμονές του Β! Π.Π; Που βαδίζει η Ευρώπη;

ΠΡΟΣΚΕΚΛΗΜΜΕΝΟΙ

-Χάρης Μυλωνάς, Αναπληρωτης Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο George Washington μέσω skype απο τις ΗΠΑ

–Κώστας Βεργόπουλος Καθηγητής Οικονομικών Πανεπιστήμιο Παρισίων. Μέσω skype απο το Παρίσι.

–Νίκος Μιχαηλίδης Δρ. Πολιτικής Ανθρωπολογίας Πανεπιστημίου Princeton. Στο στούντιο.

Το σήμα της TV-100 μεταδίδεται:

Μέσω της Digea στην Κεντρική Μακεδονία

Απο την OTE TV οπουδήποτε

Διαδικτυακά απο τη διεύθυνση:

www.anixneuseis.gr

και

www.fm100.gr

 

Το αυγό του φιδιού εκκολάπτεται. Και δεν έχει χρώμα. Να αντιδράσουμε.

7

Ο καθηγητής του Παντείου Άγγελος Συρίγος υπέστη επίθεση από οργανωμένες ομάδες που  επιδιώκουν την υποβάθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου και την μετατροπή του σε αποθήκη ψυχών.

Το ίδιο συνέβη και με τον καθηγητή Γιώργο Παύλου στην Ξάνθη.

Το κακό με τις οργανωμένες αυτές μικροομάδες που με απειλές και εκβιασμούς έχουν διαλύσει, την ήδη, διαλυμένη παιδεία και κοινωνία, έχει παραγίνει.

Δεν μπορούμε ούτε να σιωπούμε ούτε να καθόμαστε στην πολυθρόνα του σπιτιού μας. Το αυγό του φιδιού εκκολάπτεται στα πανεπιστήμια- και στην κοινωνία. Και το αυγό του φιδιού δεν έχει χρώμα.  Και δεν έχει χρώμα διότι η απόχρωση του ενός άκρου από το άλλο δεν είναι ορατή. Και τα δύο άκρα ασκούν βία στην κοινωνία και τα  δύο οραματίζονται ολοκληρωτικά συστήματα και πιστεύουν μόνο στη δική τους εξουσία. Είναι … «αντιεξουσιαστές» όσο δεν ασκούν αυτοί την εξουσία. Είναι, όμως άκρως εξουσιομανείς όταν την διεκδικούν και την κατέχουν.

Στα πανεπιστήμια υπάρχει αυτήν τη στιγμή ένα κλίμα τρομοκρατίας που έχουν επιβάλλει οι ακραίες αυτές ομάδες, οι ίδιες που χειροδίκησαν κατά του Συρίγου και του Παύλου. Και την κατάσταση αυτή την ανέχεται και η πολιτεία και – δυστυχώς- η κοινωνία.

Να βγούμε στους δρόμους και να διαδηλώσουμε. Γιατί ο γύψος ετοιμάζεται.  Και δεν έχει σημασία ποιοι τον ετοιμάζουν. Ο γύψος είναι γύψος.

Οι Ρουμάνοι βγήκαν κατά εκατομμύρια στους δρόμους και διαδήλωσαν εναντίον ενός νόμου που αθώωνε την διαφθορά. Στην Ελλάδα, τους νόμους αυτούς τους καταπίνουμε μαζί με το τσίπουρο στα καφενεία, ή τα ουίσκι στα μπαράκια. Και, απλώς, φιλοσοφούμε.

Η κυβέρνηση, ελπίζοντας σε λίγες ψήφους, δεν έχει καμιά διάθεση να κάνει τίποτε. Ένας σκληρός πυρήνας της προέρχεται από το χώρο αυτό.

Ο κίνδυνος είναι υπαρκτός και μεγάλος. Ας τον δούμε κατάματα. Και ας τον αντιμετωπίσουμε.  Αύριο θα είναι αργά.

 

Turning From Flynn to the Russians

0

By George Friedman Feb. 16, 2017

If all this is true, the Russians have seen a brilliant plan blow up in their faces.

As you know, I have been dubious about the Michael Flynn affair. So let’s turn it around and assume that there was a major Russian intelligence operation underway intended to help elect and then control the president of the United States. This would certainly justify the angst in The New York Times, whereas the national security adviser lying to the vice president just doesn’t make the cut. I am trying to imagine the number of times Henry Kissinger lied to Spiro Agnew and Brent Scowcroft lied to Dan Quayle.

Let’s imagine that this was the most audacious intelligence operation imaginable, designed to take control of the United States government. If that’s the case, it has turned into a total fiasco. Flynn, a key recruit, is out of a job. The president, regardless of what he promised, will be under intense scrutiny on all matters Russian. The key to the success of this operation would have been that no one could suspect the American president and his national security adviser were under the control of Russian intelligence. Even if they weren’t Russian assets, enough people now think that they are to render them useless to the Russians. The CIA, National Security Council and FBI have them – and anyone else who was part of this – under constant surveillance. It’s the agencies’ job to find Russian spies regardless of whom those spies might be.

President Trump Holds Joint Press Conference With Japanese PM Shinzo Abe

Former National Security Adviser Michael Flynn at a joint press conference with U.S. President Donald Trump and Japanese Prime Minister Shinzo Abe on Feb. 10, 2017 in Washington, D.C. Mario Tama/Getty Images

If all of this is true, then the Russians have seen a brilliant plan blow up in their face. The president now may be hesitant to make any concessions to the Russians. All other Americans involved in the conspiracy will be identified and fired at the very least. The Russian intelligence apparatus in the United States and the Moscow directorate dealing with the U.S. will be identified and dismantled as forensics are carried out on the failed operation. A generation of Russian operatives will be suspected by the FSB of having been compromised by the Americans. All of them will be looking for exciting careers in the food service industry – if they are lucky. When an operation of this scope fails, everyone is blamed except the big guy, and who knows what suspicions will fall on him.

Interesting shifts in U.S. policy already have occurred. A few weeks ago, the United States said it did not favor ending sanctions on Russia, something the Russians really wanted. Now there are reports that a Russian intelligence-gathering ship was identified in international waters off the coast of New England. The U.S. also charged the Russians with violating a treaty by deploying a new generation of cruise missiles – a repeat of a charge made in 2014 by the administration of then-President Barack Obama.

It is possible to create a delightful trail of dementia here, but the fact is that I doubt the Russians had any such ambitions. For one thing, the level of scrutiny by U.S. intelligence – and every other intelligence agency in the world – is such that there would be no chance this type of an operation would not be detected. If the Russians were doing anything, they were jerking the American chain with the hope of creating a domestic crisis, something which the Americans excel at. A meeting here, a hacking there, a kind word from President Vladimir Putin about President Donald Trump, and then the Russians could lean back and watch the fun. But trying to control the president of the United States? I really doubt that. What I do believe is that which I have been saying. There was an internal battle in the Trump administration, and some really trivial charges were generated to sink Flynn. U.S. intelligence was delighted to help out since they never liked Flynn, who never liked them.

For the Russians, life returns to grim reality. The price of oil is still well below the minimum needed to maintain Russia’s national budget. There are reports from areas outside Moscow and St. Petersburg that salaries are not being paid, banks are failing or being closed by the government in an attempt to create a sustainable system, and the first indicators of unrest are showing. A newspaper in Vladivostok, for example, has reported small anti-government demonstrations gaining in popularity in a region where oil activities play a large role in the local economy. Last week, five cities in Primorsky region – Ussuriysk, Artyom, Arsenyev, Nakhodka and Vladivostok – saw people participating in “protest walks.” These walks consist of participants circulating in public areas, discussing politics and calling for a cleansing of political ranks. The decline in oil prices is not going away and is playing out its painful hand.

In Syria, the city of Aleppo has been taken, and the Russian government is trying to figure out what comes next, as well as remember why it went there in the first place. Sanctions on Russia are in place, and Ukraine, the site of the last Russian intelligence calamity, remains beyond Russian control. Russia has made a gesture at being a major power. Having made the gesture, it must now figure out how to sustain it.

In my view, the Flynn situation has been blown vastly out of proportion by the media, but the Trump administration did not practice the caution that is required in executing its foreign policy. But the Russians, who undoubtedly were pleased that their intelligence apparatus had subverted the American presidency, now face problems. First, they didn’t subvert the presidency, and if they actually tried, they failed. The blowback to their own intelligence service could be grave. Second, and much more important, it is now time for the Russians to turn their attention to the far less pleasant task of surviving the oil crisis and dealing with limits on their power. There is something neat in being regarded as intelligence geniuses when you actually didn’t do anything. But like all hidden pleasures, there is a price to pay, and prosaic realities of the real world to return to.

http://geopoliticalfutures-2632125.hs-sites.com/reality-check-turning-from-flynn-to-the-russians?ecid=ACsprvsnZiC2H9pDl5t1NmF-lpuN5fqGueNVlD476Wa6w3wO7a9uWy8TPSb6h4Z7gS59PTxViX_b&utm_campaign=Reality+Check&utm_source=hs_email&utm_medium=email&utm_content=42736292&_hsenc=p2ANqtz-_aEX9b_0cY5CUSA-z0Wb4PHYFOIdfTphgLq20bGVarNO2DzSxqMAznefQBTVqcrFhyUTxUa2JJ_Aao8GJA6s0jQlWFfg&_hsmi=42736292

Η επιστροφή στη δραχμή δεν είναι εφικτή

6

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ 

Η Ελλάδα δεν μπορεί σήμερα να ανορθώσει την οικονομία της εισάγοντας εθνικό νόμισμα.

Εδώ και δεκαπέντε περίπου χρόνια η ελληνική κοινωνία, βυθισμένη στον απόλυτο παραλογισμό, προσπαθεί να επιτύχει κάτι το οποίο δεν το έχει πετύχει ποτέ στο παρελθόν κάποια άλλη κοινωνία, και ούτε πρόκειται να το πετύχει και κάποια στο μέλλον: προσπαθεί να ζήσει απολαμβάνοντας υψηλότερα εισοδήματα από όσα η ίδια μπορεί να δημιουργήσει με την εργασία της, πιστεύοντας μάλιστα ότι κάτι τέτοιο αποτελεί απαράγραπτο δικαίωμά της. Παρότι δε, από το 2009 και στη συνέχεια, έχει καταστεί πασιφανές το αδύνατο του εγχειρήματος, η ελληνική κοινωνία δείχνει να μην καταλαβαίνει τίποτα και συνεχίζει την προσπάθειά της − ίσως και γιατί δεν ξέρει ή δεν μπορεί να κάνει κάτι διαφορετικό. Θεώρησε, λοιπόν, απολύτως φυσιολογικό να επιδιώκει αυτά που δεν δικαιολογούν οι δυνατότητές της, πυκνώνοντας τις γραμμές του αντι-μνημονιακού αγώνα. Η κεντρική ιδέα, στην πρώτη φάση της κρίσης, με κορυφαίες στιγμές το 2012 και το 2015, ήταν να εκλεγούν κυβερνήσεις λεβέντηδων που θα έκαναν «σκληρή διαπραγμάτευση», δηλαδή θα πήγαιναν μέσα στο Βερολίνο και θα ανάγκαζαν τον ανθρωπόμορφο Σόιμπλε, που αρνείται ανάλγητα να μας δίνει λεφτά για να πληρώνουμε μισθούς και συντάξεις, να καταπιεί τη γλώσσα του και να μας τα σκάσει κανονικά, διαγράφοντας παράλληλα και το χρέος. Το καλοκαίρι του 2015 η ιδέα της «σκληρής διαπραγμάτευσης» έφθασε στο απόγειό της όταν στο δημοψήφισμα ο ελληνικός λαός εκλήθη να απαντήσει στο, με κωδικοποιημένο τρόπο διατυπωθέν, ερώτημα «Θέλεις να ζεις με όσα βγάζεις, όπως όλοι οι λαοί του κόσμου, ή όχι;». Όπως είναι γνωστό, ο ελληνικός λαός απάντησε με ποσοστό 63% ένα βροντώδες μυριόστομο όχι, απαιτώντας να ζει με περισσότερα από όσα βγάζει και τη διαφορά να την πληρώνουν οι τοκογλύφοι. Πλην όμως, για κάποιους λόγους, αυτό δεν έγινε δεκτό από τους Ευρωπαίους εταίρους και οι εξελίξεις ήταν λίγο διαφορετικές από τις αναμενόμενες. Έκτοτε, η θεωρία της «σκληρής διαπραγμάτευσης», παρά το ότι παραμένει σε κυκλοφορία και ασκεί ακόμη μία περιορισμένη επιρροή, έχει χάσει τη λάμψη και τη γοητεία της. Το κενό που έχει δημιουργηθεί προσπαθούν να καλύψουν άλλες εξίσου ριζοσπαστικές θεωρίες, μεταξύ των οποίων και μία που ακολουθούσε από την αρχή της κρίσης εκ του σύνεγγυς τη «σκληρή διαπραγμάτευση» σε επικουρικό ρόλο, αλλά τώρα αυτονομείται. Πρόκειται για τη θεωρία της επίτευξης του βασικού στόχου μας (να είμαστε πιο πλούσιοι από αυτό που επιτρέπουν τα εισοδήματα από την εργασία μας), όχι πλέον μέσω του να τα πάρουμε παλικαρίσια από τους ξένους, αλλά μέσω της επιστροφής σε εθνικό νόμισμα, την πολυτραγουδισμένη μας δραχμή.

Η Ελλάδα διαθέτει εθνικό νόμισμα

Όσοι, βεβαίως, προωθούν την άποψη αυτή (οι δραχμιστές) είτε αγνοούν, είτε παρασιωπούν ότι η Ελλάδα διαθέτει ήδη εθνικό νόμισμα και αυτό είναι το περίφημο, ξακουστό σε όλο τον κόσμο, ελληνικό ευρώ. Πρόκειται για ένα νόμισμα το οποίο έχει ουσιώδεις διαφορές από το κανονικό, ευρωπαϊκό ευρώ, από το οποίο προέρχεται και του οποίου αποτελεί μετάλλαξη. Ένας Γερμανός πολίτης, για παράδειγμα, που έχει στην τράπεζα καταθέσεις 20.000 κανονικών ευρώ μπορεί να κάνει δύο πράγματα, εάν θέλει. Μπορεί να τα στείλει όλα, μόνο με μία υπογραφή του, σε μία φίλη του στο Θιβέτ, ή στο Περού, χωρίς να χρειάζεται να δώσει πουθενά και σε κανέναν εξηγήσεις πού και γιατί τα στέλνει. Μπορεί, επίσης, εάν θέλει, να πάει ένα πρωί στην τράπεζα, να τα πάρει όλα με μορφή χαρτονομισμάτων, να πάει στο σπίτι του, που δεν τον βλέπει κανείς, και να τα κάψει στο τζάκι για να κάνει το κέφι του. Ή να τα κάνει ό,τι άλλο θέλει. Αντίθετα, ένας Έλληνας που έχει και αυτός €20.000 (σε μία ελληνική τράπεζα όμως) δεν μπορεί να κάνει τίποτε από τα δύο. Πράγμα το οποίο, μεταξύ άλλων, έχει ως αποτέλεσμα και το ότι εάν θέλει, για κάποιο λόγο, να αποκτήσει 20.000 κανονικά ευρωπαϊκά ευρώ, δηλαδή ευρώ με τις ίδιες ιδιότητες εκείνων που απολαμβάνει και ο Γερμανός, θα πρέπει να παραβιάσει νόμους και διατάξεις και να διαθέσει γι’ αυτό ένα μεγαλύτερο ποσό «ελληνικών» ευρώ, 25.000 ας πούμε. (Θα πρέπει δηλαδή να δώσει €25.000, στην Ελλάδα, σε κάποιον που έχει λογαριασμό στο εξωτερικό για να του ανταποδώσει εκείνος, σε μετρητά ή σε άλλο λογαριασμό του εξωτερικού, 20.000 «κανονικά» ευρώ). Κάτι που, μεταξύ των άλλων, σημαίνει ότι το ελληνικό ευρώ, το εθνικό μας νόμισμα, είναι σήμερα αισθητά υποτιμημένο σε σχέση με το ευρωπαϊκό ευρώ. Αλλά η υποτίμησή του όχι μόνο δεν καθιστά την οικονομία μας περισσότερο ανταγωνιστική −όπως λένε οι δραχμιστές ότι θα την καταστήσει η υποτίμηση της δραχμής− αλλά συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Την κάνει λιγότερο ανταγωνιστική και δυσκολεύει τη ζωή των επιχειρηματιών και των εργαζομένων (και των ανέργων, φυσικά, ακόμη πιο πολύ).

Ο λόγος για τον οποίο το ελληνικό ευρώ είναι υποδεέστερο από το ευρωπαϊκό είναι πολύ απλός και θα έπρεπε να είχε προβληματίσει όποιον δραχμιστή είναι ειλικρινής αλλά παρασυρμένος (και όχι απατεώνας και δημαγωγός) για την εγκυρότητα και τη χρησιμότητα της πρότασής του για «επιστροφή στη δραχμή». Το σύνολο του χρήματος που κυκλοφορεί σε μία χώρα και βρίσκεται στη διάθεση του κοινού, είτε σε φυσική μορφή στα χέρια του είτε σε μορφή τραπεζικών καταθέσεων και λογαριασμών, είναι κάτι σαν το σύνολο των μετοχών μίας εταιρείας. Με τη διαφορά ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν πρόκειται για εταιρεία αλλά για την εθνική οικονομία. Οι πολίτες είναι, συνεπώς, ωσεί μέτοχοι της εθνικής οικονομίας της χώρας του. Όπως σε κάθε εταιρεία, έτσι και στην περίπτωση της εθνικής οικονομίας η αξία των μετοχών, δηλαδή του εθνικού νομίσματος, είναι συνάρτηση της γενικότερης ικανότητας να παράγονται εισοδήματα, στο παρόν και στο μέλλον. Εάν η οικονομία πηγαίνει καλά και παράγει εισοδήματα, το νόμισμα έχει την τάση να πηγαίνει και αυτό καλά, δηλαδή να ανατιμάται. Αντίθετα, όπως η τιμή της μετοχής μίας εταιρείας που δεν έχει προοπτική για κέρδος μειώνεται, έτσι και σε μία χώρα που δεν μπορεί να παράγει τα εισοδήματα που χρειάζονται οι πολίτες της για να καλύψουν τις ανάγκες τους η αξία του νομίσματος έχει την τάση να υποτιμάται και να μειώνεται (γιατί, για παράδειγμα, αφού η χώρα δεν έχει υψηλή παραγωγή και εξαγωγές, οι πολίτες αναζητούν συνάλλαγμα για να αγοράσουν ξένα προϊόντα ενώ κανείς ξένος δεν ζητάει το νόμισμά της για να αγοράσει τα δικά της προϊόντα. Επίσης οι πολίτες της, επειδή δεν πιστεύουν ότι στο μέλλον τα πράγματα θα είναι καλύτερα, δεν το ζητούν για να αποταμιεύσουν τις οικονομίες τους). Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που το «ελληνικό» ευρώ είναι υποτιμημένο έναντι του κανονικού, «ευρωπαϊκού» ευρώ: κυκλοφορεί στο κύκλωμα μιας διπλά κατεστραμμένης οικονομίας της οποίας είναι υπερχρεωμένοι και χρεοκοπημένοι τόσο ο δημόσιος τομέας όσο και ο ιδιωτικός (όπου τα μισά τραπεζικά δάνεια δεν εξυπηρετούνται και οι μισοί πολίτες έχουν ανεξόφλητα χρέη). Εξαιτίας των παραπάνω, άλλωστε, η συγκεκριμένη οικονομία δεν έχει πλέον τραπεζικό σύστημα αλλά μόνο ίχνη τραπεζικού συστήματος, τα οποία μάλιστα δεν επιβιώνουν για κανέναν άλλον λόγο παρά μόνο λόγω της αρωγής από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Η οικονομία καθορίζει την πορεία του νομίσματος και όχι το αντίθετο

Εκείνο λοιπόν που μπορεί να καταλάβει κανείς αντλώντας συμπεράσματα από την εμπειρία του «ελληνικού» ευρώ είναι κάτι πολύ απλό: δεν καθορίζει το νόμισμα την κατάσταση της οικονομίας αλλά −αντίθετα− η οικονομία καθορίζει την κατάσταση του νομίσματος. Η μετάβαση σε εθνικό νομισματικό σύστημα είναι καταδικασμένη να αποτύχει διότι εκκινεί από μια λανθασμένη αντίληψη που αντιστρέφει την αιτία και το αποτέλεσμα: η νομισματική αστάθεια στη χώρα δεν προκάλεσε την κρίση αλλά προέκυψε από αυτήν. Προέκυψε από το γεγονός ότι υπάρχει πλήρης αναντιστοιχία ανάμεσα στις προσδοκώμενες απολαβές και προσόδους, αλλά και στα χρέη, από τη μία μεριά, και στη δυνατότητά της ελληνικής οικονομίας να παράγει εισοδήματα για να διασφαλίζει τις απολαβές και να εξυπηρετεί τα χρέη, από την άλλη. Αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να το θεραπεύσει μία νομισματική μεταρρύθμιση, αλλά χρειάζεται μία ριζική μεταρρύθμιση στο επίπεδο της πραγματικής οικονομίας. Όπως, λοιπόν, μία εταιρεία που έχει καθαρή αρνητική θέση, δηλαδή το παθητικό της είναι μεγαλύτερο από το ενεργητικό της, δεν μπορεί να εκδώσει μετοχές διότι δεν θα τις αγοράσει κανείς, έτσι και μία χώρα που όσα χρωστά σε βάθος χρόνου φαίνονται να είναι περισσότερα από όσα μπορεί να δημιουργήσει, δεν είναι σε θέση να εισάγει ένα αξιόπιστο και αποδεκτό από το κοινό και τους φορείς της οικονομίας εθνικό νόμισμα.

Ας σκεφθεί κανείς ποια θα είναι η αντίδραση του κοινού εάν η κυβέρνηση της χώρας ανακοινώσει μία μέρα, περιχαρής, ότι προκειμένου να γίνει μία «νέα αρχή» στην ελληνική οικονομία εισήχθη ένα θαυμάσιο νέο νόμισμα, η «νέα δραχμή», που θα αντικαταστήσει το ευρώ και θα υποβοηθήσει την ανάπτυξη. Ενώ μάλιστα όλοι οι σπουδαίοι οικονομολόγοι της θα έχουν προηγουμένως εξηγήσει ότι η ανάπτυξη θα προέλθει από το γεγονός ότι το νέο νόμισμα θα μπορεί να υποτιμάται και να βοηθά έτσι την εθνική ανταγωνιστικότητα! Αλλά, και να μην το έχουν εξηγήσει, δεν θα είναι δύσκολο να καταλάβουν όλοι τι συμβαίνει: φεύγει κανείς από μία νομισματική ένωση είτε εξ ανάγκης, γιατί έχει χρεοκοπήσει και δεν έχει πλέον δυνατότητα να πληρώνει μισθούς και συντάξεις στο κοινό νόμισμα, είτε γιατί επιθυμεί η μέση αμοιβή της εργασίας στην εθνική του οικονομία να έχει διαφορετική σχέση με τη μέση αμοιβή της εργασίας στην υπόλοιπη νομισματική ένωση, δηλαδή γιατί επιδιώκει ή ανατίμηση ή υποτίμηση. (Μόνο που η περίπτωση της ανατίμησης δεν αφορά την Ελλάδα). Εκείνο, λοιπόν, που θα συμβεί με την εισαγωγή της δραχμής είναι ότι όλοι ανεξαιρέτως οι πολίτες, συμπεριλαμβανομένων και των «δραχμιστών», μόλις πιάνουν δραχμή στα χέρια τους, (ξέροντας ότι είναι νόμισμα προς υποτίμηση χάριν της εθνικής ανταγωνιστικότητας), θα σπεύδουν να το αλλάξουν με κάποια από τα δισεκατομμύρια ευρώ που κυκλοφορούν ακόμη σε φυσική μορφή στην ελληνική οικονομία. Όχι φυσικά στην «επίσημη» ισοτιμία (η οποία ας πούμε ότι θα είναι 1 προς 1), αλλά σε μία ισοτιμία που θα δίνει κίνητρο στον κάτοχο των ευρώ να τα αποχωρισθεί (ας πούμε 2 δραχμές για 1 ευρώ). Και φυσικά κανείς δεν θα δέχεται να ανταλλάξει κάποιο αγαθό αξίας με δραχμές (δηλαδή να πουλήσει ένα σπίτι ή ένα αυτοκίνητο), διότι θα γνωρίζει ότι οι δραχμές σε λίγο θα έχουν μειωμένη αξία. Επίσης κανείς δεν θα αποταμιεύει σε δραχμές διότι θα γνωρίζει ότι, αν το κάνει, οι αποταμιεύσεις του θα συρρικνωθούν τάχιστα, αν δεν εκμηδενισθούν. Πρώτο αποτέλεσμα εξ αυτού θα είναι ότι η εισαγωγή του νέου νομίσματος θα εξαφανίσει, σε πολύ λίγο χρόνο, και τα ελάχιστα ίχνη τραπεζικού συστήματος που έχουν απομείνει. Η δε ταχύτητα με την οποία οι κάτοχοι της δραχμής θα προσπαθούν να τη διώξουν από τα χέριά τους θα είναι η ανεξάρτητη μεταβλητή που θα καθορίζει τις εξαρτημένες μεταβλητές του πόσο γρήγορα θα υποτιμάται αυτή έναντι του ευρώ και πόσο γρήγορα θα αυξάνει ο πληθωρισμός. Λόγω του πληθωρισμού, επίσης, πολύ σύντομα μετά από τις τράπεζες θα καταρρεύσει και ο δημοσιονομικός μηχανισμός του κράτους (όσος έχει απομείνει τέλος πάντων). Και στη συνέχεια, αναπότρεπτα και αναπόφευκτα, αν η απόπειρα αυτοκτονίας με την εισαγωγή του νέου εθνικού νομίσματος συνεχισθεί, θα καταρρεύσουν πρώτα η κοινωνία και μετά και η ίδια η χώρα όπως, τουλάχιστον, την γνωρίζουμε μέχρι σήμερα.

Στην «δραχμική» Ελλάδα θα υπάρχουν όλα τα νομίσματα του κόσμου εκτός από δραχμή!

Αλλά, εν μέσω όλων αυτών των καταρρεύσεων, το πιο καταπληκτικό από όλα, που δεν το κατανοούν οι δραχμιστές, είναι ότι, στην κατάληξη της όλης διαδικασίας, εκείνες που θα εξαφανισθούν εντελώς, και δεν θα υπάρχουν ούτε για δείγμα, θα είναι οι δραχμές! Όπως συνέβη σε ανάλογες περιπτώσεις με ανάλογα εθνικά νομίσματα, με πιο χαρακτηριστική την Ζιμπάμπουε όπου, λόγω του υπερπληθωρισμού, στο τέλος αναγκάσθηκαν να καταργήσουν το εθνικό νόμισμα και να έχουν ένα καθεστώς ξένων νομισμάτων με βάση το δολλάριο − και εσχάτως, μαζί του, και το κινεζικό γιούαν. (Για μία περίοδο, μάλιστα, υπήρχε και νόμος ο οποίος οδηγούσε στη φυλακή ως ένοχο εσχάτης προδοσίας όποιον εκφραζόταν υπέρ της ανάγκης επανεκδόσεως εθνικού νομίσματος!). Έτσι ακριβώς θα συμβεί και με την εισαγωγή της «νέας δραχμής» στην Ελλάδα: στο τέλος της διαδικασίας καταστροφών, το πολυεθνικό, πολυπολιτισμικό, πολυθρησκευτικό, κοσμοπολίτικο πλήθος που θα παρεπιδημεί στη χώρα ή θα διέρχεται από αυτήν, θα συναλλάσσεται μεταξύ του αλλά και με όσους Έλληνες έχουμε απομείνει, χρησιμοποιώντας νομίσματα όπως το ιαπωνικό γιέν, το αμερικάνικο δολάριο, το κλασικό ευρώ −κανά ρώσικο ρούβλι που και που−, την τουρκική λίρα και την ινδική ρουπία. Όλα αυτά βεβαίως στο ποιητικό περιβάλλον μίας χώρας ερειπωμένης και δηωμένης. Μόνο δραχμή δεν θα υπάρχει πουθενά! Αυτό θα είναι το καταπληκτικό, μεν, αναμενόμενο και φυσιολογικό, δε, αποτέλεσμα του γεγονότος ότι θα έχουμε προσπαθήσει να υλοποιήσουμε την παράλογη επιδίωξή μας με τον πιο παρανοϊκό τρόπο. Θα έχουμε προσπαθήσει να ζούμε πάνω από τις δυνατότητές μας, δηλαδή να ζούμε σαν πιο πλούσιοι από ότι πραγματικά είμαστε, εισάγοντας ένα πιο αδύναμο νόμισμα από αυτό που ήδη είχαμε, δηλαδή επιλέγοντας να γίνουμε πιο φτωχοί!

Δύο απαραίτητες εξηγήσεις

Πρώτον: κάποιοι από τους «δραχμιστές» ανάμεσα στα διάφορα άλλα παλαβά και ανεύθυνα που λένε, υποστηρίζουν και ότι η δραχμή δεν θα υποτιμάται και θα παραμένει σε σταθερή ισοτιμία με το ευρώ στο 1 προς 1. Φυσικά αυτό είναι μία ονειροφαντασία και δεν πρόκειται να συμβεί, παρά μόνον εάν με την έξοδο από την ευρωζώνη μάς δοθούν ως δώρο από τους τοκογλύφους δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ για να έχουμε συναλλαγματικά αποθέματα να στηρίζουμε το νέο νόμισμα. (Το καταπληκτικό, φυσικά, και σε αυτή την απίθανη περίπτωση, είναι ότι και πάλι η δραχμή θα εξαφανιστεί από την αγορά και την οικονομία και θα βρεθεί να αδρανεί στα ταμεία της Τράπεζας της Ελλάδος, αφού όλοι θα τρέξουν να την ανταλλάξουν με ευρώ). Το ερώτημα, βεβαίως, που ανακύπτει εδώ είναι άλλο: Αφού θα γίνει προσπάθεια να μείνει η δραχμή σε ισοτιμία 1 προς 1 με το ευρώ, δηλαδή να είναι ένα ευρώ με άλλο όνομα, γιατί άραγε να μπούμε σε μία τέτοια διαδικασία νομισματικής μετάβασης που ενέχει τόσο θανάσιμους κινδύνους για τη χώρα και θα δημιουργήσει τόσο δυνατές αναταράξεις;

Δεύτερον: το ευρώ δεν είναι από φύσεώς του, για μία οικονομία σαν την ελληνική, ένα νόμισμα πιο κατάλληλο για τις ανάγκες της απ’ ότι θα ήταν μία εθνική νομισματική μονάδα. Αυτά −δηλαδή τη μεταφυσική πάγια υπεροχή του ευρώ, ανεξαρτήτως χρόνου και συνθηκών− τα πιστεύουν μόνο οι απροϋπόθετοι ευρωπαϊστές που συχνά υποστηρίζουν την παραμονή στην ευρωζώνη με τόσο αστήρικτα και σαθρά επιχειρήματα ώστε τελικά τροφοδοτούν με οπαδούς τους δημαγωγούς δραχμιστές. Η Πολωνία, για παράδειγμα, απομείωσε την ένταση της κρίσης που υπέστη επειδή διέθετε εθνικό νόμισμα. Το εθνικό νόμισμα δεν την έβλαψε αλλά την ωφέλησε. Και η Ελλάδα, εάν είχε παραμείνει στη δραχμή, δεν θα είχε υποστεί αυτήν την πανωλεθρία που υπέστη. Θα την είχε αποφύγει για πολλούς λόγους, κυριότερος των οποίων είναι ότι δεν θα ήταν δυνατόν, δηλαδή δεν θα ήταν δυνατόν στους ασυνείδητους πολιτικούς της, να την οδηγήσουν να δανεισθεί τόσο πολύ όσο δανείσθηκε, ειδικά στην περίοδο 2004-2009. Πλην όμως, το σημαντικό που πρέπει να υπογραμμισθεί και να το αντιληφθούν όλοι έγκειται στο εξής: σήμερα είναι παντελώς αδύνατο για τη χώρα να επιστρέψει στη δραχμή του 1960, του 1980 ή του 2000. Τα οικονομικά της δεδομένα το απαγορεύουν. Μπορούν να επιστρέψουν σε εθνικό νομισματικό σύστημα, βγαίνοντας από νομισματικές ενώσεις όπως η ευρωζώνη, μόνο οικονομίες που βρίσκονται σε κατάσταση δομικής ισορροπίας, με θεμελιώδεις λειτουργίες και μακροοικονομικά μεγέθη σε άριστη κατάσταση. Οικονομίες δηλαδή που το νόμισμα που θα εκδώσουν, επειδή θα εμπνέει εμπιστοσύνη, θα έχει παρόμοια ή και μεγαλύτερη ζήτηση από εκείνο της νομισματικής ένωσης από την οποία αποχώρησαν. Αντιθέτως, το νόμισμα που θα εκδώσει μία οικονομία στην κατάσταση της ελληνικής θα είναι φορέας και σύμβολο πολλαπλής αβεβαιότητας, ό,τι δηλαδή δεν θέλει κανείς από ένα νόμισμα. Για το λόγο αυτό ακόμη και η απόπειρα για εισαγωγή της «νέας δραχμής» το πιθανότερο είναι πως θα φέρει φοβερές καταστροφές − και οι καταστροφές θα είναι τόσο μεγαλύτερες, όσο μεγαλύτερο και το πείσμα για την επιβολή της. Αλλά όσες καταστροφές και αν γίνουν, στο τέλος το αποτέλεσμα θα είναι αναπόφευκτο: η δραχμή θα εξαφανισθεί και δεν πρόκειται να υπάρξει γιατί δεν υπάρχει διαρθρωτικά λειτουργική οικονομία για να την στηρίξει. Η Ελλάδα, συνεπώς, δεν μπορεί σήμερα στην κατάσταση που βρίσκεται, να ανορθώσει την οικονομία της (και την κοινωνία της ίσως) εισάγοντας εθνικό νόμισμα. Μόνο η αντίστροφη πορεία είναι εφικτή: να ανορθώσει πρώτα την οικονομία της (με προσπάθεια ίσως δεκαετιών, και εγκαταλείποντας την παράνοια που την δέρνει), και στη συνέχεια να επιστρέψει σε εθνικό νόμισμα, εάν τότε το κρίνει σκόπιμο και χρήσιμο.

http://www.athensvoice.gr/contributors/dimitris-ioannoy

Οι «Θερμοπύλες» της Μέρκελ

0
Γράμμα από το Βερολίνο Paul Hockenos foreignaffairs.gr
Η Γερμανίδα καγκελάριος Angela Merkel στο Βερολίνο, τον Νοέμβριο του 2015. SOEREN STACHE / REUTERS
Περίληψη:

Εκτός από να ανταγωνίζονται ο ένας με τον άλλον και από την αντιμετώπιση της ακροδεξιάς, η Μέρκελ και ο Schulz θα πρέπει να πείσουν τους Γερμανούς ότι η ΕΕ έχει ένα βιώσιμο μέλλον. Αν οι Γερμανοί το εγκαταλείψουν αυτό, το πεπρωμένο της Ευρώπης είναι ανοιχτό προς πάσα κατεύθυνση.

Ο PAUL HOCKENOS είναι αρθρογράφος με έδρα το Βερολίνο και συγγραφέας του επερχόμενου βιβλίου με τίτλο Berlin Calling: A Story of Anarchy, Music, the Wall, and the Birth of the New Berlin [1].

Με την πρώτη ματιά, [2] οι επερχόμενες εθνικές εκλογές της Γερμανίας στα τέλη Σεπτεμβρίου μοιάζουν πολύ με εκείνες των προηγούμενων ετών. Μέχρι στιγμής, τα ζητήματα που θα διαμορφώσουν τις εκλογές φαίνεται να είναι συνήθη, και κατά κύριο λόγο εγχώρια: Η γερμανική οικονομία, η ασφάλεια, η μετανάστευση και η απασχόληση. Τα κορυφαία κόμματα, η Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU) και το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD), δεν είναι και τόσο μακριά το ένα από το άλλο σε οποιαδήποτε από αυτά τα θέματα, ούτε στην εξωτερική πολιτική [3]. Όλα τα σημάδια δείχνουν μια επανάληψη του κυβερνώντος μεγάλου συνασπισμού CDU-SPD, με επικεφαλής την Άνγκελα Μέρκελ ως καγκελάριο για τέταρτη θητεία.

Ωστόσο, διακυβεύονται πολύ περισσότερα με την γερμανική ψήφο -και στην προεκλογική εκστρατεία- από όσα φαίνονται αρχικά. Η πολιτικολογία θα αναδίδεται στο πλαίσιο μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης που βυθίζεται στην βαθύτερη κρίση από την ίδρυσή της. Οι πληγές της ευρωκρίσης παραμένουν ανοιχτές. Απρόβλεπτοι, αυταρχικοί ηγέτες στην Ρωσία και την Τουρκία υποδαυλίζουν τις συγκρούσεις στην περιφέρεια της Ευρώπης και, στην περίπτωση του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν [4], προσπαθούν να σαμποτάρουν την ΕΕ. Επιδεινώνοντάς τα όλα, ο Donald Trump, ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ, κλονίζει τα θεμέλια της Ατλαντικής Συμμαχίας και έχει ρίξει λάδι στην φωτιά του λαϊκισμού της ευρωπαϊκής δεξιάς.

Η Γερμανία δεν είναι διατεθειμένη να αναλάβει την ηγεσία της Ατλαντικής Συμμαχίας από τις Ηνωμένες Πολιτείες, πολύ λιγότερο δε αυτήν της ευρύτερης διεθνούς τάξης [5] που η Ουάσιγκτον έχει ιστορικά εξασφαλίσει. Αλλά η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, ωστόσο, κρατά την ήπειρο μαζί: Το Βερολίνο, όχι οι Βρυξέλλες, έχουν γίνει η πραγματική πρωτεύουσα της ΕΕ και ο εγγυητής της σταθερότητάς της. Οι πολιτικές της Γερμανίας αντηχούν πολύ πέρα από τα σύνορά της, και η Γερμανία, όπου τα μαθήματα της ναζιστικής διακυβέρνησης και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου έχουν εγγραφεί στο δημόσιο θυμικό, εξακολουθεί να αποτελεί προπύργιο ενάντια στις αντιφιλελεύθερες δυνάμεις που διαιρούν την Ευρώπη. Με τους ευρωσκεπτικιστές να κερδίζουν έδαφος στην Γαλλία, και το Ηνωμένο Βασίλειο αγκυρωμένο στο Brexit, η Γερμανία βρίσκεται σήμερα μόνη της ως θεματοφύλακας των ευρωπαϊκών αξιών -έναν ρόλο που δεν ζήτησε ούτε, με πολλούς τρόπους, είναι κατάλληλη για αυτόν. Κάθε χώρα στην Ευρώπη έχει ένα διακύβευμα στην προεκλογική εκστρατεία της Γερμανίας.

Η ΣΤΑΣΗ ΑΡΧΩΝ ΤΗΣ ΜΕΡΚΕΛ

Οι έκτακτες περιστάσεις της Ευρώπης είναι πιθανώς ένας λόγος για τον οποίο η Μέρκελ επέλεξε να κατεβεί στις εκλογές για ακόμα μια θητεία, παρά το γεγονός ότι έχει ήδη υπηρετήσει ως καγκελάριος για σχεδόν 12 χρόνια. Παραμένει εξαιρετικά δημοφιλής, αν και η βασισμένη σε αρχές στάση της για την μετανάστευση έχει φέρει ένα κόστος στην υποστήριξή της και σε εκείνη του κόμματός της. Δεν έχει κανέναν προφανή διάδοχο ως επικεφαλής του εξέχοντος στην Ευρώπη Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος -και αν ήταν να αντικατασταθεί, ο διάδοχός της στο CDU θα μπορούσε κάλλιστα να μην κρατήσει την φιλελεύθερη γραμμή της σε συγκρουσιακά θέματα όπως η μετανάστευση και η θέση του Ισλάμ στην Γερμανία, τα οποία ξεφεύγουν από την ορθοδοξία του CDU.

Το υπερ-συντηρητικό βαυαρικό αδελφό κόμμα του CDU, η Χριστιανική Κοινωνική Ένωση (CSU), έχει ήδη πλοηγηθεί στα λαϊκιστικά νερά, ανατινάζοντας τις προσφυγικές πολιτικές της Μέρκελ με όρους που θυμίζουν και νομιμοποιούν την στάση του ακροδεξιού λαϊκίστικου κόμματος «Εναλλακτική για την Γερμανία», ή AFD. Για την προεκλογική εκστρατεία, όμως, η Μέρκελ έχει το CSU μαζί της και σε μεγάλο βαθμό σιωπηλό για το θέμα.

15022017-1.jpg

Η Frauke Petry, η ηγέτις του «Εναλλακτική για την Γερμανία», φτάνει για μια συνάντηση στο Koblenz, στην Γερμανία, με τους ηγέτες των άλλων ευρωπαϊκών κομμάτων της δεξιάς, τον Ιανουάριο του 2017. WOLFGANG RATTAY / REUTERS
———————————————–

Η Μέρκελ θέλει να είναι βέβαιη ότι το CDU και το CSU δεν θα κάνουν το ίδιο λάθος που έκαναν πριν από δεκαετίες οι αυστριακοί συντηρητικοί, ανοίγοντας την πόρτα για το Κόμμα της Ελευθερίας, το ακροδεξιό λαϊκιστικό κόμμα που υπηρέτησε ως δευτερεύων εταίρος του συνασπισμού των Συντηρητικών στην Βιέννη από το 2000 μέχρι το 2004 και παραλίγο να κερδίσει την προεδρία της Αυστρίας στα τέλη του περασμένου έτους. (Αλλού στην Ευρώπη, σε χώρες όπως η Δανία, η Ιταλία, η Πολωνία και η Σλοβακία, ακροδεξιές ομάδες [6] έχουν επίσης μοιραστεί την εξουσία ως επίσημοι ή ανεπίσημοι εταίροι συνασπισμών). Σε αντίθεση με τις χώρες αυτές, κανένα από τα κόμματα της Γερμανίας δεν διασκεδάζει με την δυνατότητα να συμμαχήσει με το AFD σε συνασπισμούς, είτε στην Ομοσπονδιακή Βουλή είτε σε οποιοδήποτε άλλο επίπεδο. Αλλά η σχεδόν βέβαιη είσοδος του AFD στην ομοσπονδιακή συνέλευση θα είναι από μόνη της ένα σπερματικό γεγονός στην γερμανική πολιτική: Η πρώτη φορά από το 1949 που ένα κόμμα στα δεξιά του CDU και του CSU –ένα κόμμα που χρησιμοποιεί ξεκάθαρα ρατσιστική και εθνικιστική ρητορική- θα κερδίσει έδρες σε αυτό το σώμα. «Τα εθνικιστικά κόμματα μπορεί να ξεφυτρώνουν παντού τώρα», έγραψε σε ένα e-mail ο Norbert Frei, ιστορικός στο Πανεπιστήμιο της Ιένας. «Αλλά στην Γερμανία, προσπαθούν να εκμηδενίσουν ένα σημαντικό στοιχείο της πολιτικής κουλτούρας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, δηλαδή την αυτοκριτική της για το ναζιστικό παρελθόν της».

Το AFD, που αρχικά δημιουργήθηκε ως ένα κόμμα «ευγενικών λαϊκιστών» [7] για την διαμαρτυρία για το ευρώ και το γερμανικό σχέδιο διάσωσης των χρεωμένων νότιων ευρωπαϊκών χωρών, έχει τα τελευταία χρόνια παρασυρθεί προς τον δεξιό λαϊκό (volkish) εθνικισμό, με τις τάξεις του να είναι γεμάτες [8] με μεσοκατώτερης τάξης Γερμανούς (κυρίως άνδρες), παράλληλα με έναν πυρήνα ακροδεξιών ιδεολόγων. Έχει αξιοποιήσει την εισροή των προσφύγων για να επιβιώσει από εσωτερικές διαιρέσεις -πολλοί από τους φιλελεύθερης άποψης ακαδημαϊκούς οι οποίοι ήταν αντίθετοι με το ευρώ στις αρχικές ημέρες του κόμματος έκτοτε το εγκατέλειψαν- εισερχόμενο σε πολιτειακά νομοθετικά σώματα σε ολόκληρη την χώρα και λαμβάνοντας έως και 20% [9] στις εκλογές στα ανατολικά κρατίδια της Γερμανίας. Οι ηγέτες του ασπάζονται τις αντι-ΕΕ και εθνικιστικές θέσεις του Πούτιν και του Τραμπ. Το μερίδιο των ψήφων που θα λάβει το AFD στις ομοσπονδιακές εκλογές θα είναι ένα σημαντικό μέτρο της υγείας της δημοκρατίας της Γερμανίας -και κατά συνέπεια της ικανότητας του Βερολίνου να κρατήσει ενωμένη την Ευρώπη.

Προς το παρόν, υπάρχει πιθανώς ένα ανώτατο όριο στην υποστήριξη του AFD. Το κόμμα «είναι πιο ριζοσπαστικό από το Κόμμα της Ελευθερίας της Αυστρίας», δήλωσε ο Hajo Funke, ένας Γερμανός μελετητής του δεξιού εξτρεμισμού. «Στην παρούσα μορφή του, δεν υπάρχει κανένας τρόπος ώστε το AFD να πάρει υποστήριξη από κεντρώους αστούς στην Γερμανία με τον τρόπο που το κάνουν το Κόμμα της Ελευθερίας ή το Εθνικό Μέτωπο στην Γαλλία». Ο Funke εκτιμά ότι το κόμμα θα συγκεντρώσει μεταξύ 8% και 12% των ψήφων, κερδίζοντας περισσότερο μόνο σε περίπτωση επιτυχούς τρομοκρατικής επίθεσης. Ζωτικής σημασίας για να κρατηθεί η ακροδεξιά περιορισμένη, λέει ο Funke, είναι η πίστη των χριστιανοδημοκρατών ψηφοφόρων στην Μέρκελ. Το CDU παραμένει το κυρίαρχο πολιτικό κόμμα της χώρας, παίρνοντας τώρα στις δημοσκοπήσεις περίπου 33% (οι σοσιαλδημοκράτες είναι μερικές μονάδες πίσω). Ωστόσο, το CDU είναι πολύ ασθενέστερο από όσο ήταν πριν από τέσσερα χρόνια, όταν κέρδισε 41,5% της εθνικής ψήφου. Έκτοτε, σε εκλογές σε επίπεδο κρατιδίου, το κόμμα υπέστη μια σειρά από ήττες, καθώς ένα κομμάτι των ψηφοφόρων του έχουν απομακρυνθεί για να στηρίξουν το AFD.

ΕΠΙΚΡΙΤΕΣ ΚΑΙ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΙ

Όσον αφορά το περιεχόμενο της εκστρατείας, «τα μεγαλύτερα ζητήματα για τα οποία θα δοθεί αγώνας στην δεξιά πλευρά του πολιτικού φάσματος», δήλωσε ο Mariam Lau, ένας αρθρογράφος της εβδομαδιαίας εφημερίδας Die Zeit, είναι η μετανάστευση αλλά και το ευρώ, η ευρωκρίση, η ασφάλεια και οι σχέσεις με την Ρωσία. Το ερώτημα είναι πόσο μακριά θα πάνε το CDU της Μέρκελ και το CSU για να δελεάσουν ψηφοφόρους οι οποίοι διαφορετικά θα μπορούσαν να στηρίξουν το AFD. Προτίθεται η καγκελάριος να κάνει περαιτέρω παραχωρήσεις για την μετανάστευση και την ενσωμάτωση, όπως έχει κάνει πολλές φορές στο παρελθόν, για παράδειγμα, με την απαγόρευση της μπούργκα (όπως έχει ήδη προτείνει), ή θα σταθεί με σιγουριά υπέρ των μεταναστευτικών πολιτικών της και υπέρ μιας ποικιλόμορφης κοινωνίας, όπως έχει κάνει σε άλλες εποχές; Θα καταφέρει να υπερασπιστεί την ΕΕ ή διακριτικά θα αποστασιοποιηθεί από αυτήν; Θα απελευθερώσει την Ελλάδα ή θα την κρατήσει καρφωμένη στο πάτωμα με το χρέος; Θα προωθήσει μια στενή αντίληψη της Γερμανίας, ως κράτος Γερμανών υπηκόων ή θα την ανοίξει σε μη Γερμανούς υπηκόους, όπως τα άτομα με μεταναστευτικό υπόβαθρο; Θα υποστηρίξει ακόμα περισσότερο έντονες μεθόδους επιτήρησης και αστυνόμευσης; Πολλά εξαρτώνται από το πώς θα προσεγγίσει αυτά τα ευαίσθητα θέματα.

Μαζί με την ασφάλεια, η μετανάστευση θα είναι το πιο σημαντικό και διχαστικό θέμα της προεκλογικής εκστρατείας. Η θέση της καγκελαρίου σχετικά με την εισροή των προσφύγων [10] στην Γερμανία έχει διανύσει πολύ δρόμο από την de facto θέση των «ανοικτών θυρών» που πήρε το καλοκαίρι του 2015, όταν εκατοντάδες χιλιάδες απελπισμένοι πρόσφυγες και μετανάστες πεζοπορούσαν προς την Ευρώπη. Μέσα από μια συμφωνία με την Τουρκία, από αυστηρότερες νομικές απαιτήσεις για τους πρόσφυγες, και την άρνηση αποδοχής των αιτούντων άσυλο από τα λεγόμενα ασφαλή κράτη στα Βαλκάνια, η Γερμανία έχει έκτοτε μειώσει τον ρυθμό με τον οποίο οι άνθρωποι εισέρχονταν στην χώρα κατά σχεδόν 75%. Την περασμένη εβδομάδα, η Μέρκελ έκανε ένα ακόμη βήμα για να κατευνάσει τους επικριτές της θέτοντας ένα ευρύ σχέδιο για ταχύτερο επαναπατρισμό των αιτούντων άσυλο που απέτυχαν να το πάρουν. Παρ’ όλα αυτά, ξεκίνησε την χρονιά υπενθυμίζοντας στον πρόεδρο των ΗΠΑ, Donald Trump, τις διατάξεις της Σύμβασης της Γενεύης για τους πρόσφυγες [11], ένα σημάδι ότι είναι αποφασισμένη να μην προδώσει την θεμελιώδη δέσμευση της Γερμανίας στο δικαίωμα ασύλου.

Οι συμβιβασμοί της Μέρκελ, ωστόσο, δεν έχουν κατευνάσει τους επικριτές της. Πράγματι, έναντι σφοδρής πίεσης μέσα από το δικό της κόμμα και από λαϊκιστές αμφισβητίες, έχει αντισταθεί στο κλείσιμο των συνόρων για τους πρόσφυγες ή να θέσει ανώτατο όριο αριθμού αιτούντων άσυλο που θα δεχτεί η Γερμανία. Παρέμεινε σταθερή στο ότι όλες οι χώρες της ΕΕ θα πρέπει να υποδεχθούν αιτούντες άσυλο ανάλογα με το μέγεθος και τον πλούτο τους. Και έχει προσεγγίσει το δικαίωμα του ασύλου, στο πλαίσιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εν γένει, ως πυλώνα της φιλελεύθερης τάξης της Ευρώπης, έναν πυλώνα του οποίου η ακύρωση θα μειώσει τα δημοκρατικά διαπιστευτήρια της ηπείρου και ίσως ωθήσει περισσότερα από τα κράτη της στον κατήφορο του αυταρχισμού, όπως έχει ήδη συμβεί στην Ουγγαρία και την Πολωνία.

15022017-2.jpg

Ο Sigmar Gabriel, τότε υπουργός Οικονομίας της Γερμανίας, και ο Martin Schulz, τότε πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, σε ένα συνέδριο του κόμματος SPD στο Βερολίνο, τον Δεκέμβριο του 2015. FABRIZIO BENSCH / REUTERS
—————————————————-

Η ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Ο πρωταρχικός αντίπαλος της Μέρκελ στις εκλογές είναι επίσης και σύμμαχος -και πιθανότατα θα είναι ο αναπληρωτής καγκελάριός της μετά τις εκλογές. Μια νέα άφιξη στην γερμανική πολιτική, ο Martin Schulz είναι ένας σοσιαλδημοκράτης, που, πολύ ασυνήθιστα για Γερμανό πολιτικό, έχτισε το όνομά του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ανεβαίνοντας στην προεδρία του το 2012. Ο Schulz έκανε μια ανορθόδοξη διαδρομή προς τις Βρυξέλλες: Ο ίδιος μεγάλωσε σε μια οικογένεια της εργατικής τάξης σε μια περιοχή της Ρηνανίας με ανθρακωρυχεία και, αντί να τελειώσει το γυμνάσιο, επέλεξε να παίξει ημι-επαγγελματικό ποδόσφαιρο και αργότερα να εκπαιδευτεί ως πωλητής βιβλίων. Μετά την ένταξή του στο SPD, ο Schulz υπηρέτησε για μια δεκαετία ως δήμαρχος μιας μικρής πόλης κοντά στα ολλανδικά σύνορα, την πιο πρόσφατη θέση που είχε στην Γερμανία. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, μετακινήθηκε στα απομακρυσμένα περίχωρα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ως πρόσωπο που οι Γερμανοί γνωρίζουν, αλλά όχι ως ένας πολιτικός που έχουν δοκιμάσει. Παρά τα διαπιστευτήριά του στην ΕΕ, πολλοί Γερμανοί θεωρούν τον Schulz έναν τραχύ, συνδικαλιστικής νοοτροπίας συνήγορο της εργατικής τάξης.

Υπήρξε μια μακρά σειρά Σοσιαλδημοκρατών που προσπάθησαν και απέτυχαν να σταματήσουν την εκλογική αιμορραγία του κόμματός τους κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Τώρα ο Schulz ασχολείται με αυτό, και αρχικά οι δημοσκοπήσεις τον δείχνουν κοντά στην Μέρκελ. Μετά την απρόσμενη υποψηφιότητα του Schulz, το SPD έκανε άλμα τριών ποσοστιαίων μονάδων σε δημοσκοπήσεις και συνέχισε να ανεβαίνει. Ωστόσο η γερμανική αριστερά -το SPD, οι Πράσινοι και το Αριστερό Κόμμα- κατά πάσα πιθανότητα θα εξακολουθούν να υπολείπονται της πλειοψηφίας. Το CDU έχει μόνο το SPD με το οποίο μπορεί να σχηματίσει κυβέρνηση, εκτός και αν σχηματίσει έναν συνασπισμό με δύο κόμματα, ας πούμε τους Πράσινους και το φιλελεύθερο «Ελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα».

Εκτός από να ανταγωνίζονται ο ένας με τον άλλον και από την αντιμετώπιση της ακροδεξιάς, η Μέρκελ και ο Schulz θα πρέπει να πείσουν τους Γερμανούς ότι η ΕΕ έχει ένα βιώσιμο μέλλον. Αν οι Γερμανοί το εγκαταλείψουν αυτό, το πεπρωμένο της Ευρώπης είναι ανοιχτό προς πάσα κατεύθυνση. Οι διακηρύξεις του Trump για το ΝΑΤΟ και οι προκλήσεις του Πούτιν στην Ανατολική Ευρώπη έχουν κάνει τους πιστούς στο ευρωπαϊκό σχέδιο να προσπαθούν να ενισχύσουν τις δυνατότητες άμυνας και ασφάλειας της ΕΕ, να επανεξετάσουν την εξωτερική πολιτική της, να δημιουργήσουν μια ενιαία στρατιωτική διοίκηση, και, σε γενικές γραμμές, να προετοιμαστούν για μια ζωή χωρίς τον ισχυρότερο σύμμαχό τους. Όμως, ούτε ο Schulz, ούτε η Μέρκελ φαίνεται να έχουν ένα μεγαλόπνοο όραμα για το μέλλον της ΕΕ [12] που αυτός ή εκείνη να μπορούν να πουλήσουν στους Γερμανούς ψηφοφόρους. Και, τελικά, θα πρέπει να πουλήσουν την ΕΕ πέρα από την Γερμανία, στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η κυριαρχία της Γερμανίας στην Ένωση έχει αυξηθεί από την εποχή της ευρωκρίσης, και το Βερολίνο θεωρείται συχνά ότι προώθησε τα δικά του συμφέροντα σε βάρος των άλλων μελών της ένωσης. Βεβαίως, μέτρα όπως ο μετριασμός των εμπορικών πλεονασμάτων ρεκόρ της Γερμανίας ή η επένδυσή τους στην βοήθεια οικονομιών εκτός Γερμανίας θα ήταν ένα βήμα προς την σωστή κατεύθυνση. Η Γερμανία δεν μπορεί να συσπειρώσει την Ευρώπη ενώ εμφανίζεται να χρησιμοποιεί την ΕΕ ως όχημα για τα δικά της συμφέροντα -μια κριτική που έχει κάνει ο Trump και έχει αντηχήσει σε πολλές μικρότερες χώρες της ΕΕ.

Μια σειρά γεγονότων από τώρα μέχρι και τον Σεπτέμβριο θα μπορούσε να ανατρέψει αυτόν τον εύθραυστο υπολογισμό. Μια νίκη του Εθνικού Μετώπου στις επερχόμενες προεδρικές εκλογές της Γαλλίας, ήττες του CDU στην Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, στην Σάαρλαντ ή το Schleswig-Holstein στις εκλογές των κρατιδίων, μια τρομοκρατική επίθεση, μια ανανεωμένη πορεία των προσφύγων, μια σημαντική κλιμάκωση στην Ουκρανία ή μια αποστασία του CSU από το CDU θα μπορούσε να κάνει την Μέρκελ και το κόμμα της να βουλιάξουν στις εκλογές. Μια κυβέρνηση υπό την διοίκηση των Μέρκελ και Schulz δεν είναι κακή επιλογή για την Γερμανία. Αν καταλήξουν να κυβερνήσουν από κοινού, αμφότεροι θα πρέπει να γνωρίζουν ότι η μοίρα της Ευρώπης στηρίζεται στους ώμους τους.

Copyright © 2017 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/germany/2017-02-14/merkels-last-…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.amazon.com/Berlin-Calling-Story-Anarchy-Music/dp/162097195X
[2] https://www.foreignaffairs.com/regions/germany
[3] https://www.foreignaffairs.com/articles/europe/2016-06-13/germany-s-new-…
[4] https://www.foreignaffairs.com/reviews/resistible-rise-vladimir-putin
[5] http://www.foreignaffairs.gr/articles/71145/stefan-froehlich/koitazontas…
[6] http://www.bbc.com/news/world-europe-36130006
[7] https://www.foreignaffairs.com/articles/germany/2014-10-31/germanys-poli…
[8] http://www.deutschlandfunk.de/eine-soziologische-analyse-der-afd-waehler…
[9] http://www.spiegel.de/politik/deutschland/wahl-mecklenburg-vorpommern-af…
[10] https://www.foreignaffairs.com/articles/levant/2015-10-20/help-refugees-…
[11] http://thehill.com/homenews/administration/316768-merkel-explained-the-g…
[12] https://www.foreignaffairs.com/reviews/2015-12-14/european-disunion

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Το επικίνδυνο παιχνίδι ενός ξεπερασμένου συστήματος: Στόχος τους να τελειώσουν τον Τραμπ

1

US President Donald J. Trump (R) shakes hands with Israeli Prime Minister Benjamin Netanyahu (L) during a joint press conference in the East Room in of the White House in Washington, DC, USA, 15 February 2017.

Του Δημήτρη Γ. Απόκη*

Είμαι από αυτούς που πριν από αρκετές εβδομάδες με σχετική αρθρογραφία μου είχα επισημάνει τα ελαττώματα και τους κινδύνους από την τοποθέτηση του Στρατηγού, Μάϊκλ Φλήν, στην πολύ κρίσιμη και ευαίσθητη θέση του Συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας του Αμερικανού Προέδρου, Ντόναλντ Τράμπ, με αφορμή άρθρο του σχετικά με την Τουρκία, το οποίο είχε όλα τα στοιχεία προϊόντος κατά παραγγελία εταιρίας δημοσίων σχέσεων της Ουάσιγκτον που είχε συμβόλαιο με την Άγκυρα.

Τότε ελάχιστοι από αυτούς που σήμερα κραυγάζουν για σκάνδαλο και χρησιμοποιούν την παραίτησή του για να πλήξουν τον Προεδρία Τράμπ, έδειξαν να ενοχλούνται από το γεγονός αυτό. Ούτε, με ελάχιστες εξαιρέσεις, στα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης των ΗΠΑ, αλλά ούτε και στο Κογκρέσο, όπου τα τελευταία εικοσιτετράωρα Δημοκρατικοί και κάποιοι γραφικοί Ρεπουμπλικάνοι ζητούν έρευνες και ακροάσεις.

Και αυτό διότι προφανώς οι περισσότεροι από αυτούς έχουν γίνει κατά καιρούς αποδέκτες των εκατομμυρίων δολαρίων που δαπανά η Τουρκία στην αμερικανική πρωτεύουσα για να προωθεί τις θέσεις και τα συμφέροντά της. Ως εδώ, για κάποιον που γνωρίζει το παραδοσιακό σύστημα εθνικής ασφάλειας της Ουάσιγκτον, όλα καλά και προβλέψιμα. Όμως, αυτό που εξελίσσεται τα τελευταία εικοσιτετράωρα στην αμερικανική πρωτεύουσα όχι μόνο ξεπερνά τα παραδοσιακά δεδομένα, αλλά αγγίζει τα όρια εγκληματικής ανευθυνότητας.

Και όταν μάλιστα είναι παραπάνω από εμφανές ότι γίνεται για λόγους πολιτικού ρεβανσισμού και αδυναμία αποδοχής μιας καθαρής ήττας ενός συστήματος που υπερβαίνει τα όρια Ρεπουμπλικάνων και Δημοκρατικών, και ενώνει αυτούς που βρίσκονται για δεκαετίες στη μισθοδοσία αυτού του ξεπερασμένου από την εποχή και τις εξελίξεις συστήματος, τότε το έγκλημα είναι ειδεχθές.

Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου στις ΗΠΑ, και ειδικά στο τελευταίο κρίσιμο διάστημα, το σύστημα αυτό για να αντιμετωπίσει την αποδοχή που είχε το μήνυμα Τράμπ, εκτός των μητροπόλεων της Ανατολικής και Δυτικής Ακτής των ΗΠΑ, στην πλατιά Αμερική, έπαιξε γερά το χαρτί της συνδιαλλαγής στελεχών της ομάδας του Ντόναλντ Τράμπ με τη Ρωσία και την προσπάθεια της Μόσχας να επηρεάσει το αποτέλεσμα των εκλογών υπέρ του τότε υποψήφιου Τράμπ. Η ζαριά δεν πέτυχε και ο κ. Τράμπ κόντρα στο σύστημα κατάφερε μια αναπάντεχη νίκη και εκλέχθηκε Πρόεδρος των ΗΠΑ.

Το λάθος του Αμερικανού Προέδρου και του επιτελείου του στο Λευκό Οίκο, ήταν ότι επαναπαύτηκαν και πίστεψαν ότι το σύστημα αυτό θα σταματούσε αυτή την προσπάθεια. Και ας έβλεπαν να διαρρέουν οι τηλεφωνικές συνομιλίες και οι διάλογοι του Προέδρου με ξένους ηγέτες από το Οβάλ Γραφείο στις εφημερίδες. Δυστυχώς τα ελαττώματά και ο χαρακτήρας του Στρατηγού Φλήν, έδωσαν στους μισθοφόρους του εν λόγω συστήματος μέσα στις υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ, το άνοιγμα που αναζητούσαν για να πλήξουν τον Πρόεδρο και την κυβέρνηση Τράμπ, μέσω των τηλεφωνικών συνομιλιών που είχε με τον Πρέσβη της Ρωσίας στην Ουάσιγκτον κατά τη διάρκεια της περιόδου μετάβασης της εξουσίας αμέσως μετά τις εκλογές.

Και βέβαια δεν χρειάζεται να ειπωθεί καν ότι ο Μπαράκ Ομπάμα και η ομάδα του έκαναν ότι μπορούσαν για να διευκολύνουν το εν λόγω σχέδιο. Για να μην υπάρξει παρεξήγηση, είμαι από αυτούς που εδώ και αρκετά χρόνια μέσω της αρθρογραφίας μου έχω κάνει σαφή την άποψή μου ότι ο Πρόεδρος της Ρωσίας, Βλαντιμίρ Πούτιν, είναι ένας απολυταρχικός ηγέτης που λειτουργεί και θα συνεχίσει να λειτουργεί με πλοηγό τα αισθήματα μίσους εναντίον των ΗΠΑ και της Δύσης γενικότερα, με τα οποία έχει εμποτιστεί ως πρώην πράκτορας της  KGB, αρνούμενος να αποδεχθεί τη συντριπτική ήττα και διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, από τον Ρόναλντ Ρέηγκαν και τη Δύση. Την ίδια στιγμή αναγνωρίζω ότι σε σχέση με τις σημερινές ηγεσίες, για τον Πρόεδρο Τράμπ είναι πολύ νωρίς να διαμορφώσω άποψη, σε Ευρώπη και αλλού είναι ο καλύτερος στρατηγικός παίκτης.

Λέγοντας τα παραπάνω, και για να επανέλθω στον επικίνδυνα εγκληματικό χαρακτήρα των γεγονότων, όλοι αυτοί οι υποστηρικτές του συστήματος που τους σιτίζει για δεκαετίες, επέλεξαν να χρησιμοποιήσουν και να καταστήσουν τις σχέσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ρωσίας, ένα θέμα υψίστης εθνικής ασφάλειας με παγκόσμιες προεκτάσεις, αντικείμενο φθηνής πολιτικής αντιπαράθεσης και πολιτικού ρεβανσισμού. Και το ερώτημα που μπαίνει στο τραπέζι είναι αμείλικτο. Τελικά τι επιδιώκουν οι υμνητές του παρωχημένου και διεφθαρμένου συστήματος; Μια επιστροφή σε ένα καθεστώς σύγκρουσης και Ψυχρού Πολέμου, μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας, με τη διαλυμένη Ευρώπη, ως πεδίο αυτής της εξαιρετικά, εάν επέλθει, αντιπαράθεσης και πιθανής σύγκρουσης των δυο δυνάμεων; Και όλα αυτά για να καταφέρουν να πουν στους εαυτούς τους, ναι μας κέρδισε ο Τράμπ, αλλά εμείς τον τελειώσαμε πριν καν αρχίσει.

Με ποιο τίμημα; Την επιστροφή του διεθνούς συστήματος σε μια εποχή σκληρής αντιπαράθεσης, τη στιγμή μάλιστα που η εξτρεμιστική ισλαμική τρομοκρατία, με αποκλειστική ευθύνη του Μπαράκ Ομπάμα και της οκταετούς διακυβέρνησης του, έχει εξαπλωθεί ανεξέλεγκτα και δρα με απίστευτη αγριότητα και αδιαφορία για την ανθρώπινη ζωή. Ας καταλάβουν λοιπόν οι στερούμενοι ουσιαστικών προτάσεων και λύσεων σε όλα τα επίπεδα, Δημοκρατικοί στο Κογκρέσο, τα αρνούμενα να αποδεχθούν τον εξευτελισμό τους συστημικά μέσα ενημέρωσης, το κλαμπ των Νεοσυντηρητικών Ρεπουμπλικάνων της Ουάσιγκτον, ότι παίζουν με τη φωτιά και με το μέλλον του πλανήτη για ένα καπρίτσιο και μια άρνηση αποδοχής της πραγματικότητας.

Οι απλοί πολίτες έχουν βαρεθεί τη συμπεριφορά και τις πολιτικές της αστικής ελίτ, η οποία ξέρει να γράφει διατριβές για το πώς να αλλάξεις ένα σκασμένο λάστιχο, αλλά είναι άχρηστη να πιάσει το γρύλο να το αλλάξει. Οι κοινωνίες σε παγκόσμια κλίμακα έχουν σιχαθεί τους δήθεν λόγιους που τα λένε και τα γράφουν ωραία, με αποτέλεσμα να διψάνε και μια αντιμετώπιση των τεράστιων προβλημάτων με την κοινή λογική. Αλλά και ο Πρόεδρος Τράμπ και το επιτελείο του, πρέπει να καταλάβουν ότι τώρα βρίσκονται στο Λευκό Οίκο και στα χέρια τους και από τις δράσεις τους κρίνεται η τύχη του πλανήτη.

Ο χειρισμός των επισκέψεων του Ιάπωνα Πρωθυπουργού, του Πρωθυπουργού του Καναδά, και η καθαρότητα των θέσεων στις επαφές κατά την επίσκεψη του Πρωθυπουργού του Ισραήλ, πρέπει να είναι το πλαίσιο και ο κανόνας στην αντιμετώπιση των θεμάτων στην εξωτερική πολιτική. Χρειάζεται πολύ περισσότερο, Τζέημς Μάτις και Ρέξ Τίλλερσον. Ας μην παίζουν λοιπόν κάποιοι με τη φωτιά, γιατί κάποιες φορές ξεφεύγει από τον έλεγχο.

Ο Δημήτρης Γ. Απόκης είναι Διεθνολόγος Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University και Δημοσιογράφος

Πηγή: Το επικίνδυνο παιχνίδι ενός ξεπερασμένου συστήματος: Στόχος τους να τελειώσουν τον Τραμπ http://mignatiou.com/2017/02/to-epikindino-pechnidi-enos-xeperasmenou-sistimatos-stochos-tous-na-teliosoun-ton-trab/

IS THE TRUMP-RUSSIA SCANDAL REALLY WATERGATE 2.0?

0

 

What happens when a president, whom voters elected to take on an arrogant Establishment, is avenged by that same Establishment?

Michael Flynn at a press conference in the White House in Washington, D.C., on February 10, 2017.
By Jim Lo Scalzo/Rex/Shutterstock.

If you’re not confused by the news, you’re either ignoring it or interpreting it way too confidently. The former describes many of us. The latter is people you want to avoid at parties. We just don’t know that much. The factors leading up to the resignation of General Michael Flynn as national security adviser are confusing and disputed. The alleged misdeeds of Donald Trump or his team vis-à-vis Russia or cover-ups are even more confusing and disputed.

The New York Times is in three-alarm mode, but this has been its setting for much of the past year. The Washington Post, for its part, has run some particularly dubious anti-Russia stories, one of which now carries a long introductory disclaimer and another of which fell apart completely. (Russia didn’t hack a utility in Vermont after all.) So both outlets, and many others, must be treated with even more skepticism than usual.

Why did Flynn resign? The official reason is that he lied to Mike Pence about the content of his conversation with Russian officials. But people suspect there’s an unofficial reason, too. After all, would Flynn discuss sanctions with the Russians if Trump hadn’t authorized it? Also, it seems that intelligence sources had already shared with Trump what they knew about Flynn weeks ago. So perhaps Trump knew more than he let on, leading to questions of what he knew and when.

Is this all a big deal? I’m still trying to understand that. The New York Times just ran a story with the headline, “Trump Campaign Aides Had Repeated Contacts With Russian Intelligence.” This sounded striking. But so, if you read on, were the caveats.

The sources for the story, asked about outright collusion between the Trump campaign and the Russians, said they had found “no evidence of such cooperation.”

Also: “It is not unusual for American businessmen to come in contact with foreign intelligence officials, sometimes unwittingly, in countries like Russia and Ukraine.”

Also: “It is also unclear whether the conversations had anything to do with Mr. Trump himself.”

O.K. then.

Who’s doing the leaking and why? Some, like Joe Scarborough and David Frum, see whoever did it as “patriots” standing up for the greater good. Others see an abuse of power. Damon Linker, writing in The Week, suggests that the ouster of Flynn, while a good thing for national safety (because Flynn is a kook), was a troubling “soft coup” by the intelligence community. Whatever Flynn did, states Linker, “it is simply not the role of the deep state to target a man working in one of the political branches of the government by dishing to reporters about information it has gathered clandestinely.”

How many of our views on this are the result of confirmation bias? If you’re convinced Trump is a Russian mole, then you’ll find the evidence you need no matter what. If you’re convinced that Trump is a god and his critics evil liars, then you’ll find evidence of that no matter what. Even at less extreme points on the continuum, opinions are hugely divided. On the left, we see a belief that this is the next Watergate scandal and that Trump will be out in months. On the right, we see a belief that the permanent state is trying by every means available to depose the president, or at the least, to reject his new way of going about the business of the government. Maybe both are true. I don’t know. Either way, those rubbing their hands must consider the consequences of a president whom voters elected to take on an unresponsive and arrogant Establishment getting taken out by that same Establishment.

http://www.vanityfair.com/news/2017/02/is-the-trump-russia-scandal-watergate-2-0

What Did Trump Know, and When Did He Know It?

0

During the Watergate scandal, until now the most outrageous political scandal in American history, the crucial question was drawled by Senator Howard Baker of Tennessee: “What did the president know, and when did he know it?”

Today the question is the same.

This is not about Mike Flynn. It is about the president who appointed him, who earlier considered Flynn for vice president. The latest revelation of frequent contacts between the Trump team and Russian intelligence should be a wake-up call to Republicans as well as Democrats.

When Vice President Mike Pence was asked by Chris Wallace of Fox News on Jan. 15 if there had been any contacts between the Trump campaign and the Kremlin, he answered: “Of course not. Why would there be any contacts?”

Great question, Mr. Vice President.

Look, there’s a great deal we don’t know, but Russian interference in our election is potentially a bigger scandal than Watergate ever was. Watergate didn’t change an election’s result — President Richard Nixon would have won anyway in 1972 — while the 2016 election was close enough that Russian interference might have tipped the balance.

Photo

Mike Flynn and Donald Trump at a campaign event in New Hampshire in September.CreditDamon Winter/The New York Times

We don’t know whether the Russians had domestic help in their effort to steal the U.S. election, but here are a few dots that are begging to be connected:

First, the American intelligence community agrees that the Kremlin interfered during the campaign in an attempt to help Donald Trump. This isn’t a single agency’s conclusion, but reportedly a “strong consensus” among the C.I.A., the F.B.I. and the director of national intelligence.

 Second, the dossier prepared by a former MI6 Russia expert outlines collusion between the Trump campaign and Russia. CNN reports that American intelligence has communications intercepts corroborating elements of the dossier, and the latest revelation of repeated and constant contacts between the Kremlin and the Trump campaign give additional weight to the dossier’s allegations — although it’s also important to note that officials told The Times that they had seen no evidence of such cooperation in election manipulation.

I referred to Trump last year as “the Russian poodle,” and we’ve known for years of Trump’s financial ties to Russia, with his son Donald Jr. saying in 2008, “We see a lot of money pouring in from Russia.” It’s all the more important now that Trump release his tax returns so that we can understand any financial leverage Russia has over him. Yet the same Republicans who oversaw eight investigations of Benghazi shrug at far greater concerns involving Trump and Russia.

Third, President Trump has been mystifyingly friendly toward Russia and President Vladimir Putin. As Jeffrey H. Smith, a former general counsel to the C.I.A., puts it: “The bigger issue here is why Trump and people around him take such a radically different view of Russia than has been the case for decades. We don’t know the answer to that.”

Fourth, Flynn, before taking office, discussed Obama administration sanctions on Russia with the Russian ambassador. Flynn has now resigned, but he was steeped in the principle of a chain of command; I doubt he made these calls completely on his own. Daniel Benjamin, a former counterterrorism coordinator at the State Department who has known Flynn for years, says it would have been out of character for Flynn to do so. So who told Flynn to make these calls? Steve Bannon? Trump himself?

We’re back to our question: What did the president know, and when did he know it?

The White House hasn’t responded to my inquiries, and Trump lashes out wildly at “the fake news media” without answering questions. He reminds me of Nixon, who in 1974 said Watergate “would have been a blip” if it weren’t for journalists “who hate my guts.” Soon afterward, Nixon resigned.

Trump supporters say that the real scandal here is leaks that make the administration look bad. A bit hypocritical? It’s dizzying to see a president who celebrated the hacking of his rival’s campaign emails suddenly evince alarm about leaks.

Sure, leaks are always a concern, but they pale beside the larger issues of the integrity of our leaders and our elections. Published reports have quoted people in the intelligence community as fearing that information given to the White House will end up in Russian hands, even that the “Kremlin has ears” in the White House Situation Room.

“I’m just appalled at how little people seem to care about the fact that Russians interfered in our presidential election, clearly, unequivocally, on the part of one candidate,” Michael McFaul, a former ambassador to Russia, told me. “What’s more important than that?” To which I add: Only one thing could be more important — if the Russians had help from within the U.S.

As I said, there’s a great deal we don’t know. But we urgently need a bipartisan investigation, ideally an independent panel modeled on the 9/11 Commission. It must address what is now the central question: “What did the president know, and when did he know it?”