Αρχική Blog Σελίδα 2986

Trump and the ‘madman theory’  

0

Opinion writer February 23
At the heart of President Trump’s foreign policy team lies a glaring contradiction. On the one hand, it is composed of men of experience, judgment and traditionalism. Meaning, they are all very much within the parameters of mainstream American internationalism as practiced since 1945. Practically every member of the team — the heads of State, Homeland Security, the CIA, and most especially Defense Secretary Jim Mattis and national security adviser H.R. McMaster — could fit in a Cabinet put together by, say, Hillary Clinton.
The commander in chief, on the other hand, is quite the opposite — inexperienced, untraditional, unbounded. His pronouncements on everything from the one-China policy to the two-state (Arab-Israeli) solution, from NATO obsolescence to the ravages of free trade, continue to confound and, as we say today, disrupt.The obvious question is: Can this arrangement possibly work? The answer thus far, surprisingly, is: perhaps.

The sample size is tiny but take, for example, the German excursion. Trump dispatched his grown-ups — Vice President Pence, Defense Secretary Mattis, Secretary of Homeland Security John Kelly and Secretary of State Rex Tillerson — to various international confabs in Germany to reassure allies with the usual pieties about America’s commitment to European security. They did drop a few hints to Trump’s loud complaints about allied parasitism, in particular shirking their share of the defense burden.

President Trump expects “real progress” by the end of the year among NATO allies to step up their defense spending, Vice President Mike Pence said on Feb. 20 at NATO headquarters in Brussels. (Reuters)

Within days, Germany announced a 20,000-troop expansion of its military. Smaller European countries are likely to take note of the new setup. It’s classic good-cop, bad-cop: The secretaries represent foreign policy continuity but their boss preaches America First. Message: Shape up.

John Hannah of the Foundation for Defense of Democracies suggests that the push-pull effect might work on foes as well as friends. On Saturday, China announced a cutoff of all coal imports from North Korea for the rest of 2017. Constituting more than one-third of all North Korean exports, this is a major blow to its economy.

True, part of the reason could be Chinese ire at the brazen assassination of Kim Jong Un’s half brother, who had been under Chinese protection. Nonetheless, the boycott was declared just days after a provocative North Korean missile launch — and shortly into the term of a new American president who has shown that he can be erratic and quite disdainful of Chinese sensibilities.

His wavering on the one-China policy took Beijing by surprise. Trump also strongly denounced Chinese expansion in the South China Sea and conducted an ostentatious love-in with Japan’s prime minister, something guaranteed to rankle the Chinese. Beijing’s boycott of Pyongyang is many things, among them a nod to Washington.

This suggests that the peculiar and discordant makeup of the U.S. national security team — traditionalist lieutenants, disruptive boss — might reproduce the old Nixonian “madman theory.” That’s when adversaries tread carefully because they suspect the U.S. president of being unpredictable, occasionally reckless and potentially crazy dangerous. Henry Kissinger, with Nixon’s collaboration, tried more than once to exploit this perception to pressure adversaries.

Trump’s people have already shown a delicate touch in dealing with his bouts of loopiness. Trump has gone on for years about how we should have taken Iraq’s oil for ourselves. Sunday in Baghdad, Mattis wryly backed off, telling his hosts that “All of us in America have generally paid for our gas and oil all along, and I am sure we will continue to do so in the future.”

Yet sometimes an off-center comment can have its uses. Take Trump’s casual dismissal of a U.S. commitment to a two-state solution in the Middle East. The next day, U.S. policy was brought back in line by his own U.N. ambassador. But this diversion might prove salutary. It’s a message to the Palestinians that their decades of rejectionism may not continue to pay off with an inexorable march toward statehood — that there may actually be a price to pay for making no concessions and simply waiting for the U.S. to deliver them a Palestinian state.

To be sure, a two-track, two-policy, two-reality foreign policy is risky, unsettling and has the potential to go totally off the rails. This is not how you would draw it up in advance. It’s unstable and confusing. But the experience of the first month suggests that, with prudence and luck, it can yield the occasional benefit — that the combination of radical rhetoric and conventional policy may induce better behavior both in friend and foe.

Alas, there is also a worst-case scenario. It needs no elaboration.

 https://www.washingtonpost.com/opinions/trump-and-the-madman-theory/2017/02/23/d4f10f30-f9f4-11e6-be05-1a3817ac21a5_story.html?utm_term=.da4c6f40ef7e

Η Τουρκία ανατρέπει, πάλι, τις συμμαχίες της.

0

Του Μ.Κ. Bhadrakumar*, Asia Times Φεβρουάριος 25, 2017

ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΗ ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΔΡΑΣΗΣ ΤΩΝ ΗΠΑ ΣΤΗ ΣΥΡΙΑ

[H κατωτέρω πλουσιότατη σε πληροφορίες και οξυδερκέστατη ανάλυση ενός πολύπειρου βετεράνου Ινδού διπλωμάτη, συγκλίνει και αποκωδικοποιεί τις χθεσινές δηλώσεις συμβούλου του Ερντογάν στο Δίκτυο Russia Today και προαναγγέλλει μια πλήρη ανατροπή της εικόνας των στρατιωτικών εξελίξεων στη Συρία, με τη νέα διπλωματική μεταμόρφωση της Τουρκίας, από θέση πλέον προωθημένου εισβολέα στο Συριακό έδαφος. Η Τουρκία -κατά τον συνήθως αλάνθαστο Μπαντρακουμάρ- φαίνεται σίγουρη για την ικανοποίηση των όρων της επιστροφής της στον παραδοσιακό ρόλο συνοριοφύλακα των ΗΠΑ έναντι της Ρωσίας, στην περιοχή του Καυκάσου, της Μαύρης Θάλασσας και της Ανατολικής Μεσογείου.]

Παρουσίαση Μιχαήλ Στυλιανού

Στις διακρατικές σχέσεις είναι κάποτε απαραίτητο ν’ ανοίξεις ένα καυγά με μιαν άλλη χώρα σε κάποια δεδομένη στιγμή. Μπορεί η Τουρκία να έκανε τώρα αυτό ακριβώς με το Ιράν. Η διαμάχη εκθέτει σαν φάρσα την «τριμερή συμμαχία», μεταξύ Ρωσίας, Τουρκίας και Ιράν, που επρόβαλε η Ρωσία στις συνομιλίες της Αστάνα για την Συρία. Με ένα μάτι στη νέα αμερικανική κυβέρνηση, η Τουρκία επιστρέφει στις προηγούμενες πολιτικές επιδιώξεις της στη Συρία.

Οι ΗΠΑ και η Τουρκία είχαν το περασμένο δεκαπενθήμερο μια σειρά συναντήσεων υψηλού επιπέδου, μετά το πρώτο τηλεφώνημα του Προέδρου Τραμπ στον Ταγίπ Ερντογάν στις 7 Φεβρουαρίου. Στους Αμερικανούς επισκέπτες στην Άγκυρα περιλαμβάνονταν ο διευθυντής της CIA Μάϊκ Πομπέο, ο πρόεδρος του μικτού γενικού επιτελείου στρατηγός Τζόε Ντάνφορντ και ο γερουσιαστής Τζων Μακέϊν, επικεφαλής της επιτροπής ενόπλων δυνάμεων.

Η ξαφνική έκρηξη του Ερντογάν εναντίον του Ιράν, στις 14 Φεβρουαρίου, στον πρώτο σταθμό μιας περιοδείας του στις χώρες του Περσικού Κόλπου -το Μπαχρέϊν, τη Σαουδική Αραβία και το Κατάρ- είχε τα χαρακτηριστικά του προετοιμασμένου. Ο Ερντογάν είπε: «Ορισμένοι θέλουν τόσο το Ιράκ όσο και η Συρία να είναι κράτη διαιρεμένα. Υπάρχουν κάποιοι που δουλεύουν σκληρά για να διαιρέσουν το Ιράκ. Υπάρχει εκεί σε δράση ένας περσικός εθνικισμός. Ο περσικός εθνικισμός προσπαθεί να διαιρέσει τη χώρα. Πρέπει να εμποδίσουμε αυτή τη προσπάθεια»

Η Τεχεράνη αντέδρασε άμεσα κατηγορώντας τη Τουρκία ότι υποστηρίζει τρομοκρατικές οργανώσεις «για να αποσταθεροποιήσει γειτονικές χώρες».

Το περασμένο Σαββατοκύριακο, στη διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, ο Τούρκος υπουργός των Εξωτερικών Μεβλούτ Καβάσογλου έβγαλε τα γάντια εναντίον του Ιράν, κατηγορώντας το ότι «θέλει να κάνει τη Συρία και το Ιράκ κράτη του ισλαμικού δόγματος Σία». Δήλωση που βρήκε άμεση απάντηση από την Τεχεράνη, με κλήση του Τούρκου πρεσβευτή στο υπουργείο των Εξωτερικών και δήλωση ότι η υπομονή του Ιράν έχει όρια.

Κινδυνεύουν έτσι οι ειρηνευτικές συνομιλίες για τη Συρία, τις οποίες επίπονα προώθησε η Ρωσία, για να μην αναφέρει κανείς τον τριμερή μηχανισμό που συστήθηκε στις συνομιλίες της Αστάνα για να επιτηρεί την εκεχειρία στη Συρία.

Η Τουρκία δεν θα νοιάζεται πλέον, εφ’ όσον αρχίζει να εναρμονίζει και πάλι τις θέσεις της για το Συριακό πρόβλημα με τις θέσεις της Σαουδικής Αραβίας, και του Κατάρ. (Κατά την περιοδεία του Ερντογάν Τουρκία και Σαουδική Αραβία υπέγραψαν μιαν αμυντική συμφωνία.)

Η ρωσική μέχρι σήμερα στρατηγική παρέκαμψε επιδέξια την μεγάλη αντίφαση να διατηρεί ως εταίρους της στη Συρία την Τουρκία μαζί με το Ιράν, ιστορικά τα δύο αρχέτυπα αντιπάλων στην περιοχή τη Μέσης Ανατολής,. Αλλά η Μόσχα αντιλαμβάνεται ότι ο αναθεωρητισμός του Ερντογάν μπορεί να στηρίζεται μόνο σε μια νέα αυτοπεποίθηση, μετά τις εντατικές διαβουλεύσεις του με την κυβέρνηση Τραμπ.

Πράγματι η Ουάσιγκτων και η ΄Αγκυρα τείνουν προς μια συνεννόηση σχετικά με τον Φετουλάχ Γκιουλέν, που ζει εξόριστος στην Πενσυλβανία, θέμα που έθετε ο Ερντογάν ως προϋπόθεση για την πλήρη αποκατάσταση της αμερικανο-τουρκικής συνεργασίας. Η κυβέρνηση Τραμπ μπορεί να προχωρήσει στον περιορισμό των δραστηριοτήτων του Γκιουλέν και ο Ερντογάν να μην επιμείνει για την άμεση έκδοσή του.

Παρά ταύτα διατηρεί και τη σύνδεση με τη Μόσχα, λόγω των αβεβαιοτήτων σχετικά με την αμερικανική στρατιωτική στήριξη στους Κούρδους της Συρίας. Αυτό είναι ένα θέμα που δεν δέχεται να διαπραγματευτεί η Τουρκία, η οποία χαρακτηρίζει την κουρδική πολιτοφυλακή στη Συρία «τρομοκρατική οργάνωση».

Φυσικά, ενώ η Μόσχα διατηρεί την αδιαταραξία της όσον αφορά τη συμμαχία της με τον Ερντογάν, παράλληλα αναθερμαίνει τους παλιούς δεσμούς της με τις κουρδικές οργανώσεις. Η Μόσχα φιλοξένησε στις 15 Φεβρουαρίου μια συνάντηση κουρδικών οργανώσεων της περιοχής.

Ακόμη σημαντικότερο, η Ρωσία πρέπει ήδη να αμφιβάλλει για την παλαιότερη υπόσχεση του Τραμπ να συνεργαστεί με τον Ρώσο πρόεδρο Πούτιν για την καταπολέμηση του Ισλαμικού κράτους. Ακριβέστερα, η Μόσχα περιμένει ακόμα την έμπρακτη συνέχεια από την αμερικανική πλευρά, στο μεταξύ όμως παρατηρεί τις εντατικές διαβουλεύσεις μεταξύ των ΗΠΑ και των συμμάχων τους στην περιοχή, με αντικείμενο την αναβίωση του παλαιού άξονα στη Συρία. Αυτό που διακυβεύεται εδώ δεν είναι τίποτα λιγότερο από την ρωσο-αμερικανική συνεργασία κατά την προεδρία Τραμπ.

Οι Αμερικανοί επισκέπτες στην περιοχή του Κόλπου το περασμένο δεκαπενθήμερο περιλάμβαναν τον Μάϊκ Πομπέο, τον Τζων Μακέϊν και τον υπουργό Αμύνης Τζέϊμς Μάτις. Ο Πομπέο συσκέφθηκε με τον διάδοχο της Σαουδικής Αραβίας και υπουργό Αμύνης Μωχαμέτ Μπιν Ναγιέφ Μπιν Αμπντουλασίζ, κάτοχο του παρασήμου Τζωρτζ Τένετ της CIA για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας.

Toύρκοι και Αμερικανοί συζητούν τώρα τον σχεδιασμό και τον εφοδιασμό της τουρκικής επιχείρησης για την απελευθέρωση της Ράκα, «πρωτεύουσας» του Ισλαμικού Κράτους των τζιχαντιστών. Ο Τούρκος πρωθυπουργός Μπιναλντί Γιλντιρίμ συζήτησε την επιχείρηση της Ράκα με τον Αμερικανό αντιπρόεδρο Μάϊκ Πενς, το Σαββατοκύριακο, στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου.

Θα είναι μια μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση, με τανκς, τεθωρακισμένα οχήματα και πυροβολικό. Η Τουρκία ζητάει την συμμετοχή αμερικανικών ειδικών δυνάμεων, η οποία επίσης θα αποτρέψει την επέμβαση των Ρώσων -εκτός της αποδυνάμωσης της προσπάθειας των Κούρδων να δημιουργήσουν δική τους οντότητα στη Βόρεια Συρία.

Η κατάληψη της Ράκα θα είναι αναμφίβολα ένα γεγονός μεγάλης συμβολικής σημασίας για τον Τραμπ. Από την άλλη πλευρά, η Μόσχα και η Τεχεράνη δεν μπορούν ν’ ανεχθούν τη μείωσή τους σε απλούς παρατηρητές και είναι βέβαιο ότι θα υπεισέλθουν σε κάποια φάση στην διαμορφούμενη κατάσταση πέριξ της Ράκα.

Ο τουρκικός στρατός έχει ήδη φθάσει στη πόλη αλ-Μπαμπ της Βόρειας Συρίας. ΄Ολοι οι πρωταγωνιστές γνωρίζουν ότι σε πολιτικο-στρατιωτικούς όρους η αλ-Μπαμπ είναι η πύλη που ανοίγει το δρόμο προς τη Ράκα και ότι η Ράκα είναι το κλειδί του τι θα επακολουθήσει στη Δαμασκό.

Σε άλλη διατύπωση, ο έλεγχος της Ράκα θα κρίνει πόση από τη Συρία θα μείνει υπό τον έλεγχο του συριακού καθεστώτος –δηλαδή απλούστερα ποιο θα είναι το μέλλον της Συρίας.

Σ’ αυτό το μοιραίο σενάριο, η αντοχή της ρωσο-ιρανικής συμμαχίας θα τεθεί υπό σκληρή δοκιμασία κατά τις προσεχείς μέρες και εβδομάδες. Επίσης οι αμερικανο-ρωσικές σχέσεις πρόκειται να εισέλθουν σε μιαν τελείως απροσδόκητη αρχή της περιόδου Τραμπ, πλήρη κινδύνου ανταγωνισμών και διενέξεων για τη Συρία.

Αρκεί να λεχθεί ότι η κίνηση του Ερντογάν να προκαλέσει μια διαμάχη με το Ιράν και να διασπάσει το τριμερές σχήμα (με την Μόσχα και την Τεχεράνη) στο θέμα της Συρίας πηγάζει από μιαν ήρεμη αυτοπεποίθηση ότι η κυβέρνηση Τραμπ αντιμετωπίζει πράγματι την Τουρκία ως ένα «στρατηγικό εταίρο και σύμμαχο στο ΝΑΤΟ» (όπως του δήλωσε ο Τραμπ).

Ο Ερντογάν αναμένει μια πρόσκληση στην Τουρκία να επανέλθει στον παραδοσιακό ρόλο της του περιορισμού της επιρροής της Ρωσίας στις νότιες σειρές του Καυκάσου, στη Μαύρη Θάλασσα και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Απομένει ακόμη μόνο μια εβδομάδα στο χρονικό όριο που έδωσε ο Τραμπ στο Πεντάγωνο να προετοιμάσει ένα διεξοδικό σχέδιο για να νικήσει το Ισλαμικό Κράτος στη Συρία και στο Ιράκ. Αλλά η Τουρκία ενεργεί σαν να έχει ήδη καταστεί ενήμερη αυτού του σχεδίου.

*Ο Μ Κ Bhadrakumar υπηρέτησε επί 29 χρόνια στη διπλωματική υπηρεσία της Ινδίας, σε θέσεις πρεσβευτού , μεταξύ άλλων στο Ουζμπεκιστάν και στη Τουρκία. Οι αναλύσεις του δημοσιεύονται στους Τάϊμς της Ασίας από το 2001.

Ειδησεογραφική Προσθήκη:  Άρθρο του Alexander Mercouris, στην ηλεκτρονική εφημερίδα Τhe Duran,επικαλούμενο το πρακτορείο Al–Masdar, αναφέρει ότι ο έλεγχος της αλ-Μπαμπ περιήλθε στους Τούρκους κατόπιν συμφωνίας με τους 5.000 τζιχαντιστές μαχητές του Ι.Κ. να αποχωρήσουν ασφαλείς με τον οπλισμό τους. Το άρθρο δεν συνδυάζει αυτή την κατάληξη της δεινοπαθήσασας τουρκικής επιχείρησης με τις συνομιλίες του Ερντογάν στις χώρες του Περσικού Κόλπου, χορηγούς και στηρίγματα των τζιχαντιστών του ΙΚ, συμμάχων του ίδιου μέχρι προ λίγων μηνών.

ithesis.gr

How to stabilise Libya if Haftar won’t play ball

0

A final deal in Libya is impossible without Haftar, but so is one under the conditions he’s demanding. A way round must be found

“There is no deal without Haftar,” European and Arab foreign ministers have been saying since last spring.

The anti-Islamist, Egypt-backed field marshall controls large parts of the country and has refused to cooperate with the political process, effectively blocking it.

Western policy makers should not fall under the same delusion of Haftar’s strength that he himself has

And so, for more than a year, there have been attempts to include the general in some kind of power structure. But none of these seem to stand much chance of success anytime soon.

A political process including Haftar can be achieved in the long term, but Libya needs a plan right now to make things work and avoid any further escalation.

The challenge is achieving this stabilisation – meaning a decent life for most Libyans and a relative absence of conflict – without fully pacifying Haftar whose demands are incompatible with those of most other political and military actors.

To this end, countries that are interested in helping Libya de-escalate as soon as possible should seize several political and security opportunities available right now.

Political deadlock and potential escalation

This doesn’t mean Libya doesn’t need international negotiations. The main institutions created by the UN-backed Libyan Political Agreement, the Presidency Council (PC) and the Government of National Accord, are either split and deadlocked or lack broad legitimacy.

The delivery of public services and the cash crisis have worsened while the country is still divided between three rival governments.

How Libya’s oil smugglers are bleeding country of cash

Alongside Fayez al-Sarraj’s Presidency Council, there is the “Interim Government” of Abdullah Thinni close to the presidency of the House of Representatives (and to Haftar) in the east. And there is the rising National Salvation Government led by Khalifa Ghwell which represents the radical anti-Haftar elements in Tripoli, close to the Mufti Sadiq al-Gharyani.

None of them enjoy particular popularity.

Meanwhile, the situation on the ground is marred by dangers of escalation between the two strongest armed groups, Haftar’s Libyan National Army and the militias from Misrata.

In Tripoli, there is also increasing anarchy in areas where Ghwell’s group coexists with the newly formed National Guard and a militia syndicate that nominally supports Sarraj.

Fighting between the groups in the capital has become more frequent in recent months while Haftar and the Misratans have clashed several times since December along a loose frontline that stretches from Sebha in the southwest to Jufra and Hun south of Sirte. These clashes are the first in more than two years and could easily spin out of control.

Trying to get Haftar into the agreement

To end this dangerous stalemate, the international community is trying to arrange a meeting between Sarraj and Haftar in order to reach an agreement that would bring the latter into the national unity government.

During all of 2016, a group of US, French, British, Egyptian, Emirati and Italian officials met regularly to come up with a solution to no avail.

Haftar is avoiding compromise because he thinks that the military under his command must be ‘independent’ from civilian rule

In November, Haftar rejected a generous American proposal that would have made him Libya’s top security official.

Last week, the  Egyptians failed to convince Haftar to meet with Sarraj in Cairo and it is unlikely that the upcoming summit between Algerian, Tunisian and Egyptian presidents will bring any breakthrough.

One problem: Haftar has made it known both publicly and privately that he does not think this is the time for a deal with Sarraj.

This is not just because he thinks the prime minister is extremely weak, but also because he thinks the priority now should be to fight what he calls “terrorists”, a broad group that, for Haftar, includes the Muslim Brotherhood – and anything else that vaguely smells like Islamism to him.

Libyan politician Belhaj: Haftar has ‘no chance’ of ruling country

Most importantly, Haftar is avoiding compromise because he thinks that the military – which he clearly thinks he should command – must be “independent” from civilian oversight, not subject to it.

But the international plans put on the table so far and the proposal that Sarraj brought to Cairo all aim to include Haftar in a system where civilians would have oversight.

This is a fact unlikely to change: western Libya, let alone other forces, would not accept a capitulation in which Haftar is essentially left in charge of the country.

Is Haftar really a strongman?

Haftar thinks it is only a matter of time before he will replicate in Tripoli what he did in the Oil Crescent in September: an almost bloodless takeover based on tribal alliances. He believes that he has the Russians and the Trump administration on his side.

But Haftar is miscalculating the strength of both his domestic forces and his international support. Domestically, his real military forces are almost exclusively around Benghazi in the east and with a few more in the south.

Haftar is miscalculating the strength of both his domestic forces and his international support

His attempts to involve Zintan in the takeover of Tripoli have met with rejection from Zintan’s military council in December. In the southwest, he faces hostility or diffidence from a vast spectrum of forces including the Tuaregs and parts of the Tebus and Arab tribes.

So, at the moment, Haftar has no clear path to victory in western Libya, nor in the south.

Internationally, the Russians are more interested in brokering a political deal and demonstrating that they have succeeded where the West has failed, as their propaganda says.

As for Trump, in private conversations with those close to Haftar, members of his administration have made it known that they need a civilian interlocutor in eastern Libya and it is unclear whether Libya will be a White House priority at all.

The way forward

Western policy makers should not fall under the same delusion of Haftar’s strength that he himself has: if they decide to back a strongman, they should first check that he’s really as strong as he says.

Europeans should also carefully assess if Sarraj is the best interlocutor for this dialogue. Could it be carried out instead in a broader set-up that includes leaders of major armed groups? Even then, building a functioning security track which gets Haftar’s buy-in will be a daunting task.

International powers have to look for a more immediate plan to make sure Libya’s anarchy and humanitarian crisis doesn’t deepen

Ultimately, everyone has been saying that “there is no deal in Libya without Haftar”, but it is increasingly true that it is hard to have a deal under Haftar’s conditions.

While a political deal is sorted in the longer term, international powers have to look for a more immediate plan to make sure Libya’s anarchy and humanitarian crisis doesn’t deepen.

With this in mind, Europeans should coordinate more closely with Algeria and Tunisia, the two regional powers most interested in avoiding escalation in Libya, while clarifying with – but not antagonising – Egypt about whether it will forgo its red lines about the inclusion of Islamists to broker a deal.

Russia’s willingness to work on Libya’s stability should be taken at face value, but any deviation from that should be immediately pushed back, specifically by enforcing, not relaxing, the arms embargo.

Finally, the best option for European is to treat the US and its policy with benign neglect while waiting for less ideological components of Trump’s administration to get the upper hand.

Positive movements

The strategy of this international coalition should focus on supporting two positive movements among different Libyan actors.

First, there is slow but increasing cooperation between anti-Islamist and Islamist politicians. They could be encouraged to form a government in charge of running the country while the political process is deadlocked.

This breakthrough could be developed further to deal with problems that cannot wait on the Haftar question to be solved, like the liquidity crisis, the collapse of public services, needed support for municipalities and the reconstruction of Sirte and Benghazi.

Secondly, while a deal between Misrata and Haftar is rather complicated and realistically can only end with de-escalation at best, internationals should support the rapprochement between Zintan and Misrata.

Going on for several months now, this reconciliation should be expanded to armed groups from southwest Libya to broaden existing local ceasefires. Further, internationals should start working on building local police forces and the reconversion of existing armed groups.

This is of course not the ultimate solution to all of Libya’s woes but it would be a good strategy to focus on what works and not on what sounds grandiose – or strong.

Mattia Toaldo

– Mattia Toaldo is Senior Policy Fellow at the European Council on Foreign Relations.

The views expressed in this article belong to the author and do not necessarily reflect the editorial policy of Middle East Eye.

Photo: Haftar leaves the main building of Russia’s Foreign Ministry after a meeting with Russian Minister of Foreign Affairs in Moscow on 29 November 2016 (AFP)

http://www.middleeasteye.net

The European Union First

0

By JavierSolana

MUNICH – The world needs the European Union now more than ever. Despite recent crises and the hard blow dealt by the Brexit vote, the EU may well be the world’s best line of defense against today’s most serious threats: isolationism, protectionism, nationalism, and extremism in all forms, all of which are once again growing in Europe and beyond. The key to enabling the EU to meet this potential – to save itself and the world from catastrophe – is for member states urgently to adopt a “European Union first” mantra.

Unlike the “America first” credo embraced by US President Donald Trump, such a mantra would not be an exercise in damaging unilateralism. On the contrary, it would compel member states’ governments to look beyond narrow national interest, defend openness and multilateralism, and confront head-on the exclusionary political forces that have lately been gaining ground. It would drive member states to consolidate the EU, thereby enabling it to overcome the challenges it faces and help preserve the international order.

That order is neither an inessential accessory nor a post-war relic. It has supported global prosperity and stability for 70 years. We need it – together with the multilateralism on which it is built – to confront many of the economic, environmental, and strategic challenges we now face, challenges that cannot be addressed at the national level.

A cornerstone of the existing international order is the recognition that maintaining peace and human welfare requires an understanding of and respect for the needs and interests of others – needs and interests that are no less legitimate than our own. Multilateralism is not a product of unsustainable solidarity, as some like to claim; it is the result of an enlightened interpretation of one’s own interests. With a constructive attitude, even a large number of disparate actors can reach agreements in which everyone wins by yielding a little; without it, prospects for sustained peace and widely shared prosperity become far bleaker.

If all countries put their own interests first, paying no heed to others, competition will quickly overwhelm common interests. If nobody is ever willing to yield, we will all lose. If we depend solely on bilateral deals, the shared spaces and synergies that facilitate agreement on difficult but vital topics – from climate change to security – will narrow until they disappear.

This is why Trump’s embrace of an America first mantra is so worrying. As the world’s leading power, the US sets the tone of cooperation and often provides the incentives for other countries to participate. If the US maintains a unilateral and isolationist stance, other countries are almost certain to follow suit, endangering everyone – including the US.

Recently, the Trump administration has begun to moderate some of its foreign-policy positions. In particular, Trump has finally agreed to honor the “One China” policy. He also seems to have rectified his approach to Japan, after having raised doubts about his willingness to follow through on America’s security commitments. These developments imply that the administration is beginning to recognize the need for a more constructive approach.

That recognition may arise partly out of an understanding of history. Experience has shown that the most effective way to prevent conflicts is through inclusion and cooperation. Exclusionary rhetoric plays into the hands of those who reduce identity to nativist definitions. When such figures – nationalists and populists – have been left to guide policy in the past, the result has been large-scale conflict.

At a time when global power dynamics are in flux, as is true today, the risk of such an outcome is even greater. Today, an effort is being made to incorporate emerging powers – particularly China – more deeply into the existing structures of global governance. Casting doubt on these structures, which have sustained stability over the last seven decades, would merely fuel more nationalism and competition, opening the way for volatility and conflict.

If the US cannot be counted on to support global stability, the EU’s model and experience will become even more important. The EU is the embodiment of inclusion, cooperation, and democratic values. Despite its flaws, the EU has proved time and again how differences can be resolved peacefully and constructively. Its member states are uniquely committed to multilateralism; indeed, we practice it daily.

The results speak for themselves. No one can doubt that the EU has been a guarantor of peace, democracy, modernity, and progress for all of its members. Its community model – which requires cooperation, negotiation, and compromise to reach any consequential decision – amounts to a check on extremism, because no member country can push radical policies forward without other members pushing back.

This is not to say that EU countries face no risk of falling victim to simplistic populist rhetoric. On the contrary, the point is to highlight why EU member states must dedicate themselves to the continued construction of a stronger and deeper union. For the sake of Europe and the world, it is time to put the EU first.

No one knows better than Europe the consequences of extremism and nationalism – or how to overcome them. With an enlightened and supranational spirit, the EU has achieved a sustained peace that would have seemed impossible a century ago. It must not lose sight of that achievement. Instead, it must continue to advance the union, and show the world what multilateralism can do.

Javier Solana

Javier Solana was EU High Representative for Foreign and Security Policy, Secretary-General of NATO, and Foreign Minister of Spain. He is currently President of the ESADE Center for Global Economy and Geopolitics, Distinguished Fellow at the Brookings Institution, and a member of the World Economic Forum’s Global Agenda Council on Europe.

www.project-syndicate.org

Take It from a European: NATO Is Obsolete

0

The alliance’s members no longer share common goals or interests.

The recent visit by Secretary of Defense James Mattis to NATO allies does not erase the fact that, as a presidential candidate and president-elect, Donald Trump stated on many occasions that NATO is obsolete. It is a bigger problem than just burden sharing. Trump’s key message is that the world has changed to the detriment of the United States, and that NATO no longer fits comfortably into this new world order. Of course, the United States will not withdraw from the organization, but NATO will get less attention from the Oval Office in the coming years. That is for sure.

For those in Europe who care about the alliance, this is a nightmare. But instead of clinging to the past, they should wake up. The world today is indeed fundamentally different from the one we happen to know, and certainly from the times into which NATO was born. It is indeed bizarre that NATO is still alive. Defense alliances are, by definition, temporary. Realists do not believe in long-term structural cooperation between states, and certainly not in the field of security. At most, states can try to cooperate in an alliance on a short-term basis to defeat a common enemy, like during the two world wars and during the Cold War. Once the enemy is gone, alliances have no meaning anymore. It was on this basis that John Mearsheimer and many others predicted the end of the alliance after the end of the Cold War. The implosion of the Warsaw Pact and the USSR itself should, indeed, have led to the demise of NATO.

It did not. The least bad explanation is organizational inertia. NATO tried to adapt to the changed circumstances by finding new enemies: proliferation of weapons of mass destruction, “rogue states,” failed states, ethnic conflicts (as in the Balkans) and, later on, terrorism. It is not difficult to come up with real or imagined dangers. But states do not need to be part of a militarily integrated organization to protect oneself against these kind of minor threats. Collective defense organizations, based on the premise of “an attack on one is an attack on all,” are established to defend oneself against an attack by a major power: Germany in 1914, Germany and Japan in the first half of the 1940s, the USSR during the Cold War, and maybe China in the future. Not for peacekeeping.

Collective defense organizations are not the best match for threats like terrorism and ethnic conflicts. For countering terrorism, coalitions of the willing will do. For managing ethnic conflicts, collective security organizations (like the UN and the Organization for Security and Cooperation in Europe) should take the lead, both for peacemaking and peacekeeping. Collective security organizations regulate the use of force amongst its member states, and they are—in contrast to collective defense organizations—not meant to serve against an external enemy. Because NATO stepped in for these collective security tasks, organizations like the UN and the OSCE got sidetracked.

NATO’s post–Cold War track record is dismal, which is not surprising, given the nature of the beast. Apart from the Balkans, which are more or less stable (although tensions are flaring up again these days), the NATO military interventions in Afghanistan and Libya are a complete failure. Thirteen and six years after NATO’s intervention, respectively, these states have hardly stabilized. On the contrary, Afghanistan and Libya are breeding places for terrorists. Again, this should not come as a surprise, because collective defense organizations are not meant for carrying out peace-building operations.

The biggest mistake, however, was NATO expansion. It is hard to refute the thesis that the Ukraine crisis is the result of interference by NATO and the EU in Russia’s spheres of influence. A red line was crossed, in the eyes of Moscow, and Russia had repeatedly made that position clear in advance. NATO expansion also contradicted Western promises. On the basis of these oral guarantees, in February 1990, Mikhail Gorbachev gave the green light for German reunification talks. And what did the West do? Expand NATO. Not just once, but twice. At the NATO Summit in Bucharest in 2008, President Bush even pushed through (against the wishes of the Europeans) a third extension, namely the promise to include Georgia and Ukraine into NATO. What did he expect Russia would do? Just take notice and agree?

More fundamentally, the West made the mistake after the end of the Cold War not to include Russia into the Euro-Atlantic security architecture on an equal basis. Contrary to positive examples in 1815 and 1945, the loser of the Cold War was left alone. Instead of replacing NATO with a regional collective security organization, the West kept NATO artificially in existence—and Russia in the dark. Ironically, the Baltic states, which wanted to feel more secure by becoming NATO members, are now feeling less secure. All this was predicted in the 1990s by foreign-policy giants like George Kennan and Paul Nitze.

Currently, there is a major split among the twenty-eight NATO member states: those in the south worry about migration and ISIS, but are relaxed with respect to Russia; those in the east are relaxed about ISIS, but worry about Russia. There is no common threat assessment. In addition, tensions between member states (Turkey and Greece) and within member states (Poland and Hungary) are rising.

Tom Sauer

http://nationalinterest.org

Το δίλημμα της Ελλάδος είναι “αποτροπή ή πόλεμος”

0
Του Δημήτρη Τσαϊλά*  Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2017

Είναι ανθρώπινο να επιθυμούμε να αναλάβουμε κινδύνους. “Οι άνθρωποι παρασύρονται, άλλοι μεν από την τόλμη, την οποία εμπνέει στον φτωχό η ανάγκη, άλλοι από την πλεονεξία, στην οποία ωθούν τον πλούσιο η αλαζονεία και η αυτοπεποίθηση” ή καλύτερα θα λέγαμε, η ελπίδα και η απληστία, είναι πολύ ισχυρότερες από τους κινδύνους που υπονομεύουν την αποτροπή. Αυτά έλεγε ο πάντα επίκαιρος Θουκυδίδης!!!

Είναι πλέον γεγονός ότι όσο περνάει ο καιρός υπό την προεδρία του Erdogan να υφίσταται όλο και πιο μεγάλη πολιτική αβεβαιότητα και οικονομική αστάθεια στην Τουρκία, καθώς ο πρόεδρος συνεχίζει να χρησιμοποιεί την τρέχουσα κατάσταση της έκτακτης ανάγκης για τον έλεγχο των καθημερινών υποθέσεων που προκαλεί την ασφυξία στη δικαιοσύνη, τη δημόσια διοίκηση, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και ακόμη και στον επιχειρηματικό τομέα μέσα από τα κύματα των συλλήψεων και εκκαθαρίσεων. Ο Erdogan τώρα ψάχνει τρόπους να νομιμοποιήσει την de facto αύξηση των αρμοδιοτήτων του, μάλιστα με τη βοήθεια του εθνικιστικού κινήματος της αντιπολίτευσης. Με όχημά του τη συγκέντρωση όλων των εξουσιών θα επιδεινώσει πολλές από τις υφιστάμενες αδυναμίες στο εσωτερικό της διακυβέρνησης της Τουρκίας, στην οικονομία και τις διεθνείς σχέσεις της.

Η μάχη επί του ζητήματος της διεύρυνσης των εξουσιών του προέδρου έχει αμφίβολο αποτέλεσμα και ο Erdogan εφαρμόζει μια επιθετική εκστρατεία για να κερδίσει. Στο πολιτικό μέτωπο, αυτό σημαίνει ότι η κυβέρνηση θα συνεχίσει το κυνήγι μαγισσών κατά των «Γκιουλενιστών», και θα κλιμακώσει τη σκληρότητα στον ήδη αυστηρό έλεγχο των κρατικών θεσμικών οργάνων και των μέσων ενημέρωσης, όπως και την απειλητική ρητορική κατά των γειτόνων και ειδικότερα κατά της Ελλάδας και του Ελληνισμού.

Η ανάγκη του Erdogan να διατηρήσει την υποστήριξη των εθνικιστών ψηφοφόρων θα αυξήσει επίσης τους κινδύνους στην ασφάλεια της χώρας του σε μια στιγμή που ο τουρκικός στρατός παραμένει αποδυναμωμένος από τις μετα-πραξικοπηματικές εκκαθαρίσεις. Επίσης θα συνεχίσει τη στάση της σκληρής γραμμής σχετικά με το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (ΡΚΚ) αποκλείοντας πιθανή επιστροφή σε ειρηνευτικές συνομιλίες και θα προσπαθεί να αντικρούει με στρατιωτικά μέσα σίγουρα τους Κούρδους στη Συρία και μετά τη συμφωνία για την αποχώρηση των ενόπλων τμημάτων κατά κάποιο πολιτικό τρόπο στο Ιράκ. Στις δύο αυτές χώρες, ο Erdogan είναι πιθανό να μην ευθυγραμμίζεται με τις απαιτήσεις και να αποξενώνεται από τους συμμάχους. Οπότε η σκληρή γραμμή θα ανατροφοδοτήσει την τρομοκρατία στην Τουρκία. Ομοίως, η συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας για τους πρόσφυγες είναι πιο πιθανό από πρωτύτερα να μη τηρηθεί, και με μικρο-πολιτικές ο Erdogan να κρατήσει η σχέση του με τους Ευρωπαίους εταίρους επί σφύρας και άκμονος.

Η πιθανή νίκη του Erdogan στη μάχη επί του ζητήματος της διεύρυνσης των εξουσιών του προέδρου, θα του προσφέρει μεγάλη ανακούφιση. Ακόμα, και αν οι περισσότερες από τις διατάξεις δεν θα τεθούν σε ισχύ έως τις επόμενες εκλογές το 2019, η νίκη θα ενθαρρύνει τον Erdogan να ενεργεί ως ένας de facto “Εκτελεστικός Πρόεδρος” συνεχίζοντας να υπερβαίνει τις τυπικές αρμοδιότητες όλο το 2017. Μια εξουσία, που θα οδηγήσει την Τουρκία σε επιβαρυντικές πολιτικές, όχι μόνο στον οικονομικό τομέα, αλλά και σε κινδύνους ασφαλείας.

Στην περίπτωση που τα πράγματα πάνε άσχημα για την Τουρκία στη Συρία, αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα πολύ πιο οργανωμένο πραξικόπημα κατά του Erdogan, αφού δεν μπορεί να βλέπει μακριά. Ο Erdogan αποδεικνύει με τις πράξεις του ότι ο ίδιος είναι αμετροεπής. Η επόμενη κίνησή του θα καθορίσει κατά πόσον ή όχι είναι επίσης ένας ηλίθιος.

Όσον αφορά στα καθ’ ημάς σίγουρα ο πόλεμος δεν είναι επιδιωκόμενος ακόμη κι’ αν πιστεύουμε ότι έχουμε την ευκαιρία να κερδίσουμε. Αλλά να γνωρίζουμε ότι οι συνθήκες πολέμου πάντα υπάρχουν. Ως εκ τούτου η συνεχής επαγρύπνηση είναι απαραίτητη, και η ισχυρή θέληση για να νικήσεις τον εχθρό είναι απαραίτητη. Κλείνοντας να επισημάνουμε ότι το δίλημμα δεν είναι ψύχραιμες διαπραγματεύσεις με το “νευρικό γείτονα” ή πόλεμος, αλλά ισχυρή αποτροπή ή πόλεμος.

* Ο Δημήτρης Τσαϊλάς είναι Υποναύαρχος ε.α.

liberal.gr

Επίθεση στη σκέψη στο εσωτερικό, επίθεση α λα τούρκα από το εξωτερικό.

3

ΤΟΥ ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ

Για όσους, ακόμη, συνεχίζουν να προβληματίζονται για την τραγική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η χώρα, το πρόβλημα δεν είναι μόνο η αδυναμία επιβίωσης. Σημαντικότερο, ίσως, πρόβλημα είναι η νοοτροπία της κυβέρνησης της αριστεράς να επιτίθεται, διαρκώς, στη σκέψη των Ελλήνων πολιτών και να προσπαθεί να την επηρεάσει και να την καθοδηγήσει.

Ένα φαινόμενο για το οποίο εκφράζονται φόβοι πως στο μέλλον θα λάβει εφιαλτικές διαστάσεις και το οποίο «φουτουριστικά» έντυπα, περιγράφουν με μελανά χρώματα.

Είναι τρομερό αυτό που συμβαίνει. Δεν γίνεται, όμως, ευρέως αντιληπτό, διότι ως κοινωνία βιώνουμε, ακόμη τις μετεμφυλιακές μας αγκυλώσεις. Η αναζήτηση ταυτότητας, σ αυτήν τη χώρα δεν γίνεται μόνο ως προς το διαχωρισμό από τον ξένο- άλλο (αν προσέξετε τα σχετικά άρθρα έχουν μεγάλη επισκεψιμότητα) αλλά, η αναζήτηση ταυτότητας και στη βάση του εσωτερικού διχασμού. Ο άλλος, ως πολιτικός αντίπαλος.

Δεν έχει νόημα να αναζητήσουμε τις ρίζες αυτής της διάστασης αλλά, στην πολύ σύγχρονη ιστορία ανάγονται στον Εμφύλιο.

ΟΙ ΨΕΥΔΕΙΣ ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ EUROGROUP

Αυτές τις αγκυλώσεις εκμεταλλεύονται τα πολιτικά κόμματα και επιτίθενται, καλλιεργώντας ψευδαισθήσεις ή παραπλανώντας με ψευδείς ειδήσεις, τον ελληνικό πληθυσμό.

Τελευταίο χαρακτηριστικό παράδειγμα η σύνοδος του Eurogroup. Δεν τιμούν κανέναν οι υπερβολικά ψευδείς πανηγυρισμοί. Το τραγικό είναι πως, οι εν αναμονή τελούντες κυβερνητικοί οπαδοί, αναπαράγουν τα πανομοιότυπα ψεύδη στο διαδίκτυο.

Η κρίση, ως ευκαιρία, απέτυχε στη χώρα. Πως θα γινόταν, άλλωστε, διαφορετικά, όταν τα νέα παιδιά που ένοιωθαν δυνατά να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των σπουδών τους έφυγαν κατά δεκάδες χιλιάδες στο εξωτερικό.

Η κυβέρνηση της αριστεράς θέλει να διαμορφώσει μια κοινωνία χαμηλού μέσου όρου, με την ενσωμάτωση φοβισμένων ανθρώπων που αγωνιούν για την επιβίωσή τους ως προσφύγων ώστε να αναπαράγει την πολιτική της εξουσία. Διότι την ιδεολογική ηγεμονία την έχασε εδώ και καιρό.

Απέναντι στον πολιτικό και ιδεολογικό τυχοδιωκτισμό και καιροσκοπισμό του Συριζα δεν μπορεί να αντιπαρατεθεί μια σοβαρή φιλελεύθερη αντίληψη διότι ο φιλελευθερισμός, προϊόν, κυρίως, του Διαφωτισμού, προϋποθέτει την ύπαρξη μιας σοβαρής αστικής τάξης που θα ενσωματώσει και θα αναπαράγει τις ιδέες του. Και τέτοια αστική τάξη δεν υπάρχει στην Ελλάδα. Σαν την αστική τάξη μιας χώρας είναι και το κόμμα που εκφράζει τις αξίες της.

Ο μεσαίος, μετριοπαθής, ανεκτικός και κεϋνσιανός χώρος στην Ελλάδα βαρύνεται με τα μεταπολιτευτικά δεινά και η προσπάθεια ανασυγκρότησής του είναι επώδυνη. Για λόγους συμμετοχής στη νομή της εξουσίας, θα διεκδικήσει μια αξιοπρεπή θέση στο πολιτικό φάσμα χωρίς καμιά ιδεολογική ή πολιτική διαφοροποίηση, από τους άλλους, για τις ανάγκες και την προοπτική της ελληνικής κοινωνίας. Είναι αμφίβολο αν διαθέτει το ανθρώπινο δυναμικό για να τη διαμορφώσει.

ΔΕΝ ΣΥΝΤΡΕΧΟΥΝ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΑΚΜΗΣ

Η ιστορία και η στατιστική είναι δύο επιστήμες που βοηθούν στην εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Με την αξιοποίησή τους, μπορεί να διαπιστώσει κανείς πως οι περιπτώσεις που η Ελλάδα είχε δυναμική πορεία ανάπτυξης ήταν όταν στην ηγεσία της βρίσκονταν ικανοί και ισχυροί ηγέτες, υπήρχαν σαφείς στόχοι και λαϊκή ενότητα για την επιτυχία τους.

Τίποτε από τα ιστορικά παραδείγματα ακμής της χώρας δεν συντρέχουν. Η πολιτική ηγεσία της χώρας είναι αξιοθρήνητη, υπάρχει ένας βαθύτατος κοινωνικός διχασμός και, βεβαίως, κανένα όραμα για την πορεία της χώρας. Ποιος να το διαμορφώσει, άλλωστε.

Το ανησυχητικό είναι ότι αυτή η παρακμή βρίσκει τη χώρα σε μια στιγμή όπου επαναδιαμορφώνεται ο κόσμος και η περιοχή μας με αυξημένους κινδύνους εμπλοκής σε ανεπιθύμητες περιπέτειες.

Η ΕΧΘΡΙΚΗ ΤΟΥΡΚΙΑ

Ο κύριος, αντίπαλος, με εχθρική συμπεριφορά είναι η Τουρκία, η οποία, τις τελευταίες ημέρες αμφισβήτησε ανοικτά την εδαφική ακεραιότητα της χώρας. Η ελληνική απάντηση ήταν η συνήθης ψυχραιμία η οποία είναι καλή όσο δεν εκχωρείται ελληνική κυριαρχία. Από ένα σημείο και πέρα, όμως, ο ισχυρισμός ως πολεμοκάπηλων όσων αναζητούν την εκδήλωση μιας πιο συγκεκριμένης αποτρεπτικής συμπεριφοράς, είναι άλλη μια επίθεση στη σκέψη, εκ μέρους της, κάθε μορφής, εξουσίας.

Προφανώς, αγανάκτησε με την τουρκική προκλητικότητα και ο υπουργός εξωτερικών για να φθάσει στο σημείο να πει πως την επόμενη φορά που, η Τουρκία, θα συμπεριφερθεί, όπως τελευταία στο Φαρμακονήσι, θα αντιδράσουμε διαφορετικά.

Η δήλωση του υπουργού εντάσσεται σε μια κλιμάκωση της αποτροπής. Αυτό, όμως, σημαίνει πως αν η Τουρκία παραβεί τις ελληνικές κόκκινες γραμμές θα υπάρξει αντίδραση, όπως την περιέγραψε ο υπουργός. Διαφορετικά, δεν γινόμαστε, μόνο καταγέλαστοι, αλλά υπονομεύουμε την αποτρεπτική μας δύναμη. Αν δεν πρόκειται να υπάρξει κλιμάκωση στην αποτρεπτική ελληνική προσπάθεια, τότε, κακώς, ο υπουργός προέβη στην παραπάνω δήλωση.

Πάντως, μια αξιοπρεπής κοινωνία, για να μπορέσει να διατηρήσει την ελευθερία, την ανεξαρτησία και την εδαφική της ακεραιτότητα δεν πρέπει να αποκλείει ότι κάποια στιγμή, αν προκληθεί, θα αντιδράσει. Η εκδήλωση, δημοσίως, ενός φοβικού συνδρόμου από την κοινωνία και την Πολιτεία, είναι ό,τι χειρότερο.

ΤΑ ΟΘΩΜΑΝΙΚΑ ΦΤΕΡΑ

Η Τουρκία, είναι αλήθεια,  ότι άνοιξε τα οθωμανικά φτερά της και αναζητά ρόλο περιφερειάρχη. Η επιδίωξή της αυτή της δημιουργεί συγκρούσεις αλλά και συμμαχίες. Είναι το αναγκαστικό αποτέλεσμα ενός γεωπολιτικού παίκτη. Η Τουρκία, από τις αρχές του αιώνα ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που αναφέραμε, προηγουμένως, για την Ελλάδα, στις  εποχές της ακμής της. Ισχυρός και, ως ένα βαθμό, ικανός ηγέτης, κυρίως, με όραμα. Δεν ικανοποιεί την τρίτη προϋπόθεση, την ενότητα της κοινωνίας της. Αυτή η διχόνοια στη βάση, κάποια στιγμή θα εκδηλωθεί καταστρεπτικά αλλά, η πολιτική ηγεσία της γειτονικής χώρας πιστεύει πως θα προλάβει να την ελέγξει.

Χρονικός ορίζοντας για μια μεταστροφή της τουρκικής πολιτικής είναι το δημοψήφισμα του Απριλίου, με την προϋπόθεση ότι ο τούρκος πρόεδρος θα κερδίσει αυτό που επιθυμεί. Εκτελεστικές αρμοδιότητες στην προεδρία. Εάν δεν το πετύχει, θα είναι η πρώτη πολιτική ήττα του και η συμπεριφορά του απρόβλεπτη. Εάν το πετύχει, θα αλλάξει εσωτερικούς συμμάχους και θα επιδιώξει ανοίγματα, ακόμη και προς τους Κούρδους. Μπορεί ο κ. Ενρτογάν να είναι εμμονικός αλλά, είναι και πραγματιστής.

Η Τουρκία θα συνεχίσει να είναι διαρκές πρόβλημα για την Ελλάδα το οποίο αντιμετωπίζεται με έναν συνδυασμό αλλαγής πολιτικής νοοτροπίας και ανάπτυξης της διπλωματικής προσπάθειας και της αποτρεπτικής δύναμης:

-Αποφασιστική αντιμετώπιση της διαφθοράς, της γραφειοκρατίας του κρατικού συγκεντρωτισμού και των ομάδων διάλυσης της συνοχής της ελληνικής κοινωνίας.

-Μηνύματα- και προσπάθεια- ενότητας της ελληνικής κοινωνίας, από όλο το φάσμα των πολιτικών δυνάμεων.

-Διακομματική διαμόρφωση μεσοπρόθεσμης πολιτικής.

-Ενίσχυση της Διπλωματικής Υπηρεσίας με ικανά άτομα και ανάπτυξη της δραστηριότητάς της.

-Ανάπτυξη διεθνούς πολιτικής και διπλωματικής κινητικότητας. Να γίνει σαφές σε επίπεδο διεθνούς κοινής γνώμης, διεθνών θεσμών και κυβερνήσεων ότι η Τουρκία επιδιώκει να προκαλέσει πόλεμο στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Στην ελληνική έκδοση της Huffington Post υπήρχε κείμενο ότι αιτία του ναυαγίου στις συνομιλίες για το κυπριακό είναι μια σχολική γιορτή. Αν είναι δυνατόν! Κάτι κρύβεται πίσω από τέτοια δημοσιεύματα. Αξιοποίηση σε πιο αποτελεσματικό ρόλο της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης.

-Επιδίωξη συνάντησης στο ανώτερο δυνατό επίπεδο με την αμερικανική, ρωσική και κινεζική ηγεσία.

-Αύξηση της αποτρεπτικής δυνατότητας της χώρας.

-Ό,τι λέμε πως θα κάνουμε, να το κάνουμε. Διαφορετικά, καλύτερα να μην το λέμε. Αν χρειαστεί μια αποτρεπτική ενέργεια, θα πρέπει να είναι ενημερωμένη η διεθνής κοινότητα για το λόγο που έγινε. Διαφορετικά, η Τουρκία θα την παρουσιάσει ως ελληνική επιθετικότητα.

-Αναζήτηση στο εσωτερικό τη Τουρκίας συμμάχων με πολιτιστικό άνοιγμα στη γειτονική χώρα.

 

 

 

 

Coup commander: Military chief’s advisor told us coup was within chain of command

0

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Col. Muhsin Kutsi Barış, commander of the Guard Regiment, said in court on Monday that the top adviser of Chief of General Staff Gen. Hulusi Akar told them that a coup attempt was in order and within the chain of command.

“One of the soldiers said there was a secret message that the military had taken control. In order to verify it I called the deputy chief of general staff but could not reach him. After that I called the chief’s top adviser and confirmed the information. He said it was a coup, that it was in order and within the chain of command,” said Barış during his defense at the Ankara 13th High Criminal Court where 27 suspects are being tried for detaining Fahri Kasırga, the presidential secretary-general, during the coup attempt on the night of July 15.

Another suspect, Mutlu Serkan Vurdem, said in his defense there was a military exercise alarm and that he acted accordingly without knowing it was a coup attempt.

“I did not understand it was a coup until President Recep Tayyip Erdoğan made a statement. Two people visited me in Sincan Prison and told me I could be released if I would give them information. When I saw the indictment, I realized that they did not include my testimony in it. I have concerns that my testimony is being used with additions,” said Vurdem.

Rejecting claims that he is linked to the Gülen movement, Vurdem said: “All upper commanders were aware of the coup. Around 17:00 to 18:00 all commanders knew it. Their hands were tied.”

In another coup case on Monday, Brig. Gen. Gökhan Şahin Sönmezateş, the commander of the team that targeted President Erdoğan’s hotel in Marmaris on the night of the failed coup, said in court that they received an order from the office of the Chief Of General Staff but were intentionally deceived and kept waiting for four hours, news website Artıgercek reported on Monday.

“While the whole world knew the president had gone to İstanbul, we were sent there, into a trap. … I am trying to find an answer to the question of ‘Who deceived us and kept us waiting for four hours?’”

Erdoğan called the botched coup a great gift of God as he immediately put the blame on the Gülen movement.

A report prepared by the EU Intelligence Analysis Centre (IntCen) revealed that although President Erdoğan and the Turkish government immediately put the blame for the July 15 failed coup on the faith-based Gülen movement, the coup attempt was staged by a range of Erdoğan’s opponents due to fears of an impending purge, according to a report by The Times newspaper on Jan. 17.

The Aldrimer.no website reported on Jan. 25 that NATO sources believe the coup was staged by the president of Turkey himself.

Speaking to vocaleurope.com, a former Turkish officer who served at NATO headquarters in Brussels but was sacked and recalled to Turkey as part of an investigation into the failed coup on July 15 claims that the putsch was clumsily executed and never intended to bring down the government, but rather served as a vehicle for President Erdoğan to eliminate opponents and the ultranationalists to take a prominent role in the military and impose their “Eurasian” agenda on the country.

Over 135,000 people, including thousands within the military, have been purged due to their real or alleged connection to the Gülen movement since the coup attempt, according to a statement by the labor minister on Jan. 10. As of Feb. 1, 89,775 people were being held without charge, with an additional 43,885 in pre-trial detention due to their alleged links to the movement.

By

TM

Germany says 136 Turks with diplomatic passports applied for asylum

0
Migrants walk to get the first registration at the registration point for asylum seekers in Erding near Munich, southern Germany, on November 15, 2016.

German Interior Ministry has announced that 136 Turkish citizens who have diplomatic passports have applied for asylum in Germany since a failed coup attempt in Turkey on July 15, according to BBC Turkish service.

The ministry’s announcement came in response to a question from a member of the German Parliament.

The ministry said the 136 asylum applications include the families of the diplomatic passport holders.

Turkey is putting pressure on Germany to not grant asylum to these people, citing national security concerns. However, German authorities have said the asylum applications of the Turks will be processed in the normal way.

By

TM

Erdoğan’s son sells tankers for $75 million

0
President Recep Tayyip Erdoğan (L) and his son Bilal Erdoğan.

The BMZ Group, owned by President Recep Tayyip Erdoğan’s son, brother and brother-in-law, has sold five tankers for $75 million.

Maritime news website Deniz Haber Ajansı recently reported the story, saying that BMZ sold five tankers used to transport chemical products.

The ships owned by the maritime company, whose name bears the initials of Bilal Erdoğan, Mustafa Erdoğan and Ziya İlgen, are registered in Malta.

Current Prime Minister Binali Yıldırım, who was transportation minister in previous Erdoğan governments, had said they do not see any good intentions in flying foreign flags.

Both of Erdoğan’s sons, Bilal and Burak, have been in the maritime business despite the family’s modest background. Recep Tayyip Erdoğan grew up in a poor İstanbul neighborhood and rose to power as mayor of İstanbul in 1994.

By

TM

Κόκκινες γραμμές και θερμά επεισόδια

0
  • Σάββας Καλεντερίδης
    (Φωτ.: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Αλέξανδρος Βλάχος)

Αν δούμε το χάρτη της ευρύτερης περιοχή μας, θα διαπιστώσουμε ότι υπάρχει η εξής εικόνα: Το Ιράκ είναι ένα κράτος κατακερματισμένο, η Συρία ένα κράτος κατεστραμμένο και την επομένη θα είναι ένα κράτος επίσης κατακερματισμένο, ο Λίβανος ένα κράτος που είναι θαύμα ότι συνεχίζει να λειτουργεί, η Παλαιστίνη στη γνωστή κατάσταση και η Τουρκία στον προθάλαμο μιας κατάστασης παρόμοιας με αυτήν του Ιράκ και της Συρίας.

 Αν κλείσουμε λίγο το φακό, θα δούμε ότι είναι σε εξέλιξη ένα ιδιότυπο διεθνές συνταγματικό πραξικόπημα, μια επιχείρηση καταστροφής του κράτους της Κυπριακής Δημοκρατίας που επιχειρείται μέσω των διαπραγματεύσεων της Γενεύης, στις οποίες η Κυπριακή Δημοκρατία ήδη έχει αυτοακυρωθεί και έχει υποβαθμιστεί σε «κοινότητα», ενώ μετά από εγκληματικά λάθη της Λευκωσίας και της Αθήνας, κατορθώσαμε να ακυρώσουμε πολιτικές και διπλωματικές προσπάθειες σαράντα δύο ετών.

Πώς; Νεκρανασταίνοντας τις έκπτωτες Συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου, και τη Συνθήκη Εγγυήσεων την οποία η Τουρκία παραβίασε και συνεχίζει να παραβιάζει μέχρι σήμερα με την παράνομη, και με τη βούλα του ΣΑ του ΟΗΕ, εισβολή και συνεχιζόμενη κατοχή του 40% του εδάφους της Κύπρου.

Ενώ λοιπόν το πραξικόπημα και η επιχείρηση καταστροφής του κράτους της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι σε εξέλιξη, εμφανίστηκαν σημάδια στο Αιγαίο που μπορεί να οδηγήσουν στην καταστροφή άλλων δύο κρατών, της Ελλάδας και της Τουρκίας, για να ολοκληρωθεί το παζλ των κατεστραμμένων κρατών από τον Κόλπο της Βασόρας μέχρι την Αδριατική, τα Βαλκάνια και τον Εύξεινο Πόντο.

Και όλα αυτά με φόντο μια Ευρώπη η ένωση της οποίας βρίσκεται σε κίνδυνο, και ένα εξαιρετικά ασταθές παγκόσμιο σκηνικό.

Το πώς και γιατί η Τουρκία επιδεικνύει τη συγκεκριμένη συμπεριφορά στο Αιγαίο, το έχουμε εξηγήσει με κάθε λεπτομέρεια στο άρθρο μας της περασμένης Κυριακής.

Πάντως δεν είμαστε σίγουροι αν είναι σε γνώση της ηγεσία της γείτονος πόσο επικίνδυνο είναι το παιχνίδι που παίζει και πόσο μεγάλο κίνδυνο διατρέχει η Τουρκία, όπως και η Ελλάδα, από ένα θερμό επεισόδιο, που κανείς δεν μπορεί να διασφαλίσει ότι δεν θα εξελιχθεί σε έναν γενικευμένο ελληνοτουρκικό πόλεμο.

Απλώς να υπενθυμίσουμε ότι όταν η Άγκυρα απείλησε με εισβολή στο Ιράκ, μετακινώντας μάλιστα στρατεύματα στα τουρκοϊρακινά σύνορα, ο πρωθυπουργός του Ιράκ είπε το εξής στην τουρκική κυβέρνηση: «Αν εισβάλετε στο έδαφος του Ιράκ, θα σας χαρακτηρίσουμε εχθρική χώρα και θα ξεσπάσει ιρακινοτουρκικός πόλεμος. Όμως αυτός ο πόλεμος θα οδηγήσει στο διαμελισμό της Τουρκίας».

Σε αυτή την εκτίμηση-διαπίστωση, που έχει και το χαρακτήρα πλάγιας απειλής, προέβη ο πρωθυπουργός του Ιράκ, του οποίου ο στρατός είναι σχεδόν διαλυμένος, γνωρίζοντας σε βάθος το κουρδικό πρόβλημα και το σκέλος του που αφορά τους Κούρδους του τουρκοκρατούμενου Κουρδιστάν.

Μπορεί να διανοηθεί ο κάθε ουδέτερος παρατηρητής πόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος για καταστροφή της Τουρκίας αν εμπλακεί σε ένα πόλεμο με την Ελλάδα, οι Ένοπλες Δυνάμεις της οποίας είναι σε θέση να επιφέρουν καίρια πλήγματα στις στρατιωτικές, κρατικές, βιομηχανικές και οικονομικές υποδομές, «άνευ ετέρας», όπως λέμε στην επιτελική γλώσσα.

Για παράδειγμα, η Τουρκία μπορεί να δει να χάνεται την πρώτη μέρα το σύνολο του αποβατικού της στόλου και μεγάλο μέρος του πολεμικού της στόλου, ίσως δει κατεστραμμένα το σύνολο των διυλιστηρίων της, και –φυσικά– τις τρεις γέφυρες του Βοσπόρου.

Και πόσα άλλα, δηλώνοντας υπεύθυνα ότι τα παραπάνω δεν αποτελούν πληροφορίες που έχω από την θητεία μου ως αξιωματικός σε ορισμένες θέσεις.

Όμως, τεράστιες καταστροφές θα υποστεί και η Ελλάδα από έναν ενδεχόμενο ελληνοτουρκικό πόλεμο, ο οποίος, όπως προαναφέραμε, θα οδηγήσει στην καταστροφή και τα δύο κράτη.

Το θέμα είναι να δούμε αν υπάρχουν υπέρτερες δυνάμεις που επιδιώκουν κάτι τέτοιο και αναζητούν σε Τουρκία και Ελλάδα τους guest star για να πετύχουν το στόχο τους, όπως έγινε το 1974 με το προδοτικό πραξικόπημα και την επακολουθήσασα εισβολή, όπως έγινε στα Ίμια το 1996.

Αν λοιπόν έχει δόση αλήθειας ή και αληθοφάνειας το πλαίσιο που προσπάθησα να περιγράψω στο παρόν άρθρο, πρέπει να αναλύσουμε βασανιστικά τη δήλωση που έκανε ο υπουργός Εξωτερικών Ν. Κοτζιάς, σε πρόσφατη συνέντευξή του, βάζοντας «κόκκινη γραμμή» στην Τουρκία με αφορμή το προκλητικότατο επεισόδιο στο Φαρμακονήσι.

Μήπως θα έπρεπε να είναι πιο προσεκτικός στις δηλώσεις του, για να μην οδηγηθούμε σε αυτοπαγίδευση, δίνοντας ενδεχομένως μια θαυμάσια ευκαιρία σε εκείνους που θέλουν την καταστροφή των δύο κρατών, της Ελλάδας και της Τουρκίας – αν φυσικά υπάρχουν τέτοιοι…

Ο πολλαπλασιαστής ισχύος

0

Στην Εξωτερική Πολιτική και Εθνική Πολιτική Ασφάλειας δεν λείπουν ούτε τα μέσα, ούτε οι ικανότητες. Αυτό που λείπει είναι η θεσμική μνήμη και η κατοχύρωση της συνέχεια της γνώσης.

Οι αποφάσεις λαμβάνονται λόγω της επικράτησης απόψεων του τάδε ή του δείνα, χωρίς πάντοτε να στηρίζονται στη γνώση. Δηλαδή, η γνώμη προηγείται της γνώσης.

Επιπλέον, συχνά η πολιτική επικοινωνία  κατισχύει  της ουσιαστικής πολιτικής και των στόχων της.

Η επικοινωνία δημιουργεί στιγμιαίες ψευδαισθήσεις και παραισθήσεις, οι οποίες όμως  γρήγορα υποχωρούν   στα μόνιμα συμφέροντα. Όταν όλοι γύρω μας προωθούν σταθερά, συχνά δε και επιθετικά, τα συμφέροντά τους, δεν είναι ανεκτό εμείς να συνεχίζουμε  την επιδίωξη του εφήμερου. Αντί  του όλου, του σταθερού και του μόνιμου.

Υφίσταται συνεπώς, ειδικά στην Ελλάδα, επείγουσα ανάγκη της αξιοποίησης της γνώσης και της εμπειρίας και της διάχυσης της ευθύνης.

Σταθερή επιδίωξη, επιθυμητή και εφικτή, πρέπει να είναι η διασφάλιση της θεσμικής γνώσης.

Οι διαχρονικές ακροβασίες στην εξωτερική πολιτική και στην πολιτική άμυνας και ασφάλειας μάς έχουν ζημιώσει. Μερικές μάλιστα σε βαθμό ανεπανόρθωτο.

Η γνώση σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, που σήμερα δέχεται ταυτόχρονα και μαζικά, συμβατικές, μη συμβατικές και ασύμμετρες απειλές, εκτιμώ ότι θα περιορίσει τις ζημίες και θα συμβάλλει στην σταθεροποίηση του οφέλους.

Η επισήμανση των διαφωνιών στις επιλογές που αφορούν στην εξωτερική μας πολιτική και στις διεθνείς σχέσεις της Ελλάδας, θα εξακολουθήσει να γίνεται στο Κοινοβούλιο. Σκόπιμο είναι να έχει συμφωνηθεί, κεκλεισμένων των θυρών, το  εμπιστευτικό πλαίσιο διαχείρισής τους σε επίπεδο υπευθύνων πολιτικών αρχηγών. Η συμφωνία γι’ αυτήν την διαχείριση των διαφωνιών είναι σημαντική.

Επαναφέρω συνεπώς  την πρόταση να περιληφθεί στο πλαίσιο της Συνταγματικής αναθεώρησης οψέποτε γίνει και η σύσταση Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας που θα συγκαλείται από τον εκάστοτε Πρόεδρο της Δημοκρατίας η τον Πρωθυπουργό με την συμμετοχή και των πολιτικών αρχηγών.

Δικαιωματικά, θέση στον νέο αυτό θεσμό, ο οποίος  έχει μηδενικό δημοσιονομικό κόστος, έχουν, επίσης, οι Υπουργοί Οικονομίας, Εξωτερικών, Άμυνας, Προστασίας του Πολίτη, Εσωτερικών (με όποια ονομασία έχει  το Υπουργείο), ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ , οι Αρχηγοί Αεροπορίας, Στρατού και Ναυτικού και ο Διοικητής της ΕΥΠ.

Το συμφέρον της Ελλάδας, η ανάγκη μακροχρόνιου σχεδιασμού και η εξασφάλιση αντιστοιχίας στόχων και μέσων, επιβάλλουν  την θεσμοθέτηση  του. Ειδικά όταν γύρω μας έχουμε ένα περιβάλλον ανατροπών, συγκρούσεων και απειλών, το οποίο συνεχώς διευρύνεται γεωγραφικά και θα διαρκέσει επί δεκαετίες.

Οι θεσμοί του χθες δεν είναι ικανοί να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις του σήμερα και του αύριο.

Παραμένω απαισιόδοξος για την δυνατότητα μας συνολικά και του πολιτικού μας συστήματος ειδικότερα,  να λειτουργήσει σ’ ένα  νέο  πλαίσιο.

Όμως, η  πολιτική συναίνεση και η σύγκλιση αποτελούν πολλαπλασιαστή ισχύος.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΕΣΤΙΑ, 20/02/2017