Αρχική Blog Σελίδα 2985

Η μεγάλη ανατροπή έχει συντελεστεί – Οι Κούρδοι ένωσαν τα κανόνια τους – Πανικός στην Άγκυρα

3

Να διαβάσουν με προσοχή όσοι κάνουν ατυχείς ή “ατυχείς” δηλώσεις καιδεσμεύουν-παγιδεύουν την Ελλάδα και όσοι σκοπίμως μιλούν για σχέδια της Άγκυρας για θερμό επεισόδιο στο Αιγαίο 

του Σάββα Καλεντερίδη
Η κατάσταση στη Συρία έχει αρχίσει να ξεκαθαρίζει, σε σχέση με το ρόλο που επιδιώκει να παίξει η Τουρκία, δηλαδή να καταστρέψει τις διοικητικές και στρατιωτικές δομές που έχουν δημιουργήσει από το 2011 οι Κούρδοι στα τρία καντόνια του Τζεζίρε, του Κομπάνι και του Αφρίν και σε άλλες αυτοδιοικούμενες περιοχές, όπως αυτή της Ιεράπολης.

Από χθες, ο στρατός της Συρίας, με την υποστήριξη των ειδικών δυνάμεων και της πολεμικής αεροπορίας της Ρωσίας, προήλασε νοτίως της Αλ Μπαμπ, που κατέχουν δυνάμεις υποστηριζόμενες από την Τουρκία και έφθασε μέχρι τις περιοχές που ελέγχουν οι Δημοκρατικές Δυνάμεις της Συρίας (SDF), η ραχοκοκκαλιά των οποίων είναι οι Κούρδοι του YPG.

Την εξέλιξη προσπάθησε να αποτρέψει η Τουρκία δια των μισθοφόρων της (Ε.Σ.Σ.), πλην όμως δεν κατάφεραν τίποτα. Την ίδια μέρα, η Τουρκία ενίσχυες τις δυνάμεις της στην περιοχή που κατέχει στην περιοχή Τζαραμπλουζ-Αλ Μπαμ, ενώ έβαλε με πυρά πυροβολικού εναντίον θέσεων του  SDF στην Αρίμα.
Επίσης, την ίδια μέρα, Καθαρή Δευτέρα για μας τους Χριστιανούς, ο Τούρκος αρχηγός ΓΕΕΘΑ, Χουλουσί Ακάρ, επισκεπτόταν τον πρωθυπουργό Γιλντιρίμ και τον πρόεδρο Ερντογάν, πιθανόν για να τους ενημερώσει για τις δυσάρεστες εξελίξεις στο μέτωπο της Συρίας.
Και πάλι την ίδια μέρα, ο υφυπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας, Μιχαήλ Μπογντάνοφ, δήλωνε από τη Μόσχα ότι η Ρωσία θέλει να συμμετέχουν οι Κούρδοι της Συρίας στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων που άρχισαν μετά από διακοπή δέκα μηνών στη Γενεύη, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ. Σημειωτέον ότι η δήλωση αυτή γίνεται λίγες μέρες πριν την επίσκεψη Ερντογάν στη Μόσχα, η οποία γίνεται εσπευσμένα, μετά από αίτημα της τουρκικής πλευράς, ακριβώς για να προλάβει η Τουρκία τις εξελίξεις γύρω από το θέμα των Κούρδων της Συρίας.
Τέλος, και πάλι την ίδια μέρα που οι Έλληνες πετούσαν… χαρταετούς κια προσπαθούσαν να αναλύσουν τις δηλώσεις του κ. Κοτζιά για κόκκινες γραμμές, του κ. Καμμένου για το πώς θα φύγουν οι Τούρκοι αν πατήσουν σε ελληνικό έδαφος και του Τσαβούσογλου, που έλεγε ξεκάθαρα ότι η ελληνική κυβέρνηση (ποιός άραγε) του συνιστά να μην δίνει σημασία στις δηλώσεις του Καμμένου, γιατί λίγο πολύ δεν ξέρει τι λέει, οι Αμερικανοί δημοσίευαν φωτογραφία οχήματος των Ειδικώ Δυνάμεων των ΗΠΑ, με την αμερικανική σημαία, με την εξής επισήμανση: Image purporting to show US forces on demarcation line between the SDF and Turkish backed forces in Manbij 
Πράγμα που σημαίνει ότι οι Αμειρκανοί λένε στην Τουρκία να μην τολμήσει να επιτεθεί στην Ιεράπολη/Μένπετζ, όπως προτρέπουν τον Ερντογάν να κάνει διάφοροι θερμοκέφαλοι σύμβουλοί του.
Οι Αμερικανοί που την ίδια μέρα δημοσίευσαν σε επίσημες ιστοσελίδες του στρατού των ΗΠΑ, φωτογραφίες με φορτηγά που μεταφέρουν τεθωρακισμένα οχήματα που έδωσε ως βοήθεια ο αμερικανικός στρατός στους Κούρδους του YPG.
Υ.Γ. Διερευνώνται οι αιτίες που οι υπεύθυνοι του SDF, ενώ εξέδωσαν ανακοίνωση, με την οποία δηλώνουν ότι κατόπιν συνεννόησης με τον στρατό της Συρίας, αποκατέστησαν επικοινωνία, άρα ένωσαν το Αφρίν με την αυτοδιοικούμενη περιοχή της Ιεράπολης (A spokesman for the Syrian Democratic Forces Talal Silo praised the progress of the Syrian Arab Army in that it has met up with Syrian Democratic Forces held-areas west of Manbij, saying this will increase trade and that now there is a link between the entire northern area (including Afrin), Aleppo Governorate, Syria.), στη συνέχεια την αφαίρεσαν από την επίσημη ιστοσελίδα τους. Το παρακολουθούμε και θα σας ενημερώσουμε!
Πάντως, είναι αρκετά διαφωτιστικό για το θέμα του άρθρο που μετέφρασε ο γίγαντας Κριστιάν: ΣΥΡΙΑ. Σιωπηρή συμφωνία μεταξύ της συριακής κεντρικής κυβέρνησης και των Κούρδων στο βόρειο τμήμα της Συρίας
infognomon.gr

Πού το πάνε οι Τούρκοι με τις προκλήσεις στο Αιγαίο – Τι επιδιώκουν, πόσο θα τεντώσουν το σκοινί

0

Του Σάββα Καλεντερίδη

Οι τουρκικές προκλήσεις, που κορυφώθηκαν με την επίσκεψη του Τούρκου αρχηγού ΓΕΕΘΑ στρατηγού Ακάρ και των αρχηγών των κλάδων των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων, συνοδεία τηλεοπτικών συνεργείων στα Ίμια, συνεχίζονται και κατά την εκτίμησή μου θα συνεχίζονται το επόμενο διάστημα, τουλάχιστον ως το δημοψήφισμα του Απριλίου.
Πριν αναφερθώ στα αίτια, να ξεκαθαρίσω ότι αυτό δεν γίνεται για λόγους εξαγωγής της κρίσης ή εσωτερικής κατανάλωσης, για αποπροσανατολισμό της τουρκικής κοινής γνώμης από άλλα σοβαρά προβλήματα, προσφιλή θεωρία στην οποία προστρέχουν πολιτικοί, αναλυτές και δημοσιογράφοι για να εξηγήσουν και να ερμηνεύσουν την τουρκική συμπεριφορά.
Η θεωρία αυτή είναι αναπόδεικτη και εντελώς λάθος. Δεν ισχύει. Και αυτό γιατί καμία ελληνοτουρκική κρίση δεν έγινε για τους λόγους που αναφέρονται στην ως άνω θεωρία, και δεν τιμά τον πολιτικό και τον δημοσιογραφικό κόσμο να την επικαλείται κάθε τρεις και λίγο, όπως δεν τιμά και τη χώρα μας.
Οι λόγοι λοιπόν των προκλήσεων και της έντασης, είναι οι εξής:
Ο πρώτος είναι στρατηγικός και σχετίζεται και εντάσσεται στον μακρόπνοο σχεδιασμό της Τουρκίας, για διεκδίκηση του Αιγαίου από τον 25ο μεσημβρινό και ανατολικά, χωρίς να μας χαρίζει το υπόλοιπο τμήμα του. Θα συνεχίσει να το διεκδικεί.
Άρα, ότι κάνει η Τουρκία στο Αιγαίο δεν το κάνει για… πλάκα, όπως θέλει η λανθασμένη θεωρία, αλλά γιατί εκτός των άλλων εντάσσεται και στον στρατηγικό της σχεδιασμό για το Αιγαίο.
Ο δεύτερος, που σχετίζεται με την ένταση και την ποιοτική αναβάθμιση των προκλήσεων το τελευταίο διάστημα, είναι η απόφαση του Αρείου Πάγου να μην επιτραπεί η έκδοση των οκτώ Τούρκων αξιωματικών. Η Τουρκία θεωρεί ότι ασκώντας πίεση θα υποχρεώσει την Ελλάδα να τους εκδώσει, καθότι αφενός μεν εξ ιδίων κρίνει τα αλλότρια και αφετέρου έχει συνηθίσει την Ελλάδα να υποχωρεί.
Ο τρίτος λόγος σχετίζεται με τον ισχυρισμό της Τουρκίας ότι η Ελλάδα, εγκαθιστώντας σε 18 νησιά του Αιγαίου στρατιωτικά τμήματα, έχει ανατρέψει εις βάρος της Τουρκίας το status quo στο Αιγαίο. Αυτόν τον ισχυρισμό, που μέχρι πριν από δύο χρόνια τον επικαλούνταν περιθωριακοί εθνικιστικοί κύκλοι του κόμματος Βατάν*, τώρα τον ενστερνίζεται και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και ασκεί πίεση στο AKP, εκτοξεύοντας κατηγορίες όπως «επί AKP και Ερντογάν χαρίσατε στην Ελλάδα 18 νησιά». Μετά από την πολιτική αναβάθμιση του θέματος, φαίνεται ότι και η τουρκική κυβέρνηση με τη σειρά της άρχισε να ασχολείται με το θέμα, όπως έγραψε σε πρόσφατο άρθρο του ο Φικρέτ Μπιλά. Άρα, η άσκηση πίεσης μέσω των προκλήσεων πιθανόν να αποσκοπεί και στο να οδηγήσει την Ελλάδα στην απόσυρση των στρατιωτικών τμημάτων από τα νησιά αυτά.
Ένας τέταρτος λόγος είναι το γεγονός ότι ο Ερντογάν, βλέποντας τις δημοσκοπήσεις και τη διαρροή ψήφων από το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης (MHP) προς το «Όχι», ανεβάζει τα εθνικιστικά γράδα στο μείγμα της πολιτικής του για να περιορίσει τις διαρροές.
Τέλος ένας άλλος λόγος, πιο πολύ με δομικά χαρακτηριστικά, είναι αυτός που σχετίζεται με αυτό που λέμε ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας.
Από τη Συμφωνία του Ελσίνκι, του 1999, η Άγκυρα (και από το 2003 ο Ερντογάν) διαμόρφωσε την εξωτερική πολιτική της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα με βάση την ευόδωση του ευρωπαϊκού στόχου, δηλαδή την είσοδο της Τουρκίας στην ΕΕ.
Ο Ερντογάν μάλλον έχει πάρει τις αποφάσεις του, και κατά τα φαινόμενα δεν αποτελεί πλέον πρωταρχικό στόχο γι’ αυτόν η ΕΕ – άρα, δεν υπάρχει λόγος να ασκεί εξωτερική πολιτική απέναντι στην Ελλάδα με το ένα μάτι στις Βρυξέλλες. Άλλωστε, αυτό δείχνει και η ανθελληνική πολιτική που ασκεί μέσω των Τιράνων και του εξωνημένου Ράμμα.
Και εξ αυτού, είναι σαν να ωθεί και την Ελλάδα να εγκαταλείψει κι αυτή την πολιτική του κατευνασμού δια των Βρυξελλών, και να ξαναγυρίσει στην πολιτική των βέτο που εγκαταλείψαμε το 1996, όταν ανταλλάξαμε την είσοδο της Κύπρου στην ΕΕ με την άρση του βέτο για την υπογραφή της Τελωνειακής Ένωσης της ΕΕ με την Τουρκία.
Θα πρέπει δε να ξέρει η Τουρκία ότι το αίτημά της για διεύρυνση της Τελωνειακής Ένωσης είναι ένα «όπλο» που κρατάει ακόμα στα χέρια της η Ελλάδα, και τώρα που η οικονομία της Τουρκίας κλυδωνίζεται, καλό είναι να μην δοκιμάσει τις προθέσεις της Ελλάδας.
Επίσης, καλό είναι να μην δοκιμάζει την υπομονή και τις προθέσεις της Ελλάδας, γιατί μπορεί το 1922 να γνωρίσαμε την κατάρρευση του μετώπου και την Μικρασιατική Καταστροφή, όμως λίγο πριν η Τουρκία είχε βρεθεί στο χείλος της ολοκληρωτικής καταστροφής.
Και πρέπει να ξέρουν εκεί στην Άγκυρα ότι η ιστορία μερικές φορές επαναλαμβάνεται ως φάρσα…
Υ.Γ. Διαβάστε προσεκτικά το άρθρο, γραμμή γραμμή και μην ακούτε σας παρακαλώ τα παπαγαλάκια, πολιτικά και δημοσιογραφικά, που μιλούν για θερμό επεισόδιο. Δεν αντέχει η πατρίδα μας άλλο λαϊκισμό και ανευθυνότητα.
*Vatan Partisi: Κόμμα Βατάν – Πατρίδα, του Ντογού Περιντσέκ, ενός μαοϊκού αριστερού, επικεφαλής ομάδας που χρηματοδοτούνταν από τις υπηρεσίες της Αγγλίας και των ΗΠΑ, για να κάνει αντιπερισπασμό στο Κομουνιστικό Κόμμα Τουρκίας. Τα επόμενα χρόνια, ο Περιντσέκ χρησιμοποιήθηκε από το τουρκικό κράτος και σε άλλες “ειδικές αποστολές”, όπως για παράδειγμα η προσέγγιση του ΡΚΚ και του Οτζαλάν.
Στις εκλογές του Ιουνίου 2015 έλαβε 161.626 ψήφους, ήτοι ποσοστό %0.35.
Το τελευταίο διάστημα, ενώ ο Περιντζέκ υποστήριζε τον Ερντογάν. έκανε στροφή και υποστηρίζει με το κόμμα του το ΟΧΙ στο δημοψήφισμα του Απριλίου.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα κυριακάτικη δημοκρατία και το Pontos-news

 Οι Πολιτικές, νομικές και στρατηγικές πτυχές του κυπριακού.

0

Το Κυπριακό Ζήτημα: Ένα βήμα πριν τη λύση; Ημερίδα SAFIA / Πανεπιστήμιο Πειραιώς, ΕΜΜΜΕ: EPC 28.2.2017 Υπουργείο Εξωτερικών

Το κυπριακό μισό αιώνα μετά την αποικιοκρατία είναι σε μονόδρομο και κάθε βήμα οδηγεί είτε προς αδιέξοδο είτε προς την κρατική άβυσσο, δηλαδή, αποδοχή των τετελεσμένων της παράνομης βίας και δημιουργία ενός μη βιώσιμου κρατιδίου υπό πλήρη Τουρκική επικυριαρχία.

Τα διεθνή προβλήματα, πρέπει να υπογραμμιστεί, είναι πάντα αμφίπλευρα και αμφιλεγόμενα.

Αυτό γιατί έχουμε διεθνή τάξη επικυρωμένη με διεθνείς συμβάσεις συνήθως μετά από κάποιο πόλεμο και όχι κάποιο κριτήριο δικαιοσύνης για το που θα πρέπει να είναι τα σύνορα ή εάν για αυτοδιάθεση και για απόσχιση το ποσοστό της εθνότητας πρέπει να είναι 10%, 18%, 30% ή περίπου 50 όπως πχ στο Βέλγιο.

Η μεγάλη διαφορά μεταξύ ενδοκρατικής τάξης και διακρατικής τάξης είναι, όπως θα έλεγε και ο Γκίλπιν, στην πρώτη υπάρχει δυνατότητα κοινωνικοπολιτικά επικυρωμένων αλλαγών ενώ στην δεύτερη η αλλαγή όταν δεν συμφωνούν οι εμπλεκόμενοι δεν είναι εφικτή.

Γι’ αυτό και οι διαφορές για αλλαγές της ισχύουσας διεθνούς τάξης όταν δεν υπάρχει εκατέρωθεν συμφέρον για υποχωρήσεις και ειρηνική επίλυση έχουμε είτε διατήρηση του status quo με ισορροπία δυνάμεων είτε αλλαγή με πόλεμο ή απειλή πολέμου.

Σε κάποιες σπάνιες περιπτώσεις που μετριούνται στα δάκτυλα των δύο χεριών ίσως και του ενός μόνο, ο θεσμός Συλλογικής Ασφάλειας του ΟΗΕ έχει πάρει αποφάσεις για την παράνομη διατάραξη της διεθνούς τάξης και σε πολύ λιγότερες ενέργησε στρατιωτικά για την αποκατάστασή της (και αυτό πάντα όταν υπήρχαν μεγάλα συμφέροντα μεγάλων δυνάμεων –Κουβέιτ– ή συναλλαγές μεγάλων δυνάμεων –Αϊτή και Γεωργία).

Η ειδοποιός διαφορά όσον αφορά την Κύπρο είναι ότι ανήκει σε εκείνες τις λίγες περιπτώσεις που οι αποφάσεις καλούν για την αποκατάσταση της διεθνούς τάξης που διαταράχθηκε από το Αμερικανοκινούμενο, όπως οι ίδιοι οι Αμερικανοί ομολογούν, πραξικόπημα της χούντας και της παράνομης Τουρκικής εισβολής η οποία πέραν της υπερβολικής άσκησης βίας συνοδεύτηκε από πρωτοφανή εγκλήματα πολέμου, κλοπές, εποικισμό και παραμονή στο νησί δεκάδων χιλιάδων στρατιωτών μετά την αποκατάσταση της εσωτερικής τάξης.

karchariascyprusΤηλεσκοπικά λοιπόν και αντικειμενικά χωρίς υποκειμενισμούς και μακρόσυρτα κουραστικά προπαγανδιστικά επιχειρήματα το κυπριακό ζήτημα συνοψίζεται ως εξής:

  • Αποικιοκρατικός ζυγός,
  • αξιώσεις αυτοδιάθεσης-ελευθερίας σύμφωνα με τα ισχύοντα one man one vote
  • εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας
  • αποικιοκρατικό διαίρει και βασίλευε τόσο πριν όσο και κατά την διάρκεια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα όταν με συγκεκριμένους τρόπους –έβαζαν νεαρούς τουρκοκύπριους ως επικουρικούς αστυνομικούς να βασανίζουν αγωνιστές– διατάραξαν την μακραίωνη ειρηνική συμβίωση του 82% με το 18%
  • Επιβολή κράτους δομημένου στην λογική του διαίρει και βασίλευε
  • Μεθόδευση διακοινοτικών συγκρούσεων την περίοδο 1960-63
  • Χούντα στην Ελλάδα και πραξικόπημα το 1974
  • Προσπάθεια έκτοτε να συρθούν οι διαπραγματεύσεις στην αναγνώριση των τετελεσμένων και στην λογική δημιουργίας ενός διαιρεμένου μη βιώσιμου κρατιδίου που δεν υπήρξε θα υπάρξει πουθενά (υποχείριο των στρατηγικών παιγνίων και συναλλαγών).
  • Ασφαλώς, μέχρι και σήμερα, με αποκορύφωση τις πρόσφατες ιλαροτραγικές συναντήσεις της Γενεύης και με σκοπό την κατάργηση του κράτους, καθιερώθηκαν διάφορες ονοματολογίες όπως ΔΔΟ με πολιτική ισότητα σε εθνική βάση
    • Αυτά δεν είναι διεθνές δίκαιο ή πολιτικός πολιτισμός αλλά μια συνήθης καταστρατήγησή τους με υποκρισίες και προπαγάνδες.

%ce%b1%ce%bd%ce%b4-%ce%b4%ce%b7%ce%bc%ce%b7%cf%84%cf%81%ce%af%ce%bf%cf%85-%ce%ba%ce%b1%cf%81%cf%86ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΛΟΙΠΟΝ ΛΥΣΗ;

Σίγουρα τους τελευταίους μήνες αλλά και τις τελευταίες δεκαετίες έγιναν πολλά βήματα προς την κατεύθυνση διάλυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας και δημιουργίας ενός κρατικού εκτρώματος το οποίο επιπλέον θα νομιμοποιούσε τα τετελεσμένα της βίας που διατάραξαν την διεθνή τάξη συμπεριλαμβανομένου εγκλήματος πολέμου του εποικισμού.

Σίγουρα αποτελεί πολιτειακή αυτοκτονία για όλους τους Κύπριους εάν αποδεχθούν κάτι τέτοιο με αποτέλεσμα το νησί να γίνει πεδίο πολιτικών βασανιστηρίων, πηγή αστάθειας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας αλλά και ευρύτερα με απόληξη ως συνήθως την ολική ανθρωπολογική καταστροφή και την αποσυναρμολόγηση των πάντων πάνω στον βωμό των στρατηγικών παιγνίων όπως συμβαίνει πανταχόθεν στην περιφέρειά μας.

Εμείς βέβαια είχαμε δει αυτή την οδοιπορία προς την συμφορά και κυρίως την σώρευση στρατηγικών προβλημάτων από το ανάποδο και ανορθολογικό δόγμα «η Κύπρος είναι μακριά».

Έτσι, μερικοί πρότειναν, συνεισέφεραν και στήριξαν σε βιβλία, άρθρα, δοκίμια και στην δημόσια σφαίρα, μια συμφέρουσα για όλους στρατηγική προσέγγιση που θα οδηγούσε στην αποκατάσταση της διεθνούς τάξης και σε μια βιώσιμη διέξοδο και σταθερότητα στις Ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Είναι η τριπλή στρατηγική που στηριζόταν σε πάγια κριτήρια πολιτικού, πολιτειακού και στρατηγικού ορθολογισμού:

  • Αποτροπή στο κεντρικό μέτωπο Ελλάδας – Τουρκίας
  • Ενιαίος Αμυντικός Χώρος για να υπάρξει εξισορρόπηση και αποθάρρυνση αδιάλλακτων στάσεων και επιθετικότητας στην Κύπρο
  • Ένταξη στην ΕΕ για να εμπλουτιστούν οι διαπραγματεύσεις με το acquis communataire.
  • Μια δημοκρατική πολιτειακή συγκρότηση που θα διασφαλίζει τα πολιτικά δικαιώματα όλων των πολιτών με εξάλειψη όχι επιδείνωση των διαιρετικών διατάξεων της αποικιοκρατικής κληρονομιάς,
  • την εφαρμογή όλων των συναφών διεθνών Συμβάσεων,
  • την καθολική εφαρμογή του acquis communataire που από μόνο του είναι επαρκής προϋπόθεση
  • Την πλήρη και άνευ ορίων ή περιορισμών θρησκευτική και πολιτισμική ελευθερία μέσα από κάθε είδους νοητή αποκέντρωση
  • Την καθιέρωση από τους ίδιους τους Κύπριους ελέγχων και εξισορροπήσεων σε όλα τα επίπεδα, χωρίς βέβαια ρατσιστικές διχοτομήσεις και βέτο σε εθνική βάση.
  • Αυτή θα ήταν μια εύσχημη διέξοδος και για την Τουρκία που θα συνοδευόταν από στάσεις της Ελλάδας στις σχέσεις της με την Ευρώπη κάτι που τελικά έγινε χωρίς αντάλλαγμα. Μεγαλόψυχοι και αλτρουϊστές στην διεθνή πολιτική δεν υπάρχουν. Γι’ αυτό η Τουρκία θα ακολουθούσε ένα τέτοιο δρόμο μόνο αν υπήρχε ισορροπία δυνάμεων στο κεντρικό μέτωπο και στην Κύπρο.
  • Ανάπτυξη της Κύπρου σε κέντρο πολιτισμού και οικονομίας συνάμα και γέφυρα συνεργασίας στην περιοχή συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας και της Τουρκίας

ΕλευθερίαΔημοκρατίαΚΑΙ ΕΝΩ ΦΤΑΣΑΜΕ ΣΤΗΝ ΒΡΥΣΗ ΔΕΝ ΗΠΙΑΜΕ ΝΕΡΟ και αντίθετα οδηγηθήκαμε εδώ που είμαστε τώρα. Για να δούμε που είμαστε;.

  • Αυτή η πολιτικά, κρατικά και στρατηγικά ορθολογιστική διέξοδος δυναμιτίστηκε από το σχέδιο Αναν το οποίο όπως ο ίδιος ομολόγησε το έγραψε ο Λόρδος Χάνευ, ένας Πρέσβης τον οποίο τυγχάνει να έχω γνωρίσει πολύ καλά στις Βρυξέλλες ως μέλος της διπλωματικής αντιπροσωπείας και ο οποίος με άφηνε άφωνο με τις βαθύτατα αποικιοκρατικές πεποιθήσεις του.
  • Έκτοτε μετά την απόρριψη αυτού του ανελεύθερου και αντί-δημοκρατικού σχεδίου με το ιστορικό ΟΧΙ της Κυπριακής κοινωνίας η Ελληνική πλευρά τίποτα δεν έκανε:
    • Δεν πρόταξε την διεθνή και ευρωπαϊκή νομιμότητα ως προϋπόθεση βιώσιμης διεξόδου.
    • Ακόμη και μετά την ένταξη όλης της ΚΔ δεχθήκαμε να συνεχίσουμε να μιλάμε για ΔΔΟ
      • Παρένθεση: Δεχθήκαμε να μιλάμε για ΔΔΟ που σημαίνει επικύρωση των παράνομων τετελεσμένων. Αυτό είναι παράνομο και ούτε βέβαια ο ΟΗΕ μπορεί να επικαλεστεί κάτι τέτοιο καθότι η δικαιοδοσία του αφορά αποκλειστικά και μόνο την διεθνή τάξη και όχι για το εσωτερικό καθεστώς ενός κυρίαρχου κράτους μέλους. [Άρθρο 2 Κεφάλαιο Ι του Καταστατικού Χάρτη]
      • Για την παραβίαση της διεθνούς τάξης δεν ευθύνονται οι Κύπριοι αλλά η χούντα και η Τουρκία.
      • Αυτό που πραγματικά θέτει σε κίνδυνο την διεθνή ειρήνη και ασφάλεια είναι η ΔΔΟ και απαιτείται να το εξηγήσουμε παντού και σε όλους.
      • Κανείς λογικός και ορθολογιστής Έλληνας, Τούρκος ή κάποιος άλλος δεν θέλει να μετατραπεί η Κύπρος σε Συρία ή Λιβύη κάτι που θα θέσει την διεθνή ειρήνη και ασφάλεια σε κίνδυνο.
    • Συνολικά συνεχίσαμε να μιλάμε στην βάση μη βιώσιμων «λύσεων».
    • Η πλειονότητα του πολιτικού προσωπικού του μητροπολιτικού κέντρου συνέχισε να αποδέχεται την λογική του ανορθολογικού δόγματος «η Κύπρος είναι μακριά»
    • Δεχθήκαμε να πάμε στην Ελβετία να μιλάμε για την καταδίκη μας προς όφελος του εισβολέα αντί να πούμε εξαρχής ότι οι εγγυήσεις δεν ισχύουν γιατί αποδείχθηκαν θανατηφόρες για την Κυπριακή Δημοκρατία και ασφαλώς, όπως πρέπει να είναι μόνιμη και ακλόνητη θέση μας, να ζητάμε την άμεση αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής.

Μετά από όλα αυτά και εν μέσω όχι κάποιας ανθόσπαρτης παγκοσμιοποίησης των φαντασιώσεων πολλών αλλά εν μέσω καταιγιστικών στρατηγικών ανακατατάξεων που δημιουργούν πολλές περιφερειακές Συμπληγάδες, βρισκόμαστε σε αδιέξοδο και η διέξοδος είναι μόνο μια:

Στρατηγική αυτοσυντήρησης και επιβίωσης με απόρριψη κάθε ιδέα κατάργησης της ΚΔ και δημιουργίας ενός μη βιώσιμου κρατιδίου καθότι το λεγόμενο Τουρκοκυπριακό κράτος λόγω εποίκων θα είναι Τουρκικό κράτος. Τουρκικό κράτος δηλαδή, εντός κρατιδίου.

ΚΑΤΑ ΣΥΜΠΤΩΣΗ, τις τελευταίες μέρες, πετάχτηκαν όλα τα προσωπεία.

%ce%ba%cf%85%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%8355Ο αντιπρόσωπος της κατοχικής δύναμης πολύ περισσότερο από ότι οι προηγούμενοι μας έδωσε πολύ καθαρό μήνυμα πως αντιλαμβάνονται την μελλοντική Κύπρο: Οι μουλάδες, οι φανατικοί ισλαμιστές ή αν θέλετε και οι κεμαλοισλαμιστές εθνικιστές, θα καταστείλουν την Κυπριακή Κοινωνία επιβάλλοντας στα μέλη της τον τρόπο που θα σκέπτονται και θα αισθάνονται και κυρίως την απαγόρευση των λέξεων Ελευθερία και Δημοκρατία. Μέσα στον Τουρκικό χώρο επιρροής που θα βρίσκεται πλέον η Κύπρος, εξάλλου, αυτές είναι απαγορευμένες λέξεις και έννοιες.

Κάτι τέτοιο δεν είναι βήμα προς λύση αλλά βήμα προς πολιτικό, πολιτειακό και ανθρωπολογικό θάνατο.

Ήταν λάθος αξίωση η αξίωση Ελευθερίας, μας είπε με θυμό ο κ Ακιντζί και οι νεοϊσλαμιστές εντολείς της Άγκυρας ορίζοντας πλέον πέραν κάθε αμφιβολίας το μελλοντικό καθεστώς που επιδιώκει να επιβάλει η Τουρκία.

Μπροστά σε αυτές τις αλήθειες και αυτές τις πραγματικότητες δεν υπάρχει άλλη επιλογή παρά η συνέχιση της αξίωσης για αποκατάσταση της διεθνούς τάξης και εκπλήρωσης της διεθνούς και ευρωπαϊκής νομιμότητας.

  • Άρνηση κατάλυσης της ΚΔ,
  • αξίωση εφαρμογής του acquis communataire όσο τουλάχιστον υπάρχει η ΕΕ αλλά και μετά ως προς τις θεμελιώδης αρχές το κράτους δικαίου,
  • αξίωση συνολικά της διεθνούς και ευρωπαϊκής νομιμότητας,
  • συμμαχίες, αποτρεπτική στρατιωτική ενδυνάμωση και
  • καλλιέργεια της θέσης ότι οι κατευνασμοί και οι υποχωρήσεις των τελευταίων δεκαετιών ήταν ένας εφιάλτης που πρέπει να ξεχαστεί
    • Μεταξύ θανατηφόρας λύσης και συνέχισης της αξίωσης για αποκατάσταση της διεθνούς τάξης δεν υπάρχει επιλογή.

Π. Ήφαιστος – P. Ifestos

www.ifestos.edu.gr / www.ifestosedu.gr – [email protected]

Water and Geopolitical Imperatives

0

 By George Friedman and Allison Fedirka February 27, 2017

Geographic features and conditions are part of the building blocks of geopolitical analysis. And yet, the influence that geography has on a country’s imperatives and constraints can be underappreciated. Access to water is an important example. While the media and academics treat water primarily as an issue of climate and human rights, access to and control over water is a strategic imperative that has been the impetus of conflict throughout history.

Something as simple as water access can impact the geopolitical realities a country faces in multiple ways. The first and perhaps the most obvious way is sea access. Access to the world’s oceans enables a country to more easily participate in major maritime shipping routes. It also opens an additional route by which a country could project force by having a navy.

The imperative to attain and maintain ocean access can drive a country to extreme measures, including war. One major component in the War of the Pacific in South America (1879-1883) was control over access to the southern Pacific. Bolivia lost its ocean access as a result of this war and continues to this day to seek ways to recover it. A more current example is Russia’s invasion of Crimea to create a larger buffer around Russian naval facilities in Sevastopol.

The Mighty Mississippi

Waterways also provide cheaper means of shipping goods to port for export, making exports more competitive.

One of the most strategic riverways in the world is the Mississippi River system in the United States. Two great rivers, the Missouri and the Ohio, along with several smaller rivers flow into the Mississippi. This river system is navigable and empties into the Gulf of Mexico. That means virtually any part of the land between the Rockies and Appalachians that would produce agricultural products (and later minerals) could ship goods inexpensively through this river system and eventually to Europe.

In this case, the US acquired these lands primarily through the Louisiana Purchase, followed by a war with Mexico and the annexation of Texas. This led to the expansion of a buffer zone to the west of the Mississippi River.

The Nile

Rivers can also be sources of geopolitical power in terms of relations between states. This is the case with the Nile River. Approximately 85% of all water reaching the Nile River in Egypt originates in Ethiopia from the Blue Nile, Atbara, and Sobat rivers. Of these rivers, the most important is the Blue Nile. It accounts for nearly 60% of the Nile’s water in Egypt. Given that Egypt is overwhelmingly a desert climate, the country (especially populations near the Nile) depends heavily on the river for water and agriculture.

Controlling the source of the river’s water and the upper-most segment of the Blue Nile means that any moves Ethiopia makes that affect water flow or quality could jeopardize water access downstream. Currently, there is much concern over the Grand Ethiopian Renaissance Dam (expected to be operational this year) regarding how filling its reservoir could deplete water flowing into Egypt.

So far, this concern has been dealt with through diplomacy. However, in the mid-1870s, the Khedevite of Egypt invaded Ethiopia via Eritrea and waged war for two years in an attempt to gain control of the Nile River.

Syria

Lastly, the absence of water can indirectly lead to conflict. The map above shows areas in Syria that experienced six or more years of drought from 2000 to 2010. Prolonged droughts can decimate a region’s agriculture and livestock, exposing local food supplies to great risk.

In addition, the Islamic State took control of some of this overlapping territory only a few years after the drought. The United Nations International Strategy for Disaster Reduction published a 2011 study implying that social and economic devastation caused by drought contributed to the rise of IS. Historians have also noted a correlation between major famine due to drought in Ethiopia and the fall of regimes, such as the Derg. While drought in these cases did not serve as a direct trigger for observed violence, there is a strong correlation between the absence of water and social and economic instability.

The Importance of Access

Water serves as a mainstay component of geopolitical imperatives and should be understood as such. Access and control over waterways and bodies of water can provide strategic standing to a country. In some cases, it can even enhance this standing in terms of military projection, trade, domestic stability, and leverage over other countries. For this reason, water has an underlying geopolitical importance. Access to and control over water can be a serious source of conflict among nations… conflict that has the potential to rise to the level of warfare.
George Friedman
Editor, This Week in Geopolitics

https://www.mauldineconomics.com/landing/geopoliticalfutures

My Visit to Sweden Confirms Trump Was Right

0

When I got off the train at Malmo’s Central station last week and dragged my suitcase noisily over the cobbled pavements I thought to myself, “There’s no way this place has ‘No Go Zones’.”

Downtown Malmo is a gorgeous though freezing cold place to visit in February. I checked into my hotel — passing between a “Burger King” and a “Schwarma King” along the way, the latter of which recently took the spot of the “Stortogets Gatukok” in Malmo’s Great Square — and set off for my destination: Rosengard.

Much has been written about Sweden’s “No Go Zones” in recent years. We’ve watched them burn over the years with a combination of disbelief and shock. When the Sweden Democrats leader Jimmie Akesson told me — as we walked through Molenbeek in Brussels just days after the Paris terror attacks in 2015 — “we have these places in Sweden too,” I was skeptical.

Sweden is supposed to be paradise-like, I thought. Isn’t it all leggy blondes and Ikea and Abba and lingonberries? Well if you stay downtown in Malmo or Stockholm, perhaps it is. Even the elevator muzak had a whiff of “Fernando” about it.

But the stereotypes and clichés, kept alive for the tourists no doubt, end when you leave the city centres and head out to some of the suburbs.

My first stop was Rosengard, where my colleague Oliver Lane first reported from in September 2015.

Sweden’s liberal migration policies have led to ghettoised communities dependent on state welfare.

As we drove around the housing estates at night, it became clear the problems in these areas: drugs, rape, police assaults and more, were created in large part by state-sponsored “multiculturalism.”

Sweden’s liberal migration policies, that is to say a failure to maintain any sort of border control at all over the past few decades, have led to ghettoised communities that the state props up with generous welfare payments and socialist lecturing.

Sign posts on noticeboards advertised for left wing political parties, and as we passed by a mural of a mosque and parked up at the Herregarden housing estate, a couple of girls we asked for directions signed off, “Good luck there!”

“Fantastic,” I thought.

It being below freezing with a bitter wind, there were few people out of the streets. A few hijab-clad women scurried between buildings, sometimes with children in tow. Not one would speak to us, or look at us, at all.

“Maybe they don’t know what I’m saying in Swedish,” my guide remarked.

And it would make sense that they didn’t. Some estimates put the population of Herregarden’s housing estates at 96 per cent foreign born or of foreign background.

A few men shuffled out of a basement, again unwilling or unable to speak. I later came to find out from a former police officer in the city that they were likely attending what is referred to as a “cellar mosque” — an underground, basement place of prayer and preaching often unknown to authorities.

Sweden’s ‘new normal’ should be roundly rejected, as President Trump intimated.

More on Rosengard in my upcoming book — which I can’t talk about at length right now — but safe to say I believe none of this is “normal,” and if it is the “new normal” it should be roundly rejected as President Trump intimated earlier this week, much to the chagrin of Sweden’s censorious, liberal-left government.

This is the same in Stockholm’s suburbs of Rinkeby and Husby, where filmmaker Ami Horowitz was recently beaten up for attempting to film.

Within minutes of exiting a cab outside central Husby, I was surrounded by drug dealers pushing “hashish” and “marijuana.” Within a few seconds more we witness two van loads of Swedish police appearing to negotiate one man’s arrest from a building guarded by burly men.

“Why are there so many satellite dishes?” I asked one of my guides.

“They don’t watch Swedish television. They don’t speak Swedish. They want to receive television from their home countries in their native languages.”

This, apparently, is the well-integrated paradise that CNN wants you to believe in.

A poster on a notice board encourages women who are being beaten or abused by their partners to call a number and speak out. A man laughs to himself hysterically as I take pictures of his “street market stall” which consisted of a few clothes draped over a wall, and a clearly broken, old computer. Men — and only men — gather inside the central square’s cafes, keeping a beady eye on us as they sip their mint tea in the middle of the work day.

Just a few days before my visit, police officers in the area were punched, kicked, and attacked with glass bottles while on a routine patrol.

President Trump is right to communicate his disbelief about what is happening in Sweden.

Perhaps these areas aren’t truly “No Go Zones” for someone like me, broadly minding my own business and chatting with local shop owners.

But for young women, for police and other emergency services, you take your life into your hands when you enter these areas. And it’s not just in Sweden either.

You’ll be able to read more about my travels in my book. But from Molenbeek to Beziers to Malmo to Paris to Dewsbury — Europe is being fundamentally altered by uncontrolled migration. And that’s why President Trump is right to communicate his disbelief about what is happening in Sweden.

by Raheem Kassam

Raheem Kassam is a Shillman-Ginsburg fellow at the Middle East Forum and editor-in-chief of Breitbart London.

 

http://www.meforum.org

The OSCE and the Future of European Security

0

According to Christian Nünlist, Austria faces a daunting task while chairing the Organization for Security and Co-operation in Europe (OSCE) this year. After all, redirecting Europe back on the path to collective security will be difficult. Nünlist nevertheless believes that Vienna has the necessary mediation skills to restore the lost trust between Russia and the West, among other tasks.

On 1 January 2017, Austria took over the chairmanship of the Organization for Security and Co-operation in Europe (OSCE). Together with countries such as Switzerland and Finland, Austria is one of the “OSCE nostalgists” who are still strongly engaged in the pan-European security organization. During the Cold War, the neutral Alpine republic under Chancellor Bruno Kreisky had mediated in the Helsinki Process as an impartial and honest broker between East and West.

Since 2014, the need for bridge-building between Russia and the West has become acute once more. The Russian military intervention in Ukraine and the annexation of Crimea, in contravention of international law, have called into question fundamental principles of the OSCE such as respect for the territorial integrity of states, the inviolability of borders, and abstaining from violence or the threat of violence.

At the same time, the exacerbation of the conflict made the OSCE more relevant again as the organization provided useful services by defusing tensions and maintaining channels of communication. An inclusive and consensus-based body, the OSCE has been the most important international forum for the management of the Ukraine Crisis. In particular, the Special Monitoring Mission (SMM) deployed to Ukraine in 2014 has since provided valuable pragmatic assistance on the ground in Eastern Ukraine, for instance by negotiating local ceasefire agreements.

Sebastian Kurz
At the Ministerial Council in Hamburg, Foreign Minister Sebastian Kurz presented the priorities of the Austrian OSCE Chairmanship in 2017. OSCE

In 2017, Austria can shape European security policy more strongly than usual and take on more responsibility for security and stability in Europe. The Chairmanship-in- Office (CiO) is the most important position within the OSCE; it is here, not with the secretary-general’s office, that most of the formative power resides. As CiO in 2017, Austrian Foreign Minister Sebastian Kurz will mediate in acute crises and coordinate all of the OSCE’s activities while also representing the organization externally as the “voice of the OSCE”.

However, it would be a mistake to pin too high hopes on the Austrian chairmanship or on the OSCE itself. In 2017, the general climate of international politics still does not seem favorable when it comes to resolving the grave crisis of the European Security architecture. On the one hand, there is great uncertainty over the future of US foreign policy. Will the US under President Donald Trump continue to take the lead within the Western community of values, or will Trump make a deal with Russian President Vladimir Putin at the expense of (Eastern) European interests? On the other hand, the imminent elections in the Netherlands, France, and Germany are currently upstaging the dialog over European security in the capitals of Europe. This further limits the scope of action for Austrian OSCE diplomacy.

The 57 OSCE Participating States

Nevertheless, it would once more be advisable today, as it was during the Cold War in the Helsinki Process, to use the multilateral and inclusive format of the OSCE to negotiate a new modus vivendi for peaceful coexistence in Europe among the 57 participating states (including the US and Russia), despite differences in values, interests, and historic experiences. What is required is not a “Yalta II” between Putin and Trump, nor a “Helsinki II”, i.e., a renegotiation of the 1975 Helsinki principles; but possibly, a “Paris II”, an update of the Paris Charter of 1990 for the modern age. For tasks such as these, the OSCE is ideally suited, and Austria is also an ideal first moderator who could instigate such a multi-year structured dialog within the OSCE.

From Helsinki to the Ukraine Crisis

The OSCE is a child of the Cold War. From 1972 to 1975, in painstaking multilateral negotiations at the Conference for Security and Cooperation in Europe (CSCE), 35 states agreed on a core of ten binding political principles for peaceful coexistence in Europe, based on an innovatively defined, broad and comprehensive conception of security. In addition to the traditional political-military aspects, the CSCE’s Helsinki Final Act of 1975 also took into account economic, ecological, and human rights aspects of security.

In November 1990, the then 35 participating states of the CSCE issued the Paris Charter, which proclaimed “a new era of democracy, peace, and unity”. Subsequently, for a few short years, Russia and the West exploited the latitude afforded by cooperative security policy in Europe to the fullest extent. However, the European Security system very quickly began to move in a different direction than Moscow had hoped: There would be no upgrading of the pan-European CSCE/OSCE. Instead, the West preferred to go with the exclusive NATO alliance (without Russia as a member) as the main instrument of stability and peace in Europe. Moreover, Russia’s transition to a democratic market economy soon came to a halt: Already in 1993, the reformers suffered a serious defeat at the parliamentary elections. Three rounds of NATO expansion eastwards were intended to ensure stability in Central and Eastern Europe, but they weakened the joint vision of inclusive European security proclaimed in 1990, despite special formats for dialog between Russia and NATO or the EU, respectively.

In spring of 1999, the rift between Russia and the West became fully apparent. President Boris Yeltsin criticized NATO’s unilateral action against Serbia without a UN mandate in the Kosovo War. Since then, Moscow has increasingly tended to view the OSCE as a strictly Western agency that aims to foster democracy and bring about regime change in the post-Soviet space. OSCE election observers and field missions to monitor human and civil rights would subsequently be dismissed by Russia as illegitimate interference in the country’s internal affairs and as violations of state sovereignty. In the 2008 Georgia War, Russia made clear that it was prepared even to use military means and to violate the precepts of the CSCE/OSCE in order to prevent Georgia joining NATO and to preserve its claim to dominance in its traditional sphere of influence. This Russian show of power was repeated in 2014 in Ukraine.

At the same time, the crisis in and around Ukraine helped to re-energize the OSCE, which had by this point largely lapsed into obscurity. As the West concentrated on building up a credible deterrence within NATO to ward off a repeat of the Crimea scenario in the Baltic, the OSCE was again appreciated and its role enhanced. Today, the OSCE once more constitutes a recognized forum for dialog that can help deescalate the crisis and foster a return to cooperative security, in line with the West’s established double strategy of defense cum détente.

Priorities and Challenges

Austria has identified three priorities for its chairmanship: First of all, to defuse the Ukraine conflict; secondly, to combat jihadist radicalization, especially among young people. Third, the re-establishment of trust between OSCE participating States. With Austrian diplomat Martin Sajdik, the head of the Trilateral Contact Group, one of the country’s own diplomats is in an important position for implementing the February 2015 Minsk Agreement. Moreover, by nominating terrorism expert Peter Neumann of King’s College London as OSCE Special Representative on Combating Radicalization, Vienna sent an important signal at an early stage. Neumann intends to submit a report on model projects and guidelines for governments in the area of deradicalization by the end of 2017. Generally speaking, during its leadership of the OSCE, Austria intends to leverage the reputation as a neutral bridge-builder that the country gained during the Helsinki Process and to accentuate its profile as a mediator between East and West.

Austria’s longstanding qualities as mediator will also be required in 2017 when it comes to new appointments of key positions within the OSCE. At the end of June, Lamberto Zannier’s term in office as OSCE secretary-general expires. Moreover, Dunja Mijatović, the OSCE’s Representative on Freedom of the Media, and High Commissioner on National Minorities Astrid Thors are both due to be replaced. Both mandates already expired in 2016, but in both cases, the OSCE states were unable to agree on a successor. The mandate of Michael Link, director of the Office of Democratic Institutions and Human Rights (ODIHR), expires in 2017, but can be renewed for another three years.

Given Russia’s criticism of the OSCE in the areas of human rights, freedom of the media, and election monitoring, the Austrian chairmanship will have to display a good deal of finesse and diplomatic skill in the reappointments of these important OSCE positions.

Back to Diplomacy

Realistically speaking, neither the Austrian chairmanship nor the OSCE in general can be expected to resolve the Ukraine conflict in 2017 or to mediate successfully in the overarching conflict between Russia and the West. In the consensus-oriented OSCE, this would require the political will of all 57 OSCE participating States – and the decades-long alienation of Russia from the Euro-Atlantic security architecture cannot be reversed overnight.

Budget Development and OSCE Summits
Source: OSCE

Various experts have made concrete suggestions as to how cooperative security in Europe, currently severely damaged, can be brought back to life. Among these voices are the Panel of Eminent Persons (PEP), which published its final report “Back to Diplomacy” in 2015, or the OSCE Network of Think Tanks and Academic Institutions and its report on “European Security”, presented in December 2016. The PEP suggested a “robust process of active diplomacy” that would include short-term measures for avoiding military incidents and a long-term dialog on the shared principles of European security, to be concluded with an OSCE summit.

The OSCE Network argued that a “code of conduct” should be negotiated as a way of fostering diplomatic confidence-building and resuming the dialog with Russia. It recommended measures for alleviating the ongoing conflict and for improving communication.

Switzerland and the OSCE: A Success Story

For Switzerland, which is neither an EU nor a NATO member, the OSCE is the second most important international security organization after the UN. For this small, neutral country, participation in the Conference on Security and Cooperation in Europe (CSCE) during the Cold War was a valuable lesson in foreign policy. Together with other neutral and non-aligned states, Switzerland mediated between the Western and Eastern blocs, and in doing so earned the respect of both Washington and Moscow. Historian Philip Rosin labels this approach “influence through neutrality” in his book on the role of Switzerland in the CSCE.

Switzerland also gained much praise from other countries for its two terms as CiO. In 1996, Switzerland’s activities focused on the implementation of the Dayton Accords, making a crucial contribution to the stabilization of Bosnia after the civil war. In 2014, Swiss diplomacy provided valuable services in the management of the Ukraine crisis. OSCE activities launched under Switzerland’s aegis (the Special Monitoring Mission, contact groups, the Minsk Agreement, economic connectivity) continue to form the main areas of OSCE activities in Ukraine three years later.

In 2017, another chapter may be added to the success story of Switzerland and the OSCE: Ambassador Thomas Greminger, who left a considerable mark on the Swiss OSCE chairmanship in 2014 in Vienna, has applied to succeed OSCE Secretary-General Lamberto Zannier, who is leaving the job after two three-year terms at the end of June 2017.

Interests, Not Values

Such a return to selective cooperation with Russia would be in accordance with the historic role of the OSCE, which was created during the Cold War as a forum for communication between enemies. Due to the mutual distrust that currently prevails, only selective, interest-based cooperation between Russia and the West is plausible. Pragmatic collaboration in areas governed by mutual interests, especially in areas such as dealing with climate change, political violence, or other global and transnational challenges, may help to build trust incrementally as a basis for more sustainable cooperation.

There is nothing new about the OSCE’s focus on areas of shared interest. When considering the decisions approved by the OSCE Ministerial Council since 1999, it is noticeable that consensus decisions were primarily achieved when it came to combating terrorism, organized crime, or cyber-threats.

An encouraging success of the German chairmanship in 2016 has been the revival of conventional arms control in Europe. The initiative presented by German Foreign Minister Frank-Walter Steinmeier in August 2016 was initially derided, since progress in the sphere of arms control seemed a distant prospect given the disparity between Russia’s position and that of the West. Ultimately, however, the OSCE Ministerial Council held in Hamburg in December 2016 achieved consensus and approved the advancement of Steinmeier’s initiative within the OSCE, as well as an informal structured dialog on threat perceptions and mutual security-policy interests. This “Hamburg Mandate” legitimizes Austria to move forward with Steinmeier’s initiative within the OSCE in 2017.

Principles: A “Paris II”?

In the longer term, however, the OSCE naturally faces a problem if the participating states can no longer achieve consensus on the jointly negotiated principles of the 1975 Helsinki Final Act. Moreover, the OSCE is also further away than ever from the vision of a values-guided security community between Vancouver and Vladivostok (cf. the Astana Declaration of 2010).

Consensus among the OSCE members on a renegotiation of the 1975 principles is currently unrealistic. After all, the “Helsinki Decalogue” has served its purpose well for over four decades. In this respect, the PEP report argues – employing an apt metaphor – that the rules of traffic don’t have to be changed just because one driver ran a red light. Thus, a new negotiation process aimed at formulating a “Helsinki II” is unrealistic.

There seems to be more latitude when it comes to a “Paris II”, or a substantiation of the Helsinki principles for a new age. Just as the 1990 Paris Charter spelled out the precepts of the 1975 CSCE Final Act in concrete terms, as applicable to the envisaged European peace order after the end of the Cold War, it appears that today a dialog across the entire OSCE is needed to interpret the principles defined in 1975 for the present day. The underlying assumption would be that the vague principles negotiated negotiated at the time remain relevant, but that they must to some extent be newly interpreted – through the consensus-oriented, multilateral diplomacy that has proven itself within the OSCE. Such a political process could contribute to confidence-building between Russia and the West and repair the damage done to the 1975 “OSCE Bible” in recent years.

A “Yalta II” with Trump?

However, suspended above Austria’s OSCE chairmanship of 2017 is a sword of Damocles – the looming insecurity over the future course of US foreign policy under Donald Trump. If substantial progress and success are to be achieved, the US position within the OSCE will be a critical element.

Trump could apply the paradigm of a transactionalist deal bilaterally with Putin to meet the narrowly defined, short-term self-interest of the US, breaking up the established order of the West and splitting and weakening the transatlantic community. A “Yalta II”, a new great-power agreement like the one reached in the Crimean resort in 1945 between the Big Three – Stalin, Roosevelt, and Churchill – to define and recognize boundaries and spheres of interest, seems an impractical notion. Anyone seriously entertaining the historical analogy would soon remember that another Yalta first requires another new world war, and that a new Yalta pact would be diametrically opposed to the 1975 principles and the spirit of the OSCE. However, both Putin and Trump would certainly be open to the idea of a “Big Two” deal – much to the consternation of America’s (Eastern) European allies, who fear an arrangement concluded without their participation and at their expense.

In addition to Russia’s alienation from the European Security architecture, there is thus a real possibility that the specter of Washington’s estrangement under Trump may be realized in 2017. In truth, however, the US had already renounced multilateralism and the OSCE under George W. Bush. And not even Barack Obama, a multilateralist president, could be convinced to attend the OSCE summit in Astana in 2010. It was only during the Ukraine Crisis that the US once more came to appreciate the long-neglected organization.

It is impossible to tell at this stage whether the OSCE’s multilateral diplomacy can be brought to Trump’s attention; indeed, whether the Trump administration will keep the US anchored within the Western community of values, or whether the West will become further fragmented, is currently very much an open question.

Recommended Literature

Panel of Eminent Persons (PEP). Back to Diplomacy (November 2015).

OSCE Network of Think Tanks and Academic Institutions. European Security: Challenges at the Societal Level (December 2016).

Arie Bloed. OSCE Principles: Which Principles? Security and Human Rights 25 (2014), pp. 210 – 220.

Petri Hakkarainen / Christian Nünlist. Trust and Realpolitik: The OSCE in 2016. CSS Policy Perspectives 4, no. 1 (2016).

Kari Möttölä. The OSCE at 40: Looking at the Abyss of a Fault-Line. Security and Human Rights 25 (2014), 161 – 167.

About the Author

Dr. Christian Nünlist is a Senior Researcher at the Center for Security Studies (CSS) at ETH Zurich. He is a steering committee member of the OSCE Network of Think Tanks and Academic Institutions and the author of many publications, including “Testfall Ukraine-Krise: Das Konfliktmanagement der OSZE unter Schweizer Vorsitz” (2014) and “Building Trust in a Turbulent Year: Germany’s 2016 OSCE Chairmanship” (2016).

In 2017, under Austrian chairmanship, the Organization for Security and Co-operation in Europe (OSCE) faces a difficult task: Europe’s path back to collective security is a rocky one. However, Vienna, as an experienced mediator, could restore lost trust between Russia and the West. The US under President Donald Trump is embarked on an uncertain course.

http://www.css.ethz.ch

Iran Wants to Leverage Aleppo into a Campaign Against the Gulf States and Israel

0

 

Syrian girls in al-Shaar neighborhood of Aleppo, by Jordi Bernabeu Farrús, via Creative Commons 

EXECUTIVE SUMMARY: Events in Aleppo are playing an important role in Iran’s strategic plan to establish an overland corridor that would give it access to the Mediterranean coast. Since the city’s fall, Tehran has been urging non-state groups to come under its wing in return for massive and comprehensive support. The intensification of the Shiite-Sunni conflict acts as a barrier between Iran and its potential clients.

The Islamic Republic of Iran has touted the decisive victory over the rebels in Aleppo, and the city’s return to the control of the Syrian government, as a turning point that will transform not only the crisis in Syria but also other centers of regional conflict. The leading adviser to Supreme Leader Khamenei, Ali Akbar Velayati, and the Secretary of Iran’s Supreme National Security Council, Ali Shamkhani, have declared that the Aleppo victory reflects Tehran’s triumph over the Western-Sunni coalition. Iran is portraying itself as ascendant over the Western states, led by the US, and the Sunni states in the region, led by Saudi Arabia and Turkey.

The victory was of course largely achieved through the Russian military intervention, but Tehran appears to have benefited from the event more than Moscow. Aleppo is a crossroads on the overland corridor to the Mediterranean coast that Iran has been attempting to construct since 2014.  According to a Guardian report based on reliable sources, the envisaged corridor would pass through Baghdad, the Kurdish town of Sinjar, the Kurdish region of northeastern Syria, Aleppo, Idlib, and Homs, and culminate on the strategic coastal strip of Latakia.

It is therefore hardly surprising that Tehran has expressed great enthusiasm about the return of Aleppo to the bosom of the Syrian regime, which placed the city within the Iranian sphere of influence. During his Friday sermon (the platform for declarative pronouncements by the Islamic Republic), Tehran’s prayer leader, Kazem Sediqi, proclaimed that the Aleppo victory meant not simply the liberation of the city but the triumph of the (Shiite) faith of the Islamic Revolution. Commander of the Revolutionary Guards Mohammed Ali Jafari also declared Aleppo to be Iran’s front line of defense. Ever since the formation of the Islamic Revolution, he said, Tehran has sought to establish the widest possible defense margins against the West, Israel, and the Sunni states in the region.

During the Aleppo campaign, Tehran relied on a network of Shiite militias acting under the auspices of the Revolutionary Guards. According to reports, campaign commander Javad Ghafari was appointed by the commander of the Quds forces, Qassem Soleimani. These forces included the Lebanese Hezbollah and other militias sponsored by Tehran, such as the Iraqi al-Nujba’a; the Afghani Fatemiyoun; the Pakistani Zainabiyoun; and local militias established by the Revolutionary Guards and Hezbollah. According to various estimates, Hezbollah’s role in these battles went far beyond its numbers (it sent approximately 5,000 troops to Syria). Naim Qassem, the organization’s Deputy Secretary-General, claims that five Hezbollah activists in Syria serve as commanders of 25 non-Lebanese armed groups.

Encouraged by the Aleppo victory, Tehran and Hezbollah began to leverage the event’s significance. It was a turning point, they argued, not only with regard to Syria but also with regard to other foci of conflict throughout the Middle East – first in Bahrain, but in Saudi Arabia and Yemen as well.

Ever since the Islamic Revolution, Tehran has applied a strategy of supporting Arab and other militias that agreed to accept its patronage as tools against Sunni, pro-American governments in the region, as well as against Israel and the US. At present, the inclination is to use the “Syrian model,” whereby militias and forces under Iranian auspices act in tandem with local forces against Sunni factions in the region.

On December 9, 2016, Hezbollah chief Hassan Nasrallah declared that the Aleppo victory would influence “all the campaigns in the region.” For his part, the Revolutionary Guards’ second-in-command, Hossein Salami, sent a public invitation to the Shiites in Bahrain to replicate the model used by Tehran in Aleppo, declaring that the victory was the “first step” towards the liberation of Mosul, Bahrain, and Yemen. Ramazan Sharif, the head of public relations for the Revolutionary Guards, also declared that the victory in Aleppo would have an impact on the solution of the crises in Yemen and Bahrain. Naim Qassem underscored Hezbollah’s significant role in Tehran’s subversive strategy by expressing Hezbollah’s readiness to help would-be liberation movements whenever he believed in the righteousness of their struggle.

Iran’s policy of exporting the Islamic revolution thus continues at full strength, with Tehran using the threat of the Islamic State (IS) as a pretext for maintaining an offensive military presence in other countries and in Sunni areas. The nuclear deal, which is favorable to Iran, must be viewed in this context. Because the West considers IS a threat, it is prepared to tolerate Iranian and pro-Iranian forces in Sunni areas.

This is why Tehran expects the victory in Aleppo to encourage Shiite circles in Bahrain and Saudi Arabia to be responsive to its subversive aid. The daily Kayhan, which is close to Supreme Leader Khamenei, anticipated that the victory would increase attraction to the Islamic revolution among non-state groups in the region.

However, Hamas’s harsh reaction to the systematic killing and massive eviction of Sunnis from Aleppo shows the challenge facing Iran’s attempt to export the revolution. Hamas expressed solidarity with the Sunnis of Aleppo, once again highlighting its dispute with Tehran over who is the oppressed party in Syria. This dispute dates back to Ayatollah Khomeini’s indifference to the Syrian Muslim Brotherhood’s pleas in the face of Hafez Assad’s offensive that culminated in the 1982 Hama massacres.

Rejecting this type of criticism and other critiques leveled at Tehran following the Aleppo battle, including the accusation by Al-Jazeera that the Iranians had subjected the city’s Sunnis to a nakba similar to that experienced by the Palestinians in 1948, Iranian government officials and journalists launched a social media campaign entitled “From Aleppo to Jerusalem.” This campaign represented the anticipated victory of Iranian forces in Jerusalem as a continuation of Tehran’s accomplishment in liberating Khoramshahr in southern Iran in 1982 during the Iran-Iraq war and Aleppo in 2016. The second-in-command of the Revolutionary Guards, Salami, declared that the experience gained by Hezbollah in fighting in built-up areas of Aleppo would be extremely useful during its future campaign against Israel.

While Tehran appears to have turned its attention to other areas inside Syria since the fall of Aleppo, a prospective Iranian campaign against Israel is not unrealistic. Tehran looks forward to exploiting the Syrian crisis as a means of deploying on the Syrian side of the Golan Heights. This would widen the northern front facing Israel and threaten it substantially. Khamenei expressed this aspiration publicly, declaring that “Iran takes pride today in having forces near the borders of the Zionist regime and over its head,” as “the enemy must be destroyed in its own borders.”

In contrast to the proclamations of victory by leading lights of the Iranian regime, Mir Mahmoud Mousavi, formerly a senior official of the Iranian foreign ministry under Mohammed Khatami (1997-2005), has offered a more sobering prediction. According to Mousavi, joy in Tehran will be short-lived. Iran is likely to confront a considerable challenge for the foreseeable future, as it may be blamed for the fallout of the Syrian civil war with its hundreds of thousands dead and over 12 million refugees and displaced persons.

By Yossi Mansharof,

Yossi Mansharof is a doctoral student in the Department of History of the Middle East at Haifa University and a scholar at the Ezri Center for Iran and Persian Gulf Studies.

BESA Center Perspectives Papers are published through the generosity of the Greg Rosshandler Family

Πού το πάνε οι Τούρκοι με τις προκλήσεις στο Αιγαίο

0

του Σάββα Καλεντερίδη.

Οι τουρκικές προκλήσεις, που κορυφώθηκαν με την επίσκεψη του Τούρκου αρχηγού ΓΕΕΘΑ στρατηγού Ακάρ και των αρχηγών των κλάδων των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων, συνοδεία τηλεοπτικών συνεργείων στα Ίμια, συνεχίζονται και κατά την εκτίμησή μου θα συνεχίζονται το επόμενο διάστημα, τουλάχιστον ως το δημοψήφισμα του Απριλίου.

Πριν αναφερθώ στα αίτια, να ξεκαθαρίσω ότι αυτό δεν γίνεται για λόγους εξαγωγής της κρίσης ή εσωτερικής κατανάλωσης, για αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης από άλλα σοβαρά προβλήματα, προσφιλή θεωρία στην οποία προστρέχουν πολιτικοί, αναλυτές και δημοσιογράφοι για να εξηγήσουν και να ερμηνεύσουν την τουρκική συμπεριφορά.

Η θεωρία αυτή είναι εντελώς λάθος. Δεν ισχύει. Καμία ελληνοτουρκική κρίση δεν έγινε για τους λόγους που αναφέρονται στην ως άνω θεωρία, και δεν τιμά τον πολιτικό και τον δημοσιογραφικό κόσμο να την επικαλείται κάθε τρεις και λίγο, όπως δεν τιμά και τη χώρα μας.

Οι λόγοι λοιπόν των προκλήσεων και της έντασης, είναι οι εξής: Ο πρώτος είναι στρατηγικός και σχετίζεται και εντάσσεται στον μακρόπνοο σχεδιασμό της Τουρκίας, για διεκδίκηση του Αιγαίου από τον 25ο μεσημβρινό και ανατολικά, χωρίς να μας χαρίζει το υπόλοιπο τμήμα του. Θα συνεχίσει να το διεκδικεί.

Άρα, ότι κάνει η Τουρκία στο Αιγαίο δεν το κάνει για… πλάκα, όπως θέλει η λανθασμένη θεωρία.

Ο δεύτερος, που σχετίζεται με την ένταση και την ποιοτική αναβάθμιση των προκλήσεων, είναι η απόφαση του Αρείου Πάγου να μην επιτραπεί η έκδοση των οκτώ Τούρκων αξιωματικών. Η Τουρκία θεωρεί ότι ασκώντας πίεση θα υποχρεώσει την Ελλάδα να τους εκδώσει, καθότι αφενός μεν εξ ιδίων κρίνει τα αλλότρια και αφετέρου έχει συνηθίσει την Ελλάδα να υποχωρεί.

Ο τρίτος λόγος σχετίζεται με τον ισχυρισμό της Τουρκίας ότι η Ελλάδα, εγκαθιστώντας σε 18 νησιά του Αιγαίου στρατιωτικά τμήματα, έχει ανατρέψει εις βάρος της Τουρκίας το status quo στο Αιγαίο. Αυτόν τον ισχυρισμό, που μέχρι πριν από δύο χρόνια τον επικαλούνταν περιθωριακοί εθνικιστικοί κύκλοι, τώρα τον ενστερνίζεται και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, ασκώντας πίεση στο AKP, εκτοξεύοντας κατηγορίες όπως «επί AKP και Ερντογάν χαρίσατε στην Ελλάδα 18 νησιά». Άρα, η άσκηση πίεσης μέσω των προκλήσεων αποσκοπεί και στο να οδηγήσει την Ελλάδα στην απόσυρση των στρατιωτικών τμημάτων από τα νησιά αυτά.

Ένας τέταρτος λόγος είναι το γεγονός ότι ο Ερντογάν, βλέποντας τις δημοσκοπήσεις και τη διαρροή ψήφων από το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης (MHP) προς το «Όχι», ανεβάζει τα εθνικιστικά γράδα στο μείγμα της πολιτικής του για να περιορίσει τις διαρροές.

Τέλος ένας άλλος λόγος, πιο πολύ με δομικά χαρακτηριστικά, είναι αυτός που σχετίζεται με αυτό που λέμε ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας.

Από τη Συμφωνία του Ελσίνκι, του 1999, η Άγκυρα (και από το 2003 ο Ερντογάν) διαμόρφωσε την εξωτερική πολιτική της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα με βάση την ευόδωση του ευρωπαϊκού στόχου, δηλαδή την είσοδο της Τουρκίας στην ΕΕ.

Ο Ερντογάν μάλλον έχει πάρει τις αποφάσεις του, και κατά τα φαινόμενα δεν αποτελεί πλέον πρωταρχικό στόχο η ΕΕ – άρα, δεν υπάρχει λόγος να ασκεί εξωτερική πολιτική απέναντι στην Ελλάδα με το ένα μάτι στις Βρυξέλλες. Άλλωστε, αυτό δείχνει και η ανθελληνική πολιτική που ασκεί μέσω των Τιράνων και του εξωνημένου Ράμμα.

Και εξ αυτού είναι σαν να ωθεί την Ελλάδα να εγκαταλείψει κι αυτή την πολιτική του κατευνασμού διά των Βρυξελλών, και να ξαναγυρίσει στην πολιτική των βέτο που εγκαταλείψαμε το 1996, όταν ανταλλάξαμε την είσοδο της Κύπρου στην ΕΕ με την άρση του βέτο για την υπογραφή της Τελωνειακής Ένωσης της ΕΕ με την Τουρκία.

Θα πρέπει δε να ξέρει η Τουρκία ότι η Τελωνειακή Ένωση είναι ένα «όπλο» που κρατάει ακόμα στα χέρια της η Ελλάδα, και τώρα που η οικονομία της Τουρκίας κλυδωνίζεται, καλό είναι να μην δοκιμάσει τις προθέσεις της Ελλάδας.

Επίσης, καλό είναι να μην δοκιμάζει την υπομονή και τις προθέσεις της Ελλάδας, γιατί μπορεί το 1922 να γνωρίσαμε την κατάρρευση του μετώπου και την Μικρασιατική Καταστροφή, όμως λίγο πριν η Τουρκία είχε βρεθεί στο χείλος της ολοκληρωτικής καταστροφής.

Και πρέπει να ξέρουν εκεί στην Άγκυρα ότι η ιστορία μερικές φορές επαναλαμβάνεται ως φάρσα…

 pontos-news.gr

Το τέλος των ψευδαισθήσεων στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις

0

του Μιχάλη Διακαντώνη*

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις αποτελούν αδιαμφισβήτητα το σημαντικότερο κεφάλαιο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Απ’ την περίοδο των σεισμών του 1999, ξεκίνησε μια προσπάθεια επαναπροσέγγισης των δύο χωρών μέσω συνεργασίας σε θέματα «χαμηλής πολιτικής» (εμπόριο, τουρισμός, πολιτισμός) που συνοδεύτηκε απ’ την μείωση της στρατιωτικής έντασης, αλλά και την έναρξη διερευνητικών επαφών για το θέμα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας. Η προσπάθεια αυτή συνεχίστηκε το 2009 μέσω της σύστασης του Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας, που αποσκοπούσε στην περαιτέρω διεύρυνση των δεσμών των δύο κρατών στους προαναφερθέντες τομείς. Οι συγκεκριμένες δράσεις είναι σύμφωνες με τη Φιλελεύθερη σχολή σκέψης στις Διεθνείς Σχέσεις, η οποία υποστηρίζει ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση και η ύπαρξη συνεργασίας σε ζητήματα χαμηλής πολιτικής, είναι ικανή να δημιουργήσει ισχυρούς δεσμούς ανάμεσα στα κράτη, περιορίζοντας έτσι την πιθανότητα πολεμικών συγκρούσεων. Η προσδοκία που γεννάται, είναι ότι οι εν λόγω διαδικασίες με την πάροδο του χρόνου, θα διευκολύνουν την επίτευξη συγκλίσεων σε θέματα «υψηλής πολιτικής», όπως είναι αυτά της εθνικής ασφάλειας και κυριαρχίας. Ποιος είναι, όμως, μέχρι ώρας ο πραγματικός αντίκυπος αυτών των πολιτικών προσέγγισης Ελλάδας-Τουρκίας και ποια η πιθανή εξέλιξή τους, με βάση τις υπάρχουσες συνθήκες στο εγχώριο και διεθνές περιβάλλον;

Η Τουρκία ως «αρνητής» του Διεθνούς Δικαίου

Προτού αναφερθούμε στα αποτελέσματα που επιτεύχθησαν μέσω της διπλωματικής προσέγγισης των δύο κρατών, θα πρέπει να τονίσουμε ότι οι ελληνοτουρκικές διαφορές εκτείνονται σ’ ένα μεγάλο εύρος ζητημάτων και χαρακτηρίζονται απ’ την διαχρονική άρνηση της Τουρκίας να αποδεχτεί τα τετελεσμένα που προκύπτουν απ’ το Διεθνές Δίκαιο και τις Διεθνείς Συνθήκες και Συμβάσεις. Πιο συγκεκριμένα, η Τουρκία[1]:

  • το 1973 παρείχε παράνομη άδεια ερευνών στην κρατική εταιρεία πετρελαίου για την περιοχή του Αιγαίου, αμφισβητώντας ευθέως μέρος της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, τα όρια της οποίας προβλέπονται απ’ τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας (1982).
  • αμφισβητεί, με απειλή πολέμου (casus belli), το νόμιμο και κυριαρχικό δικαίωμα της Ελλάδας να επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη της μέχρι τα 12 ναυτικά μίλια, όπως προβλέπει το Δίκαιο της Θάλασσας, ενώ παραβιάζει διαρκώς και τον ελληνικό εθνικό εναέριο χώρο.
  • αμφισβητεί την κυριαρχία επί ελληνικών νησιών, καθώς και τα θαλάσσια σύνορα της Ελλάδας, αποσκοπώντας στη δημιουργία «γκρίζων ζωνών» στο Αιγαίο, κατά παράβαση της Συνθήκης της Λωζάννης (1923), της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων (1947) και των Ιταλο-Τουρκικών Συμφωνιών του 1932. Επιπλέον, απαιτεί την αποστρατικοποίηση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, παρά τα όσα ορίζονται στη Σύμβαση του Montreux (1936), τη Συνθήκη της Λωζάννης και σε αντίθεση με την ισχυρή παρουσία τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων στις ακτές της Μικράς Ασίας.
  • αμφισβητεί τις αρμοδιότητες που ασκεί η Ελλάδα εντός του FIR Αθηνών, βάσει των αποφάσεων του Διεθνούς Οργανισμού Πολιτικής Αεροπορίας (ICAO), παραβιάζοντας με τα πολεμικά της αεροσκάφη τους κανόνες εναέριας κυκλοφορίας. Όσον αφορά τις περιοχές έρευνας και διάσωσης, η Τουρκία εξέδωσε το 1988 κανονισμό που επεκτείνει τα δικαιώματά της σε τμήμα του FIR Αθηνών. Ο κανονισμός αυτός έρχεται σε αντίθεση με τη διεθνή πρακτική, τις συστάσεις του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (ΙΜΟ) και του Διεθνούς Οργανισμού Πολιτικής Αεροπορίας, αλλά και με όσα ορίζονται στις Συμβάσεις του Σικάγο (1944) και του Αμβούργου (1979).
  • έχει εισβάλλει στρατιωτικά στην Κύπρο απ’ το 1974 και κατέχει παράνομα το 37% της νήσου, παραβιάζοντας τα δικαιώματα των Ελληνοκυπρίων προσφύγων, των αγνοουμένων και των συγγενών τους, ενώ συνεχίζει με συστηματικό τρόπο τον παράνομο εποικισμό, έχοντας μάλιστα προβεί σε μονομερή ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του ψευδοκράτους το Νοέμβριο του 1983. Οι ενέργειες αυτές έχουν καταδικαστεί κατ’ επανάληψη με σειρά αποφάσεων και ψηφισμάτων, τόσο απ’ τη Γενική Συνέλευση και το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, όσο και μέσα από ευρωπαϊκά όργανα και άλλα διεθνή fora.
  • ασκεί παρεμβατική πολιτική εναντίον της Ελλάδας στη Δυτική Θράκη μέσω του Προξενείου Κομοτηνής και των ψευδομουφτήδων που αυτό τοποθετεί στην περιοχή. Οι εκφοβισμοί αλλά και τα οικονομικά κίνητρα που χρησιμοποιούνται από «σκιώδη» τουρκικά στοιχεία, αποσκοπούν να συνενώσουν και να εκτουρκίσουν τις διαφορετικές συνιστώσες της μουσουλμανικής μειονότητας, υπονομεύοντας κάθε προσπάθεια ανάκτησης της ιδιαίτερης ταυτότητας των Πομάκων και των Ρομά. Τελικός σκοπός είναι η να δημιουργηθεί η αίσθηση ότι στην Δυτική Θράκη υφίσταται τουρκική και όχι μουσουλμανική μειονότητα (σε αντίθεση με όσα ορίζει ρητώς η Συνθήκη της Λωζάννης).[2]

 

Οι θετικές εξελίξεις σε ζητήματα οικονομίας και η κατευναστική πολιτική της Ελλάδας

Παρά τις διαχρονικές εστίες τριβής μεταξύ των δύο κρατών, υπάρχουν τομείς στους οποίους παρουσιάζονται θετικές εξελίξεις, όπως είναι το εμπόριο, οι επενδύσεις, ο τουρισμός, η ενέργεια και ο πολιτισμός. Σε επίπεδο εμπορικών συναλλαγών, ενώ το 1997 ο όγκος του εμπορίου μεταξύ των δύο χωρών ανερχόταν στα 729 εκατομμύρια δολάρια, το 2014 έφθασε στα 5,5 δισεκατομμύρια δολάρια, για να πέσει στο επίπεδο των 2,99 δις δολαρίων το 2015 εξαιτίας της επιβολής των capital controls στην Ελλάδα και της διεθνούς πτώσης της τιμής του πετρελαίου (καθώς μεγάλο κομμάτι των ελληνικών εξαγωγών αφορά τον κλάδο των πετρελαιοειδών). Αξίζει να σημειωθεί, ότι απ’ το 1998 έως και το 2009 η Ελλάδα παρουσίαζε έλλειμμα στις εμπορικές της συναλλαγές με την Τουρκία.[3]

Στο επίπεδο των άμεσων ξένων επενδύσεων (ΑΞΕ), οι ροές μεταξύ των δύο κρατών είναι διαχρονικά χαμηλές. Μετά τη συμφωνία για την Τελωνειακή Ένωση μεταξύ Τουρκίας-Ε.Ε. (1995) υπήρξαν αυξητικές τάσεις, με την χώρα μας να πραγματοποιεί τις μεγαλύτερες ΑΞΕ τα έτη 2006-2007 εξαιτίας της απόκτησης της τουρκικής τράπεζας Finansbank απ’ την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και της Tekfen Bank από την Eurobank EFG (και οι δύο πουλήθηκαν, το 2016 και το 2012 αντίστοιχα, λόγω της ανάγκης ανεύρεσης τραπεζικών κεφαλαίων που προκάλεσε η ελληνική οικονομική κρίση). Οι τουρκικές ΑΞΕ είναι χαμηλότερες σε σχέση με τις ελληνικές, και περιορίζονται τα τελευταία έτη στο άνοιγμα υποκαταστημάτων της τουρκικής τράπεζας Ziraat σε Αθήνα, Κομοτηνή, Ξάνθη και Ρόδο και στην απόκτηση πλειοψηφικών πακέτων μετοχών σε ελληνικές μαρίνες. Τα ελληνικά γραφειοκρατικά εμπόδια αλλά και η επενδυτική αβεβαιότητα που προκάλεσε η ελληνική οικονομική κρίση,  αποθάρρυναν σε σημαντικό βαθμό την προσέλκυση σημαντικών κεφαλαίων απ’ την Τουρκία.[4]

Ο τουρισμός είναι ένα ακόμη πεδίο στο οποίο ανθούν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις. Αναφέρεται χαρακτηριστικά, ότι ενώ το 2000 μόλις 218.000 Έλληνες επισκέπτονταν την Τουρκία, το 2015 ο αριθμός τους ανήλθε σε 755.000. Αντίστοιχα, ενώ το 2003 περίπου 170.000 Τούρκοι τουρίστες επισκέπτονταν την Ελλάδα, το 2015 ο αριθμός αυτός έφθασε τις 898.000[5]. Παράλληλα με τον τουρισμό, αναπτύσσονται και πρωτοβουλίες για πολιτιστικά δρώμενα που έχουν σαφώς οικονομικές απολήξεις για πολλούς Δήμους των δύο χωρών. Αν και ο τομέας του τουρισμού αποφέρει σημαντικά έσοδα για Ελλάδα και Τουρκία και αναπτύσσει πολυεπίπεδα τις σχέσεις των δύο λαών, είναι ευαίσθητος σε δυσμενείς πολιτικές εξελίξεις (όπως η τρομοκρατία ή η ύπαρξη διακρατικών εντάσεων).

Στον ενεργειακό τομέα, έχουν επίσης προωθηθεί σημαντικές συνεργασίες μεταξύ των δύο χωρών. Ελλάδα και Τουρκία στηρίζονται ενεργειακά σε μεγάλο βαθμό στις ρωσικές εισαγωγές και προσπαθούν να περιορίσουν την εξάρτησή τους αυτή, μέσω της συμμετοχής τους στον Νότιο Ενεργειακό Διάδρομο (Southern Gas Corridor). Το σχέδιο αυτό προβλέπει την προμήθεια αερίου από χώρες της Κασπίας (Αζερμπαϊτζάν σε πρώτη φάση) μέσω της κατασκευής ενός δικτύου νέων αγωγών. Στο δίκτυο αυτό περιλαμβάνεται ο αγωγός TANAP (Trans Anatolian Pipeline) για την Τουρκία και ο αγωγός TAP (Trans Adriatic Pipeline) για την Ελλάδα. Επιπλέον, οι δύο χώρες συνεργάζονται ενεργειακά μέσω του Διασυνδετηρίου αγωγού φυσικού αερίου Τουρκίας-Ελλάδας (ITG) που εγκαινιάστηκε το 2007, ενώ την ίδια χρονιά ξεκίνησε και η διασύνδεση του ελληνικού και τουρκικού ηλεκτρικού δικτύου μέσω Θράκης. Μελλοντικά, υπάρχει η δυνατότητα να υλοποιηθούν δύο ακόμη ενεργειακά έργα: το πρώτο αφορά την κατασκευή του αγωγού Turkish Stream που προβλέπει την μεταφορά ρωσικού φυσικού αερίου μέσω των ελληνοτουρκικών συνόρων στην υπόλοιπη Ευρώπη, ενώ το δεύτερο αφορά την κατασκευή ενός αγωγού Κύπρου-Τουρκίας που θα μεταφέρει το αέριο απ’ τα κοιτάσματα της Ανατολικής Μεσογείου στη γείτονα χώρα (και σε άλλες χώρες της Ευρώπης σε δεύτερη φάση). Επί του παρόντος, η πραγματοποίηση και των δύο αυτών έργων συναντάει σοβαρά εμπόδια, τόσο για γεωπολιτικούς όσο και για νομικούς λόγους (προσπάθεια ευρωπαϊκής απεξάρτησης απ’ το ρωσικό αέριο, ατελής οριοθέτηση ΑΟΖ μεταξύ κρατών και άλυτο κυπριακό ζήτημα).

Σε συνδυασμό με τα ανωτέρω στοιχεία, πρέπει να ληφθεί υπόψιν και η κατευναστική διπλωματική στάση της Ελλάδας απέναντι στην Τουρκία απ’ την δεκαετία του 1990 και εντεύθεν. Είναι χαρακτηριστικό, ότι αν και τον Ιανουάριο του 1996 είχαν προηγηθεί τα πολύ σοβαρά γεγονότα των Ιμίων, η ελληνική κυβέρνηση –σε μια ομολογουμένως πολύ άτυχη διπλωματική στιγμή- έσπευσε να υπογράψει τη Συμφωνία της Μαδρίτης (Ιούλιος 1997) με την οποία αναγνώριζε τα «νόμιμα και ζωτικά συμφέροντα και ενδιαφέροντα της Τουρκίας στο Αιγαίο». Ακολούθως, το Δεκέμβριο του 1999, στη Σύνοδο Κορυφής στο Ελσίνκι,  η Τουρκία έλαβε τον τίτλο της υποψήφιας χώρας- μέλους προς ένταξη στην Ε.Ε., με την ταυτόχρονη δέσμευση για την παραπομπή όλων των εκκρεμών ελληνοτουρκικών διαφορών στο Δικαστήριο της Χάγης. Την περίοδο 2000-2002 υπογράφησαν 16 συμφωνίες στο εμπόριο, τις επενδύσεις, τον τουρισμό, τις μεταφορές και στον επιστημονικό και τεχνολογικό τομέα, ενώ μετά την ίδρυση του Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας (2009) υπήρξαν πάνω από 25 κείμενα συμφωνιών που αφορούν θέματα από την επιχειρηματικότητα, την οικονομία και τον αθλητισμό έως και το ευαίσθητο προσφυγικό ζήτημα. Γενικότερα, η διπλωματική στάση της Ελλάδας καθ’ όλο αυτό το διάστημα μπορεί να χαρακτηριστεί από συντηρητική έως και παθητική, με ιδιαίτερο βάρος να δίνεται στην τήρηση των κανόνων Διεθνούς Δικαίου και στην αποφυγή προκλητικών ενεργειών που θα μπορούσαν να δυναμιτίσουν τις διμερείς σχέσεις.

 Ο συνεχής αναθεωρητισμός τη Τουρκίας

Πώς, όμως, ανταποκρίνεται η Τουρκία σε αυτή την κατευναστική στάση της Ελλάδας; Αποτελεί η συνεργασία σε ζητήματα χαμηλής πολιτικής, μια αφετηρία για την ήπια και ειρηνική συνύπαρξη στις δύο πλευρές του Αιγαίου ή εκλαμβάνεται ως ένδειξη διπλωματικής αδυναμίας απ’ την γείτονα χώρα;

Δυστυχώς, η τουρκική ηγεσία φαίνεται όχι μόνο να διατηρεί αλλά και να εντείνει την διαχρονικά αναθεωρητική της πολιτική έναντι της Ελλάδας. Τον περασμένο Νοέμβριο, ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, δήλωσε ότι «η συνθήκη της Λωζάννης (με την οποία καθορίστηκαν τα ελληνοτουρκικά σύνορα) δεν είναι ένα αδιαμφισβήτητο ιερό κείμενο. Και βέβαια θα το συζητήσουμε […] Έχουμε επίγνωση ότι θα θίξουμε τα συμφέροντα αρκετών. αλλά και πάλι θα το πράξουμε[6]». Σε μια άλλη αποστροφή των λόγων του είχε τονίσει ότι η Τουρκική Δημοκρατία αποτελεί τη συνέχεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και για αυτό «άλλα είναι τα φυσικά σύνορα της χώρας μας και άλλα τα σύνορα της καρδιάς μας[7]». Η αμφισβήτηση των ελληνικών συνόρων είναι συνεχής και άμεση με τον ίδιο τον Ερντογάν να δηλώνει τον Σεπτέμβριο του 2016 ότι «με τη Λωζάννη δώσαμε στους Έλληνες τα νησιά, που αν φωνάξεις από τις ακτές του Αιγαίου, θα ακουστείς απέναντι. Είναι αυτό νίκη; Εκείνα τα μέρη ήταν δικά μας. Εκεί έχουμε ακόμα δικά μας νησιά[8]». Στο ίδιο μήκος κύματος είναι και οι δηλώσεις σημαντικών στελεχών της τουρκικής κυβέρνησης: Τον περασμένο Νοέμβριο, ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, απαντώντας γραπτώς σε ερώτηση που κατέθεσε Τούρκος βουλευτής σχετικά με το καθεστώς των νησιών στο Αιγαίο είπε ότι «τα Ίμια είναι τουρκικό έδαφος[9]» ενώ και ο Τούρκος Υπουργός Άμυνας, Ισμέτ Γιλμάζ, τον Μάρτιο του 2015 εντός της τουρκικής Βουλής ανέφερε ότι: «Η Ελλάδα έχει μόνο εκ των πραγμάτων και προσωρινά, κανόνα κυριαρχίας πάνω στα νησιά με την ονομασία EGAYDAAK και η διοίκηση της εκεί δεν αναιρεί το γεγονός ότι τα νησιά αυτά είναι έδαφος της Τουρκικής Δημοκρατίας[10]». Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί, ότι το αρκτικόλεξο  EGAYDAAK στα επίσημα τουρκικά έγγραφα, αναφέρεται σε 152 νησιά, νησίδες και βραχονησίδες των οποίων η κυριότητα -σύμφωνα με τους Τούρκους- δεν παραχωρήθηκε στην Ελλάδα με συμφωνίες[11].

Οι δηλώσεις αυτές των Τούρκων αξιωματούχων δεν είναι τυχαίες ούτε και αποτελούν μεμονωμένες περιπτώσεις εθνικιστικής ρητορικής, καθώς είναι σύμφωνες με τα όσα διακηρύσσονται στον λεγόμενο «Εθνικό Όρκο» της Τουρκίας (“Misakı Mill”î). Το κείμενο αυτό θεωρείται ο Καταστατικός Χάρτης της Τουρκίας και αποτελεί αντικείμενο εκπαίδευσης στα σχολεία και σχολές όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης. Για να γίνει πλήρως αντιληπτή η ουσία του «Εθνικού Όρκου», παρατίθεται η ακόλουθη φράση του Μουσταφά Κεμάλ που αναφέρεται εντός αυτού: «Κάθε έδαφος όπου ζουν Τούρκοι περιλαμβάνεται στο Misakı Millî. Με τη βοήθεια του Αλλάχ, θα πάρω πίσω τη Μοσούλη, το Κιρκούκ και τα νησιά (τα νησιά του Αιγαίου και την Κύπρο), καθώς επίσης θα ενσωματώσω εντός των συνόρων της Τουρκίας, τη Θεσσαλονίκη και τη Θράκη».[12] Ο ίδιος ο Ερντογάν αναφερόμενος στον «Εθνικό Όρκο» έχει δηλώσει ότι: «Η Τουρκία πάντοτε αγκάλιαζε όλους τους καταπιεσμένους πληθυσμούς και τα θύματα και ποτέ δεν εγκαταλείψαμε τους ομοεθνείς μας μόνους […] Γίνεται να φανταστεί κανείς την Αδριανούπολη χωριστά από τη Θεσσαλονίκη ή το Κίρτζαλι;»[13].

Η Τουρκία δεν αμφισβητεί όμως μόνο σε επίπεδο ρητορικής τα ελληνικά σύνορα, αλλά και μέσω των πρακτικών που ακολουθεί σε καθημερινό επίπεδο: οι μαζικές παραβιάσεις του εθνικού εναερίου χώρου, οι συνεχείς NAVTEX που εκδίδει και με τις οποίες δεσμεύει μεγάλες περιοχές του Αιγαίου, οι Διοικητικές Εκθέσεις Δραστηριοτήτων που εκδίδει η τουρκική Διοίκηση Ασφαλείας Ακτών στις οποίες αναφέρει τα Ίμια ως τουρκικό έδαφος αναλαμβάνοντας παράλληλα να τα προστατεύει και να τα επιτηρεί σε 24ωρη βάση[14], η «επίσκεψη» του Τούρκου αρχηγού ΓΕΕΘΑ με πυραυλάκατο και ομάδα ειδικών δυνάμεων στα Ίμια[15], αλλά και η προ ολίγων ημερών πραγματοποίηση άσκησης με πραγματικά πυρά εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων απ’ το τουρκικό πλοίο «Κουσάντασι»[16] είναι μόνο ενδεικτικές των τουρκικών προθέσεων. Το προσφυγικό ζήτημα, αποτελεί, άλλωστε, ένα ακόμη μέσο της τουρκικής διπλωματίας προς αυτή την κατεύθυνση: Πέραν του διακηρυγμένου απ’ τη δεκαετία  του 80’ «Δόγματος Οζάλ», σύμφωνα με το οποίο για την κατάκτηση της Ελλάδας δεν είναι απαραίτητος ένας πόλεμος αλλά η βαθμιαία αποστολή σε αυτήν 3-4 εκατομμυρίων φανατικών Μουσουλμάνων[17], η Τουρκία φαίνεται να εκμεταλλεύεται την παρούσα κατάσταση προκειμένου να διεξάγει δραστηριότητες ελέγχου πέριξ των Ιμίων, του Φαρμακονησίου και της Κω, παραβιάζοντας τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα[18].

Σε σχέση με το Κυπριακό ζήτημα, η Τουρκία παρά την όποια πρόοδο παρατηρείται κατά καιρούς στις διαπραγματεύσεις, αρνείται πλήρως την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων και επιμένει στο αναχρονιστικό καθεστώς των εγγυήσεων, ζητώντας ουσιαστικά την επίσημη κατοχύρωση της παράνομης τουρκικής εισβολής του 74’. Ο Ερντογάν δήλωσε προσφάτως ότι «η Τουρκία θα παραμείνει για πάντα στην Κύπρο»[19] ενώ η σημασία που αποδίδει η τουρκική διπλωματία στο νησί της Αφροδίτης, προκύπτει πρόδηλα και απ’ τα γραφόμενα του Τούρκου πρώην Πρωθυπουργού, Αχμέτ Νταβούτογλου, στο βιβλίο του “Στρατηγικό Βάθος”: «ακόμη και αν δεν υπήρχε εκεί, έστω, και ένας Τούρκος μουσουλμάνος, η Τουρκία θα ήταν υποχρεωμένη να θέσει ένα κυπριακό ζήτημα». Υποστηρίζει μάλιστα με έμφαση ότι καμία χώρα δεν μπορεί να παραβλέψει ένα τέτοιο νησί που βρίσκεται στην καρδιά της ζωτικής της περιοχής και ότι η Τουρκία είναι υποχρεωμένη να ενδιαφέρεται στρατηγικά για την Κύπρο εξαιρουμένου του ανθρώπινου στοιχείου[20].

Το μέλλον των ελληνοτουρκικών σχέσεων

Με βάση τα όσα περιγράφησαν ανωτέρω, είναι αρκετά πιθανή η όξυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων στο μέλλον. Σε αυτό το γεγονός συντείνουν τόσο παράγοντες που αφορούν την εσωτερική κατάσταση των δύο χωρών, όσο και η διεθνής συγκυρία. Η πίστη στα αποτελέσματα της οικονομικής αλληλεξάρτησης ξεθωριάζει, καθώς η παράταση της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, αλλά και οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει η τουρκική οικονομία λόγω του πραξικοπήματος και της τρομοκρατίας, κάνουν δύσκολη την περαιτέρω διεύρυνση των διμερών εμπορικών και επενδυτικών δεσμών. Το προσφυγικό ζήτημα, θα προκαλέσει, όχι μόνο διπλωματικές αλλά και οικονομικές τριβές, εντείνοντας τον ανταγωνισμό στον τουριστικό τομέα ακόμη και με τη χρήση αθέμιτων μέσων, ενώ η διαπιστωμένη ύπαρξη ενεργειακών κοιτασμάτων στο Αιγαίο θα δημιουργήσει επιπρόσθετες διενέξεις.

Στο εσωτερικό της Τουρκίας, η προσπάθεια του Ερντογάν, να κερδίσει το προσεχές δημοψήφισμα προκειμένου να αποκτήσει εκτελεστικές υπερεξουσίες, τον έχει οδηγήσει σε αναγκαστική συμμαχία με το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης (ήδη συζητείται το ενδεχόμενο της εισόδου δύο ή τριών μελών των  Γκρίζων Λύκων στο κυβερνητικό σχήμα[21]). Αυτό σημαίνει ότι ο Τούρκος Πρόεδρος θα αναγκαστεί να υιοθετήσει εθνικιστικές κορώνες ή ακόμη και να προβεί στην πρόκληση μιας χαμηλής ή υψηλής εντάσεως ελληνοτουρκικής κρίσης για να προσελκύσει τους ακροδεξιούς ψηφοφόρους, ενώ προφανώς δεν αναμένεται να επιδείξει ελαστική στάση σε ζητήματα που αφορούν τις ελληνοτουρκικές ή τουρκο-κυπριακές διαφορές. Περαιτέρω, η σταδιακή Ισλαμοποίηση της Τουρκίας, η έλλειψη αξιόπιστων δημοκρατικών θεσμών, ο περιορισμός της ελευθερίας της έκφρασης και το πολιτικό πογκρόμ που έχει εξαπολύσει ο Ερντογάν μετά το πραξικόπημα του Ιουλίου, ολοένα και απομακρύνουν την χώρα του απ’ την ευρωπαϊκή της προοπτική. Το γεγονός αυτό έχει αρνητικές επιπτώσεις τόσο για την οικονομία της Τουρκίας, όσο και για τους ορίζοντες της εξωτερικής της πολιτικής, οδηγώντας αναπόφευκτα την εστίαση της προσοχής της στην άλλη πλευρά του Αιγαίου.

Η απόρριψη απ’ την ελληνική δικαιοσύνη της έκδοσης των 8 Τούρκων πραξικοπηματιών στην Τουρκία, αλλά και η πρόθεση της ελληνικής κυβέρνησης να κατοικηθούν 28 μικρά νησιά του Αιγαίου για εθνικούς λόγους[22], οξύνουν ακόμη περισσότερο το κλίμα μεταξύ των δύο χωρών. Επιπλέον, καθώς η οικονομική συγκυρία για την Ελλάδα είναι πολύ δυσάρεστη και επανέρχονται στο προσκήνιο σενάρια Grexit, δεν μπορούν να αποκλειστούν σπασμωδικοί ελληνικοί διπλωματικοί χειρισμοί που θα οδηγήσουν ηθελημένα ή άθελα σ’ ένα ελληνοτουρκικό επεισόδιο.

Οι αρνητικές προϋποθέσεις που υφίστανται σε σχέση με τα ελληνοτουρκικά ζητήματα, δεν πρέπει να αποτρέψουν την Ελλάδα απ’ την επιδίωξη της βελτίωσης των διπλωματικών της δεσμών με την Τουρκία. Όσο, όμως, ο κανόνας του διεθνούς συστήματος είναι η αναρχία, είναι αναπόδραστο για τα κράτη να λειτουργούν με ρεαλιστική λογική και όχι με ιδεολογικές ονειρώξεις. Το αρραγές εσωτερικό μέτωπο, η σωστή λειτουργία και προετοιμασία των Ενόπλων Δυνάμεων και η άσκηση πολυμερούς διπλωματίας είναι τα μέσα με τα οποία η Ελλάδα μπορεί να δημιουργήσει αποτροπή σε όποιον επιβουλεύεται τα εθνικά της συμφέροντα.

* Ο Μιχάλης Διακαντώνης είναι οικονομολόγος, με μεταπτυχιακές σπουδές στις διεθνείς σχέσεις και συντονιστής ερευνών στο Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων του Παντείου Πανεπιστημίου.

[1] http://www.mfa.gr/zitimata-ellinotourkikon-sheseon/

[2] http://defencenews.gr/index.php/diethneis-sxeseis/313-oi-meionotites-tis-thrakis-o-rolos-tou-tourkikoy-prokseneiou

http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=809277

http://www.liberal.gr/arthro/115440/epikairotita/2017/H-MIT-fakelonei-ellines-kai-polites-38-choron.html

 

[3] Yazgan, Nuve, Politics of Interdependence: An analysis of Turkish-Greek economic relations (Master thesis), Ghsan Dogramacı Bilkent University, Μάιος 2016. σελ. 98-99.

[4] Ibid, σελ. 111-119.

[5] Ibid, σελ. 125-127.

[6] http://www.protothema.gr/politics/article/630728/o-erdogan-amfisvitei-ti-sunthiki-tis-lozanis-kai-anoigei-thema-sunoron/

[7] http://www.kathimerini.gr/882975/article/epikairothta/kosmos/erntogan-alla-einai-ta-fysika-synora-kai-alla-ta-synora-ths-kardias-mas

[8] http://www.thetoc.gr/politiki/article/i-tourkia-amfisbitei-ellinika-dikaiwmata-sto-miso-aigaio

[9] http://www.naftemporiki.gr/story/1177929/tsabousoglou-ta-imia-einai-tourkiko-edafos

[10] http://www.newsbomb.gr/ellada/ethnika/story/571224/proklisi-toyrkoy-ypam-16-nisia-katexontai-paranoma-apo-tin-ellada

[11] Μηνάγιας, Χρήστος, Απόρρητος Φάκελος Τουρκία-Η Εθνική Στρατηγική της Τουρκίας, σελ. 243-267, 2014, Εκδόσεις Κάδμος.

[12] http://www.geostrategy.gr/pdf/20110220%20TUR%20Ataturk%20&%20Erdogan.pdf

[13] http://www.kathimerini.gr/879543/article/epikairothta/politikh/erntogan-den-mporoyme-na-agnohsoyme-toys-omoe8neis-mas-se-dytikh-8rakh-kai-kypro

[14] http://www.armynow.net/bomba-minagia-aktofylaki-elegxous-imia/

[15] http://www.sigmalive.com/news/international/400700/polemiko-ploio-me-ton-tourko-geetha-kai-komantos-sta-imia

[16] http://www.protothema.gr/politics/article/655159/tourkiko-polemiko-ekane-voles-duo-milia-apo-to-farmakonisi/

[17] http://www.kathimerini.gr/850302/opinion/epikairothta/politikh/h-proioysa-islamopoihsh-ths-elladas

[18] http://www.armynow.net/bomba-minagia-aktofylaki-elegxous-imia/

[19] http://www.iefimerida.gr/news/312847/erntogan-o-stratos-mas-den-feygei-apo-kypro-i-ellada-vazei-xana-sta-podia

http://mignatiou.com/2016/12/akintzi-choris-strato-ke-engiisis-diapragmatefsis-telos-ochi-prosartisi-se-tourkia/

[20] http://www.liberal.gr/arthro/93630/amyna–diplomatia/2016/apokaluptoume-tin-tourkia-tou-Erdoan.html

[21] http://www.kathimerini.gr/895738/article/epikairothta/kosmos/eisodos-twn-gkrizwn-lykwn-sthn-kyvernhsh-syzhteitai-sthn-agkyra

[22] http://www.ant1news.gr/news/Politics/article/462898/santorinios-tha-katoikithoyn-ta-mikra-nisia-toy-aigaioy

WHY THE EU CAN’T MAKE SENSE OF THE WORLD AND WHY ITS DOWNFALL IS IMMINENT

0

By Timon Dias Posted on February 26, 2017

First, there’s the EU’s primary internal contradiction: EU federalism is an ideology that propagates post-ideologism; a culturally amorphous post-ideological world.

A cosmopolitan easy going agnostic world, in which the single market and currency have made nationalism obsolete. Indeed, a world where the European Parliament invites a long haired bearded shemale to perform in front of its building and announces him/her as “The voice of Europe” singing for equality, without anyone batting an eye.

The EU’s core problem, however, is that in its way of viewing and engaging the world beyond Brussels’ boundaries, it is acting as if the world has already arrived at this so badly coveted post-cultural/ideological end station.

This is why the EU’s foreign minister is convinced political Islam should be part of the solution for Europe’s bicultural malaise. It is why for almost a decade now, the EU is maintaining it is reasonable to expect a German fiscal discipline from Greece ― a country in which tax evasion has been a central pillar of its culture ever since it was conquered by the Ottoman Empire some 600 years ago. It is why the EU fails to grasp the fact it’s deepening the migration crisis by acting as a ferry service for human traffickers. It is why the EU refuses to acknowledge an inherently expansionist religion like Islam views Europe’s open borders as an invitation to conquest. And it is why it was caught off guard by the mass rapes in Cologne etc. Because in the EU’s world, man in its natural state never existed and the Rape of the Sabine Women was never told.

In short, the EU is treating the world as if it’s already an earthly EUtopia in which everything can be solved through dialogue and the right subsidies. And that’s why it will keep on chasing facts until its imminent demise.

But there’s something even more fundamental obstructing the EU’s ability to solve crises.

The EU is artificial and unnecessary 

What is the EU? The EU is a government looking for people to govern. It didn’t evolve organically from a community’s desire to be governed. It was an elitist ideological hobby project ― one that European Commission first Vice-President Frans Timmermans a few weeks ago referred to as:

“arguably the most successful peace project in human history.“

The EU is not a peace project

This, however, is a deception. A deception so pervasive, it has become the most pivotal element of the Eurocrats’ belief system. But the EU is no peace project. It neither caused nor consolidated peace.

True peace is being able to hurt one another, but simply not wanting to. In 1945, after centuries of conflict, European nation states finally reached this status. Subsequently, the European Economic Community (EEC) consolidated this peace in 1958 by entangling the French and German economies.

The EU came afterwards, without there ever being an actual need for it ― the continent was peaceful and that peace was consolidated.

So, inadvertently, the image below by everyone’s favourite federal high priest, says absolutely nothing about the EU, but everything about the EEC.


The EU has no actual raison d’être

So, if the EU neither caused nor consolidated peace, what is the EU’s fundamental raison d’être? The simple answer is: it has none. There is nothing fundamentally positive about Europe, that could not exist without the EU.

This is no trivial matter.

Because the EU is a highly artificial and non-organic governing body, one without a fundamental raison d’être, the EU’s priority objective, at all times, is self-preservation. Even when this means not solving problems at all.

The euro and migration crises serve as prime examples. The EU is not only not solving the euro crisis, it’s prolonging it by insisting fiscally dysfunctional member states remain member states, simply because their ejection from the EU would endanger and obscure the EU itself.

The same is true for the migration crisis. It’s not hard to solve. To simply stop being a ferry service for human traffickers and implement the very straight forward Australian model, is hardly rocket science. It’s no coincidence Australia’s migration architect claims Europe doesn’t even seem to be trying to solve this crisis.

In 2016, 490,547 migrants reached Europe. The total number of asylum applicants is almost 2.5 times higher at 1.205 million, which is a modest drop from 2015’s 1.323 million. During the first months of 2017, almost 13.000 arrived by sea.

So what is the EU’s priority during the migrant crisis?

Instead, the EU’s highest priority seems to be preventing nation states from bypassing the EU, by taking their own measures against the crisis.

For if that were to happen, the EU would lose its ‘greatest achievement’: the federal control of European national borders, without which, the EU is nothing.

“Sell me this pen”

The EU has been sold to the European people by bored career politicians who persuaded them that Europe needed a supranational government and monetary union to prosper.

Europeans bought a pen from someone who told them to write their names on a napkin.

https://gatestone.eu/eu-going-down/

Τι προτείνει το Ευρωκοινοβούλιο για τις μειονότητες στην Αλβανία

0

φωτο: Ανακήρυξη της Αυτονομίας της Βορείου Ηπείρου

Κωνσταντίνος Χολέβας – Πολιτικός Επιστήμων

Την Τετάρτη 15.2.2017 δόθηκε στη δημοσιότητα και αναρτήθηκε στο διαδίκτυο  το Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την Έκθεση της Επιτροπής για την Αλβανία.
Το Ψήφισμα θυμίζει ότι από τον Ιούνιο 2014 η Αλβανία θεωρείται επισήμως ως χώρα υποψήφια για ένταξη στην Ευρ. Ένωση, επομένως οφείλει να κάνει σημαντικά βήματα για την ανάπτυξη των δημοκρατικών θεσμών. Το Ευρωκοινοβούλιο  διαπιστώνει ότι η γείτων χώρα έχει μακρύ δρόμο να διανύσει. Ειδικότερα πρέπει να θεσμοθετήσει την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, να καταπολεμήσει την διαφθορά στον δημόσιο τομέα, να πατάξει την εγκληματικότητα, να απαγορεύσει τη συμμετοχή ποινικών καταδίκων σε δημόσια αξιώματα, να περιστείλει το λαθρεμπόριο όπλων κ.ά.
Παρά τις συνεχείς επιθέσεις της κυβερνήσεως του Έντι Ράμα κατά της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητος το Ψήφισμα δεν κάνει συγκεκριμένη αναφορά στους Βορειοηπειρώτες, ούτε καταγράφει τις αυθαιρεσίες των αρχών στη  Χειμάρρα. Στην παράγραφο 24 σημειώνει ότι: «Απαιτούνται περαιτέρω προσπάθειες για την προστασία των δικαιωμάτων όλων των μειονοτήτων στην Αλβανία μέσω της πλήρους εφαρμογής της σχετικής νομοθεσίας. Συνιστά να κατοχυρωθούν στη νομοθεσία και να διασφαλιστούν στην πράξη τα δικαιώματα των πληθυσμών βουλγαρικής εθνότητας στις περιοχές της Πρέσπας, του Γκόλο Μπάρντο και της Γκόρα».

Βλέπουμε ότι γίνεται  μία γενική αναφορά στις μειονότητες και στη συνέχεια για πρώτη φορά στην ιστορία το Ευρωκοινοβούλιο αναφέρεται σε βουλγαρική μειονότητα. Μέχρι σήμερα η Αλβανία επισήμως αναγνωρίζει την Ελληνική, τη Μαυροβουνιακή και τη Σκοπιανή μειονότητα. Τώρα έρχεται ένας σημαντικός θεσμός της Ευρ. Ενώσεως και χαρακτηρίζει Βουλγάρους τους Σλαβοφώνους της Πρέσπας και τους Μουσουλμάνους Γκοράνι, τους οποίους διεκδικούν ως δική τους «μακεδονική» μειονότητα και τα Σκόπια. Οι Βούλγαροι Ευρωβουλευτές έκαναν καλά τη δουλειά τους και προώθησαν τα εθνικά τους συμφέροντα μέσω του Ευρωκοινοβουλίου. Η συγκεκριμένη αναφορά έχει εξοργίσει τους πολιτικούς και τον Τύπο των Σκοπίων, οι οποίοι βλέπουν μία γενικότερη αμφισβήτηση της «μακεδονικής» ταυτότητας από την Βουλγαρία. Η Σόφια ουδέποτε ανεγνώρισε «μακεδονικό» έθνος και θεωρεί Βουλγάρους τους Σλάβους της ΠΓΔΜ.

Το Ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου στην παράγραφο 43 «σημειώνει της πρόσφατες προστριβές στις σχέσεις μεταξύ Αλβανίας και Ελλάδος και συνιστά στις δύο πλευρές να αποφεύγουν πράξεις που θα μπορούσαν να έχουν αρνητική επίδραση στις σχέσεις τους». Η ισομερής κατανομή των ευθυνών αδικεί την Ελλάδα. Πρέπει το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών να ενημερώσει καλύτερα τους εταίρους μας για την προκλητικότητα των Τιράνων.

Στην παράγραφο 34 το Ψήφισμα ζητεί την αποκάλυψη εγκλημάτων που διαπράχθηκαν από το προηγούμενο κομμουνιστικό καθεστώς και την αποζημίωση των θιγέντων. Το θέμα αυτό αφορά και τους Βορειοηπειρώτες που φυλακίσθηκαν και βασανίσθηκαν.

Πρέπει να προστατεύσουμε τους Έλληνες της Αλβανίας εν όψει και των εκλογών του Ιουνίου.

Άρθρο στην εφημερίδα ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, Σάββατο 25 – Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2017

Η επικείμενη καταστροφή των Κυπρίων, η πολιτική της διεύρυνσης της Ε.Ε. και η κρίση της Ελλάδας και της ΕΕ

0

του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου.

Σημείωση: Το άρθρο που ακολουθεί είναι η μετάφραση ενός άρθρου που γράφτηκε και δημοσιεύτηκε στα αγγλικά πριν από ένα μήνα, εν όψει της επίσκεψης της Βρετανής Πρωθυπουργού στην ‘Αγκυρα, με τίτλο “Η Τερέζα Μέι στην ‘Αγκυρα για να πάρει την Κύπρο (και να βάλει την Τουρκία στην ΕΕ)”Επιχειρεί να διαγνώσει το πως εξελίσσεται η διαπραγμάτευση μεταξύ των Δυτικών και της Άγκυρας αναφορικά με την τελική κατάληξη του κυπριακού κράτους και του πληθυσμού του, αλλά και πως συνδέεται αυτή με τις εξελίξεις στην ΕΕ. Μετά τη δημοσίευση του άρθρου η διαπραγμάτευση συνεχίστηκε με επισκέψεις του ΓΓ του ΟΗΕ, του αρχηγού της CIA και του αρχηγού του αμερικανικού ΓΕΕΘΑ και αντιπροσωπείας του Ισραήλ στην Τουρκία. 

Το κυπριακό έχει περιπλακεί λόγω διαφωνιών στο εσωτερικό του διεθνούς παράγοντα, που αντανακλούν ίσως και τον “εμφύλιο πόλεμο” στο εσωτερικό του διεθνούς κατεστημένου.
Οι Δυτικοί συμφωνούν ως προς το να πάρουν τον έλεγχο του νησιού από τους κατοίκους του, αλλά διαφωνούν μεταξύ τους για το αν πρέπει να παραμείνει στην Ελλάδα και στην Τουρκία το δικαίωμα να επέμβουν στην Κύπρο που τους δίνουν οι συμφωνίες του 1960.
 Με δεδομένη την προβλεπόμενη δομή του νέου κυπριακού “κράτους”, και την προφανή αδυναμία του εξ αυτής να συνάψει συμμαχία με την Αθήνα ή οποιονδήποτε άλλο, ο μόνος τρόπος για να μπορεί νομίμως να υπερασπιστεί η Αθήνα τους Κυπρίους (όπως το έκανε η κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου ή ο Υπουργός Άμυνας Γεράσιμος Αρσένης κατά το παρελθόν) είναι η διατήρηση και όχι η κατάργηση των εγγυήσεων και επεμβατικών δικαιωμάτων.
Σε ότι αφορά την Αθήνα και τη Λευκωσία, αναμένουν πάντα το τελικό πόρισμα των συζητήσεων Δυτικών και Τουρκίας για να το εφαρμόσουν στη Γενεύη αρχικά, στην Κύπρο στη συνέχεια. Με πρωτοβουλία άλλωστε της ελληνικής κυβέρνησης, η διάσκεψη της Γενεύης έχει ανακηρυχθεί “ανοιχτού τέλους“.
Αν σταματήσουν οι καυγάδες που αναφέραμε παραπάνω, η γκιλοτίνα είναι σε διαρκή ετοιμότητα να κόψει ανά πάσα στιγμή το κεφάλι των Κυπρίων και της Κύπρου.

Τίτλος: Η Τερέζα Μέι στην ‘Αγκυρα για να πάρει την Κύπρο (και να βάλει την Τουρκία στην ΕΕ) 
 Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου 
Η Βρετανίδα πρωθυπουργός Τερέζα Μέι σπεύδει στην Άγκυρα να συζητήσει για την Κύπρο, την Μέση Ανατολή και την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ. Πρώτα θα επισκεφτεί την Ουάσιγκτον για να τσεκάρει τη στάση της νέας αμερικάνικης κυβέρνησης σχετικά με αυτό το θέμα και να πιέσει εκεί για τη λύση που θέλει να επιβάλει σχετικά με το Κυπριακό πρόβλημα. Η Βρετανία ήταν ανέκαθεν ο αρχιτέκτονας της Δυτικής πολιτικής για την Κύπρο και ως εκ τούτου η κα Μέι θα προσπαθήσει όχι μόνο να επηρεάσει την αμερικάνικη κυβέρνηση, αλλά, αν είναι δυνατόν, να διασφαλίσει και κάποιες υποσχέσεις από τους Αμερικάνους προς τον Ερντογάν, με σκοπό να τον πείσει να δώσει την έγκρισή του στο σχέδιο της Γενεύης για το Κυπριακό.
Η Διεθνής Διάσκεψη (ΔΣ) για το Κυπριακό στη Γενεύη, που διοργανώθηκε βιαστικά, τυπικά με πρωτοβουλία του προέδρου Αναστασιάδη, στην πραγματικότητα υπό την πίεση της πρώην Βοηθού Υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Victoria Nuland, έχει σαν πρώτο στόχο να καταργήσει τις συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου του 1960, που υποχρεώνουν τη Βρετανία, την Ελλάδα και την Τουρκία να εγγυώνται την κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας και μετά, σαν δεύτερο στόχο, να καταργήσει εξολοκλήρου την ίδια τη Δημοκρατία, δημιουργώντας στη θέση της ένα παράξενο και ασταθές διεθνές προτεκτοράτο που θα βρίσκεται υπό τον έλεγχο μιας «Διεθνούς Αστυνομικής Δύναμης». (1)
Υπό κανονικές συνθήκες, η Μέι δεν θα είχε καμία πιθανότητα επιτυχίας. Ο Ερντογάν θα ήταν διατεθειμένος να δώσει ό,τι του ζητηθεί, υπό δυο προϋποθέσεις.
Πρώτον, ότι θα σταματούσε κάθε είδους βοήθεια στους Κούρδους και
Δεύτερον, ότι θα του έδιναν εγγυήσεις ότι δε θα προσπαθήσουν να τον ανατρέψουν.
Όμως, οι ΗΠΑ, υπό οποιαδήποτε κυβέρνηση, συμπεριλαμβανομένης και της κυβέρνησης Τραμπ, δεν φαίνονται έτοιμοι να «πουλήσουν» τους Κούρδους, επειδή τους θεωρούν μεγάλο στρατηγικό χαρτί στην ευρύτερη περιοχή. Εξάλλου, η Exxon Mobil (ένας ισχυρός υποστηρικτής του σχεδίου Ανάν για την Κύπρο ήδη από το 2004) ασκεί πλέον ισχυρή επιρροή στην Ουάσιγκτον και έχει υπογράψει τα πιο προσοδοφόρα συμβόλαια εξόρυξης πετρελαίου στα Κουρδικά εδάφη του Ιράκ.
Η ατμόσφαιρα στην Άγκυρα, γύρω από τον Ερντογάν, κυριαρχείται άλλωστε από το φόβο μιας διεθνούς συνωμοσίας για την διάλυση κάθε κράτους στη Μέση Ανατολή με πληθυσμό μεγαλύτερο από 10 εκατομμύρια, όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο πρώην πρόξενος στη Μοσούλη και νυν αναπληρωτής Πρόεδρος του CHP, βουλευτής του Αρνταχάν, Öztürk Yılmaz.
Αλλά κανείς δε μπορεί να γνωρίζει αν οι παρούσες συνθήκες είναι “κανονικές”. Όποιος έχει ανησυχία, προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του ότι είναι υπαρκτή μια εύκολη διέξοδος, στάση που πολλοί έμπειροι ηγέτες πριν τον Ερντογάν είχαν πέσει στο πειρασμό να τηρήσουν. Και αν υπάρχει κάποιος στον κόσμο που θα μπορούσε να οργανώσει μια τέτοια ευαίσθητη επιχείρηση, δεν είναι άλλος από την πρωθυπουργό της Αγγλίας Τερέζα Μέι.

 Τα Βρετανικά χαρτιά 
Η Βρετανίδα πρωθυπουργός είναι η μόνη ηγέτης της Δύσης που θα μπορούσε τώρα να πιστέψει και να εμπιστευτεί ο Πρόεδρος Ερντογάν, ο οποίος υποπτεύεται τα περισσότερα δυτικά καθεστώτα ότι βρίσκονται πίσω από την προσπάθεια πραξικοπήματος εναντίον του και ότι εξακολουθούν να μηχανορραφούν εξυφαίνοντας σχέδια ανατροπής του και διαμελισμού της χώρας του. (2)
Ο λόγος που η κα Μέι πήγε αυτοπροσώπως στην Τουρκία για να πείσει τον Ερντογάν, είναι επειδή πιστεύει ότι το ζήτημα της Κύπρου είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τρεις λόγους:
Ο πρώτος είναι το μέλλον των Βρετανικών βάσεων στο νησί και του ίδιου του νησιού,
Ο δεύτερος το μέλλον της σχέσης ΕΕ -Τουρκίας και πιθανά άλλα σχέδια για τη Μέση Ανατολή. (3)
Υπάρχει και τρίτος λόγος που η κα Μέι σπεύδει στην Άγκυρα. Αυτός είναι ότι οδηγούμαστε ταχύτατα σε μια νέα κρίση σε Ελλάδα και Ευρώπη και επομένως είναι καλύτερα να τακτοποιηθούν οι εκκρεμότητες πριν αυτή ξεσπάσει.
Καθώς η Γερμανία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το ΔΝΤ οργανώνουν νέα επίθεση εναντίων των Ελλήνων, της Ελλάδας και της κυβέρνησής της (η οποία έχει ήδη αποδεχτεί τον προτεινόμενο “συμβιβασμό” για την Κύπρο), η κα Μέι αγωνίζεται ενάντια στο χρόνο. (Σημ. Συντ. Το άρθρο γράφτηκε και δημοσιεύτηκε στα αγγλικά πριν από το ξέσπασμα της τωρινής κρίσης περί την Ελλάδα).
Η Βρετανία μπορεί να απώλεσε την Αυτοκρατορία της, όχι όμως τα αυτοκρατορικά της ένστικτα, ούτε τις διπλωματικές της δεξιότητες. Το προηγούμενο καλοκαίρι ο Βρετανός Πρέσβης στην Άγκυρα ήταν ο μόνος δυτικός διπλωματικός εκπρόσωπος που βγήκε άμεσα και δημόσια να αποδοκιμάσει το πραξικόπημα. Βέβαια κάποιος εύλογα μπορεί να αναρωτηθεί πώς γίνεται οι Βρετανικές Μυστικές Υπηρεσίες να μην ήξεραν τίποτα για ό,τι ετοιμαζόταν σε μια από τις πιο σημαντικές χώρες του ΝΑΤΟ, και αν ήξεραν, γιατί δεν προειδοποίησαν την κυβέρνηση ενός συμμαχικού και φιλικού έθνους. Αλλά οι Τούρκοι αξιωματούχοι ήταν πιθανώς ικανοποιημένοι με οποιαδήποτε δυτική υποστήριξη εκείνη τη χρονική στιγμή, για να αμφισβητήσουν τις προθέσεις των Βρετανών.
Δεν ξέρουμε τι δώρα μπορεί να κουβαλάει τώρα στις βαλίτσες της η κα Μέι για τους Τούρκους για εφαρμογή στη Μέση Ανατολή. Πιθανώς να πει στον κύριο Ερντογάν πόσο ανεύθυνοι είναι οι δυτικοί ηγέτες που παίζουν με την Κουρδική φωτιά και να του υποσχεθεί να τους λογικεύσει. Αναμφίβολα, θα προσπαθήσει να τον πείσει πως το Ισραήλ και η Σαουδική Αραβία είναι πολύ καλύτεροι φίλοι, από αγενείς και αντιπαθητικούς τύπους, όπως ο Ρώσος Πρόεδρος και οι Αγιοτολλάχ της Τεχεράνης. Άλλωστε, στη Μέση Ανατολή, συμμαχίες και φιλίες μπορούν να αλλάξουν πιο γρήγορα κι από τον καιρό. (Σ.Σ. Ο κ. Ερντογάν, αμέσως μετά την επίσκεψη του αρχηγού της CIA, επισκέφθηκε τη Σαουδική Αραβία, το Μπαχρέιν και το Κατάρ, που πρωταγωνιστούν τώρα στη σύμπηξη αραβικής αντι-ιρανικής συμμαχίας).
Ένα πράγμα που γνωρίζουμε ότι η κα Μέι μπορεί να δώσει στον Ερντογάν, είναι ένας μεγάλος ρόλος στην ΕΕ, με την Τουρκία να αποκτά αρκετά από τα δικαιώματα που διαθέτουν τα πλήρη μέλη της Ένωσης. Κάτι τέτοιο ενδιαφέρει την Τουρκία και γι’ αυτό το λόγο ο πρωθυπουργός Ακμπουλούτ βγήκε δημόσια να εξηγήσει ότι, αν η συμφωνία της Κύπρου ολοκληρωθεί, “η Τουρκία θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μέλος της ΕΕ”. Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησής του επίσης ζήτησε να ισχύσουν ίδια δικαιώματα για όλους τους πολίτες της Τουρκίας με εκείνα όσων επιθυμούν να είναι κάτοικοι της Κύπρου, που είναι μέρος της Ε.Ε.
Γνωρίζοντας ότι όσα ζητούν και συνολικά η κυπριακή ρύθμιση, με τα πλεονεκτήματα που επιφέρει για την Άγκυρα, αντιβαίνει τόσο προς το Ευρωπαϊκό όσο και το διεθνές δίκαιο, απαιτούν επίσης η συμφωνία να αποτελέσει μέρος του πρωτογενούς ευρωπαϊκού δικαίου.

 Γιατί η συμφωνία της Κύπρου εντάσσει την Τουρκία στην ΕΕ
Αν η Άγκυρα συμφωνήσει στην υπό διαπραγμάτευση συμφωνία στην Κύπρο, θα κερδίσει ένα τεράστιο πλεονέκτημα ή ότι φαίνεται σαν πλεονέκτημα με μια πρώτη ματιά. Θα γίνει άμεσα μέλος της ΕΕ!
Όπως εξήγησε πρόσφατα ο Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών κ. Κοτζιάς στο γερμανικό ειδησεογραφικό πρακτορείο DPA (21-1-2017), η υπό συζήτηση συμφωνία παρέχει στην πλειοψηφία των Κυπρίων (82%, Έλληνες στην εθνικότητα) το ίδια δικαιώματα με τη μειοψηφία (18% Τούρκοι στην εθνικότητα). Ο ίδιος αποκαλεί αυτό το σύστημα “περισσότερη ισότητα από ό,τι στις περισσότερες ομοσπονδίες“. Κι έχει δίκιο όταν το λέει αυτό. Υπάρχει τόση ισότητα που τελικά καταλήγει σε τεράστια ανισότητα απέναντι στην πλειοψηφία.
Και φυσικά δεν υπάρχουν αρκετές οντότητες, επιχειρήσεις ή κράτη, που να μπορούν να κυβερνηθούν σε μια βάση 50-50% . Οι Έλληνες και οι Τούρκοι θα πρέπει να μετατραπούν σε “Αγίους” τα επόμενα χρόνια, παρά τον καθόλου “‘Άγιο” απολογισμό τους τα τελευταία χίλια χρόνια. Διαφορετικά το αποτέλεσμα θα είναι το απόλυτο χάος.
Δίνοντας το 50% της Κύπρου στους Τουρκοκύπριους, δίνει κανείς στην Τουρκία το 50% της κυπριακής ψήφου στην ΕΕ. Για την ακρίβεια δίνει κάτι περισσότερο. Αν δεν μπορεί η Γερμανία να “αφομοιώσει” τους Τούρκους, δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τις πιθανότητες που έχουν οι Τούρκοι να “αφομοιωθούν” στην Κύπρο, δίπλα στην Τουρκία, σε μια αβέβαιη, σχεδόν εικονική κυπριακή ταυτότητα.
Οι Τουρκοκύπριοι δε θα θελήσουν ποτέ να “ανεξαρτητοποιηθούν” από την Τουρκία αλλά ακόμα κι αν θελήσουν κάτι τέτοιο, η Άγκυρα διαθέτει τα μέσα για να τους αναγκάσει πολύ γρήγορα να ξεχάσουν τέτοιου είδους όνειρα. (4)
Αυτός είναι κι ο μηχανισμός που η Άγκυρα θα αποκτήσει καθοριστικό ρόλο πάνω στις Κυπριακές αποφάσεις κι όχι μόνο ένα βέτο στην ψήφο της Κύπρου, αλλά επίσης την ψήφο αυτή καθαυτή. Οι Ελληνοκύπριοι αποτελούν πλειοψηφία στην Κύπρο, αλλά είναι μια μικρή μειοψηφία αν αναλογιστούμε την ευρύτερη περιοχή και τα 60 εκ. Τούρκων στα βόρεια της ακτής της.
Σύμφωνα τόσο με τον Πρόεδρο της Κύπρου κ. Αναστασιάδη όσο και τον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών κ.. Κοτζιά (Καθημερινή, 26-9-2016 και 25-12-2016), τα Τούρκικα στρατεύματα πρόκειται να φύγουν από το νησί, αλλά μόνο στο μακρινό μέλλον, και αφού το υπάρχον Κυπριακό κράτος και η Εθνοφρουρά του παύσουν να υφίστανται, με σκοπό να αντικατασταθούν από μια “Διεθνή Αστυνομία” η οποία, βάσει αξιόπιστων πηγών, προτείνεται να αποτελείται από “ισοδύναμο αριθμό αστυνομικών από Χριστιανικές και Μουσουλμανικές χώρες” (αυτό, θυμίζουμε στον αναγνώστη, σχεδιάζεται να εφαρμοστεί εντός ΕΕ κι όχι σε κάποια απομονωμένη περιοχή της Ασίας ή Αφρικής).
Το αν θα φύγουν τα Τούρκικα στρατεύματα είναι άγνωστο, όπως υποδεικνύει η εμπειρία του Ιράκ και της Συρίας. Στην πραγματικότητα, τα πράγματα θα είναι πολύ πιο πολύπλοκα αν μια τέτοια λύση προχωρήσει. Αν νομικά η συμφωνία δημιουργεί ένα είδος μεταμοντέρνου προτεκτοράτου, όπως έχει ήδη γίνει με την Ελλάδα εντός της ΕΕ -αν και με άλλες μεθόδους, πρακτικά είναι τόσο άδικη και εγγενώς ασταθής που πολύ πιθανά θα ανατιναχθεί στον αέρα, είτε μόνη της ή με τη βοήθεια τρίτων που αποβλέπουν στο να πυροδοτήσουν κρίση και σύγκρουση στο νησί.
Φαίνεται πως για ορισμένους δεν υπάρχουν ήδη αρκετά προβλήματα στη Μέση Ανατολή, αλλά και την ΕΕ, ενώ και η ΕΕ δεν έχει αρκετά προβλήματα εξαιτίας της Μέσης Ανατολής.

 Γιατί οι Βρετανοί θέλουν την Τουρκία στην ΕΕ 
Η ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί μείζονα, πάγια στρατηγική, εδώ και δεκαετίες, τόσο των ΗΠΑ όσο και της Μεγάλης Βρετανίας, στρατηγική που προσπάθησαν και εν πολλοίς κατάφεραν να επιβάλλουν στους Ευρωπαίους παρά την αντίθεσή τους.
Δεν γνωρίζουμε πως το Brexit και η εκλογή του Ντόναλτ Τραμπ θα επηρεάσουν τα δεδομένα, αλλά, προς το παρόν, δεν έχουμε καμία ένδειξη ότι τα έχουν επηρεάσει. Οι λόγοι που η Ουάσινγκτον και το Λονδίνο πάντα ήθελαν την Τουρκία στην ΕΕ είναι οι εξής:
Πρώτον, για να έχουν ένα Νατοϊκό “δούρειο ίππο” εντός του Ευρωπαϊκού συστήματος, αποτρέποντας έτσι οποιαδήποτε μελλοντική ιδέα για μια ανεξάρτητη Ευρώπη.
Δεύτερον, για να σφραγίσουν το χαρακτήρα της ΕΕ ως μιας νεοφιλελεύθερης ζώνης ελεύθερου εμπορίου και τίποτα περισσότερο, όπως ακριβώς ήθελε το Λονδίνο ανέκαθεν.
Φέρνοντας εντός του οικοδομήματος νέες χώρες που έχουν ένα εντελώς διαφορετικό οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, χωρίς καμία οργανωμένη και συστηματική προσπάθεια για να έρθουν στο επίπεδο των πιο αναπτυγμένων χωρών, μπορείς να πετύχεις δυο σκοπούς:
Πρώτον, αποκτάς ένα ισχυρό όπλο για να διαλύσεις το κοινωνικό κράτος της Δυτικής Ευρώπης και
Δεύτερον, δημιουργείς συνθήκες χάους εντός Ένωσης, όπως αποδείχθηκε με την κρίση στην Ελλάδα.
Τρίτον, φέρνοντας όλο και περισσότερες χώρες και όλο και μεγαλύτερη ανομοιογένεια, τόσο σε οικονομικό όσο και σε κοινωνικό και πολιτιστικό επίπεδο, μετατρέπεις την Ευρώπη σε ακυβέρνητο καράβι. Στη συνέχεια, μπορείς λογικά να προσδοκάς ότι μια τέτοια κατάσταση θα ισχυροποιήσει τις μεγάλες τράπεζες, τα λόμπυ, και τις πολυεθνικές που κρύβονται πίσω από την Κομισιόν και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, επειδή κάποιος θα πρέπει να παίρνει στο τέλος τις αποφάσεις.
Τέταρτον, η είσοδος της Τουρκίας θα καταστρέψει ένα από τα λίγα κοινά στοιχεία, αυτό της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, επειδή κανείς στην Ευρώπη δεν πρόκειται να πληρώσει για τους αγρότες της Τουρκίας.
Πέμπτον, για να εμπλέξει την Τουρκία όσο το δυνατόν πιο στενά στους Δυτικούς Ευρωπαϊκούς μηχανισμούς, υποσκάπτοντας έτσι οποιαδήποτε μελλοντική πιθανότητα η Άγκυρα να έχει ανεξάρτητα πολιτική.
Η πολιτική της διεύρυνσης προς την Τουρκία είναι μια κακή πολιτική για την Ευρώπη, όπως έχουν αποδειχτεί και όλες οι πρόσφατες πολιτικές διεύρυνσης της ΕΕ . Η μεγάλη διεύρυνση του 2004 έχει ήδη παίξει σημαντικό ρόλο στην επιδείνωση της παρούσας κρίσης στην ΕΕ. Δεν είναι προς όφελος των ήδη υπαρχόντων μελών της ΕΕ, και επίσης δεν είναι προς όφελος των νέων μελών.
Σε περίπτωση αμφιβολιών, ας ρωτήσει κανείς τους Βούλγαρους ή Ρουμάνους πολίτες τι νιώθουν πως έχουν κερδίσει ως μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αν κάποιος θέλει να ενσωματώσει όλες αυτές τις χώρες στην ΕΕ, πρέπει να έχει προσδιορίσει ένα ξεκάθαρο πολιτικό και κοινωνικό σχέδιο, να βρει τα μέσα να πραγματοποιηθεί και να ληφθεί υπόψη η γνώμη των Ευρωπαίων πολιτών.
Για τη δημιουργία μιας σταθερής Ευρώπης χρειάζονται αρκετά πράγματα, συμπεριλαμβανομένης της ικανότητας να πραγματοποιηθούν δραματικές βελτιώσεις σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο για τα νέα μέλη, με τη συμβολή ενός σχεδίου παρόμοιου του Σχεδίου Μάρσαλ. Μια τέτοια ιδέα δεν υπάρχει στην Ευρώπη. Όχι μόνο δεν θέλουν να βοηθήσουν τα νέα μέλη αλλά η Ένωση κυριολεκτικά καταστρέφει μερικά από τα παλιά μέλη!

 Επέκταση ή καταστροφή της Ένωσης (και της Τουρκίας!) 
Στο πλαίσιο της “ευτυχούς παγκοσμιοποίησης”, η χωρίς όρια πολιτική επέκτασης της ΕΕ ήταν το εξωτερικό παρακολούθημα στη συνεχή απελευθέρωση των αγορών εντός της Ένωσης, συμβάλλοντας στη μετατροπή της όχι σε κάποιο είδος ομοσπονδίας, αλλά σε μια νεοφιλελεύθερη Αυτοκρατορία, όπως ο Μπαρρόσο την αποκάλεσε κάποια στιγμή, ένα απολυταρχικό οικοδόμημα διοικούμενο από την κορυφή του Χρήματος.
Στο πλαίσιο της παρούσας οικονομικής και πολιτικής κρίσης της παγκοσμιοποίησης, η συνέχιση της πολιτικής επέκτασης, με τέτοιες μεθόδους, μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο για την καταστροφή της Ένωσης, ή τουλάχιστον τη δημιουργία μεγάλων προβλημάτων σε αυτή.
Η τραπεζική κρίση έχει ήδη μετασχηματισθεί σε σύγκρουση κρατών (όπως μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας).
Τώρα, με την Κύπρο, η πολιτική κρίση κινδυνεύει να μεταλλαχθεί σε άμεση εθνική σύγκρουση. Μόνο ο ίδιος ο διάβολος θα μπορούσε να σκεφτεί να προσθέσει την παρούσα στιγμή, σε ένα οικοδόμημα όπως είναι τώρα η ΕΕ, νέες δύσκολες εθνικές διαμάχες σαν αυτή εντός και γύρω από την Κύπρο.
Τις δυο τελευταίες δεκαετίες έχουμε δει τα αποτελέσματα του χάους στη Μέση Ανατολή. Τα δυο τελευταία χρόνια έχουμε αρχίσει να βλέπουμε, και να βιώνουμε, τις συνέπειες αυτού του χάους εντός Ευρώπης. Ίσως είναι ώρα να σταματήσουμε να διεξάγουμε τέτοια πειράματα σε ένα πλανήτη που μαστίζεται από τέτοια προβλήματα σαν αυτά που αντιμετωπίζουμε τώρα.

 Διαίρει και βασίλευε – και όταν ο Άρης συναντά την Αφροδίτη
Όσον αφορά την Ανατολική Μεσόγειο, πρέπει πάντα να θυμόμαστε ότι οι συγγραφείς του σεναρίου όλων των κρίσεων και πολέμων μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας του τελευταίου αιώνα πρέπει να αναζητηθούν όχι τόσο σε Αθήνα, Άγκυρα ή Λευκωσία αλλά στην Ουάσιγκτον και το Λονδίνο. Οι εθνικοί ηγέτες στις τρεις χώρες τείνουν να κοιτούν τα προβλήματα σαν ένα ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών και εθνών τους. Αλλά σε κάθε γύρο αντιπαράθεσης, ανεξάρτητα από το ποιος κερδίζει, το άθροισμα της εντροπίας των κρατών της περιοχής αυξάνεται. Όλοι χάνουν μέρος της δύναμής τους. Αυτή είναι η λογική της αρχής Διαίρει και Βασίλευε, Divide et Impera.
Δεν μπορούμε να ξέρουμε τι θα επιλέξει να κάνει στο τέλος ο κ. Ερντογάν. Αν επιλέξει τα βραχυπρόθεσμα οφέλη που η Βρετανία του προσφέρει, μπορεί σε μια μετέπειτα φάση να αντιμετωπίσει πολύ παράξενες και απρόσμενες συνέπειες. Είναι άλλο πράγμα να μπεις στην ΕΕ από την πόρτα κι άλλο να σκαρφαλώσεις από το παράθυρο. Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι δεν θέλουν την Τουρκία εντός ΕΕ. Ένας τρόπος αντιμετώπισης αυτού του προβλήματος είναι να προσπαθήσεις να τους αλλάξεις γνώμη. Η άλλη είναι μέσω τεχνασμάτων. Μόλις οι Ευρωπαίοι ανακαλύψουν περί τίνος πρόκειται, θα πυροδοτηθεί μια ραγδαία αύξηση της εχθρότητάς τους προς την Τουρκία, συμβάλλοντας και αυτή στην καταστροφή της ευρωπαϊκής δομής στην οποία η Άγκυρα θέλει να ενταχθεί.
Κανείς δε μπορεί να είναι σίγουρος τι θα αποφασίσει ο απρόβλεπτος πρόεδρος της Τουρκίας. Είναι αναμφίβολα, μαέστρος στις τακτικές, αλλά θα πρέπει να αποδείξει ότι είναι κι έξυπνος σχεδιαστής στρατηγικής. Αν δεν μπορούμε να κάνουμε προβλέψεις για τον Ερντογάν, μπορούμε να είμαστε σίγουροι για την απαράμιλλη σταθερότητα των Βρετανών σχεδιαστών στρατηγικής και τη λύπη τους που τα ξαδέλφια τους στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, δεν τους αντιμετωπίζουν πάντα σαν τους πιο κατάλληλους συμβούλους της Αυτοκρατορίας.
Μερικές φορές η Βρετανική πολιτική είναι τόσο περίπλοκη που ακόμα κι οι ίδιοι οι υπουργοί της Αυτής Μεγαλειότητος δυσκολεύονται να κατανοήσουν το νόημά της. Δεν ξέρουμε αν αυτό συμβαίνει με τον νυν Υπουργό Εξωτερικών, πράγμα που ίσως να εξηγούσε γιατί δεν πήγε ο ίδιος στην Άγκυρα. Αλλά ίσως αυτός ήταν ο λόγος που ένας άλλος Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών έπρεπε να γίνει ιδιαίτερα σαφής στους συναδέλφους του, στο Υπουργικό Συμβούλιο, ώστε να τους βοηθήσει να καταλάβουν τι ακριβώς έκανε. Αυτός ήταν ο Harold Mac Millan. Μιλώντας στο υπουργικό συμβούλιο για την Κύπρο (ξανά!) είχε πει:
“Ο στόχος μας στις διαπραγματεύσεις, είναι να αντιτάξουμε στους Έλληνες την άρνηση των Τούρκων να δεχθούν την Ένωση (με την Ελλάδα), ώστε να τους εξαναγκάσουμε να δεχτούν τη δική μας κυριαρχία” (“Our goal in the negotiations is to oppose the Greeks to the refusal of the Turks to accept Enosis, the union with Greece, in order to condition them to accept our sovereignty”)
Το τελικό αποτέλεσμα μιας τέτοιας προσέγγισης, που επίσης είχε υιοθετηθεί από την Ουάσιγκτον, ήταν η τεράστια εχθρότητα μεταξύ Ελλήνων και Τουρκοκυπρίων, και μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, δυο αιματηρές συγκρούσεις στην ίδια την Κύπρο, μια στρατιωτική δικτατορία στην Ελλάδα, η παραλίγο καταστροφή της Ν.Α. πτέρυγας του NATO και δεκαετίες έντονου αντιαμερικανισμού στην Ελλάδα.
Τόσο ο Πρόεδρος Κλίντον όσο κι ο αναπληρωτής υπουργός Χόλμπρουκ ένιωσαν την ανάγκη να απολογηθούν, και ο Χένρι Κίσσιγκερ ακόμα κατηγορείται για ότι έκανε στην Κύπρο. Άξιζε τελικά τον κόπο; Αν χρειαζόταν να εξηγηθούν οι παρόντες στόχοι της κας Μέι, ο Mac Millan πιθανότατα θα έλεγε :
 “Ο στόχος μας στις διαπραγματεύσεις είναι να δελεάσουμε τους Τούρκους, ώστε να πιστέψουν ότι θα κερδίσουν από την άρση των εγγυήσεών τους και του βέτο τους στην Κύπρο, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα στην Ελληνική κυβέρνηση και στον Αναστασιάδη να μας παραχωρήσουν την κυριαρχία στο νησί, όπως έχουν ήδη συμφωνήσει να κάνουν”. 
Αλλά τώρα δεν μιλάμε για μια “όχι πλήρως ανεξάρτητη” Κύπρο, όπως το τοποθετούσε ο υπουργός Αποικιών Hopkins στη δεκαετία του 50. Μιλάμε για την απόλυτη διάλυση ενός κράτους, το οποίο τυγχάνει να είναι μέλος της ΕΕ. Αυτός ο τρόπος “επίλυσης” της (ως τώρα παγωμένης) διένεξης στην Κύπρο, απειλεί να μετατρέψει το νησί σε μια νέα Συρία στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό είναι που χρειαζόμαστε;

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(1) Για λεπτομέρειες σχετικά με αυτό το περίεργο “κράτος” , 50% Έλληνες και 50% Τούρκοι, με μια “διεθνή δύναμη” να το αστυνομεύει, βλ. συνέντευξη του Έλληνα Υπουργού Εξωτερικών στο ειδησεογραφικό πρακτορείο DPA (21-1-2017)
(2) Οι φόβοι του κ. Ερντογάν δεν είναι απαραίτητα παρανοϊκές παραισθήσεις. Διακεκριμένοι Αμερικάνοι νεοσυντηρητικοί σχεδόν κάλεσαν δημόσια τον τουρκικό στρατό να οργανώσει πραξικόπημα εναντίον του Ερντογάν. Δες άρθρο για το πραξικόπημα του Ιουλίου στην Τουρκία : http://www.defenddemocracy.press/turkey- military-coup-possible/. Τα Τούρκικα ΜΜΕ που υποστηρίζουν τον Ερντογάν, ήταν γεμάτα από τέτοιους ισχυρισμούς
(3) Όπως αποδεικνύει η “ιστορική στατιστική”, κρίσεις γύρω από την Κύπρο ( ή προσπάθειες να “επιλυθεί το κυπριακό, όπως τώρα) πάντα προηγήθηκαν μεγάλων πολέμων στη Μέση Ανατολή, δεδομένης της στρατηγικής θέσης του νησιού, που ελέγχει όλη την Ανατολική Μεσόγειο. Όντας οι ίδιοι οι Βρετανοί νησιώτες, πάντα αντιλαμβανόντουσαν πάρα πολύ καλά τη στρατηγική σημασία της Κύπρου. Για αυτό το λόγο το Λονδίνο φρόντιζε οι αξιωματούχοι της ΕΕ, αρμόδιοι για τα θέματα της Κύπρου να είναι Βρετανοί στην εθνικότητα. Αλλά πάλι μπορεί κάποιος να πιστεύει, αν το επιθυμεί, ότι αυτό ήταν μια απλή σύμπτωση. Το 1954,το Εργατικό Κόμμα ήταν στην αντιπολίτευση και ο πρώην υπουργός των Αποικιών Griffiths ξαφνικά θυμήθηκε ότι ήταν σοσιαλιστής και έθεσε ερώτημα για το μέλλον της Κύπρου κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης στη Βουλή των Κοινοτήτων (27-7-1954), στον Harry Hopkins, τον υπουργό των Αποικιών του συντηρητικού κόμματος. Υποχρέωσε έτσι τον Hopkins, με σκοπό να τον ανακαλέσει στην τάξη , να δηλώσει δημοσίως το μόνιμο Βρετανικό και Δυτικό στρατηγικό δόγμα για την Κύπρο: ” Ήταν ανέκαθεν κατανοητό και συμφωνημένο ότι υπάρχουν συγκεκριμένες περιοχές στην Κοινοπολιτεία οι οποίες, δεδομένου των περιστάσεων, ποτέ δεν μπορούν να ελπίσουν ότι θα γίνουν τελείως ανεξάρτητες». Αυτό είναι το δόγμα που προσπαθούν να εφαρμόσουν και στη Γενεύη τώρα, με μια διαφορά. Δε θέλουν “μερική”, “όχι πλήρη” ανεξαρτησία της Κύπρου, όπως το 1960. Τώρα θέλουν την απόλυτη κατάργηση του κράτους της Κύπρου!
(4) Όταν μερικούς μήνες πριν, ο αριστερός ηγέτης των Τουρκοκυπρίων βγήκε στην τηλεόραση για να ζητήσει κάποια ανεξαρτησία από την Τουρκία, ο Πρόεδρος Ερντογάν του υπενθύμισε δημόσια ότι θα ήταν καλύτερα να κρατήσει το στόμα του κλειστό. Δεν του είπε ευθέως ότι θα πρέπει να είναι προσεκτικός αν θέλει να «κρατήσει το κεφάλι στους ώμους του». Αλλά το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο και κανείς Τούρκος δε θέλει να κάνει αστεία με τον Πρόεδρο σήμερα.

 Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε αγγλικά για πρώτη φορά στο defenddemocracy.press στις 27.1.2017